Τρίτη, 30 Νοεμβρίου 2010

Καλημέρα!

(κλικ στην εικόνα για μεγαλύτερο μέγεθος)

Καλημέρα! Χαρούμενη, χαμογελαστή!

.

Συναξαριστής 30 Νοεμβρίου: Άγιος Ανδρέας ο Απόστολος, ο Πρωτόκλητος


Άγιος Ανδρέας ο Απόστολος, ο Πρωτόκλητος

Ο πρώτος που κάλεσε ο Χριστός από τους ψαράδες της Γαλιλαίας για να τον αναδείξη απόστολο και κήρυξα του Ευαγγελίου είναι ο Ανδρέας, του οποίου η Εκκλησία σήμερα γιορτάζει την μνήμη. Ο πρωτόκλητος Ανδρέας είναι αδελφός του πρωτοκορυφαίου Πέτρου, γιος του Ιωνά από τη Βηθσαϊδά. Δυο μεγάλες ελληνικές πόλεις συνδέονται με την αποστολική δράση του Αποστόλου Ανδρέα, το Βυζάντιο και η Πάτρα. Στην Πάτρα μαρτύρησε με σταυρικό θάνατο και μάλιστα ανάποδα, δηλαδή με το κεφάλι προς τα κάτω. Παρ' όλο που ο Ανδρέας, σαν ψαράς, ήταν ένας απλός άνθρωπος, όμως δεν έπαυε νάχη πνευματικά διαφέροντα, να είν' από κείνους, που ερευνώντας στον Μωϋσή και τους άλλους προφήτας, περίμεναν την εκπλήρωση των επαγγελιών του Θεού. Γι' αυτό όχι μόνο πρωτόκλητος είναι ο Ανδρέας αλλά και πρώτος που ανάγγειλε θριαμβικά την παρουσία του Χριστού: "Ευρήκαμεν τον Μεσσίαν!".


Βιογραφία
Ο Ανδρέας, ψαράς στο επάγγελμα και αδελφός του Αποστόλου Πέτρου, ήταν από τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας και τον πατέρα του τον έλεγαν Ιωνά. Επειδή κλήθηκε από τον Κύριο πρώτος στην ομάδα των μαθητών, ονομάστηκε πρωτόκλητος.

Ο Ανδρέας (μαζί με τον Ιωάννη τον ευαγγελιστή) υπήρξαν στην αρχή μαθητές του Ιωάννου του Προδρόμου. Κάποια μέρα μάλιστα, που βρισκόντουσαν στις όχθες του Ιορδάνη κι ο Πρόδρομος τους έδειξε τον Ιησού και τους είπε «ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», οι δύο απλοϊκοί εκείνοι ψαράδες συγκινήθηκαν τόσο πολύ, που χωρίς κανένα δισταγμό κι επιφύλαξη αφήκαν αμέσως τον δάσκαλο τους κι ακολούθησαν τον Ιησού.

Η ιστορία της ζωής του Ανδρέα μέχρι την Σταύρωση, την Ανάσταση και την Ανάληψη, υπήρξε σχεδόν ίδια με εκείνη των άλλων μαθητών. Μετά το σχηματισμό της πρώτης Εκκλησίας, ο Ανδρέας κήρυξε στη Βιθυνία, Εύξεινο Πόντο (μάλιστα ο Απόστολος, είναι ο ιδρυτής της Εκκλησίας του Βυζαντίου αφού εκεί εγκατέστησε πρώτο επίσκοπο, τον απόστολο Στάχυ (βλέπε 31 Οκτωβρίου) κι αυτού διάδοχος είναι ο Οικουμενικός Πατριάρχης), Θράκη, Μακεδονία και Ήπειρο. Τελικά, κατέληξε στην Αχαΐα.

Στην Αχαΐα, η διδασκαλία του καρποφόρησε και με τις προσευχές του θεράπευσε θαυματουργικά πολλούς ασθενείς. Έτσι, η χριστιανική αλήθεια είχε μεγάλες κατακτήσεις στο λαό της Πάτρας. Ακόμα και η Μαξιμίλλα, σύζυγος του ανθύπατου Αχαΐας Αιγεάτου, αφού τη θεράπευσε ο Απόστολος από τη βαρειά αρρώστια που είχε, πίστεψε στο Χριστό. Το γεγονός αυτό εκνεύρισε τον ανθύπατο και με την παρότρυνση ειδωλολατρών ιερέων συνέλαβε τον Ανδρέα και τον σταύρωσε σε σχήμα Χ. Έτσι, ο Απόστολος Ανδρέας παρέστησε τον εαυτό του στο Θεό «δόκιμον ἐργάτην» (Β΄ προς Τιμόθεον, 2: 15). Δηλαδή δοκιμασμένο και τέλειο εργάτη του Ευαγγελίου.

Οι χριστιανοί της Αχαΐας θρήνησαν βαθιά τον θάνατο του. Ο πόνος τους έγινε ακόμη πιο μεγάλος, όταν ο ανθύπατος Αιγεάτης αρνήθηκε να τους παραδώσει το άγιο λείψανο του, για να το θάψουν. Ο Θεός όμως οικονόμησε τα πράγματα. Την ίδια μέρα, που πέθανε ο άγιος, ο Αιγεάτης τρελάθηκε κι αυτοκτόνησε. Οι χριστιανοί τότε με τον επίσκοπο τους τον Στρατοκλή, πρώτο επίσκοπο των Πατρών, παρέλαβαν το σεπτό λείψανο και το 'θαψαν με μεγάλες τιμές.

Αργότερα, όταν στον θρόνο του Βυζαντίου ανέβηκε ο Κωνστάντιος, που ήταν γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου, μέρος του ιερού λειψάνου μεταφέρθηκε από την πόλη των Πατρών στην Κωνσταντινούπολη και κατατέθηκε στον ναό των αγίων Αποστόλων «ένδον της Αγίας Τραπέζης». Η αγία Κάρα του Πρωτοκλήτου φαίνεται πως απέμεινε στην Πάτρα.

Όταν όμως οι Τούρκοι επρόκειτο να καταλάβουν την πόλη το 1460 μ.Χ., τότε ο Θωμάς Παλαιολόγος, αδελφός του τελευταίου αυτοκράτορας Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου και τελευταίος Δεσπότης του Μοριά, πήρε το πολύτιμο κειμήλιο και το μετέφερε στην Ιταλία. Εκεί, αφού το παρέλαβε ο Πάπας Πίος ο Β, το πολύτιμο κειμήλιο εναποτέθηκε στον ναό του αγίου Πέτρου της Ρώμης.

Τον Νοέμβριο του 1847 μ.Χ. ένας Ρώσος Πρίγκηπας, ο Ανδρέας Μουράβιεφ δώρησε στην πόλη της Πάτρας ένα τεμάχιο δακτύλου του χεριού του Αγίου. Ο Μουράβιεφ είχε λάβει το παραπάνω ιερό Λείψανο από τον Καλλίνικο, πρώην Επίσκοπο Μοσχονησίων, ο οποίος μόναζε τότε στο Άγιο Όρος.

Στην πόλη της Πάτρας, επανακομίσθηκαν και φυλάσσονται από την 26η Σεπτεμβρίου 1964 μ.Χ. η τιμία Κάρα του Αγίου και από την 19ην Ιανουαρίου 1980 μ.Χ. λείψανα του Σταυρού, του μαρτυρίου του. Η αγία Κάρα του Πρωτοκλήτου ύστερα από ενέργειες της Αρχιεπισκοπής Κύπρου μεταφέρθηκε και στην Κύπρο το 1967 μ.Χ. για μερικές μέρες κι εξετέθηκε σε ευλαβικό προσκύνημα.

Όπως αναφέρει μια Κυπριακή παράδοση, σε μια περιοδεία του, ο Απόστολος Ανδρέας, πήγε και στην Κύπρο. Το καράβι, που τον μετέφερε στην Αντιόχεια από την Ιόππη, λίγο πριν προσπεράσουν το γνωστό ακρωτήρι του αποστόλου Ανδρέα και τα νησιά, που είναι γνωστά με το όνομα Κλείδες, αναγκάστηκε να σταματήσει εκεί σ' ένα μικρό λιμανάκι, γιατί κόπασε ο άνεμος. Τις μέρες αυτές της νηνεμίας τους έλειψε και το νερό. Ένα πρωί, που ο πλοίαρχος βγήκε στο νησί κι έψαχνε να βρει νερό, πήρε μαζί του και τον απόστολο. Δυστυχώς πουθενά νερό. Κάποια στιγμή, που έφτασαν στη μέση των δύο εκκλησιών, που υπάρχουν σήμερα, της παλαιάς και της καινούργιας, που 'ναι κτισμένη λίγο ψηλότερα, ο άγιος γονάτισε μπροστά σ' ένα κατάξερο βράχο και προσευχήθηκε να στείλει ο Θεός νερό. Ποθούσε το θαύμα, για να πιστέψουν όσοι ήταν εκεί στον Χριστό. Ύστερα σηκώθηκε, σφράγισε με το σημείο του Σταυρού τον βράχο και το θαύμα έγινε. Από τη ρίζα του βράχου βγήκε αμέσως μπόλικο νερό, που τρέχει μέχρι σήμερα μέσα σ' ένα λάκκο της παλαιάς εκκλησίας κι απ' εκεί προχωρεί και βγαίνει από μια βρύση κοντά στη θάλασσα. Είναι το γνωστό αγίασμα. Το ευλογημένο νερό, που τόσους ξεδίψασε, μα και τόσους άλλους, μυριάδες ολόκληρες, που το πήραν με πίστη δρόσισε και παρηγόρησε. Και πρώτα-πρώτα το τυφλό παιδί του καπετάνιου.

Ήταν κι αυτό ένα από τα πρόσωπα του καραβιού που μετέφερε ο πατέρας. Γεννήθηκε τυφλό και μεγάλωσε μέσα σε ένα συνεχές σκοτάδι. Ποτέ του δεν είδε το φως. Δένδρα, φυτά, ζώα αγωνιζόταν να τα γνωρίσει με το ψαχούλεμα. Εκείνη την ήμερα, όταν οι ναύτες γύρισαν με τα ασκιά γεμάτα νερό κι εξήγησαν τον τρόπο που το βρήκαν στο νησί, ένα φως γλυκιάς ελπίδας άναψε στην καρδιά του δύστυχου παιδιού. Μήπως το νερό αυτό, σκέφτηκε, που βγήκε από τον ξηρό βράχο ύστερα απ' την προσευχή του παράξενου εκείνου συνεπιβάτη τους, θα μπορούσε να χαρίσει και σ' αυτόν το φως του που ποθούσε; Αφού με θαυμαστό τρόπο βγήκε, θαύματα θα μπορούσε και να προσφέρει. Με τούτη την πίστη και τη βαθιά ελπίδα ζήτησε και το παιδί λίγο νερό. Διψούσε. Καιγόταν απ' τη δίψα. Ο απόστολος, που ήταν εκεί, έσπευσε κι έδωσε στο παιδί ένα δοχείο γεμάτο από το δροσερό νερό. Όμως το παιδί προτίμησε, αντί να δροσίσει με το νερό τα χείλη του, να πλύνει πρώτα το πρόσωπο του. Και ω του θαύματος! Μόλις το δροσερό νερό άγγιξε τους βολβούς των ματιών του παιδιού, το παιδί άρχισε να βλέπει!

Κι ο απόστολος, που τον κοίταζαν όλοι με θαυμασμό, άρχισε να τους μιλά και να τους διδάσκει τη νέα θρησκεία. Το τέλος της ομιλίας πολύ καρποφόρο. Όσοι τον άκουσαν πίστεψαν και βαφτίστηκαν. Την αρχή έκανε ο καπετάνιος με το παιδί του, που πήρε και το όνομα Ανδρέας. Κι ύστερα όλοι οι άλλοι επιβάτες και μερικοί ψαράδες που ήσαν εκεί. Πίστεψαν όλοι στον Χριστό που τους κήρυξε ο απόστολος μας και βαφτίστηκαν. Φυσικά το θαύμα της θεραπείας του τυφλού παιδιού, ακολούθησαν κι άλλα, κι άλλα. Στο μεταξύ ο άνεμος άρχισε να φυσά και το καράβι ετοιμάστηκε για να συνεχίσει το ταξίδι του. Ο απόστολος, αφού κάλεσε κοντά του όλους εκείνους που πίστεψαν στον Χριστό και βαφτίστηκαν, τους έδωκε τις τελευταίες συμβουλές του και τους αποχαιρέτησε.

Αργότερα, μετά από χρόνια, κτίστηκε στον τόπο αυτόν που περπάτησε και άγιασε με την προσευχή, τα θαύματα και τον ιδρώτα του ο Πρωτόκλητος μαθητής, το μεγάλο μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα, που με τον καιρό είχε γίνει παγκύπριο προσκύνημα. Κάθε χρόνο χιλιάδες προσκυνητές απ' όλα τα μέρη της Κύπρου, ορθόδοξοι και ετερόδοξοι κι αλλόθρησκοι ακόμη, συνέρεαν στο μοναστήρι, για να προσκυνήσουν τη θαυματουργό εικόνα του αποστόλου, να βαφτίσουν εκεί τα νεογέννητα παιδιά τους και να προσφέρουν τα δώρα τους, για να εκφράσουν τα ευχαριστώ και την ευγνωμοσύνη τους στον θείο απόστολο. Κολυμβήθρα Σιλωάμ ήταν η εκκλησία του για τους πονεμένους. Πλείστα όσα θαύματα γινόντουσαν εκεί σε όσους μετέβαιναν με πίστη αληθινή και συντριβή ψυχής.



.

Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2010

Τον λόγχαις κληρωσάμενον................


Τον λόγχαις κληρωσάμενον, της σωτηρίου πλευράς την χάριν, της νυγείσης τη
λόγχη, εξ ής ημίν πηγάζει ο Σωτήρ, ζωής και αφθαρ¬σίας νάματα, Δημήτριον
τιμήσωμεν, τον σοφώτατον εν διδαχαίς, και στεφανίτην εν Μάρτυσι’ τον
δι’ αίματος τελέσαντα, τον της αθλή¬σεως δρομον, και θαύμασιν εκλάμψαντα
πάση τη οικουμένη” τον ζηλωτήν του Δεσπότου, και συμπαθή φιλόπτωχον’
τον εν πολλοίς και πολλάκις κινδύνοις χαλεποίς, των θεσσαλονικέων
προιστάμενον’ ου και την ετήσιον μνήμην γεραίροντες, δοξάζομεν Χριστόν
τον θεόν, τον ενεργούντα δι’ αυτού πάσι τα ιάματα.

πηγη

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου κ. Ιεροθέου

Θρησκευτική και εκκλησιαστική παιδεία


Το Συνέδριο αυτό που γίνεται προς τους Καθηγητάς Θεολόγους της Περιφερείας μας, με την ευκαιρία της εορτής των Τριών Ιεραρχών και με θέμα «Το μάθημα των Θρησκευτικών στην Εκπαίδευση σήμερα και αύριο» πιστεύω ότι θα αποτελέση σταθμό στα σύγχρονα γεγονότα, διότι πάνω στο θέμα αυτό γίνεται σοβαρός προβληματισμός από πολλούς ανθρώπους. Η προσπάθεια του εκκλησιαστικού αποχρωματισμού της κοινωνίας μας και ο αγώνας για πολιτιστικό εκσυγχρονισμό έχουν συνέπειες και στο μάθημα των Θρησκευτικών στην Στοιχειώδη και Μέση Εκπαίδευση. Γι' αυτό και οι εισηγήσεις που θα ακουστούν στο Συνέδριο αυτό θα είναι σημαντικές και θα παίξουν σπουδαίο ρόλο στην μετέπειτα εξέλιξη.


Η δική μου εισήγηση είναι γενική και θα έλεγα εισαγωγική και αναφέρεται στο θέμα «θρησκευτική και εκκλησιαστική παιδεία». Κατά την ανάπτυξη αυτού του θέματος θα αποδειχθή ότι άλλο είναι η θρησκευτική και άλλο είναι η εκκλησιαστική παιδεία και αγωγή.

1. Θρησκεία και Εκκλησία

Από μια γενική άποψη όλες οι οργανωμένες ομάδες ανθρώπων που έχουν έντονα θρησκευτικά βιώματα και μεταφυσικές αναζητήσεις καλούνται Θρησκείες. Επομένως, με μια γενική έννοια και ο Χριστιανισμός μπορεί να ονομασθή Θρησκεία. Όμως αν δούμε το πράγμα αυτό από λεπτότερη προοπτική, θα διαπιστώσουμε ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ Θρησκείας και Εκκλησίας. Θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε τις διαφορές σε πέντε συγκεκριμένα σημεία.

α) Η Θρησκεία φροντίζει να οδηγήση τον άνθρωπο στον Θεό, να λύση δηλαδή τις εσωτερικές και κοινωνικές του ανασφάλειες. Το υπόβαθρο αυτής της άποψης είναι ότι ο Θεός είναι μια ανώτερη δύναμη που κατοικεί στους ουρανούς και από εκεί διευθύνει τον κόσμο, ότι υπάρχει ένας διαχωριστικός τοίχος μεταξύ της ανώτερης αυτής δύναμης και του ανθρώπου, και επομένως ο άνθρωπος με την βοήθεια της Θρησκείας πρέπει να κάνη τα πάντα για να υπερβή αυτό το τείχος και να φθάση τον Θεό, στην πραγματικότητα να εξιλεωθή.

Η Εκκλησία όμως δεν κάνει λόγο για ένα αφηρημένο Θεό, αλλά για τον Τριαδικό Θεό, ο Οποίος αγάπησε τον κόσμο και ενδιαφέρθηκε προσωπικά για την σωτηρία του, αφού ο Πατήρ απέστειλε τον Υιόν Του, ο Υιός δέχθηκε να ενανθρω­πήση και αυτή η ενανθρώπηση έγινε με την ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος. Έτσι, ο Θεάνθρωπος Χριστός, που ενώνει το άκτιστο και το κτιστό στην υπόστασή Του, αφού ο Λόγος έγινε η υπόσταση της ανθρώπινης φύσης, είναι η Κεφαλή μας και εμείς, όταν ζούμε μυστηριακά και ασκητικά στον χώρο της Εκκλησίας, είμαστε τα μέλη Του. Άλλωστε, η λέξη Εκκλησία προέρχεται από το εκκαλέω-ώ, που σημαίνει προσκαλώ κάποιον να εξέλθη. Έτσι, λοιπόν, η Εκκλησία είναι μια πρόσκληση για κοινωνία, μία έξοδος από την αμορφία και ένωση με τον Χριστό, είναι μια οικογένεια εν Χριστώ, ένας κόσμος μέσα στον ευρύτερο κόσμο, και μάλιστα ο δεύτερος αγιάζεται και ευλογείται από τον κόσμο αυτό.

β) Η Θρησκεία είναι δημιούργημα ανθρώπινο, αφού ο άνθρωπος έχει μέσα του την αίσθηση του χαμένου παραδείσου. Πράγματι, ο Αδάμ με την παράβαση του θελήματος του Θεού, δηλαδή με την απώλεια της θεοκοινωνίας, έζησε το τραγικό γεγονός της σκοτίσεως του νου και την έξαψη της λογικής, του ορθού λόγου, βίωσε την έξαψη των παθών και της φαντασίας. Έχοντας σκοτισμένο νου, προσπαθούσε με την λογική, τον ορθό λόγο, αλλά και με την βοήθεια και την ενέργεια των παθών και της φαντασίας να πλάση τον Θεό, ως υποκατάστατο του αληθινού Θεού. Μέσα σε αυτήν την προοπτική αναπτύχθη­καν διάφορες θρησκείες, οι οποίες προσπάθησαν να λύσουν τα τραγικά προβλήματα και τα φοβερά αδιέξοδα που έχουν σχέση με τον πόνο, το κακό που υπάρχει στον κόσμο, την βασανιστική παρουσία του θανάτου. Έτσι, λοιπόν, από το γεγονός ότι η Θρησκεία είναι η φορά του ανθρώπου προς τον Θεό, και ότι αναπτύσσεται μέσα σε μια ανθρωποκεντρική ατμόσφαιρα είναι φυσικό να καλλιεργήται έντονα ο ευδαιμονισμός, η ηδονοκρατία και ο ορθολογισμός.

Η Εκκλησία, όμως, είναι το Σώμα του Χριστού, στην οποία υπάρχει η Αποκάλυψη που δόθηκε από τον Θεό στους αγίους. Η Εκκλησία δεν είναι μια ομάδα πιστών που αναζητούν τον Θεό, αλλά το Σώμα του Χριστού, το οποίο ο Χριστός προσέλαβε από την Παναγία, και στο οποίο εντάσσονται όσοι δέχονται το Βάπτισμα και τα μυστήρια της Εκκλησίας. Υπάρχει, δηλαδή, πραγματική βρώση του Χριστού. Κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο Θεάνθρωπος Χριστός, τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Έτσι, αν η Θρησκεία γενικά είναι η κίνηση του ανθρώπου προς τον Θεό, η Εκκλησία είναι η κίνηση του Θεού προς τον άνθρωπο, δηλαδή είναι εξ αποκαλύψεως αλήθεια. Εντασσόμενος ο άνθρωπος στην Εκκλησία απαλλάσσεται από την ευδαιμονία και τον ηδονισμό, στην πραγματικότητα μεταμορφώνει όλα τα πάθη και ζη την καινή ζωή, χωρίς να απορρίπτει τον κόσμο.

γ) Η Θρησκεία καλλιεργεί έντονα τα θρησκευτικά συναισθήματα, έναν επίπλαστο και εξωτερικό τρόπο ζωής, που δεν αγγίζει τον πυρήνα της υπάρξεως του ανθρώπου. Η λατρεία και η διδασκαλία της θρησκείας αναφέρονται σε μια κοινωνική συμπεριφορά και όχι τόσο στην αλλαγή του τρόπου ζωής του ανθρώπου και την μεταμόρφωση της προσωπικότητός του. Στις Θρησκείες γίνεται λόγος για καθήκοντα στον Θεό και τους ανθρώπους, και όλα κινούνται μέσα σε ένα δεοντολογικό πλαίσιο, εν ονόματι μιας σωτηρίας, η οποία βέβαια υπονοείται, στις περισσότερες περιπτώσεις, ως έξοδος της ψυχής από το σώμα, το οποίο είναι κακό, και ως απόρριψη του υλικού κόσμου, μέσα στον οποίο υπάρχει το κακό.


Η Εκκλησία, όμως, κινείται σε ένα διαφορετικό πλαίσιο, αφού επιδιώκει να οδηγήση τα μέλη της στην θέωση, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η θεωρία του ακτίστου Φωτός στην ανθρώπινη σάρκα του Λόγου. Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν κάνουν λόγο για εξιλέωση του Θεού, αλλά για θέωση του ανθρώπου, και βέβαια αυτό εννοείται ως θέωση ψυχής και σώματος. Για να επιτευχθή αυτή η θέωση, όπως την βλέπουμε στην ζωή των αγίων, απαιτείται άσκηση, η οποία συνίσταται στον ησυχασμό ή στην νηπτική θεολογία. Τα δόγματα της Εκκλησίας προϋποθέτουν αυτόν τον ησυχαστικό τρόπο ζωής, που συνδέεται με την κάθαρση της καρδιάς, τον φωτισμό του νου και την πορεία προς την θέωση. Αυτή η μέθοδος φαίνεται σε πολλά κείμενα της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας, θα αρκεστώ, όμως, στην παρουσίαση ενός στίχου από τον ύμνο του Συμεών του Νέου Θεολόγου, που λέγεται κατά την προετοιμασία για την μετάληψη του Σώματος και του Αίματος του Χριστού: «και καθαίρεις και λαμπρύνεις και φωτός ποιείς μετόχους...». Επομένως, η Εκκλησία δεν κινείται σε ένα συναισθηματικό χώρο και ένα νομικιστικό πλαίσιο, αλλά σε θεραπευτικό, αφού θεραπεύει τον άνθρωπο για να φθάση στον Θεό.

δ) Συνέχεια και συνέπεια των προηγουμένων είναι ότι η Θρησκεία προσπαθεί να θεραπεύση τις ενοχές που έχει ο άνθρωπος έναντι του Θεού. Το ανθρώπινο «εγώ» αισθάνεται πολύ τεταπεινωμένο, μειωμένο, μειονεκτικό και ανασφαλές έναντι του θείου «Συ», πράγμα το οποίο αυξάνει τις ενοχές. Ο λάτρης διαφόρων θρησκειών στέκεται εκστατικός μπροστά στο μεγαλείο του Θεού και την μικρότητά του. Έτσι, υπάρχει έντονη διαλεκτική αντίθεση μεταξύ Θεού και ανθρώπου.

Στην Εκκλησία όμως δεν αγωνιζόμαστε να θεραπεύσουμε τις ένοχες μας, αλλά να βιώσουμε την αγάπη του Θεού στην προσωπική μας ζωή. Δεν κάνουμε λόγο για ενοχές, αλλά για τύψεις και πνευματικές ασθένειες που πρέπει να θεραπευθούν. Υπάρχει δε τεράστια διαφορά μεταξύ ενοχής και τύψης. Η ενοχή τίθεται σε νομικιστικά πλαίσια, προϋποθέτει την παράβαση του νόμου και την οργή του Θεού, που ζητά τιμωρία του ενόχου, υπονοεί την βαθυτάτη αίσθηση ότι ο άνθρωπος είναι ένοχος θανάτου έναντι του Θεού. Οι τύψεις όμως ερμηνεύονται διαφορετικά, αφού αισθανόμαστε ότι με δική μας αστοχία, και με προσωπικές εσφαλμένες κινήσεις χάσαμε την κοινωνία με τον Θεό, αισθανόμαστε τύψεις έναντι της μεγάλης αγάπης του Θεού, που την έδειξε πλουσιοπάροχα τόσο κατά την δημιουργία, όσο και κατά την αναδημιουργία μας, όπως και σε διάφορες φάσεις της προσωπικής μας ζωής. Έχοντας, λοιπόν, τύψεις ότι απομακρυνθήκαμε από έναν Θεό αγάπης, ο οποίος εξακολουθεί να μας αγαπά, αγωνιζόμαστε με την Χάρη Του να θεραπευθούμε, ώστε να βιώσουμε την φιλανθρωπία Του.

ε) Η Θρησκεία αποτελείται από άτομα, τα οποία όλα μαζί αποτελούν την μάζα, την οργάνωση, την ομάδα. Το άτομο δεν διακρίνεται από αγάπη, δεν εκφράζει την ελευθερία και δεν εκδηλώνει την ιδιαιτερότητά του. Στην μάζα, επίσης, επικρατούν ανταγωνισμοί, φανατισμοί και επιθετικότητες, είναι χαρακτηριστικό αυτό που λέγει ο Γκάρι Μπέκερ, κάτοχος του Νόμπελ Οικονομικών: «ο ανταγωνισμός είναι καλός για την Θρησκεία, όπως ακριβώς και για τα άλλα εμπορεύματα, διότι μ' αυτό τον τρόπο οι θρησκευτικές οργανώσεις μαθαίνουν πώς να ικανοποιούν καλύτερα τις ανάγκες των μελών τους από ό,τι όταν έχουν μονοπωλιακή θέση»1. Αυτό μπορεί να το δη κανείς σε όλα τα επίπεδα. Στην λατρεία εξαφανίζεται ο λάτρης κάτω από την συναισθηματική φόρτιση της μουσικής, παύει δε να λειτουργή η λογική. Στην προσπάθεια να εξιλεωθή απορρίπτει προσωπικά του πράγματα, αντιμετωπίζοντάς τα μανιχαϊκά. Η Θρησκεία για να συγκροτηθή σε οργανωμένες ομάδες θυσιάζει την ελευθερία του ανθρώπου και «μπλοκάρει» τους οπαδούς σε μαζικά συστήματα, σε φυλακές τρομακτικές. Χρησιμοποιούνται δε διάφορα μέσα και τρόποι που μετατρέπουν τον άνθρωπο σε αντικείμενο το οποίο πρέπει να θυσιασθή για το εμπόρευμα και την αγορά.

Στην Εκκλησία, όμως, αφού αυτή λειτουργεί ως κοινωνία και αληθινή οικογένεια, ο άνθρωπος από άτομο γίνεται πρόσωπο, διότι αισθάνεται την αγάπη του Θεού και του ανθρώπου, προσφέρει αγάπη στον Θεό και τον άνθρωπο, διατηρεί την ελευθερία του, δεν απορρίπτει τίποτε ως κακό, μόνο ζη την άσκηση ως υπέρβαση της αναγκαιότητος του ενστίκτου και της βιολογικής ζωής, δεν υποτάσσεται σε σκοπιμότητες, ούτε μπορούν να εξασκηθούν πιέσεις πάνω σε αυτόν.

Υπάρχουν και άλλες διαφορές. Θα ήθελα όμως να επιμείνω μόνο σε αυτές τις πέντε και να προσθέσω ότι όπου λειτουργεί και η Εκκλησία ως Θρησκεία και όπου η Εκκλησία διακατέχεται από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Θρησκείας και αποβάλλει τα δικά της, τότε χάνει τον προσανατολισμό της. Όπως έχουμε αληθινές και αποτυχημένες οικογένειες, όπως υπάρχει υγιές και άρρωστο σώμα, το ίδιο μπορεί να υπάρχη και μια Εκκλησία με τα αρρωστημένα γνωρίσματα της Θρησκείας. Το γεγονός είναι ότι ο άνθρωπος με την πτώση του περιέπεσε σε μια θρησκευτική κατάσταση ή θα έλεγα καλύτερα σε μια θρησκειοποίηση της ζωής, που συνδέεται και με την ειδωλοποίηση, ενώ με την πνευματική του ανάσταση και αναγέννηση περνά από την θρησκειοποίηση στην εκκλησιοποίηση.

Η διαφορά μεταξύ Θρησκείας και Εκκλησίας φαίνεται καθαρά στην διάκριση μεταξύ του θρησκειοποιημένου Χριστιανισμού της Δύσεως και της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Στην Δύση βιώθηκε το φαινόμενο της θρησκειοποίησης του Χριστιανισμού, ενώ στην Ανατολή ζούμε την εκκλησιοποίηση της Θρησκείας. Βέβαια, όπως λέγαμε και προηγουμένως, είναι δυνατόν και μερικές Ορθόδοξες Εκκλησίες, να διακρίνονται από μερικά σημεία του θρησκειοποιημένου Χριστιανισμού, αλλά πρέπει να παρατηρηθή ότι στην Δύση η θρησκειοποίηση της Χριστιανικής ζωής είναι θεσμοθετημένη, ενώ η θρησκειοποίηση της Εκκλησίας στην Ανατολή λειτουργεί μέσα στο πλαίσιο και την ατμόσφαιρα της εκκοσμίκευσης. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία υπάρχει υγιής διδασκαλία και κυρίως έντονη ησυχαστική και νηπτική ζωή, η οποία μπορεί να αποβάλη τυχόν θρησκειοποιημένες καταστάσεις, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο στην Δύση, αφού η θεολογία έχει οριοθετηθή και στεγανοποιηθή.


Πράγματι, υπάρχει διαφορά μεταξύ δυτικής και ορθόδοξης θεολογίας. Η δυτική θεολογία δίνει προτεραιότητα στην ουσία, και υποτάσσει το πρόσωπο σε αυτήν, όπως αποδεικνύει το δόγμα του Filioque, ενώ η Ορθόδοξη θεολογία δίνει μεγάλη σημασία στο πρόσωπο, που το βλέπει μέσα από σωστή οντολογία και όχι μέσα από το πρίσμα ενός αφηρημένου περσοναλισμού. Στην Δύση ως κριτήριο πάντων ενεργεί ο ορθολογισμός, αφού γίνεται λόγος για ορθολογική γνωσιολογία, ενώ στην Ανατολή καλλιεργείται έντονα ο αποφατισμός, όχι βέβαια με την έννοια του αγνωστικισμού, αλλά με την έννοια της προσωπικής εμπειρίας στο βάθος της καρδιάς. Στην Δύση παρατηρείται έντονα η νομική, ποινική και δικανική ηθική, όπως την βλέπουμε στον τρόπο της μετανοίας, ενώ στην Ορθόδοξη Εκκλησία λειτουργεί η ιατρική, ιαματική και θεραπευτική ασκητική. Στην Δύση εκφράζεται ο παπισμός ως σύστημα ή ως ατομοκρατικός τρόπος ζωής (Προτεσταντισμός), ενώ στην Ορθοδοξία λειτουργεί σε όλα τα επίπεδα η συνοδικότητα με την έννοια του ιεραρχικού πολιτεύματος. Στην Δύση γεννήθηκε η μεσαιωνική φεουδαρχία με όλες τις φοβερές συνέπειες, ενώ στην Ρωμηοσύνη αναπτύχθηκε έντονα η πρόνοια, ως συνάρτηση της φιλοθεΐας και της φιλανθρωπίας2.

Επομένως, η διαφορά μεταξύ Εκκλησίας και Θρησκείας δείχνει την διαφορά μεταξύ θρησκευτικής και εκκλησιαστικής παιδείας.

2. Ο Θεάνθρωπος Χριστός και η Θρησκεία

Από όσα είδαμε μέχρι τώρα φαίνεται ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ Θρησκείας και Εκκλησίας. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να παραθέσουμε την άποψη του π. Ιωάννου Ρωμανίδη, που κινείται μέσα στα πατερικά πλαίσια και πιστεύω ότι είναι πρωτότυπη για την εποχή μας. Θα παραθέσω τις βασικές έννοιες του π. Ιωάννου.

Οι Πατριάρχες και οι Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, καθώς επίσης και οι Απόστολοι και Προφήτες της Καινής Διαθήκης, γνωρίζουν καλά ότι η Θρησκεία είναι αρρώστια της ανθρώπινης προσωπικότητας και ότι ο μόνος ιατρός που θεραπεύει την ασθένεια αυτή είναι ο Χριστός, ο Κύριος της δόξης, ο Γιαχβέ. Η ενανθρώπηση του Χριστού και όλο το έργο της θείας Οικονομίας συνίσταται στην ελευθέρωση του ανθρώπου από την νόσο της Θρησκείας.

Όταν κάνουμε λόγο για νόσο της Θρησκείας εννοούμε την κατάσταση κατά την οποία η νοερά ενέργεια του ανθρώπου (νους), η οποία στην φυσική της κατάσταση πρέπει να βρίσκεται στην καρδιά και να προσεύχεται, ταυτίζεται με τον εγκέφαλο. Κατά τους Πατέρας άλλη είναι η νοερά ενέργεια και άλλη είναι η εγκεφαλική ενέργεια. Όταν ο νους βρίσκεται σε φυσική λειτουργία τότε η νοερά ενέργεια ρυθμίζει τα πάθη της πείνας, της δίψας, του ύπνου, του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης, που είναι ο φόβος του θανάτου, ώστε να παραμένουν αδιάβλητα. Έτσι, στην φυσική της κατάσταση η νοερά ενέργεια ρυθμίζει όλον τον οργανισμό του ανθρώπου, οπότε αυτό έχει κοινωνικές συνέπειες.

Στην Θρησκεία ταυτίζεται η νοερά ενέργεια με την ενέργεια του εγκεφάλου που έχει συνέπεια όλα τα νοήματα του εγκεφάλου, που προέρχονται από το περιβάλλον, να γίνονται νοήματα της νοεράς ενέργειας. Αυτό σημαίνει ότι όλες οι εικόνες που έρχονται στον εγκέφαλο από το περιβάλλον διά των αισθήσεων, εισέρχονται στον εγκέφαλο από το περιβάλλον διά των αισθήσεων, εισέρχονται και μέσα στην καρδιά. Τότε η νοερά ενέργεια δεν προσεύχεται, διακατέχεται από τα νοήματα και τις εικόνες του περιβάλλοντος, με αποτέλεσμα ο άνθρωπος να γίνεται δούλος του περιβάλλοντος. Ταυτοχρόνως, όμως, φθάνει στο σημείο να ταυτίση ορισμένα νοήματα που προέρχονται από το περιβάλλον με τον Θεό ή τους θεούς του. Οπότε, ο άνθρωπος, διακατεχόμενος από την ασθένεια της Θρησκείας, λατρεύει τα είδωλα, απομακρυνόμενος από τον πραγματικό Θεό.

Αυτό, όμως, έχει και ανθρωπολογικές συνέπειες. Εφ' όσον η νοερά ενέργεια στην φυσική της κατάσταση, με την αδιάλειπτη προσευχή, ρυθμίζει τα πάθη της πείνας, της δίψας, του ύπνου, του φόβου, του θανάτου, ώστε να παραμένουν αδιάβλητα, είναι επόμενο στην παραφύση κατάστασή της, κατά την οποία σκοτίζεται και ταυτίζεται με την ενέργεια του εγκεφάλου και, φυσικά, γεμίζει από τα νοήματα του περιβάλλοντος, να μη μπορή να ρυθμίση τα πάθη, τα οποία γίνονται διαβλητά και πηγή μεγάλων ανωμαλιών και στο ανθρωπολογικό και το κοινωνιολογικό πεδίο. Έτσι, τα διαβλητά πάθη μαζί με την αδέσποτη και αχαλίνωτη φαντασία δημιουργούν μαγικές θρησκείες, είτε για την χαλιναγώγηση των στοιχείων της φύσεως, είτε για την σωτηρία της ψυχής, που εννοείται ως έξοδός της από την ύλη και αιώνια κατάστασή της σε ευδαιμονία, είτε την απόκτηση της ευδαιμονίας της ψυχής μαζί με σώμα.


Επομένως, ο άσαρκος Λόγος, ο μεγάλης Βουλής Άγγελος στην Παλαιά Διαθήκη, ο σεσαρκωμένος Λόγος στην Καινή Διαθήκη, με την αποκαλυπτική αλήθεια και την μέθοδο που διδάσκει για την βίωση της αλήθειας στα όρια της προσωπικής ζωής, θεραπεύει τον άνθρωπο από την νόσο της Θρησκείας. Όπως αναλύσαμε πιο πάνω η νόσος της Θρησκείας συνίσταται στον σκοτασμό του νου, την ταύτιση της νοεράς ενέργειας με την λογική ενέργεια και την σύγχυση, αλλά και την ταύτιση μεταξύ των κτιστών και ακτίστων ενεργειών, αφού θεοποιείται η κτίση. Με την απώλεια της νοεράς ενεργείας ο άνθρωπος αποδιοργανώνεται πλήρως και δημιουργεί τεράστια προβλήματα και στον κοινωνικό χώρο.

Η θεραπεία της νόσου αυτής συνίσταται στην ενεργοποίηση της νοεράς ενεργείας, η οποία πρέπει να αποκολληθή από τον εγκέφαλο και τα νοήματα που φέρνουν οι αισθήσεις από τον περιβάλλοντα κόσμο σ' αυτόν, και στην αένναη προσευχή που πρέπει να γίνεται μέσα στην καρδιά. Σε αυτήν την κατάσταση ο άνθρωπος κάνει δυο παράλληλες ενέργειες.

Και προσεύχεται με την νοερά ενέργεια στην καρδιά και έχει συνείδηση του κόσμου και του περιβάλλοντος με την λογική ενέργεια. Αυτό το βλέπουμε έντονα σε όλα τα κείμενα του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού. Μέσα από αυτό το πρίσμα ερμηνεύει και την θεία Λειτουργία. Στην Μυσταγωγία του αναλύει διεξοδικά ότι η θεία λειτουργία είναι βίωση των γεγονότων της θείας Οικονομίας, είναι εικόνα και μέθεξη των επουρανίων, της Βασιλείας του Θεού, αλλά οδηγεί και στην απόκτηση της τελείας γνώσεως διά της επιστροφής του νου μέσα στην καρδιά. Ο άγιος Μάξιμος βλέπει την μέθεξη της Βασιλείας του Θεού μέσα από την νηπτική και ησυχαστική μέθοδο.

Όταν ο άνθρωπος θεραπευθή στον ανθρωπολογικό τομέα, αποκτά την ανιδιοτελή αγάπη προς τον Θεό και τους συνανθρώπους του, γίνεται κοινωνικός παράγοντας, ακόμη στέκεται με σεβασμό απέναντι στην δημιουργία, την κτίση. Έτσι, με τον τρόπο αυτό λύνονται όλα τα υπαρξιακά, οντολογικά, κοινωνικά και οικολογικά προβλήματα.

Ο Χριστός ήλθε για να θεραπεύση αυτήν την νοερά ενέργεια, η οποία στην νοσούσα κατάσταση γεννά αρρωστημένες θρησκείες. Η θεραπεία επιτυγχάνεται μέσα στην Εκκλησία με την πείρα και την καθοδήγηση θεουμένων Πατέρων, οπότε ο άνθρωπος φθάνει στο σημείο να αντιληφθή ότι δεν υπάρχει καμμία σχέση μεταξύ ακτίστου Θεού και κτισμάτων, και ότι, όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, «Θεόν φράσαι αδύνατον, νοήσαι δε αδυνατώτερον», δηλαδή δεν μπορεί κανείς να στοχάζεται για τον Θεό4. Ως γνωστόν η Θρησκεία κάνει αυτήν την τρομερή σύγχυση.

Επομένως, μέσα στην Εκκλησία ο άνθρωπος, με την δύναμη του Θεού, απαλλάσσεται από την νόσο της Θρησκείας. Μέσα από το πρίσμα αυτό μπορούμε να κάνουμε λόγο για εκκλησιαστική παιδεία και αγωγή.

3. Θρησκειολογικό και εκκλησιολογικό μάθημα

Γίνεται τον τελευταίο καιρό συζήτηση για το ποιο πρέπει να είναι το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών στην Μέση Εκπαίδευση. Μερικοί επιμένουν ότι το θρησκευτικό μάθημα πρέπει να περιορισθή στο θρησκειολογικό ή κοινωνικό πεδίο με αναφορά στα γενικότερα ουμανιστικά προβλήματα, σύμφωνα με το περιεχόμενο της Ευρωπαϊκής παιδείας, και άλλοι επιμένουν ότι στην χώρα μας, όπου η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η επικρατούσα Θρησκεία και έχει χαρακτηρίσει τον πολιτισμό του τόπου, δεν μπορεί το μάθημα των θρησκευτικών να απομακρυνθή από τα βασικά στοιχεία της ελληνορθοδόξου Παραδόσεως.

Έχω την γνώμη ότι ένα τέτοιο ερώτημα θα αντιμετωπισθή από άλλους εισηγητές και δεν πρέπει να επιμείνω τώρα σε αυτό. Άλλωστε, ο βασικός άξονας της εισηγήσεώς μου είναι να διαγραφή η διαφορά μεταξύ θρησκευτικής και εκκλησιαστικής αγωγής και να δούμε την μεγάλη άξια που έχει η εκκλησιαστική παιδεία αφού η πρώτη συνδέεται με την νοσούσα προσωπικότητα, ενώ η δεύτερη αποβλέπει στην θεραπεία της νοσούσης προσωπικότητος, πράγμα το οποίο έχει και κοινωνικές προεκτάσεις.


Γεγονός, όμως είναι ότι δεν μπορούμε εν ονόματι της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της κοινής πολιτιστικής παράδοσης να απεμπολούμε τα γνήσια και ουσιαστικά στοιχεία της παραδόσεώς μας. Άλλωστε, αυτό δεν το θέλει ούτε και η συνθήκη της Μάαστριχτ. Στο κεφάλαιο για την Παιδεία, την επαγγελματική εκπαίδευση και νεολαία λέγεται: «Η Κοινότητα συμβάλλει στην ανάπτυξη παιδείας υψηλού επιπέδου, ενθαρρύνοντας την συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και, αν αυτό απαιτείται, υποστηρίζοντας και συμπληρώνοντας την δράση τους, σεβομένη ταυτόχρονα πλήρως την αρμοδιότητα των κρατών μελών για το περιεχόμενο της διδασκαλίας και την οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος καθώς και την πολιτιστική και γλωσσική του πολυμορφία»5. Φαίνεται από το άρθρο αυτό ότι η ιδιαιτερότητα κάθε Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και μάλιστα η πολιτιστική και γλωσσική πολυμορφία γίνεται πλήρως σεβαστή.

Επειδή έχω υπ' όψη μου όχι μόνο το θρησκευτικό μάθημα στα Σχολεία, αλλά και την Κατήχηση που γίνεται στην Εκκλησία, θα ήθελα να επισημάνω ότι υπάρχουν τρεις δυνατότητες ως προς τον προσανατολισμό της παιδείας και αγωγής.

α) Ο θρησκειολογικός προσανατολισμός. Δηλαδή, με το θρησκευτικό μάθημα αναλύονται οι διάφορες θρησκείες όσο το δυνατόν αυθεντικότερα και ειλικρινέστερα, δηλαδή κατά τρόπο επιστημονικό. Ένα τέτοιο μάθημα θα γίνεται εγκεφαλικά, θα γεμίση τον εγκέφαλο του ανθρώπου με γνώσεις, πράγμα το οποίο στην αδιαμόρφωτη προσωπικότητα του παιδιού είναι δυνατόν να δημιουργήση μεγάλη σύγχυση, γιατί το μάθημα της θρησκειολογίας δεν έχει την ίδια επίδραση στα παιδιά, που έχουν τα άλλα μαθήματα.

β) Ο θρησκευτικός προσανατολισμός. Μια τέτοια παιδεία θα αναφέρεται στην καλλιέργεια των λεγομένων θρησκευτικών συναισθημάτων, με έντονη ανάπτυξη του ορθολογισμού και του ηθικισμού, όπως τα αναλύσαμε στην προηγούμενη ενότητα. Το θρησκευτικό περιεχόμενο της εκπαιδεύσεως θα αναφέρεται στην δεοντολογία, την καθηκοντολογία, την κοινωνιολογία, που θα στερούνται όμως οντολογίας.

γ) Ο εκκλησιολογικός προσανατολισμός. Η εκκλησιαστική παιδεία και αγωγή, θα οδηγή τον νέο στην Εκκλησία, θα αποβλέπη στην λύση των υπαρξιακών του προβλημάτων, την θεραπεία της προσωπικότητός του, την πορεία του από την ατομικότητα στο πρόσωπο και από την μοναξιά στην προσωπική κοινωνία.

Σαφώς η Εκκλησία στην προσπάθειά της να κατηχήση τα παιδιά πρέπει να ακολουθήση την εκκλησιαστική παιδεία και αγωγή, η οποία οδηγεί τον άνθρωπο στην εκκλησιοποίηση, που είναι η θέωση, ο βαθύτερος σκοπός του ανθρώπου. Πρέπει να μάθη στα παιδιά την Ορθόδοξη θεολογία, τί είναι ο Θεός, πώς αποκαλύπτεται στον άνθρωπο, πώς μπορεί να βιωθή στα όρια της προσωπικής ζωής τί είναι ο άνθρωπος και ποιος είναι ο βαθύτερος σκοπός της υπάρξεώς του, τί είναι η κτίση και πώς απαλλάσσεται αυτή από την φθορά, πώς μπορεί κανείς να ζήση αληθινά μέσα στον χώρο της Εκκλησίας.

Επίσης, τα Σχολεία στην χώρα μας πρέπει να διαπνέονται από αυτήν την εκκλησιαστική παιδεία και αγωγή, όπως εκφράστηκε και βιώθηκε από τον λαό μας, προσλαμβάνοντας όμως και μερικά στοιχεία από την θρησκειολογία και την θρησκευτική ζωή.

Πάντως, πρέπει να απαλλαγούμε και όλοι εμείς που εξασκούμε ποιμαντική στους νέους, είτε στον χώρο της Εκκλησίας, είτε στον χώρο του Σχολείου, από την αντίληψη ότι η εκκλησιαστική παιδεία και αγωγή είναι μια στείρα απολογητική ή ένας στυγνός ηθικισμός, πρέπει ακόμη να ελευθερωθούμε από την έννοια ότι όταν μιλάμε για τον Θεό και την Εκκλησία πρέπει να εξαντλούμαστε σε ωραία λόγια και σε θρησκευτικούς στοχασμούς για εσωτερική κατανάλωση.

Από τα πολλά σημεία τα οποία δείχνουν την ανωτερότητα της παιδείας που έχει εκκλησιολογικό προσανατολισμό θα ήθελα να υπογραμμίσω μερικά, τα οποία πρέπει να έχουμε υπ' όψη μας όταν εξασκούμε εκκλησιαστική παιδεία.

Πρώτον. Η Εκκλησία είναι μια κοινότητα, ένωση ανθρώπων και Θεού, είναι μια οικογένεια, μέσα στην οποία λύονται όλα τα προβλήματα, οντολογικά, υπαρξιακά, κοινωνικά και οικολογικά. Βέβαια, δεν λύονται διά μαγείας, αλλά με τον αγώνα και την εν Χριστώ άσκηση. Η εκκλησιαστική οικογένεια έχει κέντρο την θεία Ευχαριστία, αλλά αγκαλιάζει και όλο τον κοινωνικό βίο.

Δεύτερον. Η Ορθόδοξη θεολογία δεν είναι στοχαστική και σχολαστική, αλλά εσωτερική και ταυτόχρονα κοινωνική. Ο διάλογος που έγινε μεταξύ του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και του Σχολαστικού Βαρλαάμ απέδειξε ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας χρησιμοποιούσαν διαφορετική μεθοδολογία για τον Θεό και για τα κτιστά πράγματα, ενώ οι σχολαστικοί είχαν ενιαία μεθοδολογία για τις δυο αυτές πραγματικότητες. Το έργο της Ορθοδόξου θεολογίας είναι πολύ μοντέρνο και αποδοτικό.
 

Τρίτον. Η Εκκλησία δεν κινείται έξω από την κοινωνία, δεν βρίσκεται έξω από τον κόσμο, αλλά είναι ο κατ' εξοχήν κόσμος του κόσμου. Τα μέλη της Εκκλησίας δεν αποδεσμεύονται από το λεγόμενο κοινωνικό γίγνεσθαι. Τα συναξάρια των αγίων αποδεικνύουν ότι οι πραγματικοί Χριστιανοί ενδιαφέρονται και για τα κοινωνικά προβλήματα. Η Εκκλησία εξασκεί την πραγματική πολιτική, αφού αυτή ενδιαφέρεται κυρίως για την πόλη, και την μεταμόρφωση της επιγείας και την βίωση της επουρανίας πολιτείας.

Ο άγιος Συμεών ο Θεσσαλονίκης ήταν γνήσιος ησυχαστής, αλλά ταυτόχρονα ενδιαφέρθηκε πραγματικά και ρεαλιστικά και για την σωτηρία της Θεσσαλονίκης.

Τέταρτον. Η Εκκλησία παρήγαγε και ένα τέλειο πολιτισμό, όπως εκφράζεται στην αγιογραφία, την μουσική, την αρχιτεκτονική κ.λπ., που προσελκύει την προσοχή των συγχρόνων ανθρώπων. Γιατί, οι αγιασμένοι άνθρωποι μπορούν να αγιογραφούν να ψάλλουν, να κατασκευάζουν Ναούς κ.λπ. αγιασμένα και θεραπευμένα, μπορούν να αγιάζουν τον κόσμο.

Πέμπτον. Οι άγιοι, που είναι τα ζωντανά μέλη της Εκκλησίας αισθάνονται στενή και ουσιαστική σχέση με την κτίση. Μέσα στην κτίση, ακριβώς επειδή διαθέτουν καθαρό νου, βλέπουν τους λόγους των όντων, αισθάνονται τον αναστεναγμό της κτίσεως και την οδύνη της και με την δική τους αναγέννηση συντελούν στην ελευθερία της από τη φθορά. Οι άγιοι, με τον τρόπο τους, αποκαθιστούν την αταξία που υπάρχει στην κτίση, λόγω της αποστασίας του ανθρώπου, και συντελούν στην επικράτηση της δικαιοσύνης.

Έκτον. Η Εκκλησία διαπαιδαγωγεί τα μέλη της στο να βλέπουν την παρούσα ζωή μέσα από την εσχατολογική προοπτική. Ούτε απομονώνει τον παρόντα κόσμο από το έσχατο, ούτε αποβλέπει απλώς στο έσχατο παραβλέποντας την παρούσα ζωή. Άλλωστε, μια κοινωνικότητα έξω από την εσχατολογική προοπτική συνιστά την εκκοσμίκευση.

Όλα αυτά είναι ανάγκη να τα διδάσκουμε στα παιδιά με μεθοδικότητα, με προσωπική πίστη, με παραδείγματα από τους βίους των αγίων και μάλιστα μέσα στους χώρους της ζωής που είναι η λατρεία, ιδιαιτέρως η θεία Λειτουργία, όπου δεν αφαιρείται ο λόγος χάρη ενός θρησκευτικού συναισθήματος, ούτε απομονώνονται τα υλικά αγαθά χάρη μιας μανιχαϊκής θεωρήσεως της σωτηρίας, ούτε ακόμη αποδεσμευόμαστε από ένα τμήμα του χρόνου, αλλά ζούμε στο παρόν την οικονομία του παρελθόντος και την εσχατολογία του μέλλοντος.

Συμπέρασμα

Ο σύγχρονος άνθρωπος, ιδιαιτέρως ο σύγχρονος νέος, χρειάζεται την εκκλησιαστική παιδεία και αγωγή. Γιατί μια θρησκευτική αγωγή έχει κουράσει τους ανθρώπους, αφού τους οδηγεί κατ' ευθείαν στον αγνωστικισμό που αφήνει τον άνθρωπο αλύτρωτο και βασανισμένο.

Κάποιος μου είπε: «Αν ο Θεός δεν ήταν Αυτός που διδάσκει η Εκκλησία διά των αγίων, τότε θα ήταν καλύτερα να ήμουν άθεος». Είναι φοβερός ο λόγος αυτός, δείχνει, όμως, ότι μια θρησκευτική παιδεία δεν σώζει τον άνθρωπο, αλλά δημιουργεί ψευδαισθήσεις σωτηρίας που επιτείνουν το πρόβλημα και την αγωνία.

Επομένως, όλοι μας καλούμαστε να εκκλησιοποιηθούμε και να βοηθούμε όσους επιδιώκουν την εκκλησιοποίησή τους, χρησιμοποιώντας εκκλησιαστική παιδεία και αγωγή.


* Εισήγηση στο Θεολογικό Συνέδριο της Ιεράς Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου στο Συνεδριακό Κέντρο της Ι. Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου την 1-2-1997.


* 1. Ελευθεροτυπία 5-2-1996.
* 2. Βλ. Μάριος Μπέγζος, Η μεταφυσική της ουσιοκρατίας στον Μεσαίωνα και η εκκοσμίκευση, φιλοσοφική κριτική στην Θρησκεία της Ευρώπης, Αθήνα 1989, σελ. 139-162.
* 3. Ιωάννου Ρωμανίδου, Η Θρησκεία είναι νευροβιολογική ασθένεια, η δε Ορθοδοξία η θεραπεία της, αδημοσίευτο κείμενο.
* 4. Ένθ.αν.
* 5. Συνθήκη Μάαστριχτ έτους 1992, κεφάλαιο 3, άρθρο 126.

«ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ»
ΔΙΜΗΝΙΑΙΟΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΝ ΚΑΙ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΝ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΝ
ΟΡΓΑΝΟΝ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ


ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ


ΕΤΟΣ 80 ΤΕΥΧΟΣ 767 ΜΑΡΤΙΟΣ-ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1997


Πηγή : http://www.impantokratoros.gr
http://agapi-pisti-elpida.pblogs.gr/

ΠΕΡΙ ΛΟΓΙΣΜΩΝ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ......


Ο άνθρωπος έχει τέτοιες δυνάμεις, ώστε να μπορεί να μεταδώσει το καλό ή το κακό στο περιβάλλον του. Αυτά τα θέματα είναι πολύ λεπτά. Χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Πρέπει να βλέπομε το καθετί με αγαθό τρόπο. Τίποτα το κακό να μη σκεπτόμαστε για τους άλλους. Κι ένα βλέμμα κι ένας στεναγμός επιδρά στους συνανθρώπους μας. Και η ελάχιστη αγανάκτηση κάνει κακό. Να έχομε μέσα στην ψυχή μας αγαθότητα κι αγάπη· αυτά να μεταδίδομε.

Να προσέχομε να μην αγανακτούμε για τους ανθρώπους που μας βλάπτουν· μόνο να προσευχόμαστε γι’ αυτούς με αγάπη. Ό,τι κι αν κάνει ο συνάνθρωπος μας, ποτέ να μη σκεπτόμαστε κακό γι’ αυτόν. Πάντοτε να ευχόμαστε αγαπητικά. Πάντοτε να σκεπτόμαστε το καλό.

Δεν πρέπει ποτέ να σκεπτόμαστε για τον άλλο ότι θα του δώσει ο Θεός κάποιο κακό ή ότι θα τον τιμωρήσει για το αμάρτημά του. Αυτός ο λογισμός φέρνει πολύ μεγάλο κακό, χωρίς εμείς να το αντιλαμβανόμαστε. Πολλές φορές αγανακτούμε και λέμε στον άλλο: «Δεν φοβάσαι τη δικαιοσύνη του Θεού, δεν φοβάσαι μη σε τιμωρήσει;». Άλλη φορά πάλι λέμε: «Ο Θεός δεν μπορεί θα σε τιμωρήσει γι’ αυτό που έκανες» ή «Θεέ μου, μην κάνεις κακό σ’ αυτόν τον άνθρωπο γι’ αυτό που μου έκανε» ή «Να μην πάθει αυτό το πράγμα ο τάδε».
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, έχομε βαθιά μέσα μας την επιθυμία να τιμωρηθεί ο άλλος. Αντί, όμως να ομολογήσομε το θυμό μας για το σφάλμα του, παρουσιάζομε με άλλον τρόπο την αγανάκτησή μας και, δήθεν, παρακαλούμε τον Θεό γι’ αυτόν. Έτσι, όμως, στην πραγματικότητα καταριόμαστε τον αδελφό.
Κι αν, αντί να προσευχόμαστε, λέμε, «να το βρεις απ’ τον Θεό, να σε πληρώσει ο Θεός για το κακό που μου έκανες», και τότε πάλι ευχόμαστε να τον τιμωρήσει ο Θεός. Ακόμη και όταν λέμε, «ας είναι βλέπει ο Θεός», η διάθεση της ψυχής μας ενεργεί κατά ένα μυστηριώδη τρόπο, επηρεάζει την ψυχή του συνανθρώπου μας και αυτός παθαίνει κακό.


Όταν κακομελετάμε, κάποια κακή δύναμη βλαίνει από μέσα μας και μεταδίδεται στον άλλο, όπως μεταφέρεται η φωνή με τα ηχητικά κύματα, και όντως ο άλλος παθαίνει κακό. Γίνεται κάτι σαν βασκανία, όταν ο άνθρωπος έχει για τους άλλους κακούς λογισμούς. Αυτό γίνεται απ’ τη δική μας αγανάκτηση. Εμείς μεταδίδομε μυστικώ τω τρόπω την κακία μας. Δεν προκαλεί ο Θεός το κακό αλλά η κακία των ανθρώπων. Δεν τιμωρεί ο Θεός, αλλά η δική μας κακή διάθεση μεταδίδεται στην ψυχή του άλλου μυστηριωδώς και κάνει το κακό. Ο Χριστός ποτέ δεν θέλει το κακό. Αντίθετα παραγγέλλει: «Ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς …».
Η βασκανία είναι πολύ άσχημο πράγμα. Είναι η κακή επίδραση που γίνεται όταν κανείς ζηλέψει κι ορεχθεί κάτι ή κάποιον. Θέλει μεγάλη προσοχή. Η ζήλεια κάνει πολύ κακό στον άλλο. Αυτός που βασκαίνει δεν το βάζει καν στο νου του ότι κάνει κακό. Είδατε τι λέει και η Παλαιά Διαθήκη: «Βασκανία γαρ φαυλότητος αμαυροί τα καλά».

Όταν όμως ο άλλος είναι άνθρωπος του Θεού και εξομολογείται και μεταλαμβάνει και έχει πάνω του τον Σταυρό, δεν τον πιάνει τίποτα. Όλοι οι δαίμονες να πέσουν πάνω του δεν καταφέρνουν τίποτα.
Μέσα μας υπάρχει ένα μέρος της ψυχής που λέγεται «ηθικολόγος». Αυτός ο «ηθικολόγος» όταν βλέπει κάποιον να παρεκτρέπεται, επαναστατεί, ενώ πολλές φορές }449} αυτός που κρίνει έχει κάνει την ίδια παρεκτροπή. Δεν τα βάζει όμως με τον εαυτό του αλλά με τον άλλο. Κι αυτό δεν το θέλει ο Θεός. … Λέμε παραδείγματος χάριν: «Έπρεπε να κάνεις αυτό· δεν το έκανες, να τι έπαθες!». Στην πραγματικότητα, επιθυμούμε να πάθει ο άλλος κακό. Όταν σκεπτόμαστε το κακό, τότε μπορεί πράγματι να συμβεί. Κατά ένα μυστηριώδη και αφανή τρόπο μειώνομε στον άλλο τη δύναμη να πάει στο αγαθό, του κάνομε κακό. Μπορεί να γίνομε αιτία ν’ αρρωστήσει, να χάσει τη δουλειά του, την περιουσία του κ.λπ. Μ’ αυτό τον τρόπο δεν κάνομε κακό μόνο στον πλησίον μας αλλά και στον εαυτό  μας, γιατί απομακρυνόμαστε απ’ την χάρι του Θεού. Και τότε προσευχόμεθα και δεν εισακουόμεθα. «Αιτούμεν και ου λαμβάνομεν». Γιατί; Το σκεφθήκαμε ποτέ αυτό; «Διότι κακώς αιτούμεθα». Πρέπει να βρούμε τρόπο να θεραπεύσομε την τάση που υπάρχει μέσα μας να αισθανόμαστε και να σκεπτόμαστε με κακία για τον άλλο.

Είναι δυνατόν να πει κάποιος, «έτσι που φέρεται ο τάδε θα τιμωρηθεί απ’ τον Θεό», και να νομίζει ότι το λέει χωρίς κακία. Είναι, όμως, πολύ λεπτό πράγμα να διακρίνει κανείς αν έχει ή δεν έχει κακία. Δεν φαίνεται καθαρά. Είναι πολύ μυστικό πράγμα τι κρύβει η ψυχή μας και πώς αυτό μπορεί να επιδράσει σε πρόσωπα και πράγματα.


Δεν συμβαίνει το ίδιο αν πούμε μετά φόβου ότι ο άλλος δεν ζει καλά και να προσευχόμαστε να τον βοηθήσει ο Θεός και να του δώσει μετάνοια· δηλαδή ούτε λέμε, ούτε κατά βάθος επιθυμούμε να τον τιμωρήσει ο Θεός γι’ αυτό που κάνει. Τότε όχι μόνο δεν κάνομε στον πλησίον κακό, αλλά του κάνομε και καλό. Όταν εύχεται κανείς για τον πλησίον του, μια καλή δύναμη βγαίνει απ’ αυτόν και πηγαίνει στον αδελφό και τον θεραπεύει και τον δυναμώνει και τον ζωογονεί. Μυστήριο πως φεύγει από μας αυτή η δύναμη. Όμως πράγματι αυτός που έχει μέσα του το καλό στέλνει την καλή αυτή δύναμη στους άλλους μυστικά και απαλά. Στέλνει στον πλησίον του φως, που δημιουργεί έναν κύκλο προστασίας γύρω του και τον προφυλάσσει απ’ το κακό. Όταν έχομε για τον άλλο αγαθή διάθεση και προσευχόμαστε, θεραπεύομε τον αδελφό και τον βοηθάμε να πάει προς τον Θεό.

Υπάρχει μία ζωή αόρατη, η ζωή της ψυχής. Αυτή είναι πολύ ισχυρή και μπορεί να επιδράσει στον άλλον, έστω κι αν μας χωρίζουν χιλιόμετρα. Αυτό γίνεται και με την κατάρα, η οποία είναι δύναμη που ενεργεί το κακό. Αν, όμως, πάλι με αγάπη προσευχηθούμε για κάποιον, όση απόσταση κι αν μας χωρίζει, μεταδίδεται το καλό. Άρα και το καλό και το κακό δεν τα επηρεάζουν οι αποστάσεις. Μπορούμε να τα στείλομε σε αποστάσεις απέραντες. … Ο θρούς της ψυχής μας φθάνει μυστηριωδώς κι επηρεάζει }451} τον άλλον, έστω κι αν δεν εκφράσομε ούτε μια λέξη. Και χωρίς να μιλήσομε, μπορεί να μεταδώσομε το καλό ή το κακό, όση κι αν είναι η απόσταση που μας χωρίζει απ’ τον πλησίον. Αυτό που δεν εκφράζεται έχει συνήθως περισσότερη δύναμη απ’ τα λόγια.

Η κακή δύναμη δεν έχει φραγμούς, δεν εμποδίζεται ούτε από κλειδαριές ούτε από αποστάσεις. Η κακή δύναμη μπορεί και το αυτοκίνητο αν το γκρεμίσει χωρίς να υπάρχει καμιά βλάβη.

Καταλάβατε, λοιπόν πώς οι κακές μας σκέψεις, η κακή μας διάθεση επηρεάζουν τους άλλους; Γι’ αυτό πρέπει να βρούμε και τον τρόπο να καθαρίσομε το βάθος του εαυτού μας από κάθε κακία. Όταν η ψυχή μας είναι αγιασμένη, ακτινοβολεί το καλό. Στέλνομε τότε σιωπηλά την αγάπη μας χωρίς να λέμε λόγια.
Βέβαια αυτό στην αρχή είναι λίγο δύσκολο.

Πρώτα ήταν ανίκανος να κάνει το καλό, (ο απόστολος Παύλος) μετά που ήλθε ο Χριστός μέσα του έγινε ανίκανος να κάνει το κακό. Και φώναζε μάλιστα: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Το έλεγε, το κήρυττε με καύχηση, ότι «έχω τον Χριστό μέσα μου», ενώ πρωτύτερα έλεγε: «Ήθελα να κάνω το καλό, αλλά δεν μπορούσα».

Έτσι θ’ αποσπάσομε την χάρι του Θεού, θα καταστούμε ένθεοι. Άμα δοθούμε κατά κει, άμα δοθούμε στην αγάπη του Χριστού, τότε όλα θα μεταβληθούν, όλα θα μεταστοιχειωθούν, όλα θα μεταποιηθούν, όλα θα μετουσιωθούν. Ο θυμός η οργή, η ζήλεια, ο φθόνος, η αγανάκτηση, η κατάκριση, η αχαριστία, η μελαγχολία, η κατάθλιψη, όλα θα γίνουν αγάπη, χαρά, λαχτάρα, θείος έρως. Παράδεισος! 

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ
ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΙ


http://www.facebook.com/pages/BIOS-KAI-LOGOI-TOU-MAKARISTOU-AGIOU-GERONTA-PORPHYRIOU/140517145972488

Καλημέρα και καλή εβδομάδα!

(κλικ για μεγάλο μέγεθος!)

Καλημέρα και καλή δημιουργική εβδομάδα!

.



Συναξαριστής 29 Νοεμβρίου: Άγιος Παράμονος και οι Τριακόσιοι Εβδομήντα Μάρτυρες που μαρτύρησαν μαζί μ' αυτόν


Άγιος Παράμονος και οι Τριακόσιοι Εβδομήντα Μάρτυρες που μαρτύρησαν μαζί μ' αυτόν 

Κάθε σχεδόν ημέρα του έτους είναι αφιερωμένη από την Εκκλησία και σ' έναν ή και περισσότερους Μάρτυρας της πίστεως. Σήμερα πάλι όχι έναν ούτε δύο, αλλά τριακόσιους ογδονταδύο τόσους Μάρτυρας τιμά και γιορτάζει η Εκκλησία. ’λλων τα ονόματα είναι γνωστά και άλλων άγνωστα κι όπως είναι φυσικό, το πλήθος των ανωνύμων Μαρτύρων είναι πάντα το μεγαλύτερο. Ο Απόστολος του Χριστού το ονομάζει "νέφος" και πράγματι σύννεφο ολόκληρο είν' εκείνοι, που έγραψαν με το αίμα τους την ιστορία της νίκης της Εκκλησίας. Όλους αυτούς τους γενναίους αθλητάς οι χριστιανοί τους τιμούν, όπως λέει ένας από τους αρχαίους Πατέρες της Εκκλησίας, "ουχ ως θεοίς προσιόντες, αλλ΄ως θείοις ανθρώποις αντιβολούντες, και γενέσθαι πρεσβευτάς υπέρ σφων παρακαλούντες". Δεν προσκυνούμε για θεούς τους αγίους Μάρτυρες, μα τους παρακαλούμε να γίνουν πρέσβεις στο Θεό για τη σωτηρία μας.


Βιογραφία
Ο Άγιος Παράμονος μαρτύρησε μαζί με άλλους 370 χριστιανούς στα μέσα του 3ου μ.Χ. αιώνα, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Δέκιος, που είχε κάνει πολλούς φόνους χριστιανών. Τότε λοιπόν, κοντά στον ποταμό Τίγρη υπήρχαν ιαματικά λουτρά. Στα λουτρά αυτά είχε πάει και ένας φανατικός λάτρης των ειδώλων, ο άρχων Ακυλίνος. Όταν έκανε θυσίες στο ναό της Ίσιδος, έδωσε διαταγή να συμμετέχουν σ' αυτές ο Παράμονος και άλλοι 370 χριστιανοί, που είχαν συλληφθεί και τους κρατούσαν φυλακισμένους. Όλοι όμως αρνήθηκαν. Και ενώ γίνονταν οι ειδωλολατρικές θυσίες, οι πιστοί του Χριστού έψαλλαν «ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς» (Προς Εφεσίους, ε' 19) στο Σωτήρα τους. Ο Ακυλίνος, εξαγριωμένος από τη στάση τους, διέταξε να τους σκοτώσουν. Όρμησαν εναντίον τους οι στρατιώτες, και κτυπώντας τους με τις λόγχες, καταξέσχισαν τα σώματα τους. Έτσι, μαρτυρικά και ένδοξα παρέδωσαν όλοι τη γενναία ψυχή τους στο στεφανοδότη Χριστό.



.

Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

Καλημέρα!

(κλικ στην εικόνα για μεγάλο μέγεθος)

Καλημέρα, καλή Κυριακή!

.

Συναξαριστής 28 Νοεμβρίου: Όσιος Στέφανος ο Ομολογητής, ο Νέος


Όσιος Στέφανος ο Ομολογητής, ο Νέος

Βιογραφία
Ο Όσιος Στέφανος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και οι ευσεβείς γονείς του Ιωάννης και Άννα τον ανέθρεψαν κατά τον καλύτερο χριστιανικό τρόπο. Όταν μεγάλωσε, μορφώθηκε αρκετά και αργότερα αναδείχθηκε ηγούμενος στο περίφημο όρος του Αγίου Αυξεντίου.

Όταν ξέσπασε ο πόλεμος εναντίον των αγίων εικόνων, όχι μόνο δε συμμορφώθηκε με τις αυτοκρατορικές διαταγές, αλλά και χαρακτήρισε αιρετικούς τους εικονομάχους βασιλείς. Καταγγέλθηκε στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον Κοπρώνυμο, ο όποιος ήλπιζε με την προσωπική του επιβολή, όταν τον έφερνε μπροστά του, να δαμάσει το φρόνημα του Στεφάνου. Συνέβη όμως το αντίθετο. Ο Στέφανος, από τους ανθρώπους με «πολλὴν παῤῥησία ἐν πίστει τὴν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Α' προς Τιμόθεον, γ' 13), δηλαδή με πολλή παρρησία και θάρρος στο να διακηρύττει την πίστη που ομολογούν όσοι είναι σε κοινωνία με τον Ιησού Χριστό, ήλεγξε αυστηρά κατά πρόσωπο τον Κοπρώνυμο. Αυτός τότε τον έκλεισε στη φυλακή και μετά από μέρες διέταξε να τον θανατώσουν.

Αφού, λοιπόν, τον έβγαλαν από την φυλακή, άρχισαν να τον λιθοβολούν και να τον κτυπούν με βαρεία ρόπαλα. Ένα ισχυρό κτύπημα στο κεφάλι έδωσε τέλος στη ζωή του Στεφάνου (το 767 μ.Χ.). Κατόπιν το σώμα του το έριξαν στη θάλασσα, αλλά ευλαβείς χριστιανοί που το βρήκαν όταν τα κύματα το έφεραν στην παραλία, το έθαψαν με την αρμόζουσα τιμή.


http://www.saint.gr/

.

Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010

- Γέροντα, μερικοί λένε: « Ότι είναι γραμμένο από τον Θεό, αυτό θα γίνη. Τι να μας απασχολή; » .


- Γέροντα, μερικοί λένε: « Ότι είναι γραμμένο από τον Θεό, αυτό θα γίνη. Τι να μας απασχολή; » .

- Ναι, το λένε, αλλά δεν είναι έτσι βρε παιδάκι μου! Και εγώ ακούω μερικούς να λένε: « Οι Εβραίοι δεν είναι τόσο κουτοί να προδοθούν με το 666, αφού το λέει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στην Αποκάλυψη. Αν ήταν, θα το έκαναν με πιο έξυπνο τρόπο , πιο κρυφά » . Ε, καλά οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι δεν ήξεραν την Παλιά Διαθήκη; Ο Άννας και ο Καϊάφας δεν ήξεραν καλύτερα από όλους ότι έγραφε πώς για « τριάκοντα αργύρια » θα προδώσουν τον Χριστό;
Γιατί δεν ζητούσαν τριάντα ένα ή είκοσι εννέα αργύρια και ζήτησαν « τριάκοντα » ; Αλλά ήταν τυφλωμένοι .

Ήξερε ο Θεός ότι έτσι θα γίνουν. Ο Θεός προγνωρίζει, δεν προορίζει - μόνον οι Τούρκοι πιστεύουν στο γραμμένο, στο κισμέτ. Ο Θεός γνωρίζει ότι αυτό θα γίνη έτσι, και ο άνθρωπος το κάνει από χαζομάρα. Δεν είναι ότι ο Θεός έβγαλε μια διαταγή , αλλά βλέπει την κακία των ανθρώπων πού θα φθάση και ότι η γνώμη τους δεν θα αλλάξη. Όχι ότι τα κανόνισε έτσι ο Θεός.

Άλλοι ασχολούνται με προφητείες και κάνουν δικές τους ερμηνείες! Δεν λένε τουλάχιστον « έτσι μου λέει ο λογισμός », αλλά « έτσι είναι » , και λένε ένα σωρό δικές τους θεωρίες.

Μερικοί πάλι τα ερμηνεύουν όπως θέλουν , για να δικαιολογήσουν τα πάθη τους. Όπως αυτό που αναφέρει ο Άγιος Κύριλλος , « καλύτερα να μη συμβούν τα σημεία του Αντιχρίστου στην εποχή μας », ο άλλος που θέλει να δικαιολογήση τον εαυτό του , την δειλία του, λέει: « Α, βλέπεις ; Ο Άγιος Κύριλλος φοβήθηκε μήπως αρνηθή. Εγώ είμαι ανώτερος από τον Άγιο Κύριλλο; Επομένως και αν αρνηθώ τον Χριστό, δεν είναι τίποτε… » ! Ενώ ο Άγιος λέει να μη συμβούν, για να μη δουν τα μάτια του τον Αντίχριστο, όχι ότι φοβόταν. Βλέπεις ο διάβολος τι κάνει;


Δυστυχώς , και πάλι ορισμένοι « Γνωστικοί » φασκιώνουν τα πνευματικά τους τέκνα σαν τα μωρά, δήθεν για να μη στενοχωριούνται. « Δεν πειράζει αυτό. Δεν είναι τίποτε. Αρκεί εσωτερικά να πιστεύετε »!Ή λένε: « Μη μιλάτε γι’ αυτό το θέμα- για τις ταυτότητες, το σφράγισμα- για να μη στενοχωριούνται οι άνθρωποι » .Ενώ αν τους πουν « να προσπαθήσουμε να ζούμε πιο πνευματικά, να είμαστε κοντά στο Χριστό,και μη φοβάστε τίποτε, στο κάτω-κάτω θα πάμε και μάρτυρες », θα τους προετοιμάσουν κάπως.

Αν κανείς γνωρίση την αλήθεια, προβληματίζεται και ταρακουνιέται. Πονάει για την σημερινή κατάσταση , προσεύχεται και προσέχη να μην πέση σε καμιά παγίδα.

Τώρα όμως τι γίνεται; Εκτός που δίνουν μερικοί δικές τους ερμηνείες, φοβούνται και αυτοί σαν κοσμικοί, ενώ έπρεπε να ανησυχούν πνευματικά και να βοηθούν τους Χριστιανούς, βάζοντάς τους την καλή ανησυχία, και να τους τονώνουν την πίστη, για να νιώθουν θεϊκή παρηγοριά.

Απορώ, δεν τους προβληματίζουν όλα αυτά τα γεγονότα που συμβαίνουν; Γιατί δεν βάζουν έστω ένα ερωτηματικό για τις ερμηνείες του μυαλού τους; Και αν επιβοηθούν τον Αντίχριστο για το σφράγισμα, πώς παρασύρουν και άλλες ψυχές στην απώλεια; Η Γραφή , όταν λέη « …αποπλανάν, ει δυνατόν, και τους εκλεκτούς » , εννοεί ότι θα πλανηθούν αυτοί που τα ερμηνεύουν με το μυαλό.


Πίσω λοιπόν από το τέλειο σύστημα « κάρτας εξυπηρετήσεως » , ασφαλείας κομπιούτερ, κρύβεται η παγκόσμια δικτατορία , η σκλαβιά του Αντιχρίστου.

« … Ίνα δώσωσιν αυτοίς χάραγμα επί της χειρός αυτών της δεξιάς ή επί των μετώπων αυτών, και ίνα μη τις δύνηται αγοράσαι ή πωλήσαι , ει μη ο έχων το χάραγμα , το όνομα του θηρίου ή τον αριθμόν του ονόματος αυτού. Ώδε η σοφία εστίν. Ο έχων νουν ψηφισάτω τον αριθμόν του θηρίου. Αριθμός γαρ ανθρώπου εστί. Και ο αριθμός αυτού χξς’ » .


Από το βιβλίο “ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ”
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Β΄


http://users.otenet.gr/~mystakid/

Καλημέρα!


Καλημέρα, καλό Σαββατοκύριακο!

.

Συναξαριστής 27 Νοεμβρίου: Άγιος Ιάκωβος ο Πέρσης ο Μεγαλομάρτυρας


Άγιος Ιάκωβος ο Πέρσης ο Μεγαλομάρτυρας


Στα ιερά Ευαγγέλια έχομε την άρνηση του Πέτρου και την έπειτα μετάνοιά του, που με πικρά δάκρυα έκλαψε για το παράπτωμά του. Και όχι μόνο ο Απόστολος του Χριστού "εξελθών έξω έκλαυσε πικρώς", αλλά και με το αίμα του τελευταία ξέπλυνε την άρνησή του. Αλλά και στην ιστορία των αγίων Μαρτύρων της Εκκλησίας έχομε παρόμοιο παράδειγμα με τον άγιο Ιάκωβο τον Πέρση, του οποίο σήμερα η Εκκλησία τιμά την μνήμη. Όχι μονάχα μετανόησε και έκλαψε, γιατί αρνήθηκε τον Χριστό, μα και το αίμα του έδωκε στο τέλος για το Σωτήρα. Το μαρτύριό του είναι φοβερό και να το διαβάζη κανείς. Εκόπηκαν κομμάτια - κομμάτια από κάθε κλείδωση τα χέρια και τα πόδια του αγίου Μάρτυρος και τελευταία έπεσε και η κεφαλή του. Ο άγιος Μάρτυς Γόρδιος είπεν όταν μαρτυρούσε: "οία ζημιούμαι, μη δυνάμενος πολλάκις υπέρ Χριστού αποθανείν!". Μα ο άγιος Ιάκωβος με τέτοιο φοβερό μαρτύριο απέθανεν "πολλάκις".



Βιογραφία
Ο Άγιος Ιάκωβος, έζησε τον 4ο μ.Χ. αι. επί βασιλέως Αρκαδίου (περί το 395 μ.Χ.).

Ζούσε στη Βηθλαδά της Περσίας και καταγόταν από επίσημο γένος. Ήταν φίλος με το βασιλιά των Περσών, Ισδιγέρδη. Παρασυρμένος από αυτή τη φιλία του, ο Ιάκωβος απαρνήθηκε την πίστη του στο Χριστό. Για να ευχαριστήσει τον Ισδιγέρδη, άφησε τον εαυτό του να χαθεί μέσα στην ψευδαίσθηση του πλούτου των ανακτόρων.

Όταν το έμαθαν αυτό η μητέρα και η γυναίκα του, οι οποίες ήταν ευσεβείς και πιστές χριστιανές λυπήθηκαν και εξοργίστηκαν. Και οι δύο λοιπόν τον επιπλήξανε για τη στάση του και του δήλωσαν ότι δεν ήθελαν καμία σχέση, μαζί του. Αυτό το μικρό πλήγμα, επανέφερε τον Ιάκωβο στον ίσιο δρόμο. Τον έκανε να διαπιστώσει το χάσμα το οποίο δημιούργησε. Έτσι ο Ιάκωβος αποφάσισε να εξαγνίσει το ατόπημά του και να επανέλθει στον δρόμο του Θεού.

Μετά από την απόφαση αυτή, πήγε στον βασιλιά και ομολόγησε μπροστά του την μία και αληθινή πίστη στον Χριστό. Ο Ισδιγέρδης εξεπλάγη γι' αυτή την αλλαγή του Ιακώβου και προσπάθησε να τον μεταπείσει. Ο Ιάκωβος παρέμεινε ακλόνητος στην πίστη του και γι' αυτό διατάχθηκε να τον βασανίσουν. Μαρτύρησε με ακρωτηριασμό των άκρων του και κατόπιν με τον αποκεφαλισμό του. Με αυτό τον μαρτυρικό τρόπο παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο.


http://www.imkifissias.gr/
http://www.saint.gr/

.

Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΧΙΟΠΟΛΙΤΗΣ


Ο άγιος Γεώργιος γεννήθηκε στο χωριό Πιθυός της Χίου το έτος 1785. Έμεινε ορφανός σε ηλικία εννέα μηνών και μεγάλωσε σε χέρια μητριάς. Μικρό παιδί ακόμα τον παρέδωκε ο πατέρας του σε κάποιον τεχνίτη ονομαζόμενον Βισεντζή να μάθει την ξυλογλυπτική. Αυτός τον πήρε μαζί του στα Ψαρά, όπου ανέλαβε να φτιάξει το τέμπλο του ναού του Αγίου Νικολάου. Από τα Ψαρά με συντροφιά άλλων παιδιών έφυγαν για την Καβάλα, όπου έκλεψαν καρπούζια. Τότε για να ξεφύγει, όπως είπε αργότερα, το ξύλο και την τιμωρία, αρνήθηκε την πίστη του, έγινε μωαμεθανός και περνούσε τον καιρό του με αγαρηνούς. Ο πατέρας του και οι συγγενείς του δεν είχαν μάθει τίποτα από αυτά, είχαν χάσει τα ίχνη του παιδιού.

Κάποτε έφτασε ένα καΐκι με καρπούζια στη Χίο από την Καβάλα. Μέσα σ’ αυτό είχαν πάρει σαν μούτσο τον Γεώργιο. Κάποιος συγγενής του που βρέθηκε στο λιμάνι τον γνώρισε και έτρεξε κοντά του με χαρά και τον χαιρέτησε, όμως άκουσε κάποιον απ’ το πλήρωμα του καϊκιού που τον φώναξε με το τούρκικο όνομα Αχμέτ! Ακούοντας το όνομα αυτό, ξαφνιάστηκε, πάγωσε ο άνθρωπος. Έτρεξε κοντά στο παιδί - θα ήταν τότε περίπου δέκα χρόνων και του λέγει: «Γιώργο, τι ακούω: Γιατί αυτός σε φώναξε Αχμέτ;» Και ο μικρός, μη δίνοντας απάντηση, έτρεξε στο καΐκι. Μέχρι να ειδοποιήσουν τον πατέρα του, το πλοίο σήκωσε πανιά και έφυγε από τη Χίο.

Δεν πέρασε πολύς καιρός και ξανάρθε στη Χίο ο Γεώργιος με χριστιανικά φορέματα. Πήγε στον πατέρα του με δάκρυα. Διηγήθηκε πως τον απείλησαν τότε που έκλεψε καρπούζια στην Καβάλα, πως θα τον κρέμαζαν αν δεν άλλαζε την πίστη του, και τον ονόμασαν Αχμέτ, και παρακαλούσε τον πατέρα του να τον συγχωρέσει και να τον δεχθεί κοντά του σαν χριστιανό.
Η συγκίνηση του πατέρα δεν περιγράφεται. Λίγες μέρες τον κράτησε κοντά του, γιατί ήταν επικίνδυνο να ζήσει ο Γεώργιος ανάμεσα σε γνωστούς χριστιανούς και κυρίως Τούρκους που θα προσπαθούσαν να τον επαναφέρουν στον ισλαμισμό και σε περίπτωση αρνησίς του, θα τον θανάτωναν. Σκέφτηκε ο πατέρας του να τον στείλει σε ξένο τόπο να ζήσει άγνωστος μεταξύ άγνωστων. Σαν ναυτικός που ήταν και γνώριζε τον κάθε τόπο, βρήκε κατάλληλο το Αϊβαλί.

Στο Αϊβαλί τον εμπιστεύθηκε σε κάποιον φίλο του που είχε αγροκτήματα έξω από το Αϊβαλί. Εκεί δουλεύοντας τίμια και αποδοτικά ο Γεώργιος πέρασε πολύ καλά μέχρι που έφτασε στην ηλικία των είκοσι χρόνων. Τότε ξεθάρρεψε και κατέβηκε στην πόλη των Κυδωνιών (Αϊβαλί). Εκεί νοίκιασε ένα δωμάτιο στο σπίτι μιας γερόντισσας, που τον φρόντιζε σαν παιδί της. Όταν πέρασαν χρόνια ήρθε ο πατέρας του και του πρότεινε να τον βάλει σε μοσχοβίτικο καράβι, να γίνει ναυτικός, όμως αυτός δεν δέχτηκε. Ήταν ευχαριστημένος από τη ζωή με τους Αϊβαλιώτες, που τον αγάπησαν. Μόνο στη γερόντισσα νοικοκυρά του είχε φανερώσει το μυστικό, πως είχε κάποτε αρνηθεί την πίστη του Χριστού.


Ήρθε καιρός να φτιάξει οικογένεια. Βρέθηκε και καλή καπέλα που τον ήθελε. Πριν γίνουν οι αρραβώνες, οι συγγενείς της κόρης θεώρησαν καλό να ζητήσουν και τη γνώμη της γερόντισσας. Αυτή είπε τόσο καλά λόγια για το παλικάρι, αλλά με την ειλικρίνεια που μίλησε, φανέρωσε και το μυστικό, ότι στα παιδικά του χρόνια ο Γεώργιος είχε γίνει μωαμεθανός. Όμως ήταν τόσο καλή η συμπεριφορά του Γεωργίου και τόσο καλά τα λόγια της γερόντισσας, που οι συγγενείς της κόρης αποφάσισαν το συνοικέσιο και έγινε ο αρραβώνας. Και όμως άλλη τροπή πήραν τα πράγματα. Ο Γεώργιος είχε δανείσει πριν χρόνια χρήματα στον αδελφό της κοπέλας και τώρα, για την προετοιμασία του γάμου, τα χρειάστηκε και του τα ζήτησε. Αυτός αρνήθηκε να τα δώσει και όχι μόνο αρνήθηκε, αλλά έφτασε στο σημείο να καταγγείλει τον μέλλοντα γαμπρό του στις τουρκικές αρχές για εξωμότη. Φίλοι του Γεωργίου, που έμαθαν την καταγγελία, τον ειδοποίησαν και του συνέστησαν να κρυφτεί, να φύγει, αλλά αυτός παρέμεινε εκεί άφοβος, αποφασισμένος, αν ήταν θέλημα Θεού, και να μαρτυρήσει για την πίστη του.

Σε λίγες μέρες τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στον κριτή του τόπου. «Πως ετόλμησες, του λέγει ο κριτής, να αρνηθείς την πίστη στον Αλάχ! Δεν ξέρεις ότι θα σε κρεμάσω αν ξαναπείς πως είσαι χριστιανός;» Και ο Γεώργιος απάντησε με θάρρος ότι ήταν, είναι, και χριστιανός θα πεθάνει. Βλέποντας τη σταθερότητα του νεαρού χριστιανού ο κριτής άλλαξε ύφος και άρχισε τις υποσχέσεις. Έπειτα με θυμό και οργή ξεστόμισε πάλι απειλές. Όμως όλες τις προτάσεις, υποσχέσεις, απειλές τις απέκρουσε με περιφρόνηση ο άγιος.

Η 8η Νοεμβρίου ήταν η ημέρα που τον έκλεισαν στη φυλακή, όπου έμεινε δεκαεπτά ημέρες υποφέροντας τα πάνδεινα απ’ τους αγαρηνούς. Στη φυλακή τον συντρόφεψε ένας καλός χριστιανός, που τον παρηγορούσε και τον εστήριζε στην πίστη. Παράλληλα, ο πιστός λαός του Αϊβαλιού ξεσηκώθηκε σε θρησκευτικό συναγερμό προσευχές. Μέρα και νύχτα όλες αυτές τις ήμερες γινότανε στους ναούς παρακλήσεις και αγρυπνίες για να ενισχύσει η θεία χάρη τον βασανιζόμενο Γεώργιο να μείνει σταθερός στην πίστη του και να αξιωθεί το μαρτυρικό στεφάνι.
Στις 24 Νοεμβρίου βγήκε η απόφαση να θανατωθεί ο άγιος. Αμέσως οι χριστιανοί τον ειδοποίησαν να προετοιμασθεί ψυχικά και του έκαμαν γνωστό ότι μπορούσαν να στείλουν στη φυλακή ιερέα να εξομολογηθεί και να κοινωνήσει των άχραντων μυστηρίων. Μαθαίνοντας αυτά ο άγιος δόξασε τον Θεό και ευχαρίστησε τους καλούς Αϊβαλιώτες, που φρόντισαν να τον ειδοποιήσουν και να στείλουν ιερέα να του φέρει τη θεία κοινωνία. Πραγματικά την ίδια μέρα εξομολογήθηκε και κοινώνησε. Τη νύχτα εκείνη, όπως είπε στον συγκροτούμενο του χριστιανό, ένοιωθε ήρεμος και τόσο ατάραχος και με χαρά περίμενε τον μαρτυρικό θάνατο, για να επανορθώσει το αμάρτημα της αρνησιθρησκείας και να έλθει κοντά στον πρωτομάρτυρα του Γολγοθά Ιησού Χριστό.


Το βράδυ της ίδιας ημέρας, 25 Νοεμβρίου, μαθεύτηκε σ’ όλο το Αϊβαλί ότι θα αποκεφάλιζαν τον Άγιο.

Όλοι οι Αϊβαλιώτες έτρεξαν στην Εκκλησία για αγρυπνία. Άλλοι πάλι, είχαν συγκεντρωθεί στην αγορά. Οι Τούρκοι, βλέποντας το πλήθος και για να μη γίνει καμιά ταραχή, θέλησαν να διαλύσουν τη συγκέντρωση. Έβγαλαν δυο ζαπτιέδες (χωροφύλακες) που επετέθηκαν με τα σπαθιά στα πλήθη.

Η αγρυπνία προχωρούσε με κατάνυξη. Την ώρα που οι ιερείς εσκέπτοντο πως να μνημονεύσουν το όνομα του Γεωργίου, δηλαδή σαν ζωντανό χριστιανό ή σαν άγιο μάρτυρα, έφτασε κάποιος τρέχοντας στο ναό, και έφερε την είδηση:
«Ο Άγιος μαρτύρησε».

Ποιος μπορεί να εκφράσει την συγκίνηση των πιστών, τα δάκρυα, τη χαρά, για το νέο άγιο της Εκκλησίας.

Κανείς δεν έκλεισε μάτι αύτη τη νύχτα. Πρωί - πρωί με αγωνία, με λαχτάρα προσπαθούσαν όλοι να μάθουν λεπτομέρειες για το μαρτυρικό θάνατο του αγίου, να τρέξουν στην αγορά, να ιδούν τη μεγάλη πέτρα που πάνω σ’ αύτη έσφαξαν τον άγιο, ακόμη με τα αίματα του αγίου, να αγγίξουν πάνω της ένα κομματάκι ύφασμα ή βαμβάκι και να την ασπασθούν.

Και να πως έγινε:
Ο Κριτής διέταξε να τον βγάλουν άπ’ τη φυλακή και να τον οδηγήσουν στον τόπο της εκτελέσεως, στην αγορά, στο κεντρικώτερο μέρος, κοντά στο λεγόμενο Μπεζεστένι. Συνώδευαν τον Γεώργιο δυο υπηρέτες του κριτή, ένας αγαρηνός και ένας χριστιανός. Ο χριστιανός για να δώσει περισσότερο θάρρος στον άγιο του λέγει μυστικά, καθώς εβάδιζαν : «Αδελφέ μου, είμαι πρόθυμος να βγάλω τα άρματα μου και να σου τα δώσω. Να τα φορέσεις και να μείνεις στην υπηρεσία του κριτή και να έρθω εγώ στη θέση σου, να μαρτυρήσω για την πίστη μας».
- «Όχι, αδελφέ μου, του άπαντα ο Γεώργιος. Εγώ έφταιξα, εγώ πρόδωσα την πίστη μου, εγώ πρέπει να πληρώσω», και τάχυνε το βήμα του αν και δεμένος πισθάγκωνα και λέγοντας συνεχώς την προσευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με τον αμαρτωλόν».

Στον τόπο της εκτελέσεως ήρθε ο κριτής και άλλοι Τούρκοι άρχοντες. Ο κριτής πρόσταξε τον άγιο να γονατίσει. Και γονάτισε. Έρχεται μπροστά του ο δήμιος, ένας άγριος μισόγυμνος, Χασάν λεγόμενος, από τα μέρη της Προύσσας, που δούλευε στο Σαλαχανά (σφαγείο). Στάθηκε μπροστά στον άγιο απειλητικά, έχοντας στα δόντια του τεράστιο μαχαίρι και στα χέρια του τουφέκι. Οι αγαρηνοί φώναζαν επιτακτικά και απειλητικά στον άγιο να αρνηθεί την πίστη του Χρίστου και εκείνος απαντούσε: «Είμαι χριστιανός και θα πεθάνω χριστιανός». Ο δήμιος πήγε πίσω απ’ τον άγιο που ήταν γονατιστός και του έριξε μια τουφεκιά στην πλάτη και άρχισε να βγαίνει αίμα πολύ. Αφήνοντας το τουφέκι, έπιασε το μαχαίρι και λέγει στον άγιο να σκύψει το κεφάλι του. Έδωκε με ορμή το πρώτο χτύπημα και το μαχαίρι σφηνώθηκε στον τράχηλο. Ο δήμιος το έβγαλε με κόπο και έδωκε δεύτερο χτύπημα και τρίτο. Κατόπιν πήρε απ’ το ζωνάρι του μικρότερο μαχαίρι και απέκοψε τελείως τον λαιμό. Σήκωσε το κεφάλι του αγίου ψηλά όσο μπορούσε να το ιδούν οι άρχοντες και ο λαός·· χριστιανοί και μωαμεθανοί.



Γράφει ο Αϊβαλιώτης Φώτης Κόντογλου: «Τότε ούλος κείνος ο κόσμος χύθηκε έξω φρενών απάνου στο ζεστό κορμί. Κι άλλος σφούγγιζε το αίμα, άλλος ασπαζότανε τ’ άγιο λείψανο ή την πλάκα, άλλος ξέσκιζε ένα κομμάτι απ’ το ρούχο του, άλλος δόξαζε το Θεό. Μάταια τα τουρκιά τους χτυπούσανε με τα ραβδιά και τους κλωτσούσανε. Ο αγάς πρόσταξε να τους βαρέσουνε στα καλά, κι οι τούρκοι βάνανε τις φωνές και πέσανε με γυμνά σπαθιά απάνου στους χριστιανούς. Οι κακόμοιροι οι χριστιανοί σκορπίσανε φωνάζοντας «Κύριε ελέησον. Κύριε ελέησον» κι άλλος έχασε το φανάρι του, άλλος το ραβδί του, άλλος τα παπούτσια του, άλλος το καλπάκι του...».

Μαρτύρησε ο άγιος στις 26 Νοεμβρίου 1807.

Το λείψανό του διέταξε ο αγάς να το ρίξουν σ’ ένα από τα ξερονήσια της περιοχής, τη Νησοπούλα, όπου το έθαψαν οι χριστιανοί. Μετά από χρόνια έγινε, η ανακομιδή των λειψάνων του και κατατέθηκαν στο ναό του Αγίου Γεωργίου.

Κάθε χρόνο γινόταν μεγάλη πανήγυρις την ημέρα αυτή στο Αϊβαλί μέχρι τη Μικρασιατική καταστροφή (1922). Από τότε σαν πρόσφυγας ο άγιος Γεώργιος γιορτάζεται από τους Αϊβαλιώτες στη Μυτιλήνη στους δυο προσφυγικούς ναούς του Άγιου Νικολάου, του Αγίου Γεωργίου και στην Κοινότητα των Νέων Κυδωνιών, όπου ο ναός έγινε στο όνομα του Αγίου Γεωργίου του Χιοπολίτου, και συγκαταλέγεται μετά των εν Λέσβω Αγίων. Αργότερα ο ευλαβέστατος ιερομόναχος Θεολόγος Σακαλής μπόρεσε και έφερε από το Αϊβαλί μικρό τεμάχιο λειψάνου του Αγ. Γεωργίου.

Το ασημένιο περικάλυμμα της άγιας κάρας του αγίου πουλήθηκε απ' τους Τούρκους σε κάποιο Γερμανό και αυτός το μεταπούλησε σε χριστιανό, που το δώρησε στο Μουσείο Μπενάκη, όπου και βρίσκεται σήμερα.

ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ

Πληθύς Κυδωνιαίων εν ωδαίς ευφημήσωμεν
ημών τον πολιούχον και της Χίου το καύχημα,
της πίστεως πρόμαχον θερμόν,
Γεώργιον οπλίτην τον στερρόν
επλάκη γαρ γενναίως τω δυσμενή
και τούτον κατηκόντισεν·
όθεν εν ουρανοίς στεφηφορών
μάρτυσι συναγάλλεται
και ημίν εξευμενίζεται τον μόνον φιλάνθρωπον.



http://www.pigizois.net

Καλημέρα!


Καλημέρα!

.

Συναξαριστής 26 Νοεμβρίου: Όσιος Αλύπιος ο Κιονίτης


Όσιος Αλύπιος ο Κιονίτης


Όταν ο άγιος Αλύπιος ο Κιονίτης, του οποίου η Εκκλησία σήμερα τιμά την μνήμη, αποφάσισε να αφήση τον τόπο του και ν' ασκητέψη μακρυά από τον κόσμο, η μητέρα του τον αποχαιρέτισε και του είπε: "Πήγαινε, παιδί μου, όπου θα σε φωτίση ο Κύριος". Δεν υπάρχει εδώ λιγότερος ηρωϊσμός από κείνον που μάθαμε να βλέπωμε στα λόγια της Σπαρτιάτισσας μητέρας, όταν έστελνε το παιδί της στον πόλεμο, τούδινε την ασπίδα και τούλεγε: "Η ταν ή επί τας". Τα παιδιά των Σπαρτιατών μπορεί και να γύριζαν μετά τον πόλεμο, οι ασκηταί της ερήμου, φεύγοντας δεν ξαναγύριζαν στους δικούς των. Και δεν ήταν μικρότερος ο πόλεμος των ασκητών από τους πολέμους των Σπαρτιατών. Σ' όλο τους τον βίο πολεμούσαν οι ’γιοι κι απέθνησκαν κάθε ημέρα για τον βασιλέα Χριστό - γι' αυτούς δεν υπήρχε η περίπτωση του "ταν" αλλά μόνο του "επί τας". Έτσι όπως απέθνησκε πενηντατρία χρόνια πάνω στο στύλος ο άγιος Αλύπιος ο Κιονίτης.


Βιογραφία
Ο Όσιος Αλύπιο ήταν από την Αδριανούπολη της Παφλαγονίας και έζησε τον 6ο αιώνα μ.Χ. Η παράδοση αναφέρει ότι, όταν θα γεννιόταν ο Αλύπιος, η μητέρα του είδε σε όνειρο να κρατάει ένα λευκό αρνί που στα κέρατά του ήταν τρεις αναμμένες λαμπάδες, που σήμαινε τις αρετές που θα είχε το παιδί που θα γεννιόταν.

Οι γονείς του έδωσαν στον Αλύπιο χριστιανική ανατροφή, που στο πρόσωπο του επέφερε καρπούς εκατονταπλασίονας. Είχε μεγάλη περιουσία, την οποία δαπάνησε στους φτωχούς και πάσχοντες της περιοχής του. Διότι ευχαρίστηση του ήταν να εκπληρώνει το νόμο του Θεού, που προτρέπει τους χριστιανούς να είναι «συμπαθεῖς, φιλάδελφοι, εὔσπλαχνοι, φιλόφρονες» (Α' επιστολή Πέτρου, γ' 8). Δηλαδή να συμπαθούν και να συμμετέχουν στις λύπες των αδελφών τους, να αγαπούν σαν αδελφούς τους συνανθρώπους τους, να έχουν πονετική και τρυφερή καρδιά και να είναι περιποιητικοί και ευγενείς.

Ο Αλύπιος, αφού έμεινε πάμφτωχος, αποσύρθηκε στην έρημο, όπου έκανε ασκητική ζωή. Πληροφορίες αναφέρουν ότι έμεινε πάνω σ' ένα στύλο 50 (κατ’ άλλους 53 ή 66) χρόνια για λόγους άσκησης και κάτω από διάφορες καιρικές συνθήκες.

Η φήμη της αρετής του έφερε κοντά στον Αλύπιο και άλλες ψυχές, που ζητούσαν ειρηνικό καταφύγιο. Στους ανθρώπους αυτούς υπήρξε φιλόστοργος πνευματικός πατέρας, και τους καθοδηγούσε με τις συμβουλές του και τους στήριζε με το παράδειγμα του.

Πέθανε ειρηνικά το έτος 608 μ.Χ., αφού έζησε 100 χρόνια, κατ' άλλους 120. Τελείται δε η Σύναξις αυτού «ἐν τῇ μονῇ αὐτοῦ τῇ οὔσῃ πλησίον τοῦ Ἱπποδρομίου», κατά τον Παρισινό Κώδικα 1594.



.

Πέμπτη, 25 Νοεμβρίου 2010

ΑΓΙΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ Ο ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ..........


ΑΓΙΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ

Ο ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ



Από το βιβλίο: ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ "Ο ΑΓΙΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ"
του Αρχ. Χαράλαμπου Δ. Βασιλόπουλου
Εκδόσεις: Ορθόδοξου Τύπου

Ο Αγιος Στυλιανός γεννήθηκε στην Παφλαγονία της Μικράς Ασίας , μεταξύ του 400 και 500 μ.Χ. Ήταν ευλογημένος από την κοιλιά της μητέρας του ακόμη. Όσο μεγάλωνε, τόσο με την Χάριν του Θεού γινόταν κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος.
Από την παιδική του ηλικία έδειξε τα σπάνια προτερήματα της αγιασμένης ζωής του. Αν και ήταν και αυτός παιδί και νέος και έφηβος , μολο­νότι είχε κι εκείνος σάρκα , εν τούτοις δεν άφη­σε τις επιθυμίες να μολύνουν το πνεύμα και την ψυχή του. Ήταν αγνός , αγνότατος. Δεν άφησε επίσης να τον κυριεύσει κανένα γήινο πάθος. Δεν επέτρεψε στα πλούτη και στην φιλοπλουτία να κυριαρχήσουν στην ψυχή του και να την υποτάξουν στην φθορά και στην απώλεια.

Με την δύναμη και την Χάρη του Θεού πολέ­μησε όλα τα δολώματα της φθαρτής και πρόσκαι­ρης ζωής. Φιλοσόφησε με την αληθινή σοφία του Θεού και είδε πόσο πρόσκαιρος και τιποτένιος είναι ο υλικός τούτος κόσμος. Αποφάσισε έπειτα να βαδίσει με την επιθυμία της ψυχής του. Η ψυχή του τον καλούσε σε αγώνες ηθικούς και ωραίους. Τον καλούσε στην άσκηση της αρε­τής. Του έδειχνε τον δύσκολο και δύσβατο δρόμο της αιωνίας ζωής, της παντοτινής ευτυχίας.

H αγνή και πιστή καρδιά του υπάκουσε στην φωνή της ψυχής του. Και η πρώτη ενέργεια του ή­ταν να πουλήσει την περιουσία του και να την μοιράσει στους φτωχούς της Εκκλησίας. Και όταν δεν του είχε απομείνει τίποτε πια από την πατρική κληρονομία , γεμάτος ανακούφιση και χαρά , είπε:
«Πέταξα μια βαρειά άγκυρα , που με κρατού­σε δεμένο κοντά στις επιθυμίες του φθαρτού σώ­ματος. Πέταξα από πάνω μου την φθορά και την απώλεια. Τώρα ανοίγεται μπροστά μου πιο ευδιά­κριτος ό δρόμος της αληθινής ζωής. Απαλλαγμέ­νος , λοιπόν, ο Αγιος από τα φθαρτά, αλλά και συγχρόνως με ευτυχισμένη την καρδιά του, διότι μοίρασε τα πλούτη του σε φτωχούς δυστυχισμένους και σε θεάρεστα άλλα έργα , σκέφτεται πως θα ζήσει τιμιότερα και αγιώτερα τη ζωή του.

Πόσο ανώτερον κάμνει τον άνθρωπο η διδα­σκαλία του Χριστού , από τη διδασκαλία των φιλο­σόφων! Αυτό το βλέπωμε, εάν συγκρίνωμε την πράξη αυτή του Αγ. Στυλιανού με εκείνο που έκανε ένας αρχαίος φιλόσοφος, Κράτης ονόματι. Και εκείνος κατάλαβε ότι ο πλούτος είναι τύραν­νος. Τον δουλεύει ο άνθρωπος σαν αφεντικό του. Εί­ναι σκλαβωμένος ο άνθρωπος στον πλούτο του και είναι δεμένος. Δεν είναι ελεύθερος. Γι´αυτό και αυτός πήρε τα χρήματα του , ανέβηκε σ´ έναν πα­ραθαλάσσιο βράχο και από εκεί τα πέταξε στη θάλασσα , φωνάζοντας συγχρόνως: «Κράτης Κράτη τα ελεύθεροι». Εγώ δηλ. ο Κράτης με το να πετά­ξω τα λεφτά μου στη θάλασσα ελευθερώνω τον Κράτητα , τον εαυτόν μου.

Κι' o Κράτης ελευθερώθηκε μεν από τα χρή­ματα του , αλλά δέθηκε περισσότερο από τον εγωι­σμό του. Πέταξε τα χρήματα του για να του πούνε ένα «μπράβο». Οι οπαδοί του Χριστού όμως τα απο­χωρίζονται , και συγχρόνως κτυπούν τα πάθη τους και κυρίως τον εγωϊσμόν. Αγωνίζονται να ελευθε­ρωθούν από το τυραννικόν πάθος του εγωισμού , διότι και η φιλοπλουτία είναι παιδί του εγωισμού. Για να απαλλαγούν όμως από τα πάθη και τον εγωϊσμόν αρχίζουν ισόβιο αγώνα, έχοντας συγχρό­νως και τη Θεία Χάρη βοηθόν.


Ο Κράτης ένας ήταν αν που το έκαμε αυτό οδη­γούμενος από τη φιλοσοφία, οι Χριστιανοί όμως που το πετυχαίνουν εφαρμόζοντας την διδασκαλία του Χριστού είναι εκατομμύρια. Πράγματι σε κά­θε γενιά πόσα εκατομμύρια εγκαταλείπουν τα εγ­κόσμια και ζουν θεληματικά φτωχοί. Ένα από τα τρία προσόντα του μοναχού είναι η ακτημοσύνη. Όλα τα πλήθη των μοναστών «αποθέτουν πάντα όγκον» όχι για ένα κούφιο μπράβο , αλλά για να αποκτήσουν την Βασιλείαν του Θεού. Δίνουν τα γήινα και παίρνουν τα επουράνια. Δίνουν τα ρέοντα και παίρνουν τα μόνιμα και παντοτεινά. Αποθέτουν το βάρος του πλούτου για να μπορούν ελεύθεροι να τρέχουν για να εισέλθουν στην Βασιλείαν του Θεού. Έχουν υπ´όψει τους το «ως δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εισελεύσονται εις την Βασιλείαν του Θεού», που είπε ο Κύριος. Πόσο λοιπόν ανώτερη είναι η διδασκαλία του Χριστού από την φιλοσοφίαν των ανθρώπων.

Με μοναδική πλέον περιουσία τα ενδύματα του, αρχίζει ένα σκληρό και αγωνιστικό στάδιο σύμφωνα με την διδασκαλία του Ιησού Χριστού. Αφού, λοιπόν, με τις ευεργεσίες του, ανέβασε ο μακάριος Στυλιανός τον γήινο θησαυρό του στους ουρανούς, και τον ασφάλισε, πήγε σε ένα μονα­στήρι και ντύθηκε το μοναχικό σχήμα. Από τη στιγμή εκείνη καμμιά γήινη σκέψη, καμμιά υλική παρένθεση δεν μπορεί να τον απομακρύνει από την πίστη του και την προσευχή του. Τίποτε άλλο δεν φροντίζει και τίποτε άλλο δεν επιδιώκει, παρά μονάχα ό,τι είναι αρεστό στο άγιο θέλημα του Θεού. Αγωνίζεται πως να αρέσει στον Κύριο, πως να τελειοποιήσει την ψυχή του, πως να κερδίσει τον Παράδεισο. Καμμιά δική του θέληση , που αντιστρατεύεται το θέλημα του Θεού , δεν βρίσκει θέση στην ζωή του. Η αυστηρή ασκητική του ζωή είναι απερίγρα­πτη. Η αγιότης του αρχίζει να αστράφτη. Η ταπει­νοφροσύνη του λαμποκοπάει. Η αγνότης του θαμ­πώνει. Η νηστεία του είναι αυστηρότατη. Η προσευ­χή του αληθινή επικοινωνία με τον Θεό.

Οι αγρυ­πνίες του είναι θαυμαστές. Τρεις στόχους έβαλε για σκοπό του να επιτύχει ως μοναχός: την ακτημοσύνη , την αγνότητα και την υπακοή. Τους τρεις αυτούς στόχους τους πέτυχε. Και στις τρεις αυτές αρετές πήρε, σαν να πούμε , άριστα ο Αγιος Στυλιανός. Την ακτημοσύνην του την είδαμε. Δεν κράτη­σε για τον εαυτό του από την περιουσία του τίπο­τε απολύτως. Ούτε φρόντισε ν' αποκτήσει ποτέ στη ζωή του κάτι τι και αυτός. Έζησε με φτώχεια και τελεία ακτημοσύνη.

Την αγνότητα του επίσης και την ηθικότητα του την κράτησε πολύ ψηλά. Κρατούσε την ψυχή του καθαρή «από παντός μολυσμού σάρκας και πνεύματος». Αγωνιζότανε στις επιθέσεις του ε­χθρού να μη τον αγγίξει η βρωμερή αμαρτία. Στο μυαλό του στριφογύριζαν πάντα τα λόγια τού Κυρίου μας που είπε: «Μακάριοι οι κα­θαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται. Ευτυχισμένοι δηλαδή και καλότυχοι είναι όσοι έχουν καθαρή την καρδιά τους από τη βρώμα της ανηθικότητος διότι αυ­τοί θ' αξιωθούν να δούνε το Θεό στη Βασιλεία των Ουρανών. Η υπακοή του στο Γέροντα του και τους άλ­λους ήταν παραδειγματική. Αγωνίστηκε σκληρά νά κόψει «το δικό του θέλημα», που στηρίζεται στον εγωισμό. Είναι πολύ δύσκολο να κόψη κανείς το θέλημα του. Αυτό το ξέρουν όσοι αγωνίζονται τον πνευματικόν αγώνα. Ο Αγιος Στυλιανός πολέμησε στο Μοναστήρι εκείνο σκληρά εναντίον των τριών εχθρών , της σάρκας , του κόσμου και του διαβόλου. Για να καταβάλει τον καθένα από αυτούς χρειάσθηκε πόλεμος πολυχρόνιος, σκληρός και ανύστακτος. Στις τρεις αυτές λέξεις κρύβονται ηρωισμοί και παλαίσματα υπεράνθρωπα.

Έτσι ο Αγιος Στυλιανός αποδεικνύεται λαμπρό αστέρι της ασκητικής ζωής.
Γίνεται παράδειγμα σε νεότερους και παλαιότερους. Όλοι τον θαυμάζουν και τον προβάλλουν σαν παράδειγμα. Τον έχουν σαν πρότυπο μιμήσεως.
Άλλα η αυστηρότης εκείνη του ασκητικού βίου δεν του είναι αρκετή , θέλει να πλησιάσει περισσότε­ρο στην τελειότητα. Επιθυμεί, τώρα την πλήρη μόνωση τον αυστηρότατο ασκητισμό: τον αναχωριτισμό. Αποχαιρετάει τους αδελφούς μονα­χούς στο Μοναστήρι και αποσύρεται ο Αγιος μακρυά σε έρημο και ακατοίκητο μέρος. Εκεί στην έρημο κατασκηνώνει σ' ένα σπήλαιο.


Το νέο στάδιο της ασκητικής του ζωής είναι ουράνιας τελειότητος. Οι μέρες και οι νύχτες του κυλούν με λογισμούς, με σκέψεις και προσευχές για τον Τρισυπόστατο Θεό. Ψάλλει ολόψυχα το μεγαλείο του Θεού. Υμνεί την Αγία Τριάδα. Ζει ενωμένος με τον Θεό! Τίποτε δεν διασπά την θεϊκή του γαλήνη.
Όλα όσα βρίσκονται γύρω του και όσα προβάλλουν στον μακρυνό του ορίζοντα δεν είναι τίποτε άλλο, παρά αποδείξεις του Δημιουργού. Μελέτα τα δημιουργήματα του Θεού και δυναμώνει πιο πολύ η πίστη του. Νοιώθει καλά εκείνο που λέγει ο Απόστολος Παύλος «Τα γάρ αόρατα του Θεό ο τοις ποιήμασι νοούμενα καθο­ράται ή τε αΐδιος αυτού δύναμις και θειότης».

Ο σημερινός άνθρωπος , δεν έχει την ευκαιρία να βλέπει τα έργα το Θεό , που τον βοηθούν στο να πιστεύει στο Θεό. Ζεί χωμένος μέσα στις τερά­στιες πόλεις , μέσα στις πελώριες πολυκατοικίες ή στο θόρυβο των εργοστασίων. Απομακρύνθηκε έ­τσι από τη φύση , απομακρύνθηκε από τα δημιουρ­γήματα του. Βλέπει περιωρισμένα τα δικά του δη­μιουργήματα μόνον. Γι´αυτό απομακρύνεται από τον Θεό και λιγοστεύει η πίστη του συνεχώς.
Οι αστρονόμοι , οι οποίοι παρατηρούν συνεχώς τα ουράνια σώματα , τα πολυάριθμα άστρα , τα έρ­γα του Θεό , είναι ευσεβείς και θεοφοβούμενοι. Ο μεγάλος αστρονόμος Κέπλερ , όταν άκουε το όνο­μα του Θεού , σηκωνόταν όρθιος και έβγαζε το καπέλλο του.

Και ο ερημίτης Στυλιανός εκεί στην ησυχία της έρημου είχε τον καιρόν να παρατηρεί τα δημι­ουργήματα του Θεού και να φιλοσοφεί επάνω σ' αυτά. Έβλεπε τον Δημιουργόν σε όλα, διότι εσκέπτετο , ότι ήταν αδύνατον να γίνει μόνος του αυτός ο τρισμέγιστος κόσμος, τόσον ωραίος , σκόπιμος και αρμονικός. Έβλεπε τον Θεόν στα απειροπληθή άστρα του ουρανού , που στροβιλίζονται στο αχανές διάστημα με τόση ταχύτητα, αλλά και ακρίβειαν.
Έβλεπε τον Θεό στον γίγαντα της ημέρας τον ήλιο ο οποίος με το να κρατεί κανονική απόστασιν από την Γή, δίδει με την θερμότητα του ζωή στους ανθρώπους, τα ζώα και σ' όλην την γύ­ρω φύση. Έβλεπε τον Θεό στο νεράκι που κελλάριζε στις βρυσούλες του βουνού και τον δρόσιζε. Σκεφτόταν ότι το νερό αυτό ήταν κάτω στις θάλασσες και τους ωκεανούς και όμως η πανσοφία και παντοδυ­ναμία του Θεού το ανεβάζει στο βουνό. Το εξατμί­ζει , το κάνει αραιότατο και ανάλαφρο σύννεφο. Το μεταφέρει με τον αέρα στα βουνά, το κάνει ψηλή βροχούλα, το ραντίζει σε όλο το πρόσωπο της γης και την ποτίζει. Το εναποθηκεύει στα σπλάχνα των ορέων σε τεράστιες αποθήκες και το δίδει λίγο - λί­γο στις βρυσούλες , που τρέχουν συνεχώς! Έβλεπε τον Θεό στα αναρίθμητα ζώα τα μι­κρά και τα μεγάλα , που δημιούργησε ο Θεός «κατά γένος και κατά είδος». Κοίταζε την ποικιλίαν των δένδρων και των φυτών και σκεφτόταν, αν δεν τα έφτιαχνε αυτά ο Θεός , θα ήταν αδύνατον η ζωή των ανθρώπων και των ζώων. Διότι όλα αυ­τά τρέφονται από το φυτικόν βασίλειον.


Τα έβλεπε όλα αυτά και αναφωνούσε με τον Δαυίδ: «Οι ουρανοί διηγούνται δόξαν Θεού ποίησιν δέ χειρών αυτού αναγγέλλει το στερέωμα». Ξεσπού­σε κατόπιν σε δοξολογία, λέγοντας: «Ώ ς εμεγαλύνθη τα έργα σου, Κύριε! Πάντα εν σοφία εποίησας. Επληρώθη η γη της κτίσεως Σου»!
Δύο βιβλία διάβαζε συνεχώς στην έρημο: το βιβλίο της φύσεως και το βιβλίον της Αγίας Γραφής. Η καρδιά του , η διάνοια του , η ψυχή του , όλη η ύπαρξης του είναι ολόθερμα δοσμένη στον Θεό. Θείο και ιερό ρίγος διαπερνά την ασκητική σάρκα του , καθώς η ψυχή του εμβαθύνει στο κάλ­λος της θείας Δημιουργίας. Το άγιο πάθος της αγάπης του οσίου Στυλια­νού προς το πανάγιο Όνομα του Θεού τον συγκλο­νίζει. Όλη η δύναμη του είναι συγκεντρωμένη στη θεία αυτή αγάπη. Εγκαταλείπει έτσι ο Αγιος το σαρκικό εγώ του. Παύει να φροντίζη για την τροφή του. Γίνεται όλος ακμή πνεύματος και ψυχής. Μπορεί να πει και αυτός «ζω δε ουκέτι εγώ, η δε εν εμοί Χριστός». Τρεφόταν με χόρτα της ερήμου. Και όταν δεν υπήρχαν αυτά, ο Θεός δεν τον άφηνε. Ο Θεός, που θαυματουργεί δια τους Αγίους και μέσω των Αγίων, δεν άφηνε τον σεβάσμιο όσιο να εξαντληθεί από την πείνα. Τον κράτησε στην ζωή στέλνοντας του τροφές με τους αγγέλους, όπως έστελνε και στους άλλους Αγίους, στον Προφήτη Ηλία, τον Άγιο Μάρκο τον Αθηναίο τον φιλόσοφο και λοιπούς.

Πολλά χρόνια έζησε τη σκληρή ζωή του αναχωρητού. Πάλεψε στην έρημο επί δεκαετίας ολό­κληρες σκληρά με τον διάβολο και τον εαυτό του. Πάλεψε να ξεριζώσει τα πάθη του , να από­κτησει τις αρετές και να φθάσει στην αγιότητα που θέλει ο Θεός, ο Οποίος είπε: «γίνεσθε Άγιοι , ότι Εγώ Αγιος ειμί».
Ο Δημιουργός ήθελε να ζήσει ακόμη ο Αγιος Στυλιανός , για να λαμποκοπάει με την αρετή του και να παραδειγματίζει με την αυστηρότητα της ασκητικής του ζωής. Ήθελε η έμψυχος εκείνη στήλη της εγκράτει­ας , ο φωτεινός λύχνος της ερήμου , να λάμψει σ' όλα τα πέρατα της γης. Ήθελε ο Θεός να φανούν οι ποικίλες αρετές του. Ο λύχνος όμως πρέπει να βρίσκεται ψηλά , για να φέγγει σ' όλους και όχι να κρύβεται και να χά­νεται η λάμψη του. Έτσι και εκείνοι , που φεγγο­βολούν με τις αρετές τους , τους φανερώνει ο Θεός για να γίνονται φως στο δρόμο της ζωής των άλ­λων. Έτσι και ο Αγιος Στυλιανός , αφού με τους σκληρούς ασκητικούς αγώνας του στολίστηκε με τις αρετές και ήταν σαν λαμπάδα , με το γλυκό και ζεστό φως , αφού έφθασε σε ύψη δισθεώρητα αρε­τής, μπορούσε να χύσει στο λαό το ιλαρό φως της αγιότητός του , προς δόξαν Θεού και σωτηρίαν αν­θρώπων. Ο δίκαιος Θεός θα έδειχνε ακόμη στον κόσμο πως αντιδοξάζει εκείνους , που λατρεύουν το όνο­μα Του και Τον δοξάζουν.

Διαδόθηκε , λοιπόν, η φήμη του Αγίου Στυλια­νού παντού. Πλήθος κόσμου από διάφορα μέρη συνέρρεαν μ' ευλάβεια προς τον Άγιον για να θαυ­μάσουν την αγιότητα του και ν' αποκομίσουν ψυχι­κά και σωματικά αγαθά. Η αγία του μορφή , τα σοφά του λόγια , οι προτροπές του άλλαξαν την ζωή πολλών ανθρώπων. Πολλοί ήταν εκείνοι που γοητευμένοι από την ασκητικότητα του , εγκατέ­λειπαν τον κακό εαυτό τους και μετανοούσαν και αναγεννιόνταν ψυχικά. Συγκινητικές ήταν οι εκδηλώσεις των Χριστια­νών που τον επισκέπτονταν στην έρημο , εκεί στο ασκητήριο του. Ήξερε να γαληνεύει τις ταραγμένες ψυχές. Κοντά του έτρεχαν και άλλοι ασκητές για να ενι­σχυθούν με τα λόγια του και την λάμψη του στο σκληρό ασκητικό βίο. Εγνώριζεν ο Αγιος Στυλιανός , ότι για να κερδίσει κανείς την Βασιλεία των Ουρανών πρέπει να έχει την ψυχή του , σαν την ψυχή των μικρών παι­διών. Του έκαναν εντύπωση τα λόγια του Κυρίου: «Εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία ου μη εισέλθητε εις την Βασιλείαν των Ουρα­νών». «Των γαρ τοιούτων εστίν, η Βασιλεία του θεού», των μικρών παιδιών δηλαδή που είναι αθώα. Ήξερε, ότι τα παι­διά έχουν αγγελικές ψυχές. Το κτυπάει ο πατέρας του και πάλι πηγαίνει σ' αυτόν. Τον κτυπάει ο φί­λος του και δεν του κρατάει κακία , αλλά σε λίγο πάλιν παίζουν μαζί. Ενώ οι μεγάλοι το κρατούν σαν κα­μήλα μέσα τους. Γι´αυτό ήθελε να τα βοηθάει, να τα προστατεύει τα παιδιά. Και στην αγία του εκείνη επιθυμία ο Παντο­γνώστης Θεός του έδωσε την Χάρη Του, να μπορεί να κάνει θαύματα.


Ο Θεός βράβευσε το ιερό του αίσθημα και του έδωσε την θαυματουργική δύναμη να θεραπεύει τα ασθενεί παιδιά. Μητέρες από κον­τινά και μακρινά μέρη, με φορτωμένα στους ώμους ανάπηρα και άρρωστα παιδιά έτρεχαν , με πόνο καί πίστη, κοντά στον Άγιο για να ζητήσουν την θεραπείαν των παιδιών τους. Μέρες ολόκληρες βάδιζαν μέσα σ' έρημα μέρη για να βρουν την δοξασμένη από τον Θεό ασκη­τική σπηλιά του Αγίου Στυλιανού. Και όταν έφθασαν εκεί, με δάκρυα στα μάτια έπεφταν στα πόδια του Γέροντα ασκητή, δόξαζαν τον Θεό, που τον συνάντησαν και τον παρακαλού­σαν να γιατρέψει τα παιδιά τους. Ο Αγιος Στυλιανός γεμάτος καλωσύνη και συμπόνοια έπαιρνε τ' άρρωστα νήπια στα χέρια του και με μάτια δακρυσμένα παρακαλούσε το Θεό να τα γιατρέψει. Ο Δεσπότης των Ουρανών άκουγε την ολόψυ­χη προσευχή του και ο Αγιος θαυματουργούσε. Παιδιά άρρωστα εύρισκαν την υγειά τους.

Πα­θήσεις διαφόρων ειδών εξαφανίζονταν. Μπροστά στη δύναμη του Θεού καμιά αρρώστια δεν μπο­ρούσε ν' αντισταθεί. Μανάδες έκλαιγαν από χαρά έξω από το ασκητήριο του. Και άλλες καταφιλούσαν με σεβα­σμό και ευγνωμοσύνη το χέρι του Αγίου γέροντα , δοξάζοντας τον Θεόν. Δοξολογούσε κι' εκείνος ακατάπαυστα το Άγιο Όνομά Του και τον ευχαριστούσε για τα θαύ­ματα αυτά , που τον αξίωνε να κάνει. Έπειτα γεμάτος στοργή κοίταζε τα αθώα πλασματάκια που είχαν λυτρωθεί από την αρρώστια. Ένα γλυκό χαμόγελο , χαμόγελο αγγελικό άνθιζε στο πρόσωπο του σεβασμίου ασκητού. Τα θαύματα όμως αυτά γινόταν γνωστά σ' όλα τα μέρη και κόσμος πολύς έτρεχε στον Άγιο Στυλιανό για να τον παρακαλέσει να γιατρέψει από κάποια ασθένεια τα παιδιά του.

Έτσι δόξαζε ο Αγιος Θεός το όνομα του ο­σίου Στυλιανού που αφιέρωσε την ζωή του για την δό­ξα του Θεού. 'Αλλά δεν ήταν μόνο τα θαύματα της θεραπεί­ας των παιδιών που δόξαζαν το όνομα του ταπει­νού Αγίου Στυλιανού. Ο Αγιος απέκτησε φήμη ως θαυματουργού, διότι έκανε τους άτεκνους εύτεκνους, με την προσ­ευχή του. Με την προσευχή του Αγίου Στυλιανού πολλές στείρες τεκνοποιούσαν. Πολλοί πιστοί Χριστιανοί με την ευλογία του, αν και ήταν άτεκνοι πρωτύτερα , απέκτησαν ωραία και γεμάτα υγεία παιδιά.

Πολλοί μάλιστα καλοί Χριστιανοί και μετά την κοίμηση του, επικαλούμενοι το όνομα του Αγίου και ζωγραφίζοντες σαν τάμα την εικόνα του , α­πέκτησαν παιδιά, αν και είχαν χάσει την ελπίδα πια να τεκνοποιήσουν.

Εν' τω μεταξύ απ' όλα τα μοναστήρια πήγαι­ναν στον γέροντα ασκητή για να ευφρανθούν κον­τά του , το άρωμα της αγιότητας του. Μοναχοί και ασκητές ζητούσαν από τον Άγιο δάσκαλο συμβουλές , για το πως πρέπει να αντιμε­τωπίζουν τους πειρασμούς και πως να επιβάλλουν την γαλήνη στα κοινόβια τους. Όλοι τον έβλεπαν σαν πρότυπο αγίας ασκητι­κής ζωής. Η προσωπικότητα του ήταν γεμάτη τα­πεινοφροσύνη και άστραφτε από ουράνιο κάλλος.
Και εκείνος ακούραστος με αγγελική γαλήνη τους δίδασκε , τους καθοδηγούσε , τους γέμιζε την καρδιά , τους στερέωνε στην πίστη , τους διέλυε τις αμφιβολίες. Ειρήνευε με τις συμβουλές του από μακριά όσα μοναστήρια είχαν εσωτερικές διχόνοιες. Έτσι έζησε κι έτσι δόξασε το όνομα του Θεού και δοξάσθηκε από τον Ουράνιο Πατέρα ο Αγιος Στυλιανός. Όταν έφθασε σε βαθειά γεράματα , έστειλε ο Θεός τους Αγγέλους Του και πήραν την αγίαν του ψυχή , για να την αναπαύσουν από τους πολύ­χρονους κόπους , τις στερήσεις και την σκληρότητα της ασκητικής ζωής. Κοιμήθηκε , λοιπόν, ο Αγιος πλήρης ημερών και αρετών.


Που τον έθαψαν , δεν γνωρίζουμε , ούτε διεσώθηκαν άλλα στοιχεία από την κουρασμένη και αγιασμένη ζωή του. Εμεινε όμως το όνομα του. Τον σέβεται και τον τιμά όλη η Ορθόδοξη Χριστιανωσύνη. Τον επικαλούνται στις ανάγκες τους και προπάντος για τα άρρωστα παιδιά τους. Κτίζουν στο όνομα του μεγαλοπρεπείς Ναούς. Στην Αθήνα υπάρχουν τουλάχιστον δύο Ναοί του Αγίου Στυλιανού στον Γκύζη και στον Καρρέα. Τα θαύματα του Αγίου συνεχίζονται και μετά την κοίμηση του. Και σήμερα ο Αγιος Στυλιανός εξακολουθεί να είναι προστάτης των παιδιών. Λένε μάλιστα, ότι από την λέξη «στυλώνει» που σημαίνει «στηρίζει τη υγεία των παιδιών».

Ο Αγιος εικονογραφείται με ένα νήπιο σπαργανωμένο στην αγκαλιά του που συμβολίζει , ότι είναι ο προστάτης των νηπίων. Η μνήμη του Αγίου Στυλιανού εορτάζεται στις 26. Νοεμβρίου.

Επίλογος
Οπως είδαμε ο Αγιος Στυλιανός είναι προ­στάτης των μικρών παιδιών. Και είναι αλήθεια , ότι οι γονείς τρέχουν στον Αγιο να τα θεραπεύσει από τις διάφορες ασθένειες του σώματος. Δεν τρέ­χουν όμως στον Άγιο να τα προστατέψει και από τις ασθένειες της ψυχής. Τα παιδιά πάσχουν από ελαττώματα και πά­θη. Είναι κακοκέφαλα και ατίθασα, νευρικά και ανάποδα. Τα επηρεάζει ο Σατανάς και τα παρακι­νεί στο κακό και την αμαρτία. Τα κάνει αγνώρι­στα στο σπίτι. Κινδυνεύουν επίσης τα παιδιά από τους κακούς και φαύλους ανθρώπους , καθώς και από τις κακές παρέες. Παρασύρονται και παίρ­νουν τον κακό δρόμο.

Αι λοιπόν, σ' αυτές τις περιπτώσεις πρέπει οι γονείς να καταφεύγουν στον Άγιο Στυλιανό. Είναι πρόθυμος να τα βοηθεί , να τα προστατεύει και να τα θεραπεύει όχι μόνον σωματικά, άλλα και ψυ­χικά , αρκεί φυσικά να κάνει και εκείνος που τον παρακαλεί το καθήκον του. Αλλά και εκτός της ειδικής αυτής περιπτώσε­ως , η ζωή του μας καλεί και εμάς να εργασθούμε τα έργα της ευσέβειας, της σωφροσύνης, της δικαι­οσύνης , της ελεημοσύνης. Μας καλεί στην θερμή πίστη , αν θέλουμε να δούμε Θεού πρόσωπο κατά την ημέρα της Κρίσεως. Μας καλεί να ζήσωμε με έργα το θέλημα του Θεού για να παραλάβουν και τη δική μας την ψυχή οι άγγελοι και να την οδηγή­σουν στην αιώνια ευτυχία και μακαριότητα των Ουρανών !!! ΑΜΗΝ !!!

http://www.egolpion.com

Εορτολόγιο

Δημοφιλείς αναρτήσεις


Banner Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων
Ξεκινάμε μια προσπάθεια παρουσίασης Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων.
Αν δεν υπάρχει ο δικός σας, ζητάμε συγνώμη,
ενημερώστε μας και θα τον συμπεριλάβουμε.





Create your own banner at mybannermaker.com!
Πέρα από το άτομο
Make your own banner at MyBannerMaker.com!

















(υπό κατασκευή)


Τα banner μας
Αντιγράψτε τον κώδικα στη δική σας σελίδα
για να εμφανιστούν τα banner μας.
Ειδοποιήστε μας για να συμπεριλάβουμε και το δικό σας.