Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

Ο Χριστός προστάτης μας στις τρικυμίες της ζωής .................



Ενάτη Κυριακή του Ματθαίου σήμερα, αγαπητοί, και είναι συνέχεια του Ευαγγελίου της προηγούμενης Κυριακής. Ο Χριστός αφού έκαμε το θαύμα του χορτασμού των πεντακισχιλίων, εκεί στην έρημο, και αφού ανάγκασε τους Μαθητάς να περάσουν αντίπερα, να 'ρθουν στο άλλο μέρος της λίμνης Γεννησαρέτ, στη Γαλιλαία δηλαδή, στη Γεννησαρέτ που ήταν και πόλις, απέλυσε τους όχλους που ήθελαν να Τον κάνουν Βασιλέα άκαιρα και κατά τρόπο παρερμηνευμένο, ανέβηκε στο βουνό και προσευχότανε. Κι ήτανε βράδυ κι ήταν μόνος εκεί ο Κύριος.

Τι ωραίο κανείς να 'ναι σε ησυχία και να προσεύχεται, να απολαμβάνει τον Κύριό του, τη Χάρη Του, την ευλογία Του, την παρουσία και την ευχή Του!

Οι Απόστολοι, όμως, ήσαν μέσα στη θάλασσα, κάπου εκεί στη μέση. Και ξεσηκώθηκε τρικυμία και θύελλα. Και τα έχασαν, φοβήθηκαν. Νόμισαν πως τελειώνουν τα πάντα. Κι ο Ιησούς δεν ήταν μαζί τους. Ηταν μαζί τους, αλλά δεν εφαίνετο, όπως και σε μας συμβαίνει αυτό. Νομίζομε ότι δεν έχομε κανέναν, ότι δεν μας υποστηρίζει κανένας, κι όμως ο Ιησούς είναι μαζί μας, όλες τις ημέρες της ζωής μας, καθώς και η Παναγιά και οι άγιοι.

Και Κείνος τότε στα ξημερώματα, τρεις με έξι το πρωί, «την τελευταία φυλακή της νυκτός», όπως έλεγαν τότε, έφυγε από το όρος, κατέβηκε στην παραλία, και άρχισε να περπατά επάνω στα κύματα σαν να ήταν ξηρά, ο Λυτρωτής του κόσμου, ο Θεάνθρωπος Κύριος, ο Παντοκράτωρ και Παντοδύναμος. Κι έφτασε κοντά στο καράβι, το τρικυμισμένο καράβι, στις τρικυμισμένες ψυχές των Αποστόλων και των υπολοίπων. Και μόλις εκείνοι Τον είδαν, τα χρειάστηκαν, φοβήθηκαν. Είπαν πως είναι φάντασμα ή σκέφτηκαν πως τάχα οι όχλοι σκότωσαν τον Χριστό, θέλοντας να Τον κάνουν βασιλέα, και μη δεχόμενος Εκείνος, τι έκαμαν; Σου λέει: «Τον σκότωσαν και είναι το φάντασμά Του». Και έκραξαν από τον φόβο.

Και ο Ιησούς τότε, αφού δοκιμάστηκαν και με τα κύματα και με την τρικυμία, αλλά και με την παρουσία Του κατ' αυτόν τον τρόπο, τους είπε: «Εχετε θάρρος, μη φοβάστε. Εγώ είμαι». Οταν τ' άκουσε αυτά ο αυθόρμητος Πέτρος, Του λέει: «Αν είσαι Συ, διάταξέ με να 'ρθω πάνω στη θάλασσα, να περπατήσω και να 'ρθω κοντά Σου». Κι ο Κύριος του λέει: «Ελα». Και κείνος κατέβηκε. Και με την πίστη αυτή που είχε στον Κύριο πατούσε πάνω στη θάλασσα σαν σε ξηρά και προχωρούσε. Οταν είδε όμως τον άνεμο ορμητικό, φοβήθηκε. Κι ενώ νίκησε τα νερά, δεν νίκησε τον άνεμο. Τότε τα 'χασε και τα δυο. Αρχισε να καταποντίζεται και φώναξε τον Ιησού, τον Κύριο, τον Επιστάτη, να τον φροντίσει. Κι ο Κύριος, χωρίς να καταπαύσει την τρικυμία, τον πιάνει από το χέρι και του λέει: «Ολιγόπιστε, γιατί εδίστασες; Αφού πατούσες στα νερά σαν σε ξηρά τι φοβήθηκες τον άνεμο;». Καμιά φορά νικάμε στα μεγάλα και χάνομε στα μικρά.

Και τον πήρε, λοιπόν, από το χέρι και ανέ- βηκαν στο πλοίο και εκόπασεν ο άνεμος, και ησύχασε η θάλασσα. Κι έγινε γαλήνη μεγάλη. Και όλοι ήρθαν και Τον προσκύνησαν, και είπαν πως είναι στ' αλήθεια Υιός του Θεού. Και βγήκαν στην ξηρά στην πόλη της Γεννησαρέτ. Τι βλέπουμε εδώ; Τον Κύριο να περπατάει μαζί μας στης ζωής τα κύματα και τις τρικυμίες. Κι όσο εμείς έχουμε το βλέμμα μας προς Εκείνον, τα μάτια της ψυχής και της πίστεως προς Εκείνον, δεν βουλιάζουμε.

Οταν όμως αφήσουμε αυτό το όραμα, αυτή την προσήλωση και αυτή την πίστη και κοιτάξουμε τις δυσκολίες της ζωής και της θάλασσας του βίου και φοβηθούμε τους αγέρες της ιστορίας και του κακού, τότε βυθιζόμεθα. Αλλά και πάλι είναι κοντά μας ο Χριστός, ο Οποίος μας αρπάζει με το κραταιό χέρι Του.

Και ποιος μπορεί να μας πάρει απ' αυτό, όταν Εκείνος μας αρπάζει και μας κρατεί και μας βγάζει πέρα στην άλλη όχθη, στην κάθε όχθη της ζωής, αλλά και στην αιώνια όχθη, όταν έρθει η ώρα και μας πάρει κοντά στη Βασιλεία Του; Γι' αυτό ας Του έχουμε εμπιστοσύνη, ας Του έχουμε αγάπη, ας είμεθα όσο μπορούμε κοντά Του. Θα κερδίζουμε πάντοτε.

(Του αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, Το κήρυγμα της Κυριακής Δημοσιεύθηκε στο Πρωτο Θέμα της 14/08/2011)


http://misha.pblogs.gr/

Καλημέρα!



Καλημέρα, μια γλυκιά ημέρα!



.

Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

Ό βλάσφημος ψαράς..............




Πίσω Λιβάδι της Πάρου, προπαραμονή Δεκα­πενταύγουστου 1931, βρίσκονταν τρεις ομάδες ψαράδων, πού ψάρευαν τίς νύχτες με τα γρι-γρι στο στενό μεταξύ Πάρου και Νάξου.
Εκείνη τη νύχτα ή μία ομάδα έμεινε στο μικρό λιμάνι. Οι ψαράδες το έριξαν στο πιοτό, το πιοτό έφερε το κέφι, κι εκείνο παρεξηγήσεις και βαρείες κουβέντες.

Ούτε την Παναγία δεν σεβάστηκαν οι βλάσφημοι. Του κάκου προσπαθούσαν ό λιμενοφύλακας και ό μαγαζάτορας του μικρού λιμανιού να τους συγκρατήσουν.
Απότομα ό ουρανός βάρυνε. Ή θάλασσα άρχισε να μουγκρίζει. Σέ μισή ώρα το κύμα σηκώθηκε βουνό, παρασύροντας το ψαροκάικο και τίς βάρκες με τίς λάμπες, μέχρι πού τίς πέταξε σπασμένες στη στεριά. Κατόπιν ή θάλασσα γαλήνεψε, κι ένα καΐκι από τη Νάξο φάνηκε να μπαίνει στο λιμανάκι. Ό καπετάνιος του απόρησε βλέποντας τα συντρίμμια στη στεριά.

- Πώς έγινε αυτό; ρώτησε. Εγώ ταξίδευα με θάλασσα γυαλί!
- Ήταν θαύμα της Παναγίας, εξήγησε ένας από τους ψαράδες του γρί-γρί.
Οί περισσότεροι συμφώνησαν. Δυό-τρεις όμως μίλησαν ειρωνικά κι έδωσαν άλλη εξήγηση:
- Ήταν ανεμοστρόβιλος. Καλά πού δεν μας σήκωσε στον ουρανό τίς βάρκες.
Ένας μάλιστα, ό Γρηγόρης Λιάκουρας, πρόσθεσε:
- "Αντε μωρέ, πού ήταν θαύμα! Όρεξη δεν είχε ή Παναγιά - να μην τη στολίσω και τώρα - να καταπιάνεται με μας τους ψαράδες.

Αυτά είπε και πήγε να δει τη ζημιά πού είχε πάθει ή δική του ψαρόβαρκα. Τη βρήκε σμπαραλιασμένη. Έφτυσε τότε έξαλλος πάνω στα συντρίμμια, βλαστήμησε πάλι την Παναγία και αποσύρθηκε να κοιμηθεί.
Μόλις ξάπλωσε, είδε ολοζώντανη την Παναγία, - σαν σε όνειρο, σαν σε ξύπνιο - να τον πλησιάζει και να τον ερωτά:
- Γιατί, παιδί μου, δεν με σέβεσαι;
- Τί εϊν' αυτά πού μου λες, κυρά μου; θύμωσε εκείνος. Δεν σε ξέρω καθόλου. Πότε δεν σε σεβάστηκα;
- Δεν με ξέρεις; Τότε γιατί όλο με βλαστημάς;

Στα λόγια αυτά τινάχτηκε όρθιος. Έκανε να φωνάξει, να τρέξει, αλλά δεν μπορούσε. Τα πόδια του είχαν βυθιστεί ως τα γόνατα στην άμμο. Έκανε τον σταυρό του. και τότε είδε πάλι, ξεκάθαρα πια, την Παναγία και την άκουσε να του λέει:
Έλα στο σπίτι μου, στην Έκατονταπυλιανή, στην Παροικία της Πάρου. Έλα εκεί να με προσκυνήσεις.

Ό Διάκουρας έφυγε την ίδια στιγμή σχεδόν τρέχοντας. Έφθασε στην Έκατονταπυλιανή λίγο μετά την ανατολή του ηλίου. Έτρεξε γρήγορα στο εικόνισμα της Θεοτόκου. Στή θεία της μορφή αναγνώρισε τη γυναίκα του οράματος του. Γονάτισε και προσευχήθηκε ώρες ολόκληρες. Ύστερα γύρισε στο Πίσω Λιβάδι. Εκεί διαπίστωσε ένα καινούργιο θαύμα: Οι βάρκες και το ψαροκάικο έστεκαν στη στεριά χωρίς καμιά ζημιά!

http://1myblog.pblogs.gr/

archimandrite Isaac (Atallah) l’Athonite (1937–1998)

À l'occasion du dixième anniversaire de la dormition dans le Seigneur de l'archimandrite Isaac (Atallah) l’Athonite (1937–1998) — le fils spirituel du Père Païssios l'Athonite —, nous proposons à partir d'aujourd'hui en guise de sentences la traduction d'une sélection de textes publiés dans le bulletin Le Bon Pasteur n° 16 (monastère du Saint-Archange-Michel de Bakaata – Nahr Baskinta - Liban).



Le Père Isaac est né de Martha et Nemr Atallah le 12 avril 1937 sous le nom de Farès, dans un village libanais du nom de Nabay dans le casa du Metn Nord dépendant de l'archidiocèse orthodoxe du Mont Liban. Il grandit dans une famille orthodoxe pieuse et apprit auprès de son père, qui était le chantre de la paroisse, l'amour du Christ et la fidélité à la tradition de l'Église. Il fut dès son jeune âge attiré par la solitude et la prière. Il arriva souvent que ses parents perdent sa trace jusqu'à ce qu'ils finissent par le trouver dans les prés entourant son village, non loin de sa maison natale, en train de prier. Il trouvait déjà tout son bonheur dans la proximité de Dieu et de son Église.

Un jour qu'il était encore assez jeune, il quitta la maison familiale pour rejoindre le monastère du Saint-Prophète-Élie à Chouayya dans le casa du Metn Nord, mais son père s'empressa d'aller le chercher. L'on dit alors - peut-être pour le consoler - qu'il n'était pas dans la tradition des monastères d'accepter comme moine, l'aîné de la famille, considéré en tant que tel comme support et soutien. Farès s'inclina et rebroussa chemin.
Il suivit les études primaires à l'école de son village Nabay, puis il quitta l'école pour s'engager en tant qu'apprenti menuisier. A la fin de son apprentissage, il alla exercer son métier dans le souk des menuisiers à Beyrouth et c'est là que tous les soirs, à la fin de sa journée de travail, il suivit à Achrafieh, un quartier de Beyrouth, les cours de chants byzantins à l'école de Mitri el Murr, Protopsalte de l'Eglise d'Antioche.
Durant l'été 1962, à l'âge de 25 ans, il prit la décision de sa vie. Dans sa petite valise, il rangea soigneusement ses vêtements et quitta son travail au grand hôtel Phénicia, qui était la marque du luxe beyrouthin de l'époque, et rentra chez lui après avoir posé sa démission. En arrivant devant son père, à qui il vouait un énorme respect et une obéissance sans faille, il lui tendit son livret d'épargne en lui disant : « Ce compte d'épargne bloqué est ouvert à ton nom, quand il arrivera à échéance, je voudrais que tu retires cet argent pour le distribuer à part égale entre tous les membres de la famille. Quant à moi, je n'ai besoin de rien, car je vais au monastère. » Son père attristé lui demanda : « Que puis-je t'offrir dans ce monde pour que tu ne deviennes pas moine ? » Farès lui répondit : « Même si tu me donnes ce monde en héritage, mes yeux ne le convoitent pas ! Ma vie n'est pas ici mais au monastère. » Nemr le père eut beau essayer de le dissuader de suivre le chemin du monachisme en s'appuyant sur les autres membres de la famille, ce fut en vain.


Le jour même, Farès prit sa valise et se dirigea en compagnie de son frère Antoine vers le monastère de la Dormition-de-la-Mère-de-Dieu à Bkeftin dans le casa de Koura, un lieu qu'il n'avait encore jamais vu et dont il ne tenait que l'adresse et le nom de l'higoumène, l'archimandrite Youhanna (Mansour), futur métropolite de Lattakieh en Syrie, formé au sein du Mouvement de la Jeunesse Orthodoxe dans la ville même où il sera ordonné évêque.
Arrivant sur place, Farès descendit du taxi et se mit à genoux face contre le monastère et, levant les bras, il récita une prière puis se signa. En se levant, il dit à voix audible : « Je te rends grâce, Seigneur, d'avoir exaucé maintenant mon souhait. »
A l'entrée du monastère, l'archimandrite Youhanna était là pour les accueillir. Le monastère était alors en grande partie en ruine, la plupart de ses pièces étaient en état de grand délabrement et presque inhabitable. Un seul moine y vivait aux côtés de l'higoumène.

 

Le soleil allait paisiblement se coucher quand Antoine repartit en laissant son frère aîné au monastère. A la maison familiale, tout le monde l'attendait dans une ambiance soucieuse, son père prenant la parole lui demanda : « Alors, il est allé où exactement ?
— Au monastère de Bkeftin à Koura, lui répondit-il, mais je te rassure tout de suite, vu l'état de ruine du monastère et étant donné que Farès travailla dernièrement à l'hôtel Phénicia à Beyrouth, il ne pourra résister plus de deux jours ou trois avant que tu ne le vois renter à la maison. » Son père le fixa du regard et lui dit : « Quelles que soient les difficultés qu'il va rencontrer, ton frère ne rentrera plus. »
La vivacité de son esprit et le zèle que Farès montra dans l'apprentissage encouragea certainement l'higoumène Youhanna à lui autoriser de reprendre ses études, ce qu'il fit en s'inscrivant à l'école rattachée au monastère patriarcal de la Dormition-de-la-Mère-de-Dieu à Balamand dans le casa de Koura (Liban Nord). Il se trouva ainsi de fait, sous l'autorité de Monseigneur Ignace (Hazim – le Patriarche actuel de l'Église orthodoxe d'Antioche et de tout l'Orient) qui était à cette époque évêque et supérieur du monastère.
Il a été ordonné diacre sous le nom de Philippos au monastère dédié au saint mégalomartyr Jacques le Persan à Deddé – Koura en 1963, par l'imposition des mains de Monseigneur Ilias (Kourban), métropolite du diocèse de Tripoli et Koura dont dépendait le monastère de Bkeftin auquel il était rattaché. Il fut remarqué tout au long de cette période pour son assiduité à la prière et à l'accomplissement de la tâche qui lui avait été confiée dans la paix, avec beaucoup de zèle, et dans l'obéissance à ses supérieurs.
La Providence, usant comme d'habitude des circonstances locales, lui fit quitter l'école de Balamand pour se diriger en l'an 1968, vers l'île de Pathmos en Grèce où il décrocha le diplôme sanctionnant la fin de ses études secondaires.
Il poursuivit ensuite son désir d'approfondir sa connaissance des livres sacrés en devenant étudiant à la faculté de théologie de Thessalonique où il officia en tant que diacre à la cathédrale Saint-Dimitrios, patron de la ville. Il est à signaler qu'il était connu pour avoir une très belle voix, attirant beaucoup de fidèles à écouter le diacre antiochien chanter et dire les litanies en arabe et en grec.
Mais le plus important pour lui en cette période, fut qu'il fit la connaissance de la Sainte Montagne de l'Athos et de la vie monacale qui s'y développait dans ce jardin de la Mère de Dieu. Il y rencontra tout particulièrement celui qu'il allait devenir son Père spirituel, l'Ancien Païssios (+ 12 juin 1994).



De retour au Liban, il fut ordonné prêtre au monastère patriarcal de la Dormition-de-la-Mère-de-Dieu à Balamand, par l'imposition des mains du patriarche Ilias IV (Mouawad), sous le même nom de Philippos. Il vécut ensuite, entre 1973 et 1975, dans le petit monastère dédié à la mémoire du Saint Mégalomartyr Georges le Tropéophore, dépendant du monastère de la Dormition de la Mère de Dieu à Hamatoura - casa de Zgharta au Liban Nord, une métochie de l'archidiocèse du Mont Liban sur le territoire de l'archidiocèse de Tripoli - Koura.
Le père Philippos prit son installation au monastère de Saint-Georges avec beaucoup d'enthousiasme. Il se mit immédiatement au travail en restaurant l'église du monastère et les cellules des moines qui l'entouraient. Il s'occupa aussi des terrains abandonnés en replantant des oliviers et de la vigne. La personnalité du Père et le travail qu'il produisit commençaient à donner des fruits et le monastère devint petit à petit un lieu de renouveau spirituel connu qui attirait vers le Seigneur des âmes de plus en plus nombreuses. Il est à signaler que le père Philippos desservit pendant son séjour dans ce monastère la paroisse dédiée au Saint-Archange-Michel dans le village proche de Ras Kifa.
Mais la grâce de Dieu lui avait prévu un autre destin. Ainsi, sous la pression de la guerre au Liban, il dut quitter son monastère situé comme le veut la tradition sur le haut d'une montagne, qui devint une position militaire appréciée, pour se réfugier de nouveau à Thessalonique où il fut promu archimandrite en 1976. Il exerça son sacerdoce dans la ville même, à l'église de Sainte-Barbara et il avait en charge les étudiants en théologie en partance du monastère patriarcal de la Dormition de la Mère de Dieu à Balamand pour la faculté de Thessalonique.
En 1978, il obtint l'autorisation de Monseigneur Georges (Khodr) du Mont Liban, de qui il dépendait encore, de rejoindre la vie monastique au Mont-Athos – connu aussi sous le nom de la République monastique orthodoxe et composée de vingt grands monastères qui se partagent le territoire d'une péninsule au nord de la Grèce, non loin de Thessalonique. Il s'installa au monastère de Stavronikita et reçut le nom de son saint patron Isaac le Syrien. Il pouvait ainsi suivre au plus près les enseignements de son père spirituel, l'Ancien Païssios, qui résidait dans l'ermitage dédié à la Vénérable Croix, non loin du monastère.
Le Père Isaac parlera de sa rencontre avec saint Isaac, dans l'introduction de Nouskiatte, sa traduction du grec en arabe des Discours ascétiques de saint Isaac le Syrien et de ses Lettres. (L'ensemble a été traduit en français par Jacques Touraille sous le titre Œuvres Spirituelles, Ed. Desclée de Brouwer, Paris, 1981).

Il nous racontera qu’un vénérable du Mont-Athos lui a dit, alors qu’il connaissait très peu de choses sur le saint : « Es-tu venu ici d’une terre qui a engendré des saints en abondance tel que le vertueux Isaac le Syrien pour apprendre les fondements de la vie monastique ? » et le père de répondre : « Oui, saint Père, car l’expérience de nos pères a été transmise jusqu’ici, et je suis venu la retrouver dans ce saint lieu. »
Un an après son arrivée au monastère de Stavronikita, il se retira dans ce qui allait devenir son refuge, l'ermitage de la Résurrection qu'il restaura lui-même, dans la région de Kebssala non loin de Karyes, la capitale de la Sainte Montagne. Il y vécut seul pendant quatre ans, une vie de dure ascèse et de lutte. Il fut confronté à de nombreuses tentations et épreuves qui visaient à le faire sortir de sa solitude jusqu'à ce qu'un jour, pris dans la tourmente de ses pensées, sa fatigue et ses souffrances, il découvrit une vieille tombe alors qu'il marchait sans objectif précis, il s'arrêta devant et pria avec ferveur et appela en lui le souvenir de la mort, puis il dit d'une voix déterminée : « Ici je mourrais. » Dès lors, les pensées qui le tourmentaient s'évanouirent entièrement. Ce souvenir de la mort ne le quitta jamais plus, puisque selon la tradition monastique, il creusa de ses propres mains une tombe à sa taille dans le jardin de son ermitage, une tombe qu'il encensa tous les jours jusqu'à ce que son corps y soit déposé après sa dormition dans le Seigneur le jeudi 16 juillet 1998.
Il demeura sur le Mont-Athos de 1978 jusqu'en 1998, année de sa dormition, et fut connu par son ascèse et son combat spirituel. Il devint, par la grâce de Dieu, un père spirituel renommé sur le Mont-Athos et en Grèce, exigeant envers lui-même et fervent promoteur de la pratique assidue du sacrement de la confession.
De son vivant, il devint aussi un pont vivant entre l'Eglise d'Antioche et la Sainte Montagne. Il disait souvent : « Je représente Antioche au Mont-Athos », et il en était fier. Des Libanais mais aussi des chrétiens arabophones des patriarcats d'Antioche, de Jérusalem et d'Alexandrie, aussi bien que d'autres personnes venues du nouveau monde vinrent prendre sa bénédiction et demander ses conseils. Il effectua en outre lui-même plusieurs voyages de courte durée au Liban son pays d'origine mais aussi en Syrie, en Jordanie et en Egypte.

http://www.moinillon.net

Archimandrite Isaac (Atallah) the Athonite (1937-1998) Part I

 

Καλημέρα!



Καλημέρα, με αισιοδοξία!


.

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2011

«Μεταξωτοί άνθρωποι»...........




Το είχε πει σε μια συνέντευξή του ο αείμνηστος Νίκος Καρούζος: «Μεταξωτοί άνθρωποι». Μιλούσε για κάποιους χωρικούς που είχε συναντήσει στη Λέσβο. Αγράμματοι ήταν, αλλά σοφοί. Και, προπάντων, τρυφεροί με τους άλλους. Απαλοί, χωρίς γωνίες που κόβουν, χωρίς καχυποψία, δίχως έπαρση και επιθετική ειρωνεία που πληγώνει. Μεταξωτοί άνθρωποι ...;

Μου 'μεινε αυτός ο χαρακτηρισμός. Χαράχτηκε μέσα μου. Κι από τότε ένα νέο κριτήριο λειτουργεί στις αξιολογήσεις μου για τους ανθρώπους: η συμπεριφορά και η στάση τους σε «ασήμαντα» πεδία της καθημερινότητας. Αυτά που συνήθως τα προσπερνάμε ή δεν τα παρατηρούμε, γιατί δεν μας απασχόλησαν ποτέ οι εκφάνσεις της «μεταξωτής συμπεριφοράς» ...; Βέβαια οι άνθρωποι δεν συγκροτούν ως χαρακτήρες ένα συμπαγές όλον, αλλά ένα αντιφατικό σύνθεμα, στο οποίο συνυπάρχουν «μεταξωτά» στοιχεία και ακάνθινες απολήξεις. Γι' αυτό και είναι κάπως παρακινδυνευμένα τα άμεσα και οριστικά συμπεράσματα για το «είναι» των ανθρώπων ...;

Παρ' όλα αυτά, προσωπικά, διακινδυνεύω την εξαγωγή συμπερασμάτων παρατηρώντας μικρές «ασήμαντες» κινήσεις στις παρέες, στον εργασιακό χώρο και στο «δάσος» του καθεμέρα, όταν συγχρωτίζομαι με αγνώστους. Και συνήθως δεν πέφτω έξω. Διότι τα γνωρίσματα αυτά αποκαλύπτουν πειστικά τον εσωτερικό κόσμο του άλλου. Τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό ...; Φερ' ειπείν, «σκλαβώνομαι» από εκείνους που δεν ορμάνε να πιάσουν την καλύτερη θέση στο τραπέζι μιας ταβέρνας. Θεωρώ την κίνηση αυτή απότοκο καταγωγικής ευγένειας και γενναιοδωρίας, η οποία αδιαφορεί για το ιδιωφελές και συμφέρον. Αντίθετα, οι άνθρωποι που σπεύδουν φουριόζοι για μια καλή θέση καταχωρίζονται μέσα μου σαν αρπακτικά. Και -το 'χω παρατηρήσει- έτσι συμπεριφέρονται, σαν αρπακτικά, και σε άλλα ζωτικά και κρίσιμα πεδία... Κάποτε βρέθηκα σ' ένα τραπέζι, στο οποίο κυριαρχούσαν οι «επώνυμοι». Απέναντί μου καθόταν ένας πολύ γνωστός καλλιτέχνης, μεγάλο όνομα, ο οποίος ούτε φλυαρούσε ούτε ακκιζόταν όπως κάποιοι άλλοι στη συντροφιά. Όταν άρχισαν να καταφθάνουν τα πρώτα κοινά πιάτα, ήταν ο μόνος που δεν επέπεσε για να εξασφαλίσει τη μερίδα του, αλλά ρωτούσε τους διπλανούς του και μοίραζε πρώτα στους άλλους και μετά, ό,τι έμενε, κρατούσε για τον εαυτό του. «Μεταξωτός άνθρωπος», σκέφτηκα...

Η μεταξωτή συμπεριφορά δεν παραπέμπει απαραιτήτως -ή κυρίως- στο σαβουάρ βιβρ και στους «καλούς τρόπους» εν γένει. Τέμνεται σε κάποιες περιπτώσεις, αλλά δεν αποτελεί αποτύπωμα διδαχθείσης μεθόδου για το φέρεσθαι. Εδώ, το «μετάξι» είναι αυτοφυές ή προϊόν δουλεμένου χαρακτήρα. Είναι ο τρόπος που ο άλλος βλέπει τους συνανθρώπους του. Είναι η θέαση του κόσμου χωρίς τα εγωιστικά γυαλιά του προσωπικού ωφελιμισμού. Είναι, ευρύτερα, η υποταγή του ατομικού συμφέροντος στη συλλογικότητα, χωρίς βέβαια η «μεταξωτή συμπεριφορά» να φτάνει σε σημείο υπονόμευσης προσωπικών δικαιωμάτων και δικαίων. Κανένας δεν έχει δικαίωμα να αδικεί τον εαυτό του... Όμως, προσέξτε μια λεπτή απόχρωση: ποτέ ένας «μεταξωτός άνθρωπος» δεν νιώθει κορόιδο, όταν άλλοι τον προσπερνούν -στη σειρά μιας καντίνας ή στην ιεραρχία- χρησιμοποιώντας αθέμιτα μέσα και μεθόδους. Το «άφες αυτοίς» είναι ριζωμένο μέσα του. Αποτελεί μέρος του αξιακού του κώδικα. Ξέρει τι γίνεται στην «αγορά». Αλλά συνειδητά δεν συμμετέχει στο εξοντωτικό αυτό παιχνίδι. Απέχει χωρίς να κλαυθμηρίζει. Γιατί, εκτός από μετάξι, τέτοιοι άνθρωποι διαθέτουν και ένα σκληρό κοίτασμα, που τους επιτρέπει να είναι ταυτόχρονα στωικοί και γρανιτένιοι. Ένας από αυτούς έγινε φίλος μου - και το κατάλαβα από την πρώτη στιγμή ότι θα συμβεί αυτό. Πρώτη μέρα στη μονάδα γύρισε από τη σκοπιά και μπήκε στη σειρά για φαγητό. Ήταν τρίτος από το τέλος. Τότε ακούστηκε ο μάγειρας να λέει ότι έμειναν μονάχα δύο μερίδες. Ο Κωστής πλησίαζε, ήταν ένας από τους δύο τυχερούς. Αλλά μόλις άκουσε τον μάγειρα, έφυγε αθόρυβα παραχωρώντας τη θέση του στον επόμενο. Έτσι. Αθόρυβα, αυτοθυσιαστικά, γενναιόδωρα, χωρίς να το κάνει θέμα... Οι «μεταξωτοί άνθρωποι», λοιπόν. Που μιλούν ελάχιστα για τον εαυτό τους. Που χαίρονται με τις επιτυχίες των άλλων. Που δεν σπεύδουν χαιρέκακα να «κάνουν πλάκα», δήθεν χαριεντιζόμενοι, με εξωτερικά γνωρίσματα που πονάνε τους άλλους... Εκείνοι, που δεν σπερμολογούν διακινώντας φήμες. Εκείνοι που υπερασπίζονται σθεναρά κάποιον απόντα όταν λοιδορείται σε μια παρέα, χωρίς να είναι φίλος τους, αλλά επειδή νιώθουν ότι αδικείται...

Οι μεταξωτοί άνθρωποι. Όσοι προσέχουν τι λες, και δεν είναι ωσεί παρόντες στην κουβέντα, με το μυαλό τους στο τι θα πουν οι ίδιοι για να εντυπωσιάσουν. Άνθρωποι με ανοιχτούς πόρους και πλατιά καρδιά... Υπεράνθρωποι; Όχι. Απλώς, μεταξωτοί... Φαίνονται από μακριά. Αρκεί να προσέξεις «μικρές», «ασήμαντες» κινήσεις στο φέρεσθαι των ανθρώπων...

Του Γιαννη Τριάντη από την Πειραϊκή Εκκλησία, πρωτοδημοσιεύθηκε στα Επίκαιρα


http://misha.pblogs.gr/

Μνήσθητι Κύριε. «Παρρησία». ...Η μνημόνευση στην Ι. Μ. ΜΕΓΙΣΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ.



Δεν λέμε για τούς ιερομονάχους, τους διακόνους και την ελαχιστότατα μου. Τηρούμε και τελούμε αυτή την ιερή διαδικασία και μνημονεύουμε ζωντανούς υπέρ υγείας και κεκοιμημένων υπέρ αναπαύσεως εξ ιδιότητος και αποστολής και εκ συναισθήσεως χρέους. Άξιο όμως ιδιαιτέρας προσοχής είναι το παρατηρούμενο και σε όλους τούς απλούς μοναχούς του Αγίου Όρους, να μνημονεύουν κατά τις καθιερωμένες στιγμές της θείας λειτουργίας πλήθος ονομάτων, συγγενών, φίλων καθώς και κατ' εντολή ή ανάθεση ξένων και αγνώστων («των εντειλαμένων υμίν τοις αναξίοις»).

Αποστολής τα χρόνια της μοναχικής δοκιμασίας και της κούρας των αποκτούν οι αγιορείτες πατέρες τούτη την καλή συνήθεια τούς την διδάσκουν και την παραδίδουν αλληλοδιαδόχως οι Γερο ντάδες και οι Πνευματικοί των.

Είναι πολύ σωστή και με θεολογική βάση και βαρύτητα ή ενέργεια των αυτή, για να ένσταλαχθή βαθύτατα μέσα τους ή αλήθεια, ότι αυτό είναι το θέλημα του Κυρίου· το να κατονομάζονται συγκεκριμένους εκείνοι για τούς όποιους τεμαχίζεται το Πανάγιο Σώμα και εκχύνεται το Ζωηρό Αίμα του Κυρίου, {«μνημόνευσον ως αγαθός και φιλάνθρωπος των προσενεγκάντων και δι ους προσήγαγον», (ευχή προθέσεως)}, και για να αποδεικνύεται, καλλιεργήται και διατρανούται ή πίστις στην ενότητα της Εκκλησίας, μέλη της οποίας είναι όλοι οι ορθόδοξοι, ανεξαρτήτως αν είναι ζώντες ή τεθνηκότες· με την συγκεκριμένη όμως βασικότητα της αποδοχής -πού ποτέ δεν θα πρέπει να μας ξεφεύγει, παρακαλώ, από τούτο το σημείο- ότι είναι τοιούτοι-τοιαύτα (μέ λη) όχι με την έννοια της μάζης και του χαώδους συνόλου, αλλά με την της διαιωνίως διηκούσης κατ' ένώπιον του Πλάστου Θεού ιδιαιτερότητας κατ' άξίαν και τιμήν ενός έκαστου ως ιδιαιτάτου προσώπου, σφραγιστικός δε σεσημασμένου και κατονομασμένου.

Σύμφωνα λοιπόν με τούτη την παράδοση και σε άλλες μεν προσευκτικές στιγμές του εικοσιτετραώρου των ενθυμούνται οι μοναχοί τα ονόματα των γονέων, των αναδόχων των και των λοιπών προσφιλών των προσώπων, για να επικαλεσθούν το έλεος του Θεού προς χάριν των, κάνοντας, επί παραδείγματι κομποσκοίνια- όταν όμως έπιστή εκείνη ή στιγμή πού ό διαβαστής στο Καθολικό, κάτω αποστολής' τον φανό του αναλογίου, τελειώνει την ανάγνωση της γ' ώρας και πρόκειται να αρχίσει την της ζ', 'ξαφνιάζονται συνήθως οι αδαείς προσκυνηταί και δεν ξέρουν τί εναπόκειται αυτούς να κάνουν, ακούοντας βηματισμούς, συρσίματα και τριγμούς στασιδιών και βλέποντας όλους να κατεβαίνουν αποστολής' αυτά, να βγάζουν σκούφιες κι επανωκαλύμαυχα και να περιμένουν το χτύπημα του κουδουνιού.

Στα δεξιά της Προσκομιδής κάθε Καθολικού Μονής του Άθω, ναΐσκου κελιού, αλλά και τής τελευταίας φτωχοκαλύβας, βρίσκεται ένα σμικρότατο κουδουνάκι με χειρολαβή ή κρέμεται ένα λιλιπούτειο καμπανάκι. Μέχρι εκείνη την στιγμή ήδη έχουν μνημονευθή τα ονόματα των ζώντων πατέρων και τα των κεκοιμημένων κτητορικά και λοιπά. Κώδικες και φυλλάδες γεμάτες φυλάσσονται παρέκει σε ράφια και θήκες, και στοίβες είναι τα προσφάτως καταφθάνοντα ψυχοχάρτια. Γι' αυτό πολύ νωρίς παίρνουν καιρό ό παπάς και ό διάκος· όταν αρχίζουν οι αίνοι, και πολλές φορές αμέσως μετά το θύμίασμα τής «Τιμιωτέρας» για να μπορέσουν να τα «προλάβουν» όλα. Τους είναι άδιανόητο να μείνη εξ αμελείας και υπαιτιότητός των αμνημόνευτο και χωρίς μερίδα στο άγιο δισκάριο, έστω και ένα.

Περιμένουν ξεσκούφωτοι ό διαβαστής και όλοι οι πατέρεςκαι μόλις άκουσθη από μέσα το κουδούνισμα, αρχίζουν, άλλοι νοερώς και άλλοι ψιθυριστά, να μνημονεύουν τα ονόματα των προσφιλών τους. Συνήθως βιάζονται όλοι. Οι μερίδες πού μέχρις εκείνης της στιγμής έβγαιναν με συγγνωστή ταχύτητα και έπεφταν ευρύθμως στο άγιο δισκάριο κάτω ακριβώς αποστολής τον «Αμνό», τώρα ξέονται εν σπουδή με το άκρο της άγιας λόγχης αποστολής' το πρόσφορο και βροχηδόν πέφτουν στον οικείο χώρο. Επικρατεί σε όλους τούς μοναχούς και στο πλείστο των ιερέων ή, εσφαλμένη κατά την ταπεινή μου γνώμη, αντίληψης ότι πρέπει να υπάρχει ακριβής αντιστοιχία ονόματος και μερίδος.

Θυμάμαι τις σχετικές εμπειρίες μου αποστολής' τα διακονικά μου χρόνια στη Λαύρα και τις «διαφορές» μου με τούς πολιούς ενθυμούνται ιεροσύνη και ηλικία ιερομονάχους. Τον ευλαβέστατο παπά Ευγένιο, επί παραδείγματι, πού αναγκασμένος να γυρίζει τις σελίδες των σχετικών φυλλάδων ή να αλλάζει ψυχοχάρτι, σταματώντας για δευτερόλεπτα την εξαγωγή μερίδων, ένευε ταυτοχρόνων προς εμένα αυστηρώς, να σταματάω κι' εγώ την μνημόνευσι αποστολής' την φυλλάδα πού κρατούσα και πού ήταν ή των «αιωνίων» ονομάτων. Αυτή βρισκόταν μονίμως κρεμασμένη πίσω αποστολής' τα Βημόθυρα με αλυσιδίτσα ενσωματωμένη στο στάχωμά της και την ξεκρεμούσα στις προς τούτο καθορισμένες στιγμές.

Είχαν μεταδώση και σε μένα τον ειδικό σεβασμό και το δέος σε αυτήν. Διαπίστωνα δε ισχυρή και μεγάλη την συναίσθηση του χρέους σε όλο το ιερατείο μας, μήπως παραληφτεί ή διαμνημόνευσις των ονομάτων της, επί καθημερινής βάσεως καθιερωμένης, και δη όχι μόνο στις θείες λειτουργίες αλλά και στις λιτές των όρθρων και των εσπερινών όλου του έτους. Έτσι συμβαίνει μ' αυτήν την φυλλάδα και σήμερα, και θα συμβαίνει εις τούς αιώνας, εφ' όσο θα υφίσταται ό κόσμος και θα υπάρχει και ή Μεγίστη Λαύρα. Γιατί είναι των ευεργετών και άφιερωτών, πού τα προσφερθέντα και προσφερόμενα ποσά και είδη υπήρξαν και είναι άρκούντως σεβαστά. Άκρως δε νοηματική είναι ή επονομασία της: «Παρρη­σία». Έτσι την ξέρουν και την αποκαλούν όλοι οι Λαυριώτες.



Ειδικώς γι' αυτής τα ονόματα πρόσεχε ό παπά Ευγένιος (Καλυμνίου Ιορδάνης του Γιακουμή εκ Συκίων Εφέσου, γεν. 1906, προσ. 1928, κουρ. 1930, κοιμ. περί το 1967), να αποκλείσει το ενδεχόμενο αναντιστοιχίας μερίδας. Τόλμησα στο τέλος κάποιας θείας λειτουργίας μας να θίξω το ζήτημα και με λεπτότητα να αρθρώσω εκείνο πού νόμιζα εγώ ως ορθό. Μάταιος κόπος. Διαπιστώνοντας τελικώς ότι όχι μόνο δεν προέκυπτε κάτι για σύγκλιση απόψεων, εκείνου επιμένοντος στην θεωρία και θέσι του («όνομα και μερίδα»), αλλά και πώς θα μπορούσε ή συζήτησις να εξελίχθη σε αυστηρές επιτιμήσεις σε βάρος μου, -ήδη ευθέως μου κατελόγισε τολμηρότητα λογισμών σε ένα τόσο ιερό θέμα- προτίμησα να του «περάσω» την άποψη μου εμμέσως, υπό μορφή απορίας, με αρκετή μάλιστα δόση χαριεντισμού, μήπως και επιτύχω τουλάχιστον κάποιον προβληματισμό του:

- Και τί γίνεται Γέροντα, όταν παρά την τόση προσπάθειά μας βρεθεί έστω και ένα μνημονευμένο μεν από μάς όνομα χωρίς όμως βγαλμένη την «δική» του μερίδα; Το απορρίπτει ό Πανάγαθος Θεός; Δεν γίνεται ή ψυχή αυτήν μέτοχος των απορρεόντων από το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου Χάριτος και ελέους; Και τί θα 'μπορούσες να μου 'πεις για εκείνες τις μερίδες, πού από ζήλο και ταχύτητα στην εξαγωγή, βρεθούν να... περισσεύουν στο άγιο Δισκάριο και ακολούθως στο άγιο Ποτήριο;...

- Δεν ξέρω. Φοβάμαι τα ιερά και τα θεία- είπε, και συνέχισε: Απορώ πώς δεν τρομάζει ή καρδιά σου να συλλογιέσαι έτσι. Τέτοια πράγματα σας βάζουν στο μυαλό στα Πανεπιστήμια, και τα 'λέτε και σε 'μάς και μας σκανδαλίζετε και χαλάτε τον λογισμό μας. Όρθολογισμοί, άνευλάβεια και άθεοφοβία! Σα δε 'ντρέπεσθε! ...

Δεν θυμάμαι να μου έβαλαν άλλοι τούτες τις σκέψεις στο μυαλό. Νόμισα και 'πίστεψα ότι σε μερικές μας ενέργειες και συνήθειες, πού καθάπτονται και αυτών ακόμη των ζητημάτων τής λειτουργικής και τής θείας λατρείας, ενδεχομένως μπορούν να παρεισφρήσουν περιδεείς υπερβολές ή και ακούσια μικρολάθη· στα όλως δευτερεύοντα και επουσιώδη, βεβαίως. Όσο για τον ορθολογισμό και τα άλλα των Πανεπιστημίων μας, οπωσδήποτε είχε δίκαιο ό μακαριστός αγαπητός μου παπά Ευγένιος.

Όταν ό διαβαστής υπολογίσει ότι όλοι οι πατέρες τέλειωσαν το μνημόνευμα -αφού άλλως τε και ό ίδιος μνημονεύει τα δικά του- αρχίζει την ανάγνωση της ζ' ώρας με το: «Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν τω Βασιλεί ημών Θεώ»....

Μου έτυχε, τότε, να αντιληφθώ πολλές φορές, κατ' εκείνη την στιγμή, αρκετούς πατέρας, ιδίως νέους και αρχαρίους, να ανασέρνουν ενθυμούνται σπουδή αποστολής' τις τσέπες τους χαρτάκια και βιβλιαράκια και να πηγαίνουν κοντά σε ημίφωτα, σε μανάλια, σε λουσέρνες, και να διαβάζουν ονόματα προσφιλών των. Ασφαλώς ήταν άλλα, πρόσθετα, επί πλέον εκείνων πού μνημόνευσαν εκ στήθους. Στιγμές όντως ιερές και απόλυτα σεβαστές..
Σήμερα και τώρα, όταν, σε πανηγυρικά συλλείτουργα κυρίως, σκύβω στην προσκομιδή και μνημονεύω τα δικά μου, αισθάνομαι έναν βόμβο στις πλάτες και ζερβόδεξά μου. Είναι το σιγομουρμουρητό των συλλειτουργών μου πρεσβυτερίων και διακόνων, πού εννοούν να διαλέγουν εκείνη ακριβώς την στιγμή («πού βγάζει ό άρχιερεύς τις μερίδες») να μνημονεύσουν κι' αυτοί τα εντελώς δικά τους. Και σύμφωνα με την μέχρι τούδε εμπειρία μου, ανάλογα με το σε πιο Μοναστήρι ιερουργώ, από λεπτό σε λεπτό περιμένω να βρεθούν και συγκεκριμένοι απλοί μοναχοί-πατέρες στο πλευρό μου, για να ψιθυρίσουν στο αυτί μου ένα-δύο ονόματα. Δεν τούς αρκεί το μόνο αποστολής' τα χείλη των μνη μόνευμα των προσφιλών τους προσώπων. Εννοούν ν' απαγγελθούν κι' αποστολής' τα δικά μου...

Κανείς δεν τολμούσε κι' ούτε ήταν ικανός να παρεμπόδιση τον μακαριστό Γέρο Ανδρέα (Ιωάννης Μαλακός του Γεωργίου και της Αγαθής εκ Κρυονερίου Ναυπακτίας, γεν. 1913, προσ. 1935, κουρ. 1937, κοιμ. 10-5-1988) της Ιεράς Μονής Γρηγορίου, επί πα ραδείγματι. Θα διέσχιζε χορούς και αδελφότητα, θα παραγκώνιζε διάκους και παπάδες, και θα 'βρισκόταν παραδίπλα μου, για να μου θυμίσει την μητέρα του, Άγάθη· αιωνία της ή μνήμη.

- Ευλογημένε, το μνημονεύεις και μόνος σου αποστολής' έξω- του είπα μια φορά όταν άντιλήφθηκα δυσφορούντας τούς ιερείς στο σπρώξιμο του.

- Όχι, όχι- «πιάνεται» διαφορετικά όταν το ονοματίσουν χείλη αρχιερέως· και σε παρακαλώ μη μου χαλάς τούτον τον λογισμό.

Όταν δε σε μια άλλη φορά για να τον προλάβω, του είπα ότι το θυμάμαι πάντοτε και το μνημόνεψα ήδη, πρόσθεσε:
- Ε, δεν βλάπτει να το μνημονέψης μια φορά ακόμη. Ό Γέρο Ανδρέας υπερέβαλλε και υπερακόντιζε την εκδοχή του δικού μας παπά Ευγενίου ...

Το ίδιο συμβαίνει και στη Λαύρα με τον αγαπητό μου πατέρα Παΐσιο (Ιωάννης Μαλτέζος του Ευαγγέλου, εκ Μενιδίου Βάλ του Αιτωλοακαρνανίας, γεν. 1954, προσ. 1978, κουρ. 1979). Το αδιαχώρητο να επικρατή αποστολής τούς συλλειτουργούς μου στο ιερό Βήμα, κατάμουτρα να του κλίνουν οι διάκονοι την βορεινή πύλη, εκείνος αθέατος θα τρυπώσει αποστολής' την άλλη, για να μου ψιθυρίσει το όνομα τής μάνας του, Άννας· Θεός σχωρέσ' την. Τής ίδιας κι' αυτός με του Γέρο Ανδρέα απόψεως:

- Να, με λέει ό λογισμός, Δέσποτα, πώς είναι πολύ διαφορετικά και συμφέρει περισσότερο στην ψυχή της, να ακούσει ό Χριστός το όνομά της μνημονευόμενο στα Άγια αποστολής' το δικό σου στόμα. Μεγάλο το αξίωμα, βλέπεις, μεγάλη ή παρρησία.

Αγαθοί λογισμοί, γλυκύθυμες αδυναμίες, ευλαβείς συνήθειες απλών ανθρώπων.

ΒΙΒΛ. ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΕΞΟΔΙΑ ΣΤΟΝ ΑΘΩΝΑ
ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΡΟΔΟΣΤΟΛΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ


http://4.bp.blogspot.com/

Να του χαλάς τον λογισμό και αυτός να φτιάχνει καλύτερο λογισμό...


- Μια φορά ένα παιδί δευτέρας γυμνασίου ήρθε στο καλύβι και χτύπησε το σιδεράκι στην πόρτα . Είχα ένα τσουβάλι γράμματα να διαβάσω , αλλά είπα , ας βγω να δω τι θέλει .

-Τι είναι , παλληκάρι ;"' του λέω.

-Αυτό είναι το καλύβι του πατρός Παϊσίου ; με ρωτάει . Θέλω τον πάτερ Παϊσιο.

-Αυτό είναι , αλλά αυτός δεν είναι εδώ΄ πήγε να αγοράση τσιγάρα , του λέω .

-Φαίνεται κάποιον πήγε να εξυπηρετήση"', μου λέει με καλό λογισμό.

-Για τον εαυτό του πήγε να τα αγοράση , του λέω . Του είχαν τελειώσει και έκανε σαν τρελλός για τα τσιγάρα . Εμένα με άφησε εδώ μόνον μου και ούτε ξέρω πότε θα γυρίση . Αν δω ότι αργεί , θα σηκωθώ να φύγω . Βούρκωσαν τα μάτια του και με καλό πάλι λογισμό είπε:

-Τον κουράζουμε τον Γέροντα.

-Τι τον θέλεις , τον ρωτάω.

-Την ευχή του θέλω να πάρω, μου λέει.

'Τι ευχή να πάρης , μωρέ ! Αυτός είναι πλανεμένος΄δεν έχει χαϊρι΄εγώ τον ξέρω καλά . Μην περιμένεις άδικα , γιατί , κι όταν γυρίση , θα είναι νευριασμένος , ίσως είναι και μεθυσμένος , επειδή πίνει κιόλας '". Αλλά εκείνο έβαζε συνέχεια καλό λογισμό.''Τέλος πάντων , του λέω , εγώ θα περιμένω λίγο ακόμη , τι θέλεις να του πω; '".

-΄Εχω ένα γράμμα να του δώσω , μου λέει , αλλά θα περιμένω να πάρω και την ευχή του. Είδατε ;΄Ο,τι του έλεγα , το έπαιρνε με καλό λογισμό . Του είπα: '"σαν τρελλός έκανε για τα τσιγάρα'" και το καημένο αναστέναξε , βούρκωσαν τα μάτια του.'" Ποιός ξέρει , είπε , κάποιον θα ήθελε να εξυπηρετήση '".

΄Αλλοι τόσα διαβάζουν , κι εκείνο , παιδάκι δευτέρας γυμνασίου, και να έχη τόσο καλούς λογισμούς ! Να του χαλάς τον λογισμό και αυτό να φτιάχνη καλύτερο λογισμό και να βγάζη πιο καλό συμπέρασμα.Το θαύμασα ! Πρώτη φορά είδα τέτοιο πράγμα !

{ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΊΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Γ΄} .

http://1myblog.pblogs.gr/

Καλημέρα!



Καλημέρα σε όλους!
Να έχετε μια όμορφη ημέρα!


.

Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2011

عذراء يا أم الإله



http://araborthodoxy.blogspot.com

Η βραδυνή προσευχή ύστερα από μια κουραστική μέρα...Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου .


Το βράδυ, κατάκοπος καθώς είμαι από το μόχθο της ημέρας, δεν έχω όρεξη για προσευχή.
Άλλωστε, γιατί να προσευχηθώ;...
Μα πως είναι δυνατό!

Να μην έχει κανείς διάθεση επικοινωνίας με τον Κύριο, έστω και εξουθενωμένος σωματικά;
Μήπως οι οποιεσδήποτε διασκεδάσεις ξεκουράζουν τον άνθρωπο;
Όχι, αυτές τον καταπονούν περισσότερο, ενώ η προσευχή έλκει τη θεία χάρη, που αναπαύει σώμα και ψυχή.

Δεν προσεύχεστε, λοιπόν…
Ή είστε θυμωμένοι με το Θεό ή πιστεύετε ότι δεν Τον έχετε ανάγκη.
Γιατί να προσευχηθώ;
Αναρωτιέστε.
Νιώθετε αυτάρκεια και αυτοϊκανοποίηση.
Είστε χορτάτοι!
Και δεν θέλετε να ζητάτε…

Κάθε βράδυ, όσο κουρασμένοι κι αν είστε, μην παραλείπετε να καταφεύγετε σ’ Εκείνον.
Να προσεύχεστε γονατιστοί ή καθισμένοι.
Και όταν μπορείτε, να σηκώνεστε όρθιοι.
Δεν έχει τόση σημασία ή στάση, φτάνει να προσεύχεστε.
Να ευχαριστείτε τον Κύριο για την ημέρα που πέρασε, όσο δύσκολη κι αν ήταν.
Να Τον παρακαλάτε για μια καλή νύχτα και να ζητάτε συγχώρηση
Με βαθειά μετάνοια για τα σφάλματά σας.

Προσευχή τη νύχτα στο κρεβάτι.
Στη διάρκεια της νύχτας, όποτε ξυπνάτε για λίγο και πριν σας ξαναπάρει ό ύπνος.
Να προσεύχεστε έτσι όπως είστε ξαπλωμένοι.
Αυτό δεν είναι κακό.
Απεναντίας μάλιστα, αν συνηθίσετε να λέτε την ευχή ή κάποιον ψαλμό στα μεσοδιαστήματα του ύπνου θα διώχνετε όλους τους κακούς λογισμούς, που σας πολεμούν εκείνη την ώρα.

Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου
Χειραγωγία στην πνευματική ζωή, Ι. Μ. Παρακλήτου.


http://anavaseis.blogspot.com/

Ο Αρκαλοχωρίου Ανδρέας για την αναστολή του διορισμού των κληρικών


Η Εκκλησία προϋπήρχε της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Ελληνικού Κράτους, της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και έχει την αρχή της στη Θεϊκή αποκάλυψη για τη λύτρωση του ανθρώπου από τα πάθη του, εν τω προσώπω του σαρκωθέντος και ενανθρωπισθέντος Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Τα όποια κοινωνικά σχήματα του κόσμου τούτου, μεταξύ αυτών και τα σημερινά, δηλαδή η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ελληνική Πολιτεία, είναι τα επίγεια όργανα προς την ουράνια εσχατολογική και αποκαλυπτική πορεία της Εκκλησίας, ημών των ορθοδόξων χριστιανών.
Συνεπώς, εν μέσω των περιπετειών της ιστορίας και των σχημάτων αυτού του κόσμου, πορεύεται η Εκκλησία ως σώμα Χριστού και τα μεν γήινα παρέρχονται, η δε Εκκλησία παραμένει «ἐν οὐρανῷ καί ἐπί γῆς εἰς τούς αἰώνας, ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος τούτου».
Με αφορμή την αναστολή του διορισμού των κληρικών, από τον εξοχότατο Υπουργό Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης κ. Γ. Ραγκούση, θα αναφερθώ σε ένα διωγμό που η Ορθόδοξη Εκκλησία αντιμετώπισε από τον Σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ το Β΄ (1876-1909) στην Οθωμανική αυτοκρατορία.

Είναι το γνωστό προνομιακό ζήτημα επί Πατριάρχου Ιωακείμ του Γ΄ (1878-1884) και Πατριάρχου Διονυσίου του Ε΄ (1887-1891). Η Εκκλησία, στους χρόνους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, οργάνωνε το βίο της ως εθναρχούσα Εκκλησία.
Οι αυτοκρατορίες, βέβαια, συγκροτούσαν θεοκεντρικά συστήματα και οι κοινωνίες είχαν για κέντρο και σημείο αναφοράς τους τη θρησκεία. Οι άνθρωποι, στην αυτοκρατορία, προσδιορίζονται με βάση την θρησκευτική τους ταυτότητα.
Οι εθνικές ταυτότητες και συνειδήσεις ακολούθησαν και διαμορφώθηκαν στο υπόβαθρο και τα δεδομένα των πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων, που ανέκυπταν από τις θρησκευτικές συνειδήσεις και τις σύνολες κατ’ έτος εκδηλώσεις, οι οποίες εκπήγαζαν από τη θρησκευτική παράδοση.
Η κοινωνία των πολιτών, με τη συνείδηση του πολίτη, ακολουθεί τις εθνικές συνειδήσεις και ταυτότητες.
Οργανωμένα, προσπαθεί να αποτελέσει τη σύγχρονη ιδεολογία του 21ου αιώνα, όπως στο 19ο και 20ο αιώνα η ιδεολογία του έθνους – κράτους.
Στο 19ο αιώνα οι τότε κρατούντες στην Οθωμανική αυτοκρατορία αμφισβήτησαν και αποφάσισαν να περιορίσουν τα προνόμια του ρουμ μιλέτ, του Ορθόδοξου Γένους, που συγκροτούσαν ελληνόφωνοι, αραβόφωνοι, τουρκόφωνοι, βλαχόφωνοι και σλαβόφωνοι ορθόδοξοι χριστιανοί.

Η αρχή των προνομίων ανάγεται στην αμέσως μετά την άλωση συμφωνία του Πατριάρχη Γεννάδιου Σχολάριου με το Σουλτάνο Μωάμεθ, με την πτώση της Κωνσταντινούπολης, το 1453.
Τα προνόμια αφορούσαν το πλαίσιο και τις δικαιοδοσίες με τις οποίες οι ορθόδοξοι χριστιανοί θα οργάνωναν τη ζωή τους σ’ ένα κοινωνικό σύστημα, όπου κάθε πτυχή της ανθρώπινης ζωής προσδιορίζονταν από τις αρχές και τις αξίες του Κορανίου, του μουσουλμανικού νόμου, της σαρίας και ό,τι από αυτά προβλεπόταν για τις μονοθεϊστικές θρησκείες και ειδικά για το Χριστιανισμό.
Τα προνόμια στην περιφέρεια της αυτοκρατορίας διευρύνονταν ή καταπατούνταν κατά τις βουλές των τοπικών πασάδων. Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι στο σύνολό της η αυτοκρατορία δεν είχε ενιαίο σύστημα διοίκησης.
Η Σάμος, η Χίος, τα Αμπελάκια, η Αίγυπτος αποτελούν ενδεικτικές αναφορές. Το 19ο αιώνα τα προνόμια εισέρχονται σε μια πορεία διεύρυνσης.



Είναι η εποχή των μεταρρυθμίσεων, τα γνωστά τανζιμάτ. Ξεκίνησαν το Νοέμβριο του 1839 με το Χάτι Σερίφ του Γκιουλχανέ, επί Σουλτάνου Αμπτούλ Μετζίτ (1839-1863) και με το Μουσταφά Ρεσίτ πασά.
Η αρχή της νέας πορείας των προνομίων εδράζονταν στη δέσμευση για συνεργασία και συμπόρευση με όλους τους Οθωμανούς υπήκοους, ανεξάρτητα από τη θρησκευτική τους πίστη. Τα προνόμια κορυφώνονται με το ψήφισμα των Γενικών Κανονισμών το 1856.
Το προνομιακό ζήτημα ξεκίνησε στην πρώτη πατριαρχία του Ιωακείμ του Γ΄, όταν ο Σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ ο Β΄ αποφασίζει τον περιορισμό των προνομίων που είχαν οι Χριστιανοί.
Σκοπός και προοπτική του ήταν η πλήρης κατάργηση των δικαιωμάτων που είχαν να ρυθμίζουν ως μιλέτ, ως ορθόδοξη κοινότητα, δηλαδή θέματα όπως: εκπαίδευση, κλήτευση κληρικών, διαζύγια, κοινωνική πρόνοια με γηροκομεία, ορφανοτροφεία, πτωχοκομεία.
Ο Ιωακείμ ο Γ΄, στις 9 Δεκεμβρίου 1883, υπέβαλε την πρώτη παραίτησή του και αποσύρθηκε στο Βαφεοχώρι.

Στις 16 Δεκεμβρίου 1883 υπέβαλε τη δεύτερη παραίτησή του και στις 29 Δεκεμβρίου 1883 παραιτήθηκε το τρίτον και οριστικά, δοθέντος ότι και το εθνικό κέντρο, η Αθήνα, δεν βοήθησε και δεν συμπαραστάθηκε στο μεγάλο εκείνο Πατριάρχη που συνέδεσε τη δεύτερη πατριαρχία του (1901-1912) με το Μακεδονικό αγώνα και άλλα σπουδαία και λαμπρά γεγονότα του Γένους μας και του Ελληνισμού.
Τον διαδέχθηκε ο Ιωακείμ ο Δ΄ (1884-1886), παραιτηθέντος μετά από σοβαρά προβλήματα υγείας και εκδημήσαντος το 1887. Το ίδιο έτος Πατριάρχης εξελέγη ο Διονύσιος ο Ε΄ (1887-1897) ο οποίος, ως Μητροπολίτης Κρήτης, ξεκίνησε την οικοδόμηση και ανέγερση του μεγαλοπρεπέστατου Μητροπολιτικού ναού του Αγίου Μηνά στο Ηράκλειο.
Από τον Ιούνιο του 1890 μέχρι τον Ιανουάριο του 1891 έχομε τη δεύτερη φάση του προνομιακού ζητήματος. Ο Διονύσιος ο Ε΄, στις αρχές του 1890, υπέβαλε την πρώτη παραίτησή του και τον Αύγουστο του 1890 υπέβαλε τη δεύτερη.
Στη δεύτερη φάση του προνομιακού ζητήματος, σε κοινή συνέλευση, οι κληρικοί και λαϊκοί του ορθόδοξου μιλετιού αποφάσισαν το κλείσιμο των ιερών ναών, οι οποίοι άνοιγαν μόνο για την τέλεση των κηδειών.
Έμπροσθεν αυτής της δυναμικής αντίδρασης, ο Σουλτάνος υποχώρησε, με παρέμβαση του Τσάρου και των άλλων μεγάλων δυνάμεων.
Οι Χριστιανοί θα συνέχιζαν να οργανώνουν και να ρυθμίζουν σε κοινοτικό πλαίσιο, με τα προνόμιά τους, την πνευματική και κοινωνική ζωή τους. Οι ναοί άνοιξαν κι έτσι εόρτασαν τελικά τα Χριστούγεννα του 1890.

Η τρίτη φάση του προνομιακού ζητήματος (1908-1914) έγινε επί Πατριάρχη Ιωακείμ του Γ΄ και Γερμανού του Ε΄ (1913-1918) και αφορούσε κυρίως την υπαγωγή των χριστιανικών σχολείων στη δικαιοδοσία του υπουργείου παιδείας της αυτοκρατορίας.
Στον 21ο αιώνα και ήδη περί τα μέσα του 20ου, στο πλαίσιο του έθνους - κράτους, η Εκκλησία στην Ελλάδα είχε δικαίωμα και προνόμιο να διορίζει τους κληρικούς που χειροτονεί.


Ο ιερέας, για όλους εμάς που συγκροτούμε το σώμα του Χριστού και συναπαρτίζομε τα μέλη του μυστηρίου της Εκκλησίας, είναι ο λειτουργός των θείων μυστηρίων, της χάριτος και του ελέους του Θεού, που αναπληροί τα ελλείποντα και θεραπεύει τις πνευματικές και οργανικές ασθένειες των μελών της στρατευόμενης εκκλησίας, κατά τρόπο πολλές φορές θαυματουργικό και μη υποκείμενο στην ανθρώπινη λογική.

Για τους εκτός της Εκκλησίας συνανθρώπους μας και με όποια ιδεολογία ή κοινωνικοπολιτικό σύστημα οργάνωσης συντάσσονται, μπορούμε να συμφωνήσουμε στην κοινή βάση: ότι ο ιερέας είναι κοινωνικός λειτουργός και αυτό μαρτυρείται και από το γεγονός ότι δεκάδες δεκάδων χιλιάδες γεύματα παρέχονται καθημερινά από την Εκκλησία σε αναξιοπαθούντες αδελφούς μας.
Όπως, μπορούμε επίσης να συμφωνήσουμε ότι έχομε μια ευρύτατη κοινωνική πρόνοια, που ασκείται από τους ιερείς χωρίς την κρατική επιβάρυνση και σε εποχή υποχώρησης και εξασθένισης της κρατικής κοινωνικής πρόνοιας.
Για παράδειγμα, στην Ιερά Μητρόπολή μας, τα καθημερινά παιδικά γεύματα, η λειτουργία του Γηροκομείου, τα άνω των χιλίων πασχαλινά δέματα, που άρχισαν ήδη να προετοιμάζονται, είναι έργο των κληρικών, των ιερέων μας.

Οι ιερείς όχι μόνο καταβάλουν τον προσωπικό τους μόχθο και την αγωνία τους, αλλά αναζητούν και δωρητές για να ενισχύσουν τους πάσχοντες, τους αναξιοπαθούντες, τους πτωχούς και νεόπτωχους των ημερών μας.
Σε κάθε Μητρόπολη, επίσης, οι ιερείς με τη στήριξη ευλαβών δωρητών έχουν αναλάβει την συντήρηση των ιερών ναών, τον ευπρεπισμό τους, τη διαφύλαξη πολλών μικρών ή μεγάλων ναών, της βυζαντινής, μεταβυζαντινής περιόδου ή των νεότερων χρόνων και τη διάσωσή τους από την καταστροφή του χρόνου.
Τα πολιτιστικά μνημεία της παράδοσής μας, τα οποία παρουσιάζουν υψηλή για τον πολιτισμό μας αρχιτεκτονική, σπάνιο αγιογραφικό διάκοσμο, θαυμάσιες εικόνες, πανέμορφα ξυλόγλυπτα τέμπλα και κανδήλες, διαφυλάσσονται με τις βοηθητικές παρεμβάσεις (αναστηλώσεις, μονώσεις κ.ά.) των ιερέων μας, οι οποίοι εκτός από την κοινωνική μέριμνα, υπηρετούν κατ’ ουσίαν και ως φύλακες και συντηρητές στη διαφύλαξη των εκκλησιαστικών μας μνημείων, σε συνεργασία με τις κατά τόπους αρμόδιες κρατικές εφορείες.
Για την εύρυθμη και σωστή λειτουργία του ιερού ναού είναι απαραίτητοι οι ιεροψάλτες, οι νεωκόροι, το ηλεκτρικό ρεύμα και η ύδρευση, η οικονομική τακτοποίηση των οποίων καταβάλλεται από την εκκλησιαστική κοινότητα.

Η πολιτεία επιβαρύνεται μόνο με το μισθό του εφημερίου, τον οποίο στερεί ο εξοχότατος Υπουργός Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης κ. Γ. Ραγκούσης με την πρόσφατη εγκύκλιό του.
Δεν θα αναφερθούμε στη μοναστηριακή περιουσία, την οποία η προϋπάρχουσα του Ελληνικού κράτους Εκκλησία έχει καλώς παραχωρήσει και αυτό το έπραξε τότε για να βοηθήσει στην οργάνωση του κράτους και για να επιλύσει μείζονα θέματα, όπως των ακτημόνων ή των προσφύγων, ούτε βέβαια θα πούμε για τα της ανταποδόσεως Εκκλησίας και Πολιτείας.


Με την αναστολή του διορισμού των εφημερίων, ως Εκκλησία, αντιμετωπίζουμε μείζον θέμα, που δεν γνωρίζουμε πως θα εξελιχθεί. Με αφορμή το γεγονός αυτό καλούμεθα να προγραμματίσουμε το μέλλον μας.
Στο πλαίσιο των διακριτών ρόλων, καλούμεθα να προσδιορίσουμε τις σχέσεις μας με την πολιτεία. Να διαφυλάξουμε, να διασώσουμε και να προστατέψουμε, με την Ελληνική πολιτεία ή με τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το μόνο προνόμιο που έχουμε ως ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα, να διορίζουμε ένα κληρικό.
Η καταβολή από το κράτος ενός μισθού στον ιερέα, στο θρησκευτικό λειτουργό, είναι γεγονός σύνηθες και σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο μισθός αυτός είναι ο οβολός της πολιτείας προς την πνευματική και πολιτιστική προσφορά των κληρικών, η οποία πανθομολογουμένως είναι πολλαπλάσια αυτής του μισθού.
Προσφορά εκκλησιαστική, η οποία γίνεται χάρις στην καθημερινή οικονομική συμβολή της κοινωνίας προς την Εκκλησία. Παρ’ όλες τις ενορχηστρωμένες συναυλίες, η κοινωνία εξακολουθεί να εμπιστεύεται το θεσμό της Εκκλησίας.
Για τη λειτουργία, διαφύλαξη και συντήρηση δεκάδων χιλιάδων ναών στην Ελλάδα, μνημείων του πολιτισμού και της παράδοσης, για την κοινωνική και πνευματική διακονία η Ελληνική πολιτεία, έως το 2010, κατέβαλλε ένα μισθό στους θρησκευτικούς λειτουργούς της ορθόδοξης Εκκλησίας.

Η πρόσφατη εγκύκλιος του εξοχότατου Υπουργού Εσωτερικών Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης κ. Γ. Ραγκούση αναστέλλει αυτό το στοιχειώδες και βασικό εκκλησιαστικό προνόμιο – υποχρέωση του 21ου αιώνα.


Μητροπολίτη Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου
Ανδρέα Νανάκη

Καθηγητή Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης


από τη Romfea.gr

Ευτυχία των ασεβών και των απίστων - π. Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης



Σκανδαλίζονται πολλές φορές οι πιστοί από την ευτυχία των ασεβών και των απίστων. Πραγματικά, όταν ρίξωμε ένα βλέμμα γύρω μας, θα δούμε ότι ο Θεός, κατά την ανθρώπινη λογική, πολύ άδικα μοιράζει τα αγαθά του. Εκεί, όπου θα έπρεπε να δίνη ευτυχίες δίνει δυστυχίες. Εκεί, όπου θα έπρεπε να δίνη πλούτον, δίνει φτώχεια και εκεί, όπου θα έπρεπε να δώση φτώχεια, δίνει πλούτο. ΄Οταν περιμένωμε να μας ευλογήση, τότε μας δίνει ένα χτύπημα δυνατό, ενώ ταυτοχρόνως άλλους τους διατηρεί σ΄ ένα διαρκές χαμόγελο. Θα λέγαμε, χρησιμοποιώντας μια σύγχρονη φράση, ότι ο Θεός διαρκώς κάνει διακρίσεις. Σκανδαλιζόμαστε από αυτό. Γιατί άραγε;

Απλούστατα, διότι η καρδιά μας στρέφεται εις όλα αυτά, είναι καθηλωμένη εις αυτά, τα αγαπά, τα αποζητεί. ΄Ομως η λύσις του δράματος αλλού θα πρέπη να αναζητηθή. Δεν θα πρέπη να ζητούμε την κατάργηση αυτής της φαινομένης διακρίσεως, της φαινομένης αδικίας. Η αλλαγή θα πρέπη να γίνη μέσα μας. Πρέπει να γίνωμε εντελώς ξένοι προς παν το ανθρώπινον, προς πάσαν ανθρωπίνην λογική, ανθρωπίνην σκέψιν και προς παν αγαθόν. Να είμεθα αδιάφοροι προς πάντα. ΄Οταν αποξενωθούμε από όλα, τότε ο Θεός θα μπορή να είναι το παν για μας, να μένη σε μας μόνος ο Θεός. Αυτό θα μας δώση την ουσιαστική γαλήνη. Αλλοιώς, αν υπάρχη έστω και κάτι μέσα στην καρδιά μας που δεν είναι της άλλης ζωής αλλά αυτής, να ηξεύρωμε ότι συχνά θα βασανιζόμαστε.

Αρχιμανδρίτης Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης

http://anastasiosk.blogspot.com

Καλημέρα!



Καλημέρα!



.

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2011

Στάδια ἀναπτύξεως τῶν παθῶν:
 λογισμοί, συναισθήματα καὶ ἐπιθυμίες. Ἅγ. Θεοφάνης Ἔγκλειστος



Ἂς ἔρθουμε τώρα σ᾽ ἐσένα. Τί θὰ κανεὶς ἀπ’ ὅσα ἔχουμε πεῖ; Ἂν ἡ ἀπόφασή σου νὰ ὑπηρετήσεις τὸν Κύριο εἶναι εἰλικρινής, ἂν ὁ νοῦς σου εἶναι ἀδιάλειπτα πρσσηλωμένος στὸν Θεὸ μὲ εὐλάβεια καὶ ἂν ἐπιτηρεῖς αὐστηρὰ τὸν ἑαυτό σου, τότε εἶναι ἀδύνατο νὰ κινηθεῖ ποτὲ ἡ ψυχή σου πρὸς τὴν ἱκανοποίηση τῆς ἐμπαθοῦς ἐπιθυμίας, ἑπομένως εἶναι ἀδύνατο καὶ νὰ γευθεῖ τοὺς πικροὺς καρπούς της. Νὰ ποιὸς εἶναι ὁ ἐσωτερικός σου ἀγώνας.

. Λογισμὸς ἢ συναίσθημα ἢ ἐπιθυμία ἐμπαθὴς περνάει μερικὲς φορὲς ἀπὸ τὴν ψυχὴ ἀστραπιαία, σχεδὸν ἀσυνείδητα. Σὲ τέτοια περίπτωση, δὲν εἴμαστε ἔνοχοι, ἂν μόλις συνειδητοποιήσουμε τὴν προσβολή, διώξουμε μὲ ἀπέχθεια καὶ θυμὸ τὸ λογισμὸ ἢ τὸ συναίσθημα ἢ τὴν ἐπιθυμία.

Ἐνοχὴ ἔχουμε, ἄν, μετὰ τὴν συνειδητοποίηση τῆς προσβολῆς, καθυστερήσουμε ν’ ἀντιδράσουμε ἢ καὶ ὁλότελα ἀδρανήσουμε. Ὁ βαθμὸς τῆς ἐνοχῆς μας τότε εἶναι ἀνάλογος μὲ τὴν καθυστέρηση ἢ τὴν ἀδράνειά μας.

Διῶξε τὸν λογισμό, καὶ δὲν θὰ ὑπάρξει συναίσθημα ἢ ἕλξη. Δὲν ἐδίωξες ἔγκαιρα τὸν λογισμό, καὶ γεννήθηκε μέσα σου κάποιο ἐμπαθὲς συναίσθημα; Διῶξε τὸ συναίσθημα, καὶ δὲν θὰ ὑπάρξει ἐπιθυμία.

Δὲν ἔδιωξες ἔγκαιρα οὔτε τὸ συναίσθημα, καὶ γεννήθηκε μέσα σου κάποια ἐμπαθὴς ἐπιθυμία; Διῶξε τουλάχιστον τὴν ἐπιθυμία, καὶ δὲν θὰ κινηθεῖς πρὸς τὸ πάθος.

. Ἄν, παρατηρώντας στὸ νοῦ σου ἕναν ἐμπαθῆ λογισμό, τὸν δέχεσαι συνειδητὰ καὶ αὐτοπροαίρετα, εἶσαι ἔνοχη. Κι αὐτὸ γιατί δέχεσαι κάτι, ποὺ ξέρεις πὼς εἶναι ἐνάντιο στὸν Θεὸ καὶ σ’ ἐσένα. Δὲν εἶσαι ἔνοχη, ὅμως, ὅταν ἀθέλητα δέχεσαι τὸν λογισμό, φτάνει νὰ τραβᾶς ἀμέσως τὴν προσοχή σου μακριά του καὶ νὰ τὸν διώχνεις.

. Ἂν ἀφήνεις θεληματικὰ τὸν λογισμὸ νὰ στέκεται στὸ νοῦ σου ὅσο χρειάζεται γιὰ νὰ γεννηθεῖ ἕνα ἐμπαθὲς συναίσθημα στὴν καρδία σου, ἡ ἐνοχή σου αὐξάνεται λίγο. Καὶ ἄν, μετὰ τὴν γέννηση τοῦ ἐμπαθοῦς συναισθήματος, συνεχίζεις νὰ συντηρεῖς μέσα σου τὸν λογισμὸ ποὺ τὸ προκάλεσε, μὲ συνέπεια τὴν ἔξαψή του, τότε ἡ ἐνοχή σου διπλασιάζεται. Ἄν, πάλι, μόλις ἀντιλαμβάνεσαι τὴν γέννηση τοῦ ἐμπαθοῦς συναισθήματος τὸ διώχνεις, εἶσαι ἔνοχη μόνο γιὰ τὴν θεληματική σου παράδοση σ’ ἕναν ἐμπαθῆ λογισμό, ὄχι καὶ γιὰ τὸ συναίσθημα, ποὺ προκαλεῖται ἀπ’ αὐτόν.

. Ἄν, τέλος, μετὰ τὴν συνειδητὴ ἀποδοχὴ τόσο τοῦ ἐμπαθοῦς λογισμοῦ ὅσο καὶ τοῦ ἐμπαθοῦς συναισθήματος, γεννιέται μέσα σου ἡ ἐπιθυμία γιὰ κάποιαν ἐμπαθῆ ἐνέργεια, λ.χ. ἐκδίκηση, τότε ἡ ἐνοχή σου αὐξάνεται λίγο ἀκόμα. Καὶ ἄν, μόλις ἀντιλαμβάνεσαι τὴν ἐμπαθῆ ἐπιθυμία, δὲν τὴν ἀποδιώχνεις, ἀλλὰ τὴν ἀφήνεις νὰ χρονίζει μέσα σου, ἡ ἐνοχή σου αὐξάνεται περισσότερο.

. Δὲν θὰ προχωρήσω ἄλλο. Αὐτὰ εἶναι ἀρκετά, νομίζω, γιὰ τὴ διαφωτισή σου. Βλέπεις καὶ μόνη σου ὅτι, ἂν διώξεις ἀμέσως τὸν ἐμπαθῆ λογισμό, βάζεις τέλος στὸν πόλεμο πρὶν κἂν ἀρχίσει. Χωρὶς λογισμό, οὔτε συναίσθημα γεννιέται οὔτε ἐπιθυμία. Πάρε ἀπόφαση νὰ ἐνεργεῖς μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο. Γιατί νὰ ταλαιπωρεῖσαι ἄσκοπα ἀπὸ τὸν πόλεμο τῶν παθῶν, κάποτε μάλιστα καὶ νὰ κινδυνεύεις; Ἔχεις ἤδη ἀποφασίσει νὰ μὴν ὑποκύπτεις στὰ πάθη, ποὺ εἶναι ἀντίθετα στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἦρθε, λοιπόν, κάποιος λογισμὸς καί, χωρὶς νὰ τὸ θέλεις, προκάλεσε ἕνα ἐμπαθὲς συναίσθημα; Διῶξε ἀμέσως καὶ τὸν λογισμὸ καὶ τὸ συναίσθημα. Πρὶν προλάβεις ν’ ἀπαλλαγεῖς ἀπὸ τὴν παρουσία τους, μήπως γεννήθηκε μέσα σου μία ἐμπαθὴς ἐπιθυμία; Διῶξε την κι αὐτὴ μαζί τους δίχως καθυστέρηση. Νὰ ἔχεις ὡς ἀρχή: Μὴ δέχεσαι συνειδητὰ καὶ θεληματικὰ ἐμπαθεῖς λογισμούς, συναισθήματα ἢ ἐπιθυμίες. Μόλις ἐμφανίζονται μέσα σου, πρέπει νὰ τὰ διώχνεις μὲ θυμὸ καὶ ἀπέχθεια. Ἂν ἔτσι ἐνεργεῖς, θὰ εἶσαι πάντοτε ἀθώα μπροστὰ στὸν Θεὸ καὶ στὴν συνείδησή σου. Στὴν ψυχή σου θὰ ὑπάρχουν πάθη, ἀλλὰ θὰ ὑπάρχει καὶ ἀθωότητα. Ἄλλωστε, θὰ ἀγωνίζεσαι μὲ ζῆλο γιὰ τὴν καθαρσή σου ἀπὸ τὰ πάθη.
Ὁ Κύριος νὰ σ’ εὐλογεῖ!

Ἀπὸ τὸ βιβλίο: «Ὁ δρόμος τῆς ζωῆς – Γράμματα σὲ μιὰ ψυχή»,
ἔκδ. Ἱ. Μ. Παρακλήτου, Ὠρωπός Ἀττ. 2005, σελ. 232

http://anavaseis.blogspot.com

Καλημέρα!



Καλημέρα σε όλους!

Να έχετε μια όμορφη ημέρα!




.

Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

Προσπάθεια προς απόκτηση προσώπου "εν ετέρα μορφή" μοναχός Θεολόγος Ιβηρίτης



 Η εξομολογητική αγωνία του Νίκου Γ. Πεντζίκη

Ο Πεντζίκης, λόγω της δυσκολίας του ύφους του, της απέχθειάς του για τη συμβατική αστική θρησκευτικότητα αλλά και κάποιας "σαλότητας" που έβγαζε προς τα έξω, ενώ ήταν πολύ γνωστός στο Άγιο Όρος, παρέμενε ελάχιστα αναγνωρίσιμος για τους εκτός αυτού πιστούς. Περισσότερο τον εκτιμούσαν κάποιοι φιλολογικοί κύκλοι, ενώ πολλοί θρησκευτικοί διέκειντο επιφυλακτικά αν όχι εχθρικά απέναντί του. Έγραψα το κείμενο με πολλές παραπομπές στο έργο του, μπαίνοντας στον κίνδυνο να το κάνω σχολαστικό, για να δείξω, κυρίως στους κατά βάσιν θρησκευόμενους αναγνώστες του βιβλίου, πόσο στενά συνδεμένος με την Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν ο συγγραφέας και πόσο πνευματικό βάθος κρυβόταν κάτω από μια "αλλοπρόσαλλη" επιφάνεια. Το αναρτώ στο "Αντίφωνο" με κάποιες επουσιώδεις αλλαγές.

Παπαδιαμάντης - Πεντζίκης

Ο έρως και των δύο προς την Εκκλησία2 και τη γενέτειρα συνέχει το έργο τους και μας οδηγεί να παραλληλίσουμε τους φαινομενικά ανόμοιους, τον "μεγάλο πεζογράφο ποιητή των νεκρανθέμων της μνήμης"3 Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη με τον Νίκο Γ. Πεντζίκη. Ο δεύτερος συχνά αναφέρεται στον πρώτο. Μιλά για "την απλότητα και ταπεινότητα των ηρώων του"4, για τη "στοργή προς τον κόσμο που χάνεται και πεθαίνει"5, για την αφοσίωση στο σώμα του ελληνικού τοπίου, όπου "ζει και αναπνέει ολόκληρη η εθνική μας παράδοση"6, για την "εντύπωση πορείας τρόμου και δέους και διασώσεως δια της θαυμαστής δυνάμεως της ζώσης μνήμης"7, για τη διάβαση από τη μίμηση ξένων προτύπων σε "διηγήματα σχεδόν δίχως περιεχόμενο, αρχή και τέλος, εκφράσεις του λογικού του είναι περισπούδαστες"8 κι έτσι μαρτυρεί το χρέος του προς τον μεγάλο Σκιαθίτη και μοιάζει σαν να σκιαγραφεί τον εαυτό του.

Κάθε εποχή έχει τις συνιστώσες της.

Ο Παπαδιαμάντης προέρχεται από έναν κόσμο εν πολλοίς αδιάφθορο: Από ένα νησί όπου η Ορθόδοξη παράδοση είναι βίωμα καθημερινό· από ανθρώπους που αγιάζουν κάθε τους ενέργεια με τη χάρη της Εκκλησίας· από γένος ιερατικό· από φύση που μαρτυρεί την πανταχού θεία παρουσία. Μ' αυτά τα εφόδια αντιμετωπίζει την Αθήνα που αρχίζει να χάνει τον χαρακτήρα της ανατολικής πόλης και την ελληνική αστική κοινωνία που πιθηκίζει τα δυτικά. Κλονίζεται στην αρχή, στα πρώτα του μυθιστορήματα, στη συνέχεια όμως μεταδίδει τη χάρη όσων μετ' έρωτος αγαπά και περιγράφει, δροσίζοντας την αυχμηρή έρημο της πρωτεύουσας του ελλαδικού κρατιδίου.

Ο Πεντζίκης ζει σε άλλο περιβάλλον κι έχει άλλες καταβολές: Πόλη κοσμοπολίτικη, οικογένεια αστική, σπουδές στο εξωτερικό, χώρα ρημαγμένη από τις περιπέτειες των πρώτων δεκαετιών του αιώνα, με διασπασμένο τον παραδοσιακό ιστό της κοινωνίας, μερικά και αποσπασματικά βιωμένη τη ζωή της Εκκλησίας, ελάχιστες τις πνευματικές οάσεις στην Ελλάδα...

Δουλειά του Παπαδιαμάντη, να συμφιλιώσει τους διανοούμενους με τις περιφρονημένες χαρές της παιδικής τους ηλικίας, να υπενθυμίσει στους ξεριζωμένους χωρικούς την αλήθεια και τη χάρη της απλότητας και της ταπείνωσης όπως βιώνεται στον τόπο τους, να υπογραμμίσει πόσο είναι απαραίτητη η εν Χριστώ ζωή για την προσωπικότητα του καθενός και για την επιβίωση του Ελληνισμού.
Ο Πεντζίκης αγωνίζεται για την ισορροπία και ενότητα της ψυχής του, "που έχασε την παρθενικότητα, το πιο πολύτιμο πράγμα, που άπαξ χαθεί δεν ξαναποκτάται ποτέ"9 και του κόσμου, που είναι "σωρός καπνιζόντων ερειπίων"10, "γυρεύοντας θησαυρούς στα σκουπίδια, σε όσα οι άλλοι πετάν"11, προσπαθώντας να τα καθαρίσει και να τα συνθέσει με τη συνεκτική χάρη του Κυρίου.


Το έργο του

Για τον Νίκο Γ. Πεντζίκη το γράψιμο είναι "συμβόλαιο της μετά των άλλων παντοτινής ενώσεως"12. Η προσπάθειά του για έκφραση έχει κάτι το βαθιά υπαρξιακό: "Αμαρτάνω, γιατί δεν είμαι καθαρή και μόνη έκφραση. Το ύφος με το οποίο εκφράζομαι, περιορίζει τον καθολικό και αιώνιο Λόγο απολύτως στενά στην ατομική, προσωπική μου περίπτωση"13 και "παλεύοντας σ' ένα σκοτεινό χάος ο λογισμός μου, ένιωθα να με παρωθεί με αρκετή δύναμη προς την αυτοκτονία και το βίαιο τέλος, τα ίδια ένιωσα και το βράδυ επιστρέφοντας. Κατά βάθος όλα τα γραψίματά μου δεν είναι παρά σειρά απαντήσεων σε παρόμοιες δυστυχείς παρορμήσεις. Μάλιστα, η επιτακτική ανάγκη αυτών των απαντήσεων είναι που με κάνει να θεωρώ ως εργασία και δουλειά το γράψιμο, παρ' όλον ότι δεν μπορώ να πω ότι στηρίζω την κοινωνική μου σχέση και συντήρηση στο σχετικό κόπο."14

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΔΕΡΦΟΙ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ....




ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΕΥΛΟΓΙΑ ΣΤΟ ΚΑΘΕΝΑ ΜΑΣ, ΚΑΛΗ ΦΩΤΙΣΗ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΔΥΝΑΜΗ

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011

Π.ΕΦΡΑΙΜ ΦΙΛΟΘΕΪΤΗΣ'Η ΔΥΝΑΜΙΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ.............




H ευχή του Ιησού.............


Ιερά Μονή Μυρσινιωτίσσης Καλλονής Λέσβου....


μαζί με τη Παναγία τη Μυτριδιώτισσα γιορτάζει και η Παναγία Μυρσινιώτισσα στη ομώνυμο Μονή στη Καλλονή της Λέσβου...



του Αρχιμανδρίτη Νικοδήμου Παυλόπουλου
Μυτιλήνη 2000
***
ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η Μονή αύτη τιμώμενη επ' ονόματι της «Κοιμήσεως της Θεοτόκου» και επωνυμουμένη της «Μυρσινιωτίσσης» ένεκεν της περί αυτήν υπό μυρσινών καταφοίτου κοιλάδος, κατά πάσαν πιθανότητα, κείται επί της νοτιοδυτικής κλιτύος του βουνού «Δρακοντίτσι» παρά τον Φάραγγα, έχουσα υπεράνω αυτής πιτυοφόρους αειθαλείς λοφίσκους, έμπροσθεν της κατάφυτον αναπεπταμένον το ζείδωρον πεδίον της Καλλονής προ των ομμάτων της ευρείαν εκτεινομένην την κυανόχρουν θάλασσαν, και υπό τα αιώνια κράσπεδα της ρέοντα τον γηραιόν χείμαρρον «Αλευροπόταμον», βρύοντα μυρσίνης, σχοίνου πικροδάφνης μετά κοτίνου, των συμβόλων της δόξης και αρετής, δι' ων καταστέφονται και καλλύνονται τα επί της γης μεγαλεία του Θεού, ως ο ασκητικός βίος ασπίλου και άμωμου παρθένου, νύμφης δοθείσης εις τον Νυμφίον και Κυριόν της δόξης. Ούτω κειμένη η μονή της Παναγίας της Μυρσινιωτίσσης, απέχει από της ανδρώας του Λειμώνος περί τα 45 λεπτά της ώρας, περί τα 30 από της Μητροπόλεως Καλλονής και της θέσεως του Φάραγγος, και περί τα 15 από της κώμης Δαφίων.

* Αναδημοσιεύουμε την ως άνω τοπογραφίαν — εν είδει εισαγωγής — της Ι.Μ. Μυρσινιωτίσσης, ως υπέροχον και λογοτεχνικήν, καθώς εδημοσίευσε ταύτην ο Σταύρος Καρυδώνης εν σελίδι 28-29 του περισπούδαστου αυτού βιβλίου «Τα εν Καλλονή της Λέσβου Ιερά Σταυροπηγιακά Πατριαρχικά Μοναστήρια του αγίου Ιγνατίου Αρχιεπισκόπου Μηθύμνης.» Εν Κωνσταντινουπόλει 1900 εκ του Πατριαρχικού Τυπογραφείου.

***


Κεφάλαιον Α'

Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Πριν από αμνημόνευτα χρόνια(τουλάχιστο από το 12ο αιώνα) παραδίδεται από στόμα σε στόμα η θαυμαστή φανέρωση της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας μέσα στις μυρσίνες.
Η παράδοση βέβαια είναι πολύ παλαιότερη από την ιστορία της θαυμαστής ευρέσεως της θαυματουργού εικόνας της Παναγίας της Μυρτιδιώτισσας στα Κύθηρα.

Γι' αυτό και εξ αρχής το Μοναστήρι μας ονομαζόταν «της Μυρσίνης», καθώς μαρτυρείται σε πατριαρχικό σιγίλλιο του 1311, των αρχών δηλ. του 14ου αιώνα.
Ο τόπος της ευρέσεως μαρτυρείται μέχρι σήμερα. Βρίσκεται αριστερότερα από το σημερινό Μοναστήρι, λίγο πάνω από το ντοσιμέ πού συνδέει τη γυναικεία με την ανδρική Μονή.
Εκεί και κτίστηκε πριν από χρόνια με δαπάνες μιας μακαρίτισσας Μοναχής της Μητροδώρας Μπαραμπούτη από το Πλωμάρι ένας μικρός γραφικός ναΐσκος με τσιμεντένια καμπυλωτή σκεπή, ο οποίος συγκεντρώνει την ευλάβεια πολλών καλών γυναικών από την Καλλονή και τα Δάφια πού ποτέ δεν αφήνουν το καντήλι της σβηστό.

Επειδή δε είναι πολύ γραφικός ο τόπος γίνονται και πολλές εκδρομές των σχολείων και των ενοριακών Εστιών στο άγιο μέρος αυτό.

Κατά την παράδοση, στον ευλογημένο αυτό τόπο πρωτοφάνηκε το θείο φως της εικόνας της Παναγίας. Το είδαν πρώτοι από την Καλλονή, ο Μητροπολίτης και η αυλή του, το περιβάλλον του δηλαδή. Έτρεξαν αμέσως κατά την νύκτα, οδηγούμενοι από το θείο φως, άλλ' ενώ επλησίαζαν το φως εξαφανιζόταν. Τούτο γινόταν επί τρεις συνεχείς ημέρες.
Την τρίτη φορά είδαν ότι το φως τώρα πια δεν χανόταν, αλλά μετατοπιζόταν δεξιότερα. Ακολούθησαν το φως και έφθασαν μέσα στο πευκόφυτο δάσος του βουνού Δρακοντίτσι, εκεί όπου σήμερα είναι κτισμένο το ιερό Μοναστήρι. Εκεί στάθηκε το φως και τους έδειξε φωτιζόμενη και ολοκάθαρη την εικόνα της Παναγίας, η οποία με την χάρη της Θεοτόκου περπατούσε και μαζί της περπατούσε και το φως των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος με τα οποία ήταν σφραγισμένη.

Τον τόπο τον διάλεξε η Παναγία. Σαν Δέσποινα του κόσμου δέσποζε από εκεί επάνω όλου του κάμπου της Καλλονής και σαν κλώσσα σκεπάζει κάτω από τις φτερούγες της «τα νοσσία εαυτής» όλα τα πνευματικά της παιδιά του Λεκανοπεδίου της Καλλονής.
Εκεί ο τότε Μητροπολίτης μαζί με ζηλωτές χριστιανούς και με το φύτεμα στα θεμέλια του σταυρού πού σαν ευλογία είχαν πάρει από τα Πατριαρχεία της Πόλης έκτισαν το Σταυροπήγιον της Μυρσίνης.

Εκεί η Παναγία έδειξε και διαφορετικά τη χάρη της. Έκτος από τη θαυμαστή της φανέρωση και τα πολλά θαύματα πού έκανε στους αρρώστους, παρουσίασε και ιαματικό νερό σαν Ζωοδόχος πηγή πού είναι, κάτω ακριβώς από τον τόπο όπου στάθηκε το φως και βρέθηκε η αγία Εικόνα. Το άγιασμα αυτό αργότερα διοχετεύτηκε σε ωραία μαρμάρινη βρύση πού μέχρι σήμερα σώζεται δίπλα στη μεγάλη βρύση της Μονής και στη γωνία ακριβώς του Νάρθηκα της Εκκλησίας.

Σήμερα και η επιγραφή είναι συγκεκομμένη, φθαρμένη και δυσανάγνωστη και το άγιασμα τον περισσότερο καιρό στερεύει, ασφαλώς γιατί έδωσε τον τόπο του στο νέο άγιασμα πάνω από τον τάφο του ανακαινιστή της Μονής του και κτήτορος της Ι. Μονής Μυρσινιωτίσσης κατά τον 16ο αιώνα αγίου Ιγνατίου του Αγαλλιανού.
Ύστερα από την καταστροφή του ιερού Σταυροπηγίου και εκ κληρονομιάς, περιήλθε στην κυριότητα του αγίου Ιγνατίου το κατερειπωμένο Σταυροπήγιο της Μυρσίνης. Δύσκολα τα χρόνια, φτώχεια μεγάλη, σκοτάδι πνευματικό, και εμπόδια ανυπέρβλητα ένεκα της τουρκοκρατίας.

«Τότε δη τότε», το 1527 ο άγιος στάθηκε στον τόπο της ευρέσεως της Ιερής της Παναγίας εικόνας και βλέποντας τα ερείπια της Μονής παράλληλα δε ποθώντας την ανακαίνιση της σήκωσε το χέρι του προς το βράχο πρότεινε το δάκτυλο του και είπε με πίστη ατράνταχτη «αν είναι θέλημα Θεού να χτίσω το Μοναστήρι ας σημειωθεί πάνω στον βράχο το σημείο του σταυρού», και ω του θαύματος βαθούλωσε ο βράχος με το άγγιγμα του αγίου δακτύλου και το σημείο του σταυρού σημειώθηκε, και ο άγιος ενδυναμώθηκε στην ιερή του απόφαση και τον υπέρογκο του αγώνα να ξανακτίσει από τα ερείπια το μεγάλο Μοναστήρι της Μυρσινιώτισσας.

Ο σταυρός εκείνος ο θαυμαστός φαίνεται μέχρι και σήμερα.

***


Κεφάλαιο Β'

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ

1. Κτίσμα του 12ου αιώνος

Δύο χιλιόμετρα βορειότερα της Καλλονής, ξαπλωμένο στην πλαγιά του βουνού «Δρακοντίτσι» και ατενίζοντας τον κόλπο βρίσκεται το ιστορικό και παλαίφατο Μοναστήρι της Μυρσινιώτισσας.

Κτήτοράς του είναι ο άγιος Ιγνάτιος ο Αγαλλιανός, ο μετέπειτα Μητροπολίτης Μηθύμνης. Υπάρχουν όμως Ιστορικές μαρτυρίες και παλαιότερες για το Μοναστήρι αυτό, πού δείχνουν ότι υπήρχε πολύ πριν ο άγιος κατά το 1523 το ανακτίσει και εξωραΐσει.

Το 1331 στη Σύνοδο του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως οπού προήδρευε ο Πατριάρχης Ησαΐας, ο συνοδικός Μητροπολίτης Μηθύμνης Μαλαχίας ανέφερε ότι οι Μοναχοί της Μονής του Καλέως κατάλαβαν και οικειοποιήθηκαν με παράλογο και άδικο τρόπο τέσσερα Μοναστήρια του, μεταξύ δε αυτών και το της Μυρσίνης, και ότι κατάφεραν με πονηρούς και ανέντιμους τρόπους και μέσα να εξασφαλίσουν και αυτοκρατορικό Χρυσόβουλο από τον Ανδρόνικο τον Γ' για να κατοχυρώσουν επάνω τους το Μοναστήρι και την περιουσία του. Εκδικασθείσης όμως της υποθέσεως απεδόθησαν τα Μοναστήρια και το της Μυρσίνης εις την Εκκλησία Μηθύμνης υπό την εξουσία του οικείου Μητροπολίτου και την επίβλεψη αυτού.(Βλέπε Ιωάννου Μουτζούρη, Τα χαριστικά και ελεύθερα Μοναστήρια, Αθήναι 1964, σελ.90.)

Υπήρξε άρα κατά πολύ παλαιοτέρα του 14ου αιώνος η μονή και κατά το εξαρχικό γράμμα του Εφέσου Δανιήλ του 1487(19 Οκτωβρίου), πατριαρχική-σταυροπηγιακή. Με την πάροδο του χρόνου όμως παρήκμασε και περί τους χρόνους της αλώσεως φαίνεται εγκαταλελειμμένη και κατερειπωμένη, διατηρουμένου μόνο του ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και των γύρω αυτής μπαχτσέδων, οι όποιοι περιήλθαν στην κυριότητα και κατοχή των κατακτητών.
Το 1470 η πρεσβυτέρα του Οικονόμου Μηθύμνης Παπαξένη το αγόρασε από τις τουρκικές αρχές για να μη μένει το καντήλι της Παναγίας σβηστό και βεβηλώνεται ο ιερός της τόπος από τους Αγαρηνούς.

Από δε τον Πατριάρχη Συμεών, γύρω στα 1472, έλαβε ή παπαδιά την άδεια να διορίζει Ιερέα όποιον ήθελε για να λειτουργεί την Παναγία.
Από την παπαδιά το κληρονόμησε ο πάππος του αγίου Ιγνατίου, ο μεγάλος ιερέας Γεώργιος, και στη συνέχεια ο πατέρας του ιερεύς Μανουήλ Αγαλλιανός.

2. Επανασύσταση και ανακαίνιση

Ο Μανουήλ Αγαλιανός, ιερέας του Φάραγγα της Καλλονής, ενός μικρού χωρίου πού βρισκόταν σε απόσταση ενός τετάρτου ανατολικότερα της Μυρσινιωτίσσης, εγέννησε το 1492 έναν «ηγιασμένον εκ κοιλίας μητρός» γιό πού τον ονόμασε Ιωάννη. Ο Ιωάννης από νήπιο ακόμη έδειχνε πόσο μεγάλος θα γινόταν. Ήταν προικισμένος με πλήθος αρετές.
Τα ιερά γράμματα τα «οίδεν από βρέφους», μαθαίνοντας τα από τον ευλαβέστατο πατέρα του, τον ιερέα Μανουήλ. Άλλα και με προσωπικές του μελέτες μορφώθηκε τόσον, ώστε έγινεν ένας άριστος θεολόγος, αλλά και ποιητής και ζωγράφος.

Περισσότερον όμως καλλιτέχνης και επιστήμονας, φάνηκε επάνω στις ψυχές, και τη δική του πού την εξωράισε με το διάδημα των αρετών και των πνευματικών του παιδιών πού πλήθος όσον απέκτησε. Είχε πάντοτε τάσεις φιλομοναχικές.
Άλλα δεν αντιστάθηκε και στην παράκληση του πατέρα του να νυμφευθεί μιαν αγνή και πάγκαλλη κόρη και συνδέθηκε μυστηριακά με τη Μαρία.
Έγινε βέβαια και ιερεύς και με την πρεσβυτέρα του ανέλαβε τη βοήθεια του λάου της μικρής του ενορίας στο Φάραγγα. Απόκτησε και παιδιά, τα όποια ανέθρεψε «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου».

Θέλημα Θεού όμως ήταν να μείνη και πάλιν ελεύθερος από δεσμούς κοσμικούς και οικογενειακές υποχρεώσεις. Με ένα λοιμό πού ξαπλώθηκε και θέρισε πολύ κόσμον απέθαναν και η γυναίκα του και τα παιδιά του εκτός από ένα, το Μεθόδιο, πού και εκείνο τον προόριζε ο Θεός για έργο μεγάλο υπέρ του δούλου γένους, υπέρ των γραμμάτων και τεχνών.
Την περιπέτεια του αυτή τη δέχτηκε με υπομονή και εγκαρτέρηση, «ου μην αλλά» και με απόλυτη εμπιστοσύνη στην αγάπη και την πρόνοια του Θεού, με την οποία ενεργεί ο παντοδύναμος του κόσμου τη διακυβερνήσει. Θυμήθηκε την πρώτη του ιερή και άγια κλίση. Το πένθος του το εξέλαβε σαν μία άλλη κλήση και χωρίς να χάνει καιρό παρέλαβε τον γέροντα πατέρα του ιερέα Μανουήλ Αγαλλιανό και τον γιο του Μεθόδιο και ανέβηκαν στο πατρικό του κτήμα, την Παναγία τη Μυρσινιώτισσα όπου και τον ακολούθησαν στη συνέχεια πλήθος παρθένων γυναικών, για να ζήσουν κάτω από την υπακοήν εκείνου του δοκιμασμένου κυβερνήτη των ψυχών. Στην α' Διαθήκη του αγίου αναφέρονται τα ονόματα των πρώτων καλογραιών: «κυρά Μακαριά και Καθηγουμένη, κυρά Αθανασία η Ροδίτισσα, κυρά Δομετιανή η Ροδίτισσα, κυρά Μάρθα και Ευγενία, κυρά Μακαριά η Πολίτισσα, κυρά Αθανασία η ετέρα». Παράδειγμα σπάνιο και καταπληκτικό, ο άγιος Ιγνάτιος μαζί με τις μονάζουσες να έχη υποτακτικούς του τον πατέρα του και το γιο του το Μεθόδιο το θαυμαστό! Ο πατέρας του πάλι δια προσηλωτικού γράμματος της 25ης Μαρτίου 1527 πού το υπογράφουν ο Μηθύμνης Μακάριος και ο πρώην Πισσιδείας Μακάριος κληροδότησε τη Μυρσίνη στο γιο του Ίερομ. και Σακελλίωνα Μηθύμνης Ιγνάτιο. Επί της κυριότητος και διαχειρίσεως του αγίου Ιγνατίου εγνώρισεν ήμερες δόξης και λαμπρότητος η παλαίφατη πατριαρχική και σταυροπηγιακή της Μυρσινιώτισσας Μονή.

Ο άγιος Ιγνάτιος όπως αναφέρει στην πρώτη του διαθήκη ανακαίνισε και «επί τα κρείττω ανήγαγε» τη Μονή και την αφιέρωσε «ταις Μοναστήριαις ταις κατά καιρούς».
Εδώ εγκατέστησεν ο άγιος Ιγνάτιος το πρώτο κατηχητικό - κρυφό σχολειό των κορασίδων της Λέσβου. Εδώ ίδρυσε την υπέροχη Σχολή υφαντουργίας και κεντήματος, στην οποίαν εκπαιδευόταν οι νέες της Καλλονής και των περιχώρων, και από την οποία προέρχονται υπέροχα και αμύθητου αξίας κεντήματα και υφαντά άμφια και καλύμματα, πού κοσμούν ήδη τα σπουδαία Μουσεία της ανδρικής Μονής του Λειμώνος.


3. Μέτρα υπέρ της Μονής

Για περισσότερη ασφάλεια της Μονής εκανόνισε με τις δυο του Διαθήκες ο άγιος Ιγνάτιος τον τρόπο της λειτουργίας και της διαβιώσεως των καλογραιών.
Με την πρώτη του διαθήκη του 1530 επιβάλλει το κοινοβιακό σύστημα, υποχρεώνει τον Ηγούμενο της ανδρικής Μονής του Λειμώνος να επισκέπτεται κατά μήνα τη Μυρσινιώτισσα και να εξετάζει τα ζητήματα των καλογραιών, απαγορεύει την είσοδο των ανδρών, ενώ για τις ιερουργίες επιτρέπει την είσοδο γηραιού ιερομόναχου.
Με τη δεύτερη του διαθήκη του 1565 καθιστά υπεύθυνη την Ηγουμένη για την επίβλεψη των καλογραιών και την ανάθεση των διακονημάτων (υπηρεσιών), επανεπιβάλλει το κοινοβιακό σύστημα και αυστηρή νηστεία, όπως την ορίζει η αγία μας Εκκλησία, θέλει να διατηρούν οι μονάστριες τους κήπους καλλιεργημένους και θαλερούς, να υπακούουν στην Ηγουμένη και να ζουν ειρηνικά μεταξύ τους εξασκώντας το διακόνημά τους για ένα χρόνο πιστά και αφοσιωμένα, και ύστερα αναδεχόμενες άλλο διακόνημά από την Ηγουμένη.

Άλλα και ο γιος του αγίου Ιγνατίου ο Μεθόδιος, ο και διάδοχος του στα Μοναστήρια με τη διαθήκη του επαναλαμβάνει τις διαθέσεις του αγίου πατέρα του και λεπτομερέστερα αναφέρεται στα διακονήματα και στις άδειες εξόδου από τη Μονή και στις υποχρεώσεις της ανδρώας Μονής προς τη γυναικεία.

Ας παρακολουθήσουμε τα σχετικά αποσπάσματα της διαθήκης του Μεθοδίου από τις 23 Δεκεμβρίου 1576:

«Έπειτα λέγομεν ίνα καθαρώς διάγειν το εαυτών κοινόβιον εις τα πάντα, λέγω δη τα τε της τραπέζης, των τε τροφίμων και των αυτών ενδυμάτων, και μηδοποσούν ονομάζειν εν τω αυτάς νήθειν ότι τούτο το επικάμισον ή το ράσον του δεινός ή της δεινός, αλλά νήθειν και υφαίνειν ταύτα τα τε ράσα και επικάμισα δια μέσου, και του καθ' ενός, ως εστίν αρμόδιον, λαμβανέτω. Ως οι τας Μονάς επιβλέποντες και επιπρονοούντες μετά φόβου και ευλάβειας Θεού εις το αρμόζον και επιχορηγείν ταύτα αυτοίς, και όντως έσεται, ως γράφομεν και ως εστί το δίκαιον».

«Εκ πάντων δε και αι θυρωροί ίνα έχωσιν ακριβή ασφάλειαν εις τας εισερχομένας και εξερχομένας, ίνα επιθεωρώσι τι αν η εισερχόμενη κομίζει και η εξερχόμενη πάλιν ομοίως και αναγγέλλειν τη καθηγουμένη... άλλ' όταν τις εξέλθη και φέρη μη το σύνολον κρυφίως εισέλθη εις το κελλίον του καθενός, αλλά φανερώς εις το μέσον επιδοθήτω εις το θεωρείν ή ευρισκομένη καθηγήτρια(ή ηγουμένη) τι αν έφεραν εις το κελλίον, και πάλιν ή αυτή με τας ευρισκομένας γερόντισσας εις το τί επιδώσωσι ταύτη τη φερομένη το δώρον».
«Έτι δε επιβεβαιώ και γράφω οικειοχείρως το εμοί δια ζώσης φωνής παραγγελθέν εκ του ημετέρου πατρός, και μάλλον και οι την σήμερον ενοικούντες εν τη ημετέρα Μονή καλώς επίστανται και ακηκόασι και αυτοί εξ αυτού, ίνα το τρίτον εισόδημα εξοδιάζηται εις το των γυναίων μοναστήριον, λέγω δη της Παναγίας μου της Μυρσινιωτίσσης εις όσον τον καθέκαστον χρόνον επιχορηγήσει ο πανάγαθος ημών Θεός μετ' ασφαλείας και φόβου Θεού από τε μικρού...».

Φαίνεται όμως ότι κατά καιρούς εγίνονταν ορισμένες παρατυπίες και παραβάσεις των διαθηκών του αγίου και του Μεθοδίου και γι' αυτό οι κατά καιρούς Πατριάρχες δια συνοδικών επισήμων γραμμάτων επέβαλαν την τάξη και επροστάτευαν τις Μοναχές από ολισθήματα.
Κατά ταύτα το 1700 ο Πατριάρχης Σωφρόνιος με πατριαρχικό του γράμμα (ύπ' αριθμ. 36 στο αρχείο της ανδρώας Μονής) διατάζει να μη βγαίνουν οι καλόγριες έξω από το Μοναστήρι ούτε για να μαζέψουν βότανα ή ελιές ούτε για να τρυγήσουν το αμπέλι τους, ούτε για να αγοράσουν μαλλιά για το εργόχειρο τους, ούτε να πηγαίνουν στα συγγενικά τους σπίτια ή άλλων λαϊκών, ούτε να βαπτίζουν παιδιά, αφού για όλα αυτά φροντίζει ο Ηγούμενος.
Στις 28 Όκτωβρίου του 1775 ο ίδιος πατριάρχης Σωφρόνιος δια πατριαρχικού αυτού γράμματος (ύπ' αριθ. 35 στο αρχείο της ανδρώας Μονής) απαγορεύει στις Μοναχές να χρησιμοποιούν το κοινό λουτρό, το όποιον έκτισαν παράνομα και κατά παράβαση των εντολών του αγίου και διατάζει τον Ηγούμενο να το κατακρημνίσει, πράγμα πού έγινε, καθώς μαρτυρεί με άλλο του γράμμα το 1777 κατά Μάιον(άριθμ.37). Πλην μέχρι σήμερα κανένα ποτέ δεν παρουσίασε σκάνδαλο, αλλά με σωφροσύνη και περισσή αρετή ζουν όλες οι Μονάστριες δίδοντας το παράδειγμα της σωφροσύνης και της σεμνότητας.

4. Επισκευές

Η Ιερά Μονή Μυρσινιωτίσσης ύστερα από τη ριζική της επισκευή και ανακαίνιση κατά το 1523 από το νέο κτήτορά της άγιον Ιγνάτιο, επισκευάστηκε και επεκτάθηκεν από τον ίδιο και πάλι το 1536. Το 1537 ολοκληρώθηκε η περίφραξη της Μονής με τοίχο υψηλό, καθώς μαρτυρείται από την ανάγλυφη επιγραφή πού βρίσκεται στο ανώφλι της εσώτερης (τρίτης κατά σειρά) πόρτας της Μονής.

Το 1577 ο γιος του αγίου Μοναχός Μεθόδιος έκτισε με πελεκητές σταχτιές πέτρες έξω και αριστερά από το νάρθηκα της Εκκλησίας μεγάλη και υπέροχη βρύση όπου διατηρείται ακόμη ανάγλυφη επιγραφή και γεωμετρικές παραστάσεις. Έτσι επισκευασμένη εκράτησεν η Μονή 300 ολόκληρα χρόνια δεχόμενη πάντοτε τη στοργική φροντίδα των εκάστοτε Ηγουμένων και Ηγουμενισσών από ληστές και από σεισμούς και πυρκαϊές.
Το 1709 ένας πασίγνωστος τότε ληστής τούρκος, ονόματι Μαχμούτ, μαζί με τον άλλο σεσημασμένο και συστηματικό ληστή Δουρμούς Αλή, έκλεψε πολλά πολύτιμα σκεύη και την ιερά κάρα του αγίου Ιγνατίου του κτήτορος. Όταν όμως επιχειρούσε να διαφύγει στη μικρασιατική γη από το Μόλυβο τον συνέλαβαν και κατά διαταγή του Ναζίρη Μυτιλήνης τον απαγχόνισαν. Έτσι η χαριτόβρυτος και θαυματουργός, του κτήτορος κάρα μαζί με τα ιερά πολύτιμα σκεύη επεστράφησαν στη μονή.

Το 1816 επεσκευάσθη ο βορειοανατολικός εξωτερικός τοίχος καθώς φαίνεται από την εντοιχισμένη μικρή τετράγωνη πλάκα.
Το 1826 με πυρκαϊά πού αδηφάγος εξέσπασε κατακάηκαν τα μισά περίπου κελλιά της Μυρσινιώτισσας, τα όποια και ύστερα από έκκληση του λαού της Καλλονής προς τον Σουλτάνο, δι' αυτοκρατορικού φιρμανίου της 15ης Ιανουαρίου του 1826 επισκευάσθησαν.
Το 1859 Μαίου 7 έπισκευάστηκεν ό βόρειος των κελλιών τοίχος.
Μεγάλη πανωλεθρία όμως έπαθεν η Μονή στις 23 Φεβρουαρίου του 1867 όταν φοβερός σεισμός εκοσκίνησε κυριολεκτικά τη Λέσβο και τα περισσότερα χωριά κατερείπωσε. Και πάλιν η ανδρική Μονή επιστάτησε και ανεκτίσθησαν τα κελλιά και αποκατέστησαν τη Μονή στην πρότερη της μορφή.

Το 1898 ανακαινίστηκεν η βρύση έξω της Μονής παρά τον Πλάτανο για τους περαστικούς.
Το 1915 νέα πυρκαιά ενέσκηψε και άπετέφρωσε όχι μόνο τμήμα των κελλιών αλλά και ολόκληρο τον παλαιό και κατανυκτικότατο ναό με το ξυλόγλυπτο αρχαίο του τέμπλο. Θαύμα όμως ήταν καταπληκτικό και εξαίσιο πώς εσώθη από τη φωτιά η εικόνα της Παναγίας της Μυρσινιώτισσας, εικόνα αρίστης βυζαντινής τέχνης.

Έτσι επανακατασκευάστηκεν ο ναός περισσότερον υψηλός από τον πρώτο εξωτερικά, σε ρυθμό βασιλικής, εσωτερικά όμως με τα χαρακτηριστικά του βυζαντινού σταυροειδούς μετά τρούλου και υπερώου.
Από το 1917 ότε και απεκατεστάθη ο Ναός μέχρι του 1967 ουδεμία επισκευή έγινεν η προσθήκη. Τα τελευταία όμως 10 χρόνια έγιναν πολλές εργασίες στη Μονή. Επισκευάστηκαν όλα τα βόρεια κελλιά έξωτερικώς με καινουργή τοιχοποιία και σκεπές και τα μισά από τα νότια κελιά όπου διαμορφώθηκαν η κοινοβιακή τράπεζα, κουζίνα, ξενώνες και χώροι βοηθητικοί.
Με δαπάνες μάλιστα του Μητροπολίτου μας ανηγέρθη — αριστερά του υπερώου του ναού — ωραιότατος νάίσκος εις τιμή της αγίας Μεγαλομάρτυρας και πανσόφου νύμφης του Χρίστου Αικατερίνης.


5. Κατάλογος των Ηγουμενισσών.

Από τις διαθήκες του αγίου Ιγνατίου γνωρίζουμε τις δύο πρώτες Ηγουμένισσες, τη Μακαριά και τη Δομετιανή από του 1530.
Επειδή όμως αρχές του 19ου αιώνος κάηκε και σχεδόν αποτεφρώθηκε το μοναστήρι και ο ναός, κάηκε και ο κώδικας της Μυρσινιώτισσας και καθίσταται πλέον αδύνατος ή εξεύρεση των ονομάτων των από του 1530 μέχρι 1839 Ηγουμενισσών.
Τον κατάλογο των Ηγουμενισσών ελάβαμε από το περισπούδαστο βιβλίο του Σταύρου Καρυδώνη: «Τα εν Καλλονή της Λέσβου ιερά σταυροπηγιακά πατριαρχικά Μοναστήρια του αγίου Ιγνατίου Αρχιεπισκόπου Μηθύμνης, εν Κωνσταντινουπόλει 1900 εκ του πατριαρχικού τυπογραφείου», συμπληρώνοντας τον από το Μοναχολόγιο….

***

Κεφάλαιο Γ'

Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΜΥΡΣΙΝΙΩΤΙΣΣΑΣ

α΄ Πρώτη αυλή: Ένας αμαξιτός χωματόδρομος — πολλές φορές επιχωματωμένος και επισκευασμένος από το Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Μηθύμνης κ. Ιάκωβο — κάτω από τον άγιο Δημήτριο Καλλονής μήκους ενός χιλιομέτρου σε φέρνει σε 10 λεπτά στο Ιστορικό Μοναστήρι.
Ανεβαίνοντας το βλέπεις σαν υπερωκεάνιο μέσα σε μια καταπράσινη θάλασσα πού το σκεπάζουν πανύψηλα κύματα από πεύκα.
Πριν μπεις αριστερά βλέπεις μια απλή βρύση με χρονολογία 1898 έτοιμη να σε δροσίσει και ανακουφίσει από την κούραση του ανήφορου. Μπορείς ακόμη να κάτσεις για να ξαποστάσεις κάτω από ένα μικρό (παλαιότερα μεγαλύτερο) ολοστρόγγυλο πλάτανο και στα πεζούλια πού βρίσκονται έξω από την είσοδο. Ή είσοδος της Μονής ή πρώτη είναι απλή και απέριττη, δυο βαρείες ξύλινες πόρτες με κρικέλλα σιδερένια σου δίνουν την εντύπωση ότι θα μπεις σε περιορισμένο αγρόκτημα ή και καμιά αποθήκη.
Από μέσα πεζούλια μεγάλα δεξιά και αριστερά κάτω από μια μεγάλη κεραμιδοσκέπαστη σαγιά είναι στη διάθεση των εισερχόμενων ή και των εξερχόμενων χριστιανών για να τους δεχθούν και να τους ξεκουράσουν. Αριστερά ένας μεγάλος στάυλος με παχνιά για τα ζώα της Μονής και μια αποθήκη στο βάθος. Κατά μήκος δε και μέχρι του βόρειου υψηλού περιβόλου μικρά μπαχτσεδάκια απλά και ολοπράσινα πού τα περιποιούνται οι φιλόπονες Μοναχές και τα αξιοποιούν κατά τον καλλίτερο τρόπο.

Στο βάθος συναντάς και το κατάλυμα του Εφημερίου, ο όποιος κατά την διαθήκη του αγίου πρέπει να είναι γηραιός ιερομόναχος και να μένει έξω της Μονής εισερχόμενος μόνο για τη λατρεία. Είναι διώροφο. Τα δυο του δωμάτια βρίσκονται στην πρώτη αυλή και έξω απ' αυτά ένα ωραίο μαρμάρινο τραπεζάκι με ανάγλυφο μαρμάρινο δικέφαλο αετό (ασφαλώς ομφάλιο από τον παλαιό ναό ) και ένα υπαίθριο, συνάμα δε και κεραμιδοσκέπαστο (επίσημη σαγιά), καθιστικό, πού μοιάζει με καλοκαιρινό υπαίθριο ναό. Επάνω από την πόρτα και μέσα από ημικυκλική τζαμαρία η Παναγία η «Πορταριά» σαν την οικοδέσποινα πού δέχεται τους ξένους, έτοιμη να ανοίξει τις αγκάλες της και να κρατήσει και να ευλογήσει όλους τους ευσεβείς προσκυνητές.



β' Δεύτερη αυλή: Δρασκελίζοντας το κατώφλι της όμορφα βαμμένης αυτής εσώτερης εισόδου βλέπει δεξιά και αριστερά σκαλοπάτια. Τα αριστερά σου δύο σε οδηγούν σε ένα άλλο καθιστικό πού παλαιότερα όταν κτιζόταν ο Ναός εχρησιμοποιείτο για Ναός. Είναι και αυτό σαν το προηγούμενο υπαίθριο και κεραμιδοσκέπαστο. Τα δεξιά σου σκαλοπάτια επτά ή οκτώ σε ανεβάζουν στο ανώγειο των δύο πού προανάφερα κελλιών όπου και παλαιότερα έμενε ο πνευματικός της Μονής ένας ιερομόναχος γηραιός. Μπαίνοντας μέσα και ατενίζοντας από το παράθυρο του την Καλλονή με τον κάμπο της και το θαλάσσιο κόλπο της θαρρείς πώς βρίσκεσαι σε αεροπλάνο. Το θέαμα είναι μαγευτικό.

Βαδίζεις κατεβαίνοντας και συναντάς δεξιά μια πόρτα πού σε οδηγεί στους κάτω της Μονής μπαχτσέδες με πολλά οπωροφόρα δένδρα και μάλιστα εσπεριδοειδή, και αριστερά ωραίους μεγαλύτερους και καρποφορώτερους μπαχτσέδες με υπολείμματα ωραιότατα από αγκωνάρια και τεχνικά χτισμένα τούβλα του παλαιού υδρόμυλου της Μονής.
Πριν συναντήσεις την εσώτατη είσοδο (τρίτη κατά σειρά πόρτα) και αριστερά ακριβώς από τα κατάλοιπα του νερόμυλου σε παρακινούν να τα ανέβεις, πλατιά και μεγάλα πέτρινα σκαλιά πού σου θυμίζουν κάποιο Γολγοθά, στο τέρμα της το νεκροταφείο μικρό και περιποιημένο, ο τρανώτερος κήρυκας της αξίας της σιωπής. Το οστεοφυλάκιό της, κανονικό και πολύ περιποιημένο, σε βαθμό πού πολλοί από τα γύρω χωριά και μάλιστα από την Καλλονή και την αγία Παρασκευή να μεταφέρουν εκεί τα λείψανα των συγγενών τους για διηνεκή ασφάλεια και των νομίμων απονομή. Ο ναΐσκος της αγίας Αγνής, μονόκλιτη βασιλική, με σκεπή σε σχήμα μπρούμυτης σκάφης φτιαγμένη από σοβαντισμένο μπαγλατί και με ξύλινο τέμπλο απλό και λαϊκό λειτουργεί τα Ψυχοσάββατα και έκτακτα, όσες φορές κάποιας μοναχής η μνήμη το απαιτεί. Τα πανύψηλα πεύκα πού βρίσκονται έξω από το ναΐσκο και το οστεοφυλάκιο μοιάζουν με σκάλες πού ανεβάζουν τις κεκοιμημένες στον ουρανό αδελφές.

γ΄ Τρίτη αυλή: Κατεβαίνεις τα σκαλιά και επιστρέφεις μπροστά στον όμοιο με φούρνο παλαιό μύλο. Μπροστά σου στέκεται γηραλέα και επιβλητική η πρώτη είσοδος πού κατασκεύασεν ο άγιος. Επάνωθέ της το πέτρινον υπέρθυρο με την ανάγλυφη επιγραφή μάρτυς αψευδής της παλαιότητας και της δόξας της Μονής. Πόσοι και πόσοι δεν επέρασαν κάτω απ' αυτή για να μπουν στο ιερό και άγιο μοναστήρι, άρχοντες και μεγιστάνες, πλούσιοι και πτωχοί με επί κεφαλής τον άγιον Ιγνάτιο και τον μεγάλο του φίλο αγιώτατο Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σίλβεστρο, που ήλθε για να ενεργήσει των λειψάνων του αγίου μας τη μετακομιδή!
Μπαίνοντας μέσα απ' αυτήν νοιώθεις ένα σύννεφο μυστηρίου να σε κυκλώνει. Επικρατεί άκρα σιγή. Γλυκός και γνώριμος ακούγεται μόνον ο βόμβος των μελισσών πού κατέχουν όλο το αριστερό μέρος κάτω από το βορεινό περίβολο της μισής αυλής, για να συμβολίζει τις προσευχές των καλογραιών πού ασταμάτητα ανεβαίνουν στο Θεό.

Δεξιά σου βλέπεις τον πνευματικό μελισσώνα διώροφα κελιά με ένα ξύλινο χαγιάτι, αρκετά πεπαλαιωμένα με μια πόρτα προς την αυλή το καθ' ένα και ένα παράθυρο προς τη θάλασσα της Καλλονής, και αυτά συμβολικά του ότι οι Μοναχές κλείνονται στον εαυτό τους από τον κόσμο και ανοίγονται προς τον Θεό. Τα ισόγεια τους είναι τα εργαστήρια του αργαλειού και του κεντήματος, όπου οι φιλόπονες μοναχές υφαίνουν μεταξωτές ζώνες, κουβέρτες και άλλα. Στο βάθος τους μια όμορφη κοινοβιακή Τράπεζα με την κοινή κουζίνα, πού τελευταία εγκαινιάστηκαν από το Σεβασμιώτατο, αφού δε επανέφερε το ευλογημένο σύστημα, το κοινοβιακό.

Αμέσως αριστερά μια πέτρινη πανύψηλη σκάλα σε οδηγεί στο φούρνο και στο μελισσώνα. Υπάρχει και μια άλλη πέτρινη σκάλα από τα δεξιά του φούρνου. Στο φούρνο ψήνονται τα όμορφα γλυκά πού αφήνουν κατάπληκτους τους επισκέπτες και προσκυνητές. Δίπλα του δε το ρακοκάζανο, όπου γίνεται η απόσταξη από τα φύλλα της νερατζιάς του ανθόνερου, περιζήτητου για τα γλυκίσματα και τις ιερές λιτανείες.

Μια άλλη σκάλα, δίπλα στη βρύση σε φέρνει σε ένα τριώροφο «κονάκι», πανύψηλο και επιβλητικό, πού σαν αετοφωλιά αγναντεύει πέρα τον Όλυμπο και ψηλά τον ουρανό. Τούτο το ιδιόρρυθμο κελλί(παλάτι) εφιλοξένησε για πολλά χρόνια μια συγγενική τριάδα οσιωτάτων καλογραιών από το Σκαλοχώρι. Τώρα μένει άδειο, αλλά και μάρτυρας πνευματικών παλαιών μεγαλείων.
Δίπλα του στέκεται νεόκτιστο και σε στυλ νησιώτικο το παρεκκλήσι της αγίας Αικατερίνης πού χτίστηκε με έξοδα του Μητροπολίτου Μηθύμνης κ. Ιακώβου — ύστερα από αποκάλυψη — και για να θερμαίνει κατά το χειμώνα στις Ιερές Ακολουθίες τις Μοναχές.

Πίσω του και κατά μήκος του βορεινού τοίχου εκτείνονται τριώροφα κελλιά με σκάλες εσωτερικές, με υπέροχα ταβάνια, παλαιά καφασωτά, με ντουλάπια εντοιχισμένα, έπιπλα πραγματικά, εξωτερικά τουλάχιστον άριστα επισκευασμένα από το 1969. Η θέα μέσα απ' αυτά είναι φανταστική.

δ' Ο Ναός: Στο κέντρο επιβλητικός υψώνεται ο ναός. Δεσπόζει όλης της αυλής σαν πραγματικό καθολικό. Το πέτρινο μάλιστα διάζωμα του σου δίνει την εντύπωση πώς είναι διώροφος κι' αυτός. Και είναι πράγματι, αφού εμπρός κι' επάνω από το Νάρθηκα υπάρχει υπερώον, ο γυναικωνίτης ο γνωστός.
Στο Νάρθηκα υπάρχουν γύρω γύρω πεζούλια χτιστά με μαρμάρινες πλάκες σκεπασμένα, οπού κάθονται οι προσκυνητές και δέχονται τα φιλόφρονα κεράσματα των καλογραιών μια και το Μοναστήρι είναι άβατο γι' αυτούς. Εκεί κάθεται και ο Μητροπολίτης και ο Ηγούμενος και νουθετούν τις Μοναχές όταν το καλέσει ο καιρός. Στο νότιο πεζούλι βρίσκεται και η βιβλιοθήκη των εντύπων, μικρή αλλά με πολλά αξιόλογα πνευματικά βιβλία.

Ο κυρίως ναός είναι τρίκλιτος, χωρισμένος με τέσσερες κολώνες στρογγυλές πού στη βάση τους είναι χτιστές εν είδει πεσσών τα κιονόκρανα τους είναι λεπτότατα και υπέροχα, τα αψιδώματα του επίσης υποβαστάζουν και ένα κομψότατο κουμπέ χωρίς παράθυρα εγγεγραμμένο στη αμφικλινή σκεπή. Τα μεσαία αψιδώματα είναι μεγαλύτερα των άλλων και τονίζουν ρυθμό βυζαντινό σταυροειδή. Επί των τοίχων υψηλά και σε γύψινες κορνίζες υπάρχουν λίγες αγιογραφίες ευρωπαϊκής τεχνοτροπίας, στα σφαιρικά τρίγωνα κάτω από τον τρούλο και σε κορνίζες γύψινες στρογγυλές οι τέσσερες ευαγγελιστές και στο κέντρο του τρούλου γύψινο χρυσωμένο περιστέρι από το όποιο εξαρτάται ή αλυσίδα πού κρατάει το μεγάλο πολυέλαιο.

Μπροστά στο τέμπλο και δεξιά παρά την νότια πύλη του ιερού βρίσκεται ο τάφος του αγίου Ιγνατίου μέσα στον όποιο ακοίμητο ανάβει το καντήλι. Ο τάφος και από τα πλάγια και από επάνω είναι καλυμμένος με μαρμάρινες πλάκες υπέροχα ανάγλυφες με αψιδώματα άνθη και σταυρούς. Ένα στρογγυλό μαρμαράκι πού αποσύρεις με χαλκά σου επιτρέπει να δεις και να προσκυνήσεις το θαυμαστό τάφο όπου φιλοξενήθηκαν τα μυροβλητούντα του αγίου μας λείψανα. Πάνω από τον τάφο ωραία εικόνα του αγίου τέχνης σχεδόν βυζαντινής και το μεγάλο και υψηλό χτιστό τέμπλο με κιονίσκους και Γολγοθά. Αρχαιολογική αξία έχουν ή εικόνα της Παναγίας στο προσκυνητάρι, το εικονίδιο της Παναγίας επάργυρο στο τέμπλο και ή επί μουσαμά παράσταση των αγίων τόπων στο βόρειο τοίχο.

Το Ιερό Βήμα είναι ευρύχωρο και πολυτελέστατα ντυμένο, τα καλύμματα της αγίας τράπεζας και της προθέσεως πάντοτε πολύτιμα και θαυμαστά, εργόχειρα των ικανών και φιλόπονων καλογραιών. Τα Ιερά σκεύη επίσης αργυρά ή επίχρυσα, όλα παλαιά και σπάνια. Στο πεζούλι του Σύνθρονου μια στρογγυλή μαρμάρινη πλάκα με χαλκά σου επιτρέπει να αντλήσεις από το άγιασμα πού χειμώνα -καλοκαίρι ανεξάντλητο τρέχει για να δροσίζει και αγιάζει τους πιστούς.

Μέσα σ' αυτόν τον ιερό ναό με πόθο τρέχουν οι πιστοί για να ακούσουν τις υπέροχες και κατανυκτικές ψαλμωδίες από τις αδελφές και μάλιστα από την αγία Ηγουμένη Ξένη η οποία μόνη αυτή ξέρει να διαβάζει και τη λεσβιακή παρασημαντική και εκτελεί άριστα και γλυκύτατα και τα πιο δύσκολα μαθήματα.
Ο Σεβασμιώτατος πολλές εορτές καθιέρωσε μέσα σ' αυτόν. Έκτος από την εορτή της Κοιμήσεως καθιερώθηκαν οι εορτές των Εισοδίων, του Ευαγγελισμού, της Συνάξεως και εξαιρέτως της υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, κατά την οποία πλήθη πιστών συντρέχουν για να ασπασθούν το Τίμιο Ξύλο πού μεταφέρεται την ημέρα αυτή από το μοναστήρι το αντρικό. Κοσμοσυρροή επίσης παρατηρείται στις περιόδους του Δεκαπενταύγουστου και των Χαιρετισμών, οπότε οι πιστοί παρακολουθούν κατανυκτικές παρακλήσεις και τους ενθουσιώδεις Χαιρετισμούς.

http://www.zoiforos.gr/

Εορτολόγιο

Δημοφιλείς αναρτήσεις


Banner Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων
Ξεκινάμε μια προσπάθεια παρουσίασης Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων.
Αν δεν υπάρχει ο δικός σας, ζητάμε συγνώμη,
ενημερώστε μας και θα τον συμπεριλάβουμε.





Create your own banner at mybannermaker.com!
Πέρα από το άτομο
Make your own banner at MyBannerMaker.com!

















(υπό κατασκευή)


Τα banner μας
Αντιγράψτε τον κώδικα στη δική σας σελίδα
για να εμφανιστούν τα banner μας.
Ειδοποιήστε μας για να συμπεριλάβουμε και το δικό σας.