Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

Γέροντας Παΐσιος, Η χαρά της ευγνωμοσύνης.





-Γέροντα, γιατί πολλοί άνθρωποι, ενώ τα έχουν όλα, νιώθουν άγχος και στενοχώρια;

-Όταν βλέπετε έναν άνθρωπο να έχη μεγάλο άγχος, στενοχώρια και λύπη, ενώ τίποτε δεν του λείπει, να ξέρετε ότι του λείπει ο Θεός. Όποιος τα έχει όλα, και υλικά αγαθά και υγεία, και, αντί να ευγνωμονή τον Θεό, έχει παράλογες απαιτήσεις και γκρινιάζει, είναι για την κόλαση με τα παπούτσια.

Ο άνθρωπος, όταν έχη ευγνωμοσύνη, με όλα είναι ευχαριστημένος. Σκέφτεται τί του δίνει ο Θεός κάθε μέρα και χαίρεται τα πάντα. Όταν όμως είναι αχάριστος, με τίποτε δεν είναι ευχαριστημένος γκρινιάζει και βασανίζεται με όλα. Αν, ας πούμε, δεν εκτιμάη την λιακάδα και γκρινιάζει, έρχεται ο Βαρδάρης και τον παγώνει. Δεν θέλει την λιακάδα θέλει το τουρτούρισμα που προκαλεί ο Βαρδάρης.

-Γέροντα, τί θέλετε να πήτε μ’ αυτό;

-Θέλω να πω ότι, αν δεν αναγνωρίζουμε τις ευλογίες που μας δίνει ο Θεός και γκρινιάζουμε, έρχονται οι δοκιμασίες και μαζευόμαστε κουβάρι. Όχι, αλήθεια σας λέω, όποιος έχει αυτό το τυπικό , την συνήθεια της γκρίνιας, να ξέρη ότι θα του έρθη σκαμπιλάκι από τον Θεό, για να ξοφλήση τουλάχιστον λίγο σ’ αυτήν την ζωή.

Και αν δεν του έρθη σκαμπιλάκι , αυτό θα είναι χειρότερο, γιατί τότε θα τα πληρώση όλα μια και καλή στην άλλη ζωή.

-Δηλαδή , Γέροντα, η γκρίνια μπορεί να είναι συνήθεια;

-Γίνεται συνήθεια, γιατί η γκρίνια φέρνει γκρίνια και η κακομοιριά φέρνει κακομοιριά. 

Όποιος σπέρνει κακομοιριά, θερίζει κακομοιριά και αποθηκεύει άγχος. Ενώ, όποιος σπέρνει δοξολογία, δέχεται την θεϊκή χαρά και την αιώνια ευλογία. Ο γκρινιάρης, όσες ευλογίες κι αν του δώση ο Θεός, δεν τις αναγνωρίζει.

Γι’ αυτό απομακρύνεται η Χάρις του Θεού και τον πλησιάζει ο πειρασμός τον κυνηγάει συνέχεια ο πειρασμός και του φέρνει όλο αναποδιές, ενώ τον ευγνώμονα τον κυνηγάει ο Θεός με τις ευλογίες Του. Η αχαριστία είναι μεγάλη αμαρτία, την οποία ήλεγξε ο Χριστός. «Ουχ οι δέκα εκαθαρίσθησαν; οι δε εννέα πού», είπε στον λεπρό που επέτρεψε να Τον ευχαριστήση. Ο Χριστός ζήτησε την ευγνωμοσύνη από τους δέκα λεπρούς όχι για τον εαυτό Του αλλά για τους ίδιους, γιατί η ευγνωμοσύνη εκείνους θα ωφελούσε.

Ζωντανό Ιστολόγιο
http://blogs.sch.gr/kantonopou

Ο πνευματικὸς μας πατέρας (Αποστολικό Ανάγνωσμα)




Αποστολικό Ανάγνωσμα: Α΄ Κορ. Δ΄ 9 – 16

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΜΑΣ ΠΑΤΕΡΑΣ

«Ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἐγὼ ὑμᾶς ἐγέννησα»

Μιὰ διαφορετικὴ συγγένεια μᾶς παρουσιάζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὸ  σημερινὸ Ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα. Μὲ  πατρικὴ στοργὴ συμβουλεύει καὶ νουθετεῖ τοὺς Χριστιανοὺς τῆς Κορίνθου κι  ἔπειτα σημειώνει χαρακτηριστικά: «Ἐὰν μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ᾿ οὐ πολλοὺς πατέρας· ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἐγὼ  ὑμᾶς ἐγέννησα».

Ἐὰν ἔχετε πάρα πολλοὺς παιδαγωγοὺς καὶ διδασκάλους ἐν Χριστῷ, δὲν  ἔχετε ὅμως πολλοὺς πατέρες. Διότι ἐγὼ μὲ τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου σᾶς  γέννησα πνευματικὰ μὲ τὴ χάρη ποὺ μοῦ ἔδωσε ἡ κοινωνία καὶ ἡ σχέση μου  μὲ τὸν Χριστό.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἦταν ὁ πνευματικὸς πατέρας γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς τῆς Κορίνθου. Αὐτὸς ποὺ τοὺς ἀναγέννησε πνευματικά. Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ πνευματικὴ συγγένεια μᾶς δίνει τὴν ἀφορμὴ νὰ δοῦμε πρῶτον ποιὸ εἶναι τὸ  ἔργο τοῦ πνευματικοῦ πατέρα καὶ δεύτερον ποιὰ πρέπει νὰ εἶναι ἡ δική μας στάση ἀπέναντί του.

1. Τὸ ἔργο τοῦ Πνευματικοῦ

Πνευματικὸς πατέρας σύμφωνα μὲ τὸν λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου εἶναι  ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, εἴτε ἱερέας εἴτε μοναχὸς ἢ λαϊκός, τὸν ὁποῖο ἡ θεία Πρόνοια ἔφερε κοντά μας σὲ κάποια στιγμὴ τῆς ζωῆς μας γιὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴ συνειδητὴ πίστη καὶ χριστιανικὴ ζωή.
Εἰδικότερα πνευματικὸς πατέρας θεωρεῖται ὁ ἱερέας στὸν ὁποῖο ἐξομολογούμαστε τὶς ἁμαρτίες μας ἀλλὰ καὶ καταφεύγουμε γιὰ νὰ λάβουμε κατάλληλες συμβουλὲς καὶ καθοδήγηση στὸν πνευματικό μας ἀγώνα.

Τὸ ἔργο τοῦ πνευματικοῦ πατέρα, ὅπως μὲ θαυμάσιο τρόπο σημειώνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, εἶναι τὸ «ψυχὴν πτερῶσαι, ἁρπάσαι κόσμου καὶ δοῦναι Θεῷ». Νὰ δώσει δηλαδὴ πνευματικὰ φτερὰ στὴν ψυχὴ τοῦ πιστοῦ, νὰ τὴν ἁρπάξει ἀπὸ τὰ νύχια τοῦ ἁμαρτωλοῦ κόσμου καὶ νὰ τὴν ἀσφαλίσει κοντὰ στὸν Θεό. Ὅλα αὐτὰ ἀπαιτοῦν πολλὲς φροντίδες, νουθεσίες καὶ προσευχές. Ὅπως ἀκριβῶς ἔκανε ὁ ἀπόστολος Παῦλος, τὸ ἐξαίρετο πρότυπο πνευματικοῦ πατρός, ὁ ὁποῖος δὲν ἔπαυε «μετὰ δακρύων νουθετῶν ἕνα ἕκαστον» (Πράξ. κ΄ 31) «ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστὸς» στὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν (Γαλ. δ΄ 19).

Οἱ ἅγιοι Πατέρες παρομοιάζουν τὸν Πνευματικὸ μὲ ἰατρό. Ὅπως ἀναζητοῦμε ἕναν καλὸ προσωπικὸ γιατρὸ καὶ τοῦ ἐκθέτουμε τὸ ἱστορικό μας καὶ ὅλα τὰ συμπτώματα ἀσθενείας ποὺ τυχὸν παρουσιάζονται, προκειμένου νὰ μᾶς δώσει τὸ κατάλληλο φάρμακο, ἔτσι ὀφείλουμε νὰ βροῦμε κι ἕναν καλὸ Πνευματικὸ γιὰ νὰ ἐπιμελεῖται τὴν ὑγεία τῆς ψυχῆς μας.
Ὀνομάζουν ἐπίσης τὸν Πνευματικὸ καὶ «ἀλείπτη», δηλαδὴ προπονητή, ἐπειδὴ στοὺς ἀρχαίους ἀγῶνες πάλης ἄλειφαν τοὺς ἀθλητὲς μὲ λάδι γιὰ νὰ ξεφεύγουν ἀπὸ τὶς λαβὲς τοῦ ἀντιπάλου. Παρομοίως καὶ ὁ Πνευματικὸς μὲ τὶς κατάλληλες ὁδηγίες καὶ παραινέσεις συμπαραστέκεται ὡς καλὸς προπονητὴς κοντὰ σὲ κάθε Χριστιανὸ ποὺ καλεῖται ν’ ἀγωνίζεται πνευματικὰ καὶ τὸν βοηθᾶ γιὰ νὰ γλιστρᾶ καὶ νὰ ξεφεύγει ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις τοῦ παγκάκου διαβόλου.    
                               
2. Ὁ Πνευματικός μας κι ἐμεῖς

Ἔχουμε ἀνάγκη λοιπὸν ὅλοι ἀπὸ πνευματικὸ πατέρα. Τί ὀφείλουμε ὅμως ἐμεῖς νὰ κάνουμε;
Αὐτὸ ποὺ ὀφείλουμε κυρίως εἶναι ἡ ὑπακοή μας. Ὁ Πνευματικὸς μᾶς δίνει ὁδηγίες γιὰ τὸ τί πρέπει νὰ ἀποφεύγουμε ἢ τί νὰ ἀκολουθοῦμε. Ἂς τὸν ἀκοῦμε, διότι δὲν ὁμιλεῖ μὲ προσωπικὰ κριτήρια καὶ ἰδιοτέλεια ἀλλὰ μὲ φόβο Θεοῦ καὶ συναίσθηση εὐθύνης γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ διακρίνουμε ποιὸ εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ σὲ κάθε περίπτωση.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης λέγει ὅτι «αὐτὸς ποὺ ἄλλοτε ὑπακούει κι ἄλλοτε παρακούει στὸν πνευματικό του πατέρα μοιάζει μὲ ἄνθρωπο ποὺ βάζει στὰ μάτια του ἄλλοτε κολλύριο κι ἄλλοτε ἀσβέστη. Ποιὸ τὸ ὄφελος;» (Κλῖμαξ, Λόγος Δ΄). Ἂς πάρουμε λοιπὸν ἀπόφαση νὰ κάνουμε τελεία ὑπακοὴ στὶς ὑποδείξεις τοῦ Πνευματικοῦ. Αὐτὸ εἶναι ἀσφάλεια γιὰ μᾶς καὶ χαρὰ γιὰ τὸν ἴδιο ποὺ θὰ βλέπει τὴν πνευματική μας προκοπή. Ὁ ἀπόστολος καὶ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης γράφει: «Πολὺ μεγάλη χαρὰ δοκίμασα, διότι βρῆκα ὁρισμένα ἀπὸ τὰ παιδιά σου νὰ πορεύονται σύμφωνα μὲ τὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου» (Β΄ Ἰω. 4). Ἂς δίνουμε κι ἐμεῖς χαρὰ στὸν Πνευματικὸ μὲ τὴν ὑπακοή μας!

     

Τί εὐλογία νὰ ἔχουμε πνευματικὸ πατέρα! Πόσους ἀγῶνες καὶ προσευχές, πόσες θυσίες καὶ κόπους καταβάλλει ὁ ἄνθρωπος αὐτός, γιὰ νὰ μᾶς περάσει μέσα ἀπὸ τὴν τρικυμισμένη θάλασσα τοῦ κόσμου στὸ λιμάνι τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ;! Ἂς παρακαλοῦμε τὸν ἅγιο Θεὸ νὰ μᾶς χαρίζει πάντοτε πνευματικό μας πατέρα ἄξιο ὁδηγὸ στὴν πνευματική μας πορεία πρὸς τὴν οὐράνια Βασιλεία.

 «Ο ΣΩΤΗΡ»1 & 15-8-2012


http://aktines.blogspot.gr/

Άγιος Νικόλαος Αχρίδος: Ο "Χριστιανός" κατά την λογική του.




Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

Μη ρωτήσεις τον Χριστιανό αν πιστεύει στο Θεό μα αν πιστεύει στο Ευαγγέλιο, στο Χαρμόσυνο Άγγελμα του Χριστού. 

Γιατί, αν πει ότι πιστεύει στο Θεό έτσι κατά τη λογική του και όχι κατά το Ευαγγέλιο, τότε είναι οπισθοδρομικός και παγανιστής αφού έφτασε μέχρι την πίστη όπως και οι άνθρωποι πριν από δυο χιλιάδες χρόνια, όπως για παράδειγμα κάποιοι φιλόσοφοι της Ελλάδας και της Ασίας. 

Τότε για ποιο λόγο κατέβηκε ο Χριστός από τον ουρανό; 

Για ποιο λόγο σφράγισε με το Αίμα Του την εν τω κόσμω αποκάλυψή Του, το Χαρμόσυνό Του Άγγελμα; 

Ένας τέτοιος Χριστιανός, έχει στ' αλήθεια δεχθεί στο κεφάλι του το πανάχραντο Αίμα του Υιού του Θεού όπως και εκείνοι που έκραζαν: σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν!

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ
ΕΠΣΚΟΠΟΥ ΑΧΡΙΔΟΣ 1956
ΕΜΠΝΕΥΣΜΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ὉΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ"


http://www.impantokratoros.gr/

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΔΕΡΦΟΙ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ



"Ο Θεός βοηθάει και δεν αδικεί!

  Βλέπει πιο πέρα και τον ενδιαφέρει, σαν καλός πατέρας,
 να μας έχει κοντά του στον παράδεισο.

Γι' αυτό δίνει δοκιμασίες σ' αυτή τη ζωή"

(Γέρων Παϊσιος).



Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2012

αρχιμ. ΑΝΑΝΙΑΣ ΚΟΥΣΤΕΝΗΣ "Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ"


Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΟΣΟΥΣ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ ΝΑ ΤΗ ΔΙΑΛΥΣΟΥΝ




Εδώ και δεκαετίες έλεγε ο Γέροντας αυτά που συμβαίνουν σήμερα από τον εθνοπροδοτικό και ανελλήνιστο συρφετό των "προοδευτικών", που έχουν βαλθεί να ξεθεμελιώσουν τα πάντα:

- Γέροντα, συχνά λέτε ότι πάνε τα πάντα να διαλύσουν. Εννοείτε και την παιδεία;

- Ναι, δεν βλέπετε τι γίνεται; Σχολεία είναι αυτά; Γλώσσα είναι αυτή που διδάσκουν σήμερα στα παιδιά; Ποια είναι η ιστορία μας; Αλλά και στην Θεολογία τι γίνεται; Έχει ένας άθεος πτυχίο της Θεολογίας και τον αφήνουν να διδάσκη θρησκευτικά. Δεν εξετάζουν όμως· θρησκευτικά διδάσκει ή αθεΐα; «Δεν μπορούμε, λένε, να τον βγάλουμε». Αν ένας φιλόλογος πάη να διδάξη μαθηματικά, θα τον αφήσουν;

Άλλος είναι θεολόγος και δεν αφήνει τους ανθρώπους να κοινωνούν, για να μην κολλήσουν έιτζ! Είναι από αυτούς που τους έστειλε στην Θεολογική Σχολή το κομπιούτερ! Αυτή δεν είναι η γνώση του Θεού. Παλιά λέγανε: «Έμαθε τα ιερά γράμματα το παιδί», γιατί ήταν ιερά τα γράμματα. Βλέπεις καθηγητή Θεολογίας να μην πιστεύη, να βρίζη μπροστά στους φοιτητές τους Προφήτες, και να μην τον βγάζουν. Μα τι θέλεις, καλέ μου άνθρωπε, στην Θεολογική Σχολή; Εσύ, τι θεολόγους θα βγάλης;

Είναι και μερικοί που πάνε να κάνουν μια νέα γλώσσα. Η ελληνική όμως γλώσσα έχει «γλώσσα» από τις πύρινες Γλώσσες της Πεντηκοστής! Το δόγμα της πίστεώς μας καμμιά γλώσσα δεν μπορεί να το αποδώση. Γι’ αυτό οικονόμησε ο Θεός και η Παλαιά Διαθήκη μεταφράσθηκε από τους Εβδομήκοντα στην ελληνική γλώσσα και το Ευαγγέλιο γράφτηκε στην ελληνική γλώσσα. Αν δεν ξέρη Αρχαία Ελληνικά κανείς και ασχολήται με το δόγμα, μπορεί να πλανηθή. Και εμείς καταργήσαμε τα Αρχαία από τα σχολεία! Μετά από λίγο θα έρχονται Γερμανοί να διδάσκουν Αρχαία στα δικά μας Πανεπιστήμια (Σ.Σ. ΉΔΗ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΑΥΤΟ!!!). Τότε θα καταλάβουν οι δικοί μας την αξία που έχουν τα Αρχαία Ελληνικά, αφού πρώτα γίνουν ρεζίλι, και θα πουν: «Για δες η Εκκλησία που κρατούσε τα Αρχαία».

Πάνε να εξαφανίσουν ένα ορθόδοξο έθνος. Ξέρετε τι σημαίνει αυτό; Ένα ορθόδοξο έθνος σήμερα είναι μεγάλη υπόθεση! Παλιά είχαμε την φιλοσοφία. Η Αγία Αικατερίνη με βάση την φιλοσοφία αποστόμωσε τους φιλοσόφους. Οι φιλόσοφοι ετοίμασαν τον δρόμο για τον Χριστιανισμό. Το Ευαγγέλιο γράφτηκε στα ελληνικά και διαδόθηκε στον κόσμο. Μετά οι Έλληνες προχώρησαν να φωτίσουν και τους Σλαύους. Σε μερικούς δεν συμφέρει να υπάρχη η Ελλάδα. «Μας κάνει κακό, λένε. Πρέπει να την εξαφανίσουμε».

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ "ΛΟΓΟΙ Α΄ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ"
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ ‘’ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ’’
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, 1999

http://hellas-orthodoxy.blogspot.gr/

"Η αγιότητα των γονέων είναι η καλύτερη εν Κυρίω αγωγή"




Αλήθειες που αφορούν όλους μας από τον άγιο Γέροντα Πορφύριο

Να βλέπομε τον Θεό στο πρόσωπο των παιδιών και να δώσομε την αγάπη του Θεού στα παιδιά. Να μάθουν και τα παιδιά να προσεύχονται. Για να προσεύχονται τα παιδιά, πρέπει να έχουν αίμα προσευχομένων γονέων. Εδώ πέφτουν έξω μερικοί και λένε: «Εφόσον οι γονείς προσεύχονται, είναι ευσεβείς, μελετούν την Αγία Γραφή και τα παιδιά τα ανάθρεψαν ''εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου'', επόμενο είναι να γίνουν καλά παιδιά». Ορίστε, όμως, που βλέπομε αντίθετα αποτελέσματα λόγω της καταπιέσεως.

Δεν είναι αρκετό να είναι οι γονείς ευσεβείς. Πρέπει να μην καταπιέζουν τα παιδιά, για να τα κάνουν καλά με τη βία. Είναι δυνατό να διώξομε τα παιδιά απ' τον Χριστό, όταν ακολουθούμε τα της θρησκείας με εγωισμό. Τα παιδιά δεν θέλουν καταπίεση. Μην τα εξαναγκάζετε να σας ακολουθήσουν στην εκκλησία. Μπορείτε να πείτε: «Όποιος θέλει, μπορεί να έλθει τώρα μαζί μου ή αργότερα». Αφήστε να μιλήσει στις ψυχές τους ο Θεός. Η αιτία που μερικών ευσεβών γονέων τα παιδιά, όταν μεγαλώσουν, γίνονται ατίθασα κι αφήνουν και την Εκκλησία κι όλα και τρέχουν αλλού να ικανοποιηθούν είναι αυτή η καταπίεση που τους ασκούν οι «καλοί» γονείς. Οι τάχα «ευσεβείς» γονείς, που είχαν τη φροντίδα να κάνουν τα παιδιά τους «καλούς χριστιανούς», μ' αυτή την αγάπη τους, την ανθρώπινη, τα καταπίεσαν κι έγινε το αντίθετο. Πιέζονται, δηλαδή, όταν είναι μικρά τα παιδιά κι όταν γίνουν δεκάξι χρονώ, δεκαεφτά ή δεκαοχτώ, φθάνουν στο αντίθετο αποτέλεσμα. Αρχίζουν από αντίδραση να πηγαίνουν με παλιοπαρέες και να λένε παλιόλογα.

Ενώ, όταν αναπτύσσονται μέσα στην ελευθερία, βλέποντας συγχρόνως το καλό παράδειγμα των μεγάλων, χαιρόμαστε να τα βλέπομε. Αυτό είναι το μυστικό, να είσαι καλός, να είσαι άγιος, για να εμπνέεις, να ακτινοβολείς. Η ζωή των παιδιών φαίνεται να επηρεάζεται απ' την ακτινοβολία των γονέων. Επιμένουν οι γονείς: «Άντε να εξομολογηθείς, άντε να μεταλάβεις, άντε να κάνεις εκείνο....». Τίποτα δεν γίνεται. Ενώ βλέπει εσένανε; Αυτό που ζεις, αυτό και να ακτινοβολείς. Ακτινοβολεί ο Χριστός μέσα σου; Αυτό πηγαίνει στο παιδί σου. Εκεί βρίσκεται το μυστικό. Κι αν γίνει αυτό, όταν το παιδί είναι μικρό στην ηλικία, δεν θα χρειασθεί να κοπιάσει πολύ, όταν μεγαλώσει. Πάνω σ' αυτό το θέμα ακριβώς ο σοφός Σολομών χρησιμοποιεί μια ωραιότατη εικόνα, τονίζοντας τη σημασία που έχει το καλό ξεκίνημα, η καλή αρχή, το καλό θεμέλιο. Λέγει σ' ένα σημείο: «Ο ορθρίσας προς αυτήν (την σοφίαν) ου κοπιάσει· πάρεδρον γαρ ευρήσει των πυλών αυτού». Ο «όρθρος προς αυτήν» [=το να πας σ' αυτήν πολύ πρωί] είναι η πιο νεαρά ηλικία απασχόλησης με αυτή, τη σοφία. Σοφία είναι ο Χριστός. Η λέξη «πάρεδρος» σημαίνει «βρίσκεται πλησίον».

Όταν οι γονείς είναι άγιοι και το μεταδώσουν αυτό στο παιδί και του δώσουν αγωγή εν Κυρίω, τότε το παιδί, ό,τι επιδράσεις κακές κι αν έχει απ' το περιβάλλον του, δεν επηρεάζεται, διότι έξω απ' την πόρτα του θα βρίσκεται η Σοφία, ο Χριστός. Δεν θα κοπιάσει, για να την αποκτήσει. Φαίνεται πολύ δύσκολο να γίνεις καλός, αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ εύκολο, όταν από μικρός ξεκινήσεις με καλά βιώματα. Μεγαλώνοντας δεν χρειάζεται κόπος, το έχεις μέσα σου το καλό, το ζεις. Δεν κοπιάζεις, το έχεις ζήσει, είναι περιουσία σου, που τη διατηρείς, αν προσέξεις, σε όλη σου τη ζωή.


ΨΗΓΜΑΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΔΕΡΦΟΙ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ



"Η αγάπη μας πρέπει να είναι ίδια προς όλους.

  Μόνο τότε είναι αγάπη Θεού. 

Κάτω από αυτήν τα πάντα λυγίζουν.

 Δίπλα της όλα λειώνουν"  

(Γέρων Παϊσιος).



Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012

''Την τιμιωτερα των Χερουβείμ''(Ψάλλουν οι μοναχές του Ντιβέεβο)


Η φοβερή προφητεία του αββά Παμβώ!!!




Ερώτησε κάποτε ένας μοναχός τον αββά Παμβώ: 

«Αλήθεια γέροντα, θα αλλάξουν οι συνήθειες και οι παραδόσεις των χριστιανών και δεν θα υπάρχουν ιερείς στις εκκλησιές;»

Και ο Γέροντας απάντησε: 

«Εκείνο τον καιρό θα ψυχραθεί η αγάπη των πολλών και θα πέσει μεγάλη θλίψη. Θα γίνουν επιδρομές εθνών.

 Μετακινήσεις λαών, αστάθεια στους βασιλείς, ανωμαλία στους κυβερνήτες, οι ιερείς θα γίνουν άσωτοι και οι μοναχοί θα ζουν με αμέλεια. Οι ηγούμενοι θα αδιαφορούν για τη δική τους σωτηρία αλλά και του ποιμνίου τους. Θα είναι όλοι τους πρόθυμοι και πρώτοι στα τραπέζια και εριστικοί. Οκνηροί στις προσευχές αλά πρόθυμοι στην καταλαλιά, έτοιμοι για κατηγορία. Δεν θα θέλουν ούτε να μιμούνται ούτε αν ακούνε βίους και λόγους Γερόντων, αλλά κυρίως θα φλυαρούν και θα λένε «αν ζούσαμε κι εμείς στις μέρες τους, θα αγωνιζόμασταν και εμείς».

Οι επίσκοποι πάλι των καιρών εκείνων θα δείχνουν δουλικότητα προς τους ισχυρούς, θα βγάζουν τις αποφάσεις ανάλογα με τα δώρα που θα παίρνουν και δεν θα υπερασπίζονται τους φτωχούς, όταν θα κρίνονται. Θα θλίβουν τις χήρες και θα καταταλαιπωρούν τα ορφανά.

Ακόμη θα εισχωρήσει και στον λαό απιστία, ασωτία, μίσος, έχθρα, ζήλεια, φιλονικία, κλεψιά, μέθη, έξαλλες διασκεδάσεις, μοιχεία, πορνεία, φόνοι και διαρπαγές.»

Είπε τότε ο αδελφός: «Και τί θα μπορεί να κάνει κανείς σε τέτοιους δύσκολους καιρούς;»

Και ο Γέροντας απάντησε: 

«Παιδί μου, σε τέτοιες ημέρες θα σωθεί εκείνος που θέλει και προσπαθεί να σώσει την ψυχή του και αυτός θα ονομαστεί μέγας στη Βασιλεία των Ουρανών».


http://imverias.blogspot.gr/

Η ΑΓΑΠΗ ΩΣ ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ του Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου



Ο άγιος Διονύσιος Ζακύνθου συγχώρεσε, εξομολόγησε και έσωσε από τους διώκτες του τον ίδιο το φονιά του αδελφού του (του Διονυσίου),




   Στο 13ο κεφάλαιο της Α΄ προς Κορινθίους επιστολής του, ο απόστολος Παύλος συνθέτει έναν αριστουργηματικό ύμνο προς την αρετή της αγάπης, που είναι η κυριότερη ενέργεια του Θεού προς τον άνθρωπο, συμπεριλαμβάνει τα πάντα, και χωρίς την οποία δεν μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίσει το θέλημα του Θεού, να ενωθεί μαζί Του κατά χάριν και να σωθεί. Άλλωστε ο Θεός μάς αγάπησε πρώτος και έστειλε τον Υιό του, που θυσιάστηκε για να μας ελευθερώσει από τις αμαρτίες μας και να μας χαρίσει τη νέα εν πνεύματι ζωή (βλ. Α΄ Ιω. 4,9-10). «Αρχή και τέλος αρετής απάσης η αγάπη» (48,795), διδάσκει και ο χρυσός πατέρας της Εκκλησίας, Ιωάννης ο Χρυσόστομος.

Ο απόστολος των εθνών ξεκαθαρίζει ότι ακόμη κι αν κάποιος ήταν άξιος να μιλήσει όλες τις γλώσσες των ανθρώπων αλλά και των αγγέλων, γνώριζε όλες τις επιστήμες και κατείχε όλες τις γνώσεις, ήταν ο μεγαλύτερος προφήτης και έκανε μάλιστα και μοναδικά θαύματα, μοίραζε σε αγαθοεργίες όλη του την περιουσία ή έδινε τη ζωή του ως μάρτυρας της πίστεως, ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΑΓΑΠΗ, τότε σε τίποτα δεν θα τον ωφελούσαν όλα τα προτερήματά του και οι φιλανθρωπίες του, αφού δεν θα γνώριζε ή δεν θα κατόρθωνε να εντρυφήσει στην ρίζα και πηγή όλων των αρετών, την αγάπη. Η αγάπη, σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη, είναι μεγαλύτερη ακόμη και από την πίστη και την ελπίδα. Διότι στην αιώνια ζωή οι δύο αυτές κορυφαίες αρετές δεν θα χρειάζονται πια, αφού θα βλέπουμε το Θεό πρόσωπο με πρόσωπο και θα βιώνουμε συνεχώς την άκτιστη δόξα Του. Η αγάπη όμως θα παραμείνει ως τρόπος ζωής των αναγεννηθέντων και υιοθετηθέντων στο όνομα του Ιησού Χριστού παιδιών του ουράνιου Πατέρα.

Η αγάπη βέβαια για να είναι ολοκληρωμένη είναι απαραίτητο να εφαρμόζεται στην προσωπική μας ζωή και να γίνεται πράξη. Είναι αλήθεια ότι αρχής γενομένης από την πρωτοχριστιανική ζωή, και στη συνέχεια με τους εκκλησιαστικούς Πατέρες, η Εκκλησία εφάρμοσε (και εφαρμόζει διαρκώς), για πρώτη φορά ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΑ, τα κοινωνικά συσσίτια υπέρ των αναξιοπαθούντων, των πενήτων και αναγκεμένων συνανθρώπων μας, όταν τα κράτη στερούνταν κάποτε σχετικής μέριμνας. Η πόλη της φιλανθρωπίας και της αγάπης που ίδρυσε ο Μέγας Βασίλειος, η γνωστή ‘Βασιλειάδα’, παραμένει διαχρονικό παράδειγμα τού τι σημαίνει να είσαι πραγματικά άνθρωπος σε κατανόηση και προσφορά. Αλλά και τα ξακουστά συσσίτια του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ο οποίος έτρεφε καθημερινά 5.000 ανθρώπους, φανερώνουν ότι δίνει κανείς ουσιαστικά όταν δίνει από τα βάθη της υπάρξεώς του και όταν η χάρη του Θεού τον έχει επισκεφθεί.   

Η Επί του Όρους Ομιλία του Κυρίου, η αγάπη και προς τους εχθρούς ως κύριο χαρακτηριστικό της ζωής των πρώτων χριστιανών, η εντολή του Χριστού «ίνα αγαπάμε αλλήλους», η υπέροχη παραβολή του Καλού Σαμαρείτη, που επισημαίνει ποιος αγαπά πραγματικά και ποιος προφασίζεται ιδιοτελώς την αγάπη, τα λόγια του Χριστού πάνω στον σταυρό: «Πατέρα, συγχώρεσε τους, δεν ξέρουν τι κάνουν» (Λουκ. 23,34), η συγχώρεση από τον πρωτομάρτυρα Στέφανο όσων τον λιθοβολούσαν και τελικά τον φόνευσαν (Πράξ. 7,60), καθώς και η φυγάδευση από τον άγιο Διονύσιο Ζακύνθου, τέλος 16ου αι., του ίδιου του φονιά του αδελφού του, φανερώνουν ότι χωρίς αγάπη δεν υπάρχει γνήσια χριστιανική ζωή, παρά μόνο μια άσχημη ιδεολογική απομίμησή της. Όταν αγαπά κάποιος τον Θεό, οφείλει να αγαπά και την εικόνα Του, που είναι ο συνάνθρωπος. Διότι δεν  μπορεί να ισχυρίζεται κάποιος ότι αγαπά τον Θεό, που άλλωστε εξωτερικά δεν τον βλέπει, και να μην δείχνει την αγάπη του στους διπλανούς του (ή πολύ χειρότερο να τους μισεί), όταν εξάλλου κάθε μέρα τους συναντά και μάλιστα συγχρωτίζεται μαζί τους (Α΄ Ιω. 4,19-21).

Ας ακολουθήσουμε το παράδειγμα του Χριστού, ο οποίος έγινε άνθρωπος για να ευεργετήσει, να συνδράμει και να θεραπεύσει τους πάντες (Πράξ. 10,38). Αυτός είναι ο μόνος ιατρός ψυχών και σωμάτων, που με τη σταυρική του θυσία δίδαξε όχι μόνο πως η συγχωρητικότητα είναι η θύρα για τον παράδεισο και την λύτρωση του ανθρώπου, αλλά και ότι η αγάπη είναι κατεξοχήν προσφορά και θυσία και όχι μόνο λόγια και επιδερμική νουθεσία. Τέλος, αγάπη προς το Χριστό σημαίνει να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές και διδαχές του. Διότι όποιος μένει πιστός σε ότι δίδαξε ο Χριστός, «αυτός έχει κοινωνία και με τον Πατέρα και με τον Υιό» (Β΄ Ιω. 4-9).   

www.egolpion.com

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΔΕΡΦΟΙ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ




"Η ανώτερη χαρά βγαίνει από τη θυσία.

 Μόνον όταν θυσιάζεται κανείς συγγενεύει με τον Χριστό,
γιατί ο Χριστός είναι θυσία"

 (Γέρων Παϊσιος).

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ ΣΑΡΩΝΙΚΟΥ ΤΗΣ ΓΑΛΑΤΕΙΑΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΟΥ-ΣΟΥΡΕΛΗ Συγγραφέως-Λογοτέχνιδος.




«Η Ση βασιλεία εστί η αγάπη...»

   Αυτό τόγραψε ο άγιος Νεκτάριος και είναι ο μόνος πλούτος που κουβαλάει καθώς τέλος τού καλοκαιριού του 1904 φτάνει στην Αίγινα.

Ο Σαρωνικός παίζει και χαϊδεύει το ψαρά­δικο νησί με τα ερείπια τού αρχαίου ναού. Ο κό­σμος στην αγορά τού νησιού πηγαινοέρχεται˙ περιμένει τις τράτες και τα ψαράδικα γιατί αν εξαιρέσεις λίγους, μετρημένους στα δάχτυλα, οι υπόλοιποι στενάζουν από φτώχεια και δέρνονται από το χτικιό. Τα παλληκάρια νοικιάζονται παραγιοί στους έμπορους. Άλλοι τραβούν για τη ξενιτιά. Οι πιότεροι μπαρκάρουν με τα σφουγ­γαράδικα. Στο λιμάνι ο κόσμος της φτώχειας και τού παραδερμού περιμένει τις τράτες με λίγες χάλκινες δεκάρες να βροντούν στην τσέπη για να αγοράσουν μια χούφτα μαρίδες.

Άνθρωποι τού Σαρωνικού που τους βασανί­ζει η θάλασσα κι η φτώχεια. Ένα νησί με 365 εκκλησιές που εκεί τρέχουν για παρηγοριά και παρακάλιο αυτοί που μείναν πίσω, να παρακα­λέσουν για τους σφουγγαράδες, τους ξενιτεμέ­νους ναυτικούς που δοκιμάζονται σκληρά σε μάκρυνες θάλασσες. Τους σφουγγαράδες που φεύγουν το Φλεβάρη, γυρίζουν τού Αϊ Δημη­τριού, σημαιοστολισμένοι αν δεν έχει συμβεί κά­ποιο ατύχημα. Το επάγγελμα τού δύτη είναι, βλέπεις, πολύ επικίνδυνο. Συχνά παθαίνει ο βουτηχτής παράλυση ή άλλες αρρώστιες και η πρό­νοια είναι ελάχιστη έως και μηδαμινή. Παγαίνουν για νάβρουν το σφουγγάρι Βεγγάζη, Τύνιδα, Σικελία, Μικρασία, Δωδεκάνησα. Και τα τραγούδια του είναι ποτισμένα μ' αρμύρα και καημό:

«μηχανή 'ν' η μάνα μου κι η ρόδα η αδερφή μου σ' αυτά τα παλιομάρκουτσα

κρέμεται η ζωή μου! Έλα να πάμε, μάτια μου, κι ας φέρουν τα κομμάτια μου... »

 Ένας λαός που και σαν αγρότης πεινά, λι­γοστό και το ψωμί στα σπιτικά. Το Σεπτέμβρη που σταματούν οι αγροτικές δουλειές και κόβε­ται το κολατσό, το δειλινό τραγουδά με θλίψη:

«Φεύγεις, πάεις, Λειδινέ μου

τσ' εμάς αφίνεις κρύους, πεινασμένους, διψασμένους,

τσ'οχι μαραμένους. Λειδινέ μου, Λειδινέ μου!»

    Σ' αυτό το νησί τού Σαρωνικού, τέλος καλοκαιριού φτάνει ο Δεσπότης. Φτωχός ο λαός που θα ποιμάνει, μα ξέρει δα από φτώχεια ο Δεσπό­της. «Χριστούλη μου, με ρώτησες γιατί κλαίω. Λιώσανε τα ρούχα μου, λιώσανε τα παπούτσια μου, βγήκαν τα δά­κτυλά μου έξω και υποφέρω˙ και χιονίζει. Τι να κάμω τώρα Πως να τα καταφέρω δίχως ρούχα; Μπαλώνω, μπαλώνω και σχίζονται. Συγχώρεσε με που Σ' ενοχλώ...». Ένα τέ­τοιο γράμμα έχει στείλει παιδί πράμμα στο Χριστό.

Ξέρει από φτώχεια ο Δεσπότης κι από πικρα­μένη πεινασμένη παιδική ψυχή ξέρει. Τούστειλε λέει, με τα παιδιά της μια νοικοκυρά ένα καρβέλι «Εσείς να το φάτε, παιδιά μου, έχετε πιότερη ανάγκη από μένα».

Τι λαχταράει μια παιδική ψυχή, τόξερε ο Δε­σπότης. Μια καραμέλα, ένα λουκούμι. Και είχε πάντα κάτι να δώσει στο παιδομάνι, που σαν τον έβλεπε δήθεν παίζοντας, ζύγωναν. Κι εκείνος έμπαζε τα παιδιά στον Παράδεισο: τα ευλο­γούσε, τα φώναζε με τα μικρά τους ονόματα — γιατί τάξερε τα παιδιά - και απλόχερα μοίραζε καραμέλες. Ευτυχισμένος καθώς έβλεπε τη γιορτή που στήναν τα παιδιά με τα ζαχαρωτά.

   Και τότες γίνονταν σχολικές εκδρομές. Οι δά­σκαλοι ανέβαζαν προς το Μοναστήρι τα παιδιά· ο Δεσπότης σά τάβλεπε νάρχονται έβγαινε στο μπαλκόνι να τα ευλογήσει. Ευχές να δίνει, ζαχα­ρωτά να δίνει, και η γλυκειά κουβέντα πιο γλυκειά άπ' τα γλυκά και η συμβουλή, να τα πεσκέσια για τα παιδιά, τους αυριανούς πολίτες τ' Ουρανού.

Κι ήταν χρυσό πάπλωμα στις παιδικές τις σκανταλιές, στις ζαβολιές όπως... Κάτι χαρτιά έδωκε στο γιό του ένας πατέρας να τα κουβαλή­σει, λέει, στον Δέσποτα. Παιδί λωλό, ξεχάστηκε να παίζει τις αμάδες μ' άλλα παιδιά κι όταν σουρούπωσε παλάβωσε. Και τα χαρτιά; Που τάχατες τ' απίθωσε; Τα βρήκε τελικά τρεχάλα για το Μοναστήρι. Κι είχε νυχτώσει για καλά σαν έφτασε εκεί. «Παιδί μου, τέτοια ώρα πως και σ' έστειλε ο πατέρας σου εδώ;», ρώτησε ο Δεσπότης. Το ψέμα να εκεί στο χείλη έτοιμο να το ξεστομίσει το παιδί μα δε το μπόρεσε. Σε τέτοιον άνθρωπο δε πρέπει η ψευτιά. Και είπε όλη την αλήθεια. Εχαμογέλασε ο Δέσποτας. «Μη φύγεις τώρα όμως, εσυμβούλεψε, είναι αργά. Αύριο κατηφορίζεις και έννοια σου, θα τις γλυτώσεις τις ξυλιές άπ' τον πάτερα σου».

   Άνθρωποι τού Σαρωνικού!! Παιδεμένοι ξωμάχοι. Κι η χούφτα τού Δεσπότη κάλους έκανε να δίνει... να δίνει κι άπ' αυτό ακόμα που δεν είχε. Μαστόροι δουλεύανε στο Μοναστήρι κι όταν ήρθε η ώρα να κολατσίσουν έβγαζε ο κα­θείς το κάτι τι που εκουβάλησε από το σπιτικό του ο Δέσποτας κοντά. Ένας έβγαλε σκέτες ελιές. «Εσύ δεν έχεις φαγητό; γιατί μόνο ελιές;», ρωτάει ο Δε­σπότης. «Πέντε παιδιά έχω στο σπίτι. Κι αν έπαιρνα εγώ το φαγητό τι θάτρωγαν εκείνα;», Ταπεινή, πικρή η απόκριση. «Από αύριο, κανείς δε θα κουβαλάει μαζί του φαγητό. Όλοι θα τρώτε στην τράπεζα!.».Έτσι λέει ο Δε­σπότης, γιατί στο πρόσωπο τού καθενού βλέπει τον Κύριο. Να τον ταΐσει πρέπει χωρίς να τον πληγώσει όμως.

   Μια μέρα, λέει, μετά τη λειτουργία κάποια κυρά πούχε τον τρόπο της, τον κάλεσε για ένα καφέ. Κι ετοίμασε κατά πως άρμοζε, δίσκο με όλα τα καλά για να τα πάει εκεί πλάϊ στο γιασεμί π' αναπαυόταν ο Δεσπότης. Κείνη την ώρα χτυπά η ξώθυρα. Μια γύφτισσα, μια ζητιάνα. Της ρί­χνει ένα νόμισμα η κυρά. Μα της αρπάζει το χέρι ο άγιος. «Πάρε, παιδί μου, τούτο το δίσκο και πάγαινε κοντά της και κάνε της παρέα ώσπου να φάει. Ύστερα νάρθεις».

   Και να τον ντύσεις πρέπει τον ελάχιστο αδερφό. Μια πάμφτωχη ξυπόλητη ανηφορίζει για το Μοναστήρι. Βλέπει τα γυμνοπόδαρά της ο Δεσπότης. Βγάζει αυτοστιγμής τα παπούτσια του. «Φόρα τα εσύ, εγώ θα περπατήσω με τις κάλτσες».

   Μόνο ο ίδιος δεν έχει δικαιώματα. Αγάπαγε, λένε, τη σπανακόπιττα. «Αχ νάχαμε ένα κομμάτι», είπε μια φορά. «Να φτιάξουμε» είπαν οι μοναχές. «Όχι, γιατί θέλει τόσο λάδι, τόσο αλεύρι, τόσα υλικά που θα περάσουμε τρεις μέρες με άλλα φαγητά αν κάμουμε». Όχι λοιπόν στη σπανακόπιττα!!

   Οι άνθρωποι τού Σαρωνικού δεν είναι άγγε­λοι. Λένε ψέματα, βλαστημάνε ... καυγαδίζουν. Ένας πηγαίνει στο χωράφι του. Ο Δέσποτας σεργιάναγε, τον βλέπει και τον ευλογεί. «Στα μάτια σου πρωί πρωί» λέει ο αγρότης. «Εγώ πάω στη δουλειά μου κι εσύ με μουτζώνεις». «Σε ευλόγησε, δεν ήταν μούτζωμα», του εξηγεί ένας που πήγαινε μαζί. «Στ' αλήθεια; θα πάω να ζητήσω συγχώρεση». Τρέχει και γονατίζει μπρος στο Δέσποτα. «Δεν πειράζει, μη στεναχωριέσαι», τού λέει καλωσυνάτα εκείνος.

   Κι άλλη φορά σ' έναν εργάτη ζυγώνει ο Δε­σπότης. «Μανώλη, βάζεις τη σφήνα παρακεί;». «Άντε στο δ...», αγριεύει ο εργάτης. Μα μετανοιώνει: «Συγχωρά με», ψελλίζει. «Όχι παιδί μου, εσύ να με συγ­χωρέσεις. Πολεμάς στη ζέστη και ταλαιπωριέσαι κι ήρθα εγώ να σε ζαλίσω, να σ'ενοχλήσω»

   Τόπαμε πως δεν ήταν άγγελοι οι άνθρωποι του Σαρωνικού. Μα η αγάπη ξέρει να κουμαν­τάρει τους ανθρώπους. Πολλοί μεθούσανε την Κυριακή, τα βάζανε με τις φαμίλιες τους, βλαστήμαγαν. Τους ήξερε ο Δέσποτας και πήγαινε από βραδύς. «Αύριο να ρθείς να εργαστείς στο Μοναστήρι», με τη σειρά τους επισκεπτόταν ο Δεσπό­της «Μα αύριο είναι Κυριακή», όλο απορία απαν­τούσε ο εργάτης. «Δε πειράζει, θα μας συγχωρήσει ο Κύριος μια κι έχουμε ανάγκη από κάτι μερεμέτια». Την άλλη μέρα ανέβαινε ο εργάτης. Ο Δέσποτας τον έπαιρνε στην εκκλησιά που θα λειτούργαγε. «Άναψε το κεράκι σου και μετά τη λειτουργία θ' ανταμώσουμε». Έτσι τούλεγε, μετά το κολατσιό ερχό­τανε, μετά έτσι για τα μάτια κάτι τις να φτιάξει ο εργάτης και φαγητό το μεσημέρι και ακέραιο το μεροκάματο, «Δεν ήταν πιο καλά σήμερα παρά τις άλλες Κυριακάδες;» τούλεγε στο τέλος. Κι ο άλλος καταλάβαινε το μάθημα.

Ένας άλλος, πάλι, είπε το ναι σε κάποιον που τον ήθελε να τού σκάψει το αμπέλι του. «Έλα αύριο και θα σου δώσω πιότερα άπ' το Δεσπότη», τούταξε. Είπε ψέμα το λοιπόν στο Δέσποτα πως τάχατες θα κάτσει αύριο να παλαίψει στο δικό του αμπέλι. Αξημέρωτα ξεκίνησε για το αμπέλι τού άλλου, μα να μπροστά του ο Δέσποτας. Κρύος ιδρώς μουσκεύει το κούτελο τού εργάτη. Μα ο Δέσποτας χαμογελά: «Γιατί δε μούπες την αλήθεια; Εγώ τόξερα από τα χτες. Να πας παιδί μου, εκεί θα πάρεις και περισσότερο μεροκάματο. Να πας, γιατί έχεις και μικρά παιδιά».

   Μα κι οι ψαράδες έχουν να λένε...Ίδια πεθα­μένος ανεβαίνει ο ψαράς στο Μοναστήρι. «Σκυ­λόψαρα, Δεσπότη μου. Ούτε λέπι στη θάλασσα. Κι είναι με ψωμί μονάχα τέσσερις βδομάδες τα παιδιά. Να βγω να ζητιανέψω ντρέπομαι. Κι όταν έρθουν οι σκύλοι, για πέντε χρόνια ψάρι δεν υπάρχει στη θάλασσα». «Φέρε τα σύνεργά σου», λέει ο Δεσπότης. Ίδιο πουλί τρέχει κάτω ο ψαράς. Το δειλινό φέρνει κοφίνια και σπόγγους. Τα πιάνει στα χέρια του ο Δέσποτας, τα πάει εκεί μπροστά στην Αγία Τράπεζα. Τα δείχνει στο Χριστό, στην Κυρά Παναγιά. Δεν είναι σκέτα σύνεργα αυτά. Είναι το φαΐ της φαμελιάς! «Πάρτα και πήγαινε και ρίξε τα στη θάλασσα», λέει στον ψαρά. Σε δεκαπέντε μέρες πάνω-κάτω νάτος ολόχαρος ο ψαράς με δύο συναγρίδες εκεί στα χέρια. «Φύγανε οι σκύλοι και γιόμισε ψάρι η θάλασσα», φωνάζει από μακριά. Μα κι άλλοι ψαράδες παραπονέθηκαν  στο Δέσποτα πως λέπι δε πιάνουνε μια κι ένα μεγάλο ψάρι τους χαλά τα δίχτυα. Κι είναι φτωχοί άνθρωποι κι οι φαμελιές πεινούν. Σ’ ένα πανέρι τού κουβαλούνε μια κουλούρα δίχτυ. Το ευλόγησε. Και κόντεψε το δίχτυ να σκιστεί. Τόσα τα ψάρια πούπιασαν.

   Αγάπαγε να κάθεται στο μπαλκονάκι έξω άπ' το κελλί του. Όποιος κι αν πέρναγε τον σταύ­ρωνε, τον βλόγαγε. Στα 1912, στον πόλεμο, βγήκε πάλι στο μπαλκονάκι και σταύρωνε τους άντρες που περνούσαν άπ' το δρόμο και τραβούσαν να ντυθούν φαντάροι. Στεκόταν ίσαμε να περάσει κι ο τελευταίος. Έτσι δεν έπαθε κανένας άπ' το Μεσαγρό.

Η αγάπη του για τον άνθρωπο και για το κα­θημερινό του! Μα ίδιος Ελληνορθόδοξος ρασοφόρος έγνοια μεγάλη μπας και ξεχάσει η Γυναίκα Χριστό κι Ελλάδα. Για τούτο ονειρευότανε σχολειό να κάνει εκεί στο Μοναστήρι, να μη πηγαίνουν σε φράγκικα σχολεία τα παιδιά και αργότερα ανώτερης διδασκαλίας να γίνει τούτο το σχολειό. Ο ίδιος μα κι η μοναχή Μαγδαληνή μάθαινε γράμματα στα παιδιά. Γράμματα και ψαλμουδιές. Ίδια, ολόιδια σαν το κρυφό σχολειό.

   Ρώτησαν ένα γέροντα σημερινό πως γίνεσαι άγιος. «Είναι εύκολο μωρέ!», απάντησε εκείνος «θέλει ταπείνωση και προσευχή και να κρατιέσαι από της Παναγιάς το φόρεμα». Να πως έγινε άγιος ο Δέσποτας. Έγινε άγιος Νεκτάριος και άγιασε τον τόπο τούτο.

Κι είναι μεγάλο πράγμα δα για τη ζωή ενός τόπου ένας άγιος.




Μοιράστηκε δωρεάν στον Ιερό ναό Αγίου Νεκταρίου κ. Κηφισιάς όπου εκκλησιάζεται η κα.Γαλάτεια. Κάποιες φορές δε, ομιλεί μετά την Θ.Λειτουργία στο Πνευματικό κέντρο όπου προσφέρεται καφές.


www.egolpion.com

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΟΥ ΠΟΥ ΕΞΕΠΕΣΕ Πρεσβυτέρου Χαραλάμπους Νεοφύτου



   Έτυχε να δω, στα Ιεροσόλυμα, μία παρθένα, η οποία φόρεσε στο σώμα της σιδερένια αλυσίδα και την είχε για έξη χρόνια χωρίς να τη βγάλει μένοντας κατάκλειστη με πολλή σκληραγωγία και εγκράτεια. Όμως η δυστυχής, υπερηφανεύτηκε ότι τάχα έγιναν αγία και έφτασε στα μέτρα της τελειότητας. Από το συλλογισμό αυτόν, παραχώρησαν η Χάρη εκείνου πού βδελύσσεται τους υπερήφανους, για να πέσει η ταλαίπωρη στο λάκκο της ανομίας.

   Μία μέρα έπεσε σε πορνεία με τον υπηρέτη πού την προμήθευε τα χρειαζούμενα για να ζήσει και έμεινε στην αμαρτία της φθοράς της παρθενίας της. Αυτό σίγουρα το έπαθε, επειδή έκανε την αρετή για να την επαινούν οι άνθρωποι και όχι για την αγάπη του Θεού και τη σωτηρία της, και έτσι κατάντησε στην καταφρόνηση των ανθρώπων. Έφυγε ο φύλακας της σωφροσύνης και παραδόθηκε η άθλια στο βυθό της ακαθαρσίας.

   Το παράδειγμα της παρθένας αυτής θα πρέπει να μας διδάξει, να προσέχει ο καθένας να κάνει εκείνο που μπορεί για τη δόξα του Θεού και προπάντων όσο μπορεί κρυφά από τους ανθρώπους, γιατί εκείνο που γίνεται για ανθρωπαρέσκεια, είναι μισητό στο Θεό. Ας το προσέξουμε αυτό, γιατί ως συνήθως τα περισσότερα των έργων μας είναι μολυσμένα με την αυτοπροβολή και ανθρωπαρέσκεια και για τούτο δεν έχουμε τη θεία βοήθεια που περιμένουμε.

   Η ανθρωπαρέσκεια είναι τείχος που χωρίζει τον άνθρωπο από το Θεό και τον αφήνει στο έλεος του πονηρού για να δοκιμάζεται.


Από το βιβλίο: ΒΙΑΣΤΕΣ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ

ΕΚΔΟΣΗ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΟΔΟΔΕΙΧΤΗΣ

   www.egolpion.com


Τα προβλήματα της παιδείας. ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ



ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Α΄

ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ
ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ

Τα προβλήματα της παιδείας

- Γέροντα, συχνά λέτε ότι πάνε τα πάντα να διαλύσουν. Εννοείτε και την παιδεία;
- Ναι, δεν βλέπετε τι γίνεται; Σχολεία είναι αυτά; Γλώσσα είναι αυτή που διδάσκουν σήμερα στα παιδιά; Ποια είναι η ιστορία μας; Αλλά και στην Θεολογία τι γίνεται; Έχει ένας άθεος πτυχίο της Θεολογίας και τον αφήνουν να διδάσκη θρησκευτικά. Δεν εξετάζουν όμως• θρησκευτικά διδάσκει ή αθεΐα; «Δεν μπορούμε, λένε, να τον βγάλουμε». Αν ένας φιλόλογος πάη να διδάξη μαθηματικά, θα τον αφήσουν;

Άλλος είναι θεολόγος και δεν αφήνει τους ανθρώπους να κοινωνούν, για να μην κολλήσουν έιτζ! Είναι από αυτούς που τους έστειλε στην Θεολογική Σχολή το κομπιούτερ! Αυτή δεν είναι η γνώση του Θεού. Παλιά λέγανε: «Έμαθε τα ιερά γράμματα το παιδί», γιατί ήταν ιερά τα γράμματα. Βλέπεις καθηγητή Θεολογίας να μην πιστεύη, να βρίζη μπροστά στους φοιτητές τους Προφήτες, και να μην τον βγάζουν. Μα τι θέλεις, καλέ μου άνθρωπε, στην Θεολογική Σχολή; Εσύ, τι θεολόγους θα βγάλης;

Πόσο έχουν επιδράσει οι Προτεστάντες, οι Καθολικοί! Το άθεο πνεύμα πόσο μπήκε στον Καθολικισμό! Οι Καθολικοί πάνε σιγά-σιγά να κουτσουρέψουν τους Αγίους. «Η Αγία Αικατερίνη, λένε, δεν ήταν μεγάλη Αγία• ένας μικρός βασιλίσκος ήταν ο πατέρας της. Ο Άγιος Νικόλαος ήταν μικρός Άγιος. Ο Άγιος Γεώργιος μύθος. Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ δεν υπήρχε• ήταν μια παρουσία του Θεού. Το ίδιο και ο Αρχάγγελος Γαβριήλ». Μετά θα πουν: «Ο Χριστός δεν είναι Θεός• ήταν μόνον ένας δάσκαλος μεγάλος». Μετά θα προχωρήσουν και άλλο: «»Ο Θεός είναι μια δύναμη». Και μετά θα πουν: «Ο Θεός είναι η φύση»! Ενώ υπάρχουν γεγονότα χειροπιαστά. Προφήτες, προφητείες, τόσο ζωντανά θαύματα, φθάνουν και μερικοί δικοί μας στο σημείο να πιστεύουν τέτοιες χαζομάρες.

Ήρθε και σ' εμένα κάποιος να πάρη ευλογία, για να πάη στην Ιταλία να σπουδάση Λειτουργική και να κάνη διατριβή. «Είσαι στα καλά σου; του είπα. Θέλεις να πας στους Ιησουΐτες να κάνης την διατριβή σου και ήρθες να σου δώσω και ευλογία; Αυτοί δεν ξέρουν τι τους γίνεται! Εκεί διδάσκουν Ουνίτες, Ιησουΐτες, δεν ξέρω τι!» Θέλει προσοχή από όλες τις απόψεις. Γιατί έτσι κάνουν• πάνε, σπουδάζουν στην Αγγλία, Γαλλία κ.λπ., πιάνουν τα ευρωπαϊκά μικρόβια και κάνουν μετά διατριβή. Μελετούν λ.χ. τους Έλληνες Πατέρες σε μετάφραση που έκαναν οι ξένοι στην γλώσσα τους. Εκείνοι, είτε επειδή δεν μπορούσαν να αποδώσουν τα νοήματα σωστά είτε από πονηριά, πρόσθεσαν και τα δικά τους τα λανθασμένα. Οι δικοί μας πάλι, οι Ορθόδοξοι, που μάθανε τις ξένες γλώσσες, παίρνουν από ‘κει τα ξένα μικρόβια και τα μεταφέρουν εδώ και μετά τα διδάσκουν κιόλας. Φυσικά, όταν προσέξη κανείς, εύκολα ξεχωρίζει το χρυσό από το κεχριμπάρι.

- Γέροντα, μερικά παιδιά που είναι κοντά στην Εκκλησία, όταν βγουν για σπουδές στο εξωτερικό, επειδή δεν περνάνε εδώ στο Πανεπιστήμιο, χάνουν την πίστη τους και παραστρατούν.

- Θα πω σε κανέναν από αυτούς που γνωρίζω, να κάνουν ακόμα κάνα-δυο Πανεπιστήμια εδώ στην Ελλάδα, για να μην βγαίνουν τα παιδιά έξω. Να σπουδάζουν εδώ, γιατί και τα παιδιά χάνονται και οι γονείς ξοδεύονται και τόσο συνάλλαγμα βγαίνει έξω.

Πάντα λέω στα παιδιά που πάνε έξω για σπουδές: «Να πάτε, αφού το θέλετε, αλλά να προσέξετε να μη χάσετε την πίστη σας• να πάρετε μόνον τις γνώσεις τους. Και προπαντός μην ξεχάσετε να γυρίσετε πίσω στην Πατρίδα. Η Ελλάδα σας περιμένει. Έχετε χρέος να την βοηθήσετε. Να είστε κοντά στους Έλληνες, για να μην αναγκάζωνται οι καημένοι να τρέχουν στο εξωτερικό, για να βρουν έναν γιατρό ή έναν ειδικό για μια επιστήμη. Πολύ προσέξτε να μην ψυχρανθή η καρδιά σας. Οι Ευρωπαίοι είναι ψυχροί. Η Αμερική πάλι είναι μόνο για να πλουτίζη κανείς υλικά και να χρεωκοπή πνευματικά».

- Και οι απεργίες, Γέροντα, τι κακό κάνουν! Ολόκληρο μήνα χωρίς μάθημα τα παιδιά, να γυρίζουν στους δρόμους!
- Εγώ λέω στους δασκάλους ποτέ να μην κάνουν απεργία, εκτός αν πάνε να καταργήσουν λ.χ. τα θρησκευτικά, την προσευχή ή να κατεβάσουν τον σταυρό από την σημαία κ.λπ. Τότε πρέπει να διαμαρτυρηθούν. Αλλιώς τι φταίνε τα παιδιά να χάνουν μαθήματα;
- Δηλαδή, Γέροντα, έτσι που έχει διαμορφωθή η παιδεία θα κάνη πολύ κακό.
- Τώρα θα σακατευτούν πολλά παιδιά, αλλά και ο Καλός Θεός θα κρίνη ανάλογα. Θα εξετάση σε τι κατάσταση θα ήταν, αν δεν τα επηρέαζαν και δεν τους έκαναν κακό. Όμως και εμείς χρειάζεται να κάνουμε πολλή προσευχή για τα καημένα τα παιδιά, ώστε να επέμβη ο Θεός να τα βοηθήση και να μη σακατευτούν, αλλά να είναι υγιέστατα πνευματικά και να αποκτήσουν αρετές.


http://www.egolpion.com/

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΔΕΡΦΟΙ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ





"Ο Θεός, ως απλούς κατά την ουσίαν, ιδιαιτέρως αγαπά την απλότητακαι εκείνους που ζουν με απλότητα. 

Δι' αυτό και πλουτίζει με τα αγαθά του
τους απλούς και απλώς διάγοντας".



Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ ΦΡΑΝΤΖΗ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ




ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΟΣ
ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΜΕΤΑΚΟΜΙΔΗΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΕΙΚΟΝΟΣ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

    Τα πλήθη των προσκυνητών πού καταφθάνουν από κάθε γωνιά της πατρίδας μας αλλά και τα πλήθη των ομογενών του εξωτερικού πού άρχονται στην Παναγία της Αγιάσου, είναι φυσικό να ζητούν, όχι μόνο προφορικές πληροφορίες για την εικόνα της Παναγίας και το Ιερό γενικά Προσκύνημα της Αγιάσου, αλλά αν είναι δυνατόν και κάποιο σχετικό βιβλίο.
    Αυτή η ανάγκη ώθησε τον προκάτοχο μου αείμνηστο Μητροπολίτη Ιάκωβο Κλεομβρότου τον από Σισανίου και Σιατίστης, να συντάξει σχετικό βιβλίο, το όποιο εξέδωσε το Ιερό Προσκύνημα κατά το έτος 1981 και το όποιο με την πάροδο του χρόνου εξηντλήθη.
    Ή αυτή ανάγκη ωδήγησε και εμέ στη συγγραφή του βιβλιαρίου τούτου, στο όποιο περιέλαβα τις κυριώτερες ιστορικές πληροφορίες για την ιερή εικόνα της Παναγίας και την Ιστορία του Ιερού Προσκυνήματος αφού προσέθεσα σ' αυτό και την ιερή ακολουθία πού ψάλλεται κατά την εορτή της μετακομιδής της ιεράς εικόνος της Παναγίας.
    Το παραδίδω στα χέρια των ευσεβών Προσκυνητών με την θερμή ευχή, όπως "ή εν πρεσβείαις ακοίμητος Θεοτόκος" δέχεται τις προσευχές όλων και ως μητέρα του Κυρίου πρεσβεύει για όλους ώστε να μας συνοδεύει η Χάρις και η ευλογία του Κυρίου.
Μετά θερμών ευχών και αγάπης Ό Μητροπολίτης

ΑΓΙΑΣΟΣ

    Όσο είναι ξακουσμένη σ' όλη την Ελλάδα για τις δροσιές, για την ευφορία της γης, για τις ομορφιές της η περιοχή του Πηλίου, άλλο τόσο είναι φημισμένη και η δροσόλουστη και φρουτοπαραγωγική Άγιάσος στη Λέσβο.
    Από το κέντρο του νησιού, ανάμεσα σε καταπράσινα βουνά, και από ψηλή βουνοπλαγιά αντικρίζει την κορυφή του επιβλητικού Λεσβιακού Όλύμπου με την ψηλότερη κορφή του πού φτάνει τα 1.000 περίπου μέτρα και τον καθαγιάζει το εξωκλήσι του Προφήτη Ηλία.
Κάστανα, καρύδια, μήλα, βύσσινα, κεράσια, εκτός από το λάδι, είναι τα Ιδιαίτερα προϊόντα της περιοχής. Την εύφορη γη της τρέφουν τα πλούσια νερά της Αγιάσου πού κυλώντας από βουνά και λαγκάδια τροφοδοτούν τις πηγές της Καρύνης με τα πανύψηλα αιωνόβια πλατάνια και την κάνουν σταθμό εξαίρετο για όσους ανεβαίνουν στην Άγιάσο ή επιστρέφουν άπ' αυτήν.
     Όμως εκείνο πού δίνει ιδιαίτερη χάρη στην όμορφη και ιστορική κωμόπολη της Αγιάσου είναι ή Παναγία η Άγιασώτισσα. Αυτή έδωσε "προ αιώνων " και το όνομα στον τόπο τούτο. Αυτή ανέδειξε την έρημη κάποτε αύτή περιοχή σε θρησκευτικό κέντρο του νησιού μας. Και τούτο είχε την ευνοϊκή συνέπεια, το αρχικά θρησκευτικό αυτό κέντρο, να γίνει κωμόπολη με ακτινοβολία πολιτιστική και εμπορική, με πρόοδο στα γράμματα και στις τέχνες και Ιδιαίτερα με πρωτοφανή επίδοση στην κεραμική. Και όλα αυτά ξεκινούν από την Παναγία της Αγιάσου. Για τούτο: "Αν το Άγιο Όρος ονομάζεται "το περιβόλι της Παναγίας" έχομε κάθε δικαίωμα να ονομάσουμε "Περιβόλι της Παναγιάς" την Άγιάσο, γιατί ό,τι είναι η Άγιάσος σήμερα, μπορούμε να πούμε ότι στην Παναγία το χρωστά.


Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣΟΥ

    Όταν λέμε: Παναγία της Αγιάσου, εννοούμε την Ιερή «Εικόνα της Παναγίας της Αγιάσου πού για την Ιστορία της θα πρέπει να πούμε λίγα λόγια στη συνέχεια.
    Οι ιστορικές πληροφορίες πού έχουμε για την εικόνα αύτη μας φέρνουν χίλια εκατό περίπου χρόνια πίσω, στον ένατο αιώνα, στην εποχή της εικονομαχίας. Είναι γνωστό από την ιστορία, ότι εικονομάχοι απ΄ τη μια μεριά και φίλοι των εικόνων από την άλλη, αγωνίζονταν χρόνια και χρόνια στο Βυζάντιο. Παρεξηγημένες απόψεις και φανατισμοί έφεραν τρικυμία, που συγκλόνιζε όλη τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Η Πολιτεία άλλοτε έπαιρνε τη μία θέση και άλλοτε την άλλη. Ήταν επόμενο η ανάμειξη της Πολιτείας, που κρατά στα χέρια της την εξουσία να καταλήξει σε διωγμούς και βαναυσότητες.
    Οι εικόνες όσο και αν ήταν ιερές και αξιοσέβαστες αλλά και αξιοθαύμαστες σαν έργα τέχνης, ήταν ο στόχος των εικονομάχων. Με μανία και πρωτοφανή ασέβεια γινότανε με το τσεκούρι καυσόξυλα.

Τότε, ευσεβείς άνθρωποι και μάλιστα κληρικοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πόλεις πού κατοικούσαν, να αυτοεξορισθούν, για να σωθούν, αλλά και να σώσουν άπ' τη μανία της καταστροφής ιερές εικόνες ή ιερά λείψανα και ιερά αντικείμενα.
    Ένας τέτοιος αυτοεξόριστος ήτανε ο ιερεύς Αγαθών ο Έφέσιος για τον όποιο έχομε τις παρακάτω πληροφορίες.

    Ό Αγαθών υπηρετούσε στα Ανάκτορα της Κωνσταντινουπόλεως επί αυτοκράτορας Λέοντος του Α'. του Ίσαύρου (775-780), ο όποιος υπήρξε εικονομάχος. Επειδή περιέπεσε στη δυσμένεια του Βασιλέως, λόγω των αντιθέτων φρονημάτων του, αναχώρησε από την Κωνσταντινούπολη και ήλθε στα μέρη της Παλαιστίνης, όπου το φρόνημα των Χριστιανών ήτο εικονόφιλο. Έμεινε εκεί δώδεκα χρόνια και παρακολουθούσε με ενδιαφέρον την εξέλιξη του κινήματος των εικονομάχων. Όταν πληροφορήθηκε ότι η Αυτοκράτειρα Ειρήνη η Αθηναία, πού είχε αγωνισθεί για την επαναφορά των Αγίων εικόνων εξορίστηκε στη Λέσβο και ότι στο νησί αυτό επικρατούσε φρόνημα εικονόφιλο, αναχώρησε από τα Ιεροσόλυμα και ήλθε στη Λέσβο, έχοντας μαζί του μια αρχαία βυζαντινή εικόνα της Παναγίας, διαστάσεων 0,56X0,62 παριστάνουσα τη Θεοτόκο σε προτομή, να βαστάζει στους κόλπους της τον Ιησού Χριστόν. Ή εικόνα είχε την επιγραφή "Μήτηρ Θεού Αγία Σιών».

    Ό Αγαθών ο Έφέσιος έφερε και αλλά κειμήλια όπως ήταν ένας μικρός αργυρός σταυρός με τίμιο ξύλο, ένα χειρόγραφο Ευαγγέλιο του Ε' αιώνα και λείψανα του Αγίου Διονυσίου, προφανώς για να έλθει σε επαφή με την εξόριστη Βασίλισσα και μετά την καταστολή του εικονομαχικού κινήματος να μπορέσει να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη1.
    Ό Αγαθών δεν παρέμεινε στην πόλη της Μυτιλήνης, ούτε σε άλλο παραθαλάσσιο χωριό, αλλά από τον φόβο των πειρατών, πού πολύ συχνά ενοχλούσαν τότε τα νησιά μας, προσχώρησε στο εσωτερικό του νησιού και έφθασε κάπου εδώ ανάμεσα στα βουνά και στα λαγκάδια της Αγιάσου.

    Διάλεξε μια δασωμένη έρημη τότε τοποθεσία όπου σήμερα βρίσκεται το παρεκκλήσιο της Ζωοδόχου Πηγής, το γνωστό σαν άγιασμα, πίσω από το κτίριο του Αναγνωστηρίου της Αγιάσου. Ό τόπος αυτός λεγόταν "Καρυές", όνομα πού πήρε από τη μεγάλη καρυδιά, πού βρισκότανε εκεί.
    Σ' αυτό το δασωμένο τόπο ασκήτεψε ο Αγαθών και μέσα σε μια κρύπτη πού έφτιαξε εκεί, έκρυψε την ιερή εικόνα με μεγάλη προσοχή και ευλάβεια, όπως και τα αλλά Ιερά κειμήλια, πού έφερε με τόσους κόπους και κινδύνους.

    Σιγά-σιγά τον πλησίασαν άνθρωποι από γειτονικά μικρά χωριουδάκια της περιοχής. Από την "Πενθίλη" πού δεν υπάρχει πια σήμερα και πού μόνο ή τοποθεσία της είναι γνωστή με το όνομα "Μπιτζίλια", εκεί κοντά στο χώρο πού έκτισε ο αείμνηστος Μητροπολίτης Μυτιλήνης "Ιάκωβος, ο από Δυρραχίου το έτος 1936 το Σανατόριο και πού τώρα μετατράπηκε σε «Ίδρυμα Κοινωνικής Πρόνοιας Ή θεομήτωρ», και από άλλο χωριό την "Καρύνη" στη γνωστή και σήμερα τοποθεσία με τα άφθονα και κρύα νερά.
    Αρκετοί κάτοικοι των χωριών αυτών συνεπαρμένοι από την αγιότητα του Αγάθωνα, με χαρά έπαιρναν από την Καρύνη τον ανηφορικό και δύσβατο δρόμο, πού σήμερα, αν πάμε από τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο, είναι περίπου 10 χιλιόμετρα, ή πάλι αυτοί πού ερχότανε από την Πενθίλη κατέβαιναν από την επίσης δύσβατη ρεματιά, όπου σήμερα είναι τα γραφικά εξωκκλήσια Ταξιάρχης, Αγ. Κωνσταντίνος και Αγ. Ιωάννης 'Απέσου. Και όλοι αυτοί ήθελαν όχι μόνο να ακούσουν τα σοφά λόγια του Αγάθωνα, να εξομολογηθούν σ' αυτόν, αλλά και να τον παρακαλέσουν να δεχθεί εμπιστευτικά και να τους αφήσει να προσκυνήσουν την εικόνα της Παναγίας και τα άλλα ιερά κειμήλια.

    Δεν άργησαν πολλοί άπ' αυτούς τους ευσεβείς ανθρώπους, να έλθουν για πάντα κοντά στον Αγάθωνα και να ασκητέψουν μαζί του, χτίζοντας εκεί ένα μοναστηράκι.
    Πότε ακριβώς ήρθε ο Αγαθών στη Λέσβο δεν είναι ίσως γνωστό, Ίσως το 803, είναι όμως γνωστό, ότι ο Κύριος τον κάλεσε κοντά του την ήμερα της Υπαπαντής (2 Φεβρουαρίου) του έτους 830 μ.Χ.
Σύμφωνα με την επιθυμία του, οι μοναχοί τον έθαψαν λίγο πιο πέρα από το Μοναστήρι τους, στον τόπο ακριβώς πού σήμερα βρίσκεται ο ναός της Παναγίας.

    Αυτοί εξακολούθησαν να μένουν στο μοναστήρι και μετά το θάνατο του Αγάθωνος και να κρύβουν και να φυλάγουν την εικόνα της Παναγίας και τα αλλά Ιερά κειμήλια με μεγάλη προσοχή και μόνο σε έμπιστους και πολύ γνωστούς για τα εικονόφιλα αισθήματα τους Χριστιανούς να τα δείχνουν και να επιτρέπουν να τα ασπάζονται. Και αυτό γινότανε μέχρι το έτος 842 πού νίκησαν οι φίλοι των ιερών εικόνων και έγινε η λεγόμενη αναστήλωση τους, δηλαδή τότε πού ξαναμπήκανε οί εικόνες στους ναούς, αφού σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλησίας, δεν λατρεύουμε τις ιερές εικόνες σαν να ήταν είδωλα θεών - αφού εμείς οι Χριστιανοί πιστεύουμε στον Ένα και μόνο αληθινό θεό- αλλά τις τιμούμε και τις προσκυνούμε εκδηλώνοντας την αγάπη μας και τον σεβασμό μας στα πρόσωπα πού εικονίζονται σ' αυτές, όπως καθόρισε και η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος στο 787, πού έδωσε τη λύση στο μεγάλο αυτό πρόβλημα της εικονομαχίας.


ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΟΥ ΑΓΑΘΩΝΑ
ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΚΕΝΤΡΟ

    Μετά από την Ζ' Οικουμενική Σύνοδο, τη νίκη των εικονόφιλων και την αναστήλωση των εικόνων, πού οι Χριστιανοί μπορούσαν ελεύθερα να τιμούν και να προσκυνούν τιμητικά τις ιερές εικόνες, φανέρωσαν οι μοναχοί του Αγάθωνα, την εικόνα της Παναγίας και τα αλλά ιερά κειμήλια.
    Από όλα τα μέρη του νησιού άρχισαν οι Χριστιανοί με πόθο θερμό να ανεβαίνουν στο μοναστήρι του Αγάθωνα, για να προσκυνήσουν το Τίμιο ξύλο και την εικόνα της Παναγίας. Τόση ήταν η προσέλευση του κόσμου όχι μόνο από τη Μυτιλήνη, αλλά και από τα απέναντι Μικρασιατικά παράλια, ώστε γρήγορα αναγκάστηκαν να χτίσουν μεγάλο ναό, ώστε να εξυπηρετεί τις χιλιάδες των προσκυνητών, πού ερχότανε με πεζοπορία ή με τα ζώα τους στη Μεγαλόχαρη.

    Ερχότανε κάθε ένας με τον πόνο του, πολλές φορές φέρνοντας άρρωστους συγγενείς, με αφάνταστα μεγάλο κόπο. Σήμερα δεν μπορούμε καν να φανταστούμε τις δυσκολίες πού αντιμετώπιζαν αυτοί διασχίζοντας ανηφορικά μονοπάτια και χαράδρες, μια απόσταση σήμερα είκοσι επτά χιλιόμετρα από τη Μυτιλήνη, με θαυμάσιο τώρα ασφαλτοστρωμένο δρόμο.
    Και όλοι ήθελαν, λαχταρούσαν να τους αξιώσει ή Χάρη της να πάνε στην Παναγία την "Αγία Σιών". Έτσι ήταν γνωστή, γιατί έτσι έγραφε πάνω του το Ιερό εικόνισμα, αφού προερχόταν από τα Ιεροσόλυμα. Και λέγοντας πάμε στην Αγία Σιών σιγά-σιγά φτιάχτηκε το όνομα Άγιάσος. Τότε άρχισε να γίνεται και το χωριό γύρω από το Μοναστήρι, πού από το όνομα της εικόνας πήρε το όνομα Άγιάσος.

    Οι προσκυνητές βέβαια, είχαν ανάγκη από τροφή, από κάποιο Πανδοχείο, ώστε να μπορούν να διανυκτερεύουν χωρίς κίνδυνο αφού και το κλίμα της Αγιάσου είναι αρκετά ψυχρό, με το υψόμετρο πού έχει 650 μ. Επίσης όλοι ζητούσαν και ένα βάζο, ένα μπουκαλάκι να βάλουν και να πάρουν μαζί τους, όταν θα έφευγαν άγιασμα. Άλλα που να βρεθούν τόσα μπουκαλάκια εκείνα τα χρόνια; Έξυπνοι και εφευρετικοί οι Άγιασώτες άρχισαν να κατασκευάζουν κανατάκια από κατάλληλο χώμα και αυτή ή ανάγκη για τη μεταφορά του αγιάσματος, έγινε ή αρχή να αναπτυχθεί στην Άγιάσο η αγγειοπλαστική σε βαθμό αξιοθαύμαστο.

    Ή βαθιά πίστη, οι προσευχές των προσκυνητών καρποφορούσαν. Θαύματα πολλά και μεγάλα αναφέρονται στην ιστορία του Προσκυνήματος και πολλά άπ' αυτά έχουν σαν αιώνιους μάρτυρες τα αναθήματα (τα τάματα), πού βρίσκονται σήμερα στο Ιερό Προσκύνημα της Παναγίας και πού προέρχονται όχι μόνο από Χριστιανούς, αλλά και από Μωαμεθανούς, πού πάνω στον πόνο τους κατέφευγαν στην Παναγία.
    Έτσι ή ακτινοβολία του Ιερού Προσκυνήματος της Παναγίας γινόταν πανελλήνια όχι μόνο στο χώρο της σημερινής Ελλάδος, αλλά και σ' όλον τον Ελληνισμό της Μικρός Ασίας, από την οποία καράβια γεμάτα με προσκυνητές ερχότανε.
    Ή μεγάλη προσέλευση των προσκυνητών συντελούσε να μεγαλώνει και να προοδεύει η Άγιάσος σαν χωριό.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΑΟΥ

    Το έτος 1170 θεμελιώθηκε ο ναός στη θέση πού είναι σήμερα, δηλαδή στον τόπο όπου ήταν θαμμένος ο άγιος Αγαθών. Εκεί πάνω στο μνημείο του, είχαν γράψει: "Τύμβος μοναχο- πρεσβυτέρου Αγάθωνος Έφεσίου, κομιστού της αγίας εικόνος".
    Προτίμησαν αυτόν τον τόπο όχι μόνο για να τιμήσουν τον Αγάθωνα, αλλά ίσως και για να μεταφέρουν το Μοναστήρι τους στη νέα αυτή θέση, γιατί εκεί πού το είχαν χτίσει πρώτα ήταν βαθούλωμα και το χειμώνα πλημμύριζε από τα νερά, πού συσσωρεύονταν σ' αυτό το μέρος.
    Για το χτίσιμο του ναού έπρεπε να πάρουν άδεια από τον διοικητή της Λέσβου, πού τότε ήταν ο Κωνσταντίνος Βαλέριος. Έχουμε σαν ιστορικό ντοκουμέντο το έγγραφο της αδείας2.
"Βαλέριος Κωνσταντίνος Άρχων πάσης Λέσβου.
    Έντεταλμένος του εν δόξη και αρεταίς περιβαλλόμενου και υπεράνω παντός γηϊνοκόσμου μεγίστου αυτοκράτορος απαξαπάσης Βυζαντινής Επικρατείας, Βαλέριος Κωνσταντίνος, Άρχων πάσης Λέσβου, εδρεύων Μυτιλήνην.
    Συνειδώς Ικεσίας Χριστιανών οικούντων περίχωρα ορίοις και τόπου καλούμενον "Καρυαί"ένθα ενθρονισμένη ιερά σκήτη απεικόνισις Ύπεραγίας Θεομήτορος προελθούσης εξ Αγίας Σιώνος, πιστών και υποτελών ενδοξότατη και κοσμοκράτειρα αυτοκρατορία.
    Δίδωμι αυτοίς ελευθερίαν οικοδμησίας Οικοθέου εν τω ονόματι και μνήμη Ύπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου εν θέσει, ένθα μιμνήσιον τύμβου + μοναχο-πρεσβυτέρου Αγάθωνος Έφεσίου κομιστού της αγίας εικόνος.
Εντέλλομαι δεκάρχην Ευμένιον χειροπαραδώσειν παρούσαν ικέταις".
Βαλέριος Κωνσταντίνος Άρχων πάσης Λέσβου Εκ Μεγάρου του ΙΒ' αιώνι Θ΄ έχει 17 Αυγούστου 1170

    Το χτίσιμο του ναού βάσταξε τρία χρόνια. Ό ναός ήταν μικρότερος από το σημερινό. Στην είσοδο του ναού υπήρχε η παρακάτω επιγραφή: ΕΠΙ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ ΜΑΝΟΥΗΛ ΕΚ ΚΟΜΝΗΝΩΝ ΚΑΙ ΑΡΧΟΝΤΟΣ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ ΒΑΛΕΡΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΑΝΗΓΕΡΘΗ Ο ΝΑΟΣ ΟΥΤΟΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΜΕΡΙΜΝΗ ΠΙΣΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΑΓΑΘΩΝΟΣ ΕΦΕΣΙΟΥ ΣΕΠΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΚΟΜΙΣΤΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΕΙΚΟΝΟΣ ΤΗ 15ηΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1173.

Μαζί με το ναό οι μοναχοί έχτισαν πολλά κελλιά όχι μόνο για τις δικές τους ανάγκες, αλλά και για τη φιλοξενία των προσκυνητών. Τούτο φαίνεται και από την επιγραφή πού έγραψαν στην είσοδο των κελλιών του ξενώνα: «ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΑΣ ΤΗΣ ΣΙΩΝ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΝΤΑΣ ΠΡΟΣΗΝΩΣ ΔΕΧΟΜΑΙ ΕΚ ΚΑΡΔΙΑΣ» Από το 1173 πού τελείωσε και εγκαινιάστηκε ο ναός αυτός, διατηρήθηκε επί 633 χρόνια, δηλαδή μέχρι το έτος 1806, πού αναγκάστηκαν να τον κατεδαφίσουν, διότι έγινε επικίνδυνα ετοιμόρροπος, και να χτίσουν στην ίδια θέση νέο ναό, πολύ μεγαλύτερο από τον πρώτο, αν και οι τουρκικές αρχές απαγόρευαν να χτίζονται ναοί μεγαλύτεροι από αυτούς πού υπήρχαν σε κάθε τόπο. Αξίζει στο σημείο αυτό να μεταφέρουμε τη σχετική περικοπή από το βιβλίο "Ιερά Προσκυνήματα Αγιάσου" του Στρατή Κολαξιζέλλη.

    "Δια να την κτίσουν μεγαλυτέραν οι προαναφερθέντες, εφιλοξένησαν τον υπάλληλον πού ήρθε στην Άγιάσο όσον ήτο δυνατόν καλύτερα. Την επαύριον έβαλαν γιουβέτσι εις τον φούρνον, υποδείξαντες εις τον φούρναρην να το ψήσει. Περί τις δύο ώρες μετά το μεσημέρι και αφού έφαγαν μαζί του με πολύ αργόν ρυθμόν πήγαν εις το οικόπεδον της εκκλησίας κατά την ώραν του Εσπερινού. "Ωσπου να βρουν με το βήμα της χελώνης το μέρος από το όποιον ανατέλλει ο ήλιος, να μετρήσουν το μήκος και το πλάτος, να στηρίξουν εις όλες τις γωνίες πασσάλους τους οποίους να δέσουν με σχοινί, και να δέσουν τις δύο άκρες του σχοινιού με κόμβον, επί του οποίου ο υπάλληλος να κολλλήσει βουλοκέρι, και να αποτυπώσει έπ' αυτού την μετάλλινη σφραγίδα του, ο ήλιος βασίλεψε, και η κατάθεσις του θεμελίου λίθου ανεβλήθη δια την αυριανήν ημέραν.

    Για το σχοινί οι ενδιαφερόμενοι χρησιμοποίησαν το εντόπιο αιγοτρίχινο ελαστικό καζίλι, χωρίς να το τεντώνουν.
    Την νύκτα μετεκίνησαν τους πασσάλους προς τα έξω, τεντώσαντες το καζίλι χωρίς όμως να βλάψουν το αποτύπωμα της σφραγΐδος. Το πρωΐ ο υπάλληλος είδεν, ότι το αποτύπωμα της σφραγίδας ήτο σε καλήν κατάστασιν και έδωκε την ΄άδειαν να κτίζουν. Εις το τέλος είδεν, ότι η νέα εκκλησία έγινε λίγο, μεγαλύτερα της προϋπαρχούσης, αλλά δεν τους ετιμώρησε, διότι υπήρχε και το ελαφρυντικό νομικό αξίωμα: "Ότι οποιοδήποτε εκτίσθη, είναι καλά κτισμένο", το όποιον εγνώριζαν και οι ενδιαφερόμενοι".
    Ή ανέγερση του ναού έγινε με πρωτοβουλία του τότε Μητροπολίτου Μυτιλήνης Ιερεμία του μετέπειτα Οικουμενικού Πατριάρχου και των προεστών της Κοινότητος Αγιάσου, πού φρόντιζαν για το ναό, αφού πια από το 1783 είχε διαλυθεί το Μοναστήρι του Αγάθωνα και ο ναός είχε γίνει Ενοριακός για την Κοινότητα και Ενορία της Αγιάσου.

    Ό ναός αυτός δεν ήταν θέλημα Θεού να διατηρηθεί και να εξυπηρετήσει τους Χριστιανούς. Άρχισε, όπως είπαμε, να χτίζεται το 1806 και ενώ υστέρα από 6 χρόνια ήταν σχεδόν έτοιμος - τότε έκαμαν τις τελευταίες διακοσμήσεις του ναού και τα ξυλόγλυπτα - τη νύχτα της 6ης Αυγούστου 1812 καταστράφηκε από πυρκαϊά, πού έκαψε ένα μεγάλο τμήμα της Αγιάσου.
Ευτυχώς η εικόνα της Παναγίας και οι περισσότερες αγίες εικόνες σώθηκαν, αλλά ο ναός ολόκληρος, το καμάρι των Άγιασωτών, έπρεπε να ξαναχτιστεί.

    Με ενέργειες του Μητροπολίτου Μυτιλήνης του μετέπειτα Πατριάρχου Αλεξανδρείας Καλλινίκου έγινε Ιρανός σ' όλο το νησί, αλλά και στη Μ. Ασία για την ανοικοδόμηση του ναού. Έτσι στα 1815 ξαναχτίζεται ο τρίτος κατά σειρά ναός, αυτός πού υπάρχει σήμερα.
    Για την ανέγερση του ναού έδωσε αδεία ο Σουλτάνος Μαχμούτ ο Β'. Ό ναός είναι τρίκλιτη βασιλική με τρεις κόγχες Ιερού Βήματος και τρεις αγίες Τράπεζες και μεγάλο γυναικωνίτη.

   Το μήκος του ναού είναι 32,20 μέτρα και το πλάτος 26,20 μέτρα. Το τέμπλο είναι μαρμάρινο, όπως και ο δεσποτικός θρόνος με τέχνη εξαίρετη. Ή εσωτερική διακόσμηση του ναού συμπληρώθηκε και με νέο Έρανο, το έτος 1838 επί Μητροπολίτου Μυτιλήνης Πορφυρίου. Τότε τοποθετήθηκε στο Νάρθηκα η επιγραφή "ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΓΩΓΕ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΑΓΙΑΣ ΣΙΩΝ ΜΗΤΡΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΤΟΥ ΔΕΣΠΟΤΟΥ ΤΩΝ ΟΡΑΤΩΝ ΟΣ ΕΚ ΒΑΘΡΩΝ ΗΓΕΡΜΑΙ ΚΑΤΑ ΤΟ ΕΤΟΣ 1815 ΚΑΙ ΟΙΑΝ ΕΝΤΕΛΕΙΑΝ ΑΘΡΟΙΣ ΛΑΜΒΑΝΩΝ ΤΟ 1838 ΑΔΡΑ ΔΑΠΑΝΗ ΚΟΙΝΗ ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΤΩΝ ΑΠΑΣΩΤΩΝ ΣΥΝΔΡΑΜΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΛΩΝ ΕΞΩΘΕΝ ΕΥΣΕΒΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΑΛΛ Ω ΜΗΤΕΡ ΕΛΕΟΥΣ ΤΕ ΕΥΣΠΛΑΓΧΝΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΤΙΡΜΩΝ ΣΩΖΕ ΠΑΝΤΑΣ ΗΜΑΣ ΕΚ ΝΟΣΩΝ ΔΕΙΝΩΝ ΚΑΙ ΟΛΕΘΡΙΩΝ ΚΑΚΩΝ".

    Κατά τα νεώτερα χρόνια, τα μετά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, το Προσκύνημα της Αγιάσου παρουσίασε αξιόλογη ανάπτυξη, με το θερμό ενδιαφέρον πού έδειξαν γι' αυτό οι δύο μεγάλοι Μητροπολίτες της Μυτιλήνης Ιάκωβος από Δυρραχίου (1925-1958) και Ιάκωβος ο από Σισανίου και Σιατίστης (1958-1987), ο Αρχιερατικός Επίτροπος Πρωτοπρεσβύτερος Εμμανουήλ Μυτιληναίος (1937-1940) και άλλοι.
    Με πρωτοβουλία του λόγιου πρωτοπρ. Εμμανουήλ Μυτιληναίου το Ιερό Προσκύνημα εξέδιδε το περιοδικό "Αγία Σιών", στο όποιο δημοσιεύθηκαν πολλές σοβαρές μελέτες. Με πρωτοβουλία του ιδίου άνω των εκατό διαφόρων μεγεθών φορητές εικόνες, χρονολογούμενες από τον 9ον μέχρι τον 19ον αιώνα, συγκεντρώθηκαν και φυλάχθηκαν σε ειδικές προθήκες μέσα στο ναό, ενώ άλλες ένδεκα περιμάζεψε ο Αρχιερατικός Επίτροπος πρωτοπρεσβύτερος Νικόλαος Παπουτσέλης (1944-71). Επίσης πολύτιμες υπηρεσίες προσέφεραν οι Αρχιερατικοί Επίτροποι Άρχιμ. Ιάκωβος Μαλλιαρός μετέπειτα Μητροπολίτης Μηθύμνης, Άρχιμ. Θεόκλητος Σεκέρης, Οικον. Νεκτάριος Χατζηπροκοπίου και άλλοι δια την καλήν διατήρηση των αρχείων και κειμηλίων του ναού, την ευπρέπειαν αυτού και την ευεργετική και πνευματική ακτινοβολία του σ' όλη την Ελλάδα.

    Κατά το έτος 1963 με πρωτοβουλία του Ιερομόναχου Φωτίου Λαυριώτου συνέθεσε ο Υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης Ιερή Ακολουθία, πού αναφέρεται στη μετακομιδή της Ιερής Εικόνος. Την ακολουθία βλέπε στο τέλος του βιβλίου τούτου.
    Με τις ενέργειες του άειμν. Μητροπολίτου Μυτιλήνης Ιακώβου του από Σισανίου και Σιατίστης κατά το έτος 1971 το Ιερό Προσκύνημα της Αγιάσου αναγνωρίσθηκε και κατά νόμον "Ιερό Προσκύνημα" και διοικείται, ως ορίζει ο νόμος, από 5μελή Διοικούσα Επιτροπή.

    Κατά το έτος 1977 έγινε η τελευταία ριζική εσωτερική ανακαίνιση του Ιερού Ναού του Προσκυνήματος, για την οποία δαπανήθηκε το ποσό του 1.300.000 δραχμών. Το έργο ανέλαβε και εξετέλεσε πολυμελής ειδική επιτροπή, ή οποία συγκέντρωσε τα χρήματα και ανέθεσε την ανακαίνιση του ναού σε ειδικό διακοσμητή των Αθηνών, ονομαζόμενο Κωνσταντίνο Σαμαρτζή.


ΤΟ ΑΝΕΛΠΙΣΤΟ ΕΥΡΗΜΑ

    Ξεκινώντας από τον Ιερομόναχο Αγάθωνα, πού έφερε την Ιερή εικόνα της Παναγίας, παρακολουθήσαμε στις προηγούμενες σελίδες πώς άρχισε να συγκεντρώνεται ο κόσμος γύρω στο ιερό προσκύνημα, πώς χρειάστηκε να χτιστεί ο πρώτος και έπειτα ο δεύτερος και τρίτος ναός και είδαμε πώς με τη χάρη της Παναγίας έγινε πανελλήνιο Προσκύνημα και πώς είχε τούτο σαν συνέπεια να αναπτυχθεί γύρω άπ' αυτό η κωμόπολη της Αγιάσου σαν θρησκευτικό κέντρο με πλούσια πνευματική ακτινοβολία, αλλά είναι τώρα καιρός να επανέλθουμε στην Ιστορία της Ιερής εικόνας της Παναγίας.

    Επί αιώνες, όταν ερχότανε οι Χριστιανοί στο ναό της Παναγίας, έβλεπαν με κατάνυξη στο συνήθη τόπο, δίπλα στην ωραία Πύλη μια ωραία εικόνα της Παναγίας να κρατά στην αγκαλιά της το Χριστό. Όλη η εικόνα ήταν, όπως είναι και σήμερα, ντυμένη με πλάκα επίχρυση, με καλλιτεχνικά σχέδια και πολύτιμα πετράδια, πού λάμπουν στο φως των κανδηλιών.
    Στη γιορτή της Παναγίας, στις 15 Αύγουστου κάθε χρόνο, από παιδιά βλέπαμε την ίδια εικόνα κατά τη λιτάνευση της εορτής, να τη σηκώνουν με κόπο και να την περιφέρουν με ευλάβεια αυτοί πού ήθελαν να την κρατήσουν.

    Φαινότανε πολύ βαριά, γιατί το πάχος της εικόνας ήταν περίπου μια σπιθαμή και όλο το πάχος αυτό της εικόνας, όπως και το πίσω μέρος αυτής, ήταν ντυμένο με βυσσινί βελούδο.
    Όμως στην Άγιάσο υπήρχε ή παράδοση, αιώνες τώρα, ότι μέσα στο πάχος αυτής της εικόνας ήταν κρυμμένη ή παλαιά εικόνα του Αγάθωνα και πού ήταν και αυτή, κατά την παράδοση, έργο του Ευαγγελιστή Λουκά. Όμως η παράδοση έλεγε, και κάτι άλλο: ότι θα πέθαινε αυτός πού θα τολμούσε να ξηλώσει, να ανοίξει κατά κάποιο τρόπο ή για οποιοδήποτε λόγο, το πίσω μέρος της εικόνας.

Κατά το έτος 1938 ο αείμνηστος Μητροπολίτης Ιάκωβος ο από Δυρραχίου αποφάσισε να ερευνήσει και να λύσει το πρόβλημα αυτό. Με τη σύμφωνη γνώμη του δραστήριου τότε Αρχιερατικού Επιτρόπου Πρωτοπ. Εμμανουήλ Μυτιληναίου, και τη συναίνεση των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του Ναού, αποφάσισε να ερευνήσει την εικόνα παρουσία και άλλων μαρτύρων.
    Ή έρευνα έγινε στο γραφείο του ναού. Ήταν παρόντες ο Μητροπολίτης, ο τότε Πρωτοσύγκελος, μετέπειτα Μητροπολίτης Μυτιλήνης Ιάκωβος ο από Σισανίου και Σιατίστης, ο Αρχιερατικός Επίτροπος Έμμ. Μυτιληναίος, ο Ρώσος τεχνίτης Βασίλειος Ραχτσέβσκυ, ειδικός συντηρητής εικόνων του Βυζαντινού Μουσείου Αθηνών, πού για τον σκοπό αυτό κάλεσε στη Μυτιλήνη ο Μητροπολίτης, παρίσταντο επίσης και όλα τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Ναού.

    Έβγαλαν τότε με προσοχή και Ιερή αγωνία το πρώτο βελούδινο κάλυμμα και στη συνέχεια το δεύτερο, το τρίτο, το τέταρτο, γιατί φαίνεται ότι με το πέρασμα των χρόνων, όταν ξεθώριαζε ή σχιζότανε το ύφασμα, έβαζαν πάνω σ' αυτό το παλαιό ένα καινούργιο κάλυμμα. Έτσι βγάζοντας ένα-ένα τα από αιώνων αλλεπάλληλα καλύμματα, βρήκαν ένα ξύλινο κιβώτιο και μέσα σ' αυτό την εικόνα της Παναγίας, πού έφερε ο Αγάθων, τυλιγμένη προσεκτικά με ύφασμα βουτηγμένο, εμποτισμένο, σε κηρομαστίχα, που χρησιμοποιείται σαν ζεστός πολτός κατά τα εγκαίνια της Αγίας Τράπεζας των ναών.

    Ή χαρά, η συγκίνηση ήταν αδύνατον να περιγραφεί για το μεγάλο, το θείο εύρημα. Με μεγάλη προσοχή ξετύλιξαν το ύφασμα. Όλοι με δάκρυα στα μάτια, με ρίγη συγκινήσεως ασπάσθηκαν την εικόνα, την θύμιασαν και έψαλαν τροπάρια στη θεομήτορα.
    Ή εικόνα ήταν σαν αύτη πού ήξεραν, δηλαδή αύτη πού έβλεπαν και προσκυνούσαν οι πιστοί στο τέμπλο της εκκλησίας, με την επίχρυση επένδυση. Απεδείχθη έτσι, πώς αυτή ήταν πιστό αντίγραφο της κρυμμένης παλαιάς εικόνας του Αγάθωνα.

'    Αλλά ή εικόνα πού βρέθηκε ήταν φοβερά κατεστραμμένη. Πολλά κομμάτια από ξύλο της εικόνας είχαν αποσαθρωθεί, είχαν μαδύσει. Ό Ρώσος τεχνίτης κάθισε αρκετό καιρό στη Μυτιλήνη και δούλεψε μερόνυχτα πάνω στην εικόνα προσπαθώντας να την καθαρίσει, και όπου το ξύλο είχε μαδήσει, το αντικαθιστούσε με κομμάτια ειδικού φελλού, πού τον συναρμολογούσε σαν ειδικός συντηρητής εικόνων.

    Από τότε αποφασίστηκε να γίνει ένα μαρμάρινο προσκυνητάρι, μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, πού βρίσκεται στο τέμπλο και πάνω σ' αυτό να τοποθετηθεί μόνιμα και ασφαλισμένα μέσα σε ξύλινη θήκη με διπλό κρύσταλλο ή αρχαία πολύτιμη εικόνα. Εκεί την βλέπουμε και την προσκυνάμε σήμερα. Είναι φανερό, ότι οι παλαιοί εκείνοι Χριστιανοί, όταν είδαν ότι η εικόνα της Παναγίας άρχισε να καταστρέφεται, ανέθεσαν σε καλό αγιογράφο να κάνει ένα πιστό αντίγραφο της εικόνος για να κρύψουν την παλαία. Ή εικόνα - αντίγραφο είναι έργο εξαίρετο Βυζαντινής τέχνης. Οι ειδικοί λένε, ότι έγινε κατά τους χρόνους της αλώσεως, δηλαδή γύρω στο 1453. Έγινε στις διαστάσεις της παλαιάς. Έχει επίχρυση καλλιτεχνική επένδυση καμωμένη έτσι ώστε να ξεκλιδώνει και να ανοίγει σαν παράθυρο, για να φαίνεται η εικόνα.

ΚΤΙΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑΤΟΣ

    α) Στο προαύλιο του ναού υπάρχει το παρεκκκλήσιο των Αγίων Αποστόλων.
    β) Παλαιό κτίριο πού επισκευάσθηκε ριζικά (αναπαλαιώθηκε) κατά το έτος 1965. Σ' αυτό στεγάζεται η αίθουσα υποδοχής (το λεγόμενο Συνοδικό) τα δωμάτια φιλοξενίας του Μητροπολίτη και του Ιεροκήρυκα, τα δύο Μουσεία- Βυζαντινό και Λαϊκό - Δωμάτια, αποθήκες και στο ισόγειο επτά (7) ενοικιαζόμενα καταστήματα,
    γ) Τέσσερα (4) κτίρια παλαιών ξενώνων, πού διαθέτουν συνολικά 65 δωμάτια, για τη φιλοξενία προσκυνητών.
    δ) Ό ένας ξενώνας στη θέση Σταυροί πού έχει χτιστεί το 1931 με κάπως ιδιόρρυθμο σχέδιο και σήμερα στεγάζει το Α.Τ. Αγιάσου, το Υποθηκοφυλακείο, τα Φροντιστήρια Ξένων Γλωσσών κ.λ.π.).
    ε) Κτίριο Πνευματικού Κέντρου και Ξενοδοχείο.
Τούτο κτίστηκε κατά το έτος 1971 με τη φροντίδα του τότε εκκλησιαστικού συμβουλίου πού αποτελούσαν, ο γράφων το παρόν ως Αρχιερατικός Επίτροπος τότε, ο Ευστράτιος Τζίνης, ο Κλεάνθης Καλδέλλης, ο Χαράλαμπος Εύσ. Πανταζής και ο Μιλτιάδης Έπαμ. Ψυρούκης.
Ή αποπεράτωση του έργου έγινε το έτος 1979. Δαπανήθηκε το ποσό των 7.300.000 δραχμών, από το όποιο τα έξι εκατομμύρια διέθεσε το Ιερό Προσκύνημα και ευσεβείς δωρητές. Το 1.300.000 δραχμές ήταν κρατική επιχορήγηση, πού εξασφάλισε με ενέργειες του ο αείμνηστος Μητροπολίτης Μυτιλήνης Ιάκωβος από τον τότε Υπουργό Πολιτισμού και Επιστημών Δημήτριο Νιάνια. Τα σχέδια είναι του Αρχιτέκτονα Γ. Γιαννουλέλη.
    Στο ισόγειο του κτιρίου υπάρχει και λειτουργεί το Πνευματικό Κέντρο του Προσκυνήματος, καθώς και το γραφείο του Αρχιερατικού Επιτρόπου και το Εξομολογητήριο.
    Στους Α' και Β' ορόφους λειτουργεί το Ξενοδοχείο "Αγία Σιών" 14 δωματίων και 28 κλινών.
στ) Εκκλησιαστικό Μουσείο.

    Από το έτος 1972 λειτουργεί το Εκκλησιαστικό Μουσείο, στο όποιο φυλάσσονται: Ό σταυρός με το Τίμιο Ξύλο πού έφερε, ο Αγαθών, δύο μεμβράνινα φύλλα Ευαγγελίου του Ε' αιώνα, ίσως αυτού πού έφερε ο Αγαθών, ιερά Ευαγγέλια, δύο λειψανοθήκες, δισκοπότηρα, ποιμαντικές ράβδοι, παλαιά κανδήλια, ιστορικά, χρυσοκέντητα άμφια και κυρίως ένα επιτραχήλιο του 16ου αιώνα με 55 χρυσοκέντητες εικόνες και άλλα ιερά κειμήλια μεγάλης αξίας.
    ζ) Λαογραφικό μουσείο.
Από το έτος 1982 λειτουργεί το Λαογραφικό Μουσείο με πολύτιμα έργα λαϊκής τέχνης (κεντήματα, υφαντά, ενδυμασίες, παλαιά χάλκινα σκεύη, κοσμήματα, νομίσματα και αλλά αντικείμενα).

ΣΩΖΟΜΕΝΑ ΙΕΡΑ ΚΕΙΜΗΛΙΑ

    α) Ό Σταυρός με το τεμάχιο τιμίου Ξύλου πού έφερε Ό Αγαθών. Είναι μικρός ασημένιος Σταυρός διαστάσεων 6X3 εκατοστών, πού έχει στο κέντρο τεμάχιο τιμίου Ξύλου. Για να χρησιμοποιείται ευχερέστερα κατά τις ήμερες των εορτών της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου) και της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως κατά τη θεία λειτουργία και την προσκύνηση των Χριστιανών, ο μικρός αυτός Σταυρός τοποθετήθηκε στο κέντρο μεγαλύτερου Σταυρού στολισμένου με σμάλτο και με κατάλληλη επίσης σμαλτοποίκιλτη βάση σε ειδικό δίσκο, όπως φαίνεται στην εικόνα του όπισθεν εξωφύλλου όπου διακρίνεται στο μέσον ο Σταυρός του Αγάθωνα.

    β) Ή εικόνα του Χρίστου στο τέμπλο του ναού. Όταν κάηκε ο ναός κατά το έτος 1812, κάηκε και ή εικόνα του Χρίστου, πού είχε τοποθετηθεί στο τέμπλο του ναού. Ό αείμνηστος Μητροπολίτης Ιάκωβος ο από Δυρραχίου "θέλοντας να έχει ο ναός του Ιερού Προσκυνήματος στο τέμπλο του εικόνα του Κυρίου ανάλογη περίπου με την εικόνα της Παναγίας αρχαιολογικής αξίας παραχώρησε και μετέφερε και τοποθέτησε στο ναό του Προσκυνήματος την εικόνα του ΙΕ' αιώνα του Μητροπολιτικού αγροκτήματος "Δαμάνδριον".
    γ) "Αγια Λείψανο. Σε μεγάλη σχετικά αργυρή λειψανοθήκη με καλλιτεχνικές διακοσμήσεις, φυλάσσονται τμήματα ιερών λειψάνων των αγίων Διονυσίου, Στυλιανού, Τρύφωνα, Μιχαήλ Επισκόπου Συνάδων και άλλων αγίων.

    δ) Ιερά Ευαγγέλια. Ευαγγέλιο μεγάλου σχήματος επιχρυσωμένο με θαυμάσιες και ιστορικές επιγραφές, έντυπο του 1791.
Ευαγγέλιο χειρόγραφο διαστάσεων (0,15X0,10), στο όποιο έχουν βρεθεί ραμμένα δύο φύλλα μεμβράνινου χειρογράφου ευαγγελίου, κατά πάσαν πιθανότητα εκείνου πού έφερε ό Αγαθών.
Ιερό Ευαγγέλιο διαστάσεων (0,14X0,10) χειρόγραφο, άχρονολόγητο.
Ιερό Ευαγγέλιο με επίχρυσες πλάκες, σμάλτα, έντυπο Βενετίας του έτους 1752.
    ε) Ιερά Σκέυη. Έξη (6) "Αγια Δισκοπότηρα με θαυμάσιες διακοσμήσεις, δώρα Πατριαρχών, Αρχιερέων και άλλων ευσεβών, οκτώ (8) σταυροί Αγιασμού με ξυλόγλυπτες και ωραίες διακοσμήσεις, αρτοφόρια, επίχρυσες "κιβωτοί" λιβανοθήκες για μεγάλες λιτανείες, αργυρά κατσία, θυμιατήρια, δύο ποιμαντορικές ράβδοι, εξαπτέρυγα, παλαιές ιστορικές κανδήλες με αξιόλογες επιγραφές, ιερά αντιμήνσια και αλλά.

http://1myblog.pblogs.gr/

Η ζωή στο αγιορείτικο κοινόβιο μοναχός Θεολόγος Ιβηρίτης




Η φύση μας ζητά την κοινωνία με τον Θεό και τον συνάνθρωπο. «Οὐδὲν γὰρ οὕτως ἴδιον τῆς φύσεως ἡμῶν, ὡς τὸ κοινωνεῖν ἀλλήλοις καὶ χρήζειν ἀλλήλων καὶ ἀγαπᾷν τὸ ὁμόφυλον, γράφει ο Μ. Βασίλειος.[1]Αυτόν τον χαρακτήρα της ανθρώπινης ζωής διασώζει το κοινόβιο, κατά τον ίδιο Άγιο, ώστε ούτε το «παρὸν» να γίνεται «ἄχρηστον» ούτε το «ἐλλεῖπον απαραμύθητον».[2]Διασώζεται «ἡ τῶν μελῶν πρὸς ἄλληλα σχέσις τε καὶ ὑπηρεσία καὶ ὑποταγὴ πρὸς τὴν κεφαλὴν ἡμῶν, ἥτίς ἐστιν ὁ Χριστὸς»[3]και η «ἐν τῷ ἑνὶ τοῦ Πνεύματος ἐνέργεια εἰς πάντα ὁμοῦ διαβαίνει»[4]. Έτσι, το κοινόβιο είναι εικόνα της Εκκλησίας, «στάδιον ἀθλήσεως καὶ προκοπῆς εὐοδία καὶ διηνεκὴς γυμνασία καὶ μελέτη τῶν τοῦ Κυρίου ἐντολῶν [...] σκοπὸν μὲν ἔχουσα τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ [...] χαρακτῆρα δὲ σώζουσα τῶν ἐν ταῖς Πράξεσιν ἱστορουμένων ἁγίων».[5]

Γίνεται κανείς μοναχός, γιατί βρίσκει το νόημα της ζωής του στην κοινωνία με τον Θεό. Νιώθει την προσωπική του ανεπάρκεια και ζητά το έλεός Του. Στη φιλανθρωπία της, η Εκκλησία έχει οικονομήσει πολλούς τρόπους μοναχικής ζωής. Άλλοι, διαφορετικά ο καθένας, τους αξιολόγησαν. Εμείς θ᾿ αρκεστούμε στα λόγια του αγίου Συμεών του νέου Θεολόγου: «Ἐν παντὶ καὶ ἐν πᾶσιν ἔργοις καὶ πράξεσιν ὁ διὰ Θεὸν βίος παμμακάριστος».[6]

Το κοινόβιο ακολουθεί μια μέση οδό, χωρίς ακρότητες. Είναι ένας τρόπος να οικονομηθούν διάφοροι χαρακτήρες και εφέσεις μέσα σ᾿ ένα χώρο κι έναν τύπο ζωής. Κι έχει επιτυχή αποτελέσματα, γιατί δεν είναι ανθρώπινο έργο. Ο ίδιος ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός το ίδρυσε και το συνέχει. Αυτός δήλωσε στον άγιο Παχώμιο, τον πρώτο κοινοβιάρχη: «Θάρσει, ὅτι ἡ ῥίζα τοῦ σπέρματός σου ἕως αἰῶνος οὐ μὴ ἐκλείπῃ· καὶ ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος φυλαχθήσεται τὸ σπέρμα σου ἐπὶ τῆς γῆς».[7]

Στο κοινόβιο υπάρχει ένα ορατό πλαίσιο που βοηθά τον μοναχό να εγκεντρισθεί στην «καλλιέλαιον» της Εκκλησίας, με τις ακολουθίες, τον κανόνα, τα διακονήματα, την υπακοή... Υπάρχει μια νομοθεσία, οι αγγελικές και πατερικές «ὑποτυπώσεις», που χαράζουν την πορεία προς την ελευθερία. Όταν ο άγιος Παχώμιος θεωρεί λίγο τον κανόνα της προσευχής, ο Άγγελος του απαντά: «Ἱκανόν. Ταῦτά τε διετύπωσα, ὡς φθάνειν καὶ τοὺς μικροὺς ἐπιτελεῖν τὸν κανόνα καὶ μὴ λυπεῖσθαι ὡς ἀποιήτους· οἱ δὲ τέλειοι νομοθεσίας χρείαν οὐκ ἔχουσιν, καθ᾿ ἑαυτῶν γὰρ ἐν ταῖς κέλλαις ὅλον ἑαυτῶν τὸ ζῇν τῇ τοῦ Θεοῦ νομοθεσίᾳ παραχωρείτωσαν».[8]

Στην Εκκλησία ικανοποιούνται οι εφέσεις της ανθρώπινης φύσεως. Και στα πλαίσια του κοινοβίου κανείς αξιοποιεί σωστά τις δυνατότητες και καλλιεργεί τον χαρακτήρα του. Η υπακοή, η προσπάθεια ν᾿ ακολουθήσει κανείς το θέλημα του Θεού, τον καθαίρει και ενοποιεί τις δυνάμεις που διέστρεψε ο εγωισμός. Έτσι, κάνει το μικρό του έργο, χωρίς να το απολυτοποιεί εγωιστικά, αλλά με το να το εντάσσει στο κοινό σώμα της μονής, στο κοινό σώμα της Εκκλησίας, και να δέχεται τη χάρη του Χριστού, της κεφαλής του σώματος. Έτσι, από τη σύνολη κοινότητα του κοινοβίου είναι δυνατό να τηρηθούν όλες οι εντολές, να μεταδοθούν τα χαρίσματα, να φανερωθούν και θεραπευτούν τα ελαττώματα και ν᾿ αναπληρωθούν οι ελλείψεις, όπως διδάσκει ο Μέγας Βασίλειος.[9]

Το κάθε τι βρίσκει τη θέση που του αρμόζει. Ο κάθε μοναχός ενεργεί διαφορετικά, μέσα στα πλαίσια του κοινοβίου. Όμως, και το παραμικρό που κάνει αποκτά σωτήρια σημασία. Είναι χαρακτηριστικοί οι αδιάλειπτοι έπαινοι στις κατηχήσεις ενός μεγάλου κοινοβιάρχη, του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου, για το κάθε ένα ‒σημαντικό ή ασήμαντο‒ διακόνημα και τα επιγράμματα που αφιερώνει στον κάθε ένα διακονητή. Σ᾿ αυτά βλέπουμε τη γεμάτη στοργή ποιμαντική της Εκκλησίας. Αγιάζεται κάθε υλική απασχόληση κι η πνευματική ζωή παίρνει σάρκα.

Με την ταπεινή και αφανή ζωή του, ο άγιος Ευφρόσυνος, άσημος μάγειρας κάποιου μοναστηριού, γεύεται τα παραδείσια μήλα. Η αγία Ισιδώρα του κοινοβίου των Ταβεννησιωτών προσκυνείται και ανακηρύσσεται πανηγυρικά από τον μεγάλο γέροντα της ερήμου όσιο Πιτυρούν. Έτσι, πέρα από μια ορατή, υφίσταται και μια αόρατη ιεραρχία στο κοινόβιο που, όταν αποκαλύπτεται σε ονομαστούς γέροντες, τους κάνει να φιλούν τα πόδια άσημων και παραριγμένων μοναχών.

Στο μοναστήρι αξιοποιείται η καθημερινότητα. Πράξεις απλές, όπως η συμμετοχή στη θεία λατρεία ή μια ασήμαντη απασχόληση, δεν φέρνουν ανία αλλ᾿ εναποθηκεύουν αόρατα τη θεία χάρη στην ψυχή ‒όταν γίνονται κατά Θεόν‒, σαν σταγόνες σε δεξαμενή. Αρκεί μια φανέρωση της Χάριτος, για να στερεωθεί μέσα στον μοναχό η «πληροφορία τῆς πίστεως».[10]  Έτσι, νιώθει κανείς την αξία των λίγων και μικρών που κάνει και βεβαιώνεται ότι βαδίζει στον σωστό δρόμο.

Βοηθούν και οι αδυναμίες των άλλων. Με τις συγκρούσεις που προκαλούν, ανακαλύπτει κανείς τον εαυτό του, τις δικές του αδυναμίες. Λειαίνονται οι αδελφοί, όπως οι πέτρες που παρασέρνει το ποτάμι και τις τρίβει μεταξύ τους. Αλλά και οι ελλείψεις αναπληρώνονται. Το «περίσσευμα» της προσευχής, της εργατικότητας ή της σοφίας του ενός αναπληρώνει το υστέρημα του άλλου. Μια παροδική αδυναμία του ενός στον κοινόν αγώνα δεν φέρνει απελπισία ή καταστροφή, προσωπική ή συλλογική. Σαν ένα σώμα, η αδελφότητα πορεύεται τον ίδιο δρόμο, αντιμετωπίζει τον ίδιον αντίπαλο κι έχει τη δυνατότητα να συγκρατεί ένα μέλος, όταν εκείνο ατονήσει, μέχρι να δυναμώσει και να συμμετάσχει ξανά στον αγώνα, βοηθώντας ενδεχομένως κι άλλους με τη σειρά του.

Δεσπόζουσα είναι η παρουσία του ηγουμένου, που είναι ο Γέροντας, ο πατέρας των αδελφών, στον οποίον ο Κύριος έχει εμπιστευθεί τις ψυχές τους. Με τη χάρη του Θεού, διερμηνεύει το θέλημά Του για τον κάθε ένα μοναχό. Από υψηλή σκοπιά διακρίνει τις μεθοδείες του πονηρού και διατηρεί ασφαλές το λογικό του ποίμνιο. Όπως ο θεόπτης Μωυσής και ο Απόστολος Παύλος, μεσιτεύει ανάμεσα στον Θεό και στα πνευματικά του τέκνα, προσεύχεται γι᾿ αυτά και τα οδηγεί στη σωτηρία. Κι οι αδελφοί, υπακούοντάς τον, υπακούουν στον Θεό που τον έθεσε ως κεφαλή τους και τον φωτίζει.

Η υπακοή φέρνει τη χάρη του Θεού και μ᾿ αυτήν οι τυφλοί πνευματικά αναβλέπουν ακόπως, κατά τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος.[11]

Ελεύθεροι από το βάρος του εγωιστικού τους θελήματος, βαδίζουν απερίσπαστα. Έτσι προχωρεί το σκάφος της αδελφότητος, με κυβερνήτη τον ηγούμενο, που μεριμνά και για τις ποικίλες διοικητικές και οικονομικές ανάγκες του κοινοβίου· με ναυκλήρους τους πνευματικούς ή άλλους παλαιότερους αδελφούς, που με την πείρα τους στηρίζουν τα νεώτερα μέλη και βοηθούν τον ηγούμενο να χαράξει την πορεία· και ναύτες τους αδελφούς, που κάθε ένας τους συμβάλλει στη ζωή του μοναστηριού από την πλευρά του και κατά τις δυνάμεις του.

Εκδήλωση αυτής της πορείας είναι και οι ‒συνήθως εβδομαδιαίες‒ συνάξεις. Σ᾿ αυτές ο Γέροντας δίνει κατευθύνσεις σε ορισμένα γενικότερα θέματα της ζωής των αδελφών και της λειτουργίας της μονής και υπομνηματίζει τη σημασία διαφόρων εορταστικών και λειτουργικών περιόδων. Και οι αδελφοί αναφέρονται στα καθημερινά ζητήματα, ανταλλάσσουν την πείρα τους και συζητούν σχετικά.

Στοιχείο αναπόσπαστο της μοναστηριακής ζωής είναι και η φιλοξενία των προσκυνητών. Τα τελευταία χρόνια έρχονται πολλοί στο Όρος, Έλληνες και αλλοδαποί, Ορθόδοξοι και μη, διαφόρων ηλικιών και επαγγελμάτων. Οι προσκυνητές εντάσσονται στο πρόγραμμα της μονής. Ένας αδελφός αναλαμβάνει την υποδοχή τους, άλλοι την τακτοποίησή τους στο «αρχονταρίκι» (ξενώνα) κι άλλοι την επαφή μαζί τους. Συμμετέχουν στην ακολουθία και τρώνε στην κοινή τράπεζα. Ησυχάζουν για λίγο από τις εγκόσμιες μέριμνες και συζητούν τα προβλήματα που τους απασχολούν.

Έτσι, το κοινόβιο είναι έξω από τον κόσμο αλλά συμμετέχει στη ζωή του με τον δικό του τρόπο. Δεν εντάσσεται στις υπάρχουσες κοινωνικές δομές, είναι όμως κοινότητα με τη δική της συγκρότηση, με κέντρο τον Θεάνθρωπο και πνεύμα θυσίας. Γι᾿ αυτό και είναι κοινωνία ανοιχτή και μπορεί να δεχτεί τον καθένα και να τον βοηθήσει να βρει τη χαμένη προσωπική ή συλλογική ενότητα.

Τον χαρακτήρα του κοινοβίου υποδηλώνει και η αρχιτεκτονική του. Στη μέση το «καθολικό» (ο κεντρικός ναός) και γύρω τα κελλιά των αδελφών, η τράπεζα, ο ξενώνας, χώροι εργασιών και αποθήκες. Η καρδιά της μονής πάλλει στο καθολικό. Όλες οι λειτουργίες (διακονήματα, φαγητό, συνάξεις, ανάπαυση) έχουν κέντρο τους τη θεία Λειτουργία. Αποτελούν την προσκομιδή: προσφορά  της κτίσεως, των ανθρωπίνων έργων, της υπάρξέως μας... στον Θεό, τα «σὰ ἐκ τῶν σῶν», απαραίτητη προϋπόθεση για την τέλεση της θείας Λειτουργίας.

Η θεία λατρεία επεκτείνεται σ᾿ όλη τη ζωή του κοινοβίου. Κάθε πράξη γίνεται υπό το πρίσμα της. Κάθε τι είναι ιερό, γιατί προσφέρεται στον Θεό. Η εργασία γίνεται για τον Θεό και τον πλησίον, μοναχό ή προσκυνητή. Με το φαγητό και τον ύπνο, απονέμονται στη φύση τα χρειώδη του σώματος· κι όταν γίνεται σωστή χρήση τους, δοξάζεται ο Θεός που τα οικονόμησε έτσι. Κι ένας περίπατος, σαν τη χορδή του τόξου που χαλαρώνει, κατά τον Μ. Αντώνιο, οικονομεί την αδυναμία της φύσεως και, με τη χάρη του Θεού, συντελεί στην ωρίμανσή της. Όλα μπορούν να γίνουν προσφορά στον Θεό κι όλα να συνδυαστούν με την προσευχή. Η ευχή του Ιησού είναι επίκαιρη κάθε στιγμή.

Το πρόγραμμα του κοινοβίου είναι το πλαίσιο που, όταν αξιοποιηθεί, συντονίζει τα μέγιστα τη ζωή του μοναχού με τον ρυθμό της Εκκλησίας. Αν και υπάρχουν διαφορές από μοναστήρι σε μοναστήρι, είναι το ίδιο σε γενικές γραμμές. Η καθημερινή ζωή αρχίζει λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Πρώτο μέλημα και σκέψη του μοναχού, η «πρωτόνοια», ο κανόνας του: μερικά κομποσχοίνια με την ευχή του Ιησού και με προσκυνητές ‒μικρές‒ μετάνοιες και μια ή δυο εκατοντάδες μεγάλες, όπως έχει ορίσει ο Γέροντας για τον κάθε ένα. Έτσι, η ενέργεια του νου, τη στιγμή που είναι καθαρός, προσφέρεται στον Θεό.

Μ᾿ αυτά τα θεία νοήματα πηγαίνει στη συνέχεια στο καθολικό, όπου, με το Μεσονυκτικόν, αρχίζει η πρωινή ακολουθία. Μετά τη γαληνή απαγγελία του Μεσονυκτικού, του Εξάψαλμου και των Ψαλμών του Όρθρου, ο εγκωμιασμός και η επίκληση της βοήθειας των Αγίων και της Παναγίας, με τους κανόνες και την «Τιμιωτέραν». Κορύφωση του Όρθρου, η αίνεση του Θεού, με τους Αίνους και τη Δοξολογία. Μετά την ανάγνωση των Ωρών, τελείται η θεία Λειτουργία: διάλογος με τον Κύριο· προσφορά του εαυτού μας και των έργων μας και αντιπροσφορά του ίδιου του Κυρίου, ορατά και αόρατα, με την άκτιστη χάρη Του στα κτιστά είδη του ψωμιού και του κρασιού που μεταβάλλονται σε σώμα και αίμα Του. (Κατά τις μεγάλες γιορτές όλες οι ακολουθίες τελούνται λαμπρότερα, μαζί στην αγρυπνία, που αρχίζει λίγο μετά τη δύση του ηλίου και διαρκεί από εφτά έως δέκα ώρες.) Στη συνέχεια, στα περισσότερα μοναστήρια οι αδελφοί αποσύρονται στα κελιά, για να διατηρήσουν τη χάρη της θείας Λειτουργίας και να αναπαυθούν, αν είναι κουρασμένοι από την ακολουθία.

Λίγες ώρες μετά, το κοινό γεύμα. (Στις αργίες, αμέσως μετά τη θεία Λειτουργία, με πομπή και ύμνους, κατευθύνονται οι αδελφοί προς την τράπεζα.) Αφού ευλογηθεί το φαγητό από τον ηγούμενο, οι αδελφοί τρώνε, ενώ ο αναγνώστης διαβάζει βίους Αγίων, πανηγυρικούς λόγους ή πατερικά κείμενα σχετικά με τη μοναχική ζωή. Έτσι, ευλογείται ο χορηγός της υλικής τροφής Θεός και παράλληλα τρέφεται κι ο νους με θεία νοήματα. Η υλική πράξη αγιάζεται και γίνεται πνευματικό γεγονός.

Στη συνέχεια οι αδελφοί πηγαίνουν στα «διακονήματα», δηλαδή στις διάφορες εργασίες για τη λειτουργία και συντήρηση της μονής και τη φιλοξενία των προσκυνητών. Καθένας, κατά την κλίση του και κατά τις ανάγκες της μονής, επιτελεί επί ένα και περισσότερα χρόνια ένα ορισμένο διακόνημα. Προσφέρει κατά τις δυνάμεις του. Οι δυνατότεροι εργάζονται περισσότερο, κάποιοι άλλοι λιγότερο, αξιοποιώντας διαφορετικά τον χρόνο τους και βοηθώντας ανάλογα το κοινόβιο με την πνευματική μελέτη, την προσευχή, την «ησυχία»... Τα διακονήματα, βαρύτερα ή ελαφρύτερα, δύσκολα ή εύκολα, χειρωνακτικά ή όχι, όταν γίνονται εν Χριστώ, έχουν την ίδια αξία και προσφέρουν εξίσου στο κοινό.

Μετά τη λήξη των εργασιών, τρεις ώρες πριν από τη δύση του ηλίου, αρχίζει ο Εσπερινός, μια δοξολογία του Θεού για το ιλαρό φως Του που μας χαρίζει με το τέλος της ημέρας. Την Τρίτη, Πέμπτη, Σάββατο και Κυριακή (εκτός από την περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής και της νηστείας του Δεκαπενταυγούστου, οπότε αυτό συμβαίνει μόνο τα σαββατοκύριακα) υπάρχει δείπνο μετά τον Εσπερινό. Λίγο πριν από τη δύση του ηλίου, τελείται το Απόδειπνο, η τελευταία ακολουθία της ημέρας, που συνδυάζεται με τους Χαιρετισμούς.

Μετά παύει κάθε κίνηση στη μονή, η εξωτερική πόρτα κλείνει κι οι αδελφοί αποσύρονται στα κελιά τους κατ᾿ ιδίαν, να αναλογιστούν μπροστά στον Θεό τη μέρα που πέρασε, να μελετήσουν, προσευχηθούν κι αναπαυθούν. Η μέρα, όπως άρχισε, έτσι και τελειώνει: με τη μνήμη του Θεού. Κι η ζωή του μοναχού αποτελεί έναν κύκλο με κέντρο τον Θεό. Αυτός είναι η αρχή και το τέλος της μέρας, αλλά κι η αρχή, η οδός και το τέλος της ανθρώπινης ζωής.



Σημειώσεις

1 Όροι κατά πλάτος, γ΄.

2 ό.π., ζ΄, 1.

3 ό.π., ζ΄, 2.

4 ό.π.

5 ό.π., ζ΄, 4.

6 Κεφαλαίων γ΄ εκατοντάς, 65.

7 Βίος α΄, ΒΕΠΕΣ τ. 40, σ. 206.

8 ό.π., σ. 124.

9 ό.π., ζ΄, 2.

10 βλ. Εβρ. 10,22.

11 λόγος Δ΄, ρλα΄.

πηγή: Αντίφωνο, πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Ορθόδοξη μαρτυρία", τεύχος 15 (Σεπτέμβριος - Δεκέμβριος 1985), σσ. 45-47. Αναρτάται εδώ με ανεπαίσθητες αλλαγές.

Εορτολόγιο

Δημοφιλείς αναρτήσεις


Banner Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων
Ξεκινάμε μια προσπάθεια παρουσίασης Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων.
Αν δεν υπάρχει ο δικός σας, ζητάμε συγνώμη,
ενημερώστε μας και θα τον συμπεριλάβουμε.





Create your own banner at mybannermaker.com!
Πέρα από το άτομο
Make your own banner at MyBannerMaker.com!

















(υπό κατασκευή)


Τα banner μας
Αντιγράψτε τον κώδικα στη δική σας σελίδα
για να εμφανιστούν τα banner μας.
Ειδοποιήστε μας για να συμπεριλάβουμε και το δικό σας.