Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

Istanbul OnAir


Ὁ Πολυέλεος Θεὸς θέλει τὴν εὐτυχία ὅλων μας -............Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως



Ἀδελφοί μου! Ὁ Πολυέλεος Θεὸς θέλει τὴν εὐτυχία ὅλων μας καὶ σ᾿ αὐτὴ καὶ στὴν ἄλλη ζωή. Γι᾿ αὐτὸ ἵδρυσε τὴν ἁγία Του Ἐκκλησία. Γιὰ νὰ μᾶς καθαρίζει αὐτὴ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, νὰ μᾶς ἁγιάζει, νὰ μᾶς συμφιλιώνει μαζί Του, νὰ μᾶς χαρίζει τὶς εὐλογίες τοῦ οὐρανοῦ.

Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως

http://anastasiosk.blogspot.com

῾Ο ῾Ιεροδιάκονος Χριστοφόρος ὁ ῾Ησυχαστὴς ἀπὸ τὴν Σκήτη Σύχλα ......



῾Ο ῾Ιεροδιάκονος Χριστοφόρος ὁ ῾Ησυχαστὴς
ἀπὸ τὴν Σκήτη Σύχλα (1930)

ΚΑΤΑ τὰ χρόνια 1930-1933 ἡσύχαζε στὰ γειτονικὰ δάση τῆς Σύχλας ἕνας ῾Ιεροδιάκονος, ποὺ καταγόταν ἀπὸ ἄλλους τόπους, ὀνόματι Χριστοφόρος. ῾Η μετάνοιά του ἦταν στὸ Μοναστήρι Φρασινέϊ.

῞Οταν ἦταν ἀκόμη φοιτητὴς τῆς θεολογίας, στὶς διακοπές του πήγαινε στὴν Σύχλα καὶ ἀγωνιζόταν μόνος του στὸ βουνό, μέσα σ᾿ ἕνα μικρὸ χαμόσπιτο, ποὺ ἀπεῖχε ἕνα χιλιόμετρο μακρυὰ ἀπὸ τὴν Σκήτη. ᾿Εκεῖνο τὸν καιρὸ ζοῦσαν πολλοὶ Μοναχοὶ Ησυχασταὶ στὰ βουνὰ τῆς Σύχλας.

Κάποτε περνοῦσαν μὲ τὰ πρόβατά των ἀπ᾿ τὰ ἀπάτητα δάση δύο ᾿Αδελφοὶ τοῦ
Μοναστηριοῦ Συχάστρια, ὁ Βασίλειος καὶ ὁ Κωνσταντῖνος ᾿Ιλλίε. ῾Ο ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς ἀντίκρυσε τὴν πόρτα μιᾶς ἐρημικῆς καλύβας, πλησίασε καὶ κτύπησε σιγανά.

– Εὐλόγησον, πάτερ!
᾿Αλλὰ κανεὶς δὲν τοῦ ἀποκρίθηκε.Τότε κοίταξε καλὰ ὅτι ἡ πόρτα ἦταν κλειδωμένη μὲ ἕνα σύρτη, στὸν ὁποῖον κρεμόταν ἕνα σχοινί. ῎Εκοψε μαλακὰ τὸ σχοινὶ καὶ ἡ πόρτα ἄνοιξε. ᾿Εμπῆκε μέσα καὶ εἶδε ἕνα μικρὸ κελλὶ κάτω ἀπὸ ἕνα βράχο. Στὸ δάπεδο τοῦ κελλιοῦ ὑπῆρχαν φρέσκα ἐλάτινα κλαδιά, στὴν γωνία ἕνας πάγκος σὰν τραπέζι καὶ ἐπάνω τὸ ῾Ωρολόγιο τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ ἕνα κομμάτι χαρτὶ ποὺ ἔγραφε:«᾿Εδῶ κατοικεῖ τὸ πιὸ ἐλεεινὸ κτῆνος τοῦ κόσμου».Τότε εἶπε ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο Μοναχούς:
– Πόσους κρυμμένους δούλους ἔχει ὁ Θεὸς στὰ δάση αὐτά!᾿Εὰν γνώριζα ποιός εἶναι,θὰ τοῦ ἔφερνα φαγητὸ ἀπὸ τὸ μαντρί.
Μετὰ ἔκλεισαν τὴν πόρτα καὶ ἀνεχώρησαν γιὰ τὰ πρόβατά των.

῞Υστερα ἀπὸ μερικὲς ἡμέρες ἔφθασε μιὰ βραδυὰ στὸ μαντρὶ τοῦ Μοναστηριοῦ ἕνας ξένος ᾿Αββᾶς. ῏Ηταν ἀδύνατος, ὑψηλὸς καὶ κουβαλοῦσε κάτι στὴν πλάτη του.
– ᾿Αδελφοί, τοὺς εἶπε, σᾶς γνωρίζω, ὅταν εἴχατε πάει στὸ κελλί μου μὲ τὰ πρόβατα.
Σᾶς εἶδα ἀπὸ τὴν λόχμη τοῦ δάσους. ᾿Εγὼ εἶμαι τὸ πιὸ ἐλεεινὸ κτῆνος τοῦ κόσμου,ὁ ῾Ιεροδιάκονος Χριστοφόρος.
– Τί ἔχεις σ᾿ αὐτὸ τὸν ντορβᾶ, μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ σημαδεμένο ἐπάνω του;Τὸν
ἐρώτησαν οἱ ᾿Αδελφοί.
– Εἶναι τὸ κρανίο ἑνὸς ῾Αγίου ποὺ εὑρῆκα στὸ δάσος. ῾Οδηγῆστε με στὸ Μοναστήρι,στὸν ἅγιο ῾Ηγούμενο,νὰ τοῦ ἀποκαλύψω αὐτὸ τὸ γεγονός.



῾Οδηγώντας τον λοιπὸν στὸν Πρωτοσύγκελλο ᾿Ιωαννίκιο Μορόϊ, τὸν ῾Ηγούμενο τῆς Συχάστριας, ὁ ῾Ιεροδιάκονος Χριστοφόρος τοῦ εἶπε τὴν παρακάτω ἱστορία:
Τὸ περασμένο καλοκαίρι, τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ ῾Αγίου Προφήτου ᾿Ηλιού, ἀφοῦ ἱερούργησα στὴν Θεία Λειτουργία τῆς Σκήτης Σύχλας, ἐπέστρεφα στὴν καλύβα μου
στὸ δάσος. Στὸν δρόμο, ἐπειδὴ ἤμουν κουρασμένος, ξάπλωσα καὶ κοιμήθηκα λίγο σ᾿ἕνα ξέφωτο. Ξαφνικὰ ὅμως ἕνα ἀόρατο χέρι μοῦ ἔστρεψε τὸ κεφάλι ἐκεῖ ποὺ ἦταν τὰ πόδια μου. ῾Υπολόγισα ὅτι θὰ ἦταν διαβολικὸς πειρασμός. Ξάπλωσα καὶ ἀποκοιμήθηκα πάλι. Καὶ πάλι τὸ ἴδιο χέρι μὲ ξύπνησε.
᾿Εκείνη τὴν στιγμὴ βλέπω νὰ στέκεται στὸν ἀέρα ἕνας ῞Οσιος ᾿Ασκητής. ῏Ηταν ντυμένος μὲ ράσα, χωρὶς σκοῦφο στὸ κεφάλι, μὲ λευκὰ μαλλιὰ ριγμένα στὶς πλάτες, μὲ γένεια κανονικά, μὲ πρόσωπο λαμπρὸ καὶ κρατοῦσε ἕνα κομποσχοίνι στὸ χέρι. Στὴν συνέχεια μοῦ εἶπε μὲ σιγανὴ φωνή:
«– Μὴ φοβᾶσαι, πάτερ Χριστοφόρε. Εἶμαι ἕνας ταπεινὸς δοῦλος τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἀσκήτευσα στὸν τόπο αὐτό, ἄγνωστος σὲ ὅλους πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια. ᾿Ετελείωσα τὴν ζωή μου ἐδῶ καὶ τὰ Λείψανά μου παραμένουν μέχρι τώρα ἄταφα. Λοιπόν, σήκω καὶ ἔχε ἐμπιστοσύνη. Βάδισε πρὸς τὰ δεξιὰ ἑκατὸ βήματα. Θὰ εὕρης δίπλα σ᾿ ἕνα βράχο τὰ ὀστᾶ μου. Νὰ πάρης ὡς εὐλογία μόνο τὸ κεφάλι μου, καὶ νὰ τὸ ἔχης μαζί σου σ᾿ ὅλη σου τὴν ζωή, ὁπουδήποτε πηγαίνης, διότι αὐτὸ θὰ σοῦ εἶναι μεγάλη βοήθεια. Τὰ Λείψανά μου ὅμως νὰ μὴ τολμήσης νὰ τὰ πάρης, ἀλλὰ νὰ τὰ ἐνταφιάσης σ᾿ ἐκεῖνο τὸ μέρος».

᾿Αφοῦ ἐξαφανίσθηκε ὁ ῞Οσιος ἀπὸ μπροστά μου, πρῶτα προσευχήθηκα μήπως εἶναι καμμιὰ πανουργία τοῦ δαίμονος, ἀλλὰ κατὰ τὴν προσευχή μου αἰσθάνθηκα μιὰ πρωτοφανῆ χαρὰ μέσα στὴν καρδιά μου. Εἶπα τὸ «Πιστεύω» καὶ μέτρησα ἑκατὸ βήματα πρὸς τὰ δεξιά. Ξαφνικὰ εὑρῆκα κάτω ἀπὸ μιὰ κουφωτὴ-σκαλιστὴ πέτρα τὰ ὀστᾶ αὐτοῦ τοῦ ῾Οσίου. ῏Ηταν κίτρινα σὰν τὸ κερὶ καὶ μὲ ὡραία εὐωδία. Κατόπιν ἔκανα τρεῖς μετάνοιες καὶ ἄρχισα νὰ ἐκτελῶ τὴν ἐντολή του. ῾Ο λογισμός μου ὅμως μὲ παρακινοῦσε νὰ πάρω ὅλα τὰ Λείψανα. ῎Εστρωσα λοιπὸν κάτω τὸ ράσο μου. ᾿Αλλ᾿ ὤ τοῦ θαύματος!

Καθὼς ἔπιασα τὰ Λείψανα, ἀπὸ μιὰ ἀνεξήγητη θερμότητα ποὺ εἶχαν, κάηκαν τὰ χέρια μου καὶ ἀναγκάστηκα νὰ τὰ πετάξω κάτω στὸ ἔδαφος. Τότε ζήτησα συγχώρησι ἀπὸ τὸν ῞Αγιο, ἐπειδὴ κατεπάτησα τὴν ἐντολή του, πῆρα μαζί μου μόνο τὸ κρανίο, ἔθαψα τὰ ἄλλα καὶ ἐπέστρεψα στὴν καλύβα μου.



᾿Απὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα μεταφέρω μαζί μου τὸ κρανίο αὐτοῦ τοῦ ῾Οσίου καὶ μὲ τὶς εὐχές του εἶμαι λυτρωμένος ἀπὸ ὁποιοδήποτε πειρασμὸ καὶ κίνδυνο.
– Πάτερ Χριστοφόρε, τὸν ἐρώτησε ὁ ῾Ηγούμενος, μήπως γνωρίζεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ τοῦ ῾Οσίου;
– Γιὰ πολὺ καιρὸ δὲν γνώριζα τὸ ὄνομά του. Καὶ προσευχήθηκα στὸν Θεὸ μὲ δάκρυα γιὰ νὰ μοῦ τὸ ἀποκαλύψη. Μιὰ νύκτα ποὺ ἔκανα τὸν ῎Ορθρο στὸ κελλί μου, παρουσιάσθηκε ξαφνικὰ μπροστά μου αὐτὸς ὁ θαυμαστὸς ῞Οσιος καὶ μοῦ εἶπε:
– Πάτερ Χριστοφόρε, μὴ λυπᾶσαι πλέον ἄλλο, ἐπειδὴ δὲν γνωρίζεις πῶς ὀνομάζομαι.
᾿Ονομάζομαι ῾Ιερομόναχος Μεγαλόσχημος Παῦλος.Νὰ μὲ μνημονεύης στὴν ἁγία σου προσευχή. Καὶ ἀμέσως ἔγινε πάλι ἄφαντος.
– Ναί, αὐτὸς ἦταν ὁ Πνευματικὸς τῆς ῾Αγίας Θεοδώρας τῆς Σύχλας.Αὐτὸς ἔζησε στὴν Σκήτη Συχάστρια κατὰ τὸ τέλος τοῦ 18ου αἰῶνος.Κατόπιν ἔφυγε γιὰ τὴν ἔρημο καὶ ἐκοιμήθη ἐκεῖ (εἶπε ὁ ῾Ηγούμενος).

῾Ο ῾Ιεροδιάκονος Χριστοφόρος παρέμεινε τρεῖς ἡμέρες στὸ Μοναστήρι Συχάστρια, ἱερουργώντας καθημερινὰ στὴν Θεία Λειτουργία μαζὶ μὲ τὸν Πρωτοσύγκελλο ᾿Ιωαννίκιο Μορόϊ.
Αὐτὲς τὶς ἡμέρες τὸ κρανίο τοῦ ῾Οσίου ῾Ιερομονάχου Παύλου ἦταν τοποθετημένο ἐπάνω στὴν ῾Αγία Τράπεζα, ἀπ᾿ ὅπου σκόρπιζε στὴν ᾿Εκκλησία μία ὡραία πνευματικὴ εὐωδία. Μετὰ ἀσπάσθηκαν τὸ ἅγιο Λείψανο οἱ Πατέρες, κατόπιν ὁ ῾Ιεροδιάκονος Χριστοφόρος τὸ ἔβαλε πάλι στὸν ντορβᾶ του καὶ ξεκίνησε γιὰ τὴν Σκήτη Σύχλα.᾿Απὸ τὴν ἡμέρα αὐτὴ κανεὶς πλέον δὲν συνάντησε τὸν π. Χριστοφόρο.῾Υποθέτουν μερικοὶ ὅτι προχώρησε στὰ βάθη τῶν δασῶν τῶν βουνῶν τῆς Σύχλας καὶ ἐκεῖ ἐτελειώθη, δοξάζοντας τὸν Θεό.

Μάταια ἀνέβηκαν πολλὲς φορὲς οἱ Πατέρες τῆς Συχάστριας γιὰ νὰ εὕρουν τὸν εὐλογημένο ᾿Ερημίτη.Κανεὶς δὲν τὸν ξαναεῖδε πάλι.Λέγεται στὴν παράδοσι τοῦ τόπου ἐκείνου ὅτι μεταξὺ τῆς Σκήτης Σύχλας καὶ (τῆς περιοχῆς) Ρίπας τοῦ Κορόϊ ὑπάρχει ἕνας
μυστικὸς θεῖος τόπος, τὸν ὁποῖον κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἀνακαλύψη.᾿Εκεῖ ἀσκήτευσαν κατὰ τὴν διάρκεια τῶν αἰώνων πολλοὶ ῞Αγιοι ῾Ησυχασταί.῎Ισως, λοιπόν, ἐκεῖ νὰ ἐκοιμήθη ὁ πατὴρ Χριστοφόρος,μὲ τὸ κρανίο τοῦ ῾Οσίου Παύλου στοὺς ὤμους του.



http://isaacsyrian.blogspot.com

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

o μπαρμπα Γιάννης που είδε την Παναγιά......




Ερχόταν από την Λήμνο μ' έναν γάιδαρο.
Τον έβαζε και στο καράβι μέσα.
Στον γέρο-Γιάννη μας έκανε εντύπωση ή απλότητα και ή ευλάβεια του. Αυτός δούλευε χρόνια πολλά εδώ στο Άγιο Όρος και στο τέλος ήρθε να πάρει ένα χαρτί από την Ιερά Κοινότητα, για να εισαχθεί στο γηροκομείο Μυτιλήνης.
Πριν από καιρό με είχε ανταμώσει και μου λέει: «Πάτερ, θα μου κάνης μια εικονίτσα;». Του λέω: «Μπάρμπα-Γιάννη, εσύ δεν έχεις χρήματα να πλήρωσης. Είναι ακριβές οι εικόνες»· Λέει: «Αμ συ πολλά θα μου ζητήσεις, εγώ λίγα θα σου δώκω». «Ποια εικονίτσα θέλεις;» «Να! Είδα την Παναγία μια μέρα ξεκινώντας από το Ιβήρων να πάω στο Καρακάλου και μου λέει· "γύρνα πίσω και να πας αύριο, διότι θα πάθεις απόψε κακό". Εγώ έκανα υπακοή και γύρισα, αλλά είχα τόση χαρά». «Πώς την είδες την Παναγία;» «Την είδα πάνω σε συννεφάκια άσπρα, και όλα αυτά πού φορούσε, τα ενδύματα της, ήταν λευκά. Πήρα τόση χαρά, και πήγα την άλλη μέρα στην Μονή Καρακάλου».

Την παρήγγειλε τελικά την εικόνα στους Αναναίους. Ήρθε εδώ στο κελί μας την τελευταία μέρα της ζωής του, για να πάρουμε τηλέφωνο στους Αναναίους, αν ετοίμασαν την εικόνα, γιατί ο Μπάρμπα-Γιάννης ετοιμαζόταν να εισαχθεί στο γηροκομείο Μυτιλήνης. Ήρθε να πάρει το χαρτί από την Κοινότητα, ότι δούλεψε εδώ στο Άγιον Όρος. Ό καημένος ανέβαινε βογκώντας την σκάλα, γιατί είχε καρδιά, είχε ανεπάρκεια. Αύτη την τελευταία φορά πού ήρθε μας είπε ότι κοινώνησε. Μάλιστα τον έπιασε και μια κρίση μέσα στην Πορτάΐτισσα. Τον έβγαλαν λίγο έξω, συνήλθε, και ανέβηκε στις Καρυές για να πάρει το χαρτί. Το βράδυ όμως κοιμήθηκε εδώ πίσω από τον Ταλέα, τον έπιασε ή καρδιά του και πέθανε. Δεν πρόλαβε να πάει στην Μυτιλήνη, γιατί ή Παναγία τον ήθελε εδώ πέρα. Τον έθαψαν εδώ στο κοιμητήρι στις Καρυές. Μας έλεγε, πώς είδε την Παναγία μας πάνω στα σύννεφα, και όταν πήραμε τηλέφωνο από εδώ στους Αναναίους του είπαν: «Μπάρμπα-Γιάννη, ή εικόνα εστάλη στο νησί. Όταν θα πάς, θα την βρεις εκεί».

Είχε απλή ζωή. Φορούσε γουρουνοτσάρουχα -εμάς μας έκαναν εντύπωση-. Είχε και ένα ντουρβαδάκι από έναν τράγο, πού το έκανε μόνος του. Εγώ τον πείραζα: «Μπάρμπα-Γιάννη, να μου κάνης δώρο ένα ζευγάρι τσαρούχια». Έρχεται μια μέρα, με την απλότητα πού είχε, και μου λέει: «Πάτερ, πάτερ, σου έφερα ένα δώρο». Μ' έφερε ένα ζευγάρι γουρουνοτσάρουχα. «Αυτά θα τα βάλετε στην έκθεση, και θα 'ρχονται οι Ευρωπαίοι να τα βλέπουνε, και να! θα πέφτει το χρήμα!». Γελούσα με την απλότητα του ανθρώπου. Για αυτό και τον αξίωσε ή Παναγία και κοιμήθηκε εδώ πέρα.

«Κλωνάρη», τον λέγανε. Μετά τον έβγαλαν «ΜπάρμπαΓιάννη». Δεν λεγόταν «Μπάρμπα-Γιάννης». «Κλωνάρης» το επίθετο του ήτανε. Ήτανε απ' το Καρπενήσι και μετά πήγε στην Λήμνο.

Κοιμόταν έξω στο δάσος, γιατί σ' όλη του την ζωή βοσκός ήτανε. Τότε είχαμε λύκους στο Άγιο Όρος. Πάει ένας λύκος μια νύχτα που κοιμόταν έξω στο δάσος και τον μύριζε γύρω-γύρω, επειδή τα γουρουνοτσάρουχα μυρίζανε. Λέει ο Μπάρμπα-Γιάννης: «Παναγία μου -έτρεμα από τον φόβο μου- αν με βοηθήσεις και δεν με πειράξει ο λύκος...». «Άντε που θα 'ταν λύκος, κανένας σκύλος θα 'τανε», του λέω. «Μια ζωή βοσκός ήμουνα. Δεν ξέρω, δεν γνωρίζω τους λύκους;... Και αν δεν με πειράξει, θα σου φέρω ένα δοχείο λάδι, Παναγία μου». Έφυγε ο λύκος. Τον μύρισε και έφυγε. Την άλλη μέρα πήρε από τον Ταλέα ένα δοχείο λάδι και το πήγε στο «Άξιον εστί», στην Παναγία μας. Απλοί άνθρωποι.
Πολύ αστείος ήτανε. Μιλούσε και έκανε αυτό το «ααχαχααα». Του έλεγε ο γέροντας μας: «τι κάνεις έτσι και θορυβείς; Αναστατώνεις τον κόσμο. Φωνάζεις». «Ά! γέροντα. Από μέσα μου έρχεται, από μέσα μου. Θα πάω Σαλώνικα. Οι γιατροί θα μου το θεραπεύσουν αυτό».

Μας έκανε εντύπωση πού αξιώθηκε να δη την Παναγία μας επάνω στα σύννεφα με λευκά φορέματα, και έτσι αγιογράφησαν οι αδελφοί Αναναίοι την εικόνα.

http://misha.pblogs.gr/

Γι' αυτούς που πέθαναν "ἐν πίστει" και περί της ψυχικής ωφελείας που προκύπτει από τις Λειτουργίες και τίς φιλανθρωπίες που γίνονται γι' αυτούς.............Του Αγίου Ιωάννου του "Δαμασκηνού" λόγος.


ΙΖ'     Θαυμαστός είσαι, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου. Δοξάζουμε την ανέκφραστη φιλανθρωπία σου. Πάντοτε "κλίνεις" προς φιλανθρωπίαν και δίδεις στους δούλους σου αφορμές φιλαδελφείας καθώς και βεβαίας πίστεως και ελπίδας για το πρόσωπό σου. Μας δίδαξες, μέσω των δούλων σου, να ευεργετούμε ο ένας τον άλλο και να προσφέρουμε, όχι στα χαμένα και ματαίως, εξιλαστήριες θυσίες και προσφορές και ύμνους και ψαλμωδίες και προσευχές. Είσαι, Κύριε, απλανής οδηγός και εύκολος χορηγός και ανταποδίδεις χίλιες φορές περισσότερα για ό,τι προσφέρει κάποιος "εἰς δόξαν σου", και δεν υπάρχει σ' όλα αυτά τίποτε χωρίς ωφέλεια.

ΙΗ'     Λοιπόν, αδελφοί και πατέρες, ας αποδεχθούμε όλοι το ότι, όσα προσφέρονται στον Θεό με πίστη, δίνουν πολλαπλάσια ωφέλεια και σ' αυτόν που τα προσφέρει και σ' αυτούς για τους οποίους τα προσφέρει. Είναι ακριβώς όπως τα αρώματα ή το άγιο Έλαιο· όταν κάποιος θέλει να αλείψει έναν άρρωστο, πρώτος αυτός αλείφεται και έτσι κατόπιν αλείφει και τον άλλον. Με τον ίδιο τρόπο όποιος αγωνίζεται για την σωτηρία του άλλου, τον εαυτό του πρώτα ωφελεί και ύστερα τους άλλους. Γιατί δεν είναι άδικος ο Θεός να ξεχάσει τα γενόμενα, όπως λέει ο Απόστολος.

ΙΘ'     Ο Μέγας Αθανάσιος στον ωραιότατο λόγο του για τους κεκοιμημένους, λέει: "Μην αρνήσαι να φέρνεις, λάδι και κεριά και να ανάβεις στον τάφο, επικαλούμενος τον Χριστό. Είναι δεκτά από Αυτόν και δίδουν πολύ ανταπόδοση. Το λάδι και το κερί είναι "ὁλοκαύτωσις". Η Θεία και αναίμακτη Λειτουργία "ἐξιλασμός". Η δε ελεημοσύνη, είναι αφορμή και αύξηση κάθε καλής αντιδόσεως εκ μέρους του Θεού. Όταν κάποιος προσφέρει για νεκρούς είναι, όπως, όταν έχει κάποιος ένα πολύ μικρό νήπιο αδύναμο και χωρίς να μιλάει και αυτό αρρωστήσει, και τότε προσφέρει με πίστη στον ναό κεριά και θυμίαμα και λάδι χάριν του παιδιού, και τότε αυτό είναι σάν να τα προσέφερε το ίδιο το νήπιο· ή όπως γίνεται στην ομολογία του Βαπτίσματος. Με τον ίδιο τρόπο και ο νεκρός εν Κυρίῳ προσφέρει τα κεριά και το λάδι και όσα από άλλους προσφέρονται προς χάριν του και επιτυγχάνει διά της πίστεως τον σκοπό της σωτηρίας.

Όλα, οι θεοκήρυκες Απόστολοι και διδάσκαλοι ιερείς και πνευματέμφοροι Πατέρες, που έφτασαν στην (ανθρωπίνως δυνατή) εμπειρία της παρουσίας του Θεού και "γεύθηκαν" την μεγάλη Του δύναμη, όλα τα εθέσπισαν κινούμενοι από την χάρη του Θεού. Λειτουργίες, ευχές και ψαλμωδίες, κατ' έτος στις ημέρες μνήμης των κεκοιμημένων. Μέχρι τώρα, "χάριτι Χριστοῦ" όλα αυτά αυξάνουν και προστίθενται σ' όλα τα μήκη της γης εις δόξαν και αίνεση του Κυρίου των Κυρίων και Βασιλέως των Βασιλευόντων.

Κ'      Σ' όλα αυτά μπορεί κάποιος να έχει αντίθετη γνώμη και να πει: "Εάν όλα τα σχετικά με τους κεκοιμημένους έχουν έτσι, τότε λοιπόν όλοι θα σωθούν και κανένας δεν θα χαθεί;" Μπράβο και μακάρι!! Αυτό διψά και θέλει και ζητάει και επιδιώκει και σ' αυτό χαίρει και ευφραίνεται ο Πανάγαθος Κύριος, να μη χαθεί κανένας!!! Άλλωστε τα βραβεία και τους στεφάνους δεν τα ετοίμασε για τους αγγέλους! Ούτε έγινε άνθρωπος για να σώσει τις ουράνιες υπάρξεις. Δεν σαρκώθηκε αδιαφθόρως από την Παρθένο και έγινε δυνατός και εγεύθη των παθών και του θανάτου για να πει στους αγγέλους: "Ἐλᾶτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου κληρονομῆστε τήν Βασιλεία πού ἔχει ἐτοιμάσει γιά σᾶς!!" Όλα για τον άνθρωπο έγιναν και ετοιμάσθηκαν.

Ποιος κάνει γιορτή και καλεί τους φίλους του και δεν θέλει να 'ρθούν όλοι και να απολαύσουν των ετοιμασμένων; Γιατί τότε ετοίμασε την ευωχία της γιορτής; Και αν αυτό είναι φυσικό και ευγενής φιλοτιμία για μας, πόσο περισσότερο ισχύει γι' Αυτόν που είναι εκ φύσεως αγαθός και φιλάνθρωπος, ο οποίος μοιράζοντας και δίνοντας χαίρει περισσότερο από όσο αυτός που παίρνει και εξασφαλίζει την σωτηρία του.


ΚΑ'     Σκέψου και αυτό συ που αμφισβητείς τα λεχθέντα! Κάθε άνθρωπος που απόχτησε μια μικρή "ζύμη" αρετής αλλά δεν πρόλαβε να την ολοκληρώσει σε "ψωμί", και παρ' ότι το θέλησε δεν το κατόρθωσε, ή από ραθυμία, ή από αμέλεια, ή από δειλία, ή από αναβολή απ' την μία ημέρα στην άλλη, και για τον οποίο (άνθρωπο) απρόοπτα ήρθε ο θάνατος, και αυτόν δεν θα τον "ξεχάσει" ο δίκαιος Κριτής και Δεσπότης!!

Ο Κύριος θα ξυπνήσει μετά τον θάνατο εκείνου στις καρδιές των συγγενών και των φίλων του, την διάθεση βοήθειας και θα κατευθύνει (ο Κύριος) την γνώμη και θα ελκύσει την καρδιά και θα κάμψει την ψυχή τους προς αρωγή και βοήθειά του και θα αναπληρώσουν αυτοί τα υστερήματα αυτού που έφυγε.

Βέβαια, έναν άλλον άνθρωπο ο οποίος έζησε πονηρά, αναμεμιγμένος σε κάθε αμαρτία και γεμάτος με υλικό νοσηρό, που αδιαφόρησε ακόμα και για την συνείδησή του και ήταν παραδομένος στις ηδονές κάθε μορφής (ψυχικές και σωματικές) ικανοποιώντας εγωϊστικά κάθε του επιθυμία χωρίς καθόλου να φροντίζει για την ψυχή του· βουλιαγμένος εντελώς στόν εγωϊσμό και που σ' αυτή την κατάσταση φθάνει να πεθάνει, σ' αυτόν κανένας δεν μπορεί να προσφέρει βοήθεια. Ούτε η γυναίκα του ούτε τα παιδιά του ούτε τα αδέλφια του ή οι φίλοι του μπορούν να τον βοηθήσουν αφού αυτός είχε και έχει εξορίσει από την ζωή του τον Χριστό.

ΚΒ'     Όσον αφορά, τα δικά μου και όποιου είναι φίλος μου, μακάρι, αν είναι δυνατόν, να τον βοηθήσω ώστε να μην αφίσει πίσω του υστερήματα. Αν γίνει και πεθάνω χωρίς να έχω τελειώσει την προσπάθειά μου, μακάρι ο πολυεύσπλαγχνος Κύριος να "κάμψει" τους συγγενείς και φίλους και να "θερμάνει" τις ψυχές και τις καρδιές τους, ώστε πολύ πρόθυμα να με βοηθήσουν με καλά και θεάρεστα έργα και έτσι, ό,τι σαν αδύναμος άνθρωπος δεν πρόλαβα να κάνω, να το αναπληρώσουν αυτοί μετά τον θάνατό μου. Ναι, Κύριε, θαυμαστέ και Ελεήμων, κανένα υστέρημα να μην έχω, ούτε μικρό ούτε μεγάλο, όταν θα 'ρθεις Κριτής μας, ούτε και κανείς άλλος από αυτούς που ελπίζουν σε Σένα.

Έτσι άλλωστε μας διδάσκει διακηρύσσοντας παντού ο κήρυκας των λόγων του Θεού Χρυσόστομος: " Αν δεν πρόλαβες, όντας ζωντανός, να ρυθμίσεις όλα τα της ψυχής σου, τουλάχιστον στο τέλος της ζωής, δώσε εντολή στους δικούς σου, όταν πεθάνεις να σου αποδώσουν τα δικά σου και να σε βοηθήσουν με καλά έργα, εννοώ ελεημοσύνες και προσφορές. Με αυτά θα καταλλαγείς με τον Λυτρωτή, γιατί του είναι και αποδεκτά και διευκόλυνση. Στην διαθήκη σου μαζί με τα παιδιά και τους συγγενείς γράψε κληρονόμο και τον Χριστό! Να έχει η διαθήκη το όνομα του Χριστού και να μη ξεχνάει τους φτωχούς. Σας βεβαιώνω εγώ (ο Χρυσόστομος) για όλα αυτά. Αυτό δεν είναι προτροπή στο να μη κάνει κάποιος όταν είναι ζωντανός ελεημοσύνες και να περιμένει μετά τον θάνατο, αυτό είναι απαράδεκτο και βέβηλο, ξένο από το θέλημα του Θεού, αλλά είναι επεξήγηση ότι, κάθε άνθρωπος θεοσεβής και φιλόχριστος πρέπει να "καθαρίζει" τον εαυτό του με κάθε είδους αγαθοεργία απέχοντας από κάθε ακαθαρσία, και ότι αυτό είναι πάρα πολύ καλό και θεάρεστο και ευπρόσδεκτο από τον Χριστό, έργο. Πρέπει να τηρεί κάθε άνθρωπος τα ολόφωτα προστάγματα του Θεού, ώστε φθάνοντας στο τέλος της ζωής να μπορεί να πει στον Χριστό: "Ἑτοίμη ἡ καρδία μου, ὁ Θεός, ἑτοίμη ἡ καρδία μου" και να υποδεχθεί ευχαρίστως τους ἐπισπεύδοντας ἀγγέλους. Αυτό βέβαια συμβαίνει λίγες φορές και για λίγους· όπως λέει ο Χριστός:"Ὁλίγοι οἱ σωζόμενοι". Αυτό βέβαια η των όλων Σοφία ο Χριστός το είπε με θαυμασμό απορίας, γιατί να είναι ολίγοι οι σωζόμενοι! Λοιπόν συνειδητοποιώντας ότι είναι πολύ δύσκολο να βρεθεί κάποιος σ' αυτήν την πρώτη ομάδα και κατάσταση, εκ της πραγματικότητος, πάμε στην δεύτερη, ακολουθώντας τις αποστολικές και πατερικές διδασκαλίες που λένε ότι: οι νεκροί ωφελούνται, εξαιτίας της αγαθότητος του Θεού, και αυξάνεται η αγάπη για τους αδελφούς και βεβαιώνεται η ελπίδα της αναστάσεως και δυναμώνει η προσευχή προς τον Θεό και γεμίζουν οι ναοί προσευχομένους και διαδίδεται η ελεημοσύνη προς τους φτωχούς.


ΚΓ'-ΚΔ'      Θαύμασε λοιπόν με πόσους τρόπους είναι ωφέλιμο και "επικερδές" το πράγμα αυτό και πόση ωφέλεια προκύπτει για τους νεκρούς, αφού γίνεται αφορμή σωτηρίας των καταδικασμένων. Αν λοιπόν αφαιρέσεις το αποτέλεσμα θα χαθούν μαζί του και αυτά που το προκαλούν! Ποια κατάσταση θα πείσει τους μικρόψυχους να ξεσηκωθούν και να την υπηρετήσουν, αν δεν έχουν βεβαιότητα ότι θα τους συγχωρήσει τις αμαρτίες;

Αν αυτά δεν κατανοηθούν, θα παύσουν να αφίνουν στους φτωχούς κληρονομίες. Και βέβαια θα παύσουν οι λειτουργίες για τους νεκρούς, οι προσευχές και οι ψαλμωδίες, τα τεσσαρακοστά, τα ένατα και τα τριήμερα μνημόσυνα, τα οποία βέβαια όλα δεν ωρίσθηκαν ματαίως από τους διδασκάλους της Εκκλησίας. Αλλά να μη δώσει ο Θεός να επικρατήσουν τέτοιες αντιλήψεις ή να παραληφθούν όλα τα ανωτέρω.

ΚΕ'     Αν τώρα κάποιος σ' όλα αυτά αντείπει, για τους φτωχούς και ξένους, που δεν έχουν αυτούς που θα αγωνιστούν γι' αυτούς ούτε μπορούν να αφίσουν παρακαταθήκη στους δικούς τους (οι φτωχοί) για ελεημοσύνες ή λειτουργίες, αν λέω αντείπει: Τι θα γίνουν λοιπόν αυτοί; Μήπως επειδή είναι φτωχοί και δεν έχουν ποιός να τους νοιαστεί και να τους συμπονέσει, θα χάσουν την σωτηρία; Καθένας που ρωτά πρέπει να ξέρει ότι δεν είναι άδικος ο Θεός, ώστε να δώσει σε όποιον έχει και όποιον δεν έχει να τον παραβλέψει! Θεός φυλάξοι! Διώξε αμέσως από μέσα σου τέτοια σκέψη. Ο Θεός είναι Δίκαιος και Κύριος ή μάλλον είναι ο ίδιος η δικαιοσύνη η σοφία και η καλωσύνη και η μόνη πραγματική Δύναμη. Σαν Δίκαιος λοιπόν θα βρει τρόπο παροχής στον φτωχό. Σαν Σοφός θα ρυθμίσει την κάλυψη των υστερημάτων. Σαν Δυνατός θα πάρει από τόν "ισχυρό" και θα ενισχύσει τον φτωχό. Σαν Καλωσύνη θα σώσει το πλάσμα των χειρών του· εκτός και αν πρόκειται για κάποιον αναίσχυντα αμαρτάνοντα που "αποπτύει" (φτύνει) την πίστη, του οποίου η "αριστερή πλάστιγγα" έχει βαρύνει πάρα πολύ.


Διδάσκουν οι άγιοι άνδρες, που φωτίσθηκαν από τον Θεό, ότι την τελευταία στιγμή της ζωής του ανθρώπου οι πράξεις ελέγχονται σαν με μία ζυγαριά. Αν ο δεξιός ζυγός βαρύνει περισσότερο τότε φανερό ότι πεθαίνει ο άνθρωπος στα "χέρια"αγίων αγγέλων. Αν ισοζυγήσει, τότε νικά η φιλανθρωπία του Θεού. Αλλά και αν, όπως λένε οι θεοφόροι Πατέρες, η στάθμη γύρει λίγο προς τα αριστερά, και τότε το έλεος του Θεού θα αναπληρώσει το ελλείπον και αναγκαίο.

Να λοιπόν είναι τριών βαθμίδων οι θεϊκές κρίσεις του Δεσπότου Χριστού: η πρώτη είναι απλώς δικαία, η δεύτερη φιλάνθρωπη και η τρίτη μεγίστη καλωσύνη! Μετά από αυτές η τετάρτη η καταδίκη, όταν οι πράξεις είναι υπερβολικά βαρύνουσες. Αλοίμονο, αδελφοί, και αυτή είναι οπωσδήποτε πολύ δίκαιη, αφού αποφασίζει για τους καταδικασμένους με δικαιοσύνη.

http://www.enoriako.info

περί κρίσης......


Ἡ κρίσις εἶναι ἀναιδὴς ἁρπαγὴ τοῦ δικαιώματος τοῦ Θεοῦ, ἐνῷ ἡ κατάκρισις ὄλεθρος τῆς ψυχῆς αὐτοῦ ὁ ὁποῖος κατακρίνει.

Μὴ κατακρίνης καὶ ὅταν ἀκόμη βλέπης κάτι μὲ τοὺς ἴδιους τοὺς ὀφθαλμούς σου, διότι καὶ αὐτοὶ πολλὲς φορὲς ἐξαπατῶνται.

Εἶδα ἄνθρωπο ποὺ φανερὰ ἁμάρτησε, ἀλλὰ μυστικὰ μετενόησε. Καὶ αὐτὸν ποὺ ἐγὼ τὸν κατέκρινα ὡς ἀνήθικο, ὁ Θεὸς τὸν ἐθεωροῦσε ἁγνό, διότι μὲ τὴν μετάνοιά του Τὸν εἶχε πλήρως ἐξευμενίσει.

Εἶδα μερικοὺς οἱ ὁποῖοι μυστικὰ καὶ κρυφὰ διαπράττουν σοβαρώτατα ἁμαρτήματα, καὶ
στηριζόμενοι στὴν ὑποκριτικὴ καθαρότητά τους, ἐπιτιμοῦν μὲ αὐστηρότητα αὐτοὺς ποὺ ὑποπίπτουν σὲ μερικὰ μικρὰ σφάλματα, τὰ ὁποῖα καὶ φανερώνουν.


Αὐτὸν ποὺ σοῦ κατακρίνει τὸν πλησίον, ποτὲ μὴ τὸν σεβασθῆς, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ τοῦ εἰπῆς:

«Σταμάτησε, ἀδελφέ. Ἐγὼ καθημερινῶς σφάλλω σὲ χειρότερα, καὶ πῶς μπορῶ νὰ κατακρίνω τὸν
ἄλλον»; Ἔτσι θὰ ἔχης δυὸ ὀφέλη, μὲ ἕνα φάρμακο θὰ θεραπεύσης καὶ τὸν ἑαυτό σου καὶ τὸν πλησίον.

πηγη

Να λες στην γυναίκα σου ότι την αγαπάς και να της το δείχνεις!

-->


από τον Άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο

Θεού πλάσμα είναι  η γυναίκα. Με την αποστροφή σου δεν προσβάλλεις εκείνην, αλλά το Δημιουργό της. Τι δικό της έχει; Ο Κύριος δεν της τα έδωσε όλα;

Μα και την όμορφη γυναίκα μην την παινέψεις, μην την θαυμάσεις. Ο θαυμασμός της μιας και η περιφρόνηση της άλλης δείχνουν άνθρωπο ακόλαστο. Την ομορφιά της ψυχής να ζητάς και το Νυμφίο της Εκκλησίας να μιμείσαι.

Η σωματική ομορφιά, πέρα από το ότι είναι γεμάτη αλαζονεία, προκαλεί ζήλεια, πόλλες φορές μάλιστα και αβάσιμες υποψίες. Δεν χαρίζει, όμως ηδονή; Για λίγο, ναι· για ένα μήνα η δύο, η το πολύ για ένα χρόνο· ύστερα, όχι πια. Γιατί, λόγω της συνήθειας, δεν σου κάνει πια αίσθηση η ομορφιά, η οποία όμως διατηρεί την αλαζονεία της. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στην περίπτωση μιας γυναίκας που δεν έχει εξωτερική ομορφιά, έχει όμως εσωτερική. Εκεί είναι φυσικό η ηδονή και η αγάπη του συζύγου να παραμένουν απ’ την αρχή ως το τέλος αμείωτες, γιατί προέρχονται από ομορφιά ψυχής και όχι σώματος…

Όπως ο Κύριος φροντίζει στοργικά την Εκκλησία, δηλαδή όλους εμάς, γιατί είμαστε μέλη Του, σάρκα Του και οστά Του- και αυτό το γνωρίζετε καλά όσοι συμμετέχετε στα ιερά μυστήρια-, έτσι και ο άνδρας οφείλει να φροντίζει στοργικά τη γυναίκα του, γιατί δημιουργήθηκε απ αυτόν, είναι κομμάτι του σώματός του.

“Γι’ αυτό”, λέει η Γραφή, “θα εγκαταλείψει ο άνδρας τον πατέρα του και τη μητέρα του, για να ζήσει μαζί με τη γυναίκα του  καί (με τη συζυγία) θα γίνουν οι δυό τους μια σάρκα”, ένα σώμα, ένας άνθρωπος (Γεν. 2, 24  Ἐφ. 5, 31). Να και τρίτος λόγος. Δείχνει δηλαδή ότι, αφού εγκαταλείψει ο άνδρας εκείνους που τον γέννησαν, δένεται μ’ εκείνην. Από δω κι εμπρός η σάρκα, ο πατέρας και η μητέρα, δημιουργεί το παιδί, που γεννιέται από την ένωση των σπερμάτων τους. Ώστε και οι τρεις είναι μια σάρκα, όπως κι εμείς με το Χριστό είμαστε μια σάρκα, ένα σώμα.

Όση, λοιπόν, αγάπη έχεις στον εαυτό σου, τόση αγάπη θέλει ο Θεός να έχεις και στη γυναίκα σου. Δεν βλέπεις ότι και στο σώμα μας πολλές ατέλειες η ελλείψεις έχουμε; Ο ένας έχει πόδια στραβά, ο άλλος τα χέρια παράλυτα, ο τρίτος κάποιο άλλο μέλος άρρωστο κ.ο.κ. Και όμως, δεν το κακομεταχειρίζεται ούτε το κόβει· απεναντίας μάλιστα, το φροντίζει και το περιποιείται περισσότερο απ’ όσο τα υγιή μέλη του, και ο λόγος είναι ευνόητος.

Όσο αγαπάς, λοιπόν, τον εαυτό σου, τόσο ν’ αγαπάς και τη γυναίκα σου. Όχι μόνο γιατί ο άνδρας και η γυναίκα έχουν την ίδια φύση, αλλά και για μιαν άλλη σπουδαιότερη αιτία:

Γιατί δεν είναι πια δύο ξεχωριστά σώματα, αλλά ένα· και ο άνδρας είναι το κεφάλι, ενώ η γυναίκα το σώμα.

Λοιπόν, τελείωσε η γιορτή του γάμου; Έφυγαν οι καλεσμένοι; Έμεινες μόνος με τη νύφη, τη σύζυγό σου; Μην πετάξεις αμέσως από πάνω σου τη σοβαρότητα, όπως κάνουν οι ακόλαστοι άνδρες. Διατήρησέ την για πολύ καιρό, και μεγάλο κέρδος θα έχεις. Τώρα, στο πρώτο διάστημα του γάμου, πριν ‘παραγνωριστείτε’ και αποκτήσετε ελευθεριότητα στις σχέσεις σας, όταν ακόμα η γυναίκα είναι συγκρατημένη από κάποια ντροπαλότητα και συστολή, είναι η καλύτερη ευκαιρία για να τη φέρεις στα νερά σου και να της επιβάλεις, καλότροπα και συνετά, τις αρχές σου. Γιατί όταν η γυναίκα ξεθαρρέψει, τα κάνει όλα άνω κάτω. Καλό θα είναι, λοιπόν, να διατηρήσεις την αιδημοσύνη της όσο μπορείς περισσότερο. Και πως θα το κατορθώσεις αυτό; Όταν κι εσύ δείχνεις ότι δεν έχεις λιγότερη συστολή απ’ αυτήν· όταν είσαι λιγόλογος, σοβαρός, λογικός. Έτσι θα σε ακούσει και θα δεχθεί θέλοντας και μη, όσα θα της πεις. Μα πιο πρόθυμα θα τα δεχθεί, αν της φανερώσεις πλούσια την αγάπη σου· γιατί τίποτ’ άλλο δεν συντελεί τόσο στο να πειστεί ένας άνθρωπος στα λόγιά μας, όσο το να καταλάβει ότι του τα λέμε με αγάπη και από αγάπη.

Και πως θα της δείξεις την αγάπη σου; Αν της πεις λ.χ.:

«Δεν θέλησα να πάρω άλλη γυναίκα, και μάλιστα πλουσιοκόρη η αρχοντοπούλα. Προτίμησα εσένα για  τον καλό σου χαρακτήρα, τη σεμνότητα, την πραότητα, τη σωφροσύνη. Γιατί έχω μάθει να περιφρονώ τον πλούτο σαν κάτι τιποτένιο, κάτι που αποκτούν οι ληστές, οι ανήθικοι και οι απατεώνες. Εμένα με σαγήνεψε η αρετή της ψυχής σου, που την προτιμώ από κάθε πλούτο. Ένα συνετό κορίτσι, που ζει με ευσέβεια, αξίζει όσο όλη η οικουμένη. Γι’ αυτό σ’ αγάπησα, σ’ αγαπώ και πάνω απ’ τη ζωή μου σε βάζω. Τίποτα δεν είναι η παρούσα ζωή. Προσεύχομαι, λοιπόν, και παρακαλώ τον Θεό και κάνω ο,τι μπορώ για ν’ αξιωθούμε τη ζωή μας έτσι να την περάσουμε, ώστε και στη Βασιλεία των Ουρανών να είμαστε μαζί. Γιατί η παρούσα ζωή και σύντομη και προσωρινή είναι· αν όμως αξιωθούμε να την περάσουμε ευαρεστώντας το Θεό, και μαζί και με το Χριστό θα είμαστε αιώνια, μέσα σε απερίγραπτη ευφροσύνη. Εγώ πάνω απ’ όλα βάζω την αγάπή μου για σένα, και τίποτα δεν θα μου είναι τόσο δυσάρεστο και βαρύ όσο το να τα χάσω και πάμφτωχος να γίνω και σε μεγάλο κίνδυνο να βρεθώ και ο,τιδήποτε να πάθω, όλα υποφερτά και ανεκτά θα μου είναι, φτάνει οι σχέσεις μου μαζί σου να είναι καλές. Είναι, όμως ανάγκη να κάνεις κι εσύ τα ίδια. Ο Θεός θέλει να είμαστε δεμένοι αμοιβαία και αδιάσπαστα με το δεσμό της αγάπης. Άκου τι λέει η Γραφή: “Θα εγκαταλείψει ο άνδρας τον πατέρα του και τη μητέρα του, για να ζήσει μαζί με τη γυναίκα του”. Ας μην έχουμε, λοιπόν, καμιά μικρόψυχη πρόφαση. Δεν πάν’ να χαθούν τα χρήματα, οι υπηρέτες και οι τιμές! Εγώ πάνω απ’ όλα βάζω την αγάπη μου για σένα».

Από πόσα πλούτη, από πόσους θησαυρούς δεν θα είναι ποθεινότερα τα λόγια τούτα στη γυναίκα! Να της λες ότι την αγαπάς, χωρίς να φοβάσαι μήπως κάποτε το πάρει πάνω της και το εκμεταλλευθεί. Οι άσεμνες γυναίκες, που πηγαίνουν με τον ένα και με τον άλλο είναι φυσικό να το παίρνουν επάνω τους με τέτοια λόγια. Μία καλή κοπέλα, όμως όχι μόνο δεν θα ξιπαστεί, αλλά και θα ταπεινωθεί. Δείξε μάλιστα ότι σου αρέσει πολύ να μένεις μαζί της, ότι προτιμάς να μένεις στο σπίτι για χάρη της, παρά να βρίσκεσαι με τους φίλους σου. Να την τιμάς περισσότερο από τους φίλους σου, περισσότερο ακόμα κι από τα παιδιά σας. Και αυτά για χάρη της να τ’ αγαπάς. Αν κάνει κάτι καλό, να την παινεύεις και να την θαυμάζεις. Αν πέσει σε κάποιο σφάλμα, να τη συμβουλεύεις και να τη διορθώνεις με καλό τρόπο.

Αν έτσι πορεύεσαι στο γάμο σου και τέτοια διδάσκεις τη γυναίκα σου, δεν θα είσαι κατώτερος και από έναν μοναχό.

 Αποσπάσματα από το κεφάλαιο  «Η χριστιανική συζυγία» του βιβλίου «Θέματα ζωής» Ι.Μ. Παρακλήτου

imverias.blogspot.gr 
 http://www.diakonima.gr

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

Συναξαριστής 26 Οκτωβρίου: Άγιος Δημήτριος ο Μυροβλύτης

Μονή Κουτλουμουσίου
1540 μ.Χ.


Άγιος Δημήτριος ο Μυροβλύτης

Την μνήμη ενός μεγάλου Μάρτυρος γιορτάζει σήμερα η Εκκλησία, του αγίου Δημητρίου, πολιούχου και προστάτου της Θεσσαλονίκης. Μαζί με τον άγιο Γεώργιο, ο άγιος Δημήτριος είναι ο πιο γνωστός και δημοφιλής Μάρτυς, το πιο ωραίο και πιο ιδανικό πρότυπο του χριστιανικού νέου. Στον τόπο του μαρτυρίου του χτίσθηκε ένας από τους πιο παληούς σήμερα κι ονομαστούς ναούς της χριστιανοσύνης, που ύστερ' από πολλές περιπέτειες και καταστροφές εξακολουθεί ακόμη, να στολίζη την πρωτεύουσα της Μακεδονίας. Η νίκη του αγίου Νέστορος στο στάδιο της Θεσσαλονίκης, με την προτροπή και την ενίσχυση του αγίου Δημητρίου, εσυμβόλιζε τον θρίαμβο του χριστιανισμού κατά του ειδωλατρικού κόσμου κι ακόμη την προστασία της πόλεως σε κάθε βαρβαρική επίθεση. Ωραιότατος είναι στη σημερινή γιορτή ο ύμνος του Ρωμανού· "Τοις των αιμάτων σου ρείθροις, Δημήτριε, την Εκκλησίαν Θεός επορφύρωσεν..."


Βιογραφία
Ο Άγιος Δημήτριος γεννήθηκε περί το 280 - 284 μ.Χ. και μαρτύρησε επί των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού το 303 μ.Χ. ή το 305 μ.Χ. ή (το πιο πιθανό) το 306 μ.Χ.

Ο Δημήτριος ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας στη Θεσσαλονίκη. Σύντομα ανελίχθηκε στις βαθμίδες του Ρωμαϊκού στρατού με αποτέλεσμα σε ηλικία 22 ετών να φέρει το βαθμό του χιλιάρχου. Ως αξιωματικός του ρωμαϊκού στρατού κάτω από τη διοίκηση του Τετράρχη (και έπειτα αυτοκράτορα) Γαλερίου Μαξιμιανού, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Διοκλητιανός, έγινε χριστιανός και φυλακίστηκε στην Θεσσαλονίκη το 303 μ.Χ., διότι αγνόησε το διάταγμα του αυτοκράτορα Διοκλητιανού «περί αρνήσεως του χριστιανισμού». Μάλιστα λίγο νωρίτερα είχε ιδρύσει κύκλο νέων προς μελέτη της Αγίας Γραφής.

Στη φυλακή ήταν και ένας νεαρός χριστιανός ο Νέστορας (βλέπε 27 Οκτωβρίου), ο οποίος θα αντιμετώπιζε σε μονομαχία τον φοβερό μονομάχο της εποχής Λυαίο. Ο νεαρός χριστιανός πριν τη μονομαχία επισκέφθηκε τον Δημήτριο και ζήτησε τη βοήθειά του. Ο Άγιος Δημήτριος του έδωσε την ευχή του και το αποτέλεσμα ήταν ο Νέστορας να νικήσει το Λυαίο και να προκαλέσει την οργή του αυτοκράτορα. Διατάχθηκε τότε να θανατωθούν και οι δύο, Νέστορας και Δημήτριος.

Οι συγγραφείς εγκωμίων του Αγίου Δημητρίου, Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Γρηγόριος ο Παλαμάς και Δημήτριος Χρυσολωράς, αναφέρουν ότι το σώμα του Αγίου ετάφη στον τόπο του μαρτυρίου, ο δε τάφος μετεβλήθη σε βαθύ φρέαρ που ανέβλυζε μύρο, εξ ου και η προσωνυμία του Μυροβλήτου.

Στις βυζαντινές εικόνες αλλά και στη σύγχρονη αγιογραφία ο Άγιος Δημήτριος παρουσιάζεται αρκετές φορές ως καβαλάρης με κόκκινο άλογο (σε αντιδιαστολή του λευκού αλόγου του Αγίου Γεωργίου) να πατά τον άπιστο Λυαίο.

Σήμερα ο Άγιος Δημήτριος τιμάται ως πολιούχος Άγιος της Θεσσαλονίκης.

Ένα από τα πολλά θαύματα του Αγίου είναι και το εξής. Το 1823 μ.Χ. οι Τούρκοι που ήταν αμπαρωμένοι στην Ακρόπολη της Αθήνας ετοίμαζαν τα πυρομαχικά τους για να χτυπήσουν με τα κανόνια τους, τους Έλληνες που βρισκόντουσαν στον ναό του Αγίου Δημητρίου, μα ο Άγιος Δημήτριος έκανε το θαύμα του για να σωθούν οι Χριστιανοί και η πυρίτιδα έσκασε στα χέρια των Τούρκων καταστρέφοντας και τμήμα του μνημείου του Παρθενώνα. Για να θυμούνται αυτό το θαύμα, ο ναός λέγεται από τότε Άγιος Δημήτριος Λουμπαρδιάρης, από την λουμπάρδα δηλαδή το κανόνι των Τούρκων που καταστράφηκε.


http://www.imkifissias.gr/
http://www.saint.gr/

.

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

Παιδί μου, ο καρπός της ησυχίας που επιδιώκεις είναι να επιδιώκεις να βλέπεις τους άλλους ως αγίους, ως αγγέλους





Όταν βλέπω και κρίνω μέσα μου τους αδελφούς μου, να ξέρω ότι δεν πάω καλά

Οι παλαιότεροι Γέροντες, που είναι οι φορείς της παραδόσεως, φαίνονται σήμερα στους νέους που προσέρχονται στον μοναχισμό λίγο παράξενοι.

Όσοι από τους νέους έχουν καταρτισθεί με την μελέτη των Πατερικών κειμένων δεν δυσκολεύονται, γιατί αντελήφθησαν το θέμα της πίστεως και της υπακοής στον Γέροντα. Στους περισσότερους όμως γεννιούνται διλήμματα και προβάλουν το «γιατί;».

Αφού ο Γέροντας δεν έχει δίκαιο, γιατί επιμένει; Ή αφού δεν γνωρίζει καλά, γιατί θέλει να τον υπακούομε;

Σε αυτό το φαύλο κύκλο του ορθολογισμού στεκόταν, ο μακάριος, ως πραγματικός φάρος διακρίσεως. Όποιος πρόβαλλε ερωτήσεις και λάθη ή ελαττώματα ή και παραλείψεις του Γέροντός του απαντούσε στερεότυπα: «Παιδί μου, ο καρπός της ησυχίας που επιδιώκεις είναι να επιδιώκεις να βλέπεις τους άλλους ως αγίους, ως αγγέλους. Όταν βλέπεις στους άλλους ελαττώματα και ιδίως στον Γέροντά σου, να ξέρεις ότι έπεσε η πνευματική σου ζωή, υποβιβάστηκε, και χρειάζεται πολλή μετάνοια και αυτομεμψία.

Όταν βλέπω και κρίνω μέσα μου τους αδελφούς μου, να ξέρω ότι δεν πάω καλά… Πρέπει να πιστέψω καλά μέσα μου, ότι ο κάθε αδελφός είναι καλός και άγιος και μόνο εγώ είμαι ο πιο αχρείος. Σε κάθε παρεξήγηση να βάζω εγώ μετάνοια, είτε φταίω είτε όχι, για να είμαι πάντα ειρηνικός με τους άλλους και να είναι μαζί μου η Χάρις του Θεού. Ποτέ να μην κοινωνήσω τα θεία Μυστήρια αν έχω πικράνει κάποιον αδελφό και δεν έχω συνδιαλλαγεί μαζί του».

Από το βιβλίο «Ο χαρισματούχος υποτακτικός Γέροντας Εφραίμ ο Κατουνακιώτης»

Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2015

Μην κοιτάζετε αυτό που σας συμβαίνει....





Μην κοιτάζετε αυτό που σας συμβαίνει, αλλά να κοιτάζετε το φως, τον Χριστό, όπως το παιδί κοιτάζει την μητέρα του, όταν κάτι του συμβεί. Όλα να τα βλέπετε χωρίς άγχος, χωρίς στενοχώρια, χωρίς πίεση, χωρίς στύψιμο. Έτσι, αντί να δίνεστε στη στενοχώρια, που δεν είναι του Πνεύματος του Θεού, θα δίνεστε στη δοξολογία του Θεού.

Όσιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2015

Ο Καλόγερος της Θερμής (1905 μ.Χ.)

η κάρα του Αγίου Ραφαήλ μαζί με το επιστήθιο εγκόλπιο Του......


Ήμουνα, που λέτε, φτωχό κορίτσι και δούλευα υπηρέτρια σε κάποιο πλούσιο σπίτι. Η κυρά μου όμως ήταν σκληρή και με βασάνιζε με πολλές δουλειές. Μ' έστελνε ακόμη και στις ελιές και να της δίνω το μεροκάματο. Πηγαίναμε στη Θερμή με τα πόδια και μαζεύαμε ελιές. Ήμουνα και γεροδεμένη γι' αυτό και ο Κεχαγιάς μ' έβαζε να τραβάω το γαϊδούρι φορτωμένο με τις ελιές...

Μια ημέρα εκεί που πήγαινα τραβώντας το γαϊδούρι κι έβρεχε μια δυνατή βροχή, χαλάζι, αστραπές, βροντές, γινότανε χαλασμός Κυρίου... Οι μαζεύτρες διαλυθήκανε και τρέξανε, εγώ με το γαϊδούρι φορτωμένο πήγαινα σιγά σιγά μες στη βροχή... Καμιά φορά κάνει έτσι το γαϊδούρι, γέρνει το γουμάρι, πέφτει κάτου. Πάω να το σηκώσω, τίποτα, απελπίστηκα πια σε τέτοια νεροποντή μοναχή μου, άρχισα να παρακαλιέμαι «Παναγία μου, Άγγελέ μου Άγιε», κι εφώναζα, ποιος να μ’ ακούσει...

Καμιά φορά εκεί που δερνόμουνα με το γαϊδούρι κάτω, νάσου και βλέπω εκεί στον πρίνο του Κλεάνθη που λέγανε, βλέπω, που λέτε, έναν άνθρωπο σαν παπάς ήτανε, αρχαία κάπως ντυμένος, και μου λέει «ντουρ». Αποχαυρίστηκα, γιατί είπα πως είναι Τούρκος. Μετά μου χαμογέλασε και μου είπε Ελληνικά: «Μη φοβάσαι κοπέλα μου Έλληνας είμαι, ο Ραφαήλ, να σε βοηθήσω!..». Και πιάνει το γουμάρι με το 'να χέρι και το ξαναφέρνει στη θέση του, έτσι σα να κόλλησε το σακί. «Τράβα το δρόμο σου και μη φοβάσαι». Έτσι μου είπε και σε λίγο χάθηκε. Μου φάνηκε έτσι σα μια λάμψη να έφυγε στον ουρανό...

 ο τάφος του κ Άγγελου Ράλλη

Μετά από καιρό έμαθα ότι το μέρος αυτό το λέγανε «στου Καλόγερου» κι ήτανε, λέει, στοιχειωμένο. Και πολλοί τσοπαναραίοι έχουνε ιδωμένο έναν καλόγερο να περιφέρεται και να λιβανίζει τα χαλάσματα. Μερικοί μάλιστα ακούνε καμπάνες και ψαλμωδίες. Μάλιστα κάποιος παλαιός από τη Θερμή εμολόγαγε ότι τα παλιά χρόνια εκεί το κάνανε πανηγύρι τη Λαμπροτρίτη, αλλά το απαγορέψανε οι Τούρκοι. Αυτοί δεν πλησιάζανε εκεί γιατί εφοβότανε. Μ' όλα αυτά όμως ακόμη και στις ημέρες μας πριν την απελευθέρωση στα 1912 πηγαίνανε, λέει, οι παλαιοί Χριστιανοί τη Λαμπροτρίτη και λιβανίζανε κι ανάβανε κεριά...

(Διήγηση της Χαρίκλειας Καραγεωργίου)

http://pirgithermis.blogspot.com

Η μυστική πράκτορας και ο καλόγερος............

Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα από τη ζωή του κριτικού τέχνης και αρχιμανδρίτη π. Αρσένιου Στρελτσώφ (1894-1970), πολιτικού κρατούμενου και σύγχρονου αγίου της ρωσικής γης. Περιλαμβάνεται στο Ο π. Αρσένιος, 2 – μαρτυρίες, έκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός 2004, σελ. 184-196.


«Το χρόνο εκείνο ζούσε εξόριστος σ’ ένα μικρό συνοικισμό του σιβηριανού βορρά, κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό. Έμενε στο σπίτι της Μάρθας Αντρέγιεβνα, μιας καλής και έμπιστης γυναίκας.

Την 1η Αυγούστου, ημέρα της «προόδου του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού», ήρθε κρυφά στη Μόσχα. Τον ερχομό του στην πρωτεύουσα γνώριζαν εφτά μονάχα άτομα.

[…] Τινάχτηκε. Κάποιος χτυπούσε συνθηματικά: ένα παρατεταμένο κουδούνισμα, τρία στιγμιαία, ένα παρατεταμένο, ένα στιγμιαίο.

“Ποιος να ήρθε;” αναρωτήθηκε. “Δεν περιμένω κανένα σήμερα. Τι συμβαίνει άραγε;”.

Το συνθηματικό κουδούνισμα ακούστηκε πάλι επίμονο και απαιτητικό. Ανήσυχος προχώρησε ώς την πόρτα.

“Γνωστός θα είναι για να χτυπάει έτσι. Κάτι έγινε, φαίνεται. Δεν αποκλείεται να έστειλε τηλεγράφημα η Μάρθα Αντρέγιεβνα”.

Έκανε το σταυρό του και άνοιξε.

Μια άγνωστη γυναίκα έσπρωξε την πόρτα με το πόδι και όρμησε φουριόζικα μέσα, σχεδόν τσαλαπατώντας τον. Έκλεισε γρήγορα και στάθηκε μπροστά του με μάτια ορθάνοιχτα από την ταραχή στο χέρι της κρατούσε ένα χαρτί με σφραγίδες και υπογραφές.

– Είμαι όργανο της δημόσιας ασφάλειας! Να και η βεβαίωση, κοιτάξτε… Σας παρακολουθώ από την πρώτη μέρα που ήρθατε εδώ. Τη μέρα μόνο, γιατί τη νύχτα σας παρακολουθούν άλλοι.

“Κύριε Ιησού χριστέ, Υπεραγία Θεοτόκε, βοηθήστε!” προσευχήθηκε νοερά ο π. Αρσένιος, καθώς αστραπιαία σκεφτόταν ότι στο τραπέζι είχε απλωμένα ένα σωρό γράμματα, διευθύνσεις, επιβαρυντικά στοιχεία για φίλους και συνεργάτες…

“Όλα χάθηκαν. Μεγάλο κακό θα γίνει. Θα πιάσουν πολλούς. Αλίμονο, Παναγία μου!…”.

– Καταλάβατε, νομίζω. Είμαι επιφορτισμένη με την παρακολούθησή σας. Αλλά να… Με βρήκε μια συμφορά. Η κόρη μου αρρώστησε και… Πριν από λίγο τηλεφώνησα στο σπίτι. Ο πυρετός έφτασε στους 40ο. Ο λαιμός της έχει πρηστεί εσωτερικά τόσο πολύ, ώστε δεν μπορεί ν’ αναπνεύσει. Έχει μελανιάσει, πνίγεται, σπαρταράει… Και όλα έγιναν τόσο ξαφνικά! Το πρωί, όταν έφυγα, ήταν καλά. Τώρα η μητέρα μου μού επαναλαμβάνει κλαίγοντας στο τηλέφωνο: “Η Τάνια πεθαίνει!”. Τηλεφώνησα στη διοίκηση και παρακάλεσα να με αντικαταστήσουν. Αρνήθηκαν. Δεν υπάρχει άλλος που να γνωρίζει όλα τα πρόσωπα της παρέας σας! Τι να κάνω λοιπόν; Η κορούλα μου πεθαίνει και η μητέρα μου έχει σαστίσει. Δεν μπορεί να τη βοηθήσει. Πρέπει να τρέξω αμέσως, να φωνάξω γιατρό… Πεθαίνει η Τατιάνα μου!… Σας παρακαλώ… Ο αντικαταστάτης μου θα έρθει στις 5 το απόγευμα. Σας παρακαλώ, μη φύγετε! Μείνετε εδώ ώς την ώρα εκείνη. Αν φύγετε, θα με καταστρέψετε! Και κάτι ακόμα – ζητάω πολλά, ε;… Αν σας επισκεφθεί κανείς όσο θα λείπω, να μου το πείτε. Γιατί μπορεί να είναι κάποιος από τους δικούς σας που δουλεύουν για μας. Και αν δεν αναφέρω στην υπηρεσία την επίσκεψή του, χάθηκα!… Σας παρακαλώ, μη φύγετε! Δώστε μου την υπόσχεσή σας. Οι δικοί σας λένε πως είστε καλός και βοηθάτε τους ανθρώπους…


Ο π. Αρσένιος είχε καταλάβει. Δεν χρειαζόταν ν’ ακούσει τίποτ’ άλλο. Στα μάτια της γυναίκας, άλλωστε, διάβαζε πολύ περισσότερα απ’ όσα του είχε πει.

– Πηγαίνετε στην κόρη σας, είπε ήρεμα. Δεν θα πάω πουθενά. Κι αν έρθει κανείς, θα σας το πω. Σας το υπόσχομαι.

[…] Γύρω στις 11 η ώρα χτύπησε το κουδούνι. Ήταν γι’ άλλη μια φορά –ποιος άλλος;– η Ειρήνη. Στάθηκε στη μέση του δωματίου. Ο π. Αρσένιος κάθησε στο τραπέζι.

– Ειρήνη, απόρησα πώς… Μα καθήστε, παρακαλώ!… Απόρησα, λέω, πώς αποφασίσατε να έρθετε και να μου μιλήσετε τόσο ανοιχτά. Να αποκαλύψετε σ’ έναν εχθρό σας, εχθρό του λαού ολόκληρου, ότι τον παρακολουθείτε. Και τώρα… πάλι εδώ!

– Έχετε δίκιο, αλλά χθες βρέθηκα σε απόγνωση. Η κόρη μου πάλευε με το θάνατο, καταλαβαίνετε; Τι να έκανα; Τα έπαιξα όλα για όλα. Όσο για σήμερα… Να, θέλω τόσο πολύ να συζητήσω μαζί σας. Μη με φοβάστε, δεν έχω κακό σκοπό. Πιστέψτε με… Σας παρακαλώ, πέστε μου, τι άνθρωποι είστε εσείς οι «εκκλησιαστικοί»; Γιατί σας κυνηγάνε τόσο; Όσοι δικοί σας είναι πληροφοριοδότες μας, διηγούνται πολλά για τα καλά σας έργα, την αλληλοβοήθεια, τη φιλανθρωπία σας… Κι εσάς προσωπικά σας εκθειάζουν, μόνο που είστε, λένε, φανατικός εχθρός της σοβιετικής εξουσίας, και μάλιστα αρχηγός αντισοβιετικής προπαγανδιστικής ομάδας… Λοιπόν, έχω τρεις ώρες ελεύθερες. Έλεγχος θα γίνει στις 2 μ.μ. Μιλήστε μου, σας παρακαλώ, για τον εαυτό σας και για την πίστη σας. Επιτρέψτε μου όμως να καθήσω εκεί, δίπλα στο παράθυρο, για να ρίχνω πού και πού καμιά ματιά έξω. Αν χρειαστεί, θα φύγω αμέσως».

Για την αντιγραφή: Θ.Ι. Ρηγινιώτης

http://istologio.org

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

Δύο σύγχρονα φοβερά θαύματα του Αγίου Δημητρίου στά 1906, στον τότε Πασά της Θεσαλονίκης…




Πριν λίγες μέρες ψάχνοντας στο παλιό σεντούκι τού σπιτιού μου, και σέ κάποια παραμελημένα βιβλία μου, βρήκα μια ξεχωριστή περιγραφή για δυό φοβερά θαύματα του Αγίου Δημητρίου πού είχε κάνει στα 1906 και πού ελάχιστοι σήμερα τά γνωρίζουν…

Τά βρήκα σ΄ ένα βιβλίο αυτοβιογραφίας με τίτλο « Ο Γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος, 1884 – 1980» , με 700 τόσες σελίδες, όλες ξεχωριστές και υπέροχες. Όποιος το διαβάσει δεν θα χάσει…

Τις μέρες αυτές λοιπόν πού γιορτάζουμε τον Άγιο Δημήτριο θα παραθέσω μία άγνωστη περιγραφή, απ΄ αυτές πού σήμερα ίσως και να σπανίζουν…

«….Μετά δύο ημέρας φθάσαμε εις Θεσσαλονίκην, η οποία τότε κατείχετο ύπό των Τούρκων και, επειδή εγώ άπό μικρός είχον ευλάβειαν είς τον Άγιο Δημήτριο, παρεκάλουν τον φίλον μου Νικόλαον να εξέλθωμεν του ατμόπλοιου, διά να προσκυνήσωμεν τον τάφον του Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου του Μυροβλήτου.
Εξελθόν­τες μετέβημεν και προσκυνήσαμε μετά κατανύξεως τον Τάφον του Αγίου και, επιστρέψαντες εις τι ξενοδοχείον Ελληνικόν, εμείναμεν ολόκληρον την ημέραν και το εσπέρας.

Την επομένην ητοιμάσθημεν ν’ άναχωρήσωμεν δι’ Άγιο “Ορος και μεταβάντες εις το Τελωνείον, δεν μας επέτρεψαν ν’ άναχωρήσωμεν.

Δεν θά φύγετε, μας είπον, διότι είσθε κατάσκοποι !

Τους είπομεν ότι τοιούτον τι δεν συμβαίνει και, έφ’ όσον τά διαβατήρια μας είναι επικυρωμένα άπό το Τουρκικόν Προξενείον και την Πρεσβείαν, οφείλουν να μας επιτρέψουν ν’ άναχωρήσωμεν, άλλ’ ούδεμίαν σημασίαν έδωκαν εις τους λόγους μας•

Δεν μας έφυλάκισαν, άλλα μας είχον υπό επιτήρησιν αύστηράν, και εις το ξενοδοχείον πού εμέναμεν εφύλαττον στρατιώται, και όταν εξηρχόμεθα μας παρηκολούθουν πάντοτε στρατιώται.

Έμείναμεν ούτω άρκετάς ημέρας. Τα χρήματα όλιγόστεψαν και ήρχίσαμεν να στενοχωρούμεθα. Μίαν ήμέραν λέγω εις τον φίλον μου Νικόλαον.
— Θά υπάγω εις το κονάκι να παρουσιασθώ εις τον Πασά, ίσως μας έπιτρέψη εκείνος ν’ άναχωρήσωμεν.
Την έπομένην εγερθείς λίαν πρωΐ μετέβην πρώτον είς τον Τάφον του Άγίου Δημητρίου και προσκυνήσας παρεκάλουν μετά κατανύξεως και δακρύων τον “Αγιον να μεσιτεύση προς τον Κύριον να άφεθώμεν ελεύθεροι και ύπάγωμεν εις το “Αγιον “Ορος.

Άφοϋ προσηυχήθην ίκανην ώραν και έκάθησα ολίγον να αναπαυθώ, μοι ήλθεν εις τον λογισμόν μου το μαρτύριον του ‘Αγίου Δημητρίου• πώς έλογχεύθη και απέθανε δια την άγάπην του Χριστού και την πίστιν μας την άγίαν, και πώς έδοξάσθη παρά Θεού και εν γη και εν ούρανώ και θά δοξάζεται είς τους αιώ­νας των αιώνων.

Αυτά συλλογιζόμενος μού ήλθεν επιθυμία, να ήτο τρόπος, να άπέθνησκον και εγώ διά την Όρθόδοξον Πίστιν και την άγάπην του Χριστού.
Παρεκάλουν λοιπόν τον “Αγιον Δημήτριον όχι να μεσιτεύση να άφεθώμεν ελεύθεροι, άλλα να μεσιτεύει να αξιωθώ μαρ­τυρικού τέλους. Εύρον δε και τον τρόπον προς έπιτυχίαν τού ποθούμενου.

Είπον καθ’ εαυτόν, θά υπάγω εις το κονάκι (Διοικητήριον), θά παρουσιασθώ εις τους Τούρκους με θάρρος, θά τους δώσω άφορμήν τίνα και αυτοί θά μού ειπούν τι διά τήν πίστιν μου.
Θά μαρτυρήσω την δική τους πλάνη, αυτοί ίσως μού ειπούν ν’ αρνηθώ τήν πίστιν μου και εγώ θά σταθώ γενναίος.
Θά προτιμήσω τον θάνατον και ούτως θά τύχω μαρτυρικού τέλους.
Ευθύς λοιπόν ανήλθον μετά θάρρους εις το κονάκι και περπατούσα είς ενα διάδρομον.

Κάποιος Τούρκος αξιωματικός με είδε και με ήρώτησε τί ζητώ. Τού λέγω,
—Θέλω τον Πασά.
— Και τί τον θέλεις;
—”Εχω λόγον να του πώ, απήντησα. Μού λέγει,
— Εγώ είμαι αντιπρόσωπος του Πασά, είπε μοι ελευθέρως τί θέλεις; Του λέγω-
– Αφού είσαι αντιπρόσωπος του Πασά, πές μου, δια ποίον λόγον δεν μάς αφήνετε να υπάγωμεν εις το “Αγ. “Ορος;
Μού απήντησε με αύστηρόν τρόπον,
— Δεν θα σου δώσω τον λόγον. Τού λέγω με θάρρος•
–Δεν είσθε καλοί άνθρωποι, είσθε άδικοι. Ένώ δεν πταίσαμε, ένώ δεν είμεθα κακοποιοί άνθρωποι και ένώ τα χαρτιά μας είναι εντάξει, δεν βλέπω τον λόγον, διατί να μάς εμποδίζετε και μάς στενοχωρείτε;

Τα χρήματα πού είχαμε μάς σώθηκαν, πώς θα ζήσωμεν εις άγνωστον και ξένον τόπον; Έάν σείς πηγαίνατε είς την Ελλάδα θα είσθε ευχαριστημένοι να σας εκαμνον ό,τι σεις κάμνετε εις ημάς;
Οί λόγοι ούτοι τον ήρέθισαν και έκίνησεν εις θυμον και ήρχισε να κρούη τον κώδωνα δυνατά.

Ευθύς έσυνάχθησαν 30-35 στρατιώται και αξιωματικοί, οίτινες με ήρπασαν και με έπήγαιναν εις τον Λευκόν Πΰργον.
Τίνα σκοπόν είχον δεν γνωρίζω. Πάντως ίσως διά να με φυλακίσουν, άλλ’ εγώ ποσώς δεν έδειλίασα, δεν έχασα το θάρρος μου, μόνον έλυπούμην πού δεν μοί είπόν τι διά την πίστιν μου.

“Ηλπιζα όμως ότι εκεί πού θα μέ έπήγαινον κάτι θά μου ελεγον.
Και βαδίζοντες προς την όδόν του μαρτυρίου παρεκάλουν τον “Αγιον Δημήτριον να μεσιτεύση προς Κύριον και μέ άξιώση μαρτυρικού θανάτου, εάν είναι θέλημα Του, η εάν δεν είναι να μέ λυτρώσει από τάς χείρας των άθεων, βαρβάρων, αιμοβόρων, και αγρίων Αγαρηνών.

Μόλις έπροχωρήσαμεν ολίγον, να και παρουσιάζεται ένας α­νώτερος των, όστις τους ομίλησε Τούρκικα.
Τί τους είπε δεν ήννόησα• μόνον αντελήφθην ότι τους ομίλησε μέ θυμόν και τους έδιω­ξε. Τον δε άξιωματικόν εκείνον, όστις ήτο ο αίτιος και μέ συνέλαβον, έσήκωσε τήν ράβδον του και τον έκτύπησε εις τον ώμον.
Άφοϋ δε τους έξεδίωξε μέ έπλησίασε μέ ιλαρό βλέμμα και χαϊδευτικά μέ εκτύπησεν είς τον ώμον μέ το χέρι του και μέ παρέδωκεν εις ενα στρατιώτην φρόνιμον έξ Ιωαννίνων.

Και τού έδωκεν έντολήν να μέ ύπάγη εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον «Μυκάλη», το όποιον εύρίσκετο εις τον λιμένα Θεσσαλονίκης, διά να επιστρέψω είς τήν Ελλάδα.
Μή γνωρίζοντας ποιός ήταν αυτός πού έδωσε τις διαταγές ρώτησα τον στρα­τιώτην να μοι πεί, και εκείνος μοι είπεν ότι ήτο ο ίδιος ο Πασάς.

Και διατί έκτυπησε μόνον τον ίδιαίτερόν του και τί του είπε; Τον έπέπληξεν, μοι είπεν, διότι χωρίς να του ζητήση άδειαν σέ κατεδίκασε εις θάνατον.
– Και ποϋ μέ έπήγαιναν του λέγω;
—Είς τον Λευκόν Πύργον, μοι άπεκρίθη. Σέ έπήγαιναν διά να σέ εκτελέσουν. Έκεί πηγαίνουν όσους καταδικάζουν εις θάνατον και άλλους τους οποίους κλείνουν διά ν’ αποθάνουν άπο τήν πείναν, τήν δίψαν και τήν δυσωδίαν.
Έχάρην διότι έλυτρώθην έκ των χειρών των αγρίων εκείνων Αγαρηνών, επειδή ήγνόουν έάν θά μέ έφόνευον διά τήν πίστιν μου, αλλά και έλυπήθην, διότι δεν ετυχον του μαρτυρίου. Πλην όμως το μαρτύριον πρέπει να γίνεται νομίμως, ώς λέγει ο θεοκήρυξ Απόστολος Παύλος «Έάν δε και άθλή τις, ού στεφανονται, εάν μή νομίμως αθλήσει…» (Β’ Τιμ. 2, 6).

Εις εμέ μέν ϋπήρχεν ο ζήλος και ο πόθος διά να μαρτυρήσω, αλλά δεν συνυπήρχε ο λόγος και η αιτία. Διά να μαρτυρήση τις πρέπει να ύπάρχη εύλογος α’τία. Πρέπει να είναι κατά Θεόν το μαρτυριον.
Το να θέλη τις χωρίς λόγον και άφορμήν να προκαλεί είς εαυτόν το μαρτύριον και να ρίπτη μόνος εαυτόν εις πειρασμόν είναι έπικίνδυνον.

Μετέβημεν κατόπιν είς το ξενοδοχείον, και λαβών την βαλίτσαν και τα ολίγα πράγματα μου άπεχαιρέτησα τον άγαπητόν μοι φίλον Νικόλαον…
Τον άπεχαιρέτησα και άνεχώρησα. Με συνοδεία τον καλόν ε­κείνον Τούρκο στρατιώτην έφθασα μέχρι της παραλίας, Καθ’ όδόν με έπαρηγόρει να μη στενοχωρούμαι, αλλά να έχω ύπομονήν, και φωνήσας λεμβοϋχον τίνα Έβραΐον τού είπε να μοι ύπάγη εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον.
Μοι είπεν δε να μη υπάγω άπό το Τελωνείον, διότι ίσως με καθυστερήσουν και αναχώρηση το Ατμόπλοιον και δεν προφθάσω να φύγω. ‘

Αλλά μόλις έπροχωρήσαμε ολίγον μας αντελήφθησαν εκ τού Τελωνείου και ήρχισαν να φωνάζουν να έπιστρέψωμεν. Επειδή όμως ο στρατιώτης είχεν είπει εις τον λεμβούχον ότι ο Πασάς έδωκε διαταγήν να φύγω έπροχώρει.
Βλέποντες οί τού Τελωνείου ότι δεν έπέστρεφεν ούτε έσταμάτα ήρχισαν να ρίπτουν πυροβολισμούς εις τον αέρα• και έμβάντες 10 στρατιώται εις μίαν λέμβον ηρχισαν να κωπηλατούν σπεύδοντες να μας φθάσουν. Ευτυχώς έπρόφθασα και άνήλθον εις το άτμόπλοιον, όταν αύτοι μας έπλησίασαν.
Άρχισαν να άπειλούν και να κτυποϋν τον λεμβοϋχον. “Οταν όμως τους είπεν ότι είχεν έντολήν άπό τον Πασά, τον Διοικητήν, να με ύπάγη εις το πλοΐον, τον άφήκαν.
Δεν ήτο, ώς φαίνεται, θέλημα Θεούνα υπάγω ε’ις το “Αγιον “Ορος και δια τουτο ήλθον όλα τα εμπόδια.
Όφείλω δε μεγίστην εύγνωμοσύνην εις τον προστάτην μου Μεγαλομάρτυρα Άγιο Δημήτριον, τή μεσιτεία και πρεσβεία του οποίου έσώθην άπό τον κίνδυνον τού θανάτου.

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΠΑΣΑ…

Άλλ’ επειδή δεν κατάλαβα πώς και δια ποίαν αιτίαν ο Πασάς έδειξεν τόσον ενδιαφέρον για μένα για να με σώσει, ερευνούσα αυτό να το μάθω.
Έτσι λοιπόν, έμαθα τι ακριβώς είχε συμβεί μετά δύο περίπου έτη, άπό τον φίλον μου Νικ. Μητρόπουλον, Δικηγόρον, ο όποιος μετέβη και εύρίσκετο είς το “Αγιον “Ορος.

Μεταβάς λοιπόν προς έπίσκεψίν του και προσκύνηση του Άγιωνύμου “Ορους ελαβον πληροφορίας πώς και γιατί ότι ο Πασάς με ελευθέρωσε και με έστειλε είς την Ελλάδα.

«Μετά δύο η τρεις ημέρας, μού λέγει ο δικηγόρος, της αναχωρήσεως σας εκ Θεσσαλονίκης και επιστροφής εις την Ελλάδα, καθήμενος εξω τού καφενείου τού κάτωθεν του ξενοδοχείου, ( εις το οποίο εξ αρχής είχαμε τότε μείνει φρουρούμενοι υπό στρατιωτών Τούρκων, μή τυχόν δραπετεύσουμε λάθρα), με πλησίασε και με χαιρέτησε ο Υπασπι­στής αξιωματικός τού Πασά τής Θεσσαλονίκης, παλαιός γνωστός μου, και με τον όποιον είμεθα μέλη εις την σχηματισθείσαν ΈλληνοΤουρκικήν έπιτροπήν μετά τον άτυχη ΈλληνοΤουρκικόν πόλεμον τού 1897, προς συμφωνίαν και καθορισμόν των συνόρων Ελλάδος και Τουρκίας.

Άφοϋ μείναμεν σύμφωνοι και ύπεγράψαμεν την είρήνην, άπαντα τά μέλη τής Επιτροπής, Έλληνες και Τούρκοι, μετέβημεν χαίροντες εις Κέρκυραν, εις το Άχίλειον, και έορτάσαμεν τήν ειρήνην έπι μίαν εβδομάδα.
Ό υπασπιστής του Πασά, όταν με είδε είς το καφενείον, με έγνώρισε και με ήρώτησε πώς εύρέθην εις την Θεσσαλονίκην.

Εγώ τού ανέφερα όλην την ύπόθεσιν και αμέσως έδιωξε τους στρατιώτας πού με έφύλαττον και φωνήσας άμαξηλάτην με έπηρεν εις τον οί­κον του, με περιεποιήθη και την αλλην ήμέραν έπήγαμεν όμοϋ εις τον Πασάν, εις τον όποιον με συνέστησεν ώς φίλον του και τον παρεκάλεσε να μού έπιτρέψη να μεταβώ εις “Αγιον “Ορος.

Ό Πασάς είπεν εις τον ύπασπιστήν του ότι είμαι ελεύθερος , να με συνοδεύσει μέχρι του Ατμόπλοιου και να μού παρέχει πάσαν προστασίαν και βοηθειαν και προσέθεσεν και ταύτα:
— «Ηταν και κάποιος άλλος νέος ( πού είχε συλληφθεί και ήθελε να πάει στο Άγιο Όρος ), δια τον όποίον πρωΐαν τινά, ενώ έκοιμούμην ήσύχως, εισήλθε εντός τού δωματίου μου ο “Αγιος Δημήτριος ένδεδυμένος στολήν Στρατηλάτου, φέρων μαζί και τα άρματα του, και μοι λέγει προστακτικώς και με βλέμμα αύστηρόν:
—Έγέρθητι πάραυτα, ένδύθητι, και ύπόδεσε τα σανδάλια σου και ύπαγε εις την δείνα όδόν της πόλεως να ελευθέρωσης νέον τινά δικασθέντα αδίκως και άπαγόμενον εις θάνατον υπό τού ιδιαιτέρου γραμματέως σου.
Άφοϋ δε τον ελευθερώσεις και τον λυτρώσης τού θανάτου, να τον στείλης εις το λιμάνι της Θεσσαλονίκης στο ναυλοχούν Ατμόπλοιον «Μυκάλη», το όποιον ετοιμάζεται προς άναχώρηση…

«Και σπεύσας», είπε ο Πασάς, «τον λύτρωσα εκ τού κινδύνου και τον απέστειλα εις την Ελλάδα».
Και τότε έγνώρισα ότι ο σωτήρ και ρύστης μου εκ της καταδίκης τού θανάτου μου ήτο ο Μεγαλομάρτυς Άγιος Δημήτριος ο Μυροβλήτης.
Κι΄ έτσι επαλήθευσε και η προφητεία τού Αγίου Νεκταρίου πού μού είχε πεί ότι, όπου και αν υπάγω, εις την Λογγοβάρδαν θα καταλήξω.

Έπληροφορήθην δε εκ τούτου ότι πρέπει πάντοτε να εχουμε τελείαν ύπακοήν εις τον Πνευματι­κόν μας Πατέρα, χωρίς άντιλογίες, και να ποιούμε ουχί το θέλημα το δικό μας, άλλα το θέλημα τού Πνευματικού μας Πατρός μιμούμενος τον Κύριον ημών Ίησούν Χριστόν, “Οστις ήλθεν εις τον κόσμον ούχι να ποιη το θέλημα το Ίδικόν Του, άλλα το θέλημα τού πέμψαντος Αυτόν Πατρός…
Δεύτερη σύλληψη και φυλάκιση υπό των Τούρκων…

Άναχωρήσας εξ Άγίου “Ορους και, όταν το πλοίον εφθασεν εις τον λιμένα της Θεσσαλονίκης, έκρινα καλόν να εξέλθω διά να προσκυνήσω τον τάφον του Αγίου Δημητρίου, του προστάτου μου και μετά Θεόν φύλακος και σωτήρος μου.
Έξελθών, δεν ήξεύρω πώς, πάλιν οι τουρκοι με έξέλαβον ως κατάσκοπον και με είχον υπό έπιτήρησιν αρκετάς ημέρας.

“Οταν δε απεφάσισα να φύγω και έπέρασα άπό τό Τελωνείον με συνέλαβον και με έπέρασαν άπό τρεις σειράς συρματοπλεγμάτων και με έκλεισαν εκεί.
Εΰρον δε εκεί κεκλεισμένον νεανίαν, τον όποιον ήρώτησα•
– Διά ποίον λόγον μας έκλεισαν; Και μού λέγει-
–Διά να μας φονεύσουν, και εγώ είπον
–Τί κακόν έποιήσαμεν;
–Άφησε, μού είπε, μη εξετάζεις τό γιατί…

Δεν παρήλθον ολίγα λεπτά της ώρας και κατέπλευσεν εις τον λιμένα της Θεσσαλονίκης Ατμόπλοιον έρχόμενον εκ Ρουμανίας με φορτίον πετρελαίου και αρκετούς έπιβάτας.
Μόλις όμως έφθασεν, τίς οίδε πώς και από ποίαν αίτίαν, κάποιο ντεπόζιτο πετρελαίου πήρε φωτιά, τό οποίον ακαριαίως μεταδόθηκε εις όλον τό φορτίον, και εις μίαν στιγμήν κρότοι ισχυροί ήκούοντο και φλόγες ούρανομήκεις άνεπετάσσοντο.

Η Θεσσαλονίκη έγένετο ανάστατος !
Χιλιάδες ανθρώπων κατήλθον εις τήν παραλίαν, άλλοι διά να δούν και άλλοι να σώσουν τους κινδυνεύοντας έπιβάτας με τάς λέμβους και τά πλοία. Έφυγον δε και όλοι οί φύλακες άπό τό Τελωνείο.

Τήν στιγμήν έκείνην ο νεανίας εκείνος έξαγαγών ψαλίδιον έκ της τσέπης του εκοψεν τα σύρματα, και λαβών με εκ της χειρός εξήγαγε έξω της φυλακής.
Έπειτα πληρώσας Εβραίον τίνα λεμβούχον τού είπεν να μας ύπάγη εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον, το όποιον εύρίσκετο έξω του λιμένος.
Ένω ήτοιμαζόμεθα να είσέλθωμεν εις την λέμβον, ήλθεν ο στρατιώτης εκείνος πού με έκλεισεν εις τα συρματοπλέγματα να με συλλάβει, άλλ’ ο νεανίας εκείνος, όστις με εξήγαγε, του έδωκεν ράπισμα και έφυγε…

Άνήλθομεν εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον και έγώ έφρόντισα να τοποθετήσω τα πράγματα μου, άφού δε τα έτοποθέτησα, έστράφην δια να εύρω τον νεανίαν εκείνον, τον σωτήρα μου, να τον ευχαριστήσω και να τον ερωτήσω ποίος και άπό πού ήταν.
Αλλά πουθενά δεν τον εύρον.

Ερωτήσας σχεδόν πάντας τους έπιβάτας και τους του Ατμόπλοιου αντελήφθην ότι ουδείς είδεν αυτόν, ούτε να εισέλθη εις το πλοϊον ούτε να έξέλθη.
Ποιος ήταν και τί έγένετο ο Θεός γνωρίζει !

Εγώ τούτο μόνον γνωρίζω, ότι μετά πάροδον αρκετών ετών, ότε ήλευθερώθη η Θεσσαλονίκη και επήγα και έλειτούργησα και έκήρυξα τον λόγον του Θεού εις τον Ναόν του Άγίου Δημητρίου και είδον την εικόνα του Αγίου άνεμνήσθην ότι ο νεανίας εκείνος πού με ελευθέρωσε της φυλακής και με οδήγησεν εις το Ατμόπλοιον είχεν μεγάλην ομοιότητα με την εικόνα του Άγίου Δημητρίου της Θεσσαλονίκης !

http://proskynitis.blogspot.gr/

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2015

Ο ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

-->
«Θαύμα 8.
Περί της προνοίας του μεγαλομάρτυρος στον καιρό της πείνας. Το επεισόδιο αυτό δεν είναι εντελώς πρόσφατο, αλλ’ όχι και πολύ παλαιό, αφού ο ομιλητής έχει γι’ αυτό πολλούς συνομήλικους μάρτυρες· “της αληθείας έχων έτι μάρτυρας συνήλικας πολλούς”. Πρόκειται για την εποχή της πείνας που επικράτησε μετά την αβαροσλαβική επιδρομή το φθινόπωρο του 597. Λόγω της φήμης ότι η Θεσσαλονίκη εκυριεύθηκε από τους βαρβάρους, κανένα πλοίο δεν προσήγγιζε έμφορτο στο λιμάνι της. Τότε ο άγιος Δημήτριος εμφανίσθηκε με το σχήμα που ζωγραφίζεται (βέβαια τότε) σ’ έναν πλοίαρχο ευρισκόμενο στη Χίο, έτοιμον να πλεύση προς τη Θεσσαλονίκη, κατέβηκε από τη γέφυρα του πλοίου και βαδίζοντας επί των υδάτων έδειχνε στον πλοίαρχο την πορεία πλεύσεως, ενώ ο τελευταίος, ονομαζόμενος Στέφανος, ειδοποίησε όλα τα συναντώμενα κατά την πορεία πλοία να πλέουν στη Θεσσαλονίκη, η οποία με τη βοήθεια του Θεού και του αθλοφόρου πολιούχου της απαλλάχθηκε από το φάσμα της πείνας».

Π. Κ. ΧΡΗΣΤΟΥ, Η Γραμματεία των Δημητρείων Α΄. Διηγήσεις περί των θαυμάτων του αγίου Δημητρίου, εκδ. Κέντρον Αγιολογικών Μελετών Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1993, 32-33

Ευχαριστούμε το φίλο Θανάση Καλαμάτα.
Phd Θεολόγο.

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης


Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2015

Αρχιμ. Ανανίας Κουστένης, Άγιος Πολύευκτος


Έζησε τον 3ο αιώνα, στα χρόνια του Δεκίου και του Βαλεριανού. στην Αρμενία.

 Ήταν στρατιωτικός στη Μελιτηνή της Αρμενίας. Κι όταν οι αυτοκράτορες, αυτοί που αναφέραμε, έβγαλαν διάταγμα εναντίον των χριστιανών κι έλεγε: «Όσοι είναι χριστιανοί ν’ αλλάξουν αμέσως, αλλιώς θα τους θανατώσουμε».

 Ο Πολύευκτος, που υπηρετούσε στον ρωμαϊκό στρατό, έκανε τη θητεία του, όταν το άκουσε αυτό, τρέχει αυτόκλητος στον άρχοντα των Ρωμαίων και του λέγει: «Εγώ είμαι χριστιανός. Κι ό,τι κι αν λέτε σεις κι ό,τι κι αν κάνετε, εγώ δεν πρόκειται ν’ αλλάξω με τίποτε. Δεν πρόκειται ν’ αλλάξω». Πήγε κι από κοντά κι ο πεθερός του.

Και προσπαθούσε με επιχειρήματα να τον πείσει να μη μαρτυρήσει. «Κάθισε αδελφέ. Ας το. Ας είσαι χριστιανός μυστικά. Δεν σου είπε κανείς ν’ αλλάξεις. Και φανερά πες ό,τι θέλει ο αυτοκράτορας. Μη χάσεις τη θέση σου, μη χάσεις τη ζωή σου. Μη σε χάσομε κι εμείς.» Κι από κοντά και η γυναίκα του, με κλάματα και θρήνους. Συγκινήθηκε ο Πολύευκτος. Συγκλονίστηκε πολύ. Αλλά δεν άλλαξε. Ήταν μαζί του κι ένας μάρτυρας, ο Νέαρχος, φίλος του, που τον στήριζε. Και του λέει: «Νέαρχε, εγώ τον Χριστό δεν Τον αλλάζω με τίποτε. Ό,τι κι αν λένε όλοι.

 Κι οι αυτοκράτορες και οι συγγενείς μου και οι θρήνοι και τα κλάματα της γυναίκας μου, και τα παρακάλια και τα λογικά επιχειρήματα του πεθερού μου, εγώ δεν αλλάζω με τίποτε. Ο Χριστός μου είναι ό,τι πολύτιμο έχω και Τον ευχαριστώ, που με ενισχύει. Και θέλω, Χριστέ μου, να δώσω και το αίμα μου για Σένα. Αυτό είναι το λιγότερο, σ’ αυτό που έκανες Εσύ κι έδωσες το αίμα Σου για όλους μας. Και μας προσφέρεις τα καλά Σου. Και τα επίγεια και τα επουράνια.» Κι αφού είδαν εκεί ότι δεν αλλάζει, οι άρχοντες οι Ρωμαίοι τον υπέβαλαν στα πιο φρικτά και μεγάλα βασανιστήρια. Έχει ωραία δοξαστικά η εορτή, που ακριβώς αναφέρονται στην αντρειοσύνη, στο μεγαλείο, στην υπομονή και στην ομολογία και στην αντοχή του αγίου μεγαλομάρτυρα Πολύευκτου του εν Αρμενία.

 Είναι ο πρώτος μάρτυρας που μαρτύρησε στην Αρμενία. Ο άγιος Πολύευκτος. Πολύς και ευχές.

Κι όταν προσευχόμαστε, γινόμεθα κι εμείς πο­λύευκτοι. Είμαστε πολύευκτοι. Και στο τέλος, αφού εκείνος δεν άλλαζε με τίποτα και υπέστη όλα τα βασανιστήρια και έλαμπε ευχόμενος. Πολύευκτος όνομα και πράγμα. Διέταξε εκεί ο τύραννος τους δημίους να τον αποκεφαλίσουν. Κι εκείνος λέει: «Χριστέ μου, Σε υπερευχαριστώ, που μ’ αξιώνεις να χύσω το αίμα μου για Σένα.» Και άθλησε και έλαμψε εκεί στην Αρμενία, στη Μελιτηνή. Και ύστερα οι χριστιανοί πήραν το πολύαθλο σώμα, το έθαψαν και πάνω στον τάφο έφτιαξαν ναό, που περιέλαβε και τον τάφο του. Και κάθε χρόνο, στις 9 Ιανουαρίου, έκαναν σύναξη και τιμούσαν τον μεγαλομάρτυρα Πολύευκτο.

Κι έκανε θαύματα και εμφανιζόταν σε πολλούς και τους βοηθούσε και σκέπαζε και την περιοχή. Αλήθεια, όλη η οικουμένη, και περισσότερο τα μέρη της τότε ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, έχει τη μέγιστη ευλογία να φιλοξενεί στα σπλάχνα της και να έχει τάφους και λείψανα μαρτύρων και αγίων και ασκητών, Τους έχομε μαζί μας. Οι ψυχές τους πήγαν στον Κύριο. Τα ιερά τους λείψανα, τα υπόλοιπα, δηλαδή, της οντότητάς τους, έμειναν εδώ. Και τα έχομε για ευλογία.

Κι ο αγιασμός πέρασε σε όλη τους την ύπαρξη. Και τα ιερά οστέα τους, όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος, αναδίδουν τη χάρη του Χριστού και τη δύναμη και τη θαυματουργική του δράση.

 (Αρχ. Ανανία Κουστένη, «Χειμερινό Συναξάρι» -τ. Α΄, εκδ. Ακτή) Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

http://blogs.sch.gr/kantonopou

Οι σύντροφοι του Γέρο-Τρύφωνα................


Κάποτε ο ευλαβέστατος Γέρο-Ίωάσαφ από τον γνωστό Αγιογραφικό Οίκο των Ίωασαφαίων στο Άγιον Όρος, ο Πάππους, είχε φιλο­ξενήσει στο κελλί του μερικούς λαϊκούς, φυσικά με την Άβραμιαία φιλοξενία, πού διακρίνει τους Μοναχούς. Δυστυχώς εκείνοι, ενώ καλοπέρασαν, σκανδαλίστηκαν μετά, γιατί νόμιζαν ότι καλοπερ­νούν οι Καλόγεροι- ενώ εκείνος ζούσε απλά και καλογερικά .Επειδή όμως ήταν δύσκολο να το καταλάβουν αυτό οι κοσμικοί, θεώρησε καλό ο Γέρο-Ίωάσαφ να τους γυρίσει στα Καλύβια της Καψάλας, για να ωφεληθούν με άλλον τρόπο, μια που δεν είχαν καλούς λογισμούς. Αφού επισκέφθηκαν μερικούς Ασκητές και έμειναν έκπληκτοι οι λαϊκοί, τους πέρασε και από το Ασκητήριο του Γέρο-Τρύφωνα. Όταν είδαν το Γεροντάκι μέσα σ' εκείνη την εγκατάλειψη, τα έχασαν. Ό ταπεινόφρων Γέρο-Ίωάσαφ τους είπε:

- Εγώ πού έχω γνωριμίες με ανθρώπους, δεν έχω ούτε αύτη την
χαρά, πού έχει ο Γέρο-Τρύφων, αλλά ούτε και την γνωριμία, πού έχει
ο Γέροντας με τα άγρια ζώα και τα πουλιά του ουρανού, πού του
κάνουν συντροφιά. Για να βεβαιωθείτε, θα φωνάξω εγώ πρώτα.

και φώναξε για να μαζευτούν τα πουλιά. Άλλα τίποτα! Μετά από λίγο έκανε την εμφάνιση του και ο Γέρο-Τρύφων με ένα σταμνί στα χέρια, για να τους προσφέρει λίγο νερό.

- Τι τόπος είναι αυτός, Γέρο-Τρύφωνα; του λέει ο Γερο-Ιωάσαφ.
Δεν έχει ούτε ένα πουλί!

- Μπρε, πώς δεν έχει πουλιά, απάντησε με όλη την απλότητα ο
Γέροντας.

Σηκώνει λοιπόν το κεφάλι του προς τον ουρανό, βάζει τα χέρια του στο στόμα και φωνάζει. Αμέσως γέμισε ο τόπος από διάφορα πουλιά, πού τον τριγύριζαν. Άλλα κάθονταν στους ώμους του και άλλα επάνω στην σκούφια του. Πετούσαν, τιτίβιζαν χαρούμενα, κουνούσαν τα κεφαλάκια τους και τις ουρές τους πέρα δώθε.

Θαύμασαν οι επισκέπτες και έφυγαν ωφελημένοι πνευματικά, δοξάζοντας τον Θεό.


http://apantaortodoxias.blogspot.com

Ο χρόνος και ο κόσμος της φθοράς – ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ



Η πιο φοβερή και η πιο ανεξιχνίαστη δύναμη στον κόσμο είναι ο Χρόνος, ο Καιρός. Καλά-καλά τι είναι αυτή η δύναμη δεν το ξέρει κανένας, κι όσοι θελήσανε να την προσδιορίσουνε, μάταια πασκίσανε. Το μυστήριο του Χρόνου απόμεινε ακατανόητο, κι ας μας φαίνεται τόσο φυσικός αυτός ο Χρόνος. Τον ίδιο τον Χρόνο δε μπορούμε να τον καταλάβουμε τι είναι, αλλά τον νοιώθουμε μοναχά από την ενέργεια που κάνει, από τα σημάδια που αφήνει πάνω στην πλάση. Η μυστηριώδης πνοή του όλα τ’ αλλάζει. Δεν απομένει τίποτα σταθερό, ακόμα κι όσα φαίνονται σταθερά κι αιώνια. Μια αδιάκοπη κίνηση στριφογυρίζει όλα τα πάντα, μέρα-νύχτα, κι αυτή την άπιαστη και κρυφή κίνηση δε μπορεί να τη σταματήσει καμμιά δύναμη. Τούτο το πράγμα που το λέμε Χρόνο, το έχουμε συνηθίσει, είμαστε έξοικειωμενοι μαζί του, αλλιώς θα μας έπιανε τρόμος, αν είμαστε σε θέση να νοιώσουμε καλά τι είναι και τι κάνει. Όπως είπαμε, δουλεύει μέρα-νύχτα, αιώνες αιώνων, αδιάκοπα, βουβά, κρυφά, κι όλα τ’ αλλάζει με μία καταχθόνια δύναμη, άπιαστος, αόρατος, ανυπάκουος, τόσο, που να τον ξεχνά κανένας και να θαρρεί πως δεν υπάρχει, αυτός που είναι το μόνο πράγμα που υπάρχει και που δε μπορεί η διάνοιά μας, με κανέναν τρόπο, να καταλάβει πως κάποτε δεν θα υπάρχει, πως θα καταστραφεί, πως θα λείψει. Πως, αφού αυτό το «κάποτε» είναι ο ίδιος ο Χρόνος; Πώς μπορεί να φανταστεί κανένας πως κάποτε θα πάψει να υπάρχει αυτό το ίδιο το «κάποτε»;

Αν λείψει ο Χρόνος θα λείψουνε όλα τα πάντα. Αυτός τα γεννά, κι αυτός πάλι τα λυώνει, τα κάνει θρύψαλα, και τα εξαφανίζει. Γι αυτό οι αρχαίοι Έλληνες λέγανε στη Μυθολογία τους πώς ο Κρόνος, δηλαδή ο Χρόνος, έτρωγε τα παιδιά του. Γέννηση, μεγάλωμα, φθορά και θάνατος είναι τ ακατάπαυστα έργα του. Ενώ βρίσκεται γύρω μας, απάνω μας, μέσα μας, δεν τον νοιώθουμε ολότελα, αυτόν τον ακατανόητο άρχοντά μας, αυτόν πού είναι φίλος κ εχθρός μας, γιατί αυτός μάς φέρνει όλα τα καλά πού μάς χαροποιούνε, κι όλα τα κακά πού μάς πικραίνουνε. Μάς δίνει τη γέννηση, τη γλυκειά λέξη της ζωής, τη χαρά της νιότης, τη δύναμη της αντρείας, μάς δωρίζει παιδιά, εγγόνια, έργα λαμπρά πού μάς ξεγελούνε, κάθε λογής ευχαρίστηση κι ανάπαψη. Και πάλι, ο ίδιος μάς δίνει τις στενοχώριες, τις θλίψεις, τους πόνους, τις αρρώστειες, το απίστευτο άλλαγμα και χάλασμα του κορμιού μας και των έργων, πού κοπιάσαμε να τα κάνουμε, και στο τέλος μας ποτίζει το φαρμάκι από το ίδιο ποτήρι πού μάς πότισε το γλυκό κρασί της χαράς, δίνοντάς μας τον θάνατο, σ εμάς και στους δικούς μας.

Ω! ποιός θα πιάσει αυτόν τον κλέφτη, που μέρα-νύχτα, χειμώνα καλοκαίρι, την ώρα που κοιμόμαστε και την ώρα που είμαστε ξυπνητοί, αδιάκοπα, χωρίς να σταματήσει μήτε όσο ανοιγοκλείνει το μάτι μας, τριγυρίζει παντού, ολόγυρά μας, μέσα μας, στο φως και στο σκοτάδι, μπαίνει σε κάθε μέρος, στον ουρανό που γυρίζουνε τ’ άστρα και στα καταχθόνια, σε κάθε στεριά και σε κάθε θάλασσα, σε κάθε τρύπα, σε κάθε ζωντανό κι άψυχο, σε κάθε αρμό του βράχου, σε κάθε καρδιά, κι όλα τα παλιώνει, τα τρίβει σαν τη μυλόπετρα, τα κάνει σκόνη· και πάλι από την άλλη μεριά ο ίδιος φτιάνει κάθε λογής κτίσμα και κάθε πλάσμα, κάθε κορμί, κάθε τι που υπάρχει σε τούτον τον κόσμο!

Όπως λοιπόν όλα τα πάντα, έτσι κι εμείς οι άνθρωποι είμαστε παίγνια στα χέρια αυτού του ακαταμάχητου γίγαντα, που είναι μαζί ευεργέτης μας και τύραννός μας. Και δεχόμαστε το ποτήρι που μας κερνά με το να χέρι του και που ναι γεμάτο γλυκό κρασί, και πίνουμε, και τ’ άλλο ποτήρι που κρατά στ’ άλλο χέρι του και που έχει μέσα το πικρό φαρμάκι. Τι είναι λοιπόν αυτό το σκληρό παιχνίδι πού παίζει μ’ εμάς αυτό το τέρας, που δεν έχει μήτε μορφή, μήτε φωνή, μήτε τίποτα απ’ ό,τι έχουνε όσα πλάσματα γεννά και σκοτώνει, και που το παίζει δίχως να γελά, μήτε να κλαίει, αδιάφορος κι ανέκφραστος, κρύος σαν φάντασμα, αυτός ο ίδιος που ανάβει τη φλόγα της ζωής;

Αλλοίμονο! Αυτή την άσπλαχνη μυλόπετρα που τ’ αλέθει όλα στον κόσμο, τη γιορτάζουμε κάθε πρωτοχρονιά, και τη φχαριστούμε για όσα μας έκανε πρίν, και για όσα θα μας κάνει ύστερα, για τα πολλά κακά που θα πάθουμε απ’ αυτή, κοντά στα λίγα καλά που θα μας φέρει και που θα μας τα πάρει βιαστικά. Εμείς είμαστε σαν τους δυστυχισμένους κατάδικους που καλοπιάνουνε τον δήμιό τους, σαν τους μονομάχους της Ρώμης που χαιρετούσανε τον Καίσαρα, πριν να σφάξει ο ένας τον άλλον, κράζοντάς του: «Χαίρε, ω Καίσαρ, οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούνε»! Έτσι, κ εμείς, χαιρετάμε τον καινούριο Χρόνο που θα μας πάει πιο κοντά στο στόμα του για να μας φάγει, και χοροπηδάμε και τραγουδάμε οι δύστυχοι, σαν τα σαλιγκάρια του Αισώπου, την ώρα που ψηνόντανε.

Τούτος ο υλικός κόσμος είναι το βασίλειο του Χρόνου, που τον κάνει ν’ ανθίζει και να μαραίνεται αδιάκοπα. Η φθορά είναι ο σκληρός νόμος που έβαλε απάνω του τούτος ο τύραννος. Μ’ αυτή την άσπαστη αλυσίδα βαστά και τον άνθρωπο, σκλάβο ανήμπορον κάτω από τα πόδια του.

Μόνο μία ελπίδα υπάρχει γι αυτόν, να γλυτώσει από τη φθορά: ο Χριστός, ο λυτρωτής, ο καθαιρέτης της φθοράς. Εκείνος που πάτησε τον θάνατο και που είπε: «ο πιστεύων εις εμέ καν αποθάνη ζήσεται. Εγώ ειμι ο άρτος ο ζών, ο εκ του ουρανού καταβάς. Εάν τις φάγη εκ τούτου του άρτου, ζήσεται εις τον αιώνα»!


Ιησούς Χριστός ο Φωτοδότης (εικόνα του Φ. Κόντογλου)

Ο απόστολος Παύλος, ο κλειδοκράτορας του μυστικού κόσμου, λέγει: «Η κτίσις υποτάχθηκε στη ματαιότητα, άθελά της, με την ελπίδα πως κι αυτή η κτίση θα λευτερωθεί από τη σκλαβιά της φθοράς, στην ελευθερία της δόξας των τέκνων του Θεού. Γιατί γνωρίζουμε, πως όλη η κτίση αναστενάζει και πονά μαζί μας ως τώρα. Κι όχι μοναχά η κτίση, αλλά κι εμείς οι ίδιοι που έχουμε το Άγιο Πνεύμα μέσα μας, αναστενάζουμε, περιμένοντας την υιοθεσία (δηλ. να γίνουμε τέκνα του Θεού), ήγουν να λυτρωθεί το σώμα μας από τη φθορά». Κι αλλού λέγει: «Αν κατοικεί μέσα σας το Πνεύμα Εκείνου που ανάστησε τον Ιησού, Αυτός που ανάστησε τον Χριστό από τους νεκρούς, θα ζωοποιήσει τα θνητά σώματά σας με το άγιον Πνεύμα, που κατοικεί μέσα σας».

Ναι. Μοναχά ο Χριστός, που είναι ο Λόγος του Πατρός και που πήρε απ Αυτόν κάθε εξουσία, θα δώσει την αφθαρσία στους αγαπημένους του, καταργώντας και τον χρόνο και τον τόπο της ύλης, από τον κόσμο της φθοράς. Να, τι λέγει ο άγιος Πέτρος γι αυτή την αλλαγή: «Ήξει δε η ημέρα Κυρίου ως κλέπτης εν νυκτί, εν η ουρανοί ροιζηδόν παρελεύσονται, στοιχεία δε καυσούμενα λυθήσονται, και γη και τα εν αυτή έργα κατακαήσεται».


Και στην Αποκάλυψη είναι γραμμένα τα παρακάτω λόγια για τον καινούριο κόσμο της παλιγγενεσίας: «Και νυξ ουκ έσται εκεί, και χρείαν ουκ έχουσι λύχνου και φωτός ηλίου, ότι Κύριος ο Θεός φωτιεί αυτούς, και βασιλεύσουσιν εις τους αιώνας των αιώνων».

http://vatopaidi.wordpress.com/

Οι γενιές που θρέφουν αγίους

-->



ΤΟΥ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ,
ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

Μα εκείνο που ομόρφαινε τα βράδια τα νησιά μας ήταν οί λεγόμενες βεγγέρες. Οι νύχτες στο σκοτεινό χωρίο το χειμώνα ήταν ατέλειωτες και οι λάμπες με το 5 νούμερο γυαλί λίγο φέγγανε στο εσωτερικό του σπιτιού. Κι αυτές ήταν πάντα χαμηλωμένες, να μην κάψουν πολύ πετρέλαιο. Οικονομία παντού. Στο νερό, στα ξύλα, στο φαγητό, στα ρούχα. Πιο παλιά μήτε λάμπες δεν υπήρχαν. Ό βενετσιάνικος λύχνος έφεγγε στη μάννα να εργοχειρήση. Εκεί, μπροστά στη βενετσιάνικη λουσέρνα, όπως την έλεγαν, συναγμένοι παππούδες, γονείς και παιδιά, διάβαζαν τα συναξάρια των Αγίων, αφηγούνταν θαύματα, θαλασσινές περιπέτειες, τυραγνίες του γένους μας, πειρατικές επιδρομές στο νησί μας, όπως τίς άκουσαν από τους παλιούς.

Κι ήταν όλα μυσταγωγία για μας τα παιδιά. Από μικρός άκουγα το βίο του άγιου Ιωάννου του Καλυβίτου, τους πειρασμούς του Μεγάλου Αντωνίου, τα μαρτύρια της Αγίας Βαρβάρας. Έτσι το πρωί, αν ζητούσα κάτι άλλο, έκτος από το παρατιθέμενο, για φαγητό, ή γιαγιά: -Δεν άκουσες, παιδί μου, πόσα υπέφερε ή αγία για την αγάπη του Χριστού, κι εμείς λίγη νηστεία δε θα κρατήσουμε; Κι έτσι όχι μόνο νηστεύαμε, αλλά ποθούσαμε τη νηστεία. Μ' αυτό τον τρόπο οί απέραντες νύχτες του χειμώνα γινότανε οί ωραιότερες ώρες της ζωής. Με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση μνημονεύω όλους αυτούς που συγκροτούσανε αυτή την πνευματική πανδαισία και τους θυμάμαι έναν - έναν και τα ονόματα και τίς φυσιογνωμίες τους, αν και πέρασαν πολλά χρόνια από τότε.

Ίσως επεκτείνω το κείμενο πέραν του δέοντος, αλλά θεωρώ τον εαυτό μου χρεώστη απέναντι στις ταπεινές αυτές ψυχές, που πολλές φορές διηγούνταν κάποια διήγηση ως κομμάτι αναπόσπαστο από τον εαυτό τους. Σαν να είναι ή ίδια ή ζωή τους. Άλλωστε όλα αυτά τα θαυμάσια παραμένουν ακατάγραφα και με την πάροδο του χρόνου και τη σημερινή ψυχρότητα και αδιαφορία, σίγουρα θα λησμονηθούνε από τους επιγόνους.

Ή γριά Στυλιανή, που 'χε υπό τη φροντίδα της το δισυπόστατο ναό του Αγίου Σπυρίδωνα, διακρινόταν για την ευλάβεια της, τη σοβαρότητα και τη σεμνότητα του ήθους της. Είχε ζήσει για χρόνια στην ξενιτιά, μα τίποτα δεν είχε αλλάξει πάνω της, μήτε ή κόμμωση, μήτε ή ενδυμασία. παλιακιά γυναίκα και στην εμφάνιση και στους τρόπους. Πολλά χρόνια χήρα, μύριζε λιβάνι και κερί. Στις βεγγέρες είχε το δικό της λόγο, που δεν τον άκουσε, αλλά τον έζησε.
Διηγείτο λοιπόν: Την εποχή που ή ελονοσία μάστιζε τον κόσμο, βγήκα μια φεγγαρόλουστη νύχτα προς νερού μου. Βλέπω μπρος στα χαλάσματα του σπιτιού μας γέροντα με ψάθινο σκουφάκι να μαζεύει σκουπίδια και κάθε άχρηστο και βρώμικο πράγμα. Τον πλησίασα και σεβαστικά τον ρώτησα: «-Τι κάνεις αυτού, Γέροντα;». Και μου αποκρίθηκε: «-Καθαρίζω τον τόπο, γιατί όλοι θα απολεστείτε από τη βρομισιά. Πες στον πρόεδρο, στα στάσιμα νερά να φυτέψει ευκαλύπτους, να καθαρίση το χωριό και να ρίξει παντού άφθονο ασβέστη». «-Ποιος είσαι συ, που τόσο πολύ μας αγαπάς, που και τη νύχτα εργάζεσαι για τη ζωή μας»; «-Είμαι αυτός που φροντίζεις και κάθε απόβραδο μου ανάβεις το καντήλι. Γείτονας σαν είμαι και δε με γνωρίζεις;». Κι έγινε άφαντος. Πράγματι ή κυρά Στυλιανή είπε στον πρόεδρο ότι της συνέστησε ό Άγιος Σπυρίδων. Πολλοί από τους ευκαλύπτους υπάρχουν και σήμερα εις μαρτύριο του θαύματος του Αγίου.

Ή οσιότατη Γερόντισσα Παρθενία Άνδρομανάκου κατέθετε την πνευματική της παρηγοριά: Όταν μόναζα στη Μονή του Χριστού ένα μεγάλο πρόβλημα με απασχολούσε. Δεν ήθελα να προχωρήσω, χωρίς να λάβω πληροφορία. Πήγα στον τάφο του οσίου Αρσενίου. άφησα την- καρδιά μου να ξεχειλίσει και τα μάτια μου να λούσουνε την πλάκα του τάφου του. Στο τέλος της δέησης μου πρόσθεσα, όπως πάντοτε: «-Δι' ευχών του οσίου πατρός ημών Αρσενίου». Ευθύς άκουσα φωνή από τον τάφο: «-Αμήν, Παρθενία μου».

Και συνεχίζει ή Γερόντισσα: Ηκουσα πως στο Αγιον Όρος στις αγρυπνίες κουνούν τους πολυελέους και τα καντήλια, για να έρθει χαρά και από το ουρανό. Στο δικό μας ταπεινό ησυχαστήριο δεν τα σείουμε εμείς, αλλά ό όσιος Φιλόθεος ό Αθωνίτης. Ψαλλάμε αγρυπνία στη γιορτή του οσίου με την αδελφή μου Αναστασία μοναχή, τη χήρα Γαρυφαλιώ Τριπολιτσιώτη και τον ανιψιό μου Μανόλη. Τα πάντα τα είχαμε κλειδωμένα, γιατί ό τόπος είναι έρημος. "Έβαλα στο νου -μου να ψάλουμε και λίγους στίχους από τα Ανοιξαντάρια, όπως τα έμαθα από τη μακαρίτισσα μεγάλη Γερόντισσα Παρθενία Μάνδηλα. Ευθύς ως άρχισα, είδα το καντήλι του οσίου να κινητοί ρυθμικά μέχρι το τέλος της αγρυπνίας. Λέγω στους άλλους: «-Βλέπετε ό όσιος χαίρεται με την αγρυπνία μας, δέχεται τη δέηση μας». Ταις αυτού αγίαις πρεσβείαις ελέησαν ημάς.


ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΝΔΡΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ
ΑΝΑΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ

Κανείς δεν περνούσε μπροστά από Εκκλησία, χωρίς να σταυροκοπηθεί.
Είδα ανθρώπους, μπορώ να πω αχρήστους, το πρωί που περιδιάβαιναν τις Εκκλησιές, για να φτάσουν στη δουλειά τους, να κάνουν συνέχεια το σταυρό τους. Ήτανε το χωριό μικρό μοναστήρι, που στοιχιζότανε, όχι μόνο στις γιορτές αλλά και στην καθημερινή ζωή, στου μεγάλου Μοναστηριού την ακρίβεια. Έφερε μια κόρη τη μάννα της τη Μ. Παρασκευή να προσκύνηση το Σταυρό. Κι άρχισε ή γιαγιά να ζήτα να προσκύνηση όλες τις εικόνες. Νευρικά ή κόρη της προσπάθησε να την αποτρέψει κι ή γριά μάννα της απάντησε, με λόγια που ποτέ δε θα ξεχάσω: -Εγώ, παιδί μου, που ήρθα στην Εκκλησία σήμερα, δεν είμαι ούτε παπάς να λειτουργήσω, ούτε ψάλτης να ψάλω. Κεριά θ' ανάψω και τις εικόνες θα καταφιλήσω. Ή ζωή του νησιώτη μπορεί να ήταν περιπετειώδης, ριψοκίνδυνη με τα καράβια, τα ταξίδια και τους άπειρους κινδύνους της θάλασσας, αλλ' ήταν θεοφοβούμενος και μπορούσε να λέει το «Ήμαρτον, αλλ' ουκ απέστην από σου, Κύριε». Μου έλεγε ένας σύγχρονος νησιώτης: -Ό πατέρας μου ήτανε πολύ καλός, αλλά είχε ένα μεγάλο ελάττωμα, ήταν πολύ θεοφοβούμενος.
Είχαμε ανθρώπους που διάβαζαν τρία Καθίσματα του Ψαλτηρίου την ημέρα, όπως στα Μοναστήρια, και άλλους να δανείζουν βιβλία μεταξύ τους, όπως οί Βίοι των Αγίων, ή Αμαρτωλών Σωτηρία, ή Αποστολική Σαγήνη. Και για την Αγία Επιστολή και τον Αγαθάγγελο λόγος να μη γίνεται.

Ό νησιώτης ήταν βιαστής μεγάλος. Αυτό τον βοηθούσε να κρατά αξιοπρέπεια και να μην απλώνει εύκολα το χέρι να λαβή. Είδα ενενηκοντούτης, πριν βγει ή αγροτική σύνταξη, να σκάβει το αμπέλι του καθισμένος σε σκαμνί. -Τι κάνεις εκεί, μπάρμπα; -Προσπαθώ να καλλιεργήσω τον αμπελώνα μου, γιατί δεν έχω άλλον πόρο εκτός από το κρασί. Είδα μοναχό πέρα από τα ενενήντα να βάζει βία στη διακονία του Μοναστηρίου κι θαύμασα τον άνθρωπο που έχει βία διηνεκή, κατά τον όσιο Ιωάννη το Σιναΐτη.

Τα ήθη ήταν αυστηρά. Το ξεγλίστρημα δύσκολο, γιατί υπήρχαν φύλακες άγρυπνοι. Ή Εκκλησία ανυποχώρητη στα χοντρά λάθη. Ενθυμούμαι, κάποτε κοιμήθηκε ο πατέρας μιας γυναίκας, που εγκατέλειψε τη συζυγική στέγη και τα παιδιά της και συζούσε παράνομα. Όταν πήγαμε με τον παπα να σηκώσουμε το νεκρό, ό παπάς ζήτησε να βγει έξω από το σπίτι ή μοιχαλίδα, για να εισέλθει ό Σταυρός, τον όποιο κρατούσα και εξήλθε χωρίς άλλη κουβέντα. Της επέτρεψε ν' ακολουθήσει την εκφορά από μακριά κι όχι κοντά στο φέρετρο, όπως συνηθιζόταν, και της απαγόρεψε να είσέλθη στο ναό την ώρα της νεκρώσιμης Ακολουθίας. Στα εννιάμερα έφερε να διαβαστούνε κόλλυβα του πατέρα της. Ήταν ώρα Εσπερινού, παραμονή Θεοφανίων, και δεν έμπαινε στην Εκκλησία παρά το δριμύ ψύχος. Όταν τέλειωσε, βγήκα έξω και της λέγω: -Δεν κρυώνεις να μπεις μέσα; -Δεν κάνει, παιδί μου, πάρε τα κόλλυβα και δός τα στον παπα να τα διάβαση. Αχ, αυτή ή ελαστικότητα της Εκκλησίας σήμερα, καθόλου δεν βοήθα τον κόσμο.
Διαζύγια ένα-δύο άκουσα στα παιδικά μου χρόνια. Τώρα οί περισσότεροι γάμοι δε χρονίζουν. Υπήρχαν οικογένειες που ήταν Εκκλησιές, πιο αυστηρές από τα Μοναστήρια. Κατ' αρχήν σέβονταν τον εαυτό τους. Κανείς δεν περιφερόταν ημίγυμνος, δεν προκαλούσε ό ένας τον άλλον. Δεν επιτρέπεται να κοιμόμαστε ξέσκεποι, γιατί διώχνουμε το φύλακα άγγελο, έλεγε ή μάννα.

Τραγούδια δεν ακούγονταν. Κι αν κάποια κόρη τραγουδούσε την αγάπη της, το έκανε σεμνά κι όχι με ξετσιπωσιά. Άκουσα κόρη να τραγουδά τον εραστή της, την ώρα που σαλπάριζε το καράβι, και νόμιζα πως ψάλλει χερουβικό. Ήταν μια προσευχή και μια ευχή να γυρίσει με της Παναγιάς την προστασία.

Τα μεσημέρια, που νανούριζαν τα μωρά, ακούγονταν από τα ανοιχτά παράθυρα, συνήθως το καλοκαίρια, τα τραγούδια της κούνιας, που ήταν σαν τροπάρια Αγίων.

Ήταν σαν αγγελικός χορός, γιατί ή μάννα ή, ή μάμμη τραγουδούσε το μικρό της με όλον το πόθο της ψυχής της. Δεν έλειπαν από τα τραγούδια τα ονόματα της Παναγίας και του Χριστού μας.

Έκαναν οικογενειακά γλέντια τις καλές ήμερες, αλλά χωρίς να χάνουν την ιδιότητα του άνθρωπου και του ορθοδόξου χριστιανού. Σήμερα τα παιδιά κοιμούνται και παίζουνε με τα μπουζούκια. Καμιά μάννα δεν τραγουδά αιγαιοπελαγίτικους σκοπούς. Κι αν τραγουδήσει, θα πει της εποχής τα άνοστα κι έξαλλα τραγούδια. Για αυτό καλά θα κάνη να σιωπά.

Οί νηστείες τηρούνταν απ' όλους. Εξαίρεση αποτελούσαν αυτοί που δε νήστευαν. Τώρα σπανίζουν αυτοί που νηστεύουν. Και το τριήμερο της Μ. Τεσσαρακοστής ήταν γνωστό στους ευλαβείς νησιώτες. Έπαιρναν ψωμί για τη δουλειά και το γύριζαν άθικτο. -Τι το θες, χριστιανέ μου, του έλεγε ή γυναίκα, και το παίρνεις; -Για το λογισμό, απαντούσε ό σύζυγος. Όλη ή Μ. Τεσσαρακοστή περνούσε με αλαδία. Για την Κυριακή έβαζαν από το Σάββατο το βράδυ ρεβίθια στο φούρνο, για να έχουν ξεγνοιασιά από το φαγητό την Κυριακή στην Εκκλησία.


ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ - ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΜΙΑ ΟΜΟΡΦΗ ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΠΟΡΕΙΑ

Χρόνια κλώθω στη σκέψη μου, σαν τη νοικοκυρά που γνέθει το μαλλί στην ηλακάτη, αυτό που διάβασα κάποτε σ' ένα βιβλίο, γραμμένο από ένα κρυστάλλινο μυαλό, που δεν ήταν θεολόγος, άλλ' άνθρωπος που αγαπούσε του τόπου μας τις ομορφιές. Κάθε Μονή είναι το μεγάλο Μοναστήρι, όπου όλα είναι απόλυτα, όλα γίνονται με ακρίβεια, χωρίς οικονομίες και παρεκκλίσεις. Είναι ό παράδεισος, που καλλιεργεί τις αρετές ως τη μοναδική του επιδίωξη. Είναι το ιερό βήμα του τόπου που στέκεται. Είναι ή κατάπαυση των ανθρώπων. Εκεί κανείς σαββατίζει από τα του κόσμου βάσανα και προσμένει την ογδόη ήμερα. Το σπίτι, ή οικογένεια, είναι το μικρό μοναστήρι, που με μία ελάχιστη διαφορά προσπαθεί να βιώνει τη ζωή του μεγάλου Μοναστηρίου. Νηστεύει, προσεύχεται, λειτουργείται, εργάζεται όπως το μεγάλο Μοναστήρι. Στην καθημερινή του ζωή αυτό έχει πρότυπο και προσπαθεί να του μοιάσει. Εκεί καθρεπτίζεται, οσάκις θέλει να καμάρωση την ομορφιά του.

Ό πατέρας είναι ό Γέροντας του σπιτιού, που όλοι τον υπακούνε, και ή μάννα οικονόμησα του σπιτιού, που όλοι τη σέβονται και την αγαπάνε. Δε χάνεται ή πατρότητα κ' ή αρρενωπή αγάπη του πατέρα μέσα στα χάδια, τις τρυφερότητες και συμπάθειες της μάνας. Ό πατέρας δεν καταντάει κουβαλητής μόνο του σπιτιού, γιατί ή οικογένεια δε στοιχίζετε στου γείτονα τα ξενικά φερσίματα (δεν ακούς, έτσι κάνει κι ό γείτονας) αλλά στην αγία παράδοση του Μοναστηριού, σε δοκιμασμένο τρόπο ζωής. Κ' έλεγε κείνο το κρυστάλλινο μυαλό: Όλες οί προσπάθειες των πνευματικών ανθρώπων πρέπει να αποβλέπουνε στη συντόμευση της απόστασης μεταξύ Μονής και οικογένειας, στη γεφύρωση τον χάσματος, ώστε οι λαϊκοί και οί μοναχοί να ζούνε πολύ κοντά και μάλιστα χωρίς να προσπαθούνε να κάνουν οπαδούς, ούτε οί μοναχοί, ούτε οί πνευματικοί ταγοί, αλλά συμπόρευση στη βασιλεία των ουρανών.

Αυτό το γεφύρωμα, την παράλληλη πορεία, την έζησα πέρα για πέρα στα παιδικά μου χρόνια. Γι' αυτό και όταν εισήλθα στο Μοναστήρι, δε δυσκολεύτηκα καθόλου, ούτε να υπακούω, ούτε να αγρυπνώ, ούτε να νηστεύω, ούτε να διακονώ. Είδα το Μοναστήρι ως φυσική απόληξη των παιδικών μου χρόνων. Μου φάνηκαν από την αρχή όλα όμορφα και πανεύκολα. Ήταν ασέβεια να παρακούσω τον πατέρα, όπως οί μοναχοί το Γέροντα στο Μοναστήρι. Και ήταν αγνωμοσύνη μεγάλη να μη σεβαστώ τη μάννα που θυσιαζόταν για όλους.

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΖΩΗ - ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Αν ό ιερέας συναντούσε κάποιες λειτουργικές ή ποιμαντικές δυσκολίες, με πολλή εμπιστοσύνη αποτεινότανε στο Μοναστήρι. Όταν κοιμήθηκε κάποιος που τον κατηγορούσανε μασόνο, ό παπάς αποτάθηκε στο Μοναστήρι, αν πρέπει να κάνη κηδεία δεν το αποφάσιζε μόνος του. Και σε βεβαρημένες περιπτώσεις εξομολογήσεων τους παρέπεμπαν στο Μοναστήρι. δεν έπαιρναν ευθύνη. Άλλωστε στη συνείδηση των Παριανών κατ' εξοχήν πνευματικός είναι ό ηγούμενος ή ό παπάς του Μοναστηρίου.

Ή εκκλησιαστική ζωή στο χωριό ήταν πιστό αντίγραφο του Μοναστηρίου. Ό Όρθρος κι ό Εσπερινός τηρούνταν απαρασάλευτα. Αν στην ώρα δε χτυπούσε ή καμπάνα, όλοι ρωτούσαν: -Λείπει ό παπάς; είναι άρρωστος; γιατί δε χτύπησε Εσπερινό; Ό Εφημέριος του χωρίου ήτανε πάντα ό παπάς μας, ό δικός μας παπάς, οποίος κι αν ήτανε. Έτσι ή αγαπητική διάθεση για τον παπά εξαφάνιζε την ιεροκατηγορία. Αν κάποιος έλεγε κάτι κακό κατά του παπά, άκουγε την επιτιμητική απάντηση: -Εκεί που στέκεται ό παπάς, εμείς δεν μπορούμε να σταθούμε.

Σ' όλες τις ακολουθίες, τις καθημερινές λειτουργίες και τις προηγιασμένες έψελναν γυναίκες, που αν και ήταν απαίδευτες, διάβαζαν κι έψαλλαν σωστά, και μάλιστα διατηρούσαν το πομπώδες ύφος της Ανατολής, που ή φωνή τους γέμιζε τους θόλους των Εκκλησιών. Από τα βαθιά χαράματα, παρά τις υποχρεώσεις τους, βρίσκονταν στις Εκκλησίες, σαν τις Μυροφόρες στον τάφο του Χριστού. Και τα παιδιά δεν απουσιάζαμε από το χορό τους. Από αυτές έμαθα και να ψάλλω και να διαβάζω και να γονατίζω και να προσκυνώ και να σταυροκοπιέμαι, πότε να στέκομαι όρθιος και πότε να κάθομαι. Ήξεραν πότε πρέπει να κάμουν σταυρό και ήταν πάντα το χέρι έτοιμο να σταυροσημειωθούνε. Κουπί το χέρι για σταυρό στην ακολουθία. Το άκουσμα Χριστός, Παναγία, όνομα αγίου, είχε σταυρό. Και καθετί που πράττανε, δεν το έκαναν γιατί άπλα έτσι το παρέλαβαν, έτσι το είδαν στους παλιούς, αλλά είχανε βαθιά επίγνωση των τελουμένων στο χώρο της Εκκλησίας.

Είπα κάποτε σε γιαγιά: -Γιατί ανάβετε στο Ευαγγέλιο κεριά και κάνετε θόρυβο, που ενοχλεί τον Επίτροπο; Οί γιαγιάδες από την είσοδο τους στην Εκκλησία άναβαν και κρατούσαν δύο κεριά. ένα ν' ανάψουν στο Εωθινό κι ένα στο Ευαγγέλιο της Λειτουργίας. -Παιδί μου, ό επίτροπος τα κάνει από αγνοία, κι ενώ διαμαρτύρεται για τα δικά μας κεριά, εκείνος συγχρόνως ανάβει λαμπάδα στην Ωραία Πύλη, για να διάβαση ό παπάς το Ευαγγέλιο. Τα παλιά τα χρόνια, όταν ό ετοιμοθάνατος έγραφε τη διαθήκη στα παιδιά του, που συνήθως γινότανε νύχτα, γιατί τότε βρίσκονταν όλοι, οι παρευρισκόμενοι βαστούσαν κεριά αναμμένα. Και το Ευαγγέλιο είναι ή Διαθήκη του Θεού στον κόσμο. Πως επιγράφεται το Ευαγγέλιο; Καινή Διαθήκη. Οσάκις διαβάζεται, μη βλέπεις τον παπά που το απαγγέλλει, ό ίδιος ό Θεός μας το παραδίδει και γι' αυτό ανάβουνε κεριά οί πιστοί. Ας μας αφήσουν να κρατάμε τις παλιές παραδόσεις, για να τις βρείτε κι εσείς.

Ή παράδοση της Εκκλησίας, είτε γραπτή είτε προφορική, είναι αγία και σωτήριος. Ποιος παλιός πιστός, όταν άκουγε στη θ. Λειτουργία το «Ευλογημένη ή Βασιλεία», δεν ψιθύριζε: Μέγα το όνομα της Αγίας Τριάδος, κι όταν άκουγε, «Πρόσχομεν, τα αγία τοις αγίοις», δεν έλεγε καθ' εαυτόν: Εις βοήθειαν πάντων των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών; και στη συγχωρητική ευχή των Κολλύβων «Ό Θεός των πνευμάτων», στη φράση «ο Θεός συγχώρησαν», όλοι μαζί οί πιστοί επαναλάμβαναν: ό Θεός συγχώρησαν. Τώρα τους μοιράζεις κόλλυβα και αντί Θεός σχωρέσ' τους, σου λέγει: Ευχαριστώ!

Ποιος μεταλάμβανε, χωρίς να συνδιαλλαγή με τον αδελφό του; Είτε έφταιγε Είτε όχι, ή μετάνοια γινότανε βαθιά. Ποια γιαγιά δε στεκότανε σεβίζουσα στον Εξάψαλμο και στον Προοιμιακό και δε μετάνιζε στην «Τιμιωτέρα»; Τώρα μήτε όρθιοι στέκονται. Ή Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχει καθίσματα, αλλά στασίδια, λίγο ν' ανακούφισης τη μέση σου. Ή όρθία στάση ήταν πάντα ή στάση της προσευχής.

Κι ό χαιρετισμός μεταξύ των ανθρώπων πόση χαρά είχε! "Αν δε χαιρετούσες, δεν καλημέριζες τον πλησίον σου και τον αδελφό σου, ήτανε λόγος αποχής από τη θεία Κοινωνία! Κι εκείνος ό πασχαλιάτικος χαιρετισμός, Χριστός ανέστη! Αληθώς ανέστη!, πόσο μεγαλείο είχε! Οι βαρύτονες φωνές του γεωργού και του ψαρά έκαναν τα βουνά και τις θάλασσες ν' αντιλαλούν το Χριστός ανέστη! και το Αληθώς ανέστη! Και αυτό σαράντα μέρες διαλαλείτο από τους πιστούς. Και τώρα, μια μέρα και μόλις ακούγεται. Λες, Χριστός ανέστη! και παίρνεις την ελεεινή απάντηση, Χρόνια πολλά. Άραγε θα γυρίσουνε τα χρόνια και θα έρθουν οί καιροί της χαράς και της αγάπης; Κι ό ασπασμός όλων των ανδρών στην προσκύνηση του Ευαγγελίου την ημέρα του Πάσχα ήταν κάτι ξεχωριστό και μια ζεστασιά μεταξύ των ανθρώπων. Τώρα νεκρική παγωνιά. Ντουβάρια σηκώσαμε μεταξύ μας. Μήτε χαιρετιόμαστε, μήτε ασπαζόμαστε.

Γνώριζαν στην Απόλυση να κατεβαίνουν από τα στασίδια. Ήταν ώρα αρχοντιάς. Έπρεπε να αφανιστεί κάθε λογισμός αντιπαλότητας και να έρθει ό ένας κοντά στον άλλο και όλοι μαζί κοντά στον παπα, για να αποχαιρετιστούνε με τον παπά, μεταξύ τους, και με τους Αγίους. Ήτανε ή ώρα της μεγάλης ευχής, της μεγάλης αίτησης, το μεγάλο παρακάλιο του παπα, όλοι οί Άγιοι να δεηθούνε, να μας ελεήσει ο Θεός. Πόσο φτωχή είναι αυτή ή ευχή της Απολύσεως, όταν μνημονεύονται ελάχιστοι Άγιοι! -Μνημόνευε, έλεγαν οί παλιοί παπάδες, όλους τους Άγιους, από τους πρώτους μέχρι τους νεωτέρους, για να αποδεικνύεται πως το Πνεύμα το Άγιο υπάρχει πάντα στην Εκκλησία και αναδεικνύει Οσίους και Μάρτυρες. Κανένας δεν έστρεφε προς την πόρτα, αν δεν άκουγε το «Δι' ευχών». Άκουσα γυναίκα να παρατηρεί το σύζυγο της, που έφυγε πριν το «Δι' ευχών» από τη Λειτουργία με τα εξής λόγια: -Έφυγες προ του «Δι' ευχών» σαν τον Ιούδα, που έφυγε πριν τελείωση το μυστικό τραπέζι και μπήκε μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, για να παραδώσει το Χριστό. Ιούδας λοιπόν ό αποχωρών προ της Απολύσεως.

Μια εικόνα ακόμα, που διατηρώ πολύ ζωντανή στη θύμηση μου, είναι ό τρόπος που εκκλησιάζονταν ορισμένες άπλες ψυχές. Ούτε στους μοναχούς δε συνάντησα τόση αληθινή παρουσία στη λατρεία. Αυτοί οί ευλογημένοι, παρά το γήρας τους, έστεκαν στηριγμένοι στο ροζιάρικο ραβδί τους μπροστά στο σολέα, σα να ήτανε πρώτη φορά που άκουγαν θεία Λειτουργία. Με ανοιχτό το στόμα κι ορθάνοιχτα μάτια, καρφωμένα κυριολεκτικά στο θυσιαστήριο, παρακολουθούσαν τα τελούμενα. Τα ηλιοκαμένα και θαλασσοδαρμένα τους πρόσωπα έλαμπαν από χαρά. Όταν κάποιος παπάς στο χωριό λειτουργούσε πολύ πρωί και σχεδόν κάθε μέρα, και δινόταν έτσι ή δυνατότητα στον εργαζόμενο να παρακολούθηση τη θεία Λειτουργία, άκουσα αγρότη, μόλις κάθισε στο γαιδουράκι του, να μονολογεί τα έξης σταυροσημειούμενος: -Δόξα τω Θεώ, άκουσα και σήμερα του Αγίου Σάββα τη' Λειτουργία. Μεγάλο πράγμα να λειτουργείσαι κάθε μέρα. Γίνεσαι και συ Άγιο Βήμα, Ιερό θυσιαστήριο. Κύριε, μη μου το στερήσεις.


ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΝΔΡΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ - ΑΝΑΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ

Το απόγευμα ή καμπάνα του 'Εσπερινού ήταν για όλους σημείο - κλείσιμο της ημέρας. Ό ζευγολάτης σταματούσε τα βόδια και με το ένα χέρι βαστούσε την όχδερη και με το άλλο σταυροκοπιότανε κοιτάζοντας προς το χωριό. Και ήξερε πόσες σφύρες χωράφι έχει να κάνει ακόμα έως ότου νυχτώσει. Και ο βοσκός ξεσαλάγιασε τα ζωντανά του για να πλησιάζει στο χωριό. 

Η μάνα με τη μαμή που αυτή την ώρα συνήθως εργοχειρούσαν όταν άκουγαν διπλοκάμπανο έλεγαν: -Απόψε έχει είσοδο ό Άγιος, είναι σχόλη αύριο, και μάζευαν το εργόχειρο. Χρειάστηκε να έρθω στο Άγιο Όρος, για να καταλάβω την κουβέντα της γιαγιάς μου, έχει είσοδο ό άγιος. Και ή μέρα έκλεινε πάντα με προσευχή μπροστά στις άπειρες εικόνες του σπιτιού. Το προσκυνητάρι της οικογενείας ήταν στο δωμάτιο των γονιών. Ούτε στο χώλ, ούτε στην κουζίνα. Εκεί άναβε το καντήλι και κάπνιζε το λιβανιστήρι. Κάθε κόρη, για να παντρευτεί, έπρεπε μαζί με όλα τα αλλά να έχει προικιό καντήλι, μπρούτζινο λιβανιστήρι, σφραγίδα για τα πρόσφορα και εικόνες. Ό γαμπρός γινότανε δεκτός στο σπίτι με την εικόνα του. Κι ή πεθερά παρέδιδε στη νύφη την εικόνα με λειτουργική ευλάβεια, όπως την παρέλαβε και κείνη. -Αύτη ή εικόνα, νύφη, θέλει ευλάβεια. θα την πηγαίνεις στη γιορτή της στην Εκκλησιά, θα λειτουργείται, και θα την γιορτάζεις πάντοτε με αρτοκλασία. Το θέλει ή εικόνα, ό Άγιος. 

Μην το αμελήσεις, θα πάθεις κακό. Πίσω απ' αυτό το οικογενειακό εικόνισμα γράφονταν οί γεννήσεις των παιδιών. Τα περισσότερα μάλιστα σπίτια, επειδή το χωριό είχε πολλές Εκκλησιές, κληρονομούσανε ν' ανάβουν κι από ένα καντήλι. Αν πήγαινε άλλος να βάλει λάδι στο καντήλι, έπρεπε να πάρει αδεία από το δικαιούχο. Και αυτό ήταν μια άτυπη αλλά σεβαστή από όλους παράδοση. Έτσι κάθε σούρουπο, που φαινόταν ό αποσπερίτης, το χωριό γινότανε μοναστήρι. Κάθε νοικοκυρά με το ροΐ στο χέρι πήγαινε στην Εκκλησιά, ν' ανάψει το καντήλι. και ήταν το θέαμα εξαίσιο. ή μάννα με τις τρύπιες παντούφλες, την φθαρμένη ζακέτα και τη χιλιομπαλωμένη ποδιά, μαντηλωμένη, για να φυλαχθή από το βραδινό ψύχος, να βαστά λάδι από το υστέρημα της, για να το προσφέρει στον άγιο. Οι Εκκλησιές ήταν όλες ανοιχτές, τα καντήλια αναμμένα και το θυμιατό στο σολέα του ιερού ανέδιδε την εύωδία του μοσχοθυμιάματος κάθε βράδυ, κάθε μέρα. Τι άλλο θέλει να δη ή ψυχή, για να τραφεί πνευματικά;

Και όλες εκείνες οί αγίες εικόνες ήταν χάρμα οφθαλμών. Κρητικής τεχνοτροπίας, Ιστορημένες στα βασανισμένα χρόνια της σκληρής σκλαβιάς. Μ' ένα απλό κοίταγμα διασταυρώνονταν τα μάτια με του Χριστού, της Παναγίας και των Άγίων. Σου απορροφούσαν όλη την προσοχή. Δε χόρταινες να τις βλέπεις ήτανε το θωρεί να δεις. Ό μπάρμπα-Γιώργης ό Χατζής μου έλεγε: -Τι νά δω-»~ πότε θα 'ρθω στο Μοναστήρι του πάππου σου, να σταθώ στην εικόνα του θεολόγου, να με κοιτάξει, να τον κοιτάξω. Χάζευε ό νους σου στου Θεού τα πράγματα. Χαρά ήθελες; Τη λάβαινες. Παρηγοριά; Ακόμα περισσότερη. Έτσι οι άνθρωποι που έβλεπαν τις αγίες αυτές εικόνες είχαν ειρήνη κι ομορφιά, που φαινότανε στο πρόσωπο τους, κι ας ήταν ηλιοκαμένοι και θαλασσοδαρμένοι και ταλαιπωρημένοι.

Γινόταν έργο ή ευχή «Σημειωθήτω έφ' ημάς, Κύριε, το φως του προσώπου σου». Ρώτησα μία γερόντισσα, πως πήγε ή επέμβαση στα μάτια της, και μου απάντησε: -Το ένα μόνο μου χάρισε φως, για να βλέπω τα πρόσωπα των ανθρώπων και να δοξάζω το Θεό. Εμείς δύσκολα μπορούμε να κάνουμε σήμερα μια τέτοια ομολογία. Τώρα οι άνθρωποι βλέπουνε τέρατα στις τηλεοράσεις και αγρίεψαν, έγιναν θηριοπρόσωποι. Δεν ελπίζουν πια στους αγίους. το είναι τους είναι αφημένο στα χρήματα και στους τάχατες μεγάλους.

Μεγαλώνοντας μέσα σ' αυτό το κλίμα, με πολλή προθυμία βοηθούσαμε τους καταπονημένους γονείς μας. Προσπαθούσαμε, όσο πιο πολλά μπορούσαμε να κάνουμε, για να τους ανακουφίσουμε από τους καμάτους της αγροτικής και ποιμενικής ζωής. Προσέχαμε την απροθυμία και την αντιλογία. Ό Γέροντας Φιλόθεος πολλές φορές με διαβεβαίωσε, πως αυτά τα δύο σταυρώνουν τους γονείς και τους οργίζουν Τα παιδιά μεγαλώναμε μέσα στις Εκκλησίες , κάτω από τα καμπαναριά. Να στολίσουμε στα πανηγύρια την Εκκλησία που γιορτάζει, να ψάλουμε, να διαβάσουμε, να κοινωνήσουμε. Τα παιγνίδια μας ήταν στις αυλές του Κυρίου, κάτω από τα καμπαναριά των Εκκλησιών. Τόση ήταν ή επίδραση της εκκλησιαστικής ζωής στις παιδικές μας ψυχές, που μετά από κάθε λειτουργία και τελετή, στους δικούς μας χώρους, αντί για παιγνίδια, κάναμε λειτουργίες και λιτανείες με όλους τους Ιερατικούς βαθμούς, κι όλες τις αντίστοιχες λεπτομέρειες. Αντί για αλλά δώρα, προτιμούσαμε επιτραχήλια και ράσα. Οι βαπτίσεις στη θάλασσα χειμώνα-καλοκαίρι ήταν μέσα στο πρόγραμμα.

Στις λειτουργικές μας ανάγκες πρώτος αρωγός ήταν ό Γέροντας Φιλόθεος. Θυμιατά, λιβάνια, κεριά και εικόνες από κείνων προμηθευόμασταν. Θυμάμαι ένας μικρός παπάς είπε στην παπαδιά, να της κάνη αγιασμό και ή παπαδιά του απάντησε: -Μας έκανε ό παπάς μου. Τότε ό μικρός: -Ναι, αλλά ό παπάς σου πήρε χρήματα, εγώ δε θέλω χρήματα κι όλη ή χάρη θα είναι σ' αυτό το αγιασμένο νερό. Όλα βέβαια τα παιγνίδια μας γινότανε κάτω από το άγρυπνο μάτι της μάνας.

Όλη ή ζωή του νησιώτη γύρω από την Εκκλησία εξελισσόταν. Γι' αυτό έτρωγε ψωμί και κρεμμύδι, για να χτίση Εκκλησίες και καμπαναριά. Και δεν έκτιζε τις Εκκλησίες ό νησιώτης για να εξάλειψη τις εγκληματικές του πράξεις, κατά το «μία αμαρτία - Εκκλησία». Το κτίσιμο των εκκλησιών δεν ήταν μόνο επιτίμιο πνευματικό. Ήταν και ευλάβεια στο Θεό, ευχαριστία στον Άγιο για τις θαυματουργίες του, ή ήτανε και θεία υπόδειξη και αποκάλυψη.


ΑΠΟΛΛΩ ΜΟΝΑΧΟΣ

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ

ΔΑΦΝΗ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ



Εορτολόγιο

Δημοφιλείς αναρτήσεις


Banner Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων
Ξεκινάμε μια προσπάθεια παρουσίασης Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων.
Αν δεν υπάρχει ο δικός σας, ζητάμε συγνώμη,
ενημερώστε μας και θα τον συμπεριλάβουμε.





Create your own banner at mybannermaker.com!
Πέρα από το άτομο
Make your own banner at MyBannerMaker.com!

















(υπό κατασκευή)


Τα banner μας
Αντιγράψτε τον κώδικα στη δική σας σελίδα
για να εμφανιστούν τα banner μας.
Ειδοποιήστε μας για να συμπεριλάβουμε και το δικό σας.