Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

Η ασωτία - αποστασία του ανθρώπου και η αγάπη - ευσπλαχνία του Θεού



Γράφει ο Κων/νος Χαρ. Κορλός, θεολόγος
     Οι λέξεις “ασωτία”, “άσωτος”, “ασώτως” στην Αγία Γραφή έχουν την ίδια ηθική σημασία που έχουν σ' ολόκληρη την ελληνική γραμματεία. Έτσι η λέξη “άσωτος” (α στερητικό+σώζω) σημαίνει τον άνθρωπο που δεν έχει σωτηρία με τον τρόπο ζωής του.
    Ο Αριστοτέλης γράφει: “τους ακρατείς και εις ακολασίαν δαπανηρούς ασώτους καλούμεν· διο και φαυλότατοι δοκούσιν είναι· πολλάς γαρ άμα κακίας έχουσιν...” Έτσι, “άσωτος” είναι εκείνος που κατασπαταλάει τα υλικά και πνευματικά αγαθά του, τα διάφορα ταλέντα του και που φθείρει έτσι επικίνδυνα την προσωπική του ψυχοσωματική υπόσταση. Η σπατάλη αυτή είναι έλλειψη ελευθερίας, υποδούλωση και εκφράζει την εσωτερική ανωμαλία, ακαταστασία, σύγχυση και νοσηρότητα της προσωπικότητας του ασώτου. Η ασωτία εκδηλώνεται ως σαρκολατρία, φιληδονία και ακολασία, ως ηθική αταξία και συνεπάγεται την εξαθλίωση και αποκτήνωση, τη στέρηση και τον εξευτελισμό του ανθρώπου. Από τη δυσχερή αυτή θέση, από την κόλασή του σώζει τον άνθρωπο μόνο η εν Χριστώ μετάνοια και η δεδομένη αγάπη του Θεού. Αυτή τη μεγάλη αλήθεια εκφράζει, αριστοτεχνικά η “παραβολή του Ασώτου”.
     Η παραβολή αυτή αποτελεί από κάθε άποψη την κορωνίδα των παραβολών του Χριστού. Είναι ανακεφαλαίωση της όλης διδασκαλίας του. Κεντρική ιδέα της παραβολής είναι η απεριόριστη αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο, που απορρέει από την πατρική σχέση του Θεού προς τους ανθρώπους και όχι από τις αρετές τους. Εξαίρεται η άπειρη θεία αγάπη και η μεγάλη αξία της μετάνοιας και επιστροφής του αμαρτωλού, ο οποίος έτσι μετατάσσεται από την πνευματική δουλεία της αμαρτίας στην ελευθερία των παιδιών του Θεού.
     Η παραβολή είναι μια πραγματική ιστορία παρμένη από τη ζωή, γεμάτη υψηλά διδάγματα. Μπορεί να χωριστεί σε δύο μέρη: Στο πρώτο κυριαρχεί η μορφή του ασώτου γιου, ενώ στο δεύτερο του πρεσβυτέρου. Το πρώτο μέρος διακρίνεται σε πέντε σκηνές: απομάκρυνση του νεότερου γιου από το οικογενειακό περιβάλλον, η άσωτη ζωή μακριά από το σπίτι του πατέρα του, η μετάνοια-μεταμέλειά του, η επιστροφή, η αίτηση συγγνώμης και η πανηγυρική υποδοχή στο σπίτι του πατέρα. Το δεύτερο μέρος φανερώνει στο πρόσωπο του μεγαλύτερου γιου τους Γραμματείς και Φαρισαίους όλων των εποχών που δυσκολεύονται να καταλάβουν το κήρυγμα της Χάρης του Χριστού, το ύψος της θείας αγάπης.
    Στην παραβολή παρατηρούμε τους εξής παραλληλισμούς: του επίγειου πατέρα προς τον επουράνιο πατέρα, του ασώτου γιου προς κάθε αμαρτωλό, του πρεσβυτέρου γιου προς κάθε στενόκαρδο και ξένο προς την αγάπη του Θεού, της αθλιότητας στην ξένη χώρα με την εξαχρείωση και δυστυχία του ανθρώπου μακριά από το Θεό, της πατρικής χαράς για την επιστροφή του ασώτου με τη χαρά που γίνεται στον ουρανό “επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι”. Με τους παραλληλισμούς αυτούς εκφράζεται με τον πιο αριστοτεχνικό τρόπο η πιο ουσιαστική διδασκαλία του Χριστού για τη σωτηρία των αμαρτωλών. Τονίζεται η πολυευσπλαχνία, η παναγαθότητα και η άπειρη αγάπη του Θεού πατέρα, σε αντίθεση προς τη μικροψυχία, την αχαριστία, την ανελεήμονα και σκληρή στάση των φίλαυτων ανθρώπων απέναντι στους ίδιους τους αδερφούς τους. Γι' αυτό η παραβολή αυτή μπορεί να ονομαστεί του σπλαχνικού πατέρα και όχι του άσωτου γιου.
     Ιδιαίτερα τονίζονται με την παραβολή αυτή οι εξής κεντρικές ευαγγελικές διδασκαλίες: Η πατρική στοργή είναι η πηγή της αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο. Ο Θεός ανέχεται την αφροσύνη του ανθρώπου, γιατί σέβεται την ελευθερία του· ο άνθρωπος μακριά από το Θεό χάνει την αυτοκυριαρχία του, δουλώνεται στα πάθη του, νεκρώνεται ηθικά και πνευματικά (νεκρός ήν).
    Ο Θεός δεν θέλει το θάνατο του αμαρτωλού, όσο την εν μετανοία επιστροφή του και τη σωτηρία του. Η ψυχή του ανθρώπου έχει την ικανότητα με τη νοσταλγία, τις τύψεις, την αηδία και τις εσωτερικές παρορμήσεις να αφυπνίσει τον άνθρωπο για να διαρρήξει τα δεσμά της αμαρτίας. Η αξία των θλίψεων για την πνευματική αφύπνιση· η αξία της μετάνοιας ως έκφρασης της προσωπικής ελευθερίας και της ελεύθερης προσωπικής συμβολής στο έργο της σωτηρίας. Η χαρά που γίνεται στον ουρανό για τη μετάνοια των αμαρτωλών και τέλος η αποκατάσταση του μετανοούντος στη χάρη και στην κοινωνία του Θεού, στη μακαριότητα και στην ευτυχία στην παρούσα και στη μέλλουσα ζωή.


Η ΑΜΑΡΤΙΑ ΕΙΝAI ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

-->


«Καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως» (Λουκ. 15,13)

«…Ἡ ἁμαρτία, ἀδελφοί μου, δὲν εἶνε παιχνίδι· εἶνε φωτιά, ποὺ καίει καὶ καταστρέφει. Δὲν ἔχει συνέπειες μόνο γιὰ τὴ ζωὴ ποὺ ἀρχίζει μετὰ τὸν τάφο, ἀλλ᾿ ἔχει συνέπειες ἀκόμα κ᾿ ἐδῶ, σ᾿ αὐτὴ τὴ ζωή· συνέπειες, ποὺ πρέπει νὰ τὶς προσέξῃ κάθε ἄνθρωπος.

Ἡ ἁμαρτία εἶνε καὶ χρεωκοπία οἰκονομική. Διαλύει οἰκονομικὰ τὸ ἄτομο, τὴν οἰκογένεια καὶ τὰ ἔθνη. Αὐτὸ τὸ σημεῖο μπορεῖ νὰ τὸ προσέξῃ καὶ ὁ ἄθεος ἀκόμη. Αὐτὸ τονίζει ἡ παραβολὴ ὅταν λέει, ὅτι ὁ ἄσωτος «διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν (=περιουσία) αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως» (Λουκ. 15,13).
 Ἡ ἁμαρτία εἶνε οἰκονομικὴ χρεωκοπία. Ἀ­πόδειξις πρῶτα – πρῶτα εἶνε ὁ ἄσωτος. Τί ἦ­ταν πρῶτα; Φτωχαδάκι; Ὄχι. Πῆρε μερίδιο ἀ­πὸ τεραστία κληρονομιά, τὸ ἔκανε ῥευστὸ καὶ γέμισε τὸ πουγγί του. Καὶ τί τὰ ἔκανε, ποῦ τὰ ξώδεψε; Τὸ λέει τὸ Εὐαγγέλιο· ἔμπλεξε μὲ κακὲς παρέες. Ἄρχισε νὰ ξοδεύῃ τὴν περιου­σία του στὶς διασκεδάσεις, στὰ γλέντια, στὰ γύναια τὰ ἁμαρτωλά, στὰ κέντρα τῆς διαφθο­ρᾶς. Ξώδευε χίλιες καὶ δὲν εἰσέπραττε οὔτε μία. Τὸ τέλος ποιό ἦτο; Ἦρθε στιγμή, ποὺ κατήντησε ψωμοζήτης. Ζήτησε θέσι χοιροβοσκοῦ καὶ ἔκλεβε τὰ χαρούπια. Βλέπουμε ἐ­δῶ, ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶνε χρεωκοπία οἰκονομική. Ὁ ἄσωτος χρεωκόπησε μέσα στὴν ἁμαρτία.

 Ἀκριβῶς τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ σήμερα, ἀ­δελφοί μου. Πιστὸ ἀντίγραφο τοῦ ἀσώτου εἶ­νε οἱ σημερινοὶ πλούσιοι. Ναί. Δὲν τοὺς βλέπε­τε; Ἔχουν καὶ σπίτια καὶ ἐπαύλεις καὶ πλοῖα καὶ καταθέσεις καὶ ῥάβδους χρυσοῦ κ.λπ.. Κι αὐτὰ τί τὰ κάνουν; Εἴδατε κανένα ἀπ᾽ αὐτοὺς νὰ χτίζῃ σχολειό, ἐκκλησία, νὰ προικίζῃ ἄπορα κορίτσια, νὰ βοηθάῃ τοὺς φτωχούς, νὰ σκορπάῃ τὰ χρήματά του σὰν τὴν εὐεργετικὴ βροχή; Ἂν οἱ πλού­σιοι σκορποῦσαν τ᾿ ἀγαθά τους, θὰ δρόσιζαν τὴν κατάξερη γῆ. Αὐτοὶ ὅ­μως τί τὰ κάνουν; Ὁ ἕνας ἐφοπλιστὴς ἔκτισε σ᾽ ἕνα βουνὸ τῆς Βαυαρίας μιὰ φωλιὰ ἀπὸ τὰ καλύτερα μάρμαρα, κ᾿ ἐκεῖ ἀνεβαίνει μὲ ἑλικό­πτερο γιὰ ν᾿ ἀπολαμβάνῃ τὰ κάλλη τῆς φύσεως. Ὁ ἄλλος ἔχει ἐπίπλωσι πολυτελείας ποὺ κοστίζει ἀμύθητα ποσά. Πάνω στὰ τραπέ­­ζια ἔχει σταχτοθῆκες στολισμένες μὲ διαμάντια, ποὺ τὴ νύχτα τὴν κάνουν ἡμέρα. Ὁ ἄλλος κατασκευάζει θαλαμηγό, γιὰ νὰ γυρίζῃ τὴ Μεσόγειο καὶ νὰ γλεντοκοπᾷ μὲ τὶς πόρνες. Μὲ συγχωρεῖτε γι᾽ αὐτὸ ποὺ θὰ πῶ· καὶ τὰ ἀποχωρητήρια ἀκόμη αὐτῆς τῆς θαλαμηγοῦ θὰ εἶνε φτειαγμένα ἀπὸ χρωματιστὰ μάρμαρα!…

Ὅλοι αὐτοὶ οἱ σημερινοὶ πλούσιοι «ζοῦν ἀ­σώτως» (ἔ.ἀ.). Καὶ τὰ χρήματα αὐτά, ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ σώσουν κόσμο, αὐτοὶ τὰ σπαταλοῦν στὸ διάβολο. «Διεσκόρπισαν τὴν περιου­σίαν αὐτῶν ζῶντες ἀσώτως».

 Φτωχαδάκια ἐσεῖς, μὲ εὐχαρίστησι ἀκοῦτε τὸ τροπάριο αὐτὸ ποὺ ψάλλει ὁ ἱεροκήρυκας ἐναντίον τῶν πλουσίων. Δυστυχῶς ὅμως, ἀ­γαπητοί μου, μιὰ βαθύτερη ἔρευνα τῆς κοινωνίας ἀποδεικνύει, ὅτι ἄσωτοι δὲν εἶνε μόνο οἱ πρίγκιπες τοῦ πλούτου. Πρέπει νὰ ποῦ­με τὴν ἀλήθεια· ἄσωτοι εἶνε ἀκόμη καὶ οἱ ἐρ­γάτες. Μάλιστα.

Τὸν βλέπεις αὐτὸν τὸν ἐργάτη, ποὺ ἔχει ῥό­ζους στὰ χέρια, ποὺ εἶνε μουντζουρωμένος ἀπὸ τὸ ἐργοστάσιο; Εἶνε ἄξιος τιμῆς. Ἀλ­λὰ τί κάνει; Τὸ Σάββατο πληρώνεται, παίρνει τὰ χρήματά του τὰ ἱερὰ ποὺ στάζουν ἱδρῶτα. Ἀντὶ ὅμως μ᾿ αὐτὰ ν᾽ ἀγοράσῃ ἕνα φουστάνι τῆς γυναίκας του, ἀντὶ νὰ πάρῃ μερικὰ τετρά­δια καὶ βιβλία τοῦ παιδιοῦ του, ἀντὶ ν᾿ ἀγορά­σῃ λίγο γάλα, αὐτὸς τὸ βράδι θὰ πάῃ στὸ ἁ­μαρτωλὸ κέντρο, στὴν ταβέρνα, στὸν κινημα­τογράφο, στὸ ἱπποδρόμιο, στὴ μπάλλα. Τώρα τελευταῖα ὁ διάβολος βρῆκε ἕνα μηχάνημα, ποὺ ξαφρίζει τὰ πορτοφόλια μικρῶν καὶ μεγά­λων καὶ ἰδίως τῶν ἐργατικῶν τάξεων, κι αὐτὸ τὸ «μηχάνημα» εἶνε τὰ τυχερὰ παιχνίδια (τὰ χαρτιά, τὰ λαχεῖα, τὸ προ-πὸ καὶ τὰ ἄλλα παρόμοια παιχνίδια).

Ὥστε δὲν ζοῦν ἄσωτα μόνο οἱ πλούσιοι· ζοῦν ἄσωτα καὶ φτωχοὶ ἐργάτες. Δὲν εἶνε μόνο ἡ ἀδικία, δὲν εἶνε μόνο ἡ φτώχεια· εἶνε καὶ ἡ ἀσωτία. Δῶσε στὸν ἕνα ἐργάτη 100 καὶ 200 καὶ 300 χιλιάδες δραχμές· ἂν εἶνε ἄσωτος, δὲν θὰ μείνῃ μιὰ δραχμή. Ἐνῷ ὁ ἄλλος ἐργάτης κάνει οἰκονομία, καὶ κατορθώνει καὶ κτίζει μὲ τὰ χέρια του τὸ σπιτάκι του.

 Ἡ ἁμαρτία εἶνε χρεωκοπία· χρεωκοπία πλου­σίων, φτωχῶν, τοῦ κόσμου ὁλοκλήρου. Θέλετε παράδειγμα; Πάρτε τὰ κράτη.

Ἀνοῖξτε τὸν προϋπολογισμό, γιὰ νὰ δῆτε τί κάνει ἡ ἁμαρτία. Ἀστρονομικὰ ποσά. Καὶ ποῦ πᾶνε; Ποῦ πάει τὸ μεγαλύτερο ποσοστὸ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν κρατῶν; Στὰ γεφύρια, στὰ σχολεῖα, σὲ ἔργα ὠφέλιμα; Ὄχι. Τὰ ξοδεύουν στὰ φοβερὰ ἐργοστάσιά τους, γιὰ ἀεροπλάνα, γιὰ πολεμικὰ πλοῖα, γιὰ πυρηνικὲς βόμβες, γιὰ τὸν διάβολο. Γιά σκεφτῆτε, αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια δολλάρια ἢ ῥούβλια ἢ λίρες τὰ ἄσωτα κράτη νὰ μὴν τὰ ξοδεύουν πλέον γιὰ τὴν καταστροφή – νὰ σβήσουμε τὴ λέξι «πόλεμος» ἀπὸ τὸ λεξικό· γιά φαντασθῆτε, αὐτὰ νὰ ξοδεύωνται γιὰ τὴν εἰρήνη! Ὤ, τί εὐτυχία! Καὶ τὰ βράχια θὰ τινάξουν ῥόδα, καὶ ἡ Σαχάρα θὰ γινόταν μπαξές. Ὦ Εὐαγγέλιο, ἂν σὲ ἐφάρμοζαν οἱ ἄσωτοι ἄνθρωποι!

«…Καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισεν ἡ ἀνθρωπότης τὴν οὐσίαν αὐτῆς ζῶσα ἀσώτως».

Ἰδού, ἀγαπητοί μου, ὅτι ἡ ἁμαρτία ἔχει συνέπειες καὶ σ᾽ αὐτὴ τὴ ζωή. «Τὰ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος» (Ῥωμ. 6,23). Ναί.

Ὅλο τὸ χρόνο εἶνε ἡμέρες ἀσωτίας. Ἀλλὰ ἂν ὑπάρχῃ μιὰ περίοδος ποὺ εἶνε κατ᾽ ἐξοχὴν περίοδος ἀσωτίας, εἶνε ἡ περίοδος αὐτὴ τοῦ Τριῳδίου, ποὺ μᾶς καλεῖ ἡ Ἐκκλησία γιὰ νὰ μᾶς διδάξῃ τὰ οὐράνια μαθήματά της. Αὐτὲς τὶς μέρες τὶς ἅγιες, ποὺ πρέπει νὰ προετοιμασθοῦμε ὅλοι γιὰ νὰ ὑποδεχθοῦμε σὲ λίγο τὸν βασιλέα τῶν ὅλων, τὸ Νυμφίο τῆς Ἐκκλησίας, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό, αὐτὲς τὶς μέρες ποὺ πρέπει νὰ εἴμαστε ὅλοι ἕτοιμοι γιὰ νὰ εἰσέλθουμε στὸ στάδιο τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, ὁ διάβολος κρατάει φτυάρι καὶ λιχνίζει τὸ χρῆμα ποὺ ξοδεύουν οἱ ἄνθρωποι στὴν ἁμαρτία. Ἀπόκριες ἴσον γλέντι, χοροὶ καὶ διασκεδάσεις, παιχνίδια καὶ ἀσωτία.

Ἀλλ᾿ ὄχι, ἀδελφοί μου. Ἂν κατεβῇ ἄγγελος καὶ μᾶς κοσκινίσῃ ὅλους καὶ ψάξῃ ἀπὸ τὰ παλάτια μέχρι τὶς καλύβες, θὰ βρῇ ἆραγε ἕναν ἄνθρωπο ποὺ ἀπὸ τὸ στόμα του ν᾿ ἀκούσῃ τό· «Ἥμαρτον» (Λουκ. 15,21) τοῦ ἀσώτου;

«Ἥμαρτον»! Νὰ τὸ πῇ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ὁ φτωχὸς ἐργάτης, καὶ ὁ δεξιὸς καὶ ὁ ἀριστερός, καὶ ἡ γυναίκα καὶ ὁ ἄντρας, καὶ ὁ ἀγράμματος καὶ ὁ ἐπιστήμονας, καὶ ὁ νέος καὶ ὁ γέρος ὁ ἀσπρομάλλης. Ἂν ποῦμε τὸ «Ἥμαρτον», φτερὰ ἀγγέλων θὰ μᾶς σηκώσουν ψηλά, μέχρι τὸν οὐρανό. Διότι «χαρὰ γίνεται ἐ­νώπιον τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι» (Λουκ. 15,10).

Ἂς τὰ αἰσθανθοῦμε αὐτά, ἁγαπητοί μου, καὶ ἂς τὰ βάλουμε ὡς ἀρχὲς στὴ ζωή μας. Ἂς σταματήσουμε τὴν ἁμαρτία. Ἂς ποῦμε Ἄλτ στὸν διάβολο. Ἀρκετά, διάβολε. Ἀπ᾿ ἐδῶ κ᾿ ἐμπρὸς μὲ τὸ Χριστό, μὲ τὸ οὐρανό· ἀπ᾿ ἐδῶ κ᾽ ἐμπρὸς μὲ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους καὶ ἀρ­χαγγέλους, γιὰ ν᾿ ἀξιωθοῦμε τῆς βασιλείας αὐτοῦ.     

Γένοιτο.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος



Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Ἐπιστροφὴ ἀπὸ τὴν ἐξορία (Τοῦ Ἀσώτου)




Τὴν τρίτη Κυριακή τῆς προετοιμασίας μας γιὰ τὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ διαβάζουμε τὴν παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου Υἱοῦ (Λουκ. 15, 11-32). Ἡ παραβολὴ τούτη μαζὶ μὲ τοὺς ὕμνους τῆς ἡμέρας αὐτῆς μᾶς παρουσιάζουν τὴ μετάνοια σὰν ἐπιστροφὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν ἐξορία.
 Ὁ ἄσωτος γιός, λέει τὸ Εὐαγγέλιο, πῆγε σὲ μία μακρινὴ χώρα καὶ κεῖ σπατάλησε ὅτι εἶχε καὶ δὲν εἶχε. Μία μακρινὴ χώρα! Εἶναι ὁ μοναδικὸς ὁρισμὸς τῆς ἀνθρώπινης κατάστασης ποὺ θὰ πρέπει νὰ ἀποδεχτοῦμε καὶ νὰ τὸν οἰκειοποιηθοῦμε καθὼς ἀρχίζουμε τὴν προσέγγισή μας στὸ Θεό. Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ποτὲ δὲν εἶχε αὐτὴ τὴν ἐμπειρία, ἔστω καὶ γιὰ λίγο, ποὺ ποτὲ δὲν αἰσθάνθηκε ὅτι εἶναι ἐξόριστος ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ζωή, αὐτὸς ποτὲ δὲ θὰ καταλάβει τί ἀκριβῶς εἶναι ὁ Χριστιανισμός. Καὶ αὐτὸς ποὺ νιώθει «σὰν στὸ σπίτι του» σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο καὶ στὴ ζωὴ τοῦ κόσμου τούτου, ποὺ ἔμεινε ἄτρωτος ἀπὸ τὴ νοσταλγία γιὰ μία ἄλλη πραγματικότητα, αὐτὸς δὲ θὰ καταλάβει τί εἶναι μετάνοια.
Ἡ μετάνοια συχνὰ ταυτίζεται μὲ μία «ψυχρὴ καὶ ἀντικειμενικὴ» ἀπαρίθμηση ἁμαρτιῶν καὶ παραβάσεων, ὅπως μία πράξη «ὁμολογίας ἐνοχῆς» ὕστερα ἀπὸ μία νόμιμη μήνυση. Ἡ ἐξομολόγηση καὶ ἡ ἄφεση ἁμαρτιῶν θεωροῦνται σὰν νὰ ἦταν δικαστικῆς φύσεως. Ἀλλὰ παραβλέπεται κάτι πολὺ οὐσιαστικὸ χωρὶς τὸ ὁποῖο οὔτε ἡ ἐξομολόγηση οὔτε ἡ ἄφεση ἔχει κάποιο πραγματικὸ νόημα ἢ κάποια δύναμη. Αὐτὸ τὸ «κάτι» εἶναι ἀκριβῶς τὸ αἴσθημα τῆς ἀποξένωσης ἀπὸ τὸ Θεό, ἀπὸ τὴ μακαριότητα τῆς κοινωνίας μαζί Του, ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ζωὴ ὅπως τὴ δημιούργησε καὶ μᾶς τὴν ἔδωσε Ἐκεῖνος. Ἀλήθεια, εἶναι πολὺ εὔκολο νὰ ἐξομολογηθῶ ὅτι δὲν νήστεψα τὶς καθορισμένες γιὰ νηστεία μέρες, ἢ ὅτι παράλειψα τὴν προσευχή μου ἢ ὅτι θύμωσα. Ἀλλὰ εἶναι ἐντελῶς διαφορετικὸ πράγμα νὰ παραδεχτῶ ξαφνικὰ ὅτι ἔχω ἀμαυρώσει καὶ ἔχω χάσει τὴν πνευματική μου ὀμορφιά, ὅτι εἶμαι πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὸ πραγματικό μου σπίτι, τὴν ἀληθινὴ ζωὴ καὶ ὅτι κάτι πολύτιμο καὶ ἁγνὸ καὶ ὄμορφο ἔχει ἀνέλπιστα καταστραφεῖ στὴ δομὴ τῆς ὕπαρξής μου. Παρ’ ὅλα αὐτὰ ὅμως, αὐτὸ καὶ μόνο αὐτό, εἶναι μετάνοια καί, ἐπὶ πλέον, εἶναι μία βαθιὰ ἐπιθυμία ἐπιστροφῆς, ἐπιθυμία νὰ γυρίσω πίσω, νὰ ἀποκτήσω ξανὰ τὰ χαμένο σπίτι.
Ἔλαβα ἀπὸ τὸ Θεὸ θαυμαστὰ πλούτη: πρῶτα ἀπ’ ὅλα τὴ ζωὴ καὶ τὴ δυνατότητα νὰ τὴ χαίρομαι, νὰ τὴν ὀμορφαίνω μὲ νόημα, ἀγάπη καὶ γνώση: ὕστερα — μὲ τὸ Βάπτισμα — ἔλαβα τὴ νέα ζωὴ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ Χριστό, τὰ δῶρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὴν εἰρήνη καὶ τὴ χαρὰ τῆς οὐράνιας Βασιλείας. Ἔλαβα τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ καὶ μέσα ἀπ’ αὐτή, τὴ δυνατότητα νὰ γνωρίσω καθετὶ καὶ τὴ δύναμη νὰ εἶμαι «τέκνον Θεοῦ». Καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ἔχασα, τὰ χάνω καθημερινά, ὄχι μόνο μὲ τὶς «συγκεκριμένες ἁμαρτίες» καὶ τὶς «παραβάσεις» ἀλλὰ μὲ τὴν ἁμαρτία ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν: τὴν ἀπομάκρυνση τῆς ἀγάπης μου ἀπὸ τὸ Θεό, προτιμώντας τὴν «μακρινὴ χώρα» ἀπὸ τὸ ὄμορφο σπίτι τοῦ Πατέρα.
Ἡ Ἐκκλησία ὅμως εἶναι ἐδῶ παροῦσα γιὰ νὰ μοῦ θυμίζει τί ἔχω ἐγκαταλείψει, τί ἔχω χάσει. Καὶ καθώς μοῦ τὰ ὑπενθυμίζει μὲ τὸ Κοντάκιο τῆς ἡμέρας αὐτῆς, ἀναλογίζομαι ὅτι: Τῆς πατρῴας, δόξης σου, ἀποσκιρτήσας ἀφρόνως, ἐν κακοῖς ἐσκόρπισα, ὅν μοι παρέδωκας πλοῦτον· ὅθεν σοι τὴν τοῦ Ἀσώτου, φωνὴν κραυγάζω· Ἥμαρτον ἐνώπιόν σου Πάτερ οἰκτίρμον, δέξαι με μετανοοῦντα, καὶ ποίησόν με, ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου.
Καί, καθὼς ἀναλογίζομαι, βρίσκω μέσα μου τὴν ἐπιθυμία τῆς ἐπιστροφῆς καὶ τὴ δύναμη νὰ τὴν πραγματοποιήσω: «ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῶ, πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου, ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου».
Θὰ πρέπει ἐδῶ νὰ ἀναφέρουμε εἰδικὰ μία λειτουργικὴ λεπτομέρεια τῆς Κυριακῆς τοῦ Ἀσώτου. Στὸν Ὄρθρο, μετὰ τὸν γιορταστικὸ καὶ χαρούμενο ψαλμὸ τοῦ Πολυελαίου, ψέλνουμε τὸν λυπηρὸ καὶ νοσταλγικὸ 136ο ψαλμό:
Ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθήσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν ἐν τῷ μνησθῆναι ἡμᾶς τῆς Σιὼν... πῶς ἄσομαι τὴν ὠδὴν Κυρίου ἐπὶ γῆς ἀλλότριας; ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου Ἱερουσαλήμ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου· κολληθείη ἡ γλῶσσά μου τῷ λαρύγγί μου, ἐὰν μὴ σου μνησθῶ, ἐὰν μὴ προανατάξωμαι τὴν Ἱερουσαλὴμ ὡς ἐν ἀρχῇ τῆς εὐφροσύνης μου.
Εἶναι ὁ ψαλμὸς τῆς ἐξορίας. Τὸν ἔψαλλαν οἱ Ἑβραῖοι κατὰ τὴ βαβυλώνια αἰχμαλωσία τους καθὼς σκέφτονταν τὴν ἱερὴ πόλη τους, τὴν Ἱερουσαλήμ. Ἀπὸ τότε ὁ ψαλμὸς αὐτὸς ἔγινε ὁ ψαλμὸς τοῦ ἀνθρώπου ποὺ συνειδητοποιεῖ τὴν ἀποξένωσή του ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ συναισθανόμενος αὐτὴ τὴν ἐξορία γίνεται πάλι ἄνθρωπος. Γίνεται ἐκεῖνος ποὺ ποτὲ πιὰ δὲ θὰ νιώσει βαθιὰ ἱκανοποίηση μὲ τίποτε στὸν «πεπτωκότα» αὐτὸν κόσμο, γιατί ἀπὸ τὴ φύση καὶ ἀπὸ τὴν κλήση του εἶναι ἕνας ἀναζητητὴς τοῦ Τέλειου. Ὁ ψαλμὸς αὐτὸς θὰ ψαλεῖ δύο ἀκόμα φορές: τὶς δύο τελευταῖες Κυριακὲς πρὶν ἀπὸ τὴ Μεγάλη Σαρακοστή· καὶ τὴν παρουσιάζει σὰν ἕνα μακρινὸ ταξίδι, σὰν μετάνοια, σὰν ἐπιστροφὴ.



Γιατί να ντρέπεσαι λοιπόν... ( Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος )



Aλήθεια, ποιό λιμάνι μπορεί να συγκριθεί με το λιμάνι της Εκκλησίας; Ποιός παράδεισος μπορεί να συγκριθεί με τον παράδεισο των συγκεντρωμένων πιστών; Δεν υπάρχει εδώ φίδι που γυρεύει να μάς βλάψει, μόνο ο Xριστός που μάς οδηγεί μυστικά. … Γι’ αυτό δεν θα ‘ταν λάθος αν θεωρούσαμε την εκκλησία πιο σπουδαία από την κιβωτό. Γιατί η κιβωτός δεχόταν βέβαια τα ζώα και τα διατηρούσε ζώα- η εκκλησία όμως δέχεται τα ζώα και τα αλλάζει. Tί εννοώ μ’ αυτό: Mπήκε στην κιβωτό ένα γεράκι, βγήκε πάλι γεράκι- μπήκε ένας λύκος, βγήκε πάλι λύκος. Eδώ μπαίνει κανείς γεράκι και βγαίνει περιστέρι- μπαίνει λύκος και βγαίνει πρόβατο- μπαίνει φίδι και βγαίνει αρνί΄ όχι επειδή μεταβάλλεται η φύση του, αλλά επειδή διώχνεται μακριά η κακία...
Γι’ αυτό φέρνω το λόγο διαρκώς στη μετάνοια. Γιατί η μετάνοια, που στον αμαρτωλό φαντάζει φοβερή και τρομερή, γιατρεύει τα παραπτώματα- εξαφανίζει τις παρανομίες- σταματά το δάκρυ- δίνει παρρησία μπροστά στο Θεό- είναι όπλο κατά του διαβόλου- μαχαίρι που τού κόβει το κεφάλι- ελπίδα σωτηρίας- αφαίρεση της απελπισίας. Aυτή ανοίγει στον άνθρωπο τον ουρανό. Aυτή τον οδηγεί στον παράδεισο. Aυτή νικά τον διάβολο. Γι’ αυτό ακριβώς και σάς μιλώ συνέχεια γι’ αυτήν. Όπως από την άλλη κι η υπερβολική αυτοπεποίθηση μάς οδηγεί στην πτώση.
Eίσαι αμαρτωλός; Mήν απελπίζεσαι. Δεν σταματώ, σα φάρμακα αυτά τα λόγια συνεχώς να σάς τα δίνω. Γιατί ξέρω καλά τί όπλο δυνατό που είναι κατά του διαβόλου το να μη χάνεις την ελπίδα σου. Aν έχεις αμαρτήματα, μην απελπίζεσαι. Δεν παύω διαρκώς αυτά τα λόγια να τά επαναλαμβάνω. Aκόμα και αν αμαρτάνεις κάθε ημέρα, κάθε ημέρα να μετανοείς. Ας κάνουμε ό,τι ακριβώς και με τα σπίτια τα παλιά που είναι ετοιμόρροπα: αφαιρούμε τα παλαιά και σάπια υλικά και τ’ αντικαθιστούμε με καινούργια- και δε λησμονούμε διαρκώς να τα περιποιούμαστε.
Πάλιωσες σήμερα από την αμαρτία; Γίνε πάλι καινούργιος με τη μετάνοια. Mα είναι στ’ αλήθεια δυνατό, αυτός που θα μετανοήσει να σωθεί; – αναρωτιούνται μερικοί. Eίναι, και πολύ μάλιστα. Όλη μου τη ζωή μέσα στις αμαρτίες την πέρασα- και αν μετανοήσω, θα σωθώ; Nα είσαι απολύτως βέβαιος γι’ αυτό. Kι από που φαίνεται αυτό; Aπ’ τη φιλανθρωπία του Kυρίου σου. Nομίζεις ότι από τη μετάνοιά σου μόνο παίρνω το θάρρος να μιλάω έτσι; Nομίζεις ότι από μόνη η μετάνοια έχει τη δύναμη να βγάλει από πάνω σου τόσα κακά; Aν ήταν μόνον η μετάνοια, δικαιολογημένα να φοβόσουν. Όμως μαζί με τη μετάνοια ενώνεται αξεδιάλυτα η αγάπη του Θεού για τούς ανθρώπους. Kαι όριο αυτή η αγάπη δε γνωρίζει. Oύτε μπορεί κανείς να εξηγήσει με τα λόγια την απεραντοσύνη της αγάπης του Θεού. H δική σου κακία έχει ένα όριο- το φάρμακο όμως όριο δεν έχει. H δική σου κακία, όποια και να είναι, είναι μία ανθρώπινη κακία. Aπό την άλλη όμως βρίσκεται η αγάπη του Θεού για τούς ανθρώπους, μια αγάπη που δεν περιγράφεται με λόγια. Nα έχεις λοιπόν θάρρος, γιατί αυτή η αγάπη νικάει την κακία σου. Φαντάσου μία σπίθα να πέφτει μες στο πέλαγος. Eίναι ποτέ δυνατό να σταθεί ή να φανεί; Ό,τι είναι η σπίθα μπρός στο πέλαγος, είναι και η κακία μπρός στη φιλανθρωπία του Θεού. Ή μάλλον η διαφορά είναι ακόμη πιό μεγάλη. Γιατί το πέλαγος, όσο πλατύ κι αν είναι, κάπου τελειώνει βέβαια. H αγάπη όμως του Θεού για τούς ανθρώπους τέλος δεν γνωρίζει. Όλα αυτά σάς τ’ αναφέρω βέβαια όχι για νά σάς κάνω ράθυμους κι απρόσεκτους, αλλά για να σάς οδηγήσω στη μετάνοια με πιό μεγάλη προθυμία.
Διέπραξες κάποια παρανομία; Aιχμαλωτίστηκες από συνήθεια πονηρή; Kι ύστερα πάλι έφερες στο νου τα λόγια μου κι ένιωσες μέσα σου ντροπή; Έλα στην Εκκλησία! Ένιωσες λύπη μέσα στην καρδιά σου; Zήτησε τη βοήθεια του Θεού! Ήδη έχεις κάνει ένα βήμα προς τα εμπρός. Aλίμονο, ενώ άκουσα τις συμβουλές σου, δεν τις ακολούθησα. Πώς γίνεται να ‘ρθω στην εκκλησία πάλι; Πώς γίνεται ν’ ακούσω πάλι; Nάρθεις και νά ξανάρθεις ακριβώς γι’ αυτό, γιατί δεν τήρησες τις συμβουλές μου. Για να τις ξανακούσεις και να τις τηρήσεις.
Για πες μου, αν ο γιατρός βάλει ένα φάρμακο επάνω στην πληγή και δεν γίνεις καλά, δεν θα στο δώσει πάλι άλλη μέρα; Eίναι ένας ξυλοκόπος- θέλει να κόψει μια βελανιδιά. Παίρνει τσεκούρι- αρχίζει να χτυπά τη ρίζα. Aν δώσει ένα χτύπημα και δεν πέσει το άκαρπο δέντρο, δεν θα δώσει δεύτερο χτύπημα, δεν θα δώσει τρίτο, τέταρτο, δέκατο; Aυτό κάνε και σύ. Bελανιδιά είναι η πονηρή συνήθεια- άκαρπο δέντρο. Tα βελανίδια της είναι τροφή μόνο για χοίρους, που δεν έχουν λογική. Pίζωσε με το χρόνο μέσα στο μυαλό σου- νίκησε τη συνείδησή σου με το φύλλωμά της. O λόγος μου τσεκούρι. Tον άκουσες μια μέρα. Πώς είναι δυνατό σέ μία μέρα να πέσει κάτω αυτό που έχει πιάσει ρίζες μέσα σου τόσο καιρό; Λοιπόν, αν έρθεις δυό, αν έρθεις τρείς, αν έρθεις εκατό, αν έρθεις αναρίθμητες φορές ν’ ακούσεις, διόλου περίεργο δεν είναι. Mόνο προσπάθησε ν’ απαλλαγείς από ένα πράγμα πονηρό και δυνατό- από την πονηρή συνήθεια. Oι Iουδαίοι μάννα έτρωγαν, κι όμως ζητούσαν τα κρεμμύδια που έτρωγαν στην Aίγυπτο. «Kαλά – λέγαν- περνούσαμε στην Aίγυπτο». Άσχημο πράγμα η συνήθεια και ιδιαίτερα κακό! Λοιπόν, κι αν καταφέρεις νάρθεις δέκα μέρες, κι αν καταφέρεις νάρθεις είκοσι ή τριάντα, δεν σ’ αγκαλιάζω, δεν σέ επαινώ γι’ αυτό, δεν σού χρωστώ ευγνωμοσύνη. Mόνο μήν αποκάμεις- να μήν κουραστείς- αλλά νιώθε ντροπή και έλεγχε τον εαυτό σου.
Σας μίλησα πολλές φορές για την αγάπη. Ήρθες και άκουσες, κι ύστερα πήγες κι άρπαξες από τον αδερφό σου; Δεν ακολούθησες τα λόγια μου στη πράξη; Nα μη ντραπείς να ‘ρθείς στην Εκκλησία πάλι. Nτροπή να νιώθεις όταν αμαρτάνεις, μη ντρέπεσαι όταν μετανοείς. Kοίταξε τί σου έκανε ο διάβολος. Yπάρχουν δύο πράγματα- η αμαρτία και η μετάνοια. H αμαρτία είναι τραύμα- η μετάνοια φάρμακο. Όπως ακριβώς για τά σώματα υπάρχουν φάρμακα και τραύματα, το ίδιο και γιά την ψυχή- υπάρχουν τα αμαρτήματα και η μετάνοια.
H αμαρτία μέσα της έχει την ντροπή- η μετάνοια έχει το θάρρος και την παρρησία. Θέλω να με ακούσεις, σε παρακαλώ, με προσοχή, μήπως και δεν αντιληφθείς πώς είναι η τάξη των πραγμάτων, και χάσεις έτσι την ωφέλεια. Πρόσεξε τί θα πω! Yπάρχει το τραύμα- υπάρχει και το φάρμακο. Yπάρχει η αμαρτία- υπάρχει και η μετάνοια. Tο τραύμα είναι η αμαρτία- το φάρμακο η μετάνοια. Στο τραύμα υπάρχει πύον και μόλυνση- υπάρχει ντροπή- υπάρχει χλεύη. Στη μετάνοια υπάρχει παρρησία- το φάρμακο η δύναμη να καθαρίζει αυτό που έχει μολυνθεί. Στην αμαρτία υπάρχει μόλυνση- υπάρχει ελευθερία- υπάρχει καθαρισμός του αμαρτήματος. Παρακολούθησε με προσοχή τα λόγια μου! Mετά την αμαρτία έρχεται η ντροπή- μετά τη μετάνοια ακολουθεί το θάρρος και η παρρησία. Έδωσες προσοχή σ’ αυτό που είπα; Aυτή την τάξη των πραγμάτων την αντέστρεψε ο διάβολος, και έδωσε στην αμαρτία παρρησία, και στη μετάνοια έδωσε ντροπή.
Γιατί να ντρέπεσαι λοιπόν; Δεν ένιωθες ντροπή τότε που έπραττες την αμαρτία και νιώθεις τώρα που έρχεσαι να βάλεις φάρμακο επάνω στην πληγή. Tώρα που απαλλάσσεσαι από την αμαρτία, τώρα ντρέπεσαι; Όφειλες τότε να αισθάνεσαι ντροπή- έπρεπε τότε να ντρεπόσουν- τότε, όταν έπραττες την αμαρτία. Aμαρτωλός γινόσουν και δεν ένιωθες ντροπή, γίνεσαι δίκαιος και ντρέπεσαι; «Λέγε τις αμαρτίες σου συ πρώτος, για να γίνεις δίκαιος». Ώ μέγεθος φιλανθρωπίας του Kυρίου! Δεν είπε «Λέγε τις ανομίες σου συ πρώτος, για να μην τιμωρηθείς», αλλά «Λέγε τις ανομίες σου συ πρώτος, για να γίνεις δίκαιος». Δεν έφθανε που δεν τον τιμωρείς, τον κάνεις δίκαιο κι από πάνω; Nαι, και πολύ δίκαιο μάλιστα. Πρόσεξε ακριβώς αυτά τα λόγια! Λέει: Tον κάνω δίκαιο αυτόν που θα μετανοήσει. Θέλεις να μάθεις και σε ποιά περίπτωση το έκανε αυτό; Tότε με τον ληστή. Mέ το να πει ο ληστής στο σύντροφό του απλώς και μόνο εκείνα τα γνωστά μας λόγια! «Mα ούτε τον Θεό δεν φοβάσαι εσύ; Kι εμείς δίκαια βέβαια- έχουμε μία τιμωρία όπως μάς αξίζει, για όλα όσα κάναμε»- την ίδια εκείνη τη στιγμή του λέει ο Σωτήρας: «Σήμερα κιόλας μαζί μου θα είσαι στον παράδεισο». Δεν του είπε: «σε απαλλάσσω από την κόλαση κι από την τιμωρία», αλλά τον βάζει στον παράδεισο, αφού τον κάνει δίκαιο.
Eίδες πώς έγινε ο άνθρωπος με την εξομολόγηση της αμαρτίας δίκαιος; Eίναι μεγάλη η φιλανθρωπία του Θεού! Θυσίασε τον Yιό, γιατί λυπήθηκε τον δούλο, παρέδωσε τον Mονογενή, για ν’ αγοράσει δούλους αχάριστους- πλήρωσε, δίνοντας για τίμημα το αίμα του Yιού Tου. Ώ μέγεθος φιλανθρωπίας του Kυρίου! Kαι μη μου πεις πάλι τα ίδια- «έχω πολλές αμαρτίες» και «πώς θα μπορέσω να σωθώ;». Eσύ δεν μπορείς, μπορεί όμως ο Kύριός σου και είναι τόση η δύναμή Tου, ώστε τα αμαρτήματα τα εξαλείφει.
Παρακολούθησε με προσοχή αυτά τα λόγια! Tα αμαρτήματα τα εξαλείφει, έτσι που ίχνος τους δε μένει. Bέβαια για τα σώματα αυτό δεν είναι δυνατό. Aκόμα κι αν αμέτρητες φορές θα προσπαθήσει ο γιατρός, ακόμα κι αν θα βάλει φάρμακα επάνω στην πληγή, γιατρεύει βέβαια την πληγή- πολλές φορές όμως πληγώνεται κανείς στο πρόσωπο και ενώ το τραύμα θεραπεύεται, μένει κάποιο σημάδι, που ασχημίζει και το πρόσωπο, αλλά και που θυμίζει πώς υπήρξε κάποτε ένα τραύμα. Kαι αγωνίζεται με χίλιους τρόπους ο γιατρός να εξαλείψει πέρα από την πληγή και το σημάδι. Mα όμως δεν τα καταφέρνει, γιατί τον αντιμάχεται η φύση του ανθρώπου η ασθενική και η αδυναμία της ιατρικής και των φαρμάκων. O Θεός όμως, όταν εξαλείφει τα αμαρτήματα, δεν αφήνει σημάδι ούτε επιτρέπει να παραμείνει κάποιο ίχνος επάνω στην ψυχή- αλλά μαζί με την υγεία χαρίζει και την ομορφιά- μαζί με την απαλλαγή από την τιμωρία δίνει και τη δικαιοσύνη- κι εκείνον που αμάρτησε, τον κάνει να ‘ναι ίσος με αυτόν που δεν αμάρτησε. Γιατί αφαιρεί το αμάρτημα και κάνει όχι μόνο να μην υπάρχει τώρα πια αυτό, αλλά και να μην έχει υπάρξει ούτε και στο παρελθόν. M’ αυτόν τον τρόπο ολοκληρωτικά το εξαλείφει. Δεν υπάρχει πλέον ουλή- δεν υπάρχει σημάδι- δεν υπάρχει ίχνος που να θυμίζει το τραύμα- δεν υπάρχει το παραμικρό που να φανερώνει πως υπήρξε πληγή (…).
 Παρακολούθησε με προσοχή αυτά τα λόγια! Γιατί για όλους είναι, όλους αφορούν και οδηγούν στη σωτηρία. Παρασκευάζω φάρμακα, που είναι πιο σπουδαία από τα φάρμακα των ιατρών (…). Στα χέρια της μετάνοιας σάς παραδίδω- για να γνωρίσετε τη δύναμη που έχει- για να γνωρίσετε τί είναι ικανή να κατορθώσει και για να μάθετε πώς δεν υπάρχει αμάρτημα που να μπορεί να τη νικήσει, ούτε παράβαση του νόμου που να μπορεί να υπερισχύσει πάνω απ’ τη δική της δύναμη (…). Γνωρίζοντας, λοιπόν, το φάρμακο αυτό της μετάνοιας, ας απευθύνουμε δοξολογία στο Θεό. Γιατί η δόξα και η δύναμη αιώνια είναι δική Tου. Aμήν.”
Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος


Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2016

Αγάπη.....




Η ανέκφραστη ειρήνη, που έχουν οι άγιοι άγγελοι, οφείλεται σ’ αυτά τα δύο: στην αγάπη προς το Θεό και στην αγάπη αναμεταξύ τους. Το ίδιο συμβαίνει και με τους αγίους όλων των αιώνων. Πολύ καλά λοιπόν έχει λεχθεί από το Σωτήρα μας, ότι σ’ αυτές τις δύο εντολές συνοψίζονται όλος ο νόμος και η διδασκαλία των προφητών, (Ματθ. 22, 40).  
Άγιος Μάξιμος Ομολογητής

http://salograia.blogspot.com/

Η Ειρήνη !!!! Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου



Όλοι επιθυμούν την ειρήνη , μα δεν ξέρουν πώς να την αποκτήσουν . Ο Μέγας Παΐσιος κυριεύθηκε από θυμό και παρακάλεσε τον Κύριο να τον ελευθερώσει από αυτό το πάθος . Ο Κύριος εμφανίστηκε σ ‘ αυτόν και του είπε : «Παΐσιε , αν θέλεις να μην οργίζεσαι , μην επιθυμείς τίποτε , μη κρίνεις και μη μισήσεις κανένα και θα έχεις την ειρήνη». Έτσι κάθε άνθρωπος που κάνει το θέλημα του να υποχωρεί έναντι του Θεού και των ανθρώπων , θα είναι πάντα ειρηνικός στην ψυχή . Όποιος όμως αγαπά να κάνει το θέλημά του , αυτός δεν θάχει ειρήνη .
Ψυχή που παραδόθηκε στο θέλημα του Θεού υποφέρει εύκολα κάθε θλίψη και κάθε ασθένεια ‘ γιατί τον καιρό της ασθένειας παραμένει στη θέα του Θεού και προσεύχεται : «Κύριε , Συ βλέπεις την ασθένειά μου . Εσύ ξέρεις πόσο αμαρτωλός και αδύνατος είμαι ‘ βοήθησέ με να υπομένω και να ευχαριστώ την αγαθότητά Σου». Και ο Κύριος ανακουφίζει τον πόνο και η ψυχή αισθάνεται την εγγύτητα του Θεού και μένει κοντά στον Θεό γεμάτη χαρά και ευγνωμοσύνη .

Αν υποστείς καμιάν αποτυχία , σκέψου : «Ο Κύριος βλέπει την καρδιά μου και αν είναι θέλημά Του , όλα θα είναι για το καλό το δικό μου και των άλλων». Έτσι η ψυχή σου θα έχει πάντα ειρήνη . Αλλ ‘ αν αρχίζει κανείς να παραπονείται : αυτό δεν είναι καλό , εκείνο δεν είναι όπως πρέπει , τότε ποτέ στην ψυχή του δεν θα υπάρχει ειρήνη , έστω κι αν νηστεύει και προσεύχεται πολύ . …

… Ο Κύριος μας αγαπά κι έτσι μπορούμε να μη φοβόμαστε τίποτε , εκτός από την αμαρτία ‘ γιατί εξαιτίας της αμαρτίας χάνεται η χάρη και χωρίς την χάρη του Θεού ο εχθρός παρασύρει την ψυχή , όπως παρασύρει ο άνεμος τα ξερά φύλλα ή τον καπνό . …

… Το κατόρθωνε γιατί αγαπούσε τον λαό και δεν έπαυε να προσεύχεται γι ‘ αυτόν :

«Κύριε , δώσε την ειρήνη Σου στον λαό Σου».

«Κύριε , δώσε στους δούλους Σου το Πνεύμα Σου το Άγιο , για να θάλπει τις ψυχές τους με την αγάπη Σου και να τους οδηγεί σ ‘ όλη την αλήθεια και σε κάθε αγαθό». …

… Έτσι , προσευχόμενος συνεχώς για τον λαό , διαφύλασσε την ειρήνη της ψυχής , ενώ εμείς την στερούμαστε , γιατί δεν υπάρχει μέσα μας αγάπη για τον λαό . Οι Άγιοι Απόστολοι και όλοι οι Άγιοι ποθούσαν την σωτηρία του λαού και , όταν βρίσκονταν ανάμεσα σ ‘ ανθρώπους , προσεύχονταν διακαώς γι ‘ αυτούς . Το Άγιο Πνεύμα τους έδινε τη δύναμη ω ‘ αγαπούν τον λαό . Κι εμείς , αν δεν αγαπούμε τον αδελφό , δεν θα έχομε ειρήνη . …

… Ο Όσιος Παΐσιος ο Μέγας προσευχόταν για ένα μαθητή του που αρνήθηκε τον Χριστό . Ενώ λοιπόν προσευχόταν , του εμφανίστηκε ο Κύριος και του είπε : «Παΐσιε , για ποιόν παρακαλείς ; Δεν ξέρεις πώς μ ‘ έχει αρνηθεί ;» Ο Παίσιος όμως εσυνέχιζε να λυπάται τον μαθητή του και τότε του είπε ο Κύριος : «Παίσιε , έγινες όμοιος με μένα στην αγάπη».

Έτσι αποκτάται η ειρήνη και εκτός απ ‘ αυτόν δεν υπάρχει άλλος δρόμος . …

… Ψυχή αμαρτωλή , αιχμάλωτη στα πάθη , δεν μπορεί να έχει ειρήνη και χαρά εν Κύριο , έστω κι αν έχει όλα τα πλούτη της γης , έστω κι αν βασιλεύει σ ‘ όλο τον κόσμο . Αν σ ‘ ένα τέτοιο βασιλιά , την ώρα που διασκεδάζει σε συμπόσιο με τους πρίγκιπες του καθισμένος στο θρόνο του δοξασμένος , αν του πούμε ξαφνικά : «Βασιλιά , πεθαίνεις σε λίγο», τότε η ψυχή του θα ταραζόταν , θα έτρεμε από το φόβο και θα έβλεπε την αδυναμία του .

Πόσοι όμως υπάρχουν φτωχοί , αλλά πλούσιοι σε αγάπη για τον Θεό , που αν τους έλεγαν : «Τώρα πεθαίνεις» , θα απαντούσαν ειρηνικά : «Ας γίνει το θέλημα του Κυρίου . Ας είναι δοξασμένος ο Κύριος , γιατί με θυμήθηκε και θέλει να με πάρει εκεί , όπου πρώτος μπήκε ο ληστής». …

… Δόξα Σοι , Κύριε , γιατί τώρα έρχομαι σε Σένα και θα βλέπω αιώνια με ειρήνη και αγάπη το Πρόσωπό Σου . Το ιλαρό , πράο βλέμμα Σου αιχμαλώτισε την ψυχή μου και αυτή λιώνει για Σένα». …

… Αν όμως συνηθίσομε να προσευχόμαστε θερμά για τους εχθρούς μας και να τους αγαπούμε , θα παραμείνει για πάντα η ειρήνη στις καρδιές μας .

Δεν μπορεί να έχει ειρήνη η ψυχή , αν δεν μελετά μέρα και νύχτα τον νόμο του Θεού . Γιατί αυτός ο νόμος γράφτηκε από το Πνεύμα του Θεού και το Πνεύμα του Θεού πηγαίνει από τη Γραφή στην ψυχή . Κι η ψυχή αισθάνεται γλυκύτητα και ευχαρίστηση γι ‘ αυτό και δεν θέλει πια ν ‘ αγαπά τα επίγεια , γιατί η αγάπη για τα επίγεια ερημώνει τον νου . Η ψυχή τότε καταλαμβάνεται από αθυμία , αγριεύει και παύει να προσεύχεται . Κι ο εχθρός , βλέποντας πώς η ψυχή απομακρύνθηκε από τον Θεό , την σαλεύει και εύκολα συγχύζει τον νου με διάφορους άτακτους λογισμούς κι έτσι περνά ολόκληρη τη μέρα και δεν μπορεί να βλέπει καθαρά τον Κύριο .

Όποιος έχει μέσα του την ειρήνη του Αγίου Πνεύματος , σκορπίζει ειρήνη και στους άλλους . Όποιος όμως έχει μέσα του πνεύμα κακό , σκορπά και στους άλλους το κακό . …

… Ο θυμώδης άνθρωπος υποφέρει ο ίδιος μεγάλο μαρτύριο από πονηρό πνεύμα , εξαιτίας της υπερηφάνειας του . Ο υφιστάμενος , όποιος κι αν είναι , πρέπει να το καταλαβαίνει και να προσεύχεται για τον ψυχικά άρρωστο προ’ι’στάμενό του και τότε ο Κύριος , βλέποντας την υπομονή του , θα του δώσει άφεση αμαρτιών και αδιάλειπτη προσευχή . Είναι μέγα έργον ενώπιον του Θεού το να προσεύχεται κανείς γι ‘ αυτούς που τον αδικούν και τον προσβάλλουν . Εξαιτίας αυτού θα του δώσει ο Κύριος τη χάρη και θα γνωρίσει με το Άγιο Πνεύμα τον Κύριο . Κι έτσι θα υπομείνει τότε , χάριν του Κυρίου , με χαρά όλες τις θλίψεις και θα του δώσει ο Κύριος αγάπη για όλο τον κόσμο και θα επιθυμεί ολόψυχα το καλό για όλους και θα προσεύχεται για όλους όπως για την ψυχή του .

Ο Κύριος μας έδωσε την εντολή ν ‘ αγαπούμε τους εχθρούς και όποιος αγαπά τους εχθρούς εξομοιώνεται με τον Κύριο . Η αγάπη για τους εχθρούς δεν είναι δυνατή παρά μόνο με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος . Γι ‘ αυτό , μόλις σε προσβάλει κανείς , προσευχήσου γι ‘ αυτόν στον Θεό κι έτσι θα διατηρήσεις την ειρήνη του Θεού στην ψυχή σου . …

… Αν κάποιος ως προϊστάμενος αναγκαστεί να δικάσει έναν άλλο για κάποιο παράπτωμα , πρέπει να παρακαλεί τον Κύριο να του δώσει συμπάσχουσα καρδιά , την οποία αγαπά ο Κύριος , και τότε θα κρίνει σωστά . Αν κρίνει όμως λαμβάνοντας υπόψη μόνο τα έργα του υποδίκου , τότε θα πέσει σε λάθη και δεν θ ‘ αρέσει στον Κύριο .

Πρέπει να κρίνει κανείς με σκοπό τη διόρθωση του ανθρώπου και συνεπώς είναι ανάγκη να συμπονή ο δικαστής κάθε ψυχή , κάθε πλάσμα και κτίσμα του Θεού και να έχει καθαρή συνείδηση σ ‘ όλες τις πτυχές της ζωής του και τότε θα βρει βαθιά ειρήνη στην ψυχή και τον νου . …

… Αν εγνώριζαν οι βασιλιάδες και οι κυβερνήτες των λαών την αγάπη του Θεού , δεν θα έκαναν ποτέ πόλεμο . Ο πόλεμος προέρχεται από τις αμαρτίες και όχι από την αγάπη . Ο Κύριος μας εδημιούργησε κατά την αγάπη Του και μας παρήγγειλε να ζούμε με αγάπη .

Αν οι άρχοντες τηρούσαν τις εντολές του Κυρίου και ο λαός και οι υπήκοοι υπάκουαν με ταπείνωση , θα υπήρχε μεγάλη ειρήνη και αγαλλίαση πάνω στη γη . Εξαιτίας όμως της φιλαρχίας και της ανυπακοής των υπερήφανων υποφέρει όλη η οικουμένη . …

Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου

http://agiosmgefiras.blogspot.gr/

Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016

Ο πατριάρχης Αντιοχείας στον τάφο του π.Ισαάκ στην Καψάλα




Ο πατριάρχης Αντιοχείας Ιωάννης Γιαζίγκι (αγιορείτης ο ίδιος και αδελφός του σφαγιασθέντος απο τζιχαντιστες επίσης αγιορείτη μητροπολίτη Χαλεπίου π.Παύλου) στην επίσκεψη του στον Αγιο Όρος.Κατά την 3η ημέρα της παραμονής του στον Ιερό Άθωνα επισκέφθηκε το κελλί της Αναστάσεως στην Καψάλα , όπου και ο τάφος του μακαριστού γέροντος Ισαάκ,του εκ Λιβάνου, πνευματικού υιού του γέροντος Παϊσίου.

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΜΟΥ Ο ΙΣΑΑΚ Ο ΛΙΒΑΝΕΖΟΣ Γ΄ - π. ΑΡΣΕΝΙΟΣ ΚΑΤΕΡΕΛΟΣ


Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2016

Βίος Αγίου Θεοδώρου του Νεομάρτυρα του Βυζαντινού





Ο Άγιος Θεόδωρος ο Νεομάρτυρας ο Βυζαντινός εορτάζει στις 17 Φεβρουαρίου

Τα παιδικά χρόνια του Νεομάρτυρα Αγίου Θεοδώρου του Βυζαντίου

Ο Νεομάρτυρας Θεόδωρος ο Βυζάντιος, πολιούχος άγιος της Μυτιλήνης ανήκει στην εκλεκτή χορεία των γενναίων στρατιωτών του Χριστού που θυσίασαν τη ζωή τους
στην ομολογία της Πίστεως στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Γεννήθηκε το έτος 1774 στο Νεοχώρι Βυζαντίου και ήταν παιδί ευσεβών ορθοδόξων Χριστιανών. Ο πατέρας
του ονομαζόταν Αναστάσιος και η μητέρα του Σμαραγδή. Η ευλογημένη αυτή οικογένεια έκτος από τον Θεόδωρο είχε και άλλα δυο παιδιά, τον Αντώνιο και τον Γεώργιο,
που είχαν διαπαιδαγωγηθεί χριστιανικά. Ο Θεόδωρος έζησε τα παιδικά του χρόνια με χριστιανικά βιώματα.

Ο πειρασμός όμως έχει πολλά δολώματα και πάντα είναι απειλητικός, όταν κανείς αμελήσει και φανεί απρόσεκτος. Ο άγιος Νεομάρτυρας Θεόδωρος, μάθαινε την τέχνη
του ζωγράφου κοντά σ' έναν ταλαντούχο δάσκαλο της ζωγραφικής. Κάποια μέρα ο Σουλτάνος αποφάσισε να διακοσμήσει τα ανάκτορα του. Επειδή λοιπόν είχε γίνει γνωστός για την τέχνη του ο Χριστιανός δάσκαλος της ζωγραφικής, τον κάλεσε μαζί και τον μαθητή του Θεόδωρο να δουλέψουν στο παλάτι του και να το ομορφύνουν.
Ο νεαρός Θεόδωρος είχε θαμπωθεί από τα πλούσια αγαθά και τη χλιδή του σουλτανικού ανακτόρου. Οι καθημερινές συναντήσεις και συναναστροφές με μουσουλμάνους,
οι ελκυστικές περιποιήσεις που απολάμβανε, το άστατο και άπειρο της ήλικίας του, άρχισαν να τον απομακρύνουν από την πραγματικότητα της ζωής που αντιμετώπιζε
το σκλαβωμένο Γένος. Άρχισε να ξεθωριάζει η πίστη του στον Χριστό και η αγάπη του στην Πατρίδα.

Η αλλαξοπιστία του

Οι άνθρωποι του Σουλτάνου, που είχαν φροντίσει να του προσφέρουν εφήμερες χαρές και απολαύσεις, του ζήτησαν κάποια μέρα να γίνει δικός τους και του υπόσχονταν
τιμές και αξιώματα. Ο Θεόδωρος ζει σαν σε όνειρο. Δέχεται λοιπόν ν' αλλαξοπιστήσει δημόσια. Να αρνηθεί τον Χριστό και ν' ασπαστεί τη μωαμεθανική θρησκεία.



Η πνευμονική πανώλης - Αρχή μετανοίας

Ο Κύριος όμως, που θέλει όλοι να σωθούν, να ξεφύγουν από την πλάνη και να επιστρέψουν στην αλήθεια, φροντίζει και δίνει ευκαιρίες σωτήριας. Είχαν περάσει τρία
χρόνια από την ημέρα που ο Θεόδωρος είχε αρνηθεί την πίστη του και ζούσε με πολλές ανέσεις και απολαύσεις στα σεράγια του Σουλτάνου, όταν ξαφνικά φοβερή
θανατηφόρος επιδημία πνευμονικής πανώλους (πανούκλας), άρχισε να θερίζει ζωές στο Βυζάντιο. Φόβος και τρόμος απλώθηκε απ' άκρον εις άκρον. Το δρεπάνι του
θανάτου θερίζει δεκάδες καθημερινά στην Κωνσταντινούπολη. Ο ίδιος ο Σουλτάνος, πανικόβλητος, προστάζει να κλείσουν οι πόρτες του παλατιού και να κοπεί κάθε
επικοινωνία με τον έξω κόσμο.

Το γεγονός αυτό ταρακουνάει και τον αλλαξοπιστήσαντα Θεόδωρο. Καταλαβαίνει πόσο μικρά και τιποτένια φαίνονται όλα, όταν η απειλή του θανάτου γίνεται ορατή.
Και καθώς περνάνε όλα αυτά από το μυαλό του, ταράζεται και αυθόρμητα μονολογεί: «Παναγία μου, βοήθησέ με...» Δάκρυα καυτά ποτίζουν το μαξιλάρι του. Δάκρυα
μετανοίας. Παρακαλεί τον Χριστό, που πρόδωσε, να τον φυλάξει ζωντανό. Δεν θέλει να πεθάνει ως αρνητής Του. Κατόπιν προσπάθησε να δραπετεύσει μία φορά αλλά
οι τούρκοι τον βρήκαν και τον ξαναγύρισαν πίσω. Μετανοημένος κατέφυγε στην προσευχή ζητώντας από τον Θεό να τον συγχωρήσει.

Και πάλι όμως ο Πολυεύσπλαγχνος Θεός του δίνει την εύκαιρία να έλευθερωθεί σωματικά και ψυχικά. Να βρεθεί έξω από τα παλάτια του Σουλτάνου. Ο Θεόδωρος είχε
φιλία με έναν καλό Χριστιανό που έργαζόταν στις έξωτερικές δουλειές του παλατιού. Από αυτόν ζήτησε ο Άγιος να τον βοηθήσει. Του ζήτησε να του φέρει μια στολή
ναυτικού ώστε να ντυθεί με αυτήν και να καταφέρει να φύγει ανενόχλητος από τα ανάκτορα. Έτσι και έγινε. Ο Άγιος κατάφερε και έφυγε και πήγε στην Κωνσταντινούπολη
όπου πήγε σε κάποιο ιερέα και εξομολογήθηκε μετανοημένος το ολίσθημα του. Κατόπιν πήγε στο λιμάνι να επιβιβαστεί σε ένα χιώτικο καράβι για να γυρίσει στο νησί του.
Ενημέρωσε τον καπετάνιο ότι σε λίγο θα είναι κατάδικος και αυτός με κίνδυνο της ζωής του τον παίρνει μαζί τους, κρύβοντας τον. Και έτσι κατέφερε να φτάσει στη Χίο.



Μετάνοια και προσευχή

Στην Χίο ο Θεόδωρος κατέφυγε στην ιερά Μονή του Αγίου Μακαρίου Επισκόπου Κορίνθου, εκεί ανδρώθηκε πνευματικά ο πρώην εξωμότης. Κατηχήθηκε και οπλίστηκε η
ψυχή του. Ήτανε μια περίοδος μετανοίας, συντριβής, προσευχής και ψυχικής ανατάσεως. Εκεί με καυτά δάκρυα μετανοίας εξομολογήθηκε τρεις φορές. Γονατιστός ζήτησε
το έλεος του πολυεύσπλαχνου Θεού και τη συγχώρεσή Του για το φοβερό αμάρτημα της αρνησιθρησκίας. Ζήτησε τη συγχώρεση για όσα αμαρτήματα είχε διαπράξει ως
άνθρωπος. Μετανοημένος, συντετριμμένος αλλά και έτοιμος πλέον να ομολογήσει τον Χριστό, κοινώνησε και τα Άχραντα Μυστήρια. Σώμα και Αίμα Χριστού. Παρακαλούσε
τον Θεό να μην τον σιχαθεί για την άρνηση, στην οποία χωρίς κάνεις να τον βιάσει είχε υποκύψει, αλλά να τον ενδυναμώσει και να θερμάνει την καρδιά του στο μαρτύριο
που είναι αποφασισμένος να πορευτεί.

Ο πειρασμός της δειλίας

Ο σατανάς όμως που έβλεπε την πνευματική πρόοδο και την ψυχική δύναμη του Θεοδώρου θλιβόταν. Άρχισε λοιπόν να του βάζει λογισμούς ολιγοπιστίας και δειλίας.
Τότε ο μακάριος Θεόδωρος κατάλαβε ότι όσο μεγαλώνει ο πνευματικός του αγώνας άλλο τόσο μεγαλώνει και η επίθεση του πονηρού που επιχειρεί να πνίξει με πειρασμούς
φόβου και τρόμου τη βούλησή του. Για να πνίξει αυτούς τους λογισμούς αποφάσισε το γρηγορότερο να πάει να μαρτυρήσει. Αποχαιρετάει τον πνευματικό του πατέρα,
ο οποίος με πολύ αγάπη του δίνει τις τελευταίες πατρικές συμβουλές. Οι άγιοι πνευματικοί πατέρες γονατίζουν και προσεύχονται στον Θεό να ενισχύσει τον νέο υποψήφιο
μάρτυρά Του, και αυτός συγκινημένος από τις θερμές ευχές τους εγκαταλείπει τη Χίο. Η Μυτιλήνη είναι ο προορισμός του και στο ταξίδι του αυτό τον συνοδεύει ο
υπομονετικός Μοναχός Νεόφυτος. Θέλει να πάει εκεί, επειδή στο νησί, αυτό υπήρχαν ανώτερες τουρκικές αρχές. Όταν φτάνει στη Μυτιλήνη πρώτη φροντίδα του είναι να
κοινωνήσει τα Άχραντα Μυστήρια για στερνή ίσως φορά, καθώς είναι αμετάκλητα αποφασισμένος για το μαρτύριο. Κατόπιν κάτω από βαθιά συγκίνηση αποχαιρέτησε τον
συνοδό του Μοναχό Νεόφυτο. Τον παρακάλεσε ο Θεόδωρος μετά τον θάνατο του να πάει να βρει τους γονείς του και να τους παρηγορήσει γιατί πικρά τους είχε πικράνει.

Ενώπιον του Τούρκου κριτή

Ήτανε μέρα Πέμπτη της πρώτης εβδομάδας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, όταν ο Θεόδωρος ντυμένος με τούρκικη φορεσιά παρουσιάστηκε στον μωαμεθανό κριτή της
Μυτιλήνης. Εσύ είσαι ο κριτής; Ρώτησε ο μάρτυρας. Αυτός τότε αποκρίθηκε: Ναι, εγώ είμαι. Εσύ τι θέλεις; Τότε ο Νεομάρτυρας του είπε με θάρρος και αποφασιστικότητα:
-Εγώ ονομάζομαι Θεόδωρος. Είμαι Χριστιανός Ορθόδοξος, αλλά πριν από δέκα χρόνια, όταν ήμουνα παιδί, ξεγελάστηκα, έπεσα στα δίχτυα σας και αλλαξοπίστησα. Δέχτηκα
να φύγω από την αληθινή πίστη μου και να μπω στη δική σας την ψεύτικη. Τώρα έρχομαι εδώ να σας την επιστρέψω και ν' αναλάβω τη δική μου πίστη. Την πίστη των
Ορθοδόξων Χριστιανών.

Και λέγοντας αυτά έβγαλε αμέσως το τούρκικο σαρίκι, δηλαδή το τούρκικο κάλυμμα της κεφαλής του, και το πέταξε μπροστά στον κριτή με βδελυγμία. Έσκισε έπειτα και τα
πράσινα περικαλύμματά του και τα καταπάτησε με περιφρόνηση δείχνοντας έτσι ότι δεν έχει πλέον καμία σχέση με την Οθωμανική θρησκεία και τους Τούρκους.
Κατόπιν είπε στον κριτή:
-Εσύ λοιπόν που είσαι ο κριτής και άκουσες την ομολογία μου, πρέπει τώρα ν' αποφασίσεις. Ξέρεις ότι δεν είμαι πλέον δικός σας, αλλά του Κυρίου μου Ιησού Χριστού.
Ότι κακό σκέφτεσαι και σχεδιάζεις, για ν' απαλλαγείς από την παρουσία μου, κάνε το χωρίς αναβολή. Είμαι ήδη έτοιμος να υπομείνω με τη δύναμη του Κυρίου μου κάθε
οδυνηρή απόφασή σου.

Άρχισαν οργισμένοι οι παρευρισκόμενοι επίσημοι τον απομακρύνουν από τον κριτή σπρώχνοντας και κτυπώντας τον. Τον οδήγησαν στο παλάτι του Ναζήρου. Εκεί τον
φυλάκισαν με μια βαριά αλυσίδα περασμένη στον λαιμό του. Και όποιος τούρκος ήθελε πήγαινε στην φυλακή για να τον χτυπήσει και να τον χλευάσει. Την άλλη μέρα τον
δήγησαν με βία για εξέταση. Εκεί ο κριτής τον ρώτησε εάν ήρθε στα λογικά του. Ο Νεομάρτυρας όμως και πάλι ομολογούσε την πίστη του με θάρρος.



Τον βασανίζουν αγρία

Ακούγοντας την ομολογία του Νεομάρτυρα οι Τούρκοι τρίζουν τα δόντια τους από κακία. Ο Θεόδωρος οδηγείται έξω, «για να μην τους κολάζει» τάχα με τα λεγόμενά του.
Κατά την έξοδο, σε όλη τη διαδρομή, τον χτυπούν, τον χαστουκίζουν, τον μαστιγώνουν και τον ξαναγυρίζουν στη φυλακή. Εκεί τον δένουν και τον καταπληγώνουν με απανωτές
μαστιγώσεις, στα πόδια του κυρίως. Αφήνουν έπειτα ανοικτές τις πόρτες του δεσμωτηρίου του και επιτρέπουν σε κάθε χριστιανομάχο Οθωμανό να τον μαστιγώνει. Όλο το
σώμα του Νεομάρτυρα έχει γεμίσει πληγές άλλα υποφέρει καρτερικά. Ζητάει σιωπηλά με την προσευχή του τη θεία ενίσχυση και δεν παύει να λέει: «Χριστιανός είμαι».
Επακολουθούν όμως και άλλα φοβερά βασανιστήρια. Παίρνουν οι τύραννοι δυο κομμάτια κεραμίδια και τα δένουν στους κροτάφους του δυνατά με σχοινί. Υποφέρει αβάσταχτα
ο Θεόδωρος. Πετάγονται εφιαλτικά οι βολβοί των ματιών του, μεταμορφώνεται το πρόσωπο του και αλλάζει κλίση. Στρέφεται λοξά προς τα πίσω. Ο Νεομάρτυρας με όση
δύναμη του έχει απομείνει ομολογεί: «Χριστιανός, χριστιανός, χριστιανός είμαι»! Κι αυτό όμως ενοχλεί τους βασανιστές του. 

Για να επιβάλουν λοιπόν στον Μάρτυρα σιωπή, βάζουν στο στόμα του μια ράβδο και σφίγγουν πάνω σ' αυτή δυνατά τα δόντια του. Την αποσύρουν έπειτα με βίαιη κίνηση και σπάνε μερικά δόντια του. Οι δυνάμεις του Θεοδώρου αρχίζουν να τον εγκαταλείπουν. Και τότε λιπόθυμο, σχεδόν μισοπεθαμένο, τον εγκαταλείπουν οι Τούρκοι και φεύγουν. Την άλλη μέρα το πρωί, ξημερώνοντας Σάββατο, επισκέπτεται τον Νεομάρτυρα στο κελί της φυλακής του ένας Χριστιανός. Τον ακούει να ψάλλει μελωδικά «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια...» και τον βλέπει μ' έκπληξη να έχει δυνάμεις. Ο Άγιος ζήτησε από ένα Χριστιανό υπηρέτη καλαμάρι και έγραψε προς τον Επίσκοπο, για να του στείλει τη Θεία Κοινωνία. Όντως τα μεσάνυχτα
ο Άγιος μετάλαβε των Αχράντων Μυστηρίων.

Οδηγείται στην κρεμάλα

Χαράματα, Τούρκοι στρατιώτες και δήμιοι, μπαίνουν στο προαύλιο της φυλακής και κατευθύνονται προς το κελί του Μάρτυρα. Η καταδίκη του σε θάνατο είναι οριστική.
Του συμπεριφέρονται βάρβαρα. Τον χτυπούν και τον σέρνουν στους δρόμους σαν σφάγιο. Τον οδηγούν στον πλάτανο της πλατείας της Μυτιλήνης. Εκεί επιχειρούν να
δέσουν τα χέρια του και ο Μάρτυρας ζητάει από τους Αγαρηνούς να του τα αφήσουν ένα μόνο λεπτό ελεύθερα. Στέκεται τότε σε στάση προσοχής κοιτάζοντας ανατολικά
και κάνει τρεις φορές το σημείο του σταυρού και λέει:
«Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, ελέησον με τον αμαρτωλόν».

Τεντώνει έπειτα τα χέρια του στους δήμιους του και τους προτρέπει να του τα δέσουν. Οι Αγαρηνοί μαζεύονται τριγύρω στον Μάρτυρα, τον βλαστημούν, τον κοροϊδεύουν,
μιλάνε εχθρικά για την πίστη του. Τον μαστιγώνουν έπειτα αλύπητα και τον πετούν κατάχαμα. Τον ρωτούν με σαρκασμό πως ονομάζεται και ποιά είναι η πίστη του.
Ο Θεόδωρος βαριανασαίνοντας τους απαντά: «Θεόδωρο με λένε και Χριστιανός πεθαίνω!»
Τότε οι τύραννοι πέρασαν το κεφάλι του Μάρτυρα στη θηλιά της αγχόνης και τράβηξαν το σχοινί, ώστε ν' απαγχονιστεί. Αλλά ξαφνικά η κρεμάλα κόβεται και ο Θεόδωρος πέφτει
και πληγώνεται στο γόνατο απ' όπου τρέχει αίμα... Έτσι πληγωμένο τον ξανασηκώνουν οι δήμιοι και τον κρεμάνε σε σίγουρη, δυνατή κρεμάλα πλέον, όπου ο Μάρτυρας του
Χριστού αφήνει τη στερνή πνοή του. Μένει στην κρεμάλα τρεις ημέρες, κατά τις οποίες από το γόνατο του έσταζε αδιάκοπα αίμα. Οι Χριστιανοί που με προσευχές
συμπαραστέκονταν στο μαρτύριο του άρχισαν να πλησιάζουν μ' ευλάβεια το νεανικό σώμα του Νεομάρτυρα και το άγγιζαν με πολύ αγάπη και σεβασμό. Άλλοι κόβανε μικρά
κομμάτια από τον χιτώνα του κι άλλοι ακουμπούσαν μικρά τεμάχια υφάσματος στο ματωμένο γόνατο του και τα φυλάγανε αυτά στα σπίτια τους για ευλογία και αγιασμό.
Οι τύραννοι που ήταν εξαγριωμένοι, γιατί είχανε ντροπιαστεί από τη γενναία ομολογία του υπέρ της Πίστεως, διέταξαν να μείνει ο Θεόδωρος τρεις μέρες στην κρεμάλα.
Πίστευαν ότι έτσι θα μπορούσαν να τον εκδικηθούν και μετά τον θάνατο του και ότι το φονικό θέαμα της αγχόνης θα προκαλούσε φόβο και τρόμο στους Χριστιανούς του νησιού.
Αφού πέρασαν οι τρεις μέρες, ευλαβείς Χριστιανοί ζήτησαν επίσημα άδεια από την τοπική εξουσία των Τούρκων να κηδεύσουν και να ενταφιάσουν το άγιο λείψανο του.
Με βουβή συμμετοχή πλήθους πιστών έγινε η κηδεία και η ταφή του Νεομάρτυρα σε μια εκκλησία της Μυτιλήνης την ονομαζόμενη «Παναγία Χρυσομαλλούσα».

Το ιερό Λείψανο του Νεομάρτυρα

Τρία χρόνια μετά το μαρτυρικό τέλος και την ταφή χου Νεομάρτυρα οι Χριστιανοί στη Μυτιλήνη, με νωπή τη μνήμη της θυσίας του, φροντίζουν για την εκταφή του. Εκεί
διαπιστώνουν μ' ευχάριστη έκπληξη όχι το Λείψανο του Αγίου Θεοδώρου του Βυζαντίου δεν έχει υποταχτεί στους φυσικούς νόμους της φθοράς. Το βρίσκουνε ακέραιο και
αναλλοίωτο. Βλέπουν με θαυμασμό αυτό το ολοφάνερο σημάδι της θείας χάριτος του Θεού. Γονατίζουν συγκινημένοι και πανευτυχείς οι παριστάμενοι Χριστιανοί.
Ευχαριστούν τον Χριστό που σε τέτοιους δύσκολους χρόνους ενισχύει έτσι την πίστη τους και τους χαρίζει έναν Άγιο προστάτη. Όταν μητροπολίτης στη Μυτιλήνη ήτανε ο
Ιερεμίας (1798), που έγινε έπειτα και Οικουμενικός Πατριάρχης, το Λείψανο του Αγίου, χωρίς να ξέρουν οι Τουρκικές αρχές, το πήρανε και το εναπόθεσαν ευλαβικά στην
κρύπτη του ιερού Βήματος του Μητροπολιτικού ναού. Εκεί παρέμεινε επί 34 χρόνια, δηλαδή μέχρι το 1832. Από τότε δε είναι πλέον γνωστός ο Θεόδωρος ο Βυζάντιος ως
προστάτης και πολιούχος της Μυτιλήνης και της Λέσβου γενικότερα.
Η επέτειος του μαρτυρικού θανάτου του Άγιου Θεοδώρου του Βυζαντίου γιορτάζεται στις 17 Φεβρουαρίου με μεγάλο σεβασμό, με ιεροπρέπεια και κατάνυξη σε όλη τη Μυτιλήνη.

Ιερά κειμήλια του Αγίου.

Το σεπτό λείψανο του Νεομάρτυρα ενταφιάστηκε, μπροστά στον νάρθηκα του ιερού Ναού της Παναγίας της Χρυσομαλλούσας. Αργότερα όμως, το 1881, για τεχνικούς λόγους
αναγέρθηκε στη βόρεια πλευρά του ναού σαν συνέχεια του ιερού Βήματος, το ιερό κουβούκλιο του τάφου. Αποτελεί δε αυτό ένα από τα ιερά κειμήλια που συνδέονται με τον
γενναίο Νεομάρτυρα. Μέσα στο κουβούκλιο αυτό, που είναι ωραίο έργο τέχνης, υπάρχει ο μαρμάρινος τάφος του Αγίου. Μια αργυρά κανδήλα, που είναι αφιέρωμα προς τον
Μάρτυρα από τον αδελφό του Γρηγόριο βρίσκεται στο εσωτερικό του κουβουκλίου και αποτελεί ιδιαίτερα ξεχωριστό κειμήλιο. Ο Γρηγόριος που ήταν μητροπολίτης
Αδριανουπόλεως ήθελε να φωτίζεται ο τάφος του Νεομάρτυρα αδελφού του Θεοδώρου. Η κανδήλα αυτή φέρει περιφερειακά επιγραφή του αφιερωτού. Κειμήλια που
συνδέονται άμεσα με τον Άγιο Θεόδωρο τον Βυζάντιο είναι:
α) Ένα φθαρμένο υπόδημα που φορούσε ο Μάρτυρας, όταν οδηγήθηκε στο μαρτύριο. Αυτό φυλάσσεται μέσα σε αργυρά θήκη στον ιερό Ναό της Παναγίας της Χρυσομαλλούσας.
β) Τεμάχιο αιματόβρεκτο από το υποκάμισο του Αγίου που φυλάσσεται στην ιερά Μονή Λειμώνος.




Στίχος
Ύμνος νεάζων Θεοδώρω τω νέω, Xριστού αθλητή ενδίκως αρμοστέος.

Ἀπολυτίκιοv. Ἦχος ἅ΄.
(Ψάλλεται στή μνήμη τοῦ Ἁγίου στίς 17 Φεβρουαρίου)
Τῷ Θεῶ ὥσπερ δῶρον φερωνύμως Θεόδωρε, δί’ ἀθλήσεως πόνων προσηνέχθης πολύτιμον, καί ἄμωμον θύμα καί δεκτή, παμμάκαρ ἐγένου προσφορά·
ὅθεν πόθω συνελθόντες, τούς σούς ἀγώνας ἐν ὕμνοις γεραίρομεν, καί δόξαν προσάγομεν Θεῶ, τῷ θαυμαστῶς σέ ἐνισχύσαντι, κατ’ ἐχθρῶν ὀρωμένων,
καί ἀοράτων πολυάθλε.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ΄. Ταχύ προκατάλαβε
(Ψάλλεται κατά τήν ἐπέτειον ἑορτήν τῆς ἀνακομιδῆς τοῦ Λειψάνου καί τῆς διασώσεως τῆς πόλεως ἀπό τῆς πανώλους τήν Ἅ΄ Κυριακή μετά τό Πάσχα, τοῦ Παραλύτου)
Τό παντιμον Λείψανον τοῦ Θεοδώρου πιστοί, ἐνδόξως τιμήσωμεν ὡς θησαυρόν τιμαλφῆ, καί πάντες βοήσωμεν· Σῶσον ἐκ τῶν κινδύνων, τούς πιστῶς
σέ ὑμνοῦντας, ὡς πότε σύ ἐρρύσω ἐκ πανώλους τήν πόλιν, καί πάντας περιφρούρησον ταῖς ἰκεσίαις σου.


 http://xristianos.gr

ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ (Ο ΒΥΖΑΝΤΙΟΣ) - ΠΟΛΙΟΥΧΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ




ΛΕΣΒΙΑΚΟ ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ

ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΑΔΕΙΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ Γ. Π. ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ,
τ. ΔΙΕΥΘΥΝΤΟΥ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ

ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ (Ο ΒΥΖΑΝΤΙΟΣ) - ΠΟΛΙΟΥΧΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ

Ο άγιος Θεόδωρος γεννήθηκε το έτος 1774 στο Νεοχώριο του Βυζαντίου. Είχε καλούς χριστιανούς γονείς, που φρόντισαν για τη χριστιανική ανατροφή των παιδιών τους, αφού μάλιστα ξέρομε θετικά ότι ο ένας αδελφός του αγίου Θεοδώρου, ο Γρηγόριος, έγινε επίσκοπος Αδριανουπόλεως.

Μικρός ο Θεόδωρος θέλησε να γίνει ζωγράφος και γι’ αυτό ήλθε σαν μαθητής κοντά σε ξακουσμένο ζωγράφο, που δούλευε στο παλάτι του σουλτάνου στην Κωνσταντινούπολη. Αλλά εκεί ποιος ξέρει τι πιέσεις δέχτηκε, ώστε λύγισε η ψυχική του αντοχή στην ηλικία που βρισκότανε, κι έτσι αλλαξοπίστησε. Δεν πέρασαν όμως πολλά χρόνια και συνήλθε. Κατάλαβε το βαρύ αμάρτημα, στο οποίο έπεσε. Αφορμή έγινε μια βαρειά επιδημία, που έπεσε στην Πόλη και τον έκαμε να σκεφθεί το θάνατο, το Θεό, την ψυχή του, την άλλη ζωή. Έτσι το χαμένο πρόβατο ζήτησε το δρόμο της επιστροφής. Δραπέτευσε από τα ανάκτορα, με ξένα ρούχα. για να μη τον γνωρίσουν, με μια στάμνα στον ώμο, με μουτζουρωμένο το πρόσωπο, βγήκε από το παλάτι, κατέβηκε στη θάλασσα, εκεί βρήκε ένα χιώτικο καράβι και ήρθε, κατά θέλημα Θεού, στη Χίο, που στάθηκε γι’ αυτόν ο τόπος της ψυχικής αναγέννησης, του πνευματικού του καταρτισμού, της μεγάλης μετανοίας του και της αποφάσεως του να δώσει και τη ζωή του για το Χριστό, που άθελα κατά την παιδική του ηλικία αρνήθηκε.

Εκεί στη Χίο, στο μοναστήρι του Αγίου Μακαρίου, διάβασε πολλά βιβλία και είδε την αγάπη, που έτρεφαν για τον Χριστό οι άγιοι, ώστε έδιναν και τη ζωή τους για το Σωτήρα τους. «Εγώ που τον αρνήθηκα, έλεγε ο άγιος Θεόδωρος, θα πρέπει χίλιες φορές να αποθάνω, για να ξεπλύνω το αμάρτημα μου με το αίμα μου». Και πήρε τη μεγάλη απόφαση.

Αποφάσισε να παρουσιασθεί στους Τούρκους και να δηλώσει μόνος του ότι μετανοιώνει, που έγινε μωαμεθανός και ότι είναι χριστιανός, αποφασισμένος και να αποθάνει για την πίστη του. Δεν παρουσιάστηκε στις τουρκικές αρχές της Χίου, για να μη ενοχοποιήσει όλους που βρίσκονταν στο μοναστήρι του Αγίου Μακαρίου. Γι’ αυτό ήρθε στη Μυτιλήνη. Τον συνόδευσε ένας μοναχός από το μοναστήρι του Αγίου Μακαρίου, που παρέμεινε στη Μυτιλήνη μέχρι που μαρτύρησε ο Άγιος. Αυτός ο μορφωμένος κληρικός περιέγραψε και το μαρτύριο του.



Παρουσιάστηκε, λοιπόν, ο άγιος Θεόδωρος στις τουρκικές αρχές και δήλωσε πως είχε μια πίστη που ήτανε χρυσός και του την πήρανε οι Τούρκοι και του έδωκαν μια πίστη που ήτανε μπακίρι (χαλκός). Και τώρα τους την δίνει πίσω, για να πάρει την πρώτη πίστη του. «Είμαι χριστιανός, είπε, και θα αποθάνω χριστιανός».

Στην αρχή τον νόμισαν τρελλόν.
Σύντομα όμως κατάλαβαν ότι μιλούσε σοβαρά, αποφασισμένος να αντιμετωπίσει και το θάνατο, για να κρατήσει την πίστη του. Προσπάθησαν με υποσχέσεις, και με απειλές να τον μεταπείσουν. Τον φυλάκισαν. Επέτρεψαν σε άγριους Τούρκους να έρχονται νύχτα μέρα στη φυλακή και να τον βασανίζουν, όπως μπορούσαν φρικτότερα. Κι εκείνος έμεινε ακλόνητος. Προσευχόταν και επέμενε στην πίστη του. Και ο Θεός του έδινε θάρρος και δύναμη.

Όταν είδαν ότι δεν πρόκειται να αλλάξει γνώμη ο άγιος, αποφάσισαν να τον θανατώσουν με απαγχονισμό. Τον κρέμασαν έξω από το φρούριο, κάπου εκεί όπου είναι σήμερα το Ε' Δημοτικό Σχολείο, ίσως και λίγο παραπάνω. Στις 17 Φεβρουαρίου του έτους 1795 παρέδωκε την ψυχή του στο Θεό, στον οποίο προσέφερε και τη ζωή του, με θάνατο φρικτό, μαρτυρικό.

Το άγιο λείψανο του έμεινε κατά διαταγή των Τούρκων τρεις ημέρες κρεμασμένο στην αγχόνη. Κατόπιν με άδεια των τουρκικών άρχων το παρέλαβαν πενήντα πρόκριτοι Μυτιληναίοι και το έθαψαν στο προαύλιο της Παναγίας Χρυσομαλλούσης. Έπειτα από τρία χρόνια, όταν θέλησαν να κάμουν την ανακομιδή των λειψάνων του, είδαν με έκπληξη και θαυμασμό ότι το σώμα είχε διατηρηθεί ακέραιο. Το παρέλαβαν τότε με πολλή ευλάβεια και το έκρυψαν στην κρύπτη του Μητροπολιτικού ναού, όπου βρισκότανε μέχρι το 1832. Τότε έγινε το θαύμα της διασώσεως της πόλεως από τη θανατηφόρο πανώλη. Από τότε, όπως γράφομε στη συνέχεια, το άγιο λείψανο βρίσκεται στη θέση, που είναι σήμερα στο Μητροπολιτικό ναό της Μυτιλήνης, σαν θησαυρός πολύτιμος, σαν φρουρός του νησιού μας.

Το έτος 1832 μάστιζε φοβερή θανατηφόρος αρρώστια, η πανώλης, τον πληθυσμό της Μυτιλήνης. Οι θάνατοι κάθε μέρα γινότανε και περισσότεροι. Οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να σκορπιστούν στους γύρω λόφους ελπίζοντας ότι έτσι θα αποφύγουν τη μετάδοση της αρρώστιας. Και οι αρχές της πόλεως αφήκαν τα γραφεία τους στην πόλη και κατέφυγαν και αυτές στα βουνά. Όλα τα μέτρα όμως που έπαιρναν, ήταν ανίσχυρα να σταματήσουν την αρρώστια και το θάνατο. Η κυβέρνηση έστειλε συνεργεία γιατρών από την Κωνσταντινούπολη και φάρμακα, που πάλι δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα.
Αλλά ό,τι δεν κατόρθωσαν οι ανθρώπινες προσπάθειες, το έκαμε η χάρη του Θεού με τις προσευχές του άγιου Θεοδώρου.

Σ’ αυτές τις κρίσιμες μέρες και μάλιστα τη νύχτα της Παρασκευής της α΄ εβδομάδας των Νηστειών, φανερώθηκε ο άγιος στον τότε Πρωτοσύγκελλο Καλλίνικο, τον μετέπειτα Μητροπολίτη Μυτιλήνης και αργότερα Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, και του παρήγγελε να ειπεί στο Μητροπολίτη να μαζέψει τους χριστιανούς από τις εξοχές, όπου είχαν καταφύγει, να κάνουν αγρυπνία στο Μητροπολιτικό ναό και να βγάλουν και το λείψανο του από την κρύπτη του ναού. Ο Πρωτοσύγκελλος δεν έδωσε σημασία στο όνειρο, αλλά μετά από μια εβδομάδα, και πάλι νύκτα της Παρασκευής, βλέπει το ίδιο όνειρο ζωηρότερα, και αυστηρότερον τον άγιο. Αμέσως αυτή τη φορά έτρεξε και ανακοίνωσε στο Μητροπολίτη την εντολή του αγίου. Ο Μητροπολίτης αμέσως συνάντησε τον Τούρκο Διοικητή και του ζήτησε την αδεία να επιτρέψει να ειδοποιήσει με κάθε μέσο τους χριστιανούς, να έλθουν στο ναό και να παρακαλέσουν όλοι τον Θεό να σωθούν απ’ την αρρώστια. Οι Τούρκοι γιατροί, που ήρθαν απ’ την Κωνσταντινούπολη, αντέδρασαν. Δεν ήθελαν να γίνει συγκέντρωση από φόβο να μη μεταδοθεί η αρρώστια περισσότερο. Όμως ο Διοικητής βλέποντας ότι ο κόσμος πέθαινε, παρ’ όλα τα μέτρα που είχαν πάρει οι γιατροί, έστω και αν είχαν απομακρυνθεί από τα σπίτια τους οι κάτοικοι, έδωκε την άδεια για συγκέντρωση και αγρυπνία.

Όλοι οι χριστιανοί με πίστη και ελπίδα έτρεξαν στο ναό, που γέμισε μέσα, έξω και τους γύρω δρόμους. Έκλαψαν, παρακάλεσαν το Θεό, και ζήτησαν και τη βοήθεια του αγίου, που έμαθαν ότι φανερώθηκε με όνειρο στον Πρωτοσύγκελλο. Ξημέρωσε και προσευχότανε. Τις πρωινές ώρες ο Μητροπολίτης και ο Πρωτοσύγκελλος κατέβηκαν στην κρύπτη του ναού, έβγαλαν με ευλάβεια το λείψανο του Αγίου Θεοδώρου και έκαμαν μια σύντομη λιτανεία γύρω στο ναό.

Από εκείνη την ώρα δεν πέθανε κανείς Χριστιανός ή Τούρκος από την πανώλη. Η πόλη ονόμασε τον άγιο Θεόδωρο «Πολιούχο», δηλαδή προστάτη της πόλεως και του νησιού μας. Τούρκοι και Έλληνες με κάθε τρόπο ομολογούσαν το θαύμα και φανέρωναν την ευγνωμοσύνη τους στο Θεό και τον προστάτη άγιο.



Από τότε (1832) το σεπτό λείψανο του αγίου δεν το ξανάβαλαν στην κρύπτη του ναού, αλλά το τοποθέτησαν φανερά και για τους Τούρκους στη θέση του Μητροπολιτικού ναού, που βρίσκεται σήμερα και αποτελεί, όπως λέγει και το απολυτίκιο του αγίου, «θησαυρόν τιμαλφή» για τον τόπο μας.

Σαν πολιούχος ο άγιος Θεόδωρος προστάτεψε το νησί μας και κατά τον τελευταίο πόλεμο του 1940, που ενώ οι Ιταλοί βομβάρδιζαν διαφόρους στόχους, όπως τον ασύρματο της πόλεως, που ήταν στη Νεάπολη, τα εργοστάσια Σουρλάγκα στον κόλπο της Γέρας, στο λιμάνι το πλοίο «Αρντένα», καμιά βόμβα δεν πέτυχε το στόχο της και πολλές απ’ αυτές βυθίστηκαν στο έδαφος χωρίς να εκραγούν.

Σε ανάμνηση του θαύματος της διασώσεως του πληθυσμού της πόλεως από την πανώλη, από το έτος 1936, με πρωτοβουλία του Μητροπολίτη Μυτιλήνης Ιακώβου του από Δυρραχίου, καθιερώθηκε νέα γιορτή στη Μυτιλήνη την Δ' Κυριακή από το Πάσχα, κατά την οποία γίνεται με μεγάλη λαμπρότητα και με συμμετοχή χιλιάδων λαού η λιτάνευση του σεπτού λειψάνου του Αγίου.


ΤΑ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ

Τω Θεώ ώσπερ δώρον φερωνύμως, Θεόδωρε,
δι’ αθλήσεως πόνων προσηνέχθης πολύτιμον,
και άμωμον θύμα και δεκτή,
παμμάκαρ, εγένου προσφορά•
όθεν πόθω συνελθόντες,
τους σους αγώνας εν ύμνοις γεραίρομεν
και δόξαν προσάγομεν Θεώ
τω θαυμαστώς σε ενισχύσαντι
κατ’ έχθρων δρωμένων και αοράτων, πολύαθλε.

****

Το πάντιμον λείψανον του Θεοδώρου, πιστοί,
ενδόξως τιμήσωμεν ως θησαυρών τιμαλφή,
και πάντες βοήσωμεν:
Σώσον εκ των κινδύνων
τους πιστώς σε υμνούντας,
ως πότε σύ ερρύσω
εκ πανώλους την πόλιν
και πάντας περιφρούρησον ταις ικεσίαις σου
 

http://www.pigizois.net

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2016

Όλα είναι στα χέρια μας....




Όλα είναι στα χέρια μας: το πώς ακούμε, το αν τα μάτια μας είναι καθαρά, το εάν τα αυτιά μας είναι κλεισμένα, το εάν η ψυχή μας είναι ξεκλειδωμένη, το αν η συνείδησή μας είναι καθαρή. Με αυτά τα πράγματα πρέπει να ασχοληθούμε. Οι Άγιοι μας μαθαίνουν: σώσου και είναι αρκετό για μια ζωή. Τρόπος δράσης; Φτιάξε τον εαυτό σου. Ένα χιλιοστόμετρο. 

Αλλά αυτό το χιλιοστόμετρο, θα φέρει πιο πολύ φως. 
Εάν μείνουμε όμως μόνο σε διαπιστώσεις ...; 
τίποτα δε θ' αλλάξει... Μόνο το κακό, από το οποίο έχουμε αρκετό, θα πολλαπλασιαστεί. Να ελαττώσουμε την κακία. Αυτό προσπαθήσαμε και με την ταπεινή ταινία μας το "Ostrov".

Петр Мамонов - Ρώσος Ηθοποιός.


Ο μοναχισμός ως εικόνα και ομοίωσις του Χριστού


Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

«Ἔδειρα το γέροντα καὶ μὲ έβαλε κανόνα, μία βδομάδα θεωρία..»



Ο ΑΣΚΗΤΗΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΒΙΓΛΟΛΑΥΡΙΩΤΗΣ ΕΚ ΓΟΜΑΤΙΟΥ ΤΗΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ (+2004)  


Ὁ γερο-Εὐθύμιος ἔλεγε γιὰ τὸν Γέροντά του ὅτι ἔλαμπε (ἀπὸ ἀρετές) σ’ ὅλο τὸ Ἅγιον Ὄρος.

«Ἦταν ἅγιος ὁ Γέροντάς μου», διηγεῖτο ἀργότερα καὶ ἔκλαιγε ἀπὸ συγκίνηση καὶ ἀγάπη...

Ἐκεῖ στὴν ὑπακοὴ τοῦ γέροντος Βαρλαὰμ ἐπιδόθηκε ὁ γερο-Εὐθύμιος σὲ μεγάλες ἀσκήσεις. Νήστευε πολύ, ἔκανε διπλές, δηλαδὴ ἔτρωγε κάθε δύο μέρες ἕνα πιάτο ἀλάδωτο...

Γιὰ τὸν Γέροντά του πήγαινε στὴν θάλασσα, ψάρευε καὶ τὸν ἀνέπαυε καθὼς ἦταν ἡλικιωμένος, ἀλλὰ ὁ ἴδιος γευόταν τῆς ἐγκρατείας τὴν τρυφήν, παξιμάδι καὶ νερόβραστα ὄσπρια ἢ λαχανικά, ἀνέλαια φυσικά...

Μαζὶ μὲ τὴ νηστεία ἔκανε μετάνοιες ἀμέτρητες καὶ εὐχὴ ἀδιάλειπτη. Φρόντιζε καὶ τὴν μικρὴ περιοχὴ τῆς Καλύβης τους καὶ ἔκανε καὶ λίγο ἐργόχειρο. Γιὰ περισσότερη ἡσυχία καὶ ἀπερίσπαστη ἐπίδοση στὴν εὐχὴ ἔκτισε παραδίπλα ἕνα κελλάκι μικρὸ μὲ κτιστὸ κάθισμα...

Ἐκεῖ ὁ γερο-Εὐθύμιος ἀγρυπνοῦσε τὶς νύχτες λέγοντας τὴν εὐχή. Ὅταν ἤθελε νὰ ξεκουραστῆ, κοιμόταν καθιστὸς στὸ κτιστὸ κάθισμά του, καὶ πάλιν, ὅταν ξυπνοῦσε, συνέχιζε τὴ νοερά του ἐργασία. (...)

Ἄλλη φορὰ ἡρπάγη σὲ θεωρία καὶ εἶδε τὸ ἄκτιστο φῶς. Τὸ ἐκμυστηρεύτηκε στὸν γέροντα Παΐσιο, καὶ ἐκεῖνος γιὰ νὰ ὠφελήση κάποιον νέον θεολόγο καὶ μοναχὸ τοῦ ἀνέφερε τὸ γεγονός...

Ὁ νέος πῆγε στὸν γερο-Εὐθύμιο καὶ τὸν ρωτοῦσε ἐπίμονα μὲ ἐνδιαφέρον τί ἔκανε, πῶς εἶδε τὸ ἄκτιστο φῶς καὶ ἂν εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἦταν μία ἑβδομάδα σὲ θεωρία.

Ἐκεῖνος ἀποφεύγοντας νὰ ἀποκαλύψη τὰ μυστικά του βιώματα τοῦ εἶπε: «Ναί, μ’ ἔβαλε ὁ Γέροντάς μου κανόνα μία βδομάδα θεωρία. Μαλώσαμε κάποτε· τὸν ἔδειρα καὶ μὲ κανόνισε ἔτσι».

Ὁ νέος φυσικὰ τὰ ἔχασε καὶ δὲν κατώρθωσε νὰ βρῆ ἄκρη μὲ τὸν ἀσκητὴ τῆς Βίγλας, τὸν γερο-Εὐθύμιο...

Ἀφοῦ ἔθαψε τὸν Γέροντά του καὶ πῆρε τὴν εὐχή του, συνέχισε τοὺς ἀσκητικούς του ἀγῶνες μὲ πιὸ μεγάλη ἔνταση. (...) Μαζὶ μὲ τ’ ἄλλα ἀγωνίσματά του ἔκανε καὶ πολὺ ὡραῖες, ἐπιτυχημένες σαλότητες.

Πήγαινε στοῦ Φιλοθέου παλαιά, ποὺ ἦταν ἰδιόρρυθμο, καὶ ὅταν ὁ ὑπεύθυνος μοναχὸς μοίραζε τὴν κουμπάνια στοὺς πατέρες, ὁ γερο-Εὐθύμιος ἔλεγε σ’ ἕνα καλογέρι· «τώρα νὰ δῆς τί θὰ τοὺς κάνω». Πήγαινε καὶ ἔμπαινε μπροστὰ στὴν γραμμὴ πρὶν ἀπ’ ὅλους τοὺς πατέρες, καὶ ἐνῷ δὲν ἐδικαιοῦτο κουμπάνια, γιατὶ δὲν ἦταν ἀπὸ τὸ Μοναστήρι, ἔλεγε ἀπαιτητικά:

«Θὰ μοῦ δώσεις δυὸ κουτιὰ καλαμαράκια, μία πλάκα τυρί, ἐκεῖνο καὶ ἐκεῖνο», καὶ ἀφοῦ γέμιζε τὸν ντορβά του μὲ τρόφιμα, πήγαινε καὶ τὰ μοίραζε σὲ φτωχὰ καὶ ἀνήμπορα γεροντάκια. Ἔδινε τὴν ἐντύπωση τοῦ παράξενου, τοῦ ἰδιότροπου, τοῦ σαλοῦ, τοῦ πλεονέκτη, ἐνῷ ὁ ἴδιος ζοῦσε τόσο πτωχικὰ καὶ ἀσκητικά.

Κάποτε εἶχε καρφώσει ἕνα καρούλι στὸν τοῖχο τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Καθολικοῦ τῆς Λαύρας. Ἐκεῖ κρεμοῦσε τὸ τριακοσάρι του κομποσχοίνι καὶ καθήμενος στὸ στασίδι του «τραβοῦσε κομποσχοίνι». Ἀλλὰ τὸ καρούλι γυρίζοντας ἔκανε θόρυβο. Ἕνας προϊστάμενος τὸν παρατήρησε καὶ ὁ γερο-Εὐθύμιος τοῦ ἔδωσε ἕνα χαστούκι.

Πῆγε στὴν πανήγυρη ἑνὸς Κελλιοῦ καὶ ἔψαλε. Στὸ τέλος εἶπε ἐπιτακτικὰ στὸν Γέροντα τῆς συνοδείας: «Θὰ μοῦ δώσεις αὐτὸ καὶ κεῖνο καὶ κεῖνο καὶ ἕνα μουλάρι νὰ τὰ φορτώσω, καὶ ἕνα καλογέρι νὰ φέρη πίσω τὸ μουλάρι».

Πολλοὶ νέοι μοναχοὶ ζήτησαν νὰ μείνουν μαζί του, ἀλλὰ κανεὶς δὲν μπόρεσε νὰ τὸν ἀκολουθήση στὴν ἄσκηση. Αὐτοὺς ποὺ ἤθελε νὰ τοὺς διώξη, γιατὶ ἔβλεπε ὅτι δὲν κάνουν γι’ αὐτὴν τὴν ζωή, τοὺς ἔκανε διάφορες δοκιμὲς καὶ ἔτσι ἀναγκάζονταν νὰ φύγουν.

Ἕνας ἱερομόναχος ζήτησε νὰ μείνη μαζί του. Τὸν δέχτηκε καὶ τοῦ εἶπε νὰ ποτίση τὰ δέντρα. Μετὰ ὁ ἱερομόναχος περίμενε νὰ τοῦ στρώση τράπεζα. Ἔλεγε ὁ γερο-Εὐθύμιος: «Νόμιζε ὅτι μετὰ θὰ τὸν τραπεζώσω. Μοῦ λέει : «Θὰ φύγω». «Νὰ φύγης τώρα ποὺ εἶναι ἥλιος». Καὶ ἔφυγε καὶ αὐτός...


Ἦταν ἀσυγκατάβατος καὶ ἀκριβής. Δὲν ἐπέτρεπε καμμία οἰκονομία, οὔτε στὸν ἑαυτό του οὔτε σ’ αὐτὸν ποὺ θὰ ἔμενε μαζί του.

Κάποτε φιλοξένησε φιλομόναχο νέον. Τὸν ἔβαλε νὰ κοιμηθῆ στὸ κελλὶ τοῦ Γέροντός του. Μετὰ τὸν Ἑσπερινὸ παρέθεσε τράπεζα. Ὅ,τι καλύτερο εἶχε γιὰ νὰ ἀναπαύση τὸν ἐπισκέπτη του.

Ρεβύθια βρασμένα ἀλάδωτα, παξιμάδι βρεγμένο καὶ δυὸ εἴδη ἐλιές. «Αὐτὲς εἶναι καλύτερες», εἶπε.

Ἀλλὰ καὶ οἱ δυὸ ἦταν κατάπικρες. Τὰ πιάτα ἦταν πήλινα, τὸ τραπέζι παλαιό, ἡ κουζίνα μισοσκότεινη καὶ κάτω στρωμένη μὲ χῶμα, ἀλλὰ ὅλα ἦταν ταιριαστά, εἶχαν χάρι ἀσκητική, ἁπλότητα καὶ πιὸ εὐχάριστα ἀπὸ τὸ πολυτελέστερο ξενοδοχεῖο.

Ὕστερα στὴν συζήτηση ὁ Γέροντας ἦταν πατρικὸς καὶ στοργικός· συμβούλευε πολὺ ὡραῖα καὶ πρακτικὰ τὸν ἐπισκέπτη. Μιλοῦσε μὲ μία ἐλευθερία, μὲ ἀπάθεια, ἐνῷ τὰ γαλανά του μάτια, ὅμοια μὲ τὸν καταγάλανο οὐρανό, ἔδειχναν μία ἀθωότητα μικροῦ παιδιοῦ...

Ἔλεγε: «Ὅλη ἡ βάση εἶναι ἡ νηστεία. Ἀπὸ δῶ γεννῶνται ὅλα τ’ ἄλλα· καὶ ἡ προσευχή, ἡ ὑπακοή, ἡ ἀγρυπνία. Ὅταν νηστεύη ὁ ἄνθρωπος, ὁ νοῦς ἀποκτᾶ δύναμη καὶ νικᾶ τοὺς λογισμούς. Τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με», ἀκούγεται μέσα του. Τὴν μονοφαγία τὸ παλιόκορμο δὲν τὴν φοβᾶται. Ἡ μονοφαγία (δηλ. νὰ τρώη κανεὶς μία φορὰ τὴν ἡμέρα μετὰ τὸν Ἑσπερινό), δὲν θέλει καθησιό, θέλει καὶ δουλειά. Ὅταν νηστεύη ὁ ἄνθρωπος, ἀπὸ δυὸ ἡμέρες καὶ πάνω τότε μπορεῖ νὰ μὴ δουλεύη.

Σὲ ὅσους τὸν ρωτοῦσαν, ἔδινε πρακτικὲς καὶ ὠφέλιμες συμβουλές, ἐνῷ προετοιμαζόταν ὁ ἴδιος γιὰ τὸ μεγάλο ταξίδι. Προσευχόταν συνεχῶς γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν κόσμο. Ἔλεγε συχνά: «Τί νὰ κάνω; Δὲν ἔχω δάκρυα γιὰ νὰ κλάψω τὸν κόσμο».

Προαισθανόμενος τὴν κοίμησή του συγχωρήθηκε μὲ ὅλους τοὺς πατέρες καὶ ἐκοιμήθη εἰρηνικὰ στὶς 9 Ἰουλίου τοῦ ἔτους 2004.  Τὴν εὐχή του ἀσκητὴ τῆς Βίγλας νὰ ἔχουμε. Ἀμήν!

Πηγή: Ἀπὸ τὴν Ἀσκητικὴ καὶ ἡσυχαστικὴ ἁγιορείτικη παράδοση, ἐκδ. Ἱ. Ἡσυχαστήριον «Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος», ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 2011.


 http://pneumatoskoinwnia.blogspot.gr

Εορτολόγιο

Δημοφιλείς αναρτήσεις


Banner Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων
Ξεκινάμε μια προσπάθεια παρουσίασης Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων.
Αν δεν υπάρχει ο δικός σας, ζητάμε συγνώμη,
ενημερώστε μας και θα τον συμπεριλάβουμε.





Create your own banner at mybannermaker.com!
Πέρα από το άτομο
Make your own banner at MyBannerMaker.com!

















(υπό κατασκευή)


Τα banner μας
Αντιγράψτε τον κώδικα στη δική σας σελίδα
για να εμφανιστούν τα banner μας.
Ειδοποιήστε μας για να συμπεριλάβουμε και το δικό σας.