Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

«Ἡ ποιμαντικὴ προσέγγιση του σύγχρονου ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Όσιο Πορφύριο».

-->



᾿Αρχιμ. π. Σαράντη Σαράντου.


Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία πού ἔγινε στίς 21/02/2012 στά πλαίσια τῆς Σχολῆς Γονέων τῆς ἐνορίας ῾Αγίας Παρασκευῆς ᾿Αττικῆς

Μεγίστη τιμὴ περιποιεῖ σὲ μένα ἡ πρόσκληση τοῦ πατρὸς Σταύρου γιὰ νὰ μιλήσουμε γιὰ τὸν Πατέρα Πορφύριο… μὲ κατατάσσει δηλαδὴ σ’ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι γνώριζαν τὸν Πατέρα Πορφύριο ὅμως δὲν εἶμαι ἀπ’ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι εἶχαν πολὺ ἐπικοινωνία, τὸν εἶχα δεῖ περίπου δέκα φορὲς ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα ὅσα κυκλοφοροῦν γίνεται διαρκῶς γνωστὸς ὁ γέροντας καὶ ὅ,τι γνωρίζουμε ἀπὸ τὴν ποιμαντική του κυρίως μποροῦμε νὰ ἀναφέρουμε. Βεβαίως, οὐκ εἰμὶ ἄξιος – δὲν εἶμαι καθόλου ἄξιος γιὰ νὰ προσεγγίσω μία τόσο μεγάλη προσωπικότητα καὶ ἕνα τόσο μεγάλο Ἅγιο, ποὺ ὅπως ἔχουν πεῖ καὶ ἄλλοι ποὺ τὸν εἶχαν γνωρίσει τὸν Πατέρα Πορφύριο, τέτοιου διαμετρήματος καὶ τέτοιας ποιότητος τολμοῦν ἀνὰ ἕνα αἰώνα ἢ καὶ περισσότερο ἄνθρωποι. Θὰ μπορούσαμε λοιπὸν νὰ ποῦμε ὅτι ὁ Πατὴρ Πορφύριος εἶναι ἕνας Ἅγιος ποὺ συνδυάζει καὶ συγκεντρώνει πολλὲς ἀρετὲς πολλῶν Ἁγίων.

 Μία φορὰ ποὺ βρισκόμουνα στὸ κελλί του καὶ μιλούσαμε, τὸν εἶχα ρωτήσει κάτι κι ἐγὼ προετοίμαζα μόνος μου τὴν πιθανὴ ἀπάντηση στὸ νοῦ μου. Καὶ μοῦ λέει ὁ Γέροντας: «μὰ δὲ μὲ προσέχεις». Ἀφοῦ, τοῦ λέω - γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσω αὐτὸ ποὺ εἶπα προηγουμένως- ὅτι οὐκ εἰμὶ ἄξιος νὰ ἀναλύσω τὴν προσωπικότητα καὶ ἰδιαιτέρως βέβαια τὴν ποιμαντική του Πατρὸς Πορφυρίου. Ὁ Πατὴρ Γεώργιος ὁ Κρητικός, Πνευματικός μου Πατέρας, ὁ ???????(5:34) δηλαδή, μοῦ εἶχε πεῖ ὅτι τὸν εἶχε γνωρίσει τὸν Πατέρα Πορφύριο καὶ ἐξομολογεῖτο σὲ αὐτὸν ἀπὸ τὸ 1950 καὶ τὸ 1970 κατάλαβε ὅτι ὁ Γέροντας εἶχε ἕνα μεγάλο χάρισμα. Πιὸ πρὶν δὲν εἶχε καταλάβει γιατί ὁ Γέροντας ἐπιμελημένα ἔκρυβε τὸ χάρισμα καὶ ἑπομένως θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι αὐτὴ ἦταν καὶ ἡ πρώτη μεγάλη ἀρετὴ τοῦ Γέροντος ποὺ ἦταν πλήρως ἀπηλλαγμένος ἀπὸ τὰ μεταπτωτικὰ στοιχεῖα δηλαδὴ ἀπὸ τὴν διάθεση νὰ ἀναδεικνύεται, νὰ ἐπιδεικνύεται ἢ ἀνοιχτὰ ἢ καὶ λανθανόντως. Σ’ αὐτὸ θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι συνέβαλε ἔτσι ἡ πορεία τῆς ζωῆς του.

Γνωρίζουμε λοιπὸν ὅτι ὁ Γέροντας γεννήθηκε τὸ 1906 καὶ δεκατεσσάρων ἐτῶν βρέθηκε στὸ Ἅγιον Ὅρος καὶ ἀπὸ διάφορες συμπτώσεις ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ τὸ ἤθελε. Βρέθηκε λοιπὸν στὴν Ὑπακοὴ δεκατεσσάρων ἐτῶν ἐνώπιον δύο Γερόντων στοὺς ὁποίους ἔκανε ἀδιάκριτη ἢ ὅπως τὴ λέμε ἐμεῖς οἱ κοσμικοί, τυφλὴ ὑπακοή. Καὶ ἑπομένως αὐτὴ ἡ διπλὴ ὑπακοὴ τὸν ὠφέλησε τὰ μέγιστα, τόσο διότι ἦταν ἑκούσια καὶ ἐγκάρδια ὅσο καὶ γιατί ἦταν διπλὴ ὑπακοή. Σὲ ἡλικία δεκαέξι ἐτῶν ἔγινε μεγαλόσχημος, πράγμα ποὺ σπανίως γίνεται καὶ ἀπὸ τὰ σπάνια φαίνεται ὅτι ἡ προσωπικότητα τοῦ Γέροντα πραγματικὰ ἐνέπνεε καὶ τοὺς Πνευματικούς του Πατέρες ὥστε νὰ τοῦ χαρίσουν τὸ χάρισμα τῆς μεγαλοσχημίας. Κάνω ἕναν παραλληλισμὸ ποὺ δὲν ξέρω ἂν εἶναι ἐπιτυχής, περίπου στὴν ἴδια ἡλικία ἡ Παναγία μᾶς δέχτηκε τὸν Ἀρχαγγελικὸ Ἀσπασμὸ – δὲν εἶναι τὸ ἴδιο – ἀλλὰ ἐν πάση περιπτώσει δὲν εἶναι κάτι τυχαῖο καὶ στὴ ζωὴ τοῦ Γέροντα, ἕνας ἔφηβος δεκαέξι ἐτῶν νὰ γίνεται μεγαλόσχημος, τὴ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ παρὸν – κατὰ μείζονα λόγο τὸ παρὸν – οἱ ἔφηβοι εἶναι ἐπαναστατημένοι. Σὲ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν ὁ Γέροντας χειροτονεῖται, γίνεται Ἱερωμένος καὶ μάλιστα Ἱερομόναχος. Ἐξαίρεση τῶν ἐξαιρέσεων, ποὺ αὐτὴ ἡ ἐξαίρεση δηλώνει ἀσφαλῶς τὴν ὡριμότητα, γιατί στὴ χειροτονία τοῦ Γέροντος συνέβαλαν τρεῖς Μητροπολίτες.

Τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1940 ὁ Γέροντας διορίζεται στὴ Πολυκλινικὴ Ἀθηνῶν καὶ ἐκεῖ πλέον εἶναι τὸ βασικό του μετερίζι, τὸ ποιμαντικὸ μετερίζι ἀπὸ τὸ ὁποῖο προσφέρει ἄπειρες ποιμαντικὲς δωρεὲς στοὺς ἀσθενεῖς, ἀσθενεῖς σωματικῶς, ἀλλὰ μέσω τῆς σωματικῆς ἀσθενείας, προσεγγίζοντας τοὺς ἀσθενεῖς τους προσφέρει καὶ τὴν πνευματικὴ ἴαση.

Ἦταν προορισμένος λοιπὸν ὁ Πατὴρ Πορφύριος φαίνεται καὶ (9.54) μητρὸς ἀλλὰ καὶ ἑκουσίως τὴ δική του ἀξιοποίηση τῶν δωρεῶν τοῦ Κυρίου ἔγινε χαρισματικός, ἔγινε ὄντως χριστοποιημένος ἄνθρωπος. Αὐτὸ τὸ χάρισμα τῆς διοράσεως τὸ ἔλαβε σὲ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν καὶ ἀφετηρία γι’ αὐτὸν ἡ ἔναυσμα γιὰ τὴ λήψη αὐτοῦ του χαρίσματος ἦταν μία συγκυρία σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ παρεκκλήσια ἐκεῖ τῶν Καυσοκαλυβίων, ὅταν ἕνας Ρῶσος ἱερομόναχος χωρὶς νὰ καταλάβει τὴν παρουσία τοῦ γέροντος ἄρχισε νὰ προσεύχεται μὲ τὸ κομποσχοίνι καὶ νὰ λέει τὴν εὐχὴ καὶ περιγράφει  ὁ Γέροντας στὴ σελίδα 321 αὐτοῦ του βιβλίου μαθητεύοντας στὸ Γέροντα Πορφύριο ποὺ περιγράφει ἔτσι τὴν ἐπίδραση ποὺ εἶχε ἡ εὐχὴ ἑνὸς Ἁγίου ἀνδρὸς πάνω του. Βεβαίως ἦταν καὶ ὁ ἴδιος κατάλληλος δέκτης καὶ ἑπομένως πομπὸς τῆς Θείας Χάριτος καὶ τὸ μέσο τῆς Θείας Χάριτος τὸν σαγήνευσε ἀλλὰ εἶχε συμβάλλει νωρίτερα στὴν εὐαισθησία αὐτῆς τῆς ἀποδοχῆς τοῦ χαρίσματος καὶ ὅλη ἡ διαδικασία ποὺ ἀναφέραμε προηγουμένως καὶ κυρίως τὸ φρόνημα, ἡ ἄσκηση καὶ ἡ κατάκτηση τῆς ὑπακοῆς.


Ἀναφέρει ὁ Γέροντας κάποια περιστατικὰ ποὺ δείχνουν τὴν ἰδιαιτέρα καὶ λεπτοτέρα παιδαγωγικὴ ποὺ ἀσκοῦσαν πάνω του οἱ δύο γέροντες καὶ στοὺς ὁποίους ὅπως εἴπαμε ἔκανε αὐτὴ τὴ διπλὴ ὑπακοὴ καὶ μέσα ἀπὸ τὴν παιδαγωγία τοὺς ζοῦσε ὁ γέροντας τὴν ἀληθινὴ ἐν Χριστῷ ὑπακοὴ καὶ ζωή. Ἔτσι λοιπόν, ὅταν βρέθηκε μπροστὰ σ’ αὐτὸ τὸ ἔκτακτο γεγονὸς αὐτὸ λειτούργησε ἐκκλησιολογικὰ – δηλαδὴ τὸ χάρισμα τοῦ Γέροντος δὲν εἶναι ἕνα χάρισμα ποὺ προέρχεται ἀπὸ μία ἀόριστη συγκυρία ἀλλὰ εἶναι χάρισμα ποὺ γίνεται ἐντός του Ἱεροῦ Ναοῦ, πλάϊ σὲ ἕναν ἐπίσης δοκιμασμένο ἄνθρωπο τῆς ὑπακοῆς, σὲ ἕναν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος ἑνωνόταν μυστικῶς διὰ τῆς εὐχῆς μὲ τὸν Κύριό μας.

Εἶναι ἕνα χάρισμα ποὺ συντελεῖται ἁγιοριτικά, μέσα στὴν Ἁγιορίτικη πολιτεία, μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, θὰ λέγαμε ἕνα χάρισμα ποὺ ἀφετηρία ἔχει κομβοσκοινιακὴ ἐμπειρία, θεανθρωπολογική, διότι ὁ Χριστὸς εἶναι παρὼν ἐν μέσω τῶν δύο αὐτῶν ἀνδρῶν, τοῦ μεγάλου, τοῦ ὡρίμου, τοῦ ὠριμοτάτου, τῆς ὑπέργηρης ἡλικίας  ἀλλὰ καὶ τοῦ Πατρὸς Πορφυρίου ὁ ὁποῖος εἶναι νεαρὸς ἀλλὰ κατάμεστος ἀπὸ τὰ δῶρα τῆς ὑπακοῆς. Αὐτὴ λοιπὸν τὴν ἐμπειρία τοῦ τὴν ἀποκαλύπτει κάποια στιγμή, δὲν τὴν κρύβει, τὴν κρύβει ὅσο φαίνεται ἡ Θεία χάρις τοῦ ζητάει νὰ εἶναι κεκρυμμένη, δὲν τὴν ἀφήνει ὅμως τέλος στὴν ἄγνοια καὶ στὸ σκοτάδι, δὲν εἶναι κρυψίνους ἀλλὰ γίνεται πλέον γνωστὸ τὸ χάρισμα καὶ πλήρως ἀποκαλύπτεται ὅταν κι ὁ ἴδιος ἔχει φτάσει στὰ μέτρα, στὰ πλήρως θεανθρώπινα, σ’ αὐτὰ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα διαρκῶς βοηθοῦν τοὺς ἀνθρώπους στὴν ἐν Χριστῷ πνευματικὴ ζωή.

Ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ὁ γέροντας ἀρχίζει μία ποιμαντικὴ ἐργασία, παράλληλα μὲ τὰ μοναχικά του καθήκοντα γίνεται καὶ ἡ πνευματικὴ ἐργασία, μέσα σὲ ἕνα θεραπευτήριο τὸν Ἅγιο Γεράσιμο, στὴν Πολυκλινικὴ κοντὰ στοὺς γιατροὺς καὶ στοὺς ἀρρώστους καὶ ὅλοι αὐτοὶ κατὰ τὸν Ἅγιο γέροντα εἶναι γνωστοὶ ἄρρωστοι, γι’ αὐτὸν εἶναι γνωστοὶ διότι ἡ διόραση ποὺ ἔχει ὁ γέροντας τὸν καθιστὰ ἔμπειρο γιὰ νὰ διαγιγνώσκει τὴν κατάσταση τῆς ἀσθενείας καὶ πέρα ἀπ’ αὐτὴν καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὴν νὰ ἀντιλαμβάνεται καὶ τὰ αἴτια, τὶς ρίζες, τὶς ἀφορμὲς τῆς ἀσθένειας καὶ γράφει μέσα σ’ αὐτὸ τὸ βιβλίο του ὅτι πηγή, ἀρχὴ καὶ αἰτία τῆς σωματικῆς ἀσθένειας εἶναι ἡ ψυχικὴ κατάσταση τοῦ ἀσθενοῦς.

Ἀπολογεῖται ὁ Ἅγιος Γέροντας γιὰ τὸ χάρισμα ποὺ ἔχει ὅταν οἱ μὴ διακριτικοὶ ἄνθρωποι τὸν κατηγοροῦν ὅτι τὸ χάρισμα αὐτὸ δὲν ἔχει σχέση μὲ τὴν ἐν Χριστῷ ζωὴ ἀλλὰ προέρχεται ἀλλαχόθεν. Πέντε ἡ ὥρα τὸ πρωί, μία φορά, μὲ παίρνει ὁ Γέροντας καὶ γνωρίζοντας ὅτι γνωρίζομαι ἐγὼ μ’ ἕναν ἐπώνυμο πνευματικό, μοῦ μιλάει ἀναλυτικὰ καὶ μὲ παρακινεῖ νὰ πείσω, νὰ πληροφορήσω καταρχὴν τὸν ἐπώνυμο αὐτὸν πνευματικὸ ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία σχέση ἀποκρυφισμοῦ μὲ τὸ χάρισμα τοῦ Γέροντος. Ἐγώ, ο, τί κάνω καὶ ὅ, τί λέω εἶναι μόνο ἀπὸ τὸ Χριστό. Ἔχω τὴν ὑποψία – καὶ ὁ Γέροντας ἤξερε καλύτερα βέβαια – ὅτι ὁ Πνευματικὸς αὐτὸς εἶχε ἐπηρεαστεῖ ἀπὸ ἕναν Ἐπίσκοπο - ὁ ὁποῖος ἀνῆκε ἔτσι πνευματικῶς – σὲ μία ἀπὸ τὶς θρησκευτικὲς ὀργανώσεις καὶ δὲν μποροῦσαν νὰ καταλάβουν ὅτι ὁ Γέροντας εἶχε ἄνωθεν τὸ χάρισμα αὐτὸ διότι τὸν ἤθελαν καλουπωμένο ὅπως ἦταν ἡ ὀργάνωση στὴν ὁποία ἀνῆκε καὶ ὁ Ἐπίσκοπος ἐκεῖνος.  Ἑπομένως ἤθελε νὰ ξεκαθαρίσει καὶ στὴ σκέψη τοῦ Πνευματικοῦ ἀλλὰ καὶ γενικότερα καὶ σὲ ὅσους ταλαντεύονταν ὅτι τὸ χάρισμα αὐτὸ ἦταν ἐκ Θεοῦ.

Ἐπίσης, σὲ κάποια φάση τῆς ζωῆς τοῦ χρειάστηκε νὰ δεχθεῖ μία ἐπέμβαση ὁ Γέροντας χειρουργικὴ – εἶχε ἕνα ἀπόστημα σὲ κάποιο μέρος τοῦ ἐγκεφάλου – καὶ ἔπρεπε αὐτὸ τὸ ἀπόστημα νὰ ἀφαιρεθεῖ τὸ συντομότερο. Ἦταν Παρασκευὴ μεσημέρι, ὁ ἰατρὸς ὁ ἀναισθησιολόγος εἶχε φύγει ἀπὸ τὸ νοσοκομεῖο, ὁ χειροῦργος καταλάβαινε ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνει πολὺ σύντομα ἡ ἐπέμβαση καὶ ὁ Γέροντας τὸν ἐνθαρρύνει τὸν γιατρὸ νὰ κάνει τὴν ἐπέμβαση αὐτὴ χωρὶς ἀναισθητικό, χωρὶς ἀναισθησιολόγο, χωρὶς ἀναισθησία. Ὁ γιατρὸς βέβαια διστάζει καὶ δὲν μπορεῖ νὰ κατανοήσει ὅτι μπορεῖ νὰ γίνει αὐτὴ ἡ ἐπέμβαση χωρὶς τὴ σχετικὴ ἀναισθησία. Ὁ Γέροντας τὸν ἐνθαρρύνει καὶ τελικὰ ὁ γιατρὸς ὑποκύπτει καὶ τελικὰ γίνεται ἡ ἐπέμβαση αὐτή. 

Ὁ χειροῦργος τὸν ρώτησε στὸ τέλος «μὰ τί εἶσαι ἐσύ», τοῦ λέει «εἶσαι γκουρού;» καὶ τότε ὁ Γέροντας ἀνέλαβε καὶ πάλι μὲ λόγια διακριτικὰ νὰ πείσει τὸν γιατρὸ ὅτι δὲν ὑπάρχει σὲ ἕναν ἱερέα περίπτωση νὰ ἀσχολεῖται μὲ ἄλλες μεθόδους ἐκτὸς ἀπὸ τὶς δοκιμασμένες χριστιανικὲς μεθόδους. Καὶ πῶς ἄντεξες, τοῦ λέει, μία τόσο ὀδυνηρὴ ἐγχείριση; Καὶ εἶπε ὁ Γέροντας ὅτι νοερῶς ἀκούμπησα πάνω στὸ Σταυρὸ τοῦ Κυρίου, αἰσθανόμουν ὅτι ὁ Κύριός μας ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου συγκεφαλαίωσε καὶ συγκέντρωσε ὅλη τὴ δυσκολία καὶ ὅλους τους πόνους ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ ἐγὼ ἔλεγα τὴν εὐχὴ καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὴ «ὥσπερ ἄλλου πάσχοντος» ὅπως λέει καὶ ἡ παρακλητικὴ κατάφερα νὰ βοηθήσω ἔσας τὸ γιατρὸ σὲ αὐτὴ τὴν ἐπέμβαση  φυσικὰ  γιὰ τὸ δικό μου τὸ καλὸ ἐφόσον ἦταν ἀνάγκη νὰ γίνουν ἔτσι τὰ πράγματα.

Ὁ γιατρός, μετὰ ἀπὸ τὴν ἐξήγηση αὐτὴ καὶ ἀπὸ τὴν διακριτικὴ ἀνάλυση τοῦ Πατρὸς Πορφύριου κατάλαβε ὅτι εἶναι ἐντελῶς διαφορετικὰ τὰ πράγματα σὲ ἕναν γκουροὺ ἀπὸ ὅ,τι σὲ ἕναν ἱερέα ὁ ὁποῖος ἔχει τέτοια πνευματικὴ ἐμπειρία καὶ ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἄρχισε καὶ ὁ γιατρὸς νὰ ἔχει μία ἄλλη ἐκτίμηση τῶν πραγμάτων, νὰ ἀντιλαμβάνεται, νὰ ὑποψιάζεται τί σημαίνει θαῦμα καὶ κυρίως τὸ θαῦμα ποὺ γίνεται μέσα στὴν ψυχὴ τῶν ἀνθρώπων καὶ φυσικὰ στὴν καρτερία καὶ στὴν ὑπέρβαση τοῦ πόνου ποὺ ἐπέδειξε ὁ Ἅγιος Γέροντας.

Ἀξιοποίηση λοιπὸν τοῦ χαρίσματος καὶ χρησιμοποίηση αὐτοῦ του χαρίσματος, τοῦ ἱερατικοῦ καὶ τοῦ διορατικοῦ, γιὰ νὰ προσφέρεται ἡ ἐν Χριστῷ ἱεραποστολικὴ ἐργασία. Αὐτὰ τὰ εἴπαμε ὡς προπαρασκευαστικὰ γιὰ τὴν προσωπικότητα τοῦ Πατρὸς Πορφυρίου καὶ θὰ ἐντοπίσουμε τὸν λόγο μᾶς περισσότερο στὴν ποιμαντική του. Ἀπ’ ὅσα ὅμως εἴπαμε μέχρι στιγμῆς ἀπορέει ἡ ἐντύπωση ὅτι δὲν ὑπῆρχε τίποτα ἀπὸ τὴ ζωή μας, κανένας τομέας τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος νὰ βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη ποιμαντική. Ὁ Γέροντας εἶχε ἀσχοληθεῖ μὲ ὅλα τὰ θέματα κι ἐπειδὴ καταλάβαινε ὡς Ὀρθόδοξος ποὺ ἦταν καὶ μὴ μονοφυσίτης – ἦταν ἀληθινὰ Ὀρθόδοξος ὁ Γέροντας – καταλάβαινε ὅτι τίποτα ἀπ’ ὅσα ὑπάρχουν στὴ ζωή μας δὲν εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη ποιμαντική. 

Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Κύριός μας ἐξ ἄκρας συλλήψεως προσέλαβε τὴν ἀνθρώπινη φύση, πέρασε μέσα ἀπὸ ὅλες τὶς ἀνθρώπινες διαδικασίες, τίποτα ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα δὲν ἔμεινε ἔξω ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Κυρίου μας ἄρα καὶ ὁ Γέροντας καταλάβαινε καὶ ζοῦσε ἀπὸ τὸ θαῦμα τῆς θεανθρωπήσεως, τῆς προσλήψεως τῆς ἀνθρωπίνου φύσης ἐξ’ ὁλοκλήρου καὶ μάλιστα αὐτὴ τὴν ἀνθρώπινη φύση ὁ Κύριός μας δὲν τὴν ἄφησε οὔτε καὶ μετὰ ἀπὸ τὴν Ἀνάστασή του – θὰ μποροῦσε νὰ τὴν ἀφήσει, νὰ μᾶς τὴν κληροδοτήσει, νὰ μᾶς ἀφήσει τὰ Ἅγια λείψανά του ἐδῶ, κάπως νὰ γίνει  ἀλλὰ ὅμως ὁ Κύριος προσέλαβε τὴν ἀνθρώπινη φύση  καὶ ἀνελθόμενος εἰς τοὺς οὐρανοὺς καὶ καθήμενος ἐκ δεξιῶν του Πατρὸς ἔχει τὴν ἀνθρώπινη φύση δοξασμένη, τιμημένη αἰωνίως μαζί του. Καὶ μᾶς δίνει τὸ μήνυμα καὶ σ’ ἐμᾶς  ὅτι ἐφόσον δὲν ἀπέβαλε ποτὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση, τὴν ἔχει καταξιωμένη καὶ θεανθρωποποιημένη μαζί Του, ἀχωρίστως μαζί Του, γι’ αὐτὸ κι ἐμεῖς ἔχουμε σὲ κάθε καμπὴ τῆς ἱστορίας, σὲ κάθε δοκιμασία, σὲ κάθε ταλανισμὸ ἔχουμε τὴ βεβαιότητα ὅτι ἂν κι ἐμεῖς ἀποδεχθοῦμε τὴν ὅλη ἐν Χριστῷ πνευματικὴ ζωὴ γιὰ νὰ ‘μαστε σύννομοι, σύσσωμοι μέτοχοι μὲ τὴ δική του ζωή.

Ἔτσι λοπὸν ὁ Γέροντας καταλαβαίνει ὅτι θὰ πρέπει σὲ μερικοὺς τομεῖς τῆς ζωῆς τοὺς ὁποίους δὲν ἐγνώριζε, δὲν ἔφτανε μόνο τὸ χάρισμα τὸ διορατικὸ ἀλλὰ εἶχε καὶ τὴν ἀνθρώπινη ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ – ὄχι μόνο τὴν καθαρὰ χαρισματικὴ – ἀλλὰ ἤθελε καὶ ἀπὸ πλευρᾶς ἀνθρωπίνης νὰ προσεγγίσει τὰ ἀνθρώπινα ἐπίπεδα. Ἔτσι λοιπὸν φοίτησε γιὰ ἕνα χρονικὸ διάστημα – ἀτύπως βέβαια – στὴν ἰατρικὴ σχολή, ἄκουγε μαθήματα ἀνατομίας καὶ ἄλλων εἰδικοτήτων μέχρι ποὺ κάποιος ἐκ τῶν καθηγητῶν τῆς ἰατρικῆς ἐνοχλήθηκε ἀπὸ τὴ παρουσία τοῦ Ἱερωμένου καὶ τὸν ἐδίωξε. Ὅταν κατ’ οἰκονομίαν Θεοῦ αὐτὸς ὁ καθηγητὴς τῆς ἰατρικῆς χρειάστηκε ἱερατικὴ συμβουλὴ – συμπαράσταση καὶ πνευματικὴ καθοδήγηση, τότε κατάλαβε ὅτι τὸν Ἱερέα ποὺ εἶχε διώξει ἀπὸ τὰ μαθήματα ἦταν ὁ Πατὴρ Πορφύριος καὶ βέβαια ἀντιλήφθηκε τὸ σφάλμα του καὶ προσπάθησε νὰ τὸ ἀναπληρώσει ἀντλώντας ἀπὸ τὸν ταπεινὸ Ἅγιο Γέροντα τὴν πνευματική του σοφία.

Ἐπίσης ὁ Γέροντας παρακολούθησε μαθήματα μουσικῆς, γεωπονίας καὶ ἄλλα, ἀλλὰ τὸ πιὸ σημαντικὸ ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε εἶναι ὅτι ὅταν ὁ Γέροντας πῆγε στὸ Ἅγιο Ὅρος ἦταν χωρὶς ἐγκύκλιο παιδεία καὶ ὅταν ὁ Ἡγούμενος τὸν ἔβαλε νὰ διαβάσει τὸ Ψαλτήριο ὁ Γέροντας δὲν ἤξερε νὰ διαβάσει. Δεκατεσσάρων χρονῶν παιδὶ συλλάβιζε. Ὅμως μέσα στὴν ὑπακοὴ ἄρχισε ἔντονες ἀσκήσεις μελέτης. Διάβαζε λοιπὸν τὶς δύο λέξεις καὶ ἀπὸ τὶς δύο μπόρεσε νὰ διαβάσει καλύτερα τὴν τρίτη, μὲ τὴν ἐμπειρία τῶν τριῶν λέξεων ἀκόμα καλύτερα τὴν τέταρτη λέξη κ.ο.κ. καὶ μαζὶ μὲ τὸ χάρισμα τῆς ὑπακοῆς κατάλαβε ὅτι ἀρχίζει τὸ κείμενο αὐτὸ νὰ τοῦ ἀποκαλύπτεται καὶ νὰ ἀντιλαβάνεται ὄχι μόνο τὶς λέξεις, ὄχι μόνο τὴν ἐτημολογία τῶν λέξεων, ἀλλὰ νὰ ξεπηδοῦν μέσα ἀπὸ τὸ Ψαλτήρι, μέσα ἀπὸ τοὺς ψαλμούς, νὰ ξεπηδοῦν τὰ νοήματα καὶ ἡ σοφία, ἡ θεοπνευστία δηλαδὴ τοῦ κειμένου, πράγμα τὸ ὁποῖο χρησιμοποίησε στὴν περαιτέρω ποιμαντική του πορεία καὶ πολλὰ ἀπὸ τὰ χωρία τῶν ψαλμῶν ποὺ χρησιμοποιοῦσε πρὸς πνευματικὴ παιδαγωγία, κυρίως γιὰ νὰ ἀποδεικνύει τὴ σχέση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μὲ τὴν Καινή, γιὰ νὰ δείχνει αὐτὴν τὴν ἑνότητα τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ πρότεινε στοὺς πιστοὺς ὡς κανόνες πνευματικοὺς ἢ παιδαγωγικοὺς τὴ μελέτη τοῦ Ψαλτηρίου.

Δηλαδὴ αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ τεραστίας μορφώσεως Μέγας Βασίλειος, ἐγνώριζε εἰς βάθος καὶ εἰς πλάτος τὸν πλοῦτο τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, τὸ ἴδιο ἀπὸ ἄλλη ἀφετηρία κατάφερε καὶ ὁ Πατὴρ Πορφύριος, διότι ὁ νοῦς τοῦ – δεκατεσσάρων ἐτῶν – δὲν εἶχε μολυνθεῖ ἀκόμα μὲ τὴν κοσμικὴ γνώση καὶ μὲ τὴν κοσμικὴ καὶ ἐφηβικὴ ἀνταρσία, δὲν εἶχε μολυνθεῖ ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματα τὰ σχετικὰ αὐτῆς τῆς ἡλικίας καὶ γι’ αὐτὸ ὡς καθαρός, ὡς tabula rasa, ὡς ἄγραφη πλάκα, ὄχι ἁπλῶς κατέγραψε ἀλλὰ ἀπερρόφησε τὰ θεανθρώπινα νοήματα τοῦ Ψαλτηρίου. Καὶ στὴ συνέχεια μποροῦσε ὄχι μόνο νὰ ἑρμηνεύει ὡς γλωσσικὸ κείμενο ἀλλὰ νὰ τὸ ἑρμηνεύει καὶ ὡς ἕνα κείμενο ποὺ εἶναι πρὸ-Χριστιανικὸ καὶ προπαρασκευαστικὸ εἰς Χριστόν. Σὲ πάρα πολλοὺς ψαλμοὺς ὁ Γέροντας ὑποδεικνύει ὅτι εἶναι ὁ Χριστὸς κεκρυμμένος καὶ ἀποκαλύπτεται μέσα ἀπὸ φράσεις συγκεκριμένες τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Θὰ μπορούσαμε νὰ δοῦμε χαρακτηριστικά, ἀπὸ τὸ βιβλίο αὐτό, μαθητεύοντας μπροστὰ στὸ Γέροντα Πορφύριο, νὰ δοῦμε ἔτσι πῶς συγκεκριμένα ἐκφράζεται ὁ Γέροντας γύρω ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα γιὰ νὰ καταλάβουμε πόσο βάθος εἶχε ἡ μελέτη τοῦ Γέροντος ἀλλὰ καὶ σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ἀλληλοπεριχωρημένη χάρη τοῦ χαρίσματος. Λέει λοιπὸν ὁ Γέροντας ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ πάψουν νὰ μαθαίνουν στὰ παιδιὰ τὴ παλιὰ γλώσσα, τὰ ἀρχαία ἑλληνικά.
 Εἶναι ψυχολογικοὶ οἱ λόγοι ποὺ δυσκολεύουν τὰ παιδιὰ στὴ μάθηση. Ὄχι πὼς εἶναι δύσκολο νὰ μάθουν τὰ ἀρχαία καὶ ἦταν μία σπουδαία ἄσκηση αὐτὴ γιὰ τὰ παιδιά. Μία ἐξάσκηση τοῦ νοῦ. Καὶ ἡ γλώσσα εἶναι σπουδαῖο πράγμα. Ἔχουν πεῖ τόσο βαθιὰ πράγματα σ’ αὐτὴ τὴ γλώσσα καὶ δὲν πρέπει ἐμεῖς νὰ τὴν ἀφήσουμε γιατί θὰ φτωχύνουμε πολύ, θὰ καταργηθοῦν ὅλα, ἀλλὰ ὕστερα ἀπὸ χρόνια οἱ ἄνθρωποι θὰ ἀναζητήσουν πάλι τὴ παλιὰ γλώσσα καὶ τὰ κείμενα ἐκεῖνα, γιατί θὰ κουραστοῦν, θὰ ἀδειάσουν. 

Ἡ λέξη ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ παλιὸς ἔχει σημασία. Ἡ φράση «μέσα στὸ Χριστὸ» διαφέρει ἀπὸ τὴ φράση «ἐν τῷ Χριστῷ» ἢ «ἐν Χριστῷ» καὶ ἂς φαίνεται ὅτι εἶναι τὸ ἴδιο. Λοιπὸν ἔπρεπε νὰ συνεχίσουν νὰ μαθαίνουν τὰ ἀρχαία τὰ παιδιὰ καὶ οἱ λογοτέχνες, οἱ ποιητὲς ἂς ἔγραφαν στὴ νέα ὅπως θέλουν καὶ ἂς τοὺς διαβάζουν τὰ παιδιὰ καὶ ὅλοι. Ἐκείνη τὴ γλώσσα ὅμως νὰ μὴν τὴν ἀφήναμε, δὲν ἔπρεπε, φτωχαίνουμε πολύ. Αὐτὰ δὲν τὰ λέει ἕνας φιλόσοφος, δὲν τὰ λέει ἕνας δάσκαλος, ἕνας τυπικὸς δάσκαλος, δὲν τὰ λέμε ἐμεῖς οἱ σύγχρονοι ἀλλὰ τὰ λέει ὁ Γέροντας καὶ φαίνεται ὅτι αὐτὰ ἔχουν μία διαχρονικὴ σημασία καὶ τὰ λέει ἕνας ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε οὔτε καν πτυχία ἀλλὰ μέσα ἀπὸ τὴν πνευματικὴ μελέτη ἀναπήδησε ἡ ἀξία καὶ αὐτῶν καθ’ ἑαυτῶν τῶν κειμένων ἀλλὰ καὶ ἡ ἐγκρυπτόμενη καὶ ἡ ἀποκαλυπτόμενη σὲ αὐτὸν καὶ δὶ’ αὐτοῦ στοὺς ἄλλους ??????(35:03).


Ἂς συνδέσουμε τὰ λεγόμενα μὲ τὴν ἐπίσης ἐμπειρία τοῦ Ἁγίου Γέροντος τοῦ Πατρὸς Πορφυρίου, ὁ ὁποῖος μελετώντας τὸν Ἅγιο Ἰσαὰκ τὸν Σύρο, ἀσχολήθηκε μὲ τὴ γλωσσολογία τοῦ Ἁγίου Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου καὶ λέει ὁ Πατήρ ?????(35:42) Πόποβιτς ὅτι ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος βλέπει ὅτι ἐξοριζόμενος ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν παράδεισο καὶ ἐκπίπτοντας σ’ αὐτὴν τὴν ἄνευ Θεοῦ ζωὴ ἀρχίζει πλέον νὰ σκοτίζεται καὶ νὰ ἀμαυρώνεται ὁ νοῦς του.

Αὐτὸ γίνεται ἀναλογικῶς σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις, ὅλων τῶν γενεῶν, ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ ἑπομένως ὅταν συνδέεται ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας καὶ πνευματικὰ καὶ τοπικὰ καὶ χαρισματικὰ καὶ μυστηριακά, ἀρχίζει πλέον ὁ νοῦς νὰ ἀποκτάει τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν ἱκανότητα τῆς ἀφομοιώσεως τῆς ἀληθινῆς γνώσεως. Αὐτὴ λοιπὸν εἶχε ἀποκτήσει καὶ ὁ Γέροντας Πορφύριος, τὴν ἀληθινὴ γνώση ποὺ αὐτὸ τὸ ὄργανο τῆς γνώσεως ὁ νοῦς δὲν ἦταν πλέον ἀσθενής, ἀλλὰ ὡς ὑγιὴς καὶ θεοφώτιστος μποροῦσε νὰ ἀπορροφᾶ ὅλα τὰ ἐπίπεδά της γνώσεως ἀπὸ ὁπουδήποτε κι ἂν προέρχονταν. Ἔτσι λοιπὸν ὁ Γέροντας ἀσχολούμενος μὲ ὅλο τὸ φάσμα τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς γίνεται τελικὰ τὸ ἀντίβαρο τοῦ συγχρόνου του μονοφυσιτισμοῦ τῶν τότε ὀργανώσεων. Οἱ ὀργανώσεις τότε χρησιμοποιοῦσαν αὐτοσχέδιες προσευχές, ἡ εἰκονογραφία τους δὲν ἤτανε πάντοτε ἡ Ὀρθόδοξη καὶ ἡ μουσικὴ ἐπίσης τὸ ἴδιο καὶ γι’ αὐτὸ κρατοῦσαν κάποιες ἀποστάσεις ἀπὸ τὸν Γέροντα. Βέβαια μεταγενεστέρως τώρα καὶ μὲ τὴ συμβολὴ τοῦ Ἁγίου Γέροντος ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν περαιτέρω πνευματικὴ ἀνάπτυξη τοῦ Ἁγίου Ὅρους ἔγινε μία ἀλληλοπεριχώρηση τῶν ὀργανώσεων μὲ αὐτὸ τὸ πνεῦμα τὸ καθαρὰ μοναστικὸ καὶ πλέον καὶ αὐτὲς γίνονται περισσότερο Ὀρθόδοξες καὶ ἐντοπίζονται στὴν Ὀρθόδοξη ζωή, στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Τώρα ὅσον ἀφορᾶ στὴν ποιμαντική του Ἁγίου Γέροντος στὴν κάθε συγκεκριμένη περίπτωση τῶν ἀνθρώπων. Θέλω νὰ ξεκινήσω ἀπὸ ἕνα μικρὸ κείμενο ποὺ ὑπάρχει γραμμένο ὡς λεγόμενα τοῦ Γέροντος ποὺ ἀναφέρεται στὴν σύλληψη τοῦ νέου ἀνθρώπου καὶ ἐπειδὴ τότε εἶχαν ἀρχίσει συζητήσεις γύρω ἀπὸ τὴν ὑποβοηθούμενη ἀναπαραγωγή, μὲ τὴν φράση «παιδὶ τοῦ σωλήνα», λέει ὁ Γέροντας τὸ ἑξῆς: «Ὁ ὀργανισμὸς μᾶς ἔχει μνήμη, τὰ κύτταρά μας, οἱ ἱστοί μας, ὅλα. Ἡ ψυχὴ εἶναι παντοῦ, σὲ ὅλο τὸ σῶμα. Ἂν κόψεις ἕνα κομματάκι δάχτυλο καὶ τὸ πετάξεις, πετᾶς καὶ λίγη ψυχή; Ὄχι βέβαια, ἀλλὰ καὶ στὴν ἄκρη τοῦ δαχτύλου σου ἔχεις ψυχή. Ἦλθαν γυναικολόγοι καὶ μοῦ εἶπαν πὼς θὰ ἀρχίσουν πειράματα καὶ αὐτοὶ γιὰ τὸ παιδὶ τοῦ σωλήνα. Τοὺς εἶπα νὰ μὴν τὸ κάνουν αὐτό, εἶναι πολὺ κακό. Ἡ γονιμοποίηση εἶναι μυστήριο, ὅλα τὰ μέλη τῆς ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπου λαμβάνουν μέρος στὴ συνουσία. Ἔχει σημασία αὐτό, τί παιδὶ θὰ βγεῖ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ ψυχικὴ διάθεση τῶν δύο, ἀπὸ τὴν ἀγάπη τους. Αὐτὰ ἐπιδροῦν στὰ νευρικὰ κύτταρα, στὴ κατάσταση τῶν ὀργάνων, στὸ σπέρμα, στὸ ὠάριο, στὴ σύλληψη. Ἐγὼ τοὺς τὸ εἶπα. Ἔχω πληροφορία ὅτι θὰ γίνει μεγάλο κακὸ μὲ τὸ παιδὶ τοῦ σωλήνα. Καὶ τώρα, νά, ἄρχισαν νὰ γράφουν καὶ οἱ ἐφημερίδες». 

Βλέπετε στὴ σελίδα 284 αὐτοῦ του βιβλίου «Μαθητεύοντας στὸ Γέροντα Πορφύριο». Ὅσα λοιπὸν λέγονται ἐδῶ, δὲν ξέρω ἂν ὁ Γέροντας εἶχε διαβάσει Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμὰ – εἶναι πάρα πολὺ πιθανὸ – ἀλλὰ εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἴδια νοοτροπία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἔλεγε ὅτι ἡ ψυχὴ μᾶς βρίσκεται σὲ ὅλο τὸ σῶμα. Ἂν κάποιο μέλος τοῦ σώματος ἔχει βλάβη, συστέλλεται, μαζεύεται ἡ ψυχὴ στὸν ὑπόλοιπο σωματικὸ παράγοντα. Καὶ φτάνει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς νὰ πεῖ ὅτι καὶ ὅταν ὑπάρξει μία ἐγκεφαλικὴ βλάβη τότε ἡ ἐγκεφαλικὴ ἐνέργεια συμμαζώνεται – καὶ αὐτὸ τὸ λέει καὶ ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης – στὸν ὑπόλοιπο ἀνθρώπινο ὀργανισμό. Καὶ ἂν ἡ βλάβη εἶναι ἀκόμα μεγαλύτερη ἡ ἐνέργεια τοῦ νοῦ συμμαζώνεται στὴ καρδιά, στὸ χῶρο τῆς καρδιᾶς. Ἄρα αὐτὸ ποὺ λέγεται ἐγκεφαλικὸς θάνατος ἀπὸ πλευρᾶς σοφίας καὶ διαγνώσεως Πατερικῆς εἶναι ἀπαράδεκτο. Δὲν ὑπάρχει ἐγκεφαλικὸς θάνατος. Δηλαδὴ ἡ ἐγκεφαλικὴ ἐνέργεια συγκεντρώνεται στὴ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, γίνεται βαθιὰ ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου – ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς – ἑπομένως νοῦς καὶ καρδιὰ εἶναι ἑνωμένα, πετυχαίνουν αὐτὸ ποὺ ἑκούσια ἤθελαν καὶ θέλουν νὰ πετυχαίνουν οἱ Μοναχοὶ μὲ τὴν Ἱερὰ Προσευχὴ καὶ αὐτὸ ποὺ ἦταν ἐπιδίωξη στὴν Θεολογία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ.

Ἡ ἄκτιστη χάρις νὰ ἑνώσει τὸ νοῦ καὶ τὴ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου κι ἔτσι νοῦς, καρδιὰ καὶ σῶμα, ὅλος ὁ ἄνθρωπος νὰ εἶναι ἑνωμένος, νὰ μὴν εἶναι διασπασμένος. Ὅπως ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ὁ τέλειος Θεός, προσέλαβε τὴν ἀνθρώπινη φύση ἀσυγχύτως, ἀχωρίστως καὶ ἀτρέπτως, δὲν ἄλλαξε κάτι ἀπὸ τὴ θεότητα, δὲν ἄλλαξε κάτι ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἑνώθηκε καὶ ἀλληλοπεριχωρήθηκε ὁλόκληρη ἡ ἀνθρώπινη φύση μὲ τὴ Θεία. Ἔτσι γίνεται καὶ μὲ τὸν ἀνθρώπινο ὀργανισμό. Δηλαδὴ ὅπως λέει ἐδῶ ὁ Γέροντας κατὰ τὴν συνουσία τῶν δύο συζύγων καὶ ἐφόσον μετέχουν πολλὲς λειτουργίες σ’ αὐτήν, μεταδίδεται στὸ νέο ἄνθρωπο ὁλόκληρο τὸ θαῦμα τῆς ζωῆς. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλες παράμετροι καὶ ἄλλες ἀπόψεις μὲ ἄλλα παραδείγματα ποὺ ἐπιβεβαιώνουν ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν βεβαιότητα τοῦ Ἁγίου Γέροντος.
Ἰδιαιτέρως ὁ Γέροντας ἐπιστρέφει στὴν παιδαγωγικὴ ποὺ θὰ πρέπει νὰ ὑφίσταται καὶ ἡ μητέρα κατὰ τὴ διάρκεια τῆς κυοφορίας καὶ ἑπομένως τὸ κυοφορούμενο νὰ βρίσκεται σὲ καλὲς συνθῆκες. Ποιὲς εἶναι οἱ καλὲς συνθῆκες; 

Ἡ ἁρμονία τῶν δύο συζύγων, ὁ εἰρηνικὸς τρόπος ζωῆς ποὺ γίνεται ἀντιληπτὸς ἀπὸ τὸ κυοφορούμενο ἔβρυο. Πολὺ περισσότερο βέβαια ἡ προσευχή, ὁ εἰρηνικὸς τρόπος τῆς κυοφορούσης καὶ ὅλες οἱ εἰρηνικὲς συνθῆκες προετοιμάζουν τὸν ἄνθρωπο τοῦ ὁποίου τὸ πρῶτο στάδιο τῆς ζωῆς εἶναι πάρα πολὺ σημαντικό, αὐτοὶ οἱ ἐννέα μῆνες καὶ αὐτὴ ἡ περίοδος κυοφορίας, εἶναι περίοδος πολὺ καταξιωμένη καὶ πολὺ σημαντικὴ καὶ αὐτὸ φαίνεται καὶ ἀπὸ τὴν ἐπικοινωνία τοῦ ἐμβρύου Κυρίου μας μὲ τὸ ἔμβρυο τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν ἀγαλιάσει τῆς μητέρας ἐνῶ ἀκόμα δὲν εἶχαν ἔρθει στὸ φῶς τῆς ζωῆς. Πλέον μὲ τὴν πρόοδο τῆς ἐπιστήμης καὶ μὲ τοὺς ὑπερήχους ἔχει γίνει πιὸ ἀντιληπτὸ καὶ πιὸ ἐποπτικὴ ἡ κατανόηση τῆς ζωῆς τοῦ ἐμβρύου καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχουν πλέον ἀμφιβολίες ὅτι εἶναι τὸ πρῶτο στάδιο τῆς ζωῆς, τὸ δεύτερο εἶναι ἡ παροῦσα ἡ ζωὴ – ὅση μᾶς χαρίζει ὁ Θεὸς – καὶ τὸ τρίτο εἶναι ἡ αἰώνια ζωὴ κι ἑπομένως ἡ περίοδος τῆς κυοφορίας εἶναι πάρα πολὺ σημαντικὴ καὶ κρίσιμη καὶ προετοιμάζει γιὰ τὸ δεύτερο στάδιο τῆς ζωῆς.

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος κάνει ἀρκετὸ λόγο γιὰ τὰ τρία αὐτὰ στάδια τῆς ζωῆς μὲ κορυφαῖο καὶ ἀπώτατο τὸ τελευταῖο στάδιο ποὺ εἶναι πλέον αἰώνια ζωή. Ἑπομένως κι ὁ πατέρας κι ἡ μητέρα θὰ πρέπει νὰ ἔχουνε πάντοτε τὴν αἴσθηση καὶ τὴ βεβαιότητα ὅτι φέρνοντας ἕναν ἄνθρωπο στὸν κόσμο δὲν θὰ ἔχει τὴν διάρκεια κάποιων χρόνων ζωῆς ἀλλὰ ἔρχεται ἕνας ἄνθρωπος ποὺ θὰ εἶναι αἰώνιος καὶ ἔτσι μὲ αὐτὴ τὴν ὀπτικὴ καὶ προοπτικὴ θὰ πρέπει νὰ συμπεριφερόμαστε ὅσο ἔχουμε μαζί μας, ὅσο ἔχουμε κοντά μας τὰ παιδιά. Καὶ δὲν εἶναι πλέον κτῆμα μας τὰ παιδιά. Αὐτὸ φρόντιζε ὁ Γέροντας νὰ τὸ λέει στοὺς γονεῖς γι’ αὐτὸ ἔχουμε τὶς ρητὲς καθοδηγήσεις τοῦ «Γίνετε Ἅγιοι ἐσεῖς οἱ γονεῖς γιὰ νὰ γίνουν καὶ τὰ παιδιὰ Ἅγιοι» ἢ « Αὐτὰ ποὺ θέλετε ἐσεῖς νὰ διδάξετε στὸν Κύριο πέστε τὰ στὸ Χριστὸ» - ὅτι ἐμεῖς θέλουμε τὰ παιδιά μας ἔτσι νὰ γίνουν κι ὁ Χριστὸς ποὺ ξέρει τί ἀκριβῶς πρέπει νὰ γίνει τὸ κάθε παιδὶ θὰ τοῦ ἀνοίξει τὶς προοπτικές, τὸ νοῦ, τὴν καρδιά, τὴ ζωὴ γιὰ νὰ ἀποκωδικοποιήσει τὴν ἀγαθὴ βούληση τῶν γονέων καὶ καθαρμένη πλέον ἡ βούληση τῶν γονέων ἀπὸ τὸν ἐγωισμὸ καὶ ἀπὸ τὶς μικρότητες τὶς ἐνδοκοσμικὲς καὶ τὰ παιδιὰ βλέποντας ὅτι οἱ γονεῖς εἶναι κι αὐτοὶ ἄνθρωποι ἀγωνιζόμενοι, εἶναι ἁγιαζόμενοι, εἶναι ταπεινούμενοι καὶ προσευχόμενοι καὶ ἐμπιστευόμενοι στὴ Θεία Χάρη θὰ εἰσπνέουν καὶ θὰ ἀπορροφοῦν αὐτὸ τί κλίμα τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν γονέων  πρὸς τὸν Κύριο. Καὶ ἔτσι θὰ ἐκπαιδεύονται.

Γι’ αὐτὸ ἔλεγε ὁ Γέροντας νὰ συνηθίζουμε τὰ παιδιὰ μὲ τὶς ἐμπειρίες καὶ μὲ τὶς προοπτικὲς ποὺ ἔχει θεσμοθετήσει ἡ Ἐκκλησία μας, μὲς στὸ σπίτι νὰ ὑπάρχει ἕνα καντηλάκι, τὸ φῶς τοῦ καντηλιοῦ εἶναι παρὰ πολὺ παρηγορητικὸ στὴν ψυχικὴ καρδιά, παιδαγωγικὸ καὶ ἀναγωγικὸ δηλαδὴ τὸ φῶς τοῦ καντηλιοῦ ἀνάγει τὸ παιδὶ στὴ Θεία Λατρεία, ἤδη ἔχει δεχθεῖ τὸ χάρισμα, τὸ μυστήριο τὸ Βαπτίσματος καὶ τοῦ Χρίσματος, μεταλαμβάνει τῶν ἀχράντων μυστηρίων καὶ ὅλη αὐτὴ ἡ ἐν Χριστῷ πνευματικὴ ζωὴ γίνεται μεθεκτὴ στὸ παιδί. Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ θηλασμοῦ πρότεινε ὁ Γέροντας, ἡ μητέρα μαζὶ μὲ τὸ γάλα ποὺ προσφέρει νὰ λέγει τὴν εὐχὴ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησον μὲ» ὥστε νὰ μὴν δίνει μόνον μία ὑλικὴ τροφὴ – ἀξιόλογη εἶναι κι αὐτὴ – ὄχι μόνο τὴ στοργὴ τὴν συναισθηματικὴ καὶ τὴν ἀνθρώπινη ἀλλὰ ταυτοχρόνως καὶ διὰ τῆς εὐχῆς νὰ ἔρχεται ἡ Θεία Χάρις. Ὁ Γέροντας ἐπίσης ἀντιλαμβανόταν μὲ τὸ Θεῖο Φωτισμὸ ὅτι ἡ σχέση τῶν δύο γονέων θὰ πρέπει νὰ εἶναι σχέση ἁρμονικὴ σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα. 

Θυμᾶμαι ὅταν ἐγὼ πρωτοέγινα πνευματικός, ἦρθε ἕνα ζεῦγος καὶ μοῦ εἶπε πρὶν παντρευτοῦν, ἀρραβωνιασμένοι ἀκόμα «ἔχουμε ἀποφασίσει νὰ ζήσουμε ἐν παρθενία, νὰ εἴμαστε σὰν ἀδέλφια». Τοὺς εἶπα ὅτι δὲν ξέρω ἂν αὐτὸ εἶναι κατορθωτό, ἂν θὰ τὸ κατορθώσετε κι ἂν πράγματι ἔτσι πρέπει νὰ γίνει ἀλλὰ θὰ ἤθελα νὰ τὸ συζητήσετε λίγο μὲ τὸν Πατέρα Πορφύριο. Ἐπειδὴ πήγαιναν, «πέστε τοῦ αὐτὴ τὴ σκέψη σας» καὶ πραγματικὰ ὅταν πῆγαν στὸν Γέροντα, ὁ Γέροντας διέκρινε ὅτι ὑπῆρχε μία ψυχρότητα καὶ στοὺς δύο ἀνθρώπους, μία ἐπιφύλαξη δηλαδή. Οἱ γονεῖς τοὺς ἑκατέρωθεν τοὺς εἶχαν φοβίσει γιὰ τὶς σχέσεις γενικῶς τῶν ἀνθρώπων, ὅτι πρέπει νὰ προσέχετε πάρα πολύ τους ἀθρώπους ἀλλὰ καὶ εἰδικότερα γιὰ τὴ σχέση τὴ σαρκική. Κι ὁ Γέροντας μὲ τὸν κατάλληλο τρόπο τοὺς συνεβούλεψε ὅτι αὐτὸ θὰ τὸ ἀποφασίσετε ἀλλὰ ἀφοῦ προηγουμένως αἰσθανθεῖτε ὁ ἕνας ὅτι εἶναι μοναδικὸς ἄνθρωπος γιὰ τὸν ἄλλον καὶ δὲν μποροῦμε ἔτσι ἀκαδημαϊκά, ἀοριστολογικά, δεοντολογικὰ νὰ βάλουμε κάποια ἐκ τῶν προτέρων τοποθέτηση. Στὴ συνέχεια βέβαια ἔγινε ὁ γάμος καὶ οἱ ἄνθρωποι ἔζησαν ὡς πάρα πολὺ καλοὶ σύζυγοι κάνοντας ὀχτὼ παιδιά.

Στὴ συνέχεια κατὰ τὴν περίοδο τῆς ὡριμότητος  ἀντιμετωπίζονται στὸν ἄνθρωπο τὰ μεγάλα προβλήματα ἐπάγγελμα, οἰκονομικά, ἀμοιβές, χτίσιμο σπιτιῶν καὶ ὅ, τί ἕνας οἰκογενειάρχης – ὄχι καλεῖται – ἀλλὰ ὅ, τί βρίσκεται στὴν ἀνάγκη νὰ κάνει. Ὁ Γέροντας καταλάβαινε ὅτι θὰ πρέπει νὰ δώσει κάποια ἐναύσματα, ὁ Γέροντας δὲν ἔλεγε ἀμέσως αὐτὸ ποὺ καταλάβαινε ὁ ἴδιος αὐτοφωτίστως ὅ, τί ἔπρεπε νὰ πεῖ ἀλλὰ ὑπέβαλλε διάφορες ἐρωτήσεις. Ρωτοῦσε λοιπόν, πόσα χρήματα ἔχετε, ἐκεῖ μπορεῖτε πραγματικὰ νὰ ἀγοράσετε τὸ οἰκόπεδο ποῦ λέτε, ἔχετε τὴν δυνατότητα; Καὶ ἀνάλογα μὲ τὴν ἀντίληψη τῶν ἀνθρώπων τοὺς βοηθοῦσε νὰ καταλάβουν ὅτι τὸ ἐγχείρημά τους ἦταν πάνω ἀπὸ τὶς δυνάμεις τους ἢ ὅτι θὰ μποροῦσαν νὰ κάνουν αὐτὸ τὸ ἐγχείρημα, μία ἀγορά, ἢ κατὰ τὴν διάρκεια ποὺ χτιζόταν ἕνα σπίτι τοὺς ἐφιστοῦσε τὴν προσοχή, ὅτι θὰ πρέπει νὰ δεῖτε πῶς θὰ βάλετε τὰ δωμάτια, ἀπὸ ποῦ φωτίζονται ἡλιακά, ποιὰ θὰ εἶναι ἡ ὕδρευση τοῦ σπιτιοῦ καὶ πολλὲς ἄλλες λεπτομέρειες τὶς ὁποῖες ὁ ἴδιος κατὰ τὴν κατασκευὴ τοῦ ἡσυχαστηρίου εἶχε ἐπιβλέψει, εἶχε προβλέψει καὶ πραγματικὰ εἶχε δώσει λύσεις. Ἀσχολούμενος μὲ τέτοιες λεπτομέρειες ὑλικῶν πραγμάτων  μᾶς ἐπιβεβαιώνει αὐτὸ ποὺ λέγαμε στὴν ἀρχὴ ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι δὲν βρίσκονται σὲ μία ἰσορροπία καὶ ἔχοντας μία ἐγνωσμένη παθογένεια ψυχολογικῶν προβλημάτων ἢ μία ἄλλη κατάσταση, ὄχι ἁρμονικὴ πάντως, ὄχι ἰσορροπίας, διαγγέλουν καὶ ἑξαγγέλουν ὅτι ἐμεῖς θὰ πρέπει νὰ ζοῦμε τὰ πνευματικὰ καὶ τὰ ἄλλα δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουν. Καὶ συσσωρεύονται προβλήματα μέσα στὴν οἰκογένεια, ἄπειρα, τόσα ὅσα δὲν θὰ εἶχαν συσσωρευτεῖ ἴσως καὶ σὲ κοσμικοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸν κοινὸν νοῦ καὶ τὴν κοινὴ πρόνοια γιὰ τοὺς οἰκείους τους. Ὡς ἱστορικοὶ «ὂν οὗ (56.29) προνοεῖ ἀπίστου χείρων γέγονε» μᾶς λέει ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ ἑπομένως ὁ Γέροντας καθοδηγοῦσε τοὺς ἀνθρώπους ἔτσι γιὰ νὰ μὴν μονοφυσιτίζουν καὶ φυσικὰ γιὰ νὰ μὴν μπατάρουν στὴν ὅλη τους πορεία τῆς ζωῆς.

Ἀκόμα καὶ στὰ οἰκονομικὰ πρόσεχε πάρα πολὺ ὅταν ἂς ποῦμε ἕνας ἱερέας ἔλεγε ὅτι ἐγὼ Γέροντα δὲν θέλω νὰ πάρω τυχερά, τὸν ἔφερνε ἀπὸ δῶ, τὸν ἔφερνε ἀπὸ κεῖ, τοῦ ἔλεγε μερικὰ παραδείγματα ἀλλὰ ξέρεις λέει εἶχα γνωρίσει ἕναν Ἅγιο ἄνθρωπο   πραγματικὰ ὁ ὁποῖος λέει στὴν ζωή του δὲν πῆρε τυχερά, ἀλλὰ ξέρεις πρέπει νὰ ἔχεις ὑπόψη σου αὐτὸ ἢ ἕνας ἄλλος ὁ ὁποῖος λέει ἔπαιρνε, τὰ κᾶνε ἐλεημοσύνη ἢ ἕνας ἄλλος… καὶ ἀφοῦ ἔλεγε 5-6 τέτοιες περιπτώσεις ἔτσι ἀπομυθοποιοῦσε ἀπὸ τὸν εὐσεβῆ μὲ εἰσαγωγικὰ ἢ χωρὶς εἰσαγωγικὰ ὑποψήφιο ἱερέα ἤδη χειροτονημένο, ἀπομυθοποιοῦσε μία ἰδεατή, μία ἰδανικὴ κατάσταση ὅτι δὲν θὰ πρεπε νὰ παίρνει χρήματα καὶ τυχερὰ ἢ ὅτι θὰ πρέπει νὰ παίρνει. Αὐτὸ γινόταν καὶ σὲ ἄλλα ἐπαγγέλματα. Ἂς ποῦμε, κάποιος εἶχε τάσεις, θὰ λέγαμε, ἔντονης κερδοσκοπίας. Ὁ Γέροντας μὲ διαφόρους τρόπους προσπαθοῦσε νὰ τὸν φέρει σὲ μία ἰσορροπία ἀνάμεσα στὴν σωστὴ ἐπαγελματικὴ δράση καὶ στὴν ἀντίστοιχη ἰσόρροπη ἀμοιβὴ ἔτσι ὥστε καὶ ὁ ἴδιος νὰ μὴ φτάσει νὰ παραμελεῖ τὴν οἰκογένειά του χάριν τοῦ ἐπαγγέλματος ἀλλὰ καὶ ἡ οἰκογένεια νὰ μὴν στερεῖται τῶν ἀπαραιτήτων ἀμοιβῶν τῶν οἰκονομικῶν.

Αὐτὰ τὰ μεγάλα προβλήματα, τὰ κύρια προβλήματα ἦταν τὰ ψυχολογικὰ προβλήματα τὰ ὁποῖα τὰ ἀτιμετώπιζε ὁ Γέροντας καθὼς καὶ τὰ προβλήματα τῶν αἱρέσεων μ’ ἕναν ἰδιάζοντα τρόπο. Πηγαῖναν παιδιὰ ποὺ εἶχαν ἐπηρεαστεῖ ἀπὸ τὶς ἀνατολικὲς θρησκεῖες, μιλοῦσε μαζί τους ἁπλὰ καὶ τὰ ἄφηνε νὰ ἐκφράζονται καὶ πάλι μὲ τὸ δικό του διακριτικὸ τρόπο τοὺς ἔλεγε ὅτι ἄλλη εἶναι ἡ προσευχὴ ἄλλος εἶναι ὁ διαλογισμὸς καὶ τοὺς ἔφερνε στὸ σημεῖο ἐκεῖνο ποὺ καταλάβαιναν πλέον μετὰ ἀπὸ κάποιες συναντήσεις ὅτι τὰ παιδιὰ δὲν θὰ πρέπει νὰ ἀσχολοῦνται μὲ πράγματα καὶ μὲ ὑποθέσεις ποὺ εἶναι ἀδοκίμαστες πνευματικά.
Ὅσον ἀφορᾶ τὶς πνευματικὲς ἀσθένειες, ἄλλοτε ὁ Γέροντας συνιστοῦσε ἀνεπιφύλακτη ἐμπιστοσύνη στοὺς γιατροὺς καὶ ἄλλοτε ὅταν ἡ διόρασή του τοῦ ἔδινε τὴν πληροφορία ὅτι ὁ γιατρὸς δὲν ἔχει κάνει σωστὴ διάγνωση ἢ σωστὴ θεραπεία ἔλεγε δὲν βλέπεις ἕναν ἄλλον γιατρό; Ἢ μὲ κάποιους ἄλλους τρόπους ὁ Γέροντας προσπαθοῦσε νὰ δώσει μία σωστὴ πνευματικὴ ἀγωγὴ ὥστε καὶ ἡ σωματικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου νὰ μπορεῖ νὰ ἐξυγιαίνεται. 

Ἔτσι δύο δεῖκτες τῆς καθημερινότητος ἦταν γνωστοὶ καὶ τοὺς ἀνέφερε ὁ Γέροντας. Ἔλεγε ὅτι θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἔτσι δημιουργημένη ἡ ψυχολογία μας ὥστε μέσα σὲ δύο δεῖκτες νὰ καταλαβαίνουμε κι ἐμεῖς τὸν ἑαυτό μας. Ὁ ἕνας δείκτης εἶναι ὑπάρχει σωστὴ λειτουργία τοῦ ἐντέρου; Ὑπάρχει ἕνα βιολογικὸ ρολόι τὸ ὁποῖο λειτουργεῖ σωστά; Καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχε αὐτὴ ἡ σωστὴ βιολογικὴ λειτουργία ἔλεγε ὅτι κάτι σημαίνει. Σὲ κάποιον τρίτο εἶπε, ξέρεις εἶχα γνωρίσει κάποιον ἢ κάποιαν ποῦ ἦταν στριμμένο ἄντερο, ξέρεις τί σημαίνει λέει στριμμένο ἄντερο; Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ εἶναι πολὺ νευρικός, ποὺ δὲν ἔχει καμιὰ ἠρεμία καὶ ἑπομένως τὸ ἔντερό του δὲν κάνει τὶς σωστὲς λειτουργίες καὶ μπορεῖ νὰ παραμένει δύο – τρεῖς μέρες χωρὶς νὰ ἐνεργεῖται καὶ καταλαβαίνεις τί γίνεται μέσα του, τί νεῦρα ἔχει κι ἦταν αὐτὸς ὁ ἴδιος, ὁ συγκεκριμένος ἄνθρωπος. Ἢ ὁ ἄλλος δείκτης ἦταν στὰ γυναικεῖα θέματα ὅπου ὁ Γέροντας πίστευε ἀπὸ τὴν ἐπειρία καὶ ἀπὸ τὸν Θεῖο Φωτισμὸ ὅτι ὁ σταθερὸς κύκλος τῆς περιόδου εἶναι ἕνα κριτήριο τῆς ἰσορροπίας τῆς γυναικείας ψυχολογίας καὶ γενικότερά της γυναικείας προσωπικότητος. Κι ἔτσι καθοδηγοῦσε καὶ μέσα ἀπ’ αὐτὴν τὴν εὐαίσθητη λειτουργία, καθοδηγοῦσε τὶς νέες κοπέλες καὶ τὶς μεγαλύτερες γυναῖκες νὰ προσέχουν τὴν ψυχολογία τους νὰ προσέχουν…..


Χαριτωμένοι ἄνθρωποι στὸ Ἅγιον Ὄρος.(του μακαριστού Προηγουμένου της Ιεράς Μονής Γρηγορίου π.Γεωργίου Καψάνη)

-->



επιμέλεια κειμένου.πρωτ.Δημητρίου Αθανασίου

Ἀπομαγνητοφωνημένο κείμενο τῆς συνεντεύξεως ποὺ μεταδόθηκε ἀπὸ τὸ Ραδιοφωνικὸ Σταθμὸ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τὴν Κυριακὴ (Β´ Νηστειῶν) 14 Μαρτίου 1993, στὸ πλαίσιο τῆς ἐκπομπῆς «Ραδιοπαράγκα» τοῦ π. Κωνσταντίνου Στρατηγοπούλου


…. Κατ᾿ ἀρχὴν θὰ ἤθελα νὰ πῶ ὅτι χαριτωμένοι εἶναι ὅλοι οἱ Χριστιανοί, γιατὶ ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ ἔχουν τὴν Χάρι τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος. Χαριτωμένοι εἶναι καὶ οἱ μοναχοί, γιατὶ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Χάρι τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος ἔχουν καὶ τὴν Χάρι τοῦ ἀγγελικοῦ Σχήματος. Βέβαια τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι λόγῳ τῶν παθῶν μας κρύβουμε αὐτὴν τὴν Χάρι, ὅπως κρύβεται ἡ φωτιὰ κάτω ἀπὸ τὴν στάχτη καὶ δὲν φαίνεται. Ὅταν ὅμως σιγὰ-σιγὰ μὲ τὴν μετάνοιά μας, τὴν ἄσκησί μας, τὸν ἀγώνα μας τὸν πνευματικὸ καὶ τὴν προσευχή μας παραμερίσουμε τὰ πάθη, τότε σιγὰ-σιγὰ ὑποχωρεῖ ἡ στάχτη τῶν παθῶν καὶ ἡ φωτιὰ τῆς θείας Χάριτος -ποὺ καίει μέσα μας- φανερώνεται. Καὶ φανερώνεται ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται ἔτσι. Τότε οἱ ἄνθρωποι εἶναι χαριτωμένοι καὶ φαίνονται χαριτωμένοι.

Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ πάντοτε εἶχε χαριτωμένους ἀνθρώπους. Αὐτοὶ οἱ χαριτωμένοι ἄνθρωποι ἦταν πάντοτε τὸ ἅλας τῆς γῆς. Αὐτοὶ ἐχαρίτωναν τὸν κόσμο καὶ ἔδιναν νόημα καὶ χαρὰ καὶ στὸν κόσμο καὶ στὴν ἐποχὴ ποὺ ζοῦσαν. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν κοίμησί τους, μὲ τὴν Χάρι ποὺ ἔχουν, ἐξακολουθοῦν νὰ παρηγοροῦν καὶ νὰ βοηθοῦν τοὺς ἀνθρώπους.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, λέγει, ὅτι ἡ θεία Χάρις σκηνώνει πρῶτα στὶς ψυχὲς τῶν Ἁγίων καὶ ἀπὸ τὶς ψυχὲς μεταδίδεται καὶ στὰ σώματά τους· καὶ ὅταν κοιμηθοῦν, μένει στὰ λείψανά τους καὶ στοὺς τάφους τους καὶ στὶς εἰκόνες τους καὶ στοὺς ναοὺς ποὺ εἶναι ἀφιερωμένοι σ᾿ αὐτούς. Εἶναι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ ποὺ ἐνοικεῖ στὰ πρόσωπα τῶν Ἁγίων καὶ ἐν συνεχείᾳ μένει καὶ σὲ ὅλα αὐτὰ ποὺ συνδέονται μὲ τοὺς Ἁγίους.

Γι᾿ αὐτὸ ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι προσκυνοῦμε τὰ ἅγια λείψανα, τὶς ἅγιες εἰκόνες, τοὺς ἱεροὺς ναούς. Διότι ὅλα αὐτὰ εἶναι φορεῖς τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶχαν ἡ Παναγία καὶ οἱ Ἅγιοι.

…. Συναντᾶμε στὸ Ἅγιον Ὄρος χαριτωμένους ἀδελφούς μας· καὶ αὐτὸ εἶναι ποὺ ἀναπαύει καὶ τοὺς προσκυνητὰς τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Βέβαια ὅταν λέμε χαριτωμένους ἀδελφούς, δὲν ἐννοοῦμε ἀνθρώπους ποὺ κάνουν θαύματα καὶ σημεῖα, ἀλλὰ ἐννοοῦμε ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν εἰρήνη στὴν ψυχή τους, ἔχουν ἀγάπη καὶ ταπείνωση.

Στὸ διάστημα τῆς παραμονῆς μου στὸ Ἅγιον Ὄρος μὲ ἀξίωσε ὁ Θεὸς νὰ γνωρίσω χαριτωμένους ἀνθρώπους καὶ νὰ ὠφεληθῶ ἀπ᾿ αὐτούς. Πρέπει νὰ πῶ ὅτι οἱ μοναχοὶ τοῦ Ἁγίου Ὄρους, καὶ μάλιστα αὐτοὶ ποὺ ἔχουν κάνει πολυετῆ ἄσκησι, ἔχουν κάποια κοινὰ χαρακτηριστικά, τὰ ὁποῖα -τουλάχιστον σὲ μένα- ἔχουν κάνει μεγάλη ἐντύπωσι.

Τὸ πρῶτο χαρακτηριστικὸ εἶναι ὅτι δὲν ἔχουν καμμία ἐκτίμησι στὸν ἑαυτό τους, δὲν ἔχουν καμμία ἐμπιστοσύνη καὶ ὑπόληψι στὸν ἑαυτό τους ὅτι ἔχουν ἀρετή. Ἔχουν πολλὴ ἄσκησι, πολὺν ἀγώνα, ἀλλὰ πιστεύουν ὅτι δὲν ἔχουν κάνει τίποτε, περιμένουν μόνον ἀπὸ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ νὰ σωθοῦν.

Ἕνας τέτοιος μοναχὸς ἀπέθνησκε σὲ μία σκήτη τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἀπὸ ἀνίατο ἀσθένεια. Ἦταν ἀρκετὰ νέος. Ἤξερε ὅτι ἔπασχε ἀπὸ ἀνίατο ἀσθένεια καὶ ἤξερε ὅτι πεθαίνει. Ἦταν ἀπὸ τοὺς καλοὺς καὶ ἀγωνιστὰς μοναχούς. Λίγο πρὶν κοιμηθῆ, τὸν ρώτησε ἕνας νεώτερος ἀδελφός: «Πάτερ, τώρα ἐσὺ φεύγεις. Θὰ ἤθελα νὰ μοῦ πῆς κάτι ἀπὸ τὴν πείρα σου, νὰ μὲ ὠφελήσης καὶ μένα». Καὶ ὁ ἀποθνήσκων ἐκεῖνος μοναχὸς τοῦ εἶπε τὸ ἕξης: «Ξέρεις, ἀδελφέ, ὅτι ἐγὼ ἀγωνίσθηκα στὴν ζωή μου καὶ μὲ νηστεῖες καὶ μὲ προσευχὲς καὶ μὲ ἀγρυπνίες καὶ μὲ ὑπακοή, καὶ μὲ τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ, ὅσο μπόρεσα, προσπάθησα νὰ τηρήσω τὶς ὑποσχέσεις τοῦ μοναχικοῦ σχήματος. Πλὴν ὅμως τώρα δὲν ἐλπίζω σ᾿ αὐτά. Ἐλπίζω μόνον στὸ Αἷμα τοῦ Ἐσταυρωμένου (δηλαδὴ στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ)».
Αὐτό, λοιπόν, εἶναι τὸ πρῶτο χαρακτηριστικὸ γνώρισμα ὅλων τῶν χαριτωμένων μοναχῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅτι δηλαδὴ δὲν ἐλπίζουν στὸν ἑαυτό τους, στὴν ἄσκησί τους, στὸν ἀγώνα τους, ἀλλὰ στὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ. Ἐγνώρισα πατέρες οἱ ὁποῖοι εἶχαν 60-70 χρόνια στὸ Ἅγιον Ὄρος, ποὺ ἀγωνίσθηκαν πολύ, καὶ ὅταν τοὺς ρωτοῦσες γιὰ τὴν ζωή τους σοῦ ἔλεγαν: «πέρασε ἡ ζωή μου χωρὶς νὰ κάνω τίποτε, δὲν ἔχω καμμία ἀρετὴ καὶ δὲν ἔχω κάνει κανένα καρπὸ σὲ ὅλο αὐτὸ τὸ διάστημα».

Θυμᾶμαι τὸν γέροντα Αὐξέντιο, ὁ ὁποῖος ἐκοιμήθη σὲ ἡλικία 90 ἐτῶν, πρὸ δεκαετίας περίπου, ὁ ὁποῖος ἦταν ἕνας πάρα πολὺ ἐνάρετος καὶ ἅγιος μοναχός. Κάποτε -ἦταν Κυριακὴ τοῦ Πάσχα- ἐπρόκειτο νὰ προσέλθουν οἱ πατέρες καὶ οἱ λαϊκοὶ Χριστιανοί, ποὺ ἦταν ἀρκετοὶ -ὡς προσκυνηταί- στὸ μοναστήρι, νὰ κοινωνήσουν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Πρὸ τῆς Θείας Κοινωνίας εἶπα ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη γιὰ τοὺς λαϊκοὺς ἀδελφούς: «Θὰ παρακαλέσω νὰ προσέλθουν ὅσοι ἔχουν ἐξομολογηθῆ καὶ προετοιμασθῆ. Ὅποιος δὲν ἔχει ἑτοιμασθῆ, νὰ ἐξομολογηθῆ πρῶτα καὶ μετὰ νὰ κοινωνήσῃ». Ὁ π. Αὐξέντιος ἐνόμιζε ὅτι τὸ ἔλεγα γιὰ τοὺς μοναχούς. Ἦταν τυφλός. Ἦταν ὁ πρῶτος στὴν σειρὰ ἀπὸ τοὺς πατέρες, ὁ ἀρχαιότερος -εἶχε ἔλθει στὸ μοναστήρι τὸ 1917. Περίμενε τὴν σειρά του νὰ κοινωνήση. Νόμισε λοιπὸν ὅτι ζητοῦσα καὶ ἀπὸ τοὺς πατέρες νὰ ἐξομολογηθοῦν. Ἐξομολογεῖται, λοιπόν, δημοσίᾳ.

Καὶ ποιὰ ἦταν ἡ ἐξομολόγησίς του; «Πλέω σ᾿ ἕνα πέλαγος ματαιότητος. Δὲν ἔχω κάνει τίποτε στὴν ζωή μου. Δὲν ξέρω ποῦ βρίσκομαι, οὔτε ποῦ πηγαίνω». Καὶ ζητοῦσε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ ταπείνωσις ἐχαρακτήριζε πάντοτε τὸν π. Αὐξέντιο. Γι᾿ αὐτὸ ὁσάκις τοῦ ζητούσαμε κάποια συμβουλή, ἀπέφευγε νὰ μᾶς πῆ, μόνον ἔλεγε: «Τὴν εὐχή. Τὴν εὐχή. Τὸ “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ” νὰ λέτε». Καί: «Νὰ διαβάζετε τὸν Εὐεργετινό». Ἔκρυβε τὴν ἀρετή του καὶ τὴν πολλὴ πνευματικὴ γνῶσι καὶ σοφία τὴν ὁποία εἶχε. Ἔζησε ὅλη του τὴν ζωὴ πραγματικὰ κρυμμένος ἀπὸ τὰ μάτια τῶν πατέρων, οἱ ὁποῖοι, ἂν καὶ ζοῦσαν στὰ διπλανὰ κελλιά, δὲν ὑποψιάζοντο τὴν πολλὴ ἄσκησι καὶ τὸν πολὺ ἀγώνα τοῦ π. Αὐξεντίου. Ἔχουμε πληροφορία ἀξιόπιστη ὅτι ὁ π. Αὐξέντιος ἠξιώνετο καθημερινῶς νὰ βλέπη τὸ ἄκτιστον Φῶς. Αὐτὸ βέβαια εἶναι κάτι συγκλονιστικό, συνέβαινε ὅμως, καὶ εἴμαστε βέβαιοι ὅτι συνέβαινε, διότι ὁ π. Αὐξέντιος εἶχε τὶς προϋποθέσεις γιὰ νὰ μπορέση νὰ φθάση στὴν θεοπτία.

Λοιπὸν αὐτὸ εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο ἐμένα προσωπικά με συγκλονίζει: Ἡ ταπείνωσις τῶν πατέρων τοῦ Ἁγίου Ὄρους, οἱ ὁποῖοι θεωροῦν τὸν ἑαυτό τους γιὰ τίποτε, ὡς τὸ «οὐδέν», ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης.

Ἔχουμε στὸ μοναστήρι μας καὶ ἕναν ἄλλο μοναχό, 97 ἐτῶν. Αὐτὸς ἦλθε στὸ μοναστήρι τὸ 1924. Ἦταν ὑποτακτικὸς τοῦ ἀειμνήστου, προορατικοῦ καὶ ἁγίου Καθηγουμένου, π. Ἀθανασίου Γρηγοριάτη. Ἔχει πολλὴ ἀρετὴ καὶ αὐτὸς ὁ γέροντας, δὲν θὰ πῶ τὸ ὄνομά του γιατὶ ζῆ. (Πρόκειται γιὰ τὸν π. Ἡσύχιο. Ὅταν ἐδόθη ἡ παροῦσα συνέντευξις, ἦτο ἀκόμη ἐν ζωῇ). Θυμᾶμαι, ὅταν κάποτε τοῦ εἶπα ὅτι ἔχει ἀγωνισθῆ πολύ, αὐτός μου ἀπήντησε: «Δὲν ἔχω κάνει τίποτε. Ὅλη μου τὴν ζωὴ τὴν πέρασα μὲ ἀργολογία». Δὲν θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του ἄξιο οὔτε ἕνα καφὲ νὰ τοῦ κάνουμε. Ἂν κάνουμε γιὰ κανέναν ἄλλο καφέ, ἂς κάνουμε καὶ γι᾿ αὐτόν, ἀλλὰ μόνον γιὰ τὸν ἑαυτό του ὄχι. Δὲν ἐζήτησε ποτὲ τίποτε. Τόσα χρόνια ποὺ εἶμαι στὸ μοναστήρι δὲν ἐζήτησε ποτὲ οὔτε ἕνα ράσο, οὔτε ἕνα ζωστικό, οὔτε τίποτε ἄλλο. Φοράει ὅλα τὰ παλιὰ καὶ εἶναι εὐχαριστημένος. Τὸ μόνο ποὺ λυπᾶται εἶναι ὅτι τώρα δὲν μπορεῖ νὰ κάνη διακόνημα καὶ ὅτι, καθὼς λέγει, «τρώγει τζάμπα τὸ ψωμί». Ὁ γέροντας αὐτός, μὲ αὐτὴν τὴν βαθειὰ ταπείνωσι, ἔχει πολλὴ χάρι καὶ πολλὴ εἰρήνη στὴν ψυχή του. Ὅταν ἔρχωνται λαϊκοὶ Χριστιανοὶ νὰ τὸν δοῦν -φαίνεται ὅτι ὁ Θεὸς τὸν πληροφορεῖ- χωρὶς νὰ τοῦ ποῦν αὐτοὶ καὶ νὰ τὸν ἐρωτήσουν συγκεκριμένα πράγματα, τοὺς λέγει αὐτὸ τὸ ὁποῖο ἔχει ὁ καθένας πνευματικὴ ἀνάγκη νὰ ἀκούση.

Ἕνας ἄλλος μοναχὸς ποὺ ἔζησε στὸ μοναστήρι μας καὶ ἐκοιμήθη πρὸ ὀλίγων ἐτῶν, ὁ π. Ἐφραίμ, καὶ αὐτὸς εἶχε αὐτὴν τὴν βαθειὰ ταπείνωσι. Κάποτε ἦταν ἄρρωστος στὸ νοσοκομεῖο «Θεαγένειο» στὴν Θεσσαλονίκη. Ἐκεῖ τὸν ἐπισκέφθηκα νὰ τὸν δῶ. Ὅταν τὸν ἐπλησίασα στὸ κρεβάτι, σήκωσε τὰ χεράκια του καὶ μοῦ εἶπε: «Ἔλα, γέροντα, θέλω νὰ ἐξομολογηθῶ». Ἄρχισε τὴν ἐξομολόγησι δημοσίᾳ. Ἄκουγαν ὅλοι οἱ ἀσθενεῖς, ἀλλὰ ὁ γέροντας τὸ ἔκανε μὲ πολλὴ ἁπλότητα, δὲν σκεφτόταν ὅτι τὸν ἀκοῦνε καὶ οἱ ἄλλοι. «Θέλω νὰ μὲ συγχωρήσης, γέροντα, διότι σὲ ἔχω πικράνει», ἔλεγε. Τοῦ ἀπαντῶ: «Δὲν μὲ πίκρανες, ἐγὼ μᾶλλον σὲ ἔχω πικράνει, γιατὶ μπορεῖ νὰ ἤμουν λίγο αὐστηρός». Καὶ ἀπήντησε: «Ἐσὺ τὸ ἔκανες γιὰ τὴν σωτηρία μου, ἐνῶ ἐγὼ σὲ στενοχωροῦσα λόγῳ τῶν παθῶν μου. Καὶ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ τὸ κάνης». Τότε ἐγὼ γύρισα καὶ εἶπα στοὺς λαϊκοὺς ποὺ ἄκουγαν: «Βλέπετε ὁ π. Ἐφραὶμ πόση ταπείνωσι ἔχει καὶ πῶς μιλᾶ;». Τότε ὁ π. Ἐφραὶμ γύρισε καὶ εἶπε στοὺς λαϊκούς: «Ἀδελφοί μου, σᾶς ἐξομολογοῦμαι, δὲν ἔχω καμμία ἀρετή. Τόσα χρόνια ποὺ εἶμαι στὸ Ἅγιον Ὄρος δὲν ἔκανα τίποτε. Σὰς παρακαλῶ νὰ προσευχηθῆτε γιὰ τὴν σωτηρία μου». Καὶ τότε ὅλοι οἱ λαϊκοὶ συγκινημένοι ἄρχισαν νὰ κλαῖνε, βλέποντας τὴν ταπείνωσι ἑνὸς μοναχοῦ ποὺ τὸν εἶχαν κοντά τους καὶ ἔβλεπαν πόση ἀρετὴ εἶχε καὶ πόση ὑπομονὴ ἔκανε. Ἕνας νέος ἀπὸ τὸ προσωπικὸ τοῦ νοσοκομείου, ποὺ ἔτυχε νὰ εἶναι ἐκεῖ, ἔκανε τὸν σταυρό του καὶ εἶπε: «Δόξα τῷ Θεῷ ποὺ ὑπάρχει τὸ Ἅγιον Ὄρος».

Αὐτό, λοιπόν, εἶναι ἕνα στοιχεῖο, τὸ ὁποῖο καταθέτω ἀπὸ τὴν προσωπική μου ἐμπειρία στὸ Ἅγιο Ὄρος, αὐτὴ ἡ βαθειὰ ταπείνωσις ὅλων τῶν πατέρων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸν ἑαυτό τους γιὰ τίποτε. Καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι κάτι ἐπίπλαστο, δὲν εἶναι μία ταπεινοφάνεια. Εἶναι μία πραγματικὴ πεποίθησις ποὺ ἔχουν γιὰ τὸν ἑαυτό τους, εἶναι μία ὄντως ταπείνωσις, ὅτι πράγματι δὲν ἔχουν ἀρετὴ καὶ δὲν ἔχουν κάνει κανένα πνευματικὸ καρπὸ στὴν μοναχική τους ζωή. Καὶ παρ᾿ ὅλα αὐτὰ ἔχουν εἰρήνη στὴν ψυχή τους καὶ δὲν φοβοῦνται καὶ τὸν θάνατο, γιατὶ τοὺς πληροφορεῖ ἡ συνείδησίς τους -παρὰ τὴν αἴσθησι ποὺ ἔχουν τῆς πνευματικῆς τους πτωχείας- ὅτι ἔχουν τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι ἔχουν τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

Κάτι ἄλλο ποὺ μοῦ ἔχει κάνει ἐντύπωση στὸ Ἅγιο Ὄρος -καὶ ἴσως ἔχει κάνει καὶ σὲ σᾶς ποὺ μὲ ἀκοῦτε καὶ ἔχετε ἔλθει στὸ Ἅγιο Ὄρος- εἶναι ὅτι οἱ πατέρες δὲν εἶναι ὁμοιόμορφοι, δὲν εἶναι τυποποιημένοι· ὁ καθένας ἔχει τὸν δικό του προσωπικὸ χαρακτήρα, ἔχει τὴν δική του προσωπικότητα. Καὶ ἡ ἀρετή του καὶ ἡ στάσις του καὶ ἡ ὅλη προσπάθειά του ἔχουν τὴν σφραγίδα τῆς δικῆς του προσωπικότητος. Εἶναι αὐθόρμητοι· ποτὲ δὲν θέλουν νὰ παραστήσουν ὅτι ἔχουν ἀρετή· ἀντιθέτως ἔχουν μία ἁπλότητα, ὥστε νὰ δείχνουν καὶ τὰ τυχὸν ἐλαττώματά τους, μέχρι σημείου ποὺ οἱ λαϊκοί, καθὼς βλέπουν τὰ ἐλαττώματα τῶν μοναχῶν, νὰ σκανδαλίζονται. Ἀλλὰ αὐτοὺς δὲν τοὺς πειράζει αὐτό, διότι θέλουν νὰ δείχνουν αὐτὸ ποὺ εἶναι, δὲν θέλουν νὰ δείχνουν αὐτὸ ποὺ δὲν εἶναι. Ὑπάρχει δηλαδὴ μία γνησιότητα καὶ μία αὐθεντικότητα στοὺς πατέρες τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

Τελευταῖα πληροφορήθηκα γιὰ κάποιον μοναχό, ὁ ὁποίος κάνει μεγάλες νηστεῖες- εἶναι μεγάλος ἀσκητής· μπορεῖ νὰ κάνη ἀρκετὲς ἡμέρες νὰ βάλη κάτι στὸ στόμα του, καὶ ὅμως, ὅταν ἔρχεται στὶς Καρυές, πηγαίνει σὲ κάποιο ἑστιατόριο καὶ πίνει μπύρα. Τὸ κάνει γιὰ νὰ φαίνεται, γιὰ νὰ σχηματίζη ὁ κόσμος τὴν ἐντύπωσι ὅτι εἶναι ἕνας ἀμελὴς καὶ ἀκρατὴς μοναχὸς ποὺ δὲν ἀγωνίζεται. Ἔτσι ρίχνει στάχτη στὰ μάτια τοῦ κόσμου, γιὰ νὰ κρύψη τὶς πολυήμερες νηστεῖες του καὶ τὸν μεγάλο ἀγώνα ποὺ κάνει.

Βέβαια θὰ ἔχετε ἀκούσει γιὰ τοὺς σαλοὺς διὰ Χριστόν. Ὑπάρχει καὶ στὸ Ἅγιο Ὄρος μία τέτοια σαλότης σὲ μερικοὺς μοναχούς. Γι᾿ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ βιαζόμαστε νὰ βγάζουμε συμπεράσματα γιὰ μοναχοὺς ποὺ τοὺς βλέπουμε νὰ κάνουν πράγματα λίγο παράξενα ἢ ποὺ φαινομενικὰ δίνουν τὴν ἐντύπωσι ὅτι δὲν εἶναι ἐνάρετοι, διότι αὐτὰ μπορεῖ νὰ γίνωνται γιὰ νὰ κρύψουν τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν μεγάλη ἄσκησι, τὴν ὁποία ἔχουν αὐτοὶ οἱ μοναχοί.

Βέβαια χαριτωμένοι πατέρες τοῦ Ἁγίου Ὄρους δὲν εἶναι μόνον αὐτοὶ ποὺ ὁ κόσμος γνωρίζει γιὰ τὴν πολλὴ ἀρετή τους, τὴν διάκρισί τους, τὸ προορατικό τους χάρισμα, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι πατέρες ποὺ δὲν εἶναι εὐρύτερα γνωστοί. Καὶ αὐτοὶ εἶναι χαριτωμένοι, καὶ αὐτοὶ ἀγωνίζονται, κλαῖνε, μετανοοῦν συνέχεια γιὰ τὶς ἁμαρτίες τους, γιὰ τὶς ἁμαρτίες ὅλου τοῦ κόσμου. Χαριτώνονται σιγὰ-σιγὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀξιώνει ὁ Θεὸς νὰ κάνουν ἕνα πραγματικὰ χριστιανικὸ θάνατο.

Στὸ διάστημα ποὺ ὁ Θεὸς μὲ ἀξίωσε νὰ εἶμαι στὸ Ἅγιο Ὄρος, εἶδα τὴν κοίμησι 15 πατέρων. Μοῦ ἔκανε ἐντύπωσι ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ πατέρες εἶχαν ἕναν πάρα πολὺ καλὸ θάνατο, παρ᾿ ὅτι ὡς ἄνθρωποι μπορεῖ νὰ εἶχαν καὶ κάποιες ἀδυναμίες. Τοὺς ἀξίωσε ὁ Θεὸς μὲ πολλὴ εἰρήνη νὰ φύγουν ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο, μὲ ἐξομολόγησι καὶ μὲ μετάνοια. Μερικοὶ μάλιστα ἀπὸ αὐτοὺς προεγνώρισαν καὶ τὸν θάνατό τους.

Αὐτὸ παρηγορεῖ καὶ ἐμᾶς τοὺς νεωτέρους, ὅτι ὁ Θεὸς πράγματι σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἀγωνίζονται δίνει τὴν Χάρι του καὶ τοὺς ἀξιώνει τελικὰ νὰ φύγουν ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο εἰρηνικά, ἐν Χάριτι, καὶ ἔτσι νὰ μεταβοῦν στὸν κόσμο τῆς αἰωνιότητος, ἐκεῖ ὅπου μᾶς περιμένει ὁ Χριστός, ἡ Παναγία καὶ οἱ Ἅγιοι.
Οἱ χαριτωμένοι πατέρες τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἀφήνουν καὶ τὰ σώματά τους στὰ κοιμητήρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Τὰ ὀστά τους μάλιστα πολλὲς φορὲς εὐωδιάζουν. Συνέβη καὶ στὸ μοναστήρι μας, σὲ κάποια ἀνακαίνισι τοῦ ὀστεοφυλακίου τῆς Μονῆς, τὴν ὁποία ἐκάναμε. Τὸ ὀστεοφυλάκιο εἶναι κάτω ἀπὸ τὸν κοιμητηριακὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Πάντων, στὸν ὁποῖο λειτουργοῦμε κάθε Σάββατο. Κάθε Παρασκευὴ βράδυ γίνεται παννυχίς, κατὰ τὴν ὁποία μνημονεύονται τὰ ὀνόματα ὅλων τῶν κεκοιμημένων πατέρων. Κάτω ἀπὸ τὸ παρεκκλήσι ἀναπαύονται τὰ ὀστὰ τῶν πατέρων. Ὅταν ἀνεκαινίζετο τὸ ὀστεοφυλάκιο, τὰ ὀστᾶ μετεφέρθησαν μέσα στὸ παρεκκλήσι. Κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ ὅποιος εἰσήρχετο στὸν χῶρο τοῦ κοιμητηριακοῦ ναοῦ, αἰσθανόταν πολὺ ἔντονα μία εὐωδία νὰ τὸν περιλούη…………………………..

 (Πηγή: «Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος» Περιοδικὴ ἔκδοση ὑπὸ τῶν πατέρων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους)

 http://fdathanasiou.wordpress.com
Ahdoni.blogspot.com

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Άγιος Σιλουανός:περί ειρήνης και θυμού.




Ὅλοι ἐπιθυμοῦν τὴν εἰρήνη, μὰ δὲν ξέρουν πῶς νὰ τὴν ἀποκτήσουν. Ὁ Μέγας Παΐσιος κυριεύθηκε ἀπὸ θυμὸ καὶ παρακάλεσε τὸν Κύριο νὰ τὸν ἐλευθερώσει ἀπὸ αὐτὸ τὸ πάθος. Ὁ Κύριος ἐμφανίστηκε σ᾿ αὐτὸν καὶ τοῦ εἶπε: «Παΐσιε, ἂν θέλεις νὰ μὴν ὀργίζεσαι, μὴν ἐπιθυμεῖς τίποτε, μὴ κρίνεις καὶ μὴ μισήσεις κανένα καὶ θὰ ἔχεις τὴν εἰρήνη». Ἔτσι κάθε ἄνθρωπος ποὺ κάνει τὸ θέλημά του νὰ ὑποχωρεῖ ἔναντι τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων, θὰ εἶναι πάντα εἰρηνικὸς στὴν ψυχή. Ὅποιος ὅμως ἀγαπᾶ νὰ κάνει τὸ θέλημά του, αὐτὸς δὲν θἄχει εἰρήνη.

Ψυχὴ ποὺ παραδόθηκε στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ὑποφέρει εὔκολα κάθε θλίψη καὶ κάθε ἀσθένεια· γιατὶ τὸν καιρὸ τῆς ἀσθένειας παραμένει στὴ θέα τοῦ Θεοῦ καὶ προσεύχεται: «Κύριε, Σὺ βλέπεις τὴν ἀσθένειά μου. Ἐσὺ ξέρεις πόσο ἁμαρτωλὸς καὶ ἀδύνατος εἶμαι· βοήθησε μὲ νὰ ὑπομένω καὶ νὰ εὐχαριστῶ τὴν ἀγαθότητά Σου». Καὶ ὁ Κύριος ἀνακουφίζει τὸν πόνο καὶ ἡ ψυχὴ αἰσθάνεται τὴν ἐγγύτητα τοῦ Θεοῦ καὶ μένει κοντὰ στὸν Θεὸ γεμάτη χαρὰ καὶ εὐγνωμοσύνη.

Ἂν ὑποστεῖς καμιὰν ἀποτυχία, σκέψου: «Ὁ Κύριος βλέπει τὴν καρδιά μου καὶ ἂν εἶναι θέλημά Του, ὅλα θὰ εἶναι γιὰ τὸ καλὸ τὸ δικό μου καὶ τῶν ἄλλων». Ἔτσι ἡ ψυχή σου θὰ ἔχει πάντα εἰρήνη. Ἀλλ᾿ ἂν ἀρχίζει κανεὶς νὰ παραπονεῖται: αὐτὸ δὲν εἶναι καλό, ἐκεῖνο δὲν εἶναι ὅπως πρέπει, τότε ποτὲ στὴν ψυχή του δὲν θὰ ὑπάρχει εἰρήνη, ἔστω κι ἂν νηστεύει καὶ προσεύχεται πολύ…

… Ὁ Κύριος μᾶς ἀγαπᾶ κι ἔτσι μποροῦμε νὰ μὴ φοβόμαστε τίποτε, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία· γιατὶ ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας χάνεται ἡ χάρη καὶ χωρὶς τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ ὁ ἐχθρὸς παρασύρει τὴν ψυχή, ὅπως παρασύρει ὁ ἄνεμος τὰ ξερὰ φύλλα ἢ τὸν καπνό. …

… Τὸ κατόρθωνε γιατὶ ἀγαποῦσε τὸν λαὸ καὶ δὲν ἔπαυε νὰ προσεύχεται γι᾿ αὐτόν:
«Κύριε, δῶσε τὴν εἰρήνη Σου στὸν λαό Σου».

«Κύριε, δῶσε στοὺς δούλους Σου τὸ Πνεῦμα Σου τὸ Ἅγιο, γιὰ νὰ θάλπει τὶς ψυχές τους μὲ τὴν ἀγάπη Σου καὶ νὰ τοὺς ὁδηγεῖ σ᾿ ὅλη τὴν ἀλήθεια καὶ σὲ κάθε ἀγαθό». …

… Ἔτσι, προσευχόμενος συνεχῶς γιὰ τὸν λαό, διαφύλασσε τὴν εἰρήνη τῆς ψυχῆς, ἐνῶ ἐμεῖς τὴν στερούμαστε, γιατὶ δὲν ὑπάρχει μέσα μας ἀγάπη γιὰ τὸν λαὸ. Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ ὅλοι οἱ Ἅγιοι ποθοῦσαν τὴν σωτηρία τοῦ λαοῦ καὶ, ὅταν βρίσκονταν ἀνάμεσα σ᾿ ἀνθρώπους, προσεύχονταν διακαῶς γὶ᾿ αὐτούς. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τοὺς ἔδινε τὴ δύναμη ν᾿ ἀγαποῦν τὸν λαὸ. Κι ἐμεῖς, ἂν δὲν ἀγαποῦμε τὸν ἀδελφό, δὲν θὰ ἔχομε εἰρήνη. …

… Ὁ Ὅσιος Παΐσιος ὁ Μέγας προσευχόταν γιὰ ἕνα μαθητή του ποὺ ἀρνήθηκε τὸν Χριστό. Ἐνῶ λοιπὸν προσευχόταν, τοῦ ἐμφανίστηκε ὁ Κύριος καὶ τοῦ εἶπε: «Παΐσιε, γιὰ ποιὸν παρακαλεῖς ; Δὲν ξέρεις πῶς μ᾿ ἔχει ἀρνηθεῖ ;» Ὁ Παΐσιος ὅμως ἐσυνέχιζε νὰ λυπᾶται τὸν μαθητή του καὶ τότε τοῦ εἶπε ὁ Κύριος: «Παΐσιε, ἔγινες ὅμοιος μὲ μένα στὴν ἀγάπη».
Ἔτσι ἀποκτᾶται ἡ εἰρήνη καὶ ἐκτὸς ἀπ᾿ αὐτὸν δὲν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος. …

… Ψυχὴ ἁμαρτωλή, αἰχμάλωτη στὰ πάθη, δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει εἰρήνη καὶ χαρὰ ἐν Κυρίῳ, ἔστω κι ἂν ἔχει ὅλα τὰ πλούτη τῆς γῆς, ἔστω κι ἂν βασιλεύει σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο. Ἂν σ᾿ ἕνα τέτοιο βασιλιὰ, τὴν ὥρα ποὺ διασκεδάζει σὲ συμπόσιο μὲ τοὺς πρίγκιπές του καθισμένος στὸ θρόνο του δοξασμένος, ἂν τοῦ ποῦμε ξαφνικά: «Βασιλιὰ, πεθαίνεις σὲ λίγο», τότε ἡ ψυχή του θὰ ταραζόταν, θὰ ἔτρεμε ἀπὸ τὸ φόβο καὶ θὰ ἔβλεπε τὴν ἀδυναμία του.

Πόσοι ὅμως ὑπάρχουν φτωχοὶ, ἀλλὰ πλούσιοι σὲ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεό, ποὺ ἂν τοὺς ἔλεγαν: «Τώρα πεθαίνεις», θὰ ἀπαντοῦσαν εἰρηνικά: «Ἂς γίνει τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου. Ἂς εἶναι δοξασμένος ὁ Κύριος, γιατὶ μὲ θυμήθηκε καὶ θέλει νὰ μὲ πάρει ἐκεῖ, ὅπου πρῶτος μπῆκε ὁ ληστής». …

… Δόξα Σοι, Κύριε, γιατὶ τώρα ἔρχομαι σὲ Σένα καὶ θὰ βλέπω αἰώνια μὲ εἰρήνη καὶ ἀγάπη τὸ Πρόσωπό Σου. Τὸ ἱλαρὸ, πράο βλέμμα Σου αἰχμαλώτισε τὴν ψυχή μου καὶ αὐτὴ λιώνει γιὰ Σένα». …

… Ἂν ὅμως συνηθίσομε νὰ προσευχόμαστε θερμὰ γιὰ τοὺς ἐχθρούς μας καὶ νὰ τοὺς ἀγαποῦμε, θὰ παραμείνει γιὰ πάντα ἡ εἰρήνη στὶς καρδιές μας.

Δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει εἰρήνη ἡ ψυχή, ἂν δὲν μελετᾶ μέρα καὶ νύχτα τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ αὐτὸς ὁ νόμος γράφτηκε ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ πηγαίνει ἀπὸ τὴ Γραφὴ στὴν ψυχή. Κι ἡ ψυχὴ αἰσθάνεται γλυκύτητα καὶ εὐχαρίστηση γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν θέλει πιὰ ν᾿ ἀγαπᾷ τὰ ἐπίγεια, γιατὶ ἡ ἀγάπη γιὰ τὰ ἐπίγεια ἐρημώνει τὸν νοῦ. Ἡ ψυχὴ τότε καταλαμβάνεται ἀπὸ ἀθυμία, ἀγριεύει καὶ παύει νὰ προσεύχεται. Κι ὁ ἐχθρός, βλέποντας πῶς ἡ ψυχὴ ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν Θεό, τὴν σαλεύει καὶ εὔκολα συγχύζει τὸν νοῦ μὲ διάφορους ἄτακτους λογισμοὺς κι ἔτσι περνᾶ ὁλόκληρη τὴ μέρα καὶ δὲν μπορεῖ νὰ βλέπει καθαρὰ τὸν Κύριο.

Ὅποιος ἔχει μέσα του τὴν εἰρήνη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, σκορπίζει εἰρήνη καὶ στοὺς ἄλλους. Ὅποιος ὅμως ἔχει μέσα του πνεῦμα κακὸ, σκορπᾶ καὶ στοὺς ἄλλους τὸ κακό. …

… Ὁ θυμώδης ἄνθρωπος ὑποφέρει ὁ ἴδιος μεγάλο μαρτύριο ἀπὸ πονηρὸ πνεῦμα, ἐξαιτίας τῆς ὑπερηφανείας του. Ὁ ὑφιστάμενος, ὅποιος κι ἂν εἶναι, πρέπει νὰ τὸ καταλαβαίνει καὶ νὰ προσεύχεται γιὰ τὸν ψυχικὰ ἄρρωστο προϊστάμενό του καὶ τότε ὁ Κύριος, βλέποντας τὴν ὑπομονή του, θὰ τοῦ δώσει ἄφεση ἁμαρτιῶν καὶ ἀδιάλειπτη προσευχὴ. Εἶναι μέγα ἔργον ἐνώπιόν του Θεοῦ τὸ νὰ προσεύχεται κανεὶς γι᾿ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀδικοῦν καὶ τὸν προσβάλλουν. Ἐξαιτίας αὐτοῦ θὰ τοῦ δώσει ὁ Κύριος τὴ χάρη καὶ θὰ γνωρίσει μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὸν Κύριο. Κι ἔτσι θὰ ὑπομείνει τότε, χάριν τοῦ Κυρίου, μὲ χαρὰ ὅλες τὶς θλίψεις καὶ θὰ τοῦ δώσει ὁ Κύριος ἀγάπη γιὰ ὅλο τὸν κόσμο καὶ θὰ ἐπιθυμεῖ ὁλόψυχα τὸ καλὸ γιὰ ὅλους καὶ θὰ προσεύχεται γιὰ ὅλους ὅπως γιὰ τὴν ψυχή του.

Ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε τὴν ἐντολὴ ν᾿ ἀγαποῦμε τοὺς ἐχθροὺς καὶ ὅποιος ἀγαπᾶ τοὺς ἐχθροὺς ἐξομοιώνεται μὲ τὸν Κύριο. Ἡ ἀγάπη γιὰ τοὺς ἐχθροὺς δὲν εἶναι δυνατὴ παρὰ μόνο μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι᾿ αὐτὸ, μόλις σὲ προσβάλει κανείς, προσευχήσου γι᾿ αὐτὸν στὸν Θεὸ κι ἔτσι θὰ διατηρήσεις τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ στὴν ψυχή σου. …

… Ἂν κάποιος ὡς προϊστάμενος ἀναγκαστεῖ νὰ δικάσει ἕναν ἄλλο γιὰ κάποιο παράπτωμα, πρέπει νὰ παρακαλεῖ τὸν Κύριο νὰ τοῦ δώσει συμπάσχουσα καρδιά, τὴν ὁποία ἀγαπᾶ ὁ Κύριος, καὶ τότε θὰ κρίνει σωστὰ. Ἂν κρίνει ὅμως λαμβάνοντας ὑπόψη μόνο τα ἔργα τοῦ ὑποδίκου, τότε θὰ πέσει σὲ λάθη καὶ δὲν θ᾿ ἀρέσει στὸν Κύριο.

Πρέπει νὰ κρίνει κανεὶς μὲ σκοπὸ τὴ διόρθωση τοῦ ἀνθρώπου καὶ συνεπῶς εἶναι ἀνάγκη νὰ συμπονῇ ὁ δικαστῆς κάθε ψυχή, κάθε πλάσμα καὶ κτίσμα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἔχει καθαρὴ συνείδηση σ᾿ ὅλες τὶς πτυχὲς τῆς ζωῆς του καὶ τότε θὰ βρεῖ βαθιὰ εἰρήνη στὴν ψυχὴ καὶ τὸν νοῦ. …

… Ἂν ἐγνώριζαν οἱ βασιλιάδες καὶ οἱ κυβερνῆτες τῶν λαῶν τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, δὲν θὰ ἔκαναν ποτὲ πόλεμο. Ὁ πόλεμος προέρχεται ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν ἀγάπη. Ὁ Κύριος μᾶς ἐδημιούργησε κατὰ τὴν ἀγάπη Του καὶ μᾶς παρήγγειλε νὰ ζοῦμε μὲ ἀγάπη.
Ἂν οἱ ἄρχοντες τηροῦσαν τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου καὶ ὁ λαὸς καὶ οἱ ὑπήκοοι ὑπάκουαν μὲ ταπείνωση, θὰ ὑπῆρχε μεγάλη εἰρήνη καὶ ἀγαλλίαση πάνω στὴ γῆ. Ἐξαιτίας ὅμως τῆς φιλαρχίας καὶ τῆς ἀνυπακοῆς τῶν ὑπερήφανων ὑποφέρει ὅλη ἡ οἰκουμένη. …


http://imverias.blogspot.gr/

ΛΟΓΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΠΛΑΝΗ Ἅγ.Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης

-->


Νὰ θυμᾶσαι καὶ νὰ φοβᾶσαι δύο λογισμούς. Ὁ ἕνας λέει: «Εἶσαι ἅγιος»·καὶ ὁ ἄλλος: «Δὲν θὰ σωθεῖς». Κι οἱ δύο αὐτοὶ λογισμοὶ προέρχονται ἀπὸ τὸν ἐχθρό, καὶ δὲν ἔχουν ἀλήθεια μέσα τους. Ἐσύ, ὅμως, νὰ σκέφτεσαι: «Ἐγὼ εἶμαι μεγάλος ἁμαρτωλός, ἀλλὰ ὁ Ἐλεήμων Κύριος ἀγαπᾶ πολύ τούς ἀνθρώπους καὶ θὰ συγχωρέσει καὶ σ΄ ἐμένα τὶς ἁμαρτίες μου».

Πίστευε ἔτσι, καὶ θὰ γίνει σύμφωνα μὲ τὴν πίστη σου: Θὰ σὲ συγχωρήσει ὁ Κύριος. Μὴ βασίζεσαι, ὅμως, στοὺς προσωπικούς σου ἀγῶνες, ἔστω καὶ ἂν εἶσαι μεγάλος ἀσκητής. Ἕνας ἀσκητής μου ἔλεγε: «Βεβαίως θὰ ἐλεηθῶ, γιατί κάνω τόσες μετάνοιες τὴν ἡμέρα». Ὅταν, ὅμως, ἦρθε ὁ θάνατος, «διέρρηξε τὰ ἱμάτιά του».

Ὄχι, λοιπόν, γιὰ τὶς ἀσκήσεις μας, ἀλλὰ δωρεάν, κατὰ τὴ χάρη Του ἐλεεῖ ὁ Κύριος. Ὁ Κύριος θέλει τὴν ψυχὴ νὰ εἶναι
ταπεινή, ἄκακη, καὶ νὰ συγχωρεῖ τοὺς πάντες μὲ ἀγάπη· τότε καὶ ὁ Κύριος συγχωρεῖ μὲ χαρά. Ὁ Κύριος τούς ἀγαπᾶ ὅλους, καὶ ἐμεῖς ὀφείλουμε νὰ Τὸν μιμούμαστε καὶ νὰ ἀγαποῦμε τοὺς πάντες, καὶ ἂν δὲν μποροῦμε, τότε πρέπει νὰ Τὸν παρακαλοῦμε, καὶ ὁ Κύριος δὲν θὰ ἀρνηθεῖ, ἀλλὰ θὰ βοηθήσει μὲ τὴ χάρη Του.

Ὅταν ἤμουν ἀκόμα ἀρχάριος, γνώρισα τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ἀπερίγραπτη. Ἡ ψυχὴ αἰσθάνεται σὺν Θεῷ καὶ ἐν Θεῷ, καὶ τὸ πνεῦμα χαίρεται γιὰ τὸν Κύριο, ἔστω καὶ ἂν τὸ σῶμα ἀποκάμνει ἀπὸ τὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ. Μπορεῖς, ὅμως, νὰ χάσεις αὐτὴν τὴν χάρη καὶ μὲ ἕναν κακὸ λογισμό.

Μὲ τὸν κακὸ λογισμὸ εἰσέρχεται μέσα μας μία ἐχθρικὴ δύναμη, καὶ τότε σκοτίζεται ἡ ψυχὴ καὶ τὴ βασανίζουν κακὲς σκέψεις. Τότε ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται τὴν ἀπώλειά του καὶ καταλαβαίνει ὅτι ὁ ἴδιος, χωρὶς τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, εἶναι μόνο «γῆ καὶ σποδός».

Ἡ ψυχὴ ποὺ γνώρισε τὸν Κύριο, μαθαίνει ἀπὸ τὴ μακροχρόνια πείρα της, ὅτι, ἂν ὁ ἄνθρωπος ζεῖ σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολές, τότε αἰσθάνεται, ἔστω καὶ λίγο, τὴ χάρη μέσα του κι ἔχει παρρησία στὴν προσευχή. Ἄν, ὅμως, ἁμαρτήσει μὲ κάποιον λογισμὸ καὶ δὲν μετανοήσει, τότε κρύβεται ἡ χάρη καὶ ἡ ψυχὴ θρηνεῖ καὶ ὀδύρεται ἐνώπιόν τοῦ Θεοῦ.

Ἔτσι ἡ ψυχὴ διέρχεται ὅλη της τὴ ζωὴ στὸν ἀγώνα μὲ τοὺς λογισμούς. Ἐσύ, ὅμως, μὴ μένεις στὴν ἀκηδία ἐξαιτίας τοῦ ἀγώνα, γιατί ὁ Κύριος ἀγαπᾶ τὸν ἀνδρεῖο ἀγωνιστή.


Πονηροὶ λογισμοὶ καταπονοῦν τὴν ὑπερήφανη ψυχή, καὶ ἂν δὲν ταπεινωθεῖ, δὲν θὰ βρεῖ ἀνάπαυση ἀπὸ αὐτούς. Ὅταν ἁμαρτωλοὶ λογισμοὶ σὲ πολιορκοῦν, φώναζε πρὸς τὸν Θεὸ σὰν τὸν Ἀδάμ: «Κύριε, Ποιητή μου καὶ Πλάστη μου, βλέπεις ὅτι ἡ ψυχή μου τυραννιέται ἀπὸ τοὺς λογισμούς… Ἐλέησέ με». Καὶ ὅταν στέκεσαι ἐνώπιόν τοῦ Δεσπότου, νὰ θυμᾶσαι πάντα ὅτι Αὐτὸς θὰ ἐκπληρώσει ὅλα τὰ αἰτήματά σου, ἂν εἶναι ὠφέλιμα σὲ σένα.

Ἦρθαν σύννεφα, κρύφτηκε ὁ ἥλιος καὶ σκοτεινίασε. Ἔτσι γιὰ ἕνα λογισμὸ ὑπερηφάνειας στερεῖται ἡ ψυχὴ τὴ χάρη καὶ τὴν καλύπτει τὸ σκοτάδι. Ἀλλὰ καὶ πάλι μὲ ἕναν ταπεινὸ λογισμὸ ἐπανέρχεται ἡ χάρη. Αὐτὸ τὸ γνώρισα ἐκ πείρας.

Νὰ ξέρεις ὅτι, ἂν ὁ λογισμός σου συνηθίζει νὰ παρατηρεῖ ἀνθρώπους, πῶς ζεῖ ὁ ἕνας ἢ ὁ ἄλλος, αὐτὸ εἶναι ἔνδειξη ὑπερηφάνειας.

«Πρόσεχε τὸν ἑαυτό σου». Παρατήρησε τὸν ἑαυτό σου καὶ θὰ δεῖς: Μόλις ἡ ψυχὴ ἀποκτήσει ἔπαρση ἔναντι τοῦ ἀδελφοῦ, ἀμέσως ἀκολουθεῖ κάποιος λογισμὸς ὄχι εὐάρεστος στὸν Θεό, καὶ αὐτό, γιὰ νὰ ταπεινωθεῖ ἡ ψυχή.

Ἄν, ὅμως, δὲν ταπεινωθεῖ, τότε ἔρχεται ἕνας μικρὸς πειρασμός.

Καὶ ἂν πάλι δὲν ταπεινωθεῖ, ἀρχίζει ὁ πόλεμος τῆς σαρκός.

Καὶ ἂν πάλι δὲν ταπεινωθεῖ, τότε πέφτει πάλι σὲ κάποιο μικρὸ ἁμάρτημα.

Ἂν καὶ τότε δὲν ταπεινωθεῖ, θὰ ἔλθει μεγαλύτερη ἁμαρτία.

Κι ἔτσι θὰ ἁμαρτάνει, ὡσότου ταπεινωθεῖ.

Μόλις, ὅμως, ταπεινωθεῖ, ἀμέσως θὰ δώσει ὁ Ἐλεήμων Κύριος στὴν ψυχὴ εἰρήνη καὶ κατάνυξη, καὶ τότε θὰ περάσουν ὅλα τὰ κακὰ καὶ θὰ ἀπομακρυνθοῦν ὅλοι οἱ ἐχθρικοὶ λογισμοί. Ἔπειτα, ὅμως, πρέπει νὰ κρατᾶς μὲ ὅλες σου τὶς δυνάμεις τὴν ταπείνωση, ἀλλιῶς θὰ ξαναπέσεις στὴν ἁμαρτία.

Βλέποντας ὁ Κύριος ὅτι ἡ ψυχὴ δὲν εἶναι στερεωμένη στὴν ταπείνωση, ἀπομακρύνει τὴ χάρη, ἀλλὰ ἐσὺ μὴ φοβᾶσαι: Ἡ χάρη εἶναι μέσα σου, ἀλλὰ κρυμμένη. Μάθε νὰ σταματᾶς ἀμέσως τοὺς λογισμούς. Ἄν, ὅμως, ξεχάσεις καὶ δὲν τοὺς διώξεις ἀμέσως, τότε πρόσφερε μετάνοια. Κοπίασε σὲ αὐτό, γιὰ νὰ ἀποκτήσεις τὴ συνήθεια. Ἡ ψυχὴ ἀποκτᾶ συνήθεια, ἂν τὴν διδάξεις, καὶ ἐνεργεῖ ἔτσι σὲ ὅλη της τὴ ζωή.

Ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος ἔχει ἀγαθοὺς λογισμοὺς καὶ ὁ πονηρὸς πονηρούς. Ὅλοι, ὅμως, ὀφείλουν νὰ μάθουν τὸν πόλεμο μὲ τοὺς λογισμούς, καὶ νὰ μάθουν νὰ μετατρέπουν τοὺς κακοὺς λογισμοὺς σὲ ἀγαθούς. Αὐτὸ εἶναι σημάδι πεπειραμένης ψυχῆς.

Ρωτᾶς πῶς γίνεται αὐτό;

Νά! Ὅπως ὁ ζωντανὸς ἄνθρωπος αἰσθάνεται πότε κρυώνει καὶ πότε ζεσταίνεται, τὸ ἴδιο καὶ ὅποιος γνώρισε ἐκ πείρας τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀκούει πότε ὑπάρχει στὴν ψυχή του ἡ χάρη καὶ πότε ἔρχονται τὰ πονηρὰ πνεύματα.

Ὁ Κύριος δίνει στὴν ψυχὴ τὴ σύνεση νὰ ἀναγνωρίζει τὴν ἔλευσή Του καὶ νὰ Τὸν ἀγαπᾶ καὶ νὰ κάνει τὸ θέλημά Του. Ἐπίσης ἡ ψυχὴ ἀναγνωρίζει τοὺς λογισμοὺς τοῦ ἐχθροῦ ὄχι ἀπὸ τὴν ἐξωτερική τους μορφή, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἐπενέργειά τους στὴν ψυχή.

Οἱ ἐχθροὶ εὔκολα ἐξαπατοῦν ἐκεῖνον ποὺ δὲν ἔχει τὴν πείρα αὐτή.

Οἱ ἐχθροὶ ἔπεσαν ἀπὸ ὑπερηφάνεια καὶ μᾶς παρασύρουν στὴν ἴδια πτώση, ὑποβάλλοντας λογισμοὺς ἐπαίνου. Καὶ ἂν ἡ ψυχὴ δεχθεῖ τὸν ἔπαινο, τότε ἡ χάρη φεύγει, ἐφόσον δὲν ταπεινώνεται ἡ ψυχή. Καὶ ἔτσι σὲ ὅλη τὴ ζωὴ ὁ ἄνθρωπος θὰ μαθητεύει στὴν ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ. Ἂν δὲν τὸ μάθει αὐτὸ ἡ ψυχή, δὲν θὰ γνωρίσει ἀνάπαυση ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς καὶ δὲν θὰ μπορέσει νὰ προσευχηθεῖ μὲ καθαρὸ νοῦ.

 http://www.imaik.gr/
 http://www.paterikiorthodoxia.com

Άγιος Σιλουανός Αθωνίτης "Για τη Θεομήτορα"


Όταν η ψυχή κατέχεται από την αγάπη του Θεού, τότε, ω, πως είναι όλα ευχάριστα, αγαπημένα και χαρούμενα. Αυτή η αγάπη όμως συνεπάγεται θλίψη· κι όσο βαθύτερη είναι η αγάπη, τόσο μεγαλύτερη είναι κι η θλίψη.

Η Θεοτόκος δεν αμάρτησε ποτέ, ούτε καν με το λογισμό, και δεν έχασε ποτέ τη Χάρη, αλλά κι Αυτή είχε μεγάλες θλίψεις. Όταν στεκόταν δίπλα στο Σταυρό, τότε ήταν η θλίψη Της απέραντη σαν τον ωκεανό κι οι πόνοι της ψυχής Της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτεροι από τον πόνο του Αδάμ μετά την έξωση από τον Παράδεισο, γιατί κι η αγάπη Της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερη από την αγάπη του Αδάμ στον Παράδεισο. Κι αν επέζησε, επέζησε μόνο με τη Θεία δύναμη, με την ενίσχυση του Κυρίου, γιατί ήταν θέλημά Του να δει την Ανάσταση κι ύστερα, μετά την Ανάληψή Του, να παραμείνει παρηγοριά και χαρά των Αποστόλων και του νέου χριστιανικού λαού.

Εμείς δεν φτάνουμε στην πληρότητα της αγάπης της Θεοτόκου, και γι΄ αυτό δεν μπορούμε να εννοήσωμε πλήρως το βάθος της θλίψεώς Της. Η αγάπη Της ήταν τέλεια. Αγαπούσε άπειρα το Θεό και Υιό Της, αλλ΄ αγαπούσε και το λαό με μεγάλη αγάπη. Και τι αισθανόταν τάχα, όταν εκείνοι, που τόσο πολύ αγαπούσε η Ίδια και που τόσο πολύ ποθούσε τη σωτηρία τους, σταύρωναν τον αγαπημένο Υιό Της;

Αυτό δεν μπορούμε να το συλλάβωμε, γιατί η αγάπη μας για το Θεό και τούς ανθρώπους είναι λίγη. Κι όμως η αγάπη της Παναγίας υπήρξε απέραντη και ακατάληπτη, έτσι απέραντος ήταν κι ο πόνος Της που παραμένει ακατάληπτος για μας.

Άσπιλε Παρθένε Θεοτόκε, πες σ΄ εμάς τα παιδιά Σου, πως αγαπούσες τον Υιό Σου και Θεό, όταν ζούσες στη γη; Πως χαιρόταν το πνεύμα Σου για το Θεό και Σωτήρα Σου; Πως αντίκριζες την ομορφιά του προσώπου Του; Πως σκεφτόσουν ότι Αυτός είναι Εκείνος, που Τον διακονούν με φόβο και αγάπη όλες οι Δυνάμεις των ουρανών;

Πες μας, τι ένοιωθε η ψυχή Σου, όταν κρατούσες στα χέρια Σου το Θαυμαστό Νήπιο; Πως το ανέτρεφες; Πως πονούσε η ψυχή Σου, όταν μαζί με τον Ιωσήφ Τον αναζητούσες τρεις μέρες στην Ιερουσαλήμ; Ποιάν αγωνία έζησες, όταν ο Κύριος παραδόθηκε στην σταύρωση και πέθανε στο Σταυρό;

Πες μας, ποια χαρά αισθάνθηκες για την Ανάσταση η πως σπαρταρούσε η ψυχή Σου από τον πόθο του Κυρίου μετά την Ανάληψη;

Οι ψυχές μας λαχταρούν να γνωρίσουν τη ζωή Σου με τον Κύριο στη γη· αλλά Συ δεν ευδόκησες να τα παραδώσης ολ΄ αυτά στη Γραφή, αλλά σκέπασες το μυστήριό Σου με σιγή.
Πολλά θαύματα και ελέη είδα από τον Κύριο και τη Θεοτόκο, αλλά μου είναι τελείως αδύνατο ν΄ νταποδώσω κάπως αυτή την αγάπη.

Τι ν΄ αναταποδώσω εγώ στην Υπεραγία Θεοτόκο, που δεν με περιφρόνησε ενώ ήμουν βυθισμένος στην αμαρτία, αλλά μ΄ επισκέφθηκε σπλαγχνικά και με συνέτισε; Δεν Την είδα, αλλά το Άγιο Πνεύμα μου έδωσε να Την αναγνωρίσω από τα γεμάτα χάρη λόγια Tης και το πνεύμα μου χαίρεται κι η ψυχή μου παρασύρεται τόσο από την αγάπη προς Αυτήν, ώστε και μόνη η επίκληση του ονόματός Tης γλυκαίνει την καρδιά μου.

Όταν ήμουν νεαρός υποτακτικός, προσευχόμουν μια φορά μπροστά στην εικόνα της Θεομήτορος και μπήκε τότε στην καρδιά μου η προσευχή του Ιησού κι άρχισε από μόνη της να προφέρεται εκεί.
Μια άλλη φορά άκουγα στην εκκλησία την ανάγνωση των προφητειών του Ησαΐα, και στις λέξεις «Λούσασθε και καθαροί γίνεσθε» (Ησ. α΄ 16) σκέφτηκα: «Μήπως η Παναγία αμάρτησε ποτέ, έστω και με το λογισμό;». Και, ω του θαύματος! Μέσα στην καρδιά μου μια φωνή ενωμένη με την προσευχή πρόφερε ρητώς: «Η Θεοτόκος ποτέ δεν αμάρτησε, ούτε καν με την σκέψη». Έτσι το Άγιο Πνεύμα μαρτυρούσε στην καρδιά μου για την αγνότητά Της.

Εν τούτοις κατά τον επίγειο βίο Tης δεν είχε ακόμα την πληρότητα της γνώσεως και υπέπεσε σ΄ ορισμένα αναμάρτητα λάθη ατέλειας. Αυτό φαίνεται από το Ευαγγέλιο· όταν επέστρεφε από την Ιερουσαλήμ, δεν ήξερε που είναι ο Υιός Της και Τον αναζητούσε τρεις μέρες με τον Ιωσήφ (Λουκ. β΄ 44-46).

Η ψυχή μου γεμίζει από φόβο και τρόμο, όταν αναλογίζομαι τη δόξα της Θεομήτορος.
Είναι ενδεής ο νους μου και φτωχή κι αδύναμη η καρδιά μου, αλλά η ψυχή μου χαίρεται και παρασύρομαι στο να γράψω έστω και λίγα λόγια γι΄ Αυτήν.

Η ψυχή μου φοβάται να το αποτολμήσει, αλλά η αγάπη με πιέζει να μην κρύψω τις ευεργεσίες της ευσπλαχνίας Tης.

Η Θεοτόκος δεν παρέδωσε στη Γραφή ούτε τις σκέψεις Tης ούτε την αγάπη Tης για τον Υιό και Θεό Tης ούτε τις θλίψεις της ψυχής Tης, κατά την ώρα της σταυρώσεως, γιατί ούτε και τότε θα μπορούσαμε να τα συλλάβωμε. Η αγάπη Tης για το Θεό ήταν ισχυρότερη και φλογερότερη από την αγάπη των Χερουβείμ και των Σεραφείμ κι όλες οι Δυνάμεις των Αγγέλων και Αρχαγγέλων εκπλήσσονται μ΄ Αυτήν.

Παρ΄ όλο όμως που η ζωή της Θεοτόκου σκεπαζόταν, θα λέγαμε, από την άγια σιγή, ο Κύριος όμως φανέρωσε στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας πως η Παναγία μας αγκαλιάζει με την αγάπη Tης όλο τον κόσμο και βλέπει με το Άγιο Πνεύμα όλους τούς λαούς της γης και, όπως και ο Υιός Tης, έτσι κι Εκείνη σπλαγχνίζεται και ελεεί τούς πάντες.

Ω, και να γνωρίζαμε πόσο αγαπά η Παναγία όλους, όσους τηρούν τις εντολές του Χριστού, και πόσο λυπάται και στενοχωριέται για κείνους που δεν μετανοούν! Αυτό το δοκίμασα με την πείρα μου.
Δεν ψεύδομαι, λέω την αλήθεια ενώπιον του Θεού, πως γνωρίζω πνευματικά την Άχραντη Παρθένο. Δεν Την είδα, αλλά το Άγιο Πνεύμα μου έδωσε να γνωρίσω Αυτήν και την αγάπη Tης για μας. Χωρίς την ευσπλαχνία Tης η ψυχή θα είχε χαθεί από πολύν καιρό. Εκείνη όμως ευδόκησε να μ΄ επισκέφθει και να με νουθετήσει, για να μην αμαρτάνω. Μου είπε: «Δεν μ΄ αρέσει να βλέπω τα έργα σου». Τα λόγια Της ήταν ευχάριστα, ήρεμα, με πραότητα και συγκίνησαν την ψυχή. Πέρασαν πάνω από σαράντα χρόνια, μα η ψυχή μου δεν μπορεί να λησμονήση εκείνη τη γλυκειά φωνή και δεν ξέρω πως να ευχαριστήσω την αγαθή και σπλαγχνική Μητέρα του Θεού.

Αληθινά, Αυτή είναι η βοήθειά μας ενώπιον του Θεού και μόνο τ΄ όνομά Της χαροποιεί την ψυχή. Αλλά κι όλος ο ουρανός κι όλη η γη χαίρονται με την αγάπη Tης.

Αξιοθαύμαστο κι ακατανόητο πράγμα. Ζη στούς ουρανούς και βλέπει αδιάκοπα την δόξα του Θεού, αλλά δεν λησμονεί κι εμάς τούς φτωχούς κι αγκαλιάζει με την ευσπλαχνία Της όλη τη γη κι όλους τούς λαούς.

Κι Αυτή την Άχραντη Μητέρα Του ο Κύριος την έδωσε σ΄ εμάς.

Αυτή είναι η χαρά και η ελπίδα μας.

Αυτή είναι η πνευματική μας Μητέρα και βρίσκεται κοντά μας κατά τη φύση σαν άνθρωπος και κάθε χριστιανική ψυχή ελκύεται από την αγάπη προς Αυτήν.


Πηγή


.

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

Αγιορείτικο διήγημα: «Το λεκιασμένο μαντήλι»


Αγιορείτικο διήγημα: «Το λεκιασμένο μαντήλι»
Ιερομόναχος Ονούφριος Μαρουδάς (†1957)
Γέροντας του Ιερού Χιλιανδαρινού Κελλιού
Γέννησης της Θεοτόκου (Μαρουδά)
από το 1925 έως το 1957


 


Αφιερωμένο στον Πνευματικό μου Ονούφριο Ιερομόναχο «Μαρουδά»
Ιερώνυμος Μοναχός

Μακρυά απ’ την ταραχή του κόσμου, και μέσα σ’ ένα ολόδροσο καταπράσινο γραφικό δασάκι, με άφθονα κρυσταλλένια νερά, είναι χτισμένο το σπίτι του Γερω Πνευματικού ολόλευκο και καθαρό, με το μικρό εκκλησάκι του.
Γύρω στις όμορφες πλαγιές, χιλιάδες μυριόχρωμα λουλουδάκια σπαρμένα απ’ το ευλογημένο χέρι του Θεού, χύνουν τη μυρωδιά των και τη σκορπίζουν στη γύρω φύσι με το σιγανό τ’ αγεράκι π’ ανάμεσά τους διαβαίνει, και τη μοσχομυρίζουν, ενώ κάτω στες λαγκαδιές, και μεσ’ τα φουντωμένα δένδρα, μύρια πουλάκια κελαϊδούν ολόγλυκα. Είναι ένας σωστός παράδεισος εδώ στον κάτω κόσμο!...

Εκεί πέρα σ' αυτό το όμορφο το μέρος, τρέχουν κάθε λίγο και λιγάκι σαν τα διψασμένα τα’ αλαφάκια στο γάργαρο νερό, ψυχές βασανισμένες, και φλογισμένες απ’ την αμαρτία για να δροσισθούν, και πληγωμένες καρδούλες, για να ζητήσουν παρηγοριά και βάλσαμο για τις πληγές τους, απ’ το γιατρό που ο Χριστός έχει βάλει εδώ κάτω, να γιατρεύη τα πάθη, να βαλσαμώνη τον πόνο, κ,έχει δώση στο χέρι του το κλειδί ν’ ανοιγοκλείνη τη πόρτα του παραδείσου. «Όσα αν δήσητε επί της γης, έσται δεδεμένα εν τω ουρανώ, και όσα αν λύσητε επί της γης, έσται λελυμένα εν τω ουρανώ».

Μέσα στην εκκλησούλα του σπητιού του που λάμπει ολοκάθαρη και μοσχοβολά και μπροστά στην εικόνα του Χριστού μας, που τα’ ασημένιο καντηλάκι της χύνει αδιάκοπα μέρα και νύχτα το λιγοστούτσικο πρασινωπό του φως, ο Γέρων πνευματικό έχει στήση το ιατρείο του και δέχεται καλόκαρδα τους αρρώστους του. Σκυμμένος εκεί μπροστά επάνω τους, εξετάζει τον καθένα χωριστά. Κυττάζει το σφυγμό του, ψυχολογεί την κλήσι του, θερμομετρελι την κράσι του, χτυπά τις χορδές του, ακούει το καρδιοχτύπι του, βρίσκει το πάθος, ανακαλύπτει το αίτιον. Ανοίγει κατόπιν με προσοχή την καρδιά του, πιάνει και ξεριζώνει τα πάθη, καθαρίζει τες πληγές, δίνει τα φάρμακα, δροσίζει την φλόγα, γλυκαίνει τον πόνο, παύει τον στεναγμό, σκουπίζει το δάκρυ, δίνει παρηγοριά, δίνει ελπίδα, χαρίζει γαλήνη, σκορπά τη χαρά. Και δεν είναι λίγοι αυτοί που τρέχουν εκεί πέρα. Είναι πολλοί, είναι άπειροι.

.......Απ’ τους πολλούς αυτούς μια μέρα του καλοκαιριού, να και φθάνει ένα παλληκάρι. Ξεκίνησε το δόλιο απ’ το μέρος που βρισκότανε και σέρνοντας αργά τα βήματά του, έφθασε στο σπητάκι του πνευματικού και χτύπησε την πόρτα του. Ήλθε κι αυτό σαν τους άλλους με τον ίδιο τον σκοπό. Ν’ ανοίξη την καρδούλα του, να δείξη την πληγή του, να πάρη τη γιατρειά του και να ξελαφρώση. Τ’ άνοιξε ο ίδιος ο Πνευματικός και το δέχθηκε με το χαμόγελο στο στόμα. Το πήρε μέσα, το έβαλε στ’ αρχονταρήκι για να καθήση και να ξεκουρασθή, το κέρασε γλυκό και καθαρό κρύο νεράκι, ετοίμασε και τούδωσε καφέ, του πρόσφερε δροσερά και μεστωμένα κεράσια απ’ τα δικά του δένδρα, και έπειτα το ωδήγησε στο εκκλησάκι. Ευλόγησε και φόρεσε το πετραχήλι του, και πήγε και στάθηκε στο στασίδι του και περίμενε. Το παιδί μπήκε κι αυτό μέσα έκαμε το σταυρό του, προσκύνησε τες εικόνες, γύρισε έβαλε μετάνοια του Πνευματικού, και πήγε και σταμάτησε, με κάποια μικρή ταραχή μέσα του, δίπλα στο στασίδι που τούδειξε ο Πνευματικός.

- Τώρα να σ’ ερωτήσω παιδί μου ένα πράγμα. Πήγες άλλη φορά σε πνευματικό, ή πρώτη φορά εξομολογείσαι; Μόνος ήλθες, ή άλλοι σε παρακίνησαν; Δηλαδή μονάχος σου το σκέφθηκες ότι πρέπει να εξομολογηθής, ή άλλοι σε συμβούλευσαν;
- Όχι Γέροντα. Στα 24 χρόνια μου πρώτη φορά πατώ το πόδι μου σε πνευματικό. Δεν με παρακίνησε κανείς, μόνος μου ήλθα, γιατί κατάλαβα ότι έχω ανάγκη να εξομολογηθώ και να ελαφρώσω. Θέλω να πω τον πόνο μου σ’ ένα μέρος που να με καταλάβουν καλά και να ξανασάνω. Είμαι νέος, μα έχω πολύ βασανισθή στη ζωή. Ανεμοδέρνοντας από μικρό παιδάκι (γιατί έμεινα πεντάρφανο τριών χρονών) μέσα στο φουρτουνιασμένο πέλαγος της ζωής, με χτύπησαν πολύ σκληρά τα κύματά του. Γιατί είναι μεγάλη η τρικυμία του Γέροντα, και αλοί και τρις αλοί, σε κείνο το φτωχό το καράβι που θα βρεθή στ’ ανοιχτά του, με καπετάνιο άπρακτο σαν και μένα∙ θα συντριβή το δύστυχο όπως συντρίφθηκα κι’ εγώ. Έρχομαι πρώτη φορά, βαρυφορτωμένος με ταραγμένη την ψυχή για να ξεφορτωθώ και ναύρω ησυχία. Όπου κι αν πήγα και γύρισα δεν βρήκα αλλού καταφυγή ούτε λιμάνι για να σταθώ.


Το κύτταζε μ’ αληθινή συμπόνια. Ήταν τόσο συμπαθητικό, φαινόταν τόσο κουρασμένο, και μιλούσε τόσο πονεμένα. Το χάϊδευσε μ’ ένα του βλέμμα στοργικό. Και έπειτα.
- Ναι καλά τα λες παιδάκι μου, κι έφερες και μόνος σου το παράδειγμα. Δεν βρίσκεις αλήθεια αλλού λιμάνι για να σταθής παρά το μέρος τούτο, γιατ’ είναι επίτηδες επί ταυτού χτισμένο να δέχεται στο κόρφο του όλα τα θαλασσοδαρμένα καράβια που τυραννίστηκαν στο πέλαγος της ζωής τους, σαν και σένα. Τα ξεφορτώνει και τα’ αναπαύει. Ας είναι σπασμένα τα ξάρτια τους, ας ξεσχισθήκαν τα πανιά τους στο πάλεμα με τον καιρό, ας έσπασε η άγκυρά τους∙ ας μη νοιαστούν διόλου, όταν φθάσουν εδώ μέσα θα βρουν απ’ όλα, και θα τα πάρουν ολοκαίνουργα. Πανιά, και άγκυρα και ξάρτια. Θ’ απλώσουν έπειτα χαρούμενα το πανάκι τους και με τα’ αγέρι της ελπίδας θα βγούνε ξελαφρωμένα με καινούργια δύναμι να μετρηθούνε με το κύμα. Μοιάζει πολύ ο άνθρωπος παιδάκι μου με το ταλαίπωρο καράβι. Έτσι κι αυτός σαν και κείνο. Παλεύει με τη φουρτούνα της ζωής του και τυραννιέται στο βίο του. Μια βυθίζεται, την άλλη σηκώνεται, τώρα πέφτει, σε λίγο αναστένεται∙ και αυτή η αγωνία βαστά ως το τέλο της ζωής του. 

Δεν πρέπει όμως ποτέ να απελπίζεται μα να προχωρή με θάρρος και νάχη το τιμόνι του στραμμένο σε τούτο δω το λιμάνι πάντοτε. Όταν δω μέσα μπη, ας μη φοβήται τίποτε. Λοιπόν λέγε μου τώρα παιδάκι μου πως τα πέρασες στη ζωή σου. Πριν όμως ανοίξεις το στόμα σου για να μου πης, πρέπει να ξέρης ένα πράγμα. Ότι, ότι κιάν μου πης, μη λάβης υπ’ όψιν σου ότι ευρίσκομαι εγώ εδώ. Λάβε κατά νουν ότι είσαι μόνος με μόνο το Χριστό όπου στέκεται εδώ αυτή τη στιγμή και περιμένει να του πης τες αμαρτίες σου, για να σε συγχωρήση. Είναι ένα παράδοξο κριτήριο τούτο δω που δεν μοιάζει καθόλου με τα κριτήρια τα κοσμικά. Εκεί όσα περισσότερα κρύψεις, τόσο ελαφρύνεις τη θέσι σου. Εδώ απεναντίας, όσα περισσότερα ομολογήσης, όσο περισσότερο ταπεινωθής και κατηγορήσης τον εαυτό σου μόνον, τόσο ταχύτερα παίρνεις τη συγχώρησι. «Ότι την ανομίαν μου εγώ γιγνώσκω» έλεγε ο Δαυΐδ. Μη ντραπής εμένα. Είμαι κι’ εγώ άνθρωπος σαν και σένα, με τα ίδια τα πάθη με τες ίδιες αδυναμίες. Για να φθάσω σ’ αυτή την ηλικία, πέρασα πρώτα τα χρόνια τα δικά σου, και ξέρω πολύ καλά το τι θα πη άνθρωπος νέος να ζη στην κοινωνία. Το δε σπουδαιότερο που πρέπει να ξέρης είναι ότι, όσα κι αν μου πης, από το στόμα το δικό μου δεν θα βγη ποτέ, ούτε θα σε κατηγορήσω όσο μεγάλο, όσο τραγικό, όσο αισχρό κι αν είναι αυτό που θα μου εξομολογηθής. Μη φοβάσαι, μη ντρέπεσαι σου επαναλαμβάνω, γιατί δεν είσαι μόνος όπως είπαμε με αδυναμίες και πάθη. «Πάσα κεφαλή εις πόνον και πάσα καρδία εις λύπην». Το στόμα του πνευματικού παιδάκι μου είναι τάφος που σκεπάζει πάντα. Δεν βγάζει ποτέ λέξι αν πρόκειται να τον κρεμάσου.
Το παιδί πήρε θάρρος και σκύβοντας το κεφάλι του άρχισε να εξομολογείται τακτικά όλα του τα αμαρτήματα.

- Έκανα τούτο Γέροντα, έπραξα κείνο, είπα αυτό, πήγα εκεί, έχω κείνο, εκατηγόρησα, κατάκρινα, συκοφάντησα, εγέλασα, εμάλωσα κ.τ.λ.π., τέλος του λέγει. Αυτά είναι όλα μου τα αμαρτήματα, Γέροντα, δεν έχω άλλο τίποτε.
Μα ο πνευματικός που παρακολουθούσε και άκουγε με προσοχή την εξομολόγησι του παιδιού, και ψάχνοντας την καρδιά του, είχε βρη από την πρώτη στιγμή το πάθος που φώλιαζε μέσα, και το ρώτησε.

- Μήπως παιδί μου έχεις τίποτε άλλο και ντρέπεσαι να μου το πής; Ή μήπως έχεις κανένα κρυφό πάθος που δεν το λογαριάζεις που αυτό και μόνο μπορεί να είναι η ρίζα, και η πηγή όλων των κακών που μου ανέφερες; Αυτού παιδάκι μου ας στρέψωμεν τη προσοχή μας. Για άκουσέ με. Μήπως θυμώνεις και υβρίζεις; Μήπως βλασφημά; Μήπως κρατείς μνησικακία και κάνεις εκδίκηση; Μήπως έχεις ξένα πράγματα και τα κρατείς;
- Όχι Γέροντα, εκείνα που σου είπα πρωτήτερα, δεν έχω τίποτε άλλο.
- Καλά παιδί μου ένα ακόμη θα σε ρωτήσω και θα τελειώνομε. Μήπως παιδάκι μου αισχρολογείς, ή δίδεις εις άλλους αιτία να αισχρολογούν;
Ξαφνιάστηκε!...

- Και είναι κακό η αισχρολογία Γέροντα; Έκαμε τρομαγμένο και κοκκινίζοντας. Μα εγώ δεν κάνω άλλη δουλειά, όχι μόνο εγώ να αισχρολογώ, αλλά να διηγούμαι και σ’ άλλους διάφορα ιστορικά αυτού του είδους για να γελούμε. Αλλά δεν το έχω και σε κακό, ούτε καν το σκέπτομαι ότι βλάπτει ποτέ, κι αν τώρα δεν μου το έλεγες, ούτε θα το πρόσεχα ποτέ.
Ο πνευματικός που ζητούσε αφορμή, άρπαξε την ευκαιρία και άρχισε να το συμβουλεύη να παύση την αισχρολογία, γιατί είναι κακό, και να του λέγη χίλια δυό πράγματα γι αυτήν ότι είναι αμαρτία, ότι καταστρέφει την ψυχήν όχι μόνον εκείνου που αισχρολογεί, αλλά και εκείνου που ακούει, ότι «εκ του περισσεύματος της καρδίας λαλεί ο άνθρωπος» κ.τ.λ.π.
- Μα δεν μπορώ να το χωνεύσω Γέροντα αυτό που μου λες! Μου φαίνεται δε παράξενο πως ένα τέτοιο μικρό πράγμα σας έκανε τόσο πολύ εντύπωσι!
- Μικρό το λες πως είναι;
- Μα προς Θεού∙ το πώς θα πω ένα αστείο έστω και αισχρό χάλασ’ ο κόσμος;

Ο πνευματικός που ζητούσε αφορμή, άρπαξε την ευκαιρία και άρχισε να το συμβουλεύη να παύση την αισχρολογία, γιατί είναι κακό, και να του λέγη χίλια δυό πράγματα γι αυτήν ότι είναι αμαρτία, ότι καταστρέφει την ψυχήν όχι μόνον εκείνου που αισχρολογεί, αλλά και εκείνου που ακούει, ότι «εκ του περισσεύματος της καρδίας λαλεί ο άνθρωπος» κ.τ.λ.π.
- Μα δεν μπορώ να το χωνεύσω Γέροντα αυτό που μου λες! Μου φαίνεται δε παράξενο πως ένα τέτοιο μικρό πράγμα σας έκανε τόσο πολύ εντύπωσι!
- Μικρό το λες πως είναι;
- Μα προς Θεού∙ το πώς θα πω ένα αστείο έστω και αισχρό χάλασ’ ο κόσμος; Είμαι νέος άνθρωπος, θα πάμε παρέα με συνομηλίκους μου, θ’ αστειευθούμε επάνω κει στ’ αστεία, θα αισχρολογήσωμε δεν γίνεται. Ο κόσμος ο σημερινός, η κοινωνία αυτό ζητεί. Ναι μεν θέλει και λίγη προσοχή και αναλόγως με το μέρος που βρίσκεται κανείς, αλλά δεν βλέπω τι κακό μπορεί να κάμη μια λέξι που όταν βγη από το στόμα σου χάνεται στο κενό και ξεχνιέται. Τέλος αφού το λέτε σεις, μπορεί νάναι και κακό.

Ο πνευματικός τραβώντας το μαύρο του κομβοσχοίνι, άλλαξε για μια στιγμή την κουβέντα, και σε λίγα λεπτά ρώτησε το νέο.
- Δεν μου λες αλήθεια παιδί μου, τι δουλειά κάνεις;

- Είμαι βαφέας Γέροντα. Δηλαδή μπογιατζής, βάφω ρούχα, υφάσματα, νήματα σε διάφορα χρώματα.
- Και τι παίρνεις;
- Αναλόγως το ύφασμα, το χρωματισμό και της εργασίας. Όχι όμως και μεγάλα πράγματα.
Ο πνευματικός σκέφτηκε λίγο και έπειτα
- Έχω κ’ εγώ παιδάκι μου ένα άσπρο μανδήλι μεγάλο λινομέταξο και θέλω να το δώσω να μου το βάψουν γιατί το έχω να δένω τα ιερά μου όταν πηγαίνω να λειτουργήσω στα εξωκκλήσια, και επειδή είναι άσπρο, φοβούμαι ότι θα λερώνεται και θα θέλη κάθε μέρα πλύσιμο. Γι’ αυτό θα το χρωματίσω να σκουρίνη να μη φαίνεται η λέρα του. Τώρα δε με την ευκαιρία αυτή θα σου το δώσω εσένα να μου το βάψης. Μα θέλω όμως να βαφή μ’ ένα τρόπο δικό μου ιδιότροπο (βλέπεις όταν γεράση ο άνθρωπος αποκτά ιδιοτροπίες). Θα το πάρης, και αυτή την εβδομάδα όσα υφάσματα βάψης θα τα βουτάς ένα σφουγκάρι σε κάθε χρώμα, και θα τραβάς μια σφουγγαριά στο μανδήλι μου. Δεν μ’ ενδιαφέρει το σχήμα που θα τυπωθή επάνω στο πανί, μ’ ενδιαφέρει να βαφή με τον τρόπο που θέλω εγώ. Να ιδώ δε και μ’ ένα κόπο τι χρωματισμούς κάνεις, είμαι περίεργος.


- Ω! πολύ ευχαρίστως Γέροντα! Όχι μόνο αυτό, αλλά αν έχης και κανένα ξεθωριασμένο ράσσο να μου το δώσης να σου το βάψω, θα γίνη ολοκαίνουργο γιατί κάνω καλή δουλειά∙ θα με υποχρεώσης δε πολύ…
- Όχι παιδάκι μου δεν έχω ανάγκη προς το παρόν, αργότερα βλέπουμε. Τώρα πηγαίνω να σου φέρω το μανδήλι μου.
     Σηκώθηκε με σκυμμένο το κεφάλι του και πήγε στο δωμάτιό του άνοιξε το σεντούκι και πήρε το μανδήλι, και γύρισε στην εκκλησία.
- Να πάρτο παιδί μου είναι καινούργιο. Αλ’ όπως σου είπα παρακαλώ. Κάθε χρώμα και μια σφουγκαριά στο πανί μου, και την Κυριακή σε περιμένω νάλθης πάλι να τα πούμε, θα σε φιλέψω εδώ ότι θα βρεθή, και θα πληρώσω και τον κόπο σου.
Έβαλε μετάνοια κείνο στον πνευματικό, φίλησε το χέρι του πήρε το μανδήλι, βγήκε απ’ την εκκλησία, ξαναχαιρέτησε τον πνευματικό και έφυγε. Εκείνος το παρακολούθησε με το βλέμμα του πούφευγε και ψιθύρισε, «Κύριε Ιησού Χριστέ δόστου φώτησι».

Ο πνευματικός κάθεται τώρα στην αυλή του, κοντά στην πηγή, και μπροστά στο κηπάκι του σπητιού του. Δίπλα το παληκάρι κρατεί στα χέρια του το πανί τυλιγμένο ρόλο και το στριφογυρίζει μ’ απορία, και δεν μπορεί να το χωράση ο νους του γιατί ο πνευματικός θέλησε να καταστρέψη ένα τέτοιο ωραίο πράγμα έτσι για το γούστο του.
- Λοιπόν παιδί μου. Αφού το έβαψες όπως σου είπα, πάρτο τώρα κι έχω ζεστό νερό στη φωτιά, θα σου δώσω σαπούνι και ποτάσα, κι εκεί στην βρύσι την μαρμαρένια κοπάνα, κύτταξε να το πλύνης τρίψετο όσο μπορείς και προσπάθησε να βγάλης τα χρώματα που έβαλες.
Εκείνο γέλασε.

- Τα χρώματα είπες Γέροντα; Μα δεν βγαίνουν πειά. Είναι ανεξάλειπτα, γιατί έχουν μέσα δηλητήριο την «ανηλίνη» και είναι στημένα επάνω του, θα ξεσχισθή το πανί αλλά δεν βγαίνουν εκείνα.
- Εσύ προσπάθησε κι’ όσο να ετοιμάσω εγώ φαγητό άπλωσέ το στον ήλιο να στεγνώση.
Το πήρε το παιδί και όπως του είπε ο Γέρων άρχισε να το πλύνη και να το τρίβη μ’ όλη του τη δύναμι. Αλλά δεν βαρυέσαι. Όσο το έτριβε, τόσο και γυάλιζαν τα χρώματά του. Στο τέλος βαρέθηκε, το πέρασε ένα κρύο νερό και τα’ άπλωσε στον ήλιο. Ο πνευματικός ητοίμασε το φαγητό έφαγαν και μετά,
- Φέρτο τώρα παιδί μου το μανδήλι να ιδούμε τι έγινεν.
Όταν το είδε,
- Αχ κρίμα το μανδήλι μου, φώναξε με πόνο. Πόσο μετανοώ τώρα που σου είπα και μου τόβαψες έτσι. Φαίνεται όμως ότι δεν το έτριψες όπως έπρεπε.
- Όχι Γέροντα, απεναντίας το έτριψα μ’ όλη μου την δύναμι και προσπάθησα να βγάλω τα χρώματα, μα του κάκου. Κάθε χρωματισμένη κηλίδα είναι δηλητηριασμένη, δεν βγαίνει πειά. Εγώ αν και είξευρα τι χάλια θα γινόταν εξαρχής που μου τόδωσες να το βάψω με τον τρόπο που μούπες, όταν το είδα τελειωμένο το λυπήθηκεν αληθινά η ψυχή μου.
Τότε ο Γέρων γυρίζοντας και κυττάζοντάς τον κατάματα τον ρωτά.

- Ε! παιδί μου τι λες τώρα για την προχθεσινή μας ομιλία; Βλάπτει η αισχρολογία ή δεν βλάπτε; Σου το έδωσα να το καταλάβης μόνος σου με το παράδειγμα του μανδηλιού, γιατί δεν θα μπορούσα να σε πείσω με λόγια όσο κι αν προσπαθούσα. Κάθε σφουγκαριά κι’ ένας λεκές δηλητηριασμένος στο μανδήλι που δεν βγαίνει. Κάθε λέξι αισχρή και μια λεκιά φαρμακωμένη στην ψυχή που την ακούει. Η σφουγκαριά πετάχτηκε στο κενό, μα το στίγμα έμεινε στο μανδήλι. Τον αισχρό τον λόγο τον πήρε ο αέρας μα η κηλίδα τυπώθηκε στην ψυχή εκείνου που την άκουσε. Το μαντήλι μου λες πως το λυπήθηκεν η ψυχή σου που ήταν ένα άψυχο πράγμα, πόσες όμως ψυχές παιδάκι μου κατέστρεψες με τα λόγια σου σαν το λευκό μου το μανδήλι χωρίς να τις λυπηθής; Γνώρισα εγώ ψυχές αγνούλες να κυλιώνται στο βούρκο μόνο και μόνο γιατί άκουσαν αισχρά. Δεν είναι η ώρα και το μέρος παιδάκι μου να εκταθώ περισσότερο, σαν τι ρόλο παίζει η περιέργεια, έπειτα από μια παρατεταμένη αισχρολογία σε πρόσωπα άπρακτα και πρωτόβγαλτα στην ζωή. Τούτο μόνον σου λέγω ότι, ησφαίρα λέγει κάποιος ή το δηλητήριο, σκοτώνει μόνον το κορμί του ανθρώπου, μα η αισχρολογία του σκοτώνει την ψυχή. Η κοινωνία δεν ζητά την αισχρολογία, την ξετσιπωσιά, αλλά τη σεμνότητα. Καμμιά τιμημένη οικογένεια δεν δέχεται στο σπήτι της τον αισχρολόγο, κι’ αν ευρεθή εκεί δεν του επιτρέπει ποτέ να σαλιαρίζει μπροστά στα μέλη της. Οι πόρτες όλες γι αυτόν είναι κλειστές. Κανένας πατέρας δεν εμπιστεύεται στην συντροφιά του παιδιού του να είναι ο αισχρολόγος. Οι φίλοι του το αποστρέφονται στο τέλος, και το τέλος του θα είναι καταφρονημένο. Μη παιδάκι μου, μην αισχρολογήσης πειά. Αν για ένα αργό λόγο έχωμεν να δώσωμεν απολογίαν στον δίκαιον κριτήν την ώραν που θα κριθούμε, τι θα του πούμε για κείνες τις ψυχές που καταστρέψαμε με τα λόγια μας;

Δυό δάκρυα ολοστρόγγυλα κύλησαν απ’ τα δυό ματάκια του παιδιού κι’ ένας στεναγμός βγήκε απ’ την καρδιά του.
- Συγχώρησέ με Γέροντα ήμαρτον, αισθάνομαι το κακό που έκανα έως τώρα και μετανοώ αληθινά.
Έλαμψε το πρόσωπο του πνευματικού απ’ τη χαρά του∙ το είχε κερδίσει.
- Σκύψε παιδί μου, του λέγει τώρα, να σου διαβάσω την ευχή αφού κατάλαβες το σφάλμα σου και μετανοείς.
Έσκυψε κάτω το κεφαλάκι του, έβαλε ο πνευματικός το πετραχήλι του, σκέπασε με την άκρη το κεφάλι του παιδιού και βάζοντας το χέρι επάνω «Κύριε Ιησού Χριστέ (άρχισε να λέγει) Ποιμήν και Αμνέ ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου» κλπ…

Αγαπητέ αναγνώστα, όποιος κι’ αν είσαι και σε ότι κλάδο κι αν ευρίσκεσαι, λέγω κι’ εγώ σε σένα κείνο που είπεν ο πνευματικός σ’ αυτό το παληκάρι. Μην ανοίξης ποτέ φίλε μου το στόμα σου να βγη αισχρή κουβέντα απ’ τα χείλη σου έστω και για αστείο. Είναι, αγαπητέ, ανυπολόγιστη η ζημία που προξενεί στην ψυχή και στην καρδιά εκείνου που την ακούει, και κυρίως σε νέους ανθρώπους μπροστά∙ τους καταστρέφεις. Ίσως και να μετανοήσης αργότερα πικρά, μα δεν θα μπορέσης ποτέ πειά να επανορθώσης το κακό που έκαμες σ’ αυτούς, «ομιλίαι γαρ κακαί φθείρουσιν ήθη χρηστά» λέγει το ρητό του Αποστόλου.

Εν τη Ιερά Σκήτη του Ξενοφώντος
Ιερώνυμος Μοναχός  
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αγιορειτική Βιβλιοθήκη,
έτος Ζ΄, Σεπτέμβριος 1942-Αύγουστος 1943, τεύχ. 73-84, σελ. 29-32.
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αγιορειτική Βιβλιοθήκη, έτος Στ΄, Νοέμβριος 1941-Αύγουστος 1942, τεύχ. 63-72, σελ. 109-111.

 http://agioritikesmnimes.blogspot.gr

Εορτολόγιο

Δημοφιλείς αναρτήσεις


Banner Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων
Ξεκινάμε μια προσπάθεια παρουσίασης Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων.
Αν δεν υπάρχει ο δικός σας, ζητάμε συγνώμη,
ενημερώστε μας και θα τον συμπεριλάβουμε.





Create your own banner at mybannermaker.com!
Πέρα από το άτομο
Make your own banner at MyBannerMaker.com!

















(υπό κατασκευή)


Τα banner μας
Αντιγράψτε τον κώδικα στη δική σας σελίδα
για να εμφανιστούν τα banner μας.
Ειδοποιήστε μας για να συμπεριλάβουμε και το δικό σας.