Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

ΤΙΣ ΘΕΡΜΟΤΕΡΕΣ ΕΥΧΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΕΤΟΣ 2017, ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ ΚΑΙ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΟ....


31 Δεκεμβρίου Αγία Μελάνη η Ρωμαία



Αγία Μελάνη η Ρωμαία

Πάμε, τώρα, και στην τελευταία ημέρα του Δεκεμβρίου, 31η, γιορτάζει μια μεγάλη Αγία, σε λίγους, ίσως, γνωστή, αλλά πολύ σπουδαία και σημαντική. Η οσία Μελάνη η Ρωμαία. Κατήγετο από τη Ρώμη έζησε και έλαμψε στα χρόνια του Ονωρίου, του γυιού του Μεγάλου Θεοδοσίου, που βασίλευε στη Δύση, κι ο Αρκάδιος, όπως γνωρίζομε, στην Ανατολή. Ήταν από γονείς πολύ πλουσίους, πολύ ευγενείς και χριστιανούς ορθοδόξους την αγαπούσαν την Μελάνη, την έμαθαν γράμματα, την έμαθαν τρόπους, κι είχε μεγάλη αγάπη στον Χριστό και στους ανθρώπους. Ήθελε κι εκείνη να μονάσει να αφοσιωθεί, ψυχή τε και σώματι, στον φιλάνθρωπο Κύριο, που γεννήθηκε κι απέθανε και ανέστη δι ημάς οι γονείς της, όμως, την είχαν μοναχοπαίδι, και ήθελαν να έλθει εις γάμου κοινωνίαν, να ιδούν εγγονάκια και να χαρούν και να κληρονομήσουν και την αμύθητη περιουσία της. 

Κι εκείνη η καημένη τους αγαπούσε τόσο, που λέει: «ναι ο,τι θέλετε.» Κι ήλθε εις γάμου κοινωνίαν, απέκτησε και δύο παιδιά, οι γονείς εκοιμήθησαν, κι εκείνη συμφώνησε με τον σύζυγο της να ζουν ως αδελφοί, με εγκράτεια και με αγώνα Θεϊκό. Κι εκείνη δέχτηκε και πήγε σ’ ένα προάστιο, κι έκαμε την άσκηση της, και συνάμα βοηθούσε τους πτωχούς και τους ξένους και τους φυλακισμένους, με τον πιο υπέροχο τρόπο, ξοδεύοντας την αμύθητη περιουσία, και με τη συμφωνία του καλού συζύγου της, πο κανε κι αυτός το ίδιο, σε άλλο μέρος. Τι αγώνες έχουν κάνει οι άνθρωποι! και πόσα δεν έχουν προσφέρει στην ανθρωπότητα, για το χατήρι του Χριστού και τη σωτηρία της ψυχής τους! και ύστερα πώλησε την περιουσία και έδωσε στους φτωχούς, στα μοναστήρια και στις εκκλησίες και με τη συμφωνία του συζύγου της πήγε στην Αφρική και μπήκε σε μια μονή και έγινε καλογραία. 

Πτωχή και ξένη επτά χρόνια άθλησε εκεί, κι έλαβε χάρη μεγάλη και περισσή. Κι έκαμε νηστεία τόσο πολύ, που τη θαύμαζαν και οι άνθρωποι και οι άγγελοι. Όταν κανείς αφοσιωθεί στον Χριστό, έχει τον έρωτα του Χριστού, κατορθώνει και τα ακατόρθωτα και τα μεγάλα και τα υψηλά και λάμπει έμεινε επτά χρόνια εκεί και πήγε, στη συνέχεια, στην Αλεξάνδρεια έμεινε πολύ λίγο, και ύστερα αναχώρησε για τους Αγίους Τόπους. Πήγε στα Ιεροσόλυμα. Πτωχή και άσημη και άγνωστη μπήκε σ’ ένα κελλί, κι έκαμε άσκηση και σε λίγο, το κελλί και τα πέριξ γέμισαν από ψυχές που ήθελαν κι αυτές να αφιερωθούν στον Χριστό είτε το θέλουμε είτε όχι, είτε το γνωρίζουμε είτε όχι, η ψυχή μας φέρεται ορμεμφύτως και εκ κατασκευής στον φιλάνθρωπο Χριστό μας γι αυτό και όταν στενοχωρούμεθα και νομίζομε ότι κάτι μας λείπει, μας λείπει ο Λυτρωτής μας λείπει ο Κύριος . 

Κι επειδή δεν τον έχομε, η ψυχή μας πενθεί, αναστενάζει, υποφέρει και δυσκολεύεται. Κι έχει, όπως λέμε στις μέρες μας, κατάθλιψη. Δηλαδή θλίψη μεγάλη, γιατί λείπει Εκείνος είναι μια διαμαρτυρία. Ας το ξέρομε αυτό και σιγά-σιγά, όπως είπαμε, μαζεύτηκαν τόσες πολλές κόρες, που έκαναν κοινόβιο με πλήθος καλογραιών και ανυμνείτο το όνομα του Χριστού και έκαναν και πρακτικό χριστιανικό βίο. Βοηθούσαν άρρωστους, φτωχούς και πονεμένους, με τον καλύτερο τρόπο. Κι ελάτρευαν τον Κύριο. Κι η Μελάνη, πια, πλήρης ημερών, αφού υπέστη ένα κρυολόγημα κι έπαθε πλευρίτιδα, η οποία φέρει μεγάλους και φοβερούς πόνους και πυρετό, κι αφού υπέφερε αυτό το Μαρτύριο για λίγο καιρό, ο Χριστός μας, που ετρώθη την πλευρά με την λόγχη, την πήρε κοντά Του. 

Αφού αποχαιρέτησε τις μοναχές και τους πάντας κι είπε τα λόγια του Ιώβ: «Ως έδοξε τω Κυρίω ούτω και εγένετο.» Όπως θεώρησε καλό ο Κύριος , έτσι και συνέβη και ανεπαύθη εν Κυρίω και άφησε χάρη περισσή και όνομα μεγάλο και προσφορά ανυπολόγιστη στην εκεί κοινωνία και Εκκλησία.


Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

ΣΗΚΩΣΕ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΣΟΥ ΚΑΙ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ .......ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΡΙΜΑΙΑΣ


Τι σημαίνει να σηκώσουμε τον σταυρό μας;

Ό Κύριος λέει ότι ό καθένας από μας πρέπει να σηκώσει τον δικό του σταυρό.
Τι σημαίνει αυτό; Ποιος είναι αυτός ό σταυρός; Για τον καθένα ό σταυρός είναι διαφορετικός και αυστηρά προσωπικός, διότι για τον καθένα ό Θεός έχει ετοιμάσει τον δικό του σταυρό.

Έχει μεγάλη σημασία να καταλάβουμε ποιος είναι ό δικός μας σταυρός, να ξέρουμε ότι έχουμε σηκώσει εκείνο ακριβώς τον σταυρό πού μας προτείνει ό Θεός. Είναι πολύ επικίνδυνο να επινοούμε σταυρούς για τον εαυτό μας. Και αυτό δυστυχώς το βλέπουμε συχνά.
Για την πλειοψηφία των ανθρώπων ο Θεός έχει ετοιμάσει τον σταυρό της ζωής μέσα στον κόσμο, τον σταυρό της οικογενειακής και της κοινωνικής ζωής.

Αλλά πολλές φορές άνθρωπος πού αποφάσισε να αρνηθεί τον εαυτό του και να ακολουθήσει στην ζωή του την οδό του Χριστού δεν πετυχαίνει τίποτα επειδή επινοεί για τον εαυτό του σταυρό πού του φαίνεται πιο σωστός. Νομίζει, παραδείγματος χάριν, ότι για να σωθεί πρέπει να γίνει μοναχός ή να πάει στην έρημο.



Αυτόν όμως το δρόμο ό Θεός τον ετοίμασε για πολύ λίγους, οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν σταυρό πού οι ίδιοι ούτε καν τον θεωρούν σταυρό και όταν τον σηκώνουν δεν καταλαβαίνουν ποιο βάρος έχουν στους ώμους τους.

Ποιο σταυρό έχουν οι περισσότεροι;
Έναν σταυρό απλό, όχι τέτοιο πού σήκωσαν οι άγιοι μάρτυρες και πού σήκωναν όλη τη ζωή τους οι όσιοι πατέρες στην έρημο. Εμείς έχουμε άλλο σταυρό.

Ή ζωή μας, ή ζωή όλων των ανθρώπων, είναι θλίψη και πόνος. Και όλες αυτές οι θλίψεις στην κοινωνική και την οικογενειακή ζωή μας είναι ο σταυρός μας.
Ό αποτυχημένος γάμος, ή ανεπιτυχής επιλογή του επαγγέλματος, δεν μας προκαλούν αυτά πόνο και θλίψη; Δεν πρέπει ό άνθρωπος πού τον βρήκαν αυτές οι συμφορές να τις υπομένει; Οι σοβαρές ασθένειες, ή περιφρόνηση, ή ατιμία, ή απώλεια της περιουσίας, ή ζήλεια των συζύγων, ή συκοφαντία και όλα γενικά τα κακά πού μας κάνουν οι άνθρωποι, όλα αυτά δεν είναι ό σταυρός μας;

Ακριβώς αυτά είναι ό σταυρός μας, σταυρός για την μεγαλύτερη πλειοψηφία των ανθρώπων. Αυτές είναι οι θλίψεις πού υποφέρουν οι άνθρωποι και όλοι μας πρέπει να τις σηκώνουμε, αν και οι περισσότεροι δεν το θέλουν. Άλλα ακόμα και οι άνθρωποι πού μισούν τον Χριστό και αρνούνται να ακολουθήσουν το δρόμο του και αυτοί ακόμα σηκώνουν το δικό τους σταυρό του πόνου.

Ποια είναι ή διαφορά μεταξύ αυτών και των χριστιανών;
Ή διαφορά είναι ότι οι χριστιανοί με υπομονή σηκώνουν τον σταυρό τους και δεν γογγύζουν κατά του Θεού.
Ταπεινά με χαμηλό το βλέμμα σηκώνουν μέχρι το τέλος της ζωής τους το δικό τους σταυρό ακολουθώντας τον Κύριο Ιησού Χριστό. Το κάνουν για τον Χριστό και το Ευαγγέλιό του, το κάνουν από θερμή αγάπη προς Αυτόν, γιατί όλη την σκέψη τους είχε αιχμαλωτίσει ή διδασκαλία του Ευαγγελίου.


Για να κάνει πράξη τη διδασκαλία του Ευαγγελίου, για να ακολουθήσει την οδό του Χριστού, ό άνθρωπος πρέπει ταπεινά και ακούραστα να σηκώνει τον σταυρό του, να μην τον βρίζει αλλά να τον ευλογεί. Τότε μόνο τηρεί την εντολή του Χριστού, γιατί είχε, αρνηθεί τον εαυτό του. Σήκωσε τον σταυρό του και ακολούθησε τον Χριστό, τον ακολούθησε σ' ένα μακρινό δρόμο, σ' ένα δρόμο για τον οποίο ό Κύριος είπε, ότι στην Βασιλεία των Ουρανών οδηγεί τεθλιμμένη οδός ή αρχή της οποίας είναι ή στενή πύλη. Και εμείς θέλουμε να είναι ή οδός της ζωής μας ευρύχωρη, χωρίς λάκκους, πέτρες, αγκάθια και λάσπη. Θέλουμε να είναι στρωμένη με λουλούδια. Και ό Κύριος μας δείχνει μία άλλη οδό, την οδό του πόνου. Αλλά πρέπει να ξέρουμε ότι σ' αυτό το δρόμο, όσο δύσκολος και να είναι, αν με όλη την καρδιά μας στραφούμε στον Χριστό, τότε ό Ίδιος με έναν θαυμαστό και ανεξήγητο τρόπο μας βοηθάει. Μας στηρίζει όταν πέφτουμε. Μας δυναμώνει και μας παρηγορεί.

Όταν ακολουθήσουμε αυτό το δρόμο, ο οποίος στην αρχή μόνο μας φαίνεται δύσκολος, όταν αισθανθούμε τη χάρη του Θεού πού μας δυναμώνει σ' αυτή την πορεία, τότε με χαρά και ταπείνωση θα σηκώνουμε τον σταυρό μας και θα πορευόμαστε με βεβαιότητα επειδή γνωρίζουμε ότι έτσι μας ανοίγεται ή είσοδος στην Βασιλεία των Ουρανών.

Αυτό λοιπόν σημαίνει να μισήσουμε την ψυχή μας - να μισήσουμε την ακαθαρσία της, να αρνηθούμε τον παλαιό μας άνθρωπο, για να σώσουμε την αθάνατη ψυχή μας πού ό προορισμός της είναι ή κοινωνία με τον Θεό.

Αυτός πού με τέτοιο τρόπο θα χάσει την ψυχή του, θα την σώσει και θα είναι με τον Χριστό;


ΝΑ μας αξιώσει όλους ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός της αιώνιας και ένδοξης ζωής μαζί Του, με τον Πατέρα Του και όλους τους αγγέλους.

30 Δεκεμβρίου Αγία Ανυσία



Αγία Ανυσία

Πάμε, τώρα, στις 30 του μηνός Δεκεμβρίου, πάντα, γιορτάζει η Εκκλησία μας την Αγία οσιομάρτυρα Ανυσία, από τη Θεσσαλονίκη. Στα χρόνια του Μαξιμιανού. 286-304. Ήταν βλαστός πλούσιας και ευσεβούς οικογενείας οι γονείς της ήταν χριστιανοί. Κι η κορούλα τους ποθούσε τον μοναχικό βίο. Ήταν δύσκολοι χρόνοι τότε και μοναστήρια σπάνια, και τι έκανε, όταν εκοιμήθησαν εκείνοι; Έγινε καλογραία, παρθένος, μοναχή, κι ασκήτευε στο σπιτάκι της. Κι έφτασε σε μεγάλα ύψη την χαιρόταν ο Χριστός, κι ο ουρανός, την χαιρόντουσαν και οι χριστιανοί. Κι ο Κύριος θέλησε να της δώσει κι έναν στέφανο, ακόμη. 

Τον στέφανο του Μαρτυρίου γι αυτό και μια μέρα, καθώς πήγαινε η Ανυσία στην εκκλησία να λειτουργηθεί, βγήκε μπροστά της ένας στρατιώτης ειδωλολάτρης. Αληθινός σατανάς. Τον έβλεπες και σ’ έπιανε φρίκη. Τι ταλαιπωρία στον άνθρωπο, όταν οδηγείται απ’ το κακό! και την άρπαξε και της είπε: «Πήγαινε, τώρα, να θυσιάσεις στα είδωλα, αλλοιώς σε σκοτώνω.» Κι άρχισε να βρίζει και να χειροδικεί. Κι εκείνη, βλέποντας τον αληθινό σατανά, δεν φοβήθηκε καθόλου. Του λέει: «Αληθινός Θεός είναι μόνο ο Χριστός μου και κανένας άλλος. Τ’ άλλα είναι ψέματα, είναι πλάνη και οι θεοί αυτοί των ειδώλων είναι τα δαιμόνια.» Κι εκείνος εφρύαξε τόσο πολύ, και η Αγία τον έφτυσε κατά πρόσωπο, μήπως συνέλθει και καταλάβει. Αλλά εκείνος δεν θέλησε γι αυτό και βγάζει το σπαθί του και την κτυπά στη μια πλευρά και βγήκε το σπαθί από την άλλη, και η Αγία παρέδωκε την πανέμορφη ψυχή της, η Αγία Ανυσία, στον φιλάνθρωπο Χριστό μας, που ελογχίσθη απ’ τον αγροίκο στρατιώτη Εκείνος, πάνω στον σταυρό Του, την ημέρα της Θείας σταυρώσεως. 

Τυχερή ήταν η Αγία Ανυσία. Πήγε κοντά στον γεννηθέντα Χριστό και στον μεγαλομάρτυρα του γολγοθά. Κι έλαβε τη θέση της οσιομάρτυρος στον ουρανό στη Θεία Βασιλεία και δεν ξέχασε ποτέ την πατρίδα της ούτε τους χριστιανούς γι αυτό και σημέρα , που δυσκολεύεται η πατρίδα μας κι η Θεσσαλονίκη, έχομε τόσους Αγίους και τόσους μάρτυρας, και ντόπιους και ξένους, που μας βοηθάνε, που μας επισκέπτονται και που μας προστατεύουν. Αυτό μην το ξεχνάμε.


Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

29 Δεκεμβρίου, Σφαγή των νηπίων, Άγιος Μάρκελλος


  
 


Σφαγή των νηπίων

Πάμε, τώρα, στις 29 του μηνός Δεκεμβρίου έχομε την αναίρεση, δηλαδή την σφαγήν των νηπίων εκείνων, τα οποία κατέσφαξεν ο φοβερός Ηρώδης στα Ιεροσόλυμα και στα πέριξ, ένεκα του ενανθρωπήσαντος Θείου Βρέφους. Του ενανθρωπήσαντος Θεού μας έμαθε ο Ηρώδης από τους γραμματείς και Φαρισαίους, που ο Χριστός γεννάται. Δηλαδή, στη Βηθλεέμ. Κάλεσε τους μάγους και τους είπε: «Να πάτε να προσκυνήσετε το θείον Βρέφος, τον νεογέννητο βασιλιά, και να ρθείτε να μου πείτε έφυγαν εκείνοι και πήγαν στη Βηθλεέμ και το αστέρι εκάθισε επάνω, «ου ην το παιδίον μετά της μητρός αυτού». 

Χάρηκαν που είδαν ξανά το αστέρι, που τους οδηγούσε, ήταν άγγελος Κυρίου μετασχηματισμένος σε άστρο, και πήγαν εις την οικίαν, που λέει ο Ματθαίος, κι είδαν το Βρέφος το Θείον, μετά Μαρίας της μητρός αυτού, ο Ιωσήφ κάπου θα χε πάει, λεν οι Πατέρες, θα πήγε να φέρει ψωμάκι, κι έπεσαν και προσκύνησαν τον τεχθέντα Βασιλέα, οι σοφοί της ανατολής, οι απόγονοι του πατριάρχου Αβραάμ και πρόσφεραν τα δώρα τους, χρυσόν και λίβανον και σμύρναν, στον σαρκωθέντα Κύριον και δοξολόγησαν και ευχαρίστησαν και χάρηκαν, αλλά και εφωτίσθησαν. 

Κι ενώ βλέπανε το αστέρι, που ταν άγγελος μετασχηματισμένος, ύστερα πήραν Θεία γνώση και Θεία χάρη περισσή, καθώς είδαν και προσκύνησαν το Θείον Βρέφος και τον άγγελον πια τον είδαν κατ όναρ έχομε, δηλαδή, πρόοδο στη Θεία φώτιση και τους είπε ο άγγελος κατ όναρ, στ όνειρο τους, έχομε και όνειρα αποκαλυπτικά, που είναι η βάση της πίστεως, κατά τον κύρ Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, τους είπε: «Να μην πάτε στον Ηρώδη πάλι, αλλά να φύγετε απ’ άλλο δρόμο, για την πατρίδα σας.» Κι έφυγαν ο Ηρώδης, αφού άργησαν οι μάγοι, κατάλαβε πως τον ξεγέλασαν και «εθυμώθη λίαν», που λέγει το ευαγγέλιο. Κι έδωσε εντολή να σφάξουν τα παδιά της Βηθλεέμ και της περιοχής, από δύο ετών και κάτω, καθώς εξακρίβωσε τον χρόνον της γεννήσεως του Χριστού από τους μάγους και τότε έγινε θρήνος, κλαυθμός και οδυρμός.

 Αλλά τα παιδιά εκείνα είναι ευτυχισμένα και μακάρια. Διότι είναι οι πρώτοι μάρτυρες της Καινής Διαθήκης και κέρδισαν τον Παράδεισο. Τι κι αν έχασαν την παρούσα ζωή; Τι κι αν στερήθησαν τα αγαθά της, τα οποία είναι όλα πρόσκαιρα, κι όπως έλεγε ο γελίμερος, όλα για γέλια; Ο Ηρώδης, όμως, έλαβε την αιώνια τιμωρία και καταδίκη. Δυστυχώς.

Άγιος Μάρκελλος

Την ίδια μέρα γιορτάζει κι ένας μεγάλος Πατέρας της Εκκλησίας, άγνωστος στους περισσότερους από μας, ο όσιος και θαυματουργός Μάρκελλος, έχει σχέση με το Μάρκος, Μάρκος σημαίνει σφυρί, ηγούμενος της μονής των Ακοίμητων έζησε και έλαμψε τον 5ο αιώνα. Προήρχετο από την Απάμεια της Συρίας. Αγαπούσε πολύ τον μοναχικό βίο κι ήθελε να αφιερωθεί στον Κύριο, οι γονείς του τον εσπούδασαν στην Αντιόχεια κι έμαθε όλη τη Φιλοσοφία και όλη την ιστορία και θύραθεν γνώση. Αλλά έμαθε και τας Θείας γραφάς στην Αντιοχειανή σχολή και γι αυτό, όταν εκοιμήθησαν οι γονείς του, έφυγε.

 Ήλθε στην Έφεσο της Μικράς Ασίας, πήγε σε μια μονή εκεί κοντινή, κι έγινε ασκητής είχε μεγάλη χάρη και μεγάλη Σοφία, είχε μεγάλη δύναμη. Κι αργότερα, μαθαίνοντας πως στην Κωνσταντινούπολη υπήρχε κάποιος όσιος Αλέξανδρος, ηγούμενος της μονής των Ακοίμητων, κι ελεγετο έτσι η μονή, γιατί είχε ακοίμητη Δοξολογία. Λειτουργούσαν εκεί όλο το εικοσιτετράωρο και δοξολογούσαν, με τη σειρά τους οι πατέρες και αδελφοί. Κι ήταν ένας επίγειος ουρανός το μοναστήρι εκείνο. Πήγε, λοιπόν, ο όσιος Μάρκελλος εκεί, και ανέβηκε σε μεγάλα ύψη αρετής και σοφίας και αγάπης. Κι όποιος αγαπά πολύ, κατά τον Άγιο Μάξιμο τον ομολογητή, ο Θεός του δίνει και το χάρισμα της θαυματουργίας το έλαβε, λοιπόν, ο όσιος Μάρκελλος και θαυματουργούσε. Κι ωφελούσε. 

Κι ήταν ένας πόλος έλξεως. Ήταν ένα μεγαλείο στη Βασιλεύουσα. Κι όταν εκοιμήθη ο ηγούμενος, όλοι οι πατέρες και οι υπόλοιποι εξέλεξαν τον Άγιο Μάρκελλο ηγούμενο της μονής των Ακοίμητων και τότε ετέθη το φως επί την λυχνίαν και πρόσφερε πάρα πολλά και στους πατέρες και στην Βασιλεύουσα και παντού, έως τα πέρατα της οικουμένης. Της απέραντης ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και πλήρης ημερών ο Άγιος απήλθε προς τις αιωνίους μονάς. Άφησε ορφανό το ποίμνιο του κι εκείνοι τον επεκαλούντο κι έπαιρναν κι από την άλλη πλάση κι από το μνήμα του τη χάρη, την ευλογία του, αλλά και τα θαύματα του.



Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

28 Δεκεμβρίου Δισμύριοι Μάρτυρες



Δισμύριοι Μάρτυρες

Πάμε, τώρα, στις 28 του μηνός Δεκεμβρίου, στους δισμυρίους μάρτυρας, που εκάησαν ζωντανοί στην Νικομήδεια της Μικράς Ασίας. Δισμύριοι, σημαίνει μύριοι δύο φορές και μύριοι είναι δέκα χιλιάδες είκοσι χιλιάδες Άγιοι εκάησαν 28 Δεκεμβρίου, Στα 304, στη Νικομήδεια, επί Μαξιμιανού του αυτοκράτορος, που ταν μεγάλος και φοβερός διώκτης, όπως και ο Διοκλητιανός είχε πάει ο Μαξιμιανός και πολέμησε εναντίον των Αιθιόπων και τους ενίκησε και γυρίζοντας ήθελε να κάνει θυσίες στους μεγάλους, υποτίθεται, θεούς του, για να τους ευχαριστήσει.

 Κι έστειλε διαταγή να μαζευτούν στη Νικομήδεια από τα πέριξ και σ’ όλα τα μέρη της επικράτειας του να κάνουν θυσίες το ‘μαθαν κι οι χριστιανοί, κι ήσαν και οι μέρες των Χριστουγέννων, κι ο αρχιεπίσκοπος Άνθιμος Νικομήδειας, και γι αυτόν έχομε μιλήσει, 3 Σεπτεμβρίου, κάλεσε τους χριστιανούς, ήσαν και οι μέρες της Θείας γεννήσεως, που προείπαμε, συγκεντρώθηκαν στον ναό, κι έκαναν δοξολογία, λειτουργία και λατρεία εις αντιπερισπασμόν. 

Το έμαθε ο αυτοκράτωρ ο Μαξιμιανός και διέταξε τους στρατιώτες του να κυκλώσουν τον ναό, να μην μπορεί να φύγει κανείς, και να μεταφέρουν φρύγανα και ξύλα και ν ανάψουν φωτιά, να καούνε όλοι οι εντός αυτού χριστιανοί ο Άνθιμος το έμαθε, βάπτισε όλους τους κατηχούμενους, έκαμε Θεία Λειτουργία και τους κοινώνησε όλους. Κι αφού έγινε αυτό το μεγαλείο, οι στρατιώται του αυτοκράτορος άναψαν φωτιά και εκάησαν όλοι οι χριστιανοί γλίτωσε ο Άνθιμος, γιατί χρειαζόταν και στη συνέχεια, και βλέποντας αυτά οι ειδωλολάτραι εχαίροντο οι άλλοι εκάησαν και πήγαν θυσία ζώσα στον γεννηθέντα Χριστό μας. Στον ενανθρωπήσαντα Θεό.

Και στη συνέχεια, εστράφησαν οι στρατιώται και εναντίον εκείνων που ήσαν έξω απ’ τον ναό που δεν χωρούσαν. Κι ήσαν πολλοί συγκλητικοί, πολλοί χριστιανοί και πολλοί επίσημοι. Κι αυτούς τους υπέβαλαν σε φοβερά και δεινά Μαρτύρια και βασανιστήρια. Κι ετελειώθησαν τη αυτή ημέρα. Όποτε έχουμε αμέτρητους μάρτυρες και Αγίους και το φως εκείνο της φωτιάς και του Μαρτυρίου ενώθηκε με το φως των Χριστουγέννων με το φως το της γνώσεως και πήγαν εκείνοι στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό.



Από το συναξάρι του Παππούλη Ανανία 

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2016

27 Δεκεμβρίου, Άγιος Στέφανος, Άγιος Θεόδωρος ο γραπτός


Καλημέρα σας, σεβαστοί και αγαπητοί μου ακροαταί. Η Σύναξη της Παναγίας Θεοτόκου σημέρα μεγάλη η χάρη της γιορτάζομε εκείνη που έτεκε Θεόν ενανθρωπήσαντα και έχομε χαρά μεγάλη για τη Θεία γέννηση του Χριστού μας και τη σύναξη της αμώμου λεχούς, της Παναγίας μητέρας Του και μητέρας μας οι ψυχές μας, αυτές τις ήμερες, εγέμισαν με χαρά και ευφροσύνη και πανηγυρίζουμε μυστικά. Δοξολογούμε τον Λυτρωτή και ανυμνούμε τη μητέρα Αυτού. Τη μητέρα του Σωτήρος και τους ευχαριστούμε ολόψυχα και ολόθερμα. Κι όποιος έχει πατέρα τον Χριστό και μάνα την Παναγία, τον νέο Aδάμ και τη νέα Εύα, δεν είναι ποτέ μόνος ούτε ξεκρέμαστος. 

Κι έχει χαρά μεγάλη τη χαρά του Χριστού. Τη χαρά της Παναγίας τη χαρά της Εκκλησίας. Όποιο γολγοθά κι αν ανεβαίνει ο,τι βάσανα κι αν έχει. Όπου κι αν βρίσκεται κι όπως κι αν είναι ευχαριστούμε τον φιλάνθρωπο και Λυτρωτή μας ευχαριστούμε την Αγία μας Τριάδα ευχαριστούμε την Κυρά μας τη Παναγιά ευχαριστούμε τους αγγέλους και τους Αγίους είμαστε μαζί τους και είναι μαζί μας γι αυτό, ας μη φοβούμεθα, ο,τι κι αν γίνεται. Ας μένομε στη μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία και τ άλλα εκείνοι θα τα κανονίσουν. Ας κουνάμε τα χεράκια μας κι εκείνοι είναι δίπλα μας και πάντα μαζί μας. Χρόνια πολλά σ’ όσους γιορτάζουν αυτές τις μέρες. Kι όλοι γιορτάζουμε. Ρωτάνε πολλοί, αν έχεις κανένα που εορτάζει. Κι αν δεν έχομε, τι πειράζει; Έχομε τον Χριστό μας έχομε την Παναγία μας. Αυτούς γιορτάζομε να τους χαιρόμαστε και στη συνέχεια κι εκείνοι να μας χαίρονται και να μας ευλογούν.

 


Άγιος Στέφανος

Θα συνεχίσομε και μέσα στις άγιες ήμερες το Συναξάριο το Χειμερινό και την προηγούμενη φορά μιλήσαμε και για τη σύναξη της Παναγίας και τώρα θα προχωρήσομε στην επόμενη μέρα, 27 Δεκεμβρίου, αύριο , και τότε γιορτάζει ο πρωτομάρτυς και αρχιδιάκονος Στέφανος. Η μεγάλη αυτή ψυχή και πνοή της Αγίας μας Εκκλησίας είχε ζήλο μεγάλο έγινε διάκονος και υπηρετούσε και στις τράπεζες και κυρίως τον λόγο του Θεού και μιλούσε με δύναμη και χάρη περισσή και μια φορά, βρέθηκε σε μια σύναξη, που μιλούσαν Εβραίοι και Ελληνιστές και άλλοι έλεγαν ότι ο Χριστός είναι προφήτης, άλλοι έλεγαν πως είναι πλάνος και μερικοί άλλοι έλεγαν πως είναι ο υιός του Θεού, που ενανθρώπησε. Κι έλαβε το λόγο στη συνέχεια ο πρωτομάρτυς Στέφανος και τους μίλησε με τόση Σοφία και με τόση δεινότητα, που τους απέδειξε πως ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι ο Μεσσίας. Που θαυματούργησε, που εθεράπευσε, που εσταυρώθη και ανέστη. Κι έμειναν έκπληκτοι οι περισσότεροι και πίστεψαν αρκετοί. Αλλά οι υπόλοιποι Ιουδαίοι στενοχωρήθηκαν και μάνιασαν με τη δύναμη και το πνεύμα που μιλούσε ο πρωτομάρτυς Στέφανος και τον πήγαν στο συνέδριο των αρχιερέων και Ιουδαίων και βρήκαν και κάποιους ψευδομάρτυρες κι εκεί στο δικαστήριο που έγινε, τους έβαλαν και είπαν πως ο Στέφανος κατηγορεί τον Άγιο τόπο, το ναό, δηλαδή, και τον Άγιο νόμο του Μωϋσή και πήρε το λόγο ο πρωτομάρτυς Στέφανος και τους απέδειξε πως κι ο Μωϋσής και ο Άγιος νόμος υπηρετούσαν τον Μεσσία και τώρα ο Μεσσίας ήλθε. Κι εμείς καλούμεθα να διαλέξομε. Ή να τον δεχθούμε ή όχι. Κι εκείνοι οι καημένοι. Αφού έμειναν άφωνοι και άναυδοι από τη δημηγορία του πρωτομάρτυρος Στεφάνου, τον έβγαλαν λίγο έξω από την πόλη και τον ελιθοβόλησαν. Το πρόσωπο του είχε γίνει ως πρόσωπον αγγέλου και καθώς τον λιθοβολούσαν, εκοιμήθη, λέγοντας, λίγο πριν: «Κύριε, μη λογαριάσεις σ’ αυτούς την αμαρτία τους αυτή.» και εκοιμήθη. Ήταν εκεί κι ο μεγάλος νομοδιδάσκαλος Γαμαλιήλ και ο υιός του και επίστευσαν στον Χριστό, βλέποντας τον φωτεινό πρωτομάρτυρα Στέφανο. Κι επείσθησαν απολύτως και τους εβάπτισαν οι Απόστολοι και συνάμα εκλονίσθη κι ο απόστολος Παύλος, που ήταν εκεί κατά τον λιθοβολισμό, συνευδοκών και συμφωνών μ’ αυτό που έκαναν οι Ιουδαίοι. Κέρδισε, λοιπόν, ο Στέφανος και τον Γαμαλιήλ και τον Παύλο. Τον έθαψαν εκεί κοντά, κι αργότερα, στον 5ον αιώνα, έγινε ανακομιδή του λειψάνου του, έχομε πει γι αυτό, και μεταφορά του στην Κωνσταντινούπολη.


Άγιος Θεόδωρος ο γραπτός

την ίδια μέρα γιορτάζει κι ο Άγιος Θεόδωρος ο γραπτός ο αδελφός του Αγίου Θεοφάνους του γραπτού δεν είναι ο Χρονογράφος ο Θεοφάνης. Αυτοί ήσαν από τα Ιεροσόλυμα και έζησαν στην Β εικονομαχία. Πήγαν στην Κωνσταντινούπολη, υπερασπίστηκαν τις εικόνες, κι ο αυτοκράτωρ Θεόφιλος, ο μεγάλος εικονομάχος, 829-842, αφού εκείνοι τον ήλεγξαν με θάρρος και παρρησία και χάρη Θεού, τους έβαλε στη φυλακή, αφού τους κακοποίησε τα μέγιστα, ύστερα τους έβγαλε και τους εξόρισε και τους δυό, και ο Άγιος Θεόδωρος , που γιορτάζομε στις 27, δηλαδή, Δεκεμβρίου, εκοιμήθη από τις κακουχίες ενώ ο Άγιος Θεοφάνης επέζησε και ύστερα που ήλθε η ελευθερία του Χριστού, έληξε η εικονομαχία, έγινε μητροπολίτης Νικαίας έχομε μιλήσει και γι αυτόν στις 11 Οκτωβρίου. Κι ένας όσιος, κατά την κηδεία του Αγίου Θεοδώρου του γραπτού, λέγεται γραπτός, διότι ο αυτοκράτωρ έγραψε και σ’ αυτόν και στον Θεοφάνη, στο πρόσωπο τους, υβριστικά πράγματα. Κι ένας όσιος, που ταν στην κηδεία, άκουσε τον Άγιο Θεόδωρο που έφευγε, να ψάλλει μαζί με τους αγγέλους.


Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2016

26 Δεκεμβρίου Σύναξη της Θεοτόκου



Και την επόμενη μέρα, και τελειώνουμε το εφταήμερο Συναξάριο, έχουμε τη σύναξη της Θεοτόκου μας. Τη συγκέντρωση των χριστιανών για να τιμήσουν εκείνη που έτεκε Θεόν ενανθρωπήσαντα.

Τα Χριστούγεννα ανημέρα γιορτάζουν και οι σοφοί μάγοι και οι αγαθοί ποιμένες. Λοιπόν και στη σύναξη της Θεοτόκου το Συναξάριο αναφέρεται στη φυγή της στην Αίγυπτο ο Ηρώδης θέλησε να σφαγιάσει τα παιδιά, από διετούς και κατωτέρω, και ο Θεός τον ειδοποίησε τον Άγιο Ιωσήφ να πάρει τη Μαριάμ και το βρέφος της, το παιδί της, το παιδίον της, της Μαρίας ήτο το παιδίον μόνον και του Αγίου Πνεύματος ο Ιωσήφ ήτο προστάτης και φύλακας αμφοτέρων και να πάει στην Αίγυπτο επήγε, λοιπόν, για να εφαρμοσθεί το ρητόν του Ώσηε που έλεγε: «εξ Αυγύπτου εκάλεσα τον Υιόν», και για να γλυτώσει ο Κύριος .

Διότι, αν Τον έπιαναν, θα Τον εφόνευαν, όπως αργότερα Τον έπιασαν οι Ιουδαίοι, τον εσταύρωσαν και απέθανε. Διότι, αφού είχε σάρκα, μπορούσε να φονευθεί και παρόλα ταύτα, υπήρξαν και φοβεροί αιρετικοί, που είπαν ότι κατά φαντασίαν εσταυρώθη οι Δοκηταί και οι γνωστικοί. Κι έτσι, λοιπόν, ο Χριστός μας τα υπέστη όλα για τη δική μας σωτηρία εδώ, όμως θα σταματήσουμε.

 Απο το συναξάρι του Παππούλη Ανανία

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

Η Προσευχή των Χριστουγέννων ...




Η προσευχή μας κατά τη διάρκεια της Τεσσαρακοστής των Χριστουγέννων θα μπορούσε να συνοψισθεί σε μια μόνο λέξη: "Έρχου!" Είναι το "Έρχου, Κύριε Ιησού!" με το οποίο τελειώνει η Αποκάλυψη.

Αν προφέρουμε αυτό το κάλεσμα με ειλικρίνεια και ζήλο, τότε γίνεται αληθινή ασκητική προσπάθεια. Πραγματικά, η ελπίδα και η προσμονή του Κυρίου αυξάνουν μέσα στην καρδιά μας. Κάθε μέρα της Τεσσαρακοστής, αυτό το "Ερχου!" μας γεμίζει όλο και περισσότερο, προφέρεται με μεγαλύτερη ένταση, και διώχνει μακριά τους λογισμούς, τις νοερές εικόνες, τα πάθη που είναι ασύμβατα με την έλευση του Χριστού.

Αυτό το "Έρχου!" μας καθαρίζει και μας φλογίζει, θα μπορούσε να δώσει το δικό του ιδιαίτερο χρώμα στην προσευχή μας. Μακάρι να μπορέσουμε, κάθε μέρα της Τεσσαρακοστής αυτής, να προφέρουμε το κάλεσμα μας προς τον Κύριο με τρόπο όλο και λιγότερο ατελή!" "Το άγγελμα της χαράς απευθύνεται και σ’ εμένα προσωπικά. Γεννήθηκε και για μένα ένας Σωτήρας. Ας αναγνωρίσουμε στη Γέννηση του Χριστού ένα δώρο πολύ προσωπικό κι ας το δεχτούμε με χαρά και ευγνωμοσύνη"....

Απόσπασμα από το βιβλίο :

''Εγεννήθη Χριστός'' του π. Λεβ Ζιλέ 
(Εκδόσεις Ακρίτας)


http://sotiriapsixis.blogspot.com/

Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη.... του Κώστα Βάρναλη



Ο Βάρναλης έχει γράψει κι άλλα διηγήματα «εις ύφος Παπαδιαμάντη», αλλά τούτο εδώ έχει το μοναδικό γνώρισμα ότι παρουσιάζει ως ήρωα και τον ίδιο τον κυρ Αλέξανδρο. Εκτός αυτού, ο προσεκτικός αναγνώστης θα δει μέσα στο κείμενο ξεσηκωμένες αυτούσιες φράσεις από διηγήματα του Παπαδιαμάντη και θα ευφρανθεί με λέξεις παπαδιαμαντικές. Πήρα το κείμενο από την έκδοση του Κέδρου «Πεζός Λόγος». Αγνοώ αν το «Καλοκαιρής» (το παπαδιαμαντικώς σωστό είναι Καλοσκαιρής) είναι λάθος του τυπογράφου ή αβλεψία τού Βάρναλη. Πολλά ευχαριστώ στη Μ.Κ. για τη δακτυλογράφηση.

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Ο ουρανός έβρεχε διαρκώς λεπτόν νερόχιονον, ο γραίος αδιάκοπος εφύσα και ήτο ψύχος και χειμών τας παραμονάς των Χριστουγέννων του έτους…

Ο κυρ Αλέξανδρος είχε νηστεύσει ανελλιπώς ολόκληρον το Σαρανταήμερον και είχεν εξομολογηθεί τα κρίματά του (Παπά-Δημήτρη το χέρι σου φιλώ!). Και αφού εγκαίρως παρέδωσε το χριστουγεννιάτικον διήγημά του εις την "Ακρόπολιν" και διέθεσεν ολόκληρον την γλίσχρον αντιμισθίαν του προς πληρωμήν του ενοικίου και των ολίγων χρεών του, γέρων ήδη κεκμηκώς υπό των ετών και της νηστείας, αποφεύγων πάντοτε την πολυάσχολον τύρβην, αλλά φιλακόλουθος πιστός, έψαλεν, ως συνήθως, με την βραχνήν και σπασμένην φωνήν του, πλήρη όμως ενθέου πάθους, ως αριστερός ψάλτης, εις το παρεκκλήσιον του Αγίου Ελισσαίου τας Μεγάλας Ώρας, σχεδόν από στήθους, και ότε επανήλθεν εις το πτωχικόν του δωμάτιον, δεν είχεν ακόμη φέξει!

Ήναψε το κηρίον του και τη βοηθεία του κηρίου (και του Κυρίου!) έβγαλε το υπόδημά του το αριστερόν, διότι τον ηνώχλει ο κάλος, και ημίκλιντος επί της πενιχράς στρωμνής του, πολλά ρεμβάζων και ουδέν σκεπτόμενος, ήκουε τας ορυγάς του κραταιού ανέμου και τους κρότους της βροχής και έβλεπε νοερώς τον πορφυρούν πόντον να ρήγνυται εις τους σκληρούς αιχμηρούς βράχους του νεφελοσκεπούς και χιονοστεφάνου Άθω.

Εκρύωνεν. Αλλά το καφενείον του κυρ Γιάννη του Αγκιστριώτη ήτο κλειστόν. Αλλά και οβολόν δεν είχε να παραγγείλει:
– Πάτερ Αβραάμ, πέμψον Λάζαρον! (ένα ποτηράκι ρακή ή ρώμι).

Εκείνην την χρονιάν τα Χριστούγεννα έπεσαν Παρασκευήν. Τόσον το καλύτερον. Θα νηστεύσει και πάλιν, ως το είχε τάμα να νηστεύει δια βίου κάθε Παρασκευήν δια να εξαγνισθεί ο αμαρτωλός δούλος του Θεού από το μέγα κρίμα της νεότητός του, που είδε τυχαίως από την κλειδαρότρυπαν την νεαράν του εξαδέλφην να γδύνεται.

Έκαμε τον σταυρόν του κι εσκεπάσθη με την διάτρητον βατανίαν του, όπως ήτο ντυμένος και με τα υποδήματα – πλην του αριστερού.

Και τότε ευρέθη εις την προσφιλήν του νήσον των παιδικών του χρόνων με τα ρόδιν' ακρογιάλια, τας αλκυονίδας ημέρας, τας χλοϊζούσας πλαγιάς, με τα κρίταμα, την κάππαριν και τας αρμυρήθρας των παραθαλασσίων βράχων και με τους απλούς παλαιούς ανθρώπους, θαλασσοδαρμένους ή ναυαγούς, ζωντανούς και κεκοιμημένους.

Και ήλθεν ο Χριστός με το τεθλιμμένον πρόσωπον, η Παναγία η Γλυκοφιλούσα με το λευκόν και ένθεον Βρέφος της, ο Άγιος Στυλιανός, ο φίλος και φρουρός των νηπίων, η Αγία Βαρβάρα και η Αγία Κυριακή με τους σταυρούς και τους κλάδους των φοινίκων εις τας χείρας, ο όσιος Αντώνιος και Ευθύμιος και Σάββας με τας γενειάδας και τα κομβοσχοίνιά των· και ήλθε και ο όσιος Μωϋσής ο Αιθίοψ, "άνθρωπος την όψιν και θεός την καρδίαν", η Αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια κρατούσα εις τας χείρας το μικρόν της ληκύθιον, το περιέχον τα λυτήρια όλων των μαγγανειών και επωδών, ο Άγιος Ελευθέριος, η Αγία Μαρίνα και είτα ο Άγιος Γεώργιος και ο Άγιος Δημήτριος με τα χαντζάρια των, με τας ασπίδας και τους θώρακάς των – ολόκληρον το Τέμπλον του παρεκκλησίου της Παναγίας της Γλυκοφιλούσης εκεί επάνω εις τον βράχον τον μαστιζόμενον από θυέλλας και λαίλαπας και λικνιζόμενον από το πολυτάραχον και πολύρροιβδον κύμα....

Φέγγος εαρινόν και θαλπωρή διεχύθησαν εντός του υγρού δωματίου και ο κυρ Αλέξανδρος λησμονήσας τον κάλον του ανεσηκώθη να φορέσει και το αριστερόν του υπόδημα δια ν’ ασπασθεί ευλαβώς τους πόδας του Χριστού, της Παναγίας και των αγίων.

Αλλ' η οπτασία εξηφανίσθη και ιδού ευρέθη εις τον Άι Γιάννην τον Κρυφόν, που εγιάτρευε τους κρυφούς πόνους κι εδέχετο την εξαγόρευσιν των κρυφών αμαρτιών. Πλήθος πιστών είχεν ανέλθει από την πολίχνην, ζωντανοί και συγχωρεμένοι, να παρακολουθήσουν την Λειτουργίαν, την οποία ετέλει ο παπά-Μπεφάνης βοηθούμενος από τον μπάρμπ’ Αναγνώστην τον Παρθένην.
Κατά περίεργον αντινομίαν των στοιχείων, ήτο καλοκαίρι κι η Λειτουργία είχε τελειώσει και ήτον δεν ήτον τρίτη πρωϊνή, ότε η αμφιλύκη ήρχισε να ροδίζει εις τον αντικρυνόν ζυγόν του βουνού.

Όλοι γείτονες, λάλοι και φωνασκοί, εκάθηντο κατά γης πέριξ εστρωμένης καθαράς οθόνης. Τέσσερ' αρνιά, τρία πρόβατα, δύο κατσίκια, αστακοουρές, κεφαλόπουλα καπνιστά της λίμνης, αυγοτάραχον και εγχέλεις αλατισμένοι, πίττες, κουραμπιέδες, μπακλαβάδες, πορτοκάλια και μήλα – όλα τα καλούδια, προϊόντα της μικρής και ωραίας νήσου, περιέμενον τους συνδαιτυμόνας.

– Καλώς ώρισες κυρ Αλέξαντρε, κάτσε κ' η αφεντιά σου, του είπεν η θεια η Αμέρσα.
Αλλά τι βλέπει γύρω του; Όλους τους ήρωας και τας ηρωίδας των Χριστουγεννιάτικων διηγημάτων του. Εκεί ήτον η θεια-Αχτίτσα, φορούσα καινουργή μανδήλαν και νέα πέδιλα, επιδεικνύουσα μετ' ευγνωμοσύνης το συνάλλαγμα των δέκα λιρών, το οποίον μόλις έλαβε από τον ξενητευμένον εις την Αμερικήν υιόν της. Δίπλα της εκάθητο κι ο Γιάννης ο Παλούκας, ο προσποιηθείς τον Καλλικάντζαρον την Παραμονήν των Χριστουγέννων και ληστεύσας τον Αγγελήν, τον Νάσον, τον Τάσον – όλα τα παιδιά τα οποία κατήρχοντο από την Επάνω ενορίαν, αφού είχαν ψάλει τα Κάλανδα. Εσηκώθη και παρέδωσεν εις τον κυρ Αλέξανδρον τας κλεμμένας πεντάρας -δεν είχε πως να μεθύσει και εορτάσει τα Χριστούγεννα εκείνην την χρονιάν (συχωρεμένος ας είναι!).

Ιδού κι ο Μπάρμπ' Αλέξης, ο Καλοκαιρής, που δεν είχεν ανάγκην του πορθμείου του Χάρωνος δια να πηδήσει εις τον άλλον κόσμον· είχε το ιδικόν του, υπόσαθρον πλοιάριον, αυτόχρημα σκυλοπνίχτην. Μαζί του ήτον κι ο σύντροφός του ο Γιάννης ο Πανταρώτας ο ναυτολογημένος ως Ιωαννίδης και διατελών εν διαρκεί απουσία κατά τας ώρας της εργασίας.
– Να φροντίσεις, του είπεν ο Πανταρώτας, να πάρω την σύνταξή μου!

Και λησμονών την ιερότητα της στιγμής εμούντζωσε το κενόν συνοδεύων την άσεμνον χειρονομίαν με την ασεμνοτέραν βλασφημίαν:
– Όρσε, κουβέρνο!

Εκεί ήτον κι ο Μπάρμπα-Διόμας, ευτυχής διότι εγλύτωσεν από το ναυάγιον και ερρόφησεν απνευστί επί του διασώσαντος αυτόν τρεχαντηρίου ολόκληρον φιάλην πλήρη ηδυγεύστου μαύρου οίνου δια να συνέλθει – ω πενιχρά, αλλ' υπερτάτη ευτυχία του πτωχού!

Αλλ' ιδού έτρεξε να του σφίξη την χείρα και ο βοσκός ο Σταθ'ς του Μπόζα, του οποίου δύο αίγες είχον βραχωθή εις τον κρημνόν υπεράνω της αβύσσου, όπου έχαινεν ο πόντος και ήτο αδύνατον να σωθούν, αν δεν τον κατεβίβαζαν δια σχοινίου εις τον βράχον με κίνδυνον της ζωής του.

– Την Ψαρή την έχω τάξει ασημένια στην Παναγιά. Τη Στέρφα (την άλλην αίγα) θα την σφάξω για σένα, να την φάμε.
Και η Ασημίνα του μαστρο-Στεφανή του βαρελά, με τας τέσσαρας κακοτυχισμένας θυγατέρας, τη Ροδαυγή, την Ελένη, τη Μαργαρώ και την Αφέντρα, η Ασημίνα, που την μίαν ημέραν εώρτασε τους γάμους της Αφέντρας με τον Γρηγόρη της Μονεβασάς και την άλλην ημέραν επένθησεν τον θάνατον του υιού της του Θανάση.

Τέλος, ω! της εκπλήξεως, ενεφανίσθη και ο έτερος εαυτός του, ο Αλέξανδρος Παπαδημούλης, ο πτωχαλαζών, ο ασχολούμενος εις έργα μη κοινώς παραδεδεγμένης χρησιμότητος!
Ο κυρ Αλέξανδρος ησθάνθη τύψεις, ότι έπλασεν όλους αυτούς τους ανθρώπους του λαού τόσον δυστυχείς και ταπεινούς ή τόσον αμαρτωλούς (ουδείς αναμάρτητος!) και τον εαυτόν του τόσον επηρμένον!...

Αλλά την στιγμήν εκείνην τον διέκοψεν η οκταόκαδος τσότρα, η περιφερομένη από χειρός εις χείρα. Δεν επρόλαβε να την εναγκαλισθή και ήχησαν τα λαλούμενα (βιολιτζήδες ντόπιοι και τουρκόγυφτοι με κλαρινέτα) και ... εξύπνησεν.
Ποτέ ο κοσμοκαλόγηρος κυρ Αλέξανδρος δεν εξύπνησε τόσον χορτάτος, όσον εκείνην την αγίαν ημέραν, ο νήστις του Σαρανταημέρου και ο νήστις όλης της ζωής του! – ζωήν να έχει!

www.sarantakos.gr .

Τα Χριστούγεννα του παπά Τύχωνα

-->


Μυστήριες οι μέρες των Χριστουγέννων. Παράξενες. Καί απογοητευτικές. Περιμένουμε να μας γεμίσουν χαρά. Καί τελικά αποδείχνεται πώς περιμένουνε κι αυτές το ίδιο από μας. Τίς γεμίζουμε δώρα καί χριστουγεννιάτικα στολίδια. Εξωτικές συνταγές καί ακριβές σαμπάνιες.

Κι αυτές, αχάριστες, μας προσπερνούν καί δίνουν τα δώρα τους σε τύπους άσχετους καί μέρη απίθανα. Όπως καληώρα στο κελλί του Παπα-Τύχωνα. «Κάθε Χριστούγεννα ό Γέροντας θα οικονομούσε μια ρέγκα, για να πέραση όλες τις χαρμόσυνες ήμερες του Δωδεκαημέρου με κατάλυση ιχθύος. Την δε ραχοκοκκαλιά της ρέγκας δεν την πετούσε, αλλά την κρεμούσε με μια κλωστή καί, όποτε ήταν καμιά Δεσποτική ή Θεομητορική εορτή καί είχε κατάλυση ιχθύος, έβραζε λίγο νερό σ' ένα κονσερβοκούτι, βουτούσε την ραχοκοκκαλιά δυό-τρεΐς φορές στο νερό, για να πάρη λίγη μυρωδιά, καί μετά έριχνε λίγο ρύζι.

Έτσι έκανε κατάλυση καί κατηγορούσε καί τον εαυτό του ότι τρώει καί ψαρόσουπες στην έρημο! Την ραχοκοκκαλιά αυτή την κρεμούσε πάλι στο καρφί καί για άλλη κατάλυση, μέχρι πού άσπριζε πια καί τότε την πετούσε»


(Μοναχού Παΐσίου Άγιορείτου, Άγιορεϊται Πατέρες καί Αγιορείτικα, έκδ. Ιερού Ησυχαστηρίου Ευαγγελιστής Ιωάννης 6 Θεολόγος, Σουρωτή Θεσσαλονίκης, σ. 22).

 http://www.proskynitis.blogspot.gr

Τα Χριστούγεννα στην άνω Ιερουσαλήμ και στην Γη




Το Δεκέμβριο του 1991 ο κόσμος στην Ελλάδα άρχιζε να ετοιμάζεται για τις γιορτές των Χριστουγέννων. Οι άνθρωποι μυρμήγκιαζαν στα μαγαζιά της κάθε πόλης, στα παζάρια και στις Λαϊκές αγορές. Προμηθεύονταν αγαθά και δώρα για να περάσουν ευχάριστα με τους καλεσμένους, τους συγγενείς και φίλους, Την Γέννηση Του Σωτήρα και τον ερχομό του νέου έτους. Στους δρόμους της πόλης άκουγες κάλαντα και Χριστουγεννιάτικα Τραγούδια ντόπια αλλά και από άλλες χώρες του κόσμου. Όλα τα μαγαζιά ήσαν στολισμένα με γούστο. Τα σπίτια μοσχομύριζαν από το φρέσκο βούτυρο, τη ζάχαρη, τα πορτοκάλια, την κανέλα και άλλα μπαχάρια, που οι νοικοκυρές έβαζαν στα Χριστουγεννιάτικα γλυκά που ψηνόντουσαν στις κουζίνες. Τα καράβια και τα Χριστουγεννιάτικα δέντρα αναβόσβηναν χαρούμενα τα φωτάκια τους . Οι ποιο μερακλήδες τοποθετούσαν φωτάκια έξω στις αυλές στις βεράντες και στα μπαλκόνια. Η ατμόσφαιρα αν μη τι άλλο ήταν γιορτινή.

Ήρθε και η 24 Δεκεμβρίου ήρθαν και λίγα χιόνια. Άσπρισαν τα κεραμίδια στις σκεπές των σπιτιών. Λίγο χιόνι στους δρόμους, που έλιωσε από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων. Το κρύο όμως περόνιαζε τους περαστικούς. Ιδίως το βράδυ που ο ήλιος έδινε την σκυτάλη στη σελήνη, η θερμοκρασία έπεφτε στους μείον.! Στις Εκκλησιές υπήρχαν λίγοι άνθρωποι ηλικιωμένοι οι περισσότεροι. Ήρθε και η 25 Δεκεμβρίου το κρύο ποιο βαρύ να κεντρίζει όλο το σώμα. Πολύς κόσμος έτρεξε στις Εκκλησίες για να ανάψει ένα κερί. Λιγότεροι για να δούνε την Θεία Λειτουργία και Ελάχιστοι εκτός των άλλων να κοινωνήσουν αφού νήστεψαν και εξομολογήθηκαν για αυτά που τους βάραιναν. Λίγοι ήταν όμως οι τελευταίοι. Οι περισσότεροι κοιμόντουσαν μέχρι αργά το πρωί για να διασκεδάσουν στα κέντρα το βράδυ μέχρι αργά…μπορεί και μέχρι τις πρωινές ώρες όταν μετά την κατανάλωση αλκοολούχων ποτών και πολλών τσιγάρων, οπωσδήποτε θα έψαχναν απεγνωσμένα για κάποιο πατσατζίδικο. Το μεσημέρι να φάνε από το πλούσιο γιορτινό τραπέζι. Τα τηλέφωνα να χτυπάνε για τα χρόνια πολλά και τους εορτάσαντες. Όλοι χαμογελαστοί και χαρούμενοι για τα δώρα.

Την ημέρα των Χριστουγέννων λοιπών όπως γιορτάζει η ανθρωπότητα γιορτάζουν και τα ουράνια. Η άνω Ιερουσαλήμ. Βέβαια στη άλλη ζωή γιορτάζουν με άλλον τρόπο που κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να κατανοήσει.

Άγγελοι να ψάλουν τα γνωστά Κοντάκια  που έχουν σχέση με την Γέννηση Του Σωτήρα μας. Τα γνωστά Απολυτίκια. Οι Αρχάγγελοι μπροστά με τα γυαλιστερά ξίφη τους τα χρυσά καμπάγια τους τις μαλαματοκαπνισμένες ασπίδες και θώρακες και από πίσω οι στρατιές τους. Άγιοι στα λευκά με ειρηνικές μορφές. Μάρτυρες του Ιησού γεμάτοι λάμψη, όλο φως. Άγιοι και Δίκαιοι αυτοκράτορες με τα πορφυρά καμπάγια τους, που τα στόλιζαν οι χρυσοί δικέφαλο αετοί. Όλοι τους ανεξαρτήτως βαθμού ήταν Άγιοι στρατιώτες Του Χριστού. Όλοι κατάφραχτοι με θώρακες μαλαματοκαπνισμένους, με σπάθες γεμάτες από πολύτιμους λίθους στη λαβή. Δίκαιοι Αξιωματικοί Υπαξιωματικοί και Οπλίτες. Ψηλότερα σε χρυσό Θρόνο η Θεοτόκος περιτριγυρισμένη από αγγέλους. Στο κέντρο Ένας Θρόνος όλο λάμψη και φως δυνατότερο από του ήλιου. Ο Θρόνος Του Πλάστη μας. Ο Σωτήρας με μια αγκαλιά να τους περικλείει όλους!

Πλησιάζει ο Άγιος Βασίλειος τον Πλάστη μας και Του ζητάει την άδεια να έρθει στην γη με την λήξη της γιορτής του Γενεθλίου Του. Αποκτώντας φυσικά μορφή κανονικού ανθρώπου. Να κάνει μια επίσκεψη για την πρωτοχρονιά που γιορτάζει και ο ίδιος, να δει από κοντά πως γιορτάζουν οι άνθρωποι.

Να σου λοιπόν ο Άγιος Βασίλειος μεταμορφωμένος σε Κληρικό, σε έναν δρόμο με λασπόνερα και κάποια λιμνάζοντα νερά που είχα παγώσει. Το κρύο τσουχτερό να προσπαθεί να εισχωρήσει μάταια στο εσωτερικό του Άγιου. Το χιόνι να αποκτά όλο και περισσότερο έδαφος και να πέφτει με ορμή από τον αέρα πάνω στο φθαρμένο ράσο του Άγιου. Συνάντησε και κάποια σκυλιά καθώς διάβαινε, που από μακριά γαύγιζαν αγριεμένα. Μόλις όμως πλησίασε κοντά τους, άρχισαν να παίζουνε όλο χαρά μαζί του αψηφώντας το κρύο.  Καθώς περπατούσε βλέπει τα νεκροταφεία με αρκετές σβησμένες καντήλες. Μα αυτοί οι άνθρωποι κουράστηκαν για να μεγαλώσουν αυτούς που ζούνε σήμερα. Δούλεψαν κόπιασαν και δεν τους ανάβουν ούτε τις καντήλες; Κάποιοι τάφοι να είναι ρημαγμένοι. Άλλοι ακάθαρτοι και απεριποίητοι. Στεναχωρήθηκε ο Άγιος. Μα αν δεν τιμάνε τους πατεράδες, τις μητέρες τι κάνουν. Προχωρεί μέσα στην πόλη και βλέπει τις πολυκατοικίες. Να ζούνε στοιβαγμένοι οι άνθρωποι. Τι είναι αυτά σκέφτηκε. Σε περιστερώνες ζούνε οι άνθρωποι; Ακούει έναν άνθρωπο να λέει στον άλλον «εσύ καλά είσαι εκεί πάνω ψηλότερα από όλους μας» Τι; σκέφτηκε, θέλουν να βρίσκονται ψηλά μόνοι σαν τα κοκόρια; Μπα!!! τρελάθηκε ο κόσμος!!!  Πήγε σε μια εκκλησία απασφάλισε την πόρτα κάνοντας το σχήμα του Σταυρού και έκανε μια μικρή λειτουργία. Ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς. Αφού πέρασε τη νύχτα μέσα στην Εκκλησία την άλλη μέρα από τα χαράματα παίρνει τον δρόμο για τα χωριά. Είχε ξημερώσει η Πρώτη του χρόνου.

Χτυπάει μια πόρτα σε ένα παλιό σπίτι και του ανοίγει ο Θανάσης γύρω στα τριάντα χρονών. Έτριβε τα χέρια κοντά στο πρόσωπο του προσπαθώντας να τα ζεστάνει με το χνώτο του. ο Θανάσης λέγει, πέρνα γρήγορα μέσα κάνοντας την χαρακτηριστική κίνηση μόλις άναψα σόμπα. Μας έκανες και ποδαρικό Πάτερ μου! Το σπίτι ως δια μαγείας ζέστανε αμέσως. Η γυναίκα του σπιτιού μια απλή νοικοκυρά που τη λέγαν Ζηνοβία, βύζαξε το παιδί, κι΄ έκανε φαγητό, ο άντρας έκανε μια σύντομη βόλτα στα ζώα του, τεμάχισε και αρκετά ξύλα για να μπαίνουν στη σόμπα και επέστρεψε στο σπίτι. Πρώτη του χρόνου είπε να μην δουλέψει να κάνει τα απολύτως αναγκαία. Άλλωστε με τέτοιον χιονιά τι να έκανε; Η γυναίκα έκανε βασιλόπιτα και έπειτα βύζαξε πάλι το παιδί το έβαλε για ύπνο και κάθισε να φάγει. Αφού ο Άγιος ευλόγησε το τραπέζι και μετά το φαγητό είπε ο Θανάσης να κόψει την πίτα ο Πάτερ. Πριν την κόψει ρωτάει στον Άγιο ο Θανάσης. Άραγε σε τι σαλόνια θα είναι τώρα ο Άγιος Βασίλης Πάτερ μου. Ο Άγιος δεν είπε τίποτα και άρχισε να κόβει τα κομμάτια. Κόβει το πρώτο και λέγει Του Χριστού. Το δεύτερο της Παναγίας. Τρίτο λέγει είναι του σπιτιού. Ο Θανάσης του λέγει ξέχασες τον Άι Βασίλη Πάτερ μου. Πάει πριν του Σπιτιού!!! 

Ο Άγιος βλέπει τον Θανάση τον ευλογεί κατόπιν κόβει ένα κομμάτι ο Άγιος και λέγει. του δούλου Σου Βασιλείου. Παραξενεύτηκε ο Θανάσης ως προς την προσφώνηση του κομματιού του Αγίου Βασιλείου αλλά δεν είπε τίποτα. Ήταν ακόμα σούρουπο όταν ο Θανάσης έκανε μια βόλτα στα ζώα του και γύρισε σχεδόν μελανιασμένος από τον παγωμένο και δυνατό αέρα. Έπιασαν για τα καλά τα κρύα σκέφτηκε. Τα πατζούρια παρόλο που ήταν κλειστά έτριζαν από την μάνητα του αέρα που τον άκουγες να σφυρίζει. Έπαιρνε ότι έβρισκε μπροστά του. Κάποιες σακούλες από σκουπίδια χόρευαν μεταξύ τους και στριφογύριζαν τρελά. Όταν σκοτείνιασε το κρύο είχε φτάσει στο αποκορύφωμα του. Το χιόνι πια είχε καλύψει σχεδόν τα πάντα. Ο Άγιος σηκώθηκε να φύγει! Μάταια!!!! ο Θανάσης δεν τον άφηνε να φύγει με τίποτα. Που θα πας Πάτερ μου με τέτοιο κρύο; Με τόσο χιόνι; Πρώτα ο Θεός να ξημερώσει τη μέρα του και φεύγεις με την αυγή. Κοίτα Πάτερ μου εγώ γράμματα δεν ξέρω, αλλά μου αρέσει να ακούω τα λόγια της Εκκλησίας και τα καταλαβαίνω. Μια και μπήκε ο καινούργιος χρόνος και είσαι από μακριά κάτσε να μας λειτουργήσεις εδώ στο σπίτι, να κοιμηθείς εδώ και αύριο φεύγεις. Έτσι και έγινε! Μετά την Λειτουργία και αφού νύχτωσε για τα καλά έστρωσαν να κοιμηθούνε. Ο αέρας έδινε πλέον ρεσιτάλ, αφού εισχωρούσε κάτω από την πόρτα. Τον έστρωσαν τον Άγιο σε μέρος ζεστό και έβαλαν κάτω από την εξώπορτα πετσέτες και κουβέρτες για να εμποδίσουν τον αέρα να περνά κρύος από κάτω.

Όταν κοιμήθηκαν όλοι, ο Θανάσης βλέπει στον ύπνο του, τον Πάτερ γεμάτο λάμψη να του λέγει με μια φωνή που ερχόταν από παντού. Θανάση τέκνο μου θα έχεις μεγάλο κλήρο από το Θεό. Δεν ρώτησες πως ονομάζομαι αλλά έδειξες εμπιστοσύνη στον Κλήρο. Με έβαλες στο σπίτι σου γιατί σκέφτηκες ότι είχε κρύο και κρύωνα. Με έβαλες να φάω να πιώ και να κοιμηθώ. Δεν με άφησες να φύγω βραδιάτικα γιατί σκέφτηκες πως θα ταλαιπωρηθώ μέσα στο αγιάζι. Αυτά λέγοντας άρχισε να απομακρύνεται. Μια στιγμή φωνάζει ο Θανάσης! πες μου ποιος είσαι; Αυτός που δεν πήγε στα μεγάλα σαλόνια αλλά προτίμησε να έρθει στο σπίτι σου να κόψει την πίτα που για χάρη του έκανε η ευσεβέστατη γυναίκα σου!!!

Όταν ξύπνησε ο Άγιος φυσικά δεν ήταν εκεί ενώ τα σκεπάσματα ευωδίαζαν. Είπε και στην γυναίκα του αυτά που είδε στον ύπνο του και μαζί υμνούσαν τον Παντοδύναμο. ΑΜΗΝ.

Λοχαγός Πεζικού Αθανάσιος Νάκος
Ξάνθη

Φώτης Κόντογλου Χριστούγεννα στη σπηλιά




Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα και χιονιάς πάντα πάνε μαζί. Μα εκείνη τη χρονιά οι καιροί ήτανε φουρτουνιασμένοι παρά φύση. Χιόνι δέν έρριχνε. Μοναχά που η ατμόσφαιρα ήτανε θυμωμένη, και φυσούσανε σκληροί βοριάδες με χιονόνερο και μ' αστραπές. Καμμιά βδομάδα ο καιρός καλωσύνεψε και φυσούσε μια τραμουντάνα που αρμενιζότανε. Μα την παραμονή τα κατσούφιασε. Την παραμονή από το πρωΐ ο ουρανός ήτανε μαύρος σαν μολύβι, κ' έπιασε κ' έρριχνε βελονιαστό χιονόνερο.

Σε μια τοποθεσία που τη λέγανε Σκρόφα, βρισκότανε ένα μαντρί με γιδοπρόδατα, απάνω σε μια πλαγιά του βουνού που κοίταζε κατά το πέλαγο. το μέρος αυτό ήτανε άγριο κ' έρημο, γεμάτο αγριόπρινα, σκίνους και κουμαριές, που ήτανε κατακόκκινες από τα κούμαρα. το μαντρί ήτανε τριγυρισμένο με ξεροτρόχαλο [=ξερολιθιά].

Οι τσομπάνηδες καθόντανε μέσα σε μια σπηλιά που βρισκότανε παραμέσα και πιο ψηλά από τη μάντρα και που κοίταζε κατά τη νοτιά. Μεγάλη σπηλιά, με τρία - τέσσερα χωρίσματα, κι αψηλή ως τρία μπόγια. Τα ζωντανά σταλιάζανε κάτω από τις χαμηλές σάγιες, που έσκυβες για να μπεις μέσα. Σωροί από κοπριά στεκόντανε εδώ κ' εκεί, και βγάζανε μια σπιρτόζα μυρουδιά. Χάμω, το χώμα ήτανε σκουπισμένο και καθαρό, γιατί οι τσομπάνηδες ήτανε μερακλήδες, και βάζανε τα παιδιά και σκουπίζανε ταχτικά με κάτι σκούπες κανωμένες από αστοιβιές.

Αρχιτσέλιγκας ήτανε ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, ένας άνθρωπος μισάγριος, γεννημένος ανάμεσα στα γίδια και στα πρόβατα. Ήτανε μαύρος, μαλλιαρός, με γένεια μαύρα κόρακας, σγουρά και σφιχτά σαν του κριαριού. Φορούσε σαλβάρια κοντά ως το γόνατο, σελάχι στη μέση του, ζουνάρι πλατύ, βαριά τζεσμέδια στα ποδάρια του. το κεφάλι του το είχε τυλιγμένο μ' ένα μεγάλο μαντίλι σαν σαρίκι, κ' οι μαρχαμάδες [= τα κρόσια] κρεμόντανε στο πρόσωπό του. Αρχαίος άνθρωπος!
Είχε δυο παραγυιούς, τον Αλέξη και τον Δυσσέα, δυο παλληκαρόπουλα ως είκοσι χρονών. Είχε και τρία παιδιά, που τους βοηθούσανε στ' άρμεγμα και κοιτάζανε το μαντρί νά 'ναι καθαρό. Αυτές οι έξι ψυχές εζούσανε σε κείνο το μέρος, κρυφά από τον Θεό. Ανάρια βλέπανε άνθρωπο.

Η σπηλιά ήτανε καπνισμένη κι ο βράχος είχε μαυρίσει ως απάνω από την καπνιά που έβγαινε από το στόμα της σπηλιάς. Εκεί μέσα είχανε τα γιατάκια τους, σαν μεντέρια, στρωμένα με προβιές. Στους τοίχους της σπηλιάς είχανε μπήξει παλούκια μέσα στις σκισμάδες του βράχου, και κρεμόντανε καρδάρες, τυροβόλια, μαγιές, τουφέκια και μαχαίρια, λες κ' ήτανε λημέρι των ληστών. Απ' έξω φυλάγανε οι σκύλοι, όλοι άγριοι σαν λύκοι.

Η ακροθαλασσιά βρισκότανε ως ένα τσιγάρο απόσταση από τη μάντρα. Ήτανε έρημη, κι άλλο δεν ακουγότανε εκεί πέρα παρά μοναχά ο αγκομαχητός του πελάγου, μέρα - νύχτα. Με τον βοριά απάγκιαζε, και καμμιά φορά πόδιζε κανένα καΐκι. Αλλιώς δεν έβλεπες βάρκα πουθενά. Από το μαντρί αγνάντευε κανένας το πέλαγο ανάμεσα στα δέντρα, και το μάτι ξεχώριζε καθαρά τα βουνά της Μυτιλήνης.

Την παραμονή τα Χριστούγεννα, είπαμε πως ο καιρός χάλασε, κι άρχισε να πέφτει χιονόνερο. Οι τσομπάνηδες είχανε μαζευτεί στη σπηλιά κι ανάψανε μια μεγάλη φωτιά και κουβεντιάζανε. Τα παιδιά είχανε σφάξει δυο αρνιά και τα γδέρνανε. Ο Αλέξης έβαλε απάνω σ' ένα ράφι μυτζήθρες και τυρί ανάλατο μέσα στα τυροβόλια, αγίζι και γιαούρτι. Ο Δυσσέας είχε μια παλιά Σύνοψη, κ' επειδή γνώριζε λίγο από ψαλτικά κ' ήξερε και πέντε γράμματα, διάβαζε τις Κυριακάδες κι όποτε ήτανε γιορτή κανένα τροπάρι και λιγοστά από τον Εξάψαλμο. Εκείνη την ώρα φυλλομετρούσε τη Σύνοψη, για να δει τι γράμματα ήτανε να πει.

Θά 'τανε ώρα σπερινού. Κείνη την ώρα ακούσανε κάτι τουφεκιές. Καταλάβανε πως θά 'τανε τίποτα κυνηγοί. το ένα παιδί, που είχε πάγει να φέρει ξύλα με τον γάϊδαρο, είπε πως το πρωΐ είχε ακούσει τουφεκιές κατά την από μέσα θάλασσα, κατά την Άγια-Παρασκευή. Οι σκύλοι πιάσανε και γαβγίζανε όλοι μαζί και πεταχτήκανε όξω από τη μάντρα.

Σε λίγο φανερωθήκανε από πάνω από τη σπηλιά δυό άνθρωποι με τουφέκια, και φωνάζανε τους τσομπάνηδες να μαζέψουνε τα σκυλιά, που χυμήξανε απάνω τους. Ο Σκούρης άφησε τους ανθρώπους κι άρπαξε ένα από τα ζαγάρια πού 'χανε οι κυνηγοί και το ξετίναζε να το πνίξει. Ο κυνηγός έρριξε απάνου του, και τα σκάγια τον πόνεσανε και γύρισε πίσω, μαζί με τ' άλλα μαντρόσκυλα, που πηγαίνανε πισώδρομα όσο κατεβαίνανε οι κυνηγοί. Τέλος πάντων, εβγήκε ο Μπαρμπάκος με τους άλλους και πιάσανε τον Σκούρη και τον δέσανε, διώξανε και τ' άλλα σκυλιά.

«Ώρα καλή, βρε παιδιά!» φώναξε ο Παναγής ο Καρδαμίτσας, ζωσμένος με τα φυσεγκλίκια, με το ταγάρι γεμάτο πουλιά.

Ο άλλος, που ήτανε μαζί του, ήτανε ο γυιός του ο Δημητρός.
«Πολλά τα έτη!» αποκριθήκανε ο Μπαρμπάκος κ' η συντροφιά του. «Καλώς ορίσατε!»
Τους πήγανε στη σπηλιά.
«Μωρέ, τ' είν' εδώ; Παλάτι! Παλάτι με βασιλοπούλες!» είπε ο μπάρμπα-Παναγής, δείχνοντας τις μυτζήθρες που αχνίζανε.

Τους βάλανε να καθήσουνε, τους κάνανε καφέ. Οι κυνηγοί είχανε κονιάκι. Κεραστήκανε.
«Βρε αδερφέ», έλεγε ο μπάρμπα-Παναγής, «ποιος να τό 'λεγε, χρονιάρα μέρα, πως θα κάνουμε Χριστούγεννα στο σπήλαιο που εγεννήθη ο Χριστός! Εχτές περάσαμε στην Άγια - Παρασκευή, να κυνηγήσουμε λίγο. Ε, δικός μας είναι ο ηγούμενος, κοιμηθήκαμε στο μοναστήρι, και σήμερα την αυγή βγήκαμε στο κυνήγι. Βλέποντας πως φουρτούνιασε ο καιρός, είπαμε πως δε θα μπορέσουμε να περάσουμε το μπουγάζι με τη σαπιόβαρκα του μπάρμπα-Μανώλη του Βασιλέ. Κ' επειδή ξέραμε απ' άλλη φορά το μαντρί, και με το κυνήγι πέσαμε σε τούτα τα σύνορα, είπαμε νά 'ρθουμε στ' αρχοντικό σας... Μωρέ, τι σκύλο έχετε; Αυτό είναι θηρίο, ασλάνι και καπλάνι!
Μπρε, μπρε, μπρε! το ζαγάρι το πετσόκοψε! Για κοίταξε τι χάλια το 'κανε!»

Και γύρισε σε μια γωνιά της σπηλιάς, που κλαμούριζε το σκυλί κ' έτρεμε σαν θερμιασμένο.
«Έλα δω, Φλοξ! Φλοξ!»
Μα η Φλοξ από την τρομάρα της τρύπωνε πιό βαθιά.
Άμα ήπιανε δυό-τρία κονιάκια, ο μπάρμπα-Παναγής άρχισε να μασά τα μουστάκια του, και στο τέλος έπιασε να τραγουδά:

Καλήν εσπέραν, άρχοντες, αν είναι ορισμός σας,
Χριστού την θείαν γέννησιν να πω στ' αρχοντικό σας.

Ύστερα ο Δυσσέας έψαλε το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε».
Εκείνη την ώρα ακούσανε πάλι τα σκυλιά να γαβγίζουνε. Στείλανε τα παιδιά να δούνε τι είναι. Ο αγέρας είχε μπουρινιάσει κ' έρριχνε παγωμένο νερό. Κρύο τάντανο!

Σε λίγο πάψανε τα σκυλιά, και γυρίσανε πίσω τα παιδιά. Από πίσω τους μπήκανε στη σπηλιά τρεις άντρες, που φαινόντανε πως ήτανε θαλασσινοί, και δυό καλόγεροι, βρεμένοι όλοι και ξυλιασμένοι απ' το κρύο. Τους καλωσορίσανε, τους βάλανε και καθήσανε.

Μόλις πήγε κοντά στη φωτιά ο πρώτος, ο καπετάνιος, τον γνώρισε ο Μπαρμπάκος κ' έβγαλε μια χαρούμενη φωνή. Ήτανε ο καπετάν-Κωσταντής ο Μπιλικτσής, που ταξίδευε στην Πόλη. Είχε περάσει κι άλλη φορά από τη Σκρόφα, κ' είχανε δέσει φιλία με τον Μπαρμπάκο, που δεν ήξερε τι περιποίηση να τους κάνει. οι άλλοι δυό ήτανε γεμιτζήδες κι αυτοί, άνθρωποι του καϊκιού του.

Ο ένας από τους καλόγερους, ένας σωματώδης με μαύρα γένεια, ομορφάνθρωπος, ήτανε ο πάτερ-Σιλβέστρος Κουκουτός, καλογερόπαπας. Ο άλλος ήτανε λιγνός, με λίγες ανάριες τρίχες στο πηγούνι, σαν τον Άγιο Γιάννη τον Καλυβίτη. Τον λέγανε Αρσένιο Σγουρή.

Ο καπετάν-Κωσταντής ερχότανε από την Πόλη και πήρε στο καΐκι τον πάτερ-Σίλβεστρο, που είχε πάγει στην Πόλη από τ' Άγιον Όρος για ελέη, κ' ήθελε να κάνει Χριστούγεννα στην πατρίδα του. Ο πάτερ-Αρσένιος είχε ταξιδέψει μαζί του από τη Μονή του Παντοκράτορας στο Όρος, κ' ήτανε από τη Θεσσαλία.

Ταξιδέψανε καλά. Μα σαν καβατζάρανε τον Κάβο-Μπαμπά, ο αγέρας μπουρίνιασε, κι όλη τη μέρα αρμενίζανε με μουδαρισμένα πανιά και με τον στάντζο, ως που φτάξανε κατά το βράδυ απ' έξω από το Ταλιάνι. Ο καιρός σκύλιαξε κι ο καπετάνιος δεν μπόρεσε να 'μπει στο μπουγάζι, να κάνουνε Χριστούγεννα στην πατρίδα.
Αποφάσισε λοιπόν να ποδίσει, και πήγε και φουντάρισε στ' απάγκειο, πίσω από έναν μικρόν κάβο, από κάτω από το μαντρί. Κ' επειδή θυμήθηκε τον φίλο του τον Μπαρμπάκο, πήρε τους γέροντες και τους δυο άλλους νοματέους και τραβήξανε για το αγίλι [=μαντρί]. Στο τσερνίκι είχανε αφήσει τον μπαρμπ' - Απόστολο με τον μούτσο.

Σάν είδανε πως στη σπηλιά βρισκότανε κι ο κυρ-Παναγής με τον κυρ-Δημητρό, γίνηκε μεγάλη χαρά και φασαρία.

«Μωρέ να δεις», έλεγε ο κυρ-Παναγής, «τώρα ψέλναμε το τροπάρι, κι απάνω που λέγαμε «εν αυτή γαρ οι τοις άστροις λατρεύοντες υπό αστέρος εδιδάσκοντο...», φτάξατε κ' εσείς οι μάγοι με τα δώρα! Γιατί βλέπω μια νταμιζάνα κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια, βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδες, «σμύρναν, χρυσόν και λίβανον»!
Χα! Χα! Χα!» — γελούσε δυνατά ο κυρ-Παναγής, μισομεθυσμένος και ψευδίζοντας, και χάϊδευε την κοιλιά του, γιατί ήτανε καλοφαγάς.

Στο μεταξύ ο πάτερ - Αρσένιος ο Σγουρής ζωντάνεψε ο καϊμένος, κ' είπε σιγανά χαμογελώντας και τρίδοντας τα χέρια του:

«Δόξα σοι ο θεός, Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, που μας ελύτρωσες εκ του κλύδωνος!» κ' έκανε τον σταυρό του.

Ο πάτερ - Σίλβεστρος είπε να σηκωθούνε όρθιοι, κ' είπε λίγες ευχές, το «Χριστός γεννάται», κ' ύστερα με τη βροντερή φωνή του έψαλε:
«Μεγάλυνον, ψυχή μου, την τιμιωτέραν και ενδοξοτέραν των άνω στρατευμάτων.

Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον. Ουρανόν το σπήλαιον, θρόνον χερουβικόν την Παρθένον, την φάτνην χωρίον, εν ω ανεκλίθη ο αχώρητος Χριστός ο Θεός, ον ανυμνούντες μεγαλύνομεν.»

Ύστερα καθήσανε στο τραπέζι. Τέτοιο τραπέζι βλογημένο και χαρούμενο δεν έγινε σε κανένα παλάτι. Τρώγανε και ψέλνανε. Και του πουλιού το γάλα είχε απάνω, από τα μοσκοβολημένα τ' αρνιά, τα τυριά, τα μανούρια, τις μυτζήθρες, τις μπεκάτσες και τ' άλλα πουλιά του κυνηγιού, ως τη λακέρδα και τ' άλλα τα πολίτικα που φέρανε οι θαλασσινοί, καθώς και κρασί μπρούσικο.

Όξω φυσομανούσε ο χιονιάς, και βογγούσανε τα δέντρα κ' η θάλασσα από μακριά. Ανάμεσα στα βουΐσματα ακουγόντανε και τα κουδούνια από τα ζωντανά που αναχαράζανε. Μέσα από τη σπηλιά έβγαινε η κόκκινη αντιφεγγιά της φωτιάς μαζί με τις ψαλμωδίες και με τις χαρούμενες φωνές. Κι ο κυρ-Παναγής έκλεβε κάπου-κάπου λίγον ύπνο, ρουχάλιζε λιγάκι κ' ύστερα ξυπνούσε κ' έψελνε μαζί με τη συνοδεία.

Αληθινά, από τη Γέννηση του Χριστού δεν έλειπε τίποτα. Όλα υπήρχανε: το σπήλαιο, οι ποιμένες, οι μάγοι με τα δώρα, κι ο ίδιος ο Χριστός ήτανε παρών με τους δύο μαθητές του, που ευλογούσανε «την βρώσιν και την πόσιν».


http://www.myriobiblos.gr/

Ιερώνυμε, δώσε μου... τις αμαρτίες σου




Ο Άγιος Ιερώνυμος βρίσκεται στη Βηθλεέμ. Τέσσερις αιώνες περίπου μετά τη γέννηση του Χριστού, μια νύχτα των Χριστουγέννων, ο Άγιος Ιερώνυμος έρχεται προσκυνητής στη Βηθλεέμ. Λαχταράει να προσκυνήσει το μέρος όπου γεννήθηκε ο Χριστός. Έρχεται στο σπήλαιο της γεννήσεως ταπεινά και προσεύχεται.

Ο ίδιος μιλάει αργότερα για τη θεϊκή εμπειρία που είχε. Άκουσε σε όραμα τη γλυκιά φωνή του Θείου Βρέφους να απευθύνεται σ’ αυτόν και αναρρίγησε…
- Ιερώνυμε τι θα μου προσφέρεις σήμερα, την ημέρα της γεννήσεώς μου;
- Ω θείο Βρέφος, το γνωρίζεις, για Σένα τα έχω εγκαταλείψει όλα... και την αυλή των Αρχιερέων, και τα μεγαλεία της Ρώμης, και τα πλούτη... Και αυτή την ώρα ο νους μου, όλη μου η καρδιά, οι σκέψεις μου και η ζωή μου ακόμη, τα πάντα ανήκουν σε Σένα! Τι άλλο θα μπορούσα να σου δώσω; Δεν έχω τίποτε άλλο, σήμερα την ημέρα της γιορτής σου...

Ακούει τότε τη φωνή του Θείου Βρέφους να του λέει:
- Έχεις Ιερώνυμε, έχεις κάτι που το λησμονείς και θέλω σήμερα να το καταθέσεις στα πόδια μου.
- Τι είναι αυτό ουράνιε Βασιλιά, αγαπημένε μου Κύριε, έχω πράγματι άλλο τίποτε για να σου δώσω; Θα ήμουν τόσο ανόητος ώστε να κρατήσω κάτι για μένα! Πες μου γλυκύτατε Ιησού, τι ημπορώ να σου δώσω ακόμη;

Και μετά από μια στιγμή σιγής άκουσε τη φωνή του παιδίου Ιησού, να του απαντά:
- Ιερώνυμε, δώσε μου... τις αμαρτίες σου!
- Τις αμαρτίες μου Αγιότατε Θεέ! Τι να τις κάνεις τις αμαρτίες μου;
- Ιερώνυμε δώσε μου όλες τις αμαρτίες σου, για να τις συγχωρήσω.

Και ο Άγιος Γέρων αναλύθηκε σε δάκρυα συγκίνησης, ευτυχίας και αγάπης και προσκύνησε το θείο Βρέφος.


Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Met Ephrem (Kyriakos)'s Christmas Message 2016



The feast comes once again this year. There are many people in the world today who search for an answer to their many questions. There is a great spiritual thirst that cannot be quenched by anything or anyone. This is the tragedy: many are at the brink of despair and some wonder where the wave of terror today is coming from! It is as though modern life has no meaning. Where can we find consolation that will free man from the fog, when "one thing is needed" (Luke 10:42)?

Christians in the world today, both east and west, "have a form of godliness but deny its power" (2 Timothy 3:5). Most of them, in terms of their leaders, place us in the Middle East in a furnace of hellish flame.

Into such a climate comes the feast, the feast of the birth of our Lord and God and Savior Jesus Christ in a manger for livestock. Is this eternal truth born in our hearts amidst worldly clamor? Of course, we will seek distraction in the temptations of this world in terms of food, drink, clothing and gifts... I am not here to make a condemnation of human customs. But I wanted to warn the faithful about a lifestyle dominated by the destructive spirit of consumption, in which they forget their painful situation on the one hand, and the truth of their divine faith on the other hand.

Beloved, today we are living amidst a new paganism. Worship is not given to the true God, nor is there worship of idols carved from stone. Rather, we have placed before ourselves the god of money and of contingent, material things, the god of war and of many ways of killing with airplanes and advanced warships...

My hope, beloved brothers, is that the holiday season will not pass without us contemplating the meaning of the feast and its benefits for our life, which help us amidst the surrounding social activity to find time for ourselves for quiet, conscious prayer, whether in personal contemplation or at a service in the church. The feasts of the saints preceding the feast help; the story of the feast of the Lord in the Gospel, as well as its service at vespers and matins also help. What does all this inspire us to? How should we live? How should we behave? How do we read current world events in light of divine revelation? These are all questions that can be pondered which will help us weak humans to ascend to God's heaven. Perhaps we will embrace in our hearts this coming divine Man who emptied Himself and humbled Himself to the point of death for our salvation.

25 Δεκεμβρίου Χριστούγεννα





Και πάμε, τώρα, πέρασε η ώρα, στις 25 του μηνός Δεκεμβρίου έχομε τη μητρόπολη των εορτών. Το Συναξάριο δέκα σειρές. —Γαβριήλ , ετοιμάζεις κι εσύ το Συναξάριο του πατέρα σου, και μπράβο! το Συναξάριο! Σπουδαίο το Συναξάριο! είναι το ευαγγέλιο στην πράξη.— και τι λέει, λοιπόν, το Συναξάριο αυτό το λιτό; Αυτό πό ‘χει το Μηναίο σας λέω. 

Άμα σας έλεγα και τ άλλα όλα, δεν θα τελειώναμε ποτε μ’ έναν Άγιο μόνο και πολλώ μάλλον με τον Άγιο των αγίων, τον Χριστό μας. Βλέποντας, λέει, ο φιλάνθρωπος Θεός το γένος των ανθρώπων να ταλαιπωρείται από τον διάβολο, έστειλε στη Ναζαρέτ τον Αρχάγγελο Γαβριήλ και είπε στην Παναγία: «Χαίρε κεχαριτωμενη, Μαρία, ο Κύριος μετά σου.» Κι όταν είπε εκείνη: «Γενοιτο μοι κατά το ρήμα σου,» συνελήφθη εντός της, δια Πνεύματος Αγίου , ο άσαρκος Λόγος ο μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού και πήρε απ’ αυτήν και δια Πνεύματος Αγίου την ανθρώπινη φύση και σε εννέα μήνες εγέννησε στη Βηθλεέμ, μέσα στο ταπεινό σπήλαιο, τον φιλάνθρωπο Χριστό μας. 

Τον Λυτρωτή του κόσμου. Αφού ήλθαν από τη Ναζαρέτ στη Βηθλεέμ, για την απογραφή. Τον ανύμνησαν οι ουρανοί και η γη. Κι είναι όντως μεγάλη εκείνη η ημέρα. Αλλά, πάλι απ’ τον σταθμό του Πειραιώς, 28 του μηνός Δεκεμβρίου, 9 η ώρα το βράδυ, έχομε μια ομιλία για τα Χριστούγεννα εκεί θα τα πούμε όλα, καθώς και την παραμονή των Χριστουγέννων, 24, δηλαδή, του μηνός, 10 με 12 το βράδυ, τον σταθμό της Εκκλησίας μας, 89,5, θα Έχουμε κι εκεί δίωρη ομιλία, κάλαντα, ύμνους, κι ο,τι άλλο καλό για τα ιερά Χριστούγεννα.

24 Δεκεμβρίου Αγία Ευγενία




Αγία Ευγενία

Να πάμε, όμως, παρακάτω, στις 24 του μηνός Δεκεμβρίου γιορτάζει μια μεγάλη Αγία.
Η Αγία οσιοπαρθενομάρτυς Ευγενία. Κι όσες γιορτάζουν τότε, να χαίρονται τη γιορτή τους, κι όσες την τιμούν, το ίδιο, κι εμείς όλοι να ‘χουμε την ευχούλα της. Ήταν στα χρόνια του Δεκίου, 3ος αιώνας στα μισά στην παλιά Ρώμη στην κοσμοκράτειρα Ρώμη γιατί μετά είναι και η νέα Ρώμη, η Κωνσταντινούπολη, γι αυτό το Συναξάρι την αντιδιαστέλλει. Αν και τότε δεν είχε γίνει ακόμη. Λοιπόν οι γονείς της ειδωλολάτραι, αλλά καλόκαρδοι και φιλάνθρωποι. Κι η Ευγενία βλαστάρι καλό δεν ήτο χριστιανή. Αλλά είχε χριστιανική και καλοσυνάτη ψυχή έφυγαν οι γονείς της από τη Ρώμη, τους έστειλε ο αυτοκράτορας, τον πατέρα της Φίλιππο, δηλαδή, να γίνει διοικητής στην Αλεξάνδρεια στην πόλη του Μεγάλου Αλεξάνδρου την ένδοξη εκεί που άνθισαν τα γράμματα, οι τέχνες, ο πολιτισμός, και τόσα άλλα. Η Ευγενία, που της άρεσαν τα γράμματα κι η Φιλοσοφία και οι τέχνες, εσπούδασε και Ελληνική και λατινική φιλολογία, Φιλοσοφία και τα υπόλοιπα και το μέλλον της προοιωνίζετο καλόν.

Αλλά ένα βράδυ, καθώς ήτο στο σπίτι του πατέρα της, του έπαρχου, της ήλθε μια φώτιση της ήλθε μια θέληση ουράνια. Ντύνεται ανδρικά και φεύγει κρυφά από το σπίτι με δύο υπηρέτες αγαπημένους. Πάει στον επίσκοπο και του λέει: Εγώ θέλω να φύγω. Θέλω να γίνω χριστιανός, και θέλω να μονάσω.» την έστειλε σ’ ένα μοναστήρι, την εβάπτισαν και την έκαναν μοναχή, με το όνομα Ευγένιος ευγένιος η Ευγενία! Ευγένιος! Μάλιστα. Καλού γένους άνθρωπος και ήτο όνομα και πράγμα. Πρόκοψε τόσο πολύ, στο μοναστήρι, που υπερέβη και τους παλαιούς και όλους. Κι είχε τέλειο τρόπο. Ταπείνωση μεγάλη, αγάπη πολλή, εξυπνάδα και σύνεση. Κι όλοι την καμάρωναν και τον ταπεινό άνθρωπο και τον άνθρωπο της αγάπης, τον θέλουν όλοι. Κι ο ταπεινός δεν έχει να πέσει από πουθενά, γιατί είναι κάτω απ’ όλους και απ’ όλα, λέει ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος. Πέθανε ο ηγούμενος και όλων τα βλέμματα εστράφησαν στην Ευγενία. Στον Ευγένιο. «Εσύ κάνεις για ηγούμενος.» Κι άρχισαν να λένε και να λένε και να λένε κι επειδή το θελε κι ο Θεός, έγινε ο Ευγένιος ηγούμενος. «Γυναίκα ανδρεία τις ευρήσει; Τιμιωτέρα δε εστίν λίθων πολυτελών τοιαύτη», λέει ο μεγάλος Σολομών, που ξερε καλά από γυναίκες. Λοιπόν έγινε ηγούμενος, πρόσφερε πολλά, τον αγαπούσαν όλοι κι ερχόντουσαν από παντού να πάρουν την ευχή του. Τον φθόνησε ο δαίμονας κι ήλθε και μία γυναίκα, που ταν σκεύος του σατανά και ζήτησε, τάχα, βοήθεια και προσπαθούσε να παρασύρει τον ηγούμενο στην ακολασία και στην αμαρτία και σε κάποια στιγμή λέει στον ηγούμενο, στην Ευγενία στην ουσία, ότι «Έχω κάποιον πόνο στην κοιλιά, και θέλω να τον δείτε, να τον σταυρώσετε.» Ο πονηρός όλα τα σκέπτεται. Κι εκείνη, αγαθή ούσα, πήγε. Αλλά η άλλη αποκαλύφθηκε, τι ήθελε, και τότε έγινε αντρειωμένη η Ευγενία ο Ευγένιος. «Όχι τέτοια, κυρά μου,» της λέει. «Να πας στο καλό και φύγε από δώ, μη σε πετάξω έξω.» τι κάνει! «Γυναίκα ανδρεία τις ευρήσει;» Κι εκείνη εκδικήθηκε. Πιάνει και στέλλει στον έπαρχο μια γραφή και λέει: Ο τάδε ηγούμενος, στο τάδε μοναστήρι, καλοπιάνει τις γυναίκες, τις θωπεύει τις γυναίκες και μετά μας παρασέρνει στο κακό και μας χαλάει τη ζωή.» Ψέματα!

Παίρνει, λοιπόν, την επιστολή ο έπαρχος, ο πατέρας της, που την είχε χάσει, χε.. τι κάνει η Θεία Πρόνοια, παίρνει, λοιπόν, και διατάσσει να φέρουν δεμένους και τους πατέρες, γιατί κατηγορούσε και τους καλόγερους, η κυρία, Μελανθία, πως ελέγετο, τέλος πάντων, λοιπόν, και τον ηγούμενο και αποφάσισε να τους δικάσει ο έπαρχος. Ήταν καλός εκείνος ειδωλολάτρης, όμως και δίκασε ο έπαρχος ο ίδιος, τα παιδιά του, η γυναίκα του, οι υπηρετες του, ήταν όλοι μαζί μια φαμελιά. Δίκαιοι άνθρωποι. Ήλθε η ώρα, λοιπόν, να καταθέσει και η κατήγορος και έλεγε και τι δεν έλεγε για τον ηγούμενο, για τους καλόγερους, όλα ψέματα. Φοβερά ψέματα, όμως, που μπορούσαν να πείσουν τους ανθρώπους και τους πιο συνετούς και τότε η Αγία δεν άντεξε άλλο, ο ηγούμενος Ευγένιος, και αποκαλύπτει πως ήταν γυναίκαι Βγάζει τα ενδύματα της από τη μέση και πάνω και λέει: «Ορίστε, ποιος είναι ο Ευγένιος ορίστε, ποιος είναι ο ηγούμενος.» και λέει: «Δεν θα το κανα, θα δεχόμουνα αυτό τον αγώνα, αλλά δεν θέλω οι άνθρωποι να περιφρονούν και να κατηγορούν το μοναχικό σχήμα, που ναι το σχήμα των αγγέλων. Το σχήμα του Χριστού γι αυτό έχασα το στεφάνι, για να τιμήσω το σχήμα το μοναχικό.» γι αυτό να προσέχουμε να μην ιεροκατηγορούμε είναι πολύ φοβερό αυτό. «Και να», λέει, «ο έπαρχος, ο δικαστής, είν ο πατέρας μου. Δίπλα η μάνα μου.

Τα παιδιά, οι άλλοι δικαστές, τ αδέλφια μου και οι υπηρέτες οι φίλοι μου.» Όταν τ άκουσε αυτά ο Φίλιππος ο έπαρχος, συγκλονίστηκε έμεινε άφωνος για ώρα πολλή. Καταδίκασαν, τότε, την κατήγορον, για όλα τα ασύστολα ψεύδη και τα υπόλοιπα, την εδιωξαν, πήγε στο σπίτι αύτη, δεν μπόρεσε να χωνέψει ότι έπαθε τέτοια ζημιά, αλλά δεν ήθελε ούτε και να μετανοήσει και τότε ο Κύριος, μ’ ένα αστροπελέκι, την έστειλε άλλου μπορεί να ταν για καλό της αυτό. Λοιπόν και βαπτίζεται ο Φίλιππος, ο έπαρχος, ο πατέρας της Αγίας Ευγενίας, και η οικογένεια του όλη και έλαμψε ο άνθρωπος έλαμψε. Η Ευγενίτσα έμεινε στο σπίτι της. Κοντά στη μανούλα της, στον πατέρα της. Τι κάνει η Θεία Πρόνοιαι για δέκα χρόνια και ύστερα παρέδωσε την εξουσία, αφού βοήθησε αμέτρητους ο Φίλιππος, και έγινε επίσκοπος στην Αλεξάνδρεια και τότε πρόσφερε τόσα πολλά, περισσότερα και από πριν, ως έπαρχος οι ειδωλολάτραι, όμως, υποκινούμενοι από τον διάδοχο του, που ταν κακός άνθρωπος, όρμησαν, μια μέρα, στην εκκλησία που λειτουργούσε και τον κατέσφαξαν μέσα στο Άγιο θυσιαστήριο. Τον πατέρα της Αγίας Ευγενίας, τον Φίλιππο και έγινε ιερομάρτυς. Άγιος. Κι ύστερα, η μάνα της και τ άλλα παιδιά και οι δούλοι, μαζί με την Ευγενία, έφυγαν για τη Ρώμη. Το πατρικό τους σπίτι και πήγαν εκεί. Πάλι διωγμός, από τους επόμενους αυτοκράτορες, τον Αυρηλιανό και Γαλλιηνό είχαν βγάλει τέτοια φοβερά διατάγματα, όποιος και μόνο να έλεγε ότι είναι χριστιανός ή να έκανε κάποιο σημείο και να έδειχνε αυτή την ιδιότητα, τον πήγαιναν στο δικαστήριο, κι αν δεν άλλαζε, τον έστειλαν στον Άγιο Πέτρο. Κάλεσαν και την Αγία Ευγενία εκείνη δεν άλλαζε ούτε η μάνα της ούτε τ αδέλφια της και λοιπόν, επειδή αυτή την είδαν πιο αντρειωμένη και πιο θαρραλέα, ήταν θαρραλέα, το απέδειξε, άλλωστε, την πήραν χωριστά και την υπέβαλαν στα μεγαλύτερα Μαρτύρια και βασανιστήρια.

Της έδεσαν μια πέτρα και την πέταξαν στη θάλασσα να εξαφανιστεί. Άγγελος Κυρίου έλυσε την πέτρα, έβγαλε στην επιφάνεια την Αγία κι ήλθε στην πόλη, στον έπαρχο και στους λοιπούς εκείνοι ξαφνιάστηκαν και φοβήθηκαν. Δεν ήξεραν τι να κάμουν και ύστερα, στη συνέχεια, την έβαλαν σε καμίνι πυρακτωμένο και η Αγία βγήκε κι από κει σώα και αβλαβής. Σαν τους Τρεις Παίδες εν τη Καμίνω και ύστερα την έριξαν στη φυλακή και την άφησαν να πεθάνει από την πείνα. «Εν πείνη και ξίφη», που θα λεγε κι ο μέγας απόστολος Παύλος. Αλλά άγγελος Κυρίου της έφερνε τροφή κάθε μέρα. Αυτή είν η Θεία Πρόνοια. Κι όταν πιστεύομε, δεν φοβούμεθα τίποτε. Αυτό είχαν καταλάβει οι Άγιοι και οι μάρτυρες και άφηναν τον εαυτό τους και τους άλλους στον Χριστό και Θεό μας και γινόντουσαν μάρτυρες και Άγιοι οικήτορες του Παραδείσου και αφού είδαν, λοιπόν, πως δεν γίνεται τίποτα, την έβγαλαν από τη φυλακή, την απείλησαν, την βασάνισαν, αλλά εκείνη ήταν άφοβη και αντρειωμένη και στο τέλος την αποκεφάλισαν και την έστειλαν κοντά στον ιερομάρτυρα πατέρα της και στους τόσους άλλους της επουρανίου βασιλείας και στη συνέχεια Μαρτύρησε και η μητέρα της και οι υπηρέται και τ αδέλφια της ολόκληρα. Όλα, δηλαδή.

Εορτολόγιο

Δημοφιλείς αναρτήσεις


Banner Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων
Ξεκινάμε μια προσπάθεια παρουσίασης Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων.
Αν δεν υπάρχει ο δικός σας, ζητάμε συγνώμη,
ενημερώστε μας και θα τον συμπεριλάβουμε.





Create your own banner at mybannermaker.com!
Πέρα από το άτομο
Make your own banner at MyBannerMaker.com!

















(υπό κατασκευή)


Τα banner μας
Αντιγράψτε τον κώδικα στη δική σας σελίδα
για να εμφανιστούν τα banner μας.
Ειδοποιήστε μας για να συμπεριλάβουμε και το δικό σας.