Δευτέρα 12 Μαρτίου 2018

του Σεβασμιότατου Μητροπολίτου Αρκαλοχωρίου κκ. Ανδρέα: “Στόχος η Εκκλησία και η Θρησκεία;”



Του Μητροπολίτη Αρκαλοχωρίου Ανδρέα 

Παρακολουθώ τα γενόμενα των χριστουγεννιάτικων ημερών και βέβαια πολλά τα ερωτήματα εκ των γενομένων.

Τελικά η κοινωνία των πολιτών και η πολυπολιτισμικότητα θεσμοθετούνται με προοπτική να στοχοποιηθεί η Εκκλησία και κατ’ επέκταση να διωχθεί η θρησκεία στην Ελλάδα και ευρύτερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση;

Πώς άλλως μπορεί να ερμηνευθεί η ελεύθερη διακίνηση όλων των άλλων, εννοώ των περί την Ιερά Μονή Βατοπαιδίου δοσοληψιών, αλλά και των άλλων με τα τόσα άλλα;

Με τις εξεταστικές των πραγμάτων επιτροπές της Βουλής μας, με την ασυλία, με τις γενναίες κρατικές κομματικές επιχορηγήσεις, με τα πολλά, τα ποικίλα, τα ωραία, με «τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα, μου τα πες με το πρώτο σου το γάλα …μάνα μου Ελλάς…».

Τελικά, η Ελλάδα της μεταπολίτευσης, της δημοκρατίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης, της λαϊκής κυριαρχίας, της εθνικής ανεξαρτησίας, η θρυλούμενη πολυπολιτισμικότητα της κοινωνίας των πολιτών, με την ισονομία και την ισοπολιτεία, ολοκληρώνει την παράσταση για την πραγμάτωση του δυσεύρετου μεταπολιτευτικού της οραματισμού,  εγκλείοντας στη φυλακή τον ηγούμενο της Μονής Βατοπαιδίου, Γέροντα Εφραίμ;

Ή  μήπως εδώ και τώρα  αρχίζει με αυτή τη θαρραλέα πράξη;

Με την έκδοση του εντάλματος σύλληψης του ηγουμένου την παραμονή των Χριστουγέννων, με την ενημέρωσή μας από τα πλείονα των τηλεοπτικών μας καναλιών, με τις αστυνομικές δυνάμεις που μετέβησαν στο Άγιον Όρος και περικύκλωσαν από στεριά και θάλασσα τον «εγκληματία», τον «κακούργο» του Βατοπαιδίου!

Όπου, για να εξηγούμεθα, κατά τη δεκαετή αρχιερατική μου διακονία, αλλά και πρότερον, παρά τις σχέσεις μου με το Άγιον Όρος, ούτε διανυκτέρευσα, ούτε σε ακολουθία παραβρέθηκα.

Όμως, πάντα τα διαδραματιζόμενα, «χωρίς περίσκεψη, χωρίς λύπη, χωρίς αιδώ» από τους κρατούντες, με προβληματίζουν.

Η πολυπολιτισμικότητα, η διαφύλαξή της στην κοινωνία των πολλαπλών πολιτιστικών ταυτοτήτων, είναι θρυλούμενη από την Ευρώπη των λαών, των θρησκειών και των πολιτισμών; Τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι ζητούμενο;

Η ισονομία και η ισοπολιτεία είναι επιλεκτική και λειτουργεί με άλλους αξιακούς όρους για τον ηγούμενο από το Άγιον Όρος;

Ο τελικός στόχος του μεταβαλλόμενου κόσμου είναι η Εκκλησία και η θρησκεία ευρύτερα;

Η περιθωριοποίησή της, η δίωξή της, η αντιμετώπισή της  κατά τρόπο ολοκληρωτικό και μάλιστα την παραμονή των Χριστουγέννων;

Καταλαβαίνουν όσοι  μιλούν για κοινωνική συνοχή, για αποδοχή του άλλου, για αλληλεγγύη, πού εξωθούν και πού οδηγούν;

Η Εκκλησία προϋπήρχε του Ελληνικού Κράτους, το οποίο αν και από τα μακροβιότερα των Βαλκανίων δεν εόρτασε ακόμα το δεύτερο αιώνα από την ίδρυσή  του, προϋπάρχει όμως η Εκκλησία και της πολύ νεότερης Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Και βέβαια οι πνευματικοί νόμοι είναι ελεήμονες και ανελέητοι, ανάλογα με τα έργα μας, με τις πράξεις μας και με τις πνευματικές μας ανάγκες. Και δεν εξαιρούν κανένα μας.

Οι κρατικοί λειτουργοί που, άμεσα ή έμμεσα, είχαν ή θα έχουν εξ αντικειμένου σχέση με τον Γέροντα Εφραίμ, ας γνωρίζουν μια πραγματική ιστορία.

Στα πέτρινα χρόνια, περί το 1955, με την, εντός των τειχών στην Κωνσταντινούπολη, σιωπή και περισυλλογή του Πατριάρχη Αθηναγόρα και της ιεραρχίας του Θρόνου, με τους διωγμούς και τις διώξεις στην ομογένεια, χωρίς τότε να γίνεται λόγος για ισονομία και για διάκριση εξουσιών, ειδοποιήθηκε ο Πατριάρχης, ότι υπάλληλοι της τουρκικής εφορείας από τη νομαρχία της Κωνσταντινουπόλεως  θα έλθουν για να ελέγξουν τα οικονομικά του Πατριαρχείου.

Ο Πατριάρχης τους δέχτηκε στο γραφείο του, τους κέρασε και στη συνέχεια τους ζήτησε να τον ακολουθήσουν.

Τους οδήγησε στον πατριαρχικό ναό. Μερικά κέρματα έβγαλε από την τσέπη του, τα έριξε στο παγκάρι και πήρε τέσσερα κεριά.

Προσκύνησε ο Πατριάρχης Αθηναγόρας την εικόνα, άναψε το κερί του και έδωσε στο χέρι του κάθε τούρκου υπαλλήλου από ένα κερί.

Οι τούρκοι άναψαν το κερί, το τοποθέτησαν στο μανουάλι και ο Πατριάρχης με περίσκεψη, σοβαρότητα και θλίψη τους είπε: «Τι νομίζετε, αυτά είναι τα έσοδά μας, από αυτά ζούμε».

Οι τούρκοι υπάλληλοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, υπέβαλαν με σεβασμό κλίση στον Πατριάρχη, χαιρέτησαν, αποχώρησαν και δεν ξαναενόχλησαν.



http://gerontes.wordpress.com/

Κυριακή 11 Μαρτίου 2018

«Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους» ...Δημήτρης Νατσιός, Δημοδιδάσκαλος Κιλκίς



«Σε κλαίνε χώρες και χωριά
Σε κλαίνε βιλαέτια
Σε κλαίει κι η Ντρομπολιτζά
μαζί με την Αθήνα»

« Εγεννήθηκα εις τα 1770, Απριλίου 3, την Δευτέραν της Λαμπρής. Η αποστασία της Πελοποννήσου έγινε εις το 1769. Εγεννήθηκα εις ένα βουνό, εις ένα δένδρο αποκάτω, εις την παλαιάν Μεσσηνίαν, ονομαζόμενον Ραμοβούνι».

Διαβάζεις αυτά τα δωρικά λόγια και ανασαίνεις τον μoσχοβόλο και λεύτερο αέρα της Κλεφτουριάς. Είναι του αθάνατου ήρωά μας, του Θοδωρή Κολοκοτρώνη.

4 Φεβρουαρίου του 1843 ο ένδοξος στρατηγός αφήνει, «εν μέσω γενικών δακρύων», την τελευταία του πνοή. Θρηνούν και μοιρολογούν οι Πανέλληνες «μαζί και η Αθήνα», η σύγχρονη Βαβυλώνα. Αυτή η Αθήνα, η πόλη που βροντούσε τότε το σπαθί του Κολοκοτρώνη, μαγαρίζεται τώρα από τους Αγαρηνούς, ποδοπατιέται από τα «ταγκαλάκια» του Iσλάμ, κοπρίζεται από τα γραικυλοκάναλα που σβήνουν την αιματογραμμένη ιστορία μας, ξαναγράφοντάς την με τα αργύρια της προδοσίας....

Παράξενα, παρανοϊκά, πράγματα συμβαίνουν. Θαρρείς πως όλος ο λαός ήπιε το «τρελό νερό» που έλεγε ο Κόντογλου. Η χρόνια ηθική παραλυσία, ο παρασιτικός καταναλωτισμός, η καλπάζουσα θεομαχία και εκκλησιομαχία τον μεταμόρφωσαν, ωσάν τους χοίρους της Κίρκης, σε μαλθακή μάζα που καταπίνει συνεχείς εξευτελισμούς.

Ποιος θα το πίστευε; Στην πόλη που αναπαύονται τα κόκκαλα τα αγιασμένα του Οδυσσέα, του γερο- Μακρυγιάννη, του Κολοκοτρώνη, του μπουρλοτιέρη του Αγώνα, οι απόγονοι των γενοκτόνων μας, του Κιoυτάγια και του Ιμπραΐμη, παρελαύνουν προκλητικά, κορδωμένοι, εκβιάζοντας τα «κωλόπανα της φατρίας» (Μακρυγιάννης), τους νάνους και τους αρλεκίνους που δήθεν κυβερνούν. Βγαίνει και η ιστοριογραφική τσαραλατανιά, τα αργυρώνητα τσιράκια του νεοοθωμανισμού, και επαναφέρουν το ρεπούσειο κουρελούργημα: "Η Τουρκοκρατία ήταν ευλογία για το Γένος. Οι παπάδες φταίνε για όλα..."

Στο βιβλίο οι πανηγυρικοί της Ακαδημίας για την επέτειο του '21, που επιμελήθηκε ο αείμνηστος Πέτρος Χάρης, διαβάζουμε στον λόγο που εκφώνησε στις 24 Μαρτίου του 1967, ο σπουδαίος καθηγητής Σπ. Μαρινάτος, μετάφραση της άδειας ταφής χριστιανού που έδιναν οι Τούρκοι.

Το παραθέτω:

«Συ ο παπάς, του οποίου το μεν ένδυμα είναι μαύρο ως πίσσα, το δε πρόσωπο ως το του σατανά, συ ο ιερεύς των μιαρών, ου ο έλκων την καταγωγήν από τον άπιστον Ιησούν, διατάσσεσαι: Τον εις τον έθνος σου ανήκοντα άπιστον Γρηγόριον, ο οποίος εψόφησε σήμερον, αν και την μεν ψυχήν του παρέδωκεν εις τον σατανά, το δε βρωμερόν πτώμα του δεν το δέχεται το χώμα, έξω και μακράν της πόλεως ανοίξατε λάκκο και διά λακτισμάτων ρίψατε αυτόν, εντός τούτου»(σελ. 774).


Αυτά έλεγαν οι ακαδημαϊκοί, πριν ενσκήψει η «προοδευτική λαίλαπα». Χαρά που το 'χουν τα βουνά/ που βλέπουν διάκους με σπαθιά/ παπάδες με ντουφέκια» τραγουδούσαν οι ηρωικοί ραγιάδες, γιατί αυτά έβλεπαν. Δεν διάβαζαν τα «έγκυρα» αρχεία της Τουρκιάς...

7 Οκτωβρίου 1838 ο στρατηγός Θ. Κολοκοτρώνης, παραβίασε, ζωσμένος με τις ασημοκαπνισμένες μπιστόλες του, το άσυλο του μοναδικού τότε Γυμνασίου των Αθηνών. «Ενθουσιασθείς από την παράδοσιν του πεπαιδευμένου Γυμνασιάρχου κ. Γενναδίου συνέλαβεν επιθυμίαν του να ομιλήσει, ει δυνατόν, και ο ίδιος προς τους νέους μαθητάς», γράφει ο Τσερτσέτης. (Τσερτσέτη «Άπαντα» τόμ. Γ΄, σελ. 279, εκδ. «Βαλέτα»).

- Ο λόγος εκφωνήθηκε την «επιούσαν ημέραν» στην Πνύκα.

- Ένας λόγος "ρατσιστικός", "σκοταδιστικός", έμπλεος "θρησκοληψίας", όπως θα τον χαρακτήριζε η νεοταξική λίγδα των πανεπιστημιακών εδρών.

- Μίλησε για την όλο "καλοσύνη" και "ευγένεια" συμπεριφορά των Τούρκων έναντι των «Ελληνόφωνων» (όπως τους ονομάζει ο κυρ- Βερέμης).

Αντιγράφω.
« Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοιαν και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρόν πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι, και τους υπέταξαν. Ύστερα ήλθαν και οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν διά να αλλάξει ο λαός την πίστη του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ' εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον ένα έκοπταν, ο άλλος τον σταυρόν του έκαμε...».
 (Παρένθεση. Το βιβλίο Γλώσσας Στ΄ Δημοτικού, γ΄ τεύχος, σελίδα 105, φιλοξενεί απόσπασμα του λόγου στην Πνύκα. Το κείμενο λογοκρίθηκε από το σημείο που λέει ο Γέρος του Μοριά «Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι» .... ένας τον σταυρόν του έκαμε»).

Πού να 'ξερε ο καπετάνιος ότι τα τωρινά απολειφάδια θα υπέγραφαν προσκυνοχάρτι- μνημόνια καλής συνεργασίας με τους Μεμέτηδες.

Παρακάτω θα πει ο Κολοκοτρώνης, τις "θρησκοληψίες" του, όπως θα έλεγε η «Μη Κυβερνητική Οργάνωση» που θέλει να μαγαρίσει και να κόψει «σύρριζα» το ιστορικό μας παρελθόν.

«Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα, είπαμε πρώτα υπέρ Πίστεως και έπειτα υπέρ Πατρίδος».

Συνεχίζει η φωνή της ματοκυλισμένης πατρίδας, λέει των μαθητών: «Η προκοπή σας και η μάθησί σας να μην γίνει σκερπάνι μόνο διά το άτομό σας, αλλά να κυττάζη το καλό της Κοινότητας, και μέσα εις το καλό αυτό ευρίσκεται και το δικό σας».

Εδώ επαναλαμβάνει ο Γέρος τον παππού Θουκυδίδη, στη Β΄ 60, 3:
«Καλός μεν γαρ φερόμενος ανήρ τα καθ' εαυτόν διαφθειρομένης της πατρίδος ουδέν ήσσον ξυναπόλλυται, κακοτυχών δε εν ευτυχούσι πολλώ μάλλον διασώζεται» . Μεταφράζει ο Ελ. Βενιζέλος - την εποχή του οι πρωθυπουργοί μελετούσαν τον Θουκυδίδη, τώρα «επιδίδονται» σε κουμπαριές και ζεμπεκιές- «διότι ο άνθρωπος που ευδοκιμεί εις τας ιδιωτικάς του υποθέσεις, εάν η πατρίς του καταστραφεί χάνεται κι αυτός μαζί της, ενώ είναι πολύ πιθανόν ότι θα σωθεί, εάν κακοτυχεί μεν ο ίδιος, η πατρίς του όμως ευτυχεί».

Ας το ξέρουν αυτό οι σημερινοί χρυσοκάνθαροι με το κλεφτοκατσικάδικο ήθος.

Ήλθε ο Ιμπραΐμης, η συμφορά του Μοριά, «κιντύευε η πατρίς». Ήταν η μοναδική φορά που φοβήθηκε ο Γέρος. Όχι από τους Τουρκοαιγύπτιους. Αλλά από το προσκύνημα, την τότε «ελληνοτουρκική φιλία». «Εις τον καιρόν του προσκυνήματος εφοβήθηκα μόνον διά την πατρίδα μου, όχι άλλη φορά, ούτε εις τας αρχάς, ούτε εις τον καιρόν του Δράμαλη όπου ήλθε με τριάντα χιλιάδες στράτευμα εκλεκτό, ούτε τότε. Μόνο εις το προσκύνημα εφοβήθηκα».

Τότε βροντοφώναξε ο στρατηγός το «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους».

Το έκαμε και σώθηκε η Πατρίς. Και σήμερα φόβος, όχι τόσο για τα χιλιάδες παράνομα «στρατεύματα» του Ισλάμ που πολιορκούν την Αθήνα, αλλά για τους προσκυνημένους που «έπιασαν όλα τα πόστα».

Ο αρχιστράτηγος του Μοριά, από τα βάθη της ιστορίας, βροντοφωνάζει για να ακούσει το Γένος: « Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους». Έτσι σώζονται οι πατρίδες.

Αιωνία η μνήμη....


Δημήτρης Νατσιός, Δημοδιδάσκαλος
Κιλκίς


http://namarizathema.pblogs.gr/

ΛΟΓΙΑ ΑΘΩΝΙΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ




ΛΟΓΙΑ ΑΘΩΝΙΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ


1. Έλεγε ο παπα-Τύχων. Για να βρεις καλό πνευματικό πρέπει να κάνεις τρεις μέρες προσευχή και κατόπιν τι ο Θεός θα φωτίσει. Και στο δρόμο που θα πηγαίνεις να κάνεις προσευχή να τον φωτίσει ο Θεός να σου πει λόγους καλούς.

2. Έλεγε ακόμη. Πάντοτε να κάνεις ευχή πριν αρχίσεις κάθε εργασία. Να λες « Θεέ μου, δώσε μου δύναμη και φώτιση» και κατόπιν να αρχίσεις την δουλεία σου. Και στο τέλος «δόξα τον Θεό».

3. Έλεγε πάλι. Η κόλαση έχει γεμίσει από ανθρώπους παρθένους – υπερήφανους. Ταπεινό άνθρωπο θέλει ο Θεός.

4. Είπε γέρων. Κάποτε πήγε ένας μοναχός σ` ένα κελί που ήταν καθαρό, περιποιημένο, αρχοντικό επίσημο.
Είπε.
Όπως είναι η καρδιά του Γέροντα έτσι είναι και το κελί του. Πήγε σ` ένα άλλο που ήταν ακατάστατο,
Αραχνιασμένο κι άνω – κάτω.
Είπε.
Ο Γέροντας είναι καλός, ασχολείται συνέχεια με τα πνευματικά,
και δεν έχει καθόλου καιρό για τα υλικά.
Ήταν αγαθός ο μοναχός αυτός και τα έβλεπε όλα όμορφα.
Ότι είσαι αυτό βλέπεις, ότι ζητάς αυτό βρίσκεις.

5. Είπε γέρων….Θα ψάλουμε όλοι «Τη Υπερμάχω», θα κάνουμε την μεγάλη αγρυπνία, θα κοινωνήσουμε κι
Ας πεθάνουμε μετα .

6. Είπε γέρων. Ο Θεός ψάχνει εναγώνια να βρει μια στιγμούλα μεταμέλειας μέσα στους αιώνες για να μας πάρει. Ο κακά απομονωμένος άνθρωπος είναι ο πιο δυστυχής, το δείχνουν τα μάτια του το πρόσωπο του, οι αντιρρήσεις του, τα πάντα του. Χύνει αίμα συνεχώς. Αντίθετα ο καλά ευρισκόμενος εν μονώσει βρίσκεται στην τελειότητα.

7. Είπε άλλος γέρων. Είμαι σαν το κερί. Λιώνω εύκολα. Παγώνω εύκολα. Μην παίρνεις για φαΐ τα ξεροκόμματα των άλλων, δηλαδή τις αφέλειές τους. Να ταπεινώνεσαι μ` ότι σου δίνει ο Θεός.

ΑΒΒΑΚΟΥΜ Ο ΑΝΥΠΟΔΗΤΟΣ 1894-1978

Ο πατέρας Αββακούμ ήταν καλός εργάτης της προσευχής και της εγκράτειας.
Στο ασκηταριό του στην Βίγλα είχε σύντροφο του την εγκράτεια.
Λίγο βρασμένο ρυζάκι, και πολλάκις ανάλαδο, ήταν από τα πιο συνηθισμένα γεύματα.
Γέροντα, θέλει πλύσιμο του είπε κάποτε ένας αδελφός της Λαύρας, όταν τον είδε να ρίχνει το ρύζι στην κατσαρόλα, χωρίς να το πλύνει προηγουμένως.
Όλα άγια με την προσευχή, ήταν η απάντηση του π. Αββακούμ ο οποίος εφάρμοσε και σε αυτό
το σημείο τον λόγο της Γραφής.
«Παν κτίσμα Θεού καλόν και ουδέν απόβλητον μετά ευχαριστίας λαμβανόμενων, αγιάζεται γαρ δια λόγου Θεού και εντεύξεως».

Το κελλάκι του ήταν πτωχό και απέριττο, αλλά αυτός το ονόμαζε παλάτι.
Η σύντροφος κακοπάθεια του βίου του τον είχε κάνει να αρκείται στα ελάχιστα, και το πνεύμα της ευγνωμοσύνης τον δίδασκε να τα θεωρεί και αυτά πολλά και τον εαυτό του ανάξιο για τόσες ευλογίες.

Παντού κυκλοφορούσε ανυπόδητος, παρεκτός των περιπτώσεων που εισερχόταν στην εκκλησία ή πήγαινε στο Συνοδικό, όπου γινόντουσαν οι συνάξεις των Γερόντων.
Η πίστη του ήταν μεγάλη.
Τα πάντα εγκατέλειπε στην πρόνοια του Θεού, της κυρίας Θεοτόκου και του Αγίου Φανουρίου.
Φάρμακα δεν χρησιμοποίησε ποτέ του.
Όταν τελευταία πάτησε ένα καρφί και πρήσθηκε το πόδι του, και στην συνεχεία μαύρισε με συνεχή άνοδο του πρηξίματος στο γόνατο του αρνήθηκε να χρησιμοποίηση φάρμακα που του έδωσαν.
Έχουμε την παναγία έλεγε, αυτή μας υποσχέθηκε ότι είναι θα είναι η γιατρός μας.
Και πράγματι!
Ενώ το πρήξιμο είχε περάσει το γόνατο του, μετα από λίγο άρχισε να υποχωρεί για να εξαφανισθεί τελείως μετα από λίγες μέρες.

Ο γνωστός καθηγητής κ. Κ. Καβαρνός αναφέρει για τον γέροντα.

Ο Π. Αββακούμ είχε τέλεια εμπιστοσύνη στο Θεό.
Είχε τελείως παραδοθεί στην θεία Πρόνοια.
Οτιδήποτε επιχειρείς να κανείς μου είπε, πάντοτε να επικαλείσαι τον Θεό και λέγε.
Ας γίνει, αν είναι καλόν.
Πάτερ Αββακούμ ποια είναι η θέση σου απέναντι στην φιλοσοφία;
Αληθινοί φιλοσοφία παιδί μου, απάντησε βρίσκεται στα Ευαγγέλια στις επιστολές, του αποστόλου Παύλου και αλλαχού της Γραφής ως επίσης στα έργα των πατέρων και τους βίους των αγίων.

Αν και ήταν αγράμματος ο π. Αββακούμ, είχε εκπληκτική γνώση των Γραφών.
Μπορούσε να απαγγέλλει από την μνήμη του ταχέως και ακριβώς σελίδα σελίδα την Παλαιά και Καινή Διαθήκη.
Πως απέκτησες αυτή την ικανότητα ρώτησα τον π. Αββακούμ;
Είναι αποτέλεσμα καθημερινής σπουδής και αγνότητας, και πάνω από όλα Δώρο του άγιου Πνεύματος, απάντησε.

Πάτερ Αββακούμ πες μου είναι δυνατό για ένα που ζει στο κόσμο να πετύχει την αγιότητα;
Είναι πολύ δύσκολο απάντησε , αλλά όχι αδύνατον.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει ότι δεν είναι ο τόπος, αλλά ο τρόπος που κάνει αγίους.
Ο άγιος προέτρεπε τους ανθρώπους οι οποίοι ζουν στο κόσμο να πηγαίνουν στους πατέρες που ζουν στην έρημο και να εξομολογούνται σε αυτούς.
Ένα απόγευμα πάλι ενώ προσευχόταν στο κελλάκι του την Μονής, τον ειδοποίησαν ότι κάποιος επίσκοπος του πατριαρχείου θέλει να το δει στο Συνοδικό.

Αμέσως ετοιμάστηκε και με απλότητα παιδιού παρουσιάστηκε ενώπιον του υψηλού ξένου και των Γερόντων είπε
Ευλογείτε πατέρες ποιος με ζήτησε;
Εγώ π. Αββακούμ, είπε ο επίσκοπος. Θα ήθελα πολύ να μου εξηγήσεις τον μακαρισμό «μακάριοι οι πτωχοί το πνευματοι, ότι αυτών εστί η βασιλεία των ουρανών».
Σεβασμιότατε, υπάρχουν πολλές εξηγήσεις εγώ τώρα μια κρατώ του Μεγάλου Βασιλείου, όπου λέει, ότι τέτοιοι είναι ωσάν τον Απόστολο Παύλο ο οποίος έλεγε
« ως περικαθάρματα του κόσμου εγενήθημεν, πάντων περίψημα έως άρτι».
Γιατί ταπεινώνεται και ο αμαρτωλός, αλλά καπτόμενος υπό της αμαρτίας.
Βρε, και εμείς το λέμε ανάποδα, αναφώνησε ο επίσκοπος και τον αγκάλισε.



ΣΑΒΒΑΣ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ 1821-1908

Μια σπουδαία Αγιορείτικη Μορφή είναι και ο παπα – Σάββας ο πνευματικός.
Μέγας ασκητής, ισάγγελος λειτουργός, ασύγκριτος εξομολόγος και καθοδηγητής ψυχών.
Αναρίθμητες ψυχές ταλαιπωρημένες σε χρόνους δύσκολους και ταραγμένους βρήκαν κοντά του το λιμάνι της σωτηρίας, τους δρόμους της ζωής το ύδωρ της αναπαύσεως.

Στους τόσους που εξομολογούσε ο παπα – Σάββας ήταν και ένας ρουμάνος διάκονος.
Νεαρός ακόμη ήρθε στον Αθω και ησύχαζε κάπου στην έρημο, όχι πολύ μακριά από την Μικρά Αγία Άννα.
Πνευματικέ μου, του λέει μια μέρα ο διάκονος αυτός περίλυπα, σε παρακαλώ μην ξεχάσεις να μνημονεύσεις αύριο στην λειτουργία την μητέρα μου που έχει τα τρίτα της.
Τα λόγια αυτά χτύπησαν στην ακοή του παπα – Σάββα σαν λόγια που πρόδιδαν θριάμβους του διαβόλου.

Ο Γέροντας ταράχτηκε. Εδώ σκέφτηκε κάποιο άσχημο φαγητό μαγείρεψε ο εχθρός.
Ο πανούργος! Με πόση τέχνη πλανεύει και σκοτίζει τα πλάσματα του Θεού.
Χωρίς να δείξει εξωτερικά την αγωνιά του, επιδόθηκε στην ανίχνευση του κακού.
Για πες μου παιδί μου καθαρότερα την υπόθεση.
Η μητέρα σου έχει αύριο τα τρίτα της.
Δηλαδή πέθανε προχτές. Πέθανε στην Ρουμανία.
Πώς εσύ σε δυο μέρες πληροφορήθηκες το θάνατο της;
Μεσολάβησε λίγη σιγή.
Πως; Πως το έμαθα; Άρχισε να λέει δειλά ο διάκονος. Να μου το είπε…..
Ποιος σου το είπε;
Μου το είπε ο φύλακας άγγελός μου.
Ο φύλακας άγγελος σου;
Έχεις δει τον άγγελό σου;
Αξιώθηκα να τον δω. Δεν είναι μια και δύο φορές.
Είναι τώρα δυο χρόνια.
Μου παρουσιάστηκε με συντροφεύει στην προσευχή.
Λέμε μαζί τους χαιρετισμούς κάνουμε μετάνοιες ανοίγουμε πνευματικές συζητήσεις……
Εκείνο τα «δύο χρόνια» πίκρανε πολύ τον παπα – Σάββα.
Δυο χρόνια πλάνης δεν είναι κάτι το ασήμαντο.
Να αφήνεις τον εχθρό να χτίζει μέσα σου ανενόχλητα επί δυο χρόνια το οικοδόμημα της καταστροφή σου, είναι θλιβερό.

Και γιατι παιδί μου, τόσο καιρό, δεν μου ανέφερες τίποτα;
Μου είπε ο άγγελος πως δεν είναι απαραίτητο.
Ο παπα – Σάββας καταλάβαινε πως έχει να δώσει μεγάλη μάχη.
Να πείσει πρώτα τον δυστυχή διάκονο ότι δεν πρόκειται για άγγελο.
Να ετοιμασθεί έπειτα να αντιμετωπίσει την οργή του δαίμονα. «κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον και σώσον ημάς», προσευχήθηκε με θέρμη
Παιδί μου είσαι βέβαιος πως είναι άγγελος του Θεού αυτός που εμφανίζεται;
βέβαιος! Βεβαιότητα Γεροντά μου!
Μα προσευχόμαστε μαζί, κάνουμε καθημερινώς χίλιες μετάνοιες.
Συζητούμε για την μέλλουσα ζωή, για τον παράδεισο.
Ο φύλακας άγγελος μου είναι.
Ο διάκονος φαινόταν αμετάπειστος.
Εκείνο όμως που του έκανε εφεκτικό ήταν η εμπιστοσύνη του, στον θεοφώτιστο Πνευματικό του.

Αλλά πάλι έλεγε πως μπορεί ο δαίμονας να με ενισχύσει στην προσευχή;
Αυτός πολεμάει τους προσευχόμενους.
Μετά από πολλά συμφώνησαν να καταφύγουν σε μερικές δοκιμασίες.
Να δοκιμάσουν τον «φύλακα άγγελο».
Ζήτησε του, του είπε ο παπα-Σάββας, μόλις ξανάρθει να πει το «Θεοτόκε Παρθένε».
Ακόμη πες του να κάνει το σημείο του Σταυρού.
Τα πράγματα όμως δεν ήταν τόσο απλά.
Όταν δυο ολόκληρα χρόνια σε έχει ο πονηρός τυλιγμένο στην πλάνη, τότε και τα μάτια σου και τα αυτιά σου τα πλανεύει και φαντάζεσαι πως ακούς το «Θεοτόκε Παρθένε» και πως τον βλέπεις να σταυροκοπιέται.
Στην επόμενη επίσκεψη ο διάκονος με κάποια κρυφή εσωτερική ικανοποίηση είπε στον Πνευματικό.

Γεροντά μου τα πράγματα έχουν όπως σου το έλεγα.
Είναι άγγελος Θεού. Είναι ο φύλακας άγγελός μου.
Και το «Θεοτόκε Παρθένε» το είπε και τον Σταυρό του τον έκανε.
Ο παπα-Σάββας το είχε αντιληφθεί.
Δύο ετών δουλεία από τον πολυμήχανο εχθρό δεν μπορούσε να αχρηστευθεί εύκολα.
Αν όμως αυτός ξέρει πολλές μηχανές, στους θεοφόρους λάμπει το φως της πανσοφίας του Θεού, που εξουδετερώνει τα τεχνάσματα του σκότους.
Κάποια φωτεινή ιδέα άστραψε τότε στον φωτόμορφο νου του Πνευματικού.
Και στρέφεται αμέσως προς τον διάκονο.
Άκουσε παιδί μου πρόσεξε σε μια τελευταία δοκιμασία.
Μ` αυτήν θα ξεκαθαρίσουν τα πράγματα.
Στους αγγέλους του θεού υπάρχει η δυνατότητα όλα να είναι γνωστά, γιατί τους τα αποκαλύπτει ο Θεός.
Στους δαίμονες αντιθέτως δεν υπάρχει παρόμοια δυνατότητα και πολλά πράγματα τους είναι σκοτεινά.
Συμφωνείς;
Συμφωνώ.
Αφού συμφωνείς, πρόσεξε τι θα κάνουμε.

Εγώ την στιγμή αυτή, ακριβώς την στιγμή αυτή κάτι θα σκεφτώ – σκέφτηκε κάτι σε βάρος του διαβόλου και το αφήνω κρυπτό και αψηλάφητο μέσα μου.
Εσύ το βράδυ θα ζητήσεις από τον άγγελο να σου το πει.
Αν το βρει τότε χωρίς αμφιβολία είναι του θεού.
Και να έρθεις να με ενημερώσεις.
Γυρίζοντας ο διάκονος στην καλύβι του, σάλευε μέσα του κάτι σαν αγωνία, σαν δυσάρεστη προαίσθηση.
Από την άλλη μεριά θαύμαζε την σπουδαία ιδέα του Πνευματικού.
Η υπόθεση θα περνούσε τώρα την κρίσιμη φάση της.
Μόλις ζητήθηκε την νύχτα από τον άγγελο η λύση του προβλήματος, κάποια δυσδιάκριτη ταραχή αυλάκωσε το φωτεινό πρόσωπο του.
Φάνηκε να σαστίζει.
Ο διάκονος που άρχιζε κάτι να υποψιάζεται επέμενε στο θέμα του.
Κάνω υπακουή στον Πνευματικό.

Να μου πεις τι σκέφτηκε.
Ο άγγελος με μερικούς ελιγμούς προσπάθησε να μεταφέρει αλλού την συζήτηση.
Ο διάκονος όμως με επιμονή τον επανέφερε στο θέμα.
Άλλωστε οι τεχνικές αυτές υπεκφυγές δεν του προξενούσαν καλή εντύπωση.
Να μου πεις τι σκέφτηκε ο Πνευματικός.
Το θέμα είναι απλό. Γιατι αποφεύγεις;
Το αγνοείς;
Πρόσεχε διάκο.
Με τον μικροπρεπή τρόπο που μου συμπεριφέρεσαι κινδυνεύεις να χάσεις την εύνοια μου.
Δεν ξέρω. Σου ζητώ κάτι εύκολο.
Γνωρίζεις ή όχι επιτέλους, τι σκέφτηκε ο Πνευματικός;
Την ώρα αυτή πετάχτηκε το λαμπερό προσωπείο, μια φρικτή μορφή αποκαλύφθηκε,
μερικά άγρια δόντια έτριξαν και σαν από στόμα λυσσασμένου θηρίου ακούστηκαν τα λόγια.
Να χαθείς άθλιε.
Αύριο τέτοια ώρα στην κόλαση, στην φωτιά!
Θα σε κάψουμε! Θα σε καταστρέψουμε!
Και ο διάκονος έμεινε μόνος του.
Μόνος του και σωστό ερείπιο.
Όλη η γλυκύτητα των οπτασιών, δυο χρόνια τώρα, δεν αντιστάθμισε την τωρινή του πικρία.
Αν δεν τον στήριζαν από μακριά οι προσευχές του Πνευματικού που ξαγρυπνούσε και παρακαλούσε γι`
αυτόν, θα είχε παραδώσει το πνεύμα του.
Πέρασαν αρκετές ώρες ώσπου να συνέλθει και να σταθεί στα ποδιά του.
Η Καλύβι του πια δεν τον χωρούσε.
Πουθενά δεν έβλεπε ασφάλεια παρά μόνο κοντά στον Πνευματικό.

Σε όλη του την διαδρομή βούίζε στ` αυτιά του η απειλή.
«αύριο τέτοια ώρα στην κόλαση» ο τρόμος τον διαπερνούσε μέχρι το μεδούλι.
Έφθασε, όπως έφθασε ως την καλύβι της Αναστάσεως.
Έπιασε το ράσο του Πνευματικού και δεν το άφηνε ούτε στιγμή.
Και την ώρα που έπρεπε εκείνος να κοιμηθεί λίγο, δίπλα του ο τρομοκρατημένος διάκονος.
Μη φοβάσαι παιδί μου ηρέμησε.
Πώς να μην φοβηθώ, Πνευματικέ μου, που πλησιάζει η ώρα.
Ω! πλησιάζει η ώρα που θα με πάρουν.
Τι κραυγές τρόμου και απελπισίας ήταν αυτές!
Σώσε με, Πνευματικέ μου!
Χάνομαι! Με παίρνουν!
Σώσε με!

Γονατίζει ο παπα-Σάββας και γεμάτος πόνο και δάκρυα δέεται στον Κύριο να λυπηθεί τον δούλο του και να επιτιμήσει τους πονηρούς δαίμονες.
Εισακούσθηκε η δέηση του και ο ταλαίπωρος διάκονος σώθηκε από το στόμα λέοντος.
Έτσι πήρε τέλος η τραγωδία.
Τραγωδία πολύ διδακτική.
Αλήθεια τι κίνδυνοι κρύβονται πίσω από τις οπτασίες και τα οράματα τι μπορεί να χτίσει ο εχθρός, όταν δεν ξεδιπλώνονται πλήρως τον εσωτερικό του κόσμο στην εξομολόγηση!!
Τι αξίζει ένας έμπειρος Πνευματικός.
Αλλά και κάτι άλλο.
Με τον χρόνο και την καθοδήγηση του παπα-Σάββα ο Ρουμάνος διάκονος ηρέμησε.
Η πνευματική του ζωή πήρε καλή εξέλιξη.

Χειροτονήθηκε αργότερα και Ιερέας και διακρινόταν πάντα για την ευλάβεια του.
Ωστόσο εκείνα τα χρόνια της πλάνης του άφησαν κάποια δυσάρεστα ίχνη.
Ο διάβολος βλέπετε, είχε απόκτηση απάνω του δικαιώματα.
Δωρεάν θα του πρόσφερε τόσο απολαυστικά οράματα;
Έτσι, αν και από μικρός πήγαινε στο Αγιον όρος, αν και αναπτύχθηκε σε ένα αγγελικό, θα λέγαμε περιβάλλον
παρ` όλα αυτά σ` όλη κατόπιν ζωή του εταλαιπωρείτο με διάφορους
ενοχλητικούς πειρασμούς.
Όλοι οι διακριτικοί πατέρες διέβλεπαν σ` αυτόν το κατάλοιπο της διετούς εκείνης συνεργασίας με τον άγγελο που δεν ήταν άγγελος.

http://orthodoxia.forumup.gr/

ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΑ ΙΕΡΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ)


          
Κατά τον Μυστικό Δείπνο  ο Κύριος αφού έπλυνε τα πόδια των μαθητών Του (δίνοντάς τους παράδειγμα ταπείνωσης και προσφοράς),  τέλεσε την Θεία Ευχαριστία και κοινώνησαν οι μαθητές το Σώμα και το Αίμα Του.  Στη συνέχεια  προλέγει ότι ένας απ’ αυτούς θα Τον προδώσει (ο Ιούδας  απ’ το προηγούμενο βράδυ είχε ζητήσει απ’ τους φαρισαίους  χρήματα για να τους παραδώσει το Χριστό και του είχαν δώσει 30 αργύρια – ποσό με το οποίο πουλούσαν ένα δούλο-). Προλέγει ακόμα το διασκορπισμό των μαθητών,  την άρνηση του Πέτρου, τους δίνει την εντολή της αγάπης και τους μιλά για το Άγιο Πνεύμα.

Μετά το Μυστικό Δείπνο, έρχονται στο όρος των Ελαιών σε αγρόκτημα που λεγόταν Γεθσημανή πέρα απ’ τον ξεροπόταμο των Κέδρων (ο Χριστός συνήθιζε να προσεύχεται τις νύχτες εκεί και ο Ιούδας το γνώριζε). Στον κήπο της Γεθσημανή ο Κύριος θα προσευχηθεί στον Πατέρα για τον εαυτό Του: << Πατέρα αν είναι θέλημα σου, να απομακρύνεις αυτό το ποτήρι του θανάτου από μένα, απομάκρυνε το, αλλά όμως όχι να γίνει αυτό που θέλει η ανθρώπινη φύση μου, αλλά το δικό σου θέλημα>>. Θα προσευχηθεί ακόμα για τους αποστόλους και για όσους πιστέψουν σΆυτόν, να τους φυλάξει ο Θεός Πατέρας απ’ τον πονηρό και να είναι ενωμένοι με αγάπη, όπως ο Υιός του Θεού είναι ενωμένος με τον Πατέρα. Έρχεται και βρίσκει τους μαθητές Του να κοιμούνται και τους λέει να αγρυπνούν και να προσεύχονται για να μην πέσουν σε πειρασμό.


Στο μεταξύ φθάνει και ο Ιούδας συνοδευόμενος από μεγάλο πλήθος, που το αποτελούσαν ο λόχος των Ρωμαίων στρατιωτών και οι υπηρέτες των αρχιερέων και φαρισαίων κρατώντας φανάρια και λαμπάδες και ήταν οπλισμένοι με μαχαίρια και ξύλα. Και αμέσως Τον πλησίασε ο Ιούδας και Του είπε <<χαίρε διδάσκαλε>> και με ψεύτικη αγάπη τον φίλησε. Ο Ιησούς του είπε <<Ιούδα με φίλημα προδίδεις τον Υιό του Ανθρώπου;>> Ο προδότης τους είχε δώσει σημάδι:  << εκείνον που θα φιλήσω, αυτός είναι. Συλλάβετε τον>>. Ο Χριστός είπε προς τους αρχιερείς και πρεσβυτέρους των Ιουδαίων << ήρθατε να με συλλάβετε με μαχαίρια και ξύλα σα να ήμουν ληστής. Όταν καθημερινά ήμουν μαζί σας στο ιερό δεν απλώσατε τα χέρια πάνω μου, αλλά αυτή είναι η δικιά σας ώρα, της εξουσίας του σκότους>>  και φροντίζοντας τους μαθητές του είπε <<…αλλά αφήστε τους μαθητές μου να φύγουν>>. Ο Πέτρος χτύπησε με μαχαίρι το δούλο του αρχιερέα που λεγόταν Μάλχος και του έκοψε το δεξιό αυτί. Ο Χριστός είπε στον Πέτρο να βάλει το μαχαίρι στη θήκη γιατί αυτοί που χρησιμοποιούν μαχαίρι εναντίον άλλων, με μαχαίρι θα πεθάνουν και αφού άγγιξε τον δούλο του αρχιερέα, τον έκανε καλά.                                                           

                                             
                                                                          
Τότε  οι μαθητές Τον εγκατέλειψαν και ο λόχος των Ρωμαίων και ο χιλίαρχος και οι υπηρέτες των Ιουδαίων, συνέλαβαν το Χριστό, Τον έδεσαν και Τον έφεραν στον Άννα (ο οποίος είχε μεγάλη επιρροή στον αρχιερέα, γιατί υπήρξε και αυτός αρχιερέας στο παρελθόν, αλλά και ήταν πεθερός του Καϊάφα, ο οποίος ήταν ο αρχιερέας εκείνης της χρονιάς). Από μακριά ακολουθούσαν ο Ιωάννης και ο Πέτρος. Ο Ιωάννης είχε γνωστούς και μπήκε στην αυλή του αρχιερέα και είπε στη δούλη που φύλαγε την πόρτα να μπει και ο Πέτρος. Η υπηρέτρια ρώτησε τον Πέτρο μήπως είναι μαθητής του Χριστού και εκείνος απάντησε: <<όχι δεν είμαι, δεν τον γνωρίζω>>. Στην αυλή ο αρχιερέας ανάκρινε το Χριστό και οι υπηρέτες Τον χτυπούσαν. Αφού τελείωσε την ανάκριση ο Άννας στέλνει δεμένο
  


το Χριστό στον αρχιερέα Καϊάφα το γαμπρό του (έμεναν στο ίδιο σπίτι). Οι Ιουδαίοι είχαν ανάψει φωτιά στην αυλή του αρχιερέα γιατί έκανε κρύο και ο Πέτρος πλησίασε να ζεσταθεί. Τον ρώτησαν πάλι μήπως είναι απ’ τους μαθητές του Χριστού και εκείνος για 2η φορά, αρνήθηκε. Οι αρχιερείς και όλο το εβραϊκό συνέδριο ζητούσαν ψεύτικη μαρτυρία για να θανατώσουν το Χριστό και παρόλο που παρουσιάσθηκαν πολλοί ψευτομάρτυρες δεν εύρισκαν κάτι για να Τον θανατώσουν. Ο Ιησούς σιωπούσε και ο Καϊάφας  τον ορκίζει να πει αν είναι ο Υιός του Θεού και όταν ο Χριστός τους το λέει, εκείνοι θα πουν ότι βλασφημεί και θα βγάλουν καταδικαστική απόφαση εναντίον Του. Άρχισαν να Τον χτυπούν, να Τον βλαστημούν, να Τον φτύνουν και να Τον κοροϊδεύουν.  Είχε περάσει περίπου μια ώρα απ’ τη 2η άρνηση του Πέτρου, όταν τον βλέπει ένας δούλος συγγενής του Μάλχου (που ο Πέτρος έκοψε το αυτί) και τον ρωτά <<δεν σε είδα εγώ στον κήπο μαζί του;>> και οι άλλοι του έλεγαν <<και συ απ’ αυτούς είσαι και η προφορά σου σε φανερώνει>>. Τότε ο Πέτρος άρχισε να καταριέται τον εαυτό του και να ορκίζεται λέγοντας <<δεν τον ξέρω τον άνθρωπο>> και ενώ ακόμα μιλούσε, λάλησε ο πετεινός και γύρισε ο Χριστός και κοίταξε τον Πέτρο. Θυμήθηκε τότε ο Πέτρος το λόγο του Κυρίου: << πριν λαλήσει ο πετεινός θα με αρνηθείς τρεις φορές>> και βγήκε έξω και έκλαιγε πικρά. 


Όταν ξημέρωσε αφού έκαναν συμβούλιο οι αρχιερείς και οι γραμματείς με τους προεστούς και όλο το συνέδριο, έφεραν το Χριστό δεμένο στον ηγεμόνα Πόντιο Πιλάτο.
Όταν ο Ιούδας είδε ότι καταδικάσθηκε ο Χριστός απελπισμένος για την προδοσία του, επέστρεψε τα 30 αργύρια στους αρχιερείς και πήγε και κρεμάσθηκε. Στο μεταξύ οι Ιουδαίοι κατηγορούσαν το Χριστό στον Πιλάτο ότι παρακινεί σε επανάσταση το έθνος και εμποδίζει να δίνουν φόρους στον Καίσαρα. Ο Πιλάτος κατάλαβε ότι η κατηγορία είναι αβάσιμη και από μίσος Τον παρέδωσαν και  είπε στους αρχιερείς και στα πλήθη του λαού ότι δεν βρίσκει τίποτα αξιοκατάκριτο στο Χριστό.  Όταν έμαθε ότι ο Ιησούς είναι απ’ τα μέρη της εξουσίας του Ηρώδη (πρόκειται για τον Ηρώδη Αντίπα, γιο του Ηρώδη που έσφαξε τα νήπια. Ο Ηρώδης Αντίπας  σκότωσε  τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο) που ήταν αυτές τις μέρες (λόγω του εβραϊκού πάσχα) στα Ιεροσόλυμα, έστειλε τον Ιησού σ’ αυτόν. Ο Ηρώδης αφού μαζί με τους στρατιώτες του εξευτέλισαν το Χριστό, τον έστειλε πίσω στον Πιλάτο. Μάλιστα ο Πιλάτος και ο Ηρώδης που ήταν σε έχθρα, συμφιλιώθηκαν εμπαίζοντας το Χριστό (!!). Τότε ο Πιλάτος αφού κάλεσε τους αρχιερείς, τους άρχοντες και το λαό των Ιουδαίων τους είπε ότι δε βρήκε σε τίποτα ένοχο το Χριστό και τους πρότεινε να Τον μαστιγώσει και να Τον ελευθερώσει, οι Ιουδαίοι όμως φώναζαν να Τον σταυρώσει. Είχε την υποχρέωση ο Πιλάτος, σύμφωνα με το έθιμο, να ελευθερώνει ένα φυλακισμένο κατά τη γιορτή του εβραϊκού πάσχα. Είχε στη φυλακή ένα φονιά που τον έλεγαν Βαραββά. Τους ρώτησε ποιόν θέλουν να ελευθερώσει και όλοι φώναζαν να ελευθερώσει το Βαραββά και να σταυρώσει το Χριστό. Ο Πιλάτος τους ρωτά :<<τι κακό έκανε;>> αλλά αυτοί όλοι φώναζαν <<να σταυρωθεί>>. Τότε ο Πιλάτος διάταξε να μαστιγώσουν το Χριστό. Τον παρουσίασε στους Εβραίους σε τόπο λεγόμενο Λιθόστρωτο (στα εβραϊκά Γαββαθά), ματωμένο απ’ τους ραβδισμούς τα χτυπήματα  και τις μαστιγώσεις, με αγκάθινο στεφάνι στο κεφάλι Του και τους λέει : <<ίδε ο άνθρωπος>>. Αλλά αυτοί κραύγαζαν <<σταύρωσε τον>>. Τότε  πήρε νερό, έπλυνε τα χέρια του μπροστά στο πλήθος και τους είπε: <<είμαι αθώος από το αίμα αυτού του δίκαιου, εσείς να έχετε την ευθύνη>> και όλος ο λαός του είπε:   <<η ευθύνη για το χύσιμο του αίματος του, ας έρθει πάνω μας και στα παιδιά μας>>.  Τότε ελευθέρωσε τον Βαραββά και διέταξε να φραγγελώσουν  το Χριστό και να Τον σταυρώσουν. Οι ρωμαίοι στρατιώτες αφού φραγγέλωσαν το Χριστό, Τον έφτυσαν, Τον χτύπησαν και Τον κορόιδεψαν, Τον φόρτωσαν τον σταυρό και πήγαιναν να Τον σταυρώσουν. Στο δρόμο βρήκαν έναν άνθρωπο που τον έλεγαν Σίμωνα καταγόμενο απ’ την Κυρήνη και τον αγγάρευσαν να σηκώσει το σταυρό, γιατί ο Ιησούς δεν άντεχε πια.  Αφού ήρθαν σε τόπο που λεγόταν Γολγοθάς (στα ελληνικά σημαίνει τόπος κρανίου, γιατί σύμφωνα με την παράδοση εκεί βρέθηκε το κρανίο του Αδάμ μετά τον κατακλυσμό), του έδωσαν να πιεί ξύδι αναμιγμένο με χολή.


Τον σταύρωσαν και οι σταυρωτές μοίρασαν τα ρούχα Του σε 4 μέρη (ένα για τον καθένα) και για το χιτώνα Του έβαλαν κλήρο για να μην τον σχίσουν. Όλα αυτά είχαν προφητευθεί ότι θα συμβούν στο Χριστό. Έγραψε και επιγραφή ο Πιλάτος και την έβαλαν πάνω στο σταυρό, γραμμένη στην εβραϊκή, στην ελληνική και στη ρωμαϊκή γλώσσα: <<Ιησούς ο Ναζωραίος ο βασιλεύς των Ιουδαίων>>. Τον σταύρωσαν ανάμεσα σε δυο κακούργους. Ο Ιησούς έλεγε: << Πατέρα συγχώρησε τους δεν ξέρουν τι κάνουν>>. Ο λαός των Ιουδαίων συνέχιζε να περιπαίζει το Χριστό, το ίδιο έκανε και ο ένας απ’ τους σταυρωμένους κακούργους. Ο άλλος όμως μετανοιωμένος του είπε <<θυμήσου με Κύριε στη βασιλεία σου>> και ο Χριστός τον διαβεβαίωσε: <<σήμερα θα είσαι μαζί μου στον Παράδεισο>>. Ο Χριστός από το σταυρό αναθέτει τη φροντίδα της Παναγίας Μητέρας Του, στον αγαπημένο Του μαθητή Ιωάννη. Από το τις 12 το μεσημέρι ως τις 3 το απόγευμα έγινε μεγάλο σκοτάδι σε όλη τη γη και έγινε σεισμός και σχίσθηκε το παραπέτασμα του ναού που χώριζε τα άγια από τα άγια των αγίων και άνοιξαν μνημεία και πολλά σώματα πεθαμένων αγίων αναστήθηκαν και μετά την Ανάσταση του Χριστού μπήκαν στα Ιεροσόλυμα και φανερώθηκαν σε πολλούς. Ο Ιησούς αφού έβγαλε δυνατή φωνή: <<τετέλεσται>>,  άφησε το κεφάλι Του να γείρει προς τα κάτω και θεληματικά παρέδωσε τη ψυχή Του στον Πατέρα Του. Ο ρωμαίος εκατόνταρχος βλέποντας αυτά είπε <<πραγματικά αυτός ήταν Γιος του Θεού>>. Επειδή το Σάββατο που θα ξημέρωνε μετά το εσπέρας συνέπιπτε με την 1η μέρα του εβραϊκού πάσχα, και απαγορευόταν απ’ το μωσαϊκό Νόμο να μείνουν άταφα τα σώματα, ζήτησαν οι Ιουδαίοι από τον Πιλάτο να διατάξει να σπάσουν τα πόδια των καταδίκων ώστε να πεθάνουν γρηγορότερα και να τους σηκώσουν από τους σταυρούς. Ήρθαν οι στρατιώτες και σύντριψαν τα κόκκαλα των συσταυρωμένων ληστών.  Βλέποντας ότι ο Χριστός είχε παραδώσει το πνεύμα δεν του έσπασαν τα κόκκαλα, αλλά ένα στρατιώτης με λόγχη χτύπησε την πλευρά Του και αμέσως βγήκε αίμα και νερό. Όλα έγιναν όπως είχαν προφητευθεί.                            
    
                                                                                          
Ύστερα από αυτά ο Ιωσήφ που καταγόταν απ’ την Αριμαθαία και ήταν κρυφός μαθητής του Χριστού, ζήτησε άδεια απ’ τον Πιλάτο και μαζί με τον Νικόδημο πήραν το Σώμα του Ιησού και αφού το άλειψαν με αρώματα και το τύλιξαν με επιδέσμους, σύμφωνα με τη συνήθεια τους, το έθαψαν σε καινούριο τάφο σε κήπο, κοντά στο μέρος που σταυρώθηκε. Οι φαρισαίοι ζήτησαν απ’ τον Πιλάτο φρουρά  και ασφάλισαν τον τάφο. 
                                                                        
Ο προφήτης Ησαΐας τον 8ο π. Χ. αιώνα, προφήτευε για το πάθος του Χριστού :                                                                                                       << ήταν αιτία οι αμαρτίες μας που αυτός πληγώθηκε, και οι ανομίες μας που αυτός πονούσε. Αντί για μας αυτός παιδεύτηκε για να βρούμε την ειρήνη. Με τις δικές του πληγές εμείς γιατρευτήκαμε. Παρά τα βάσανα του δεν άνοιξε το στόμα του. Σαν πρόβατο στη σφαγή οδηγήθηκε. Δεν ανοίγει το στόμα του. Αρνήθηκαν δίκαια να τον κρίνουν. Τη γενιά του ποιος θα διηγηθεί;


              
 ΚΑΛΗ   ΑΝΑΣΤΑΣΗ       



Βασίλης Μαντζουράνης
καθηγητής Θεολόγος
Μυτιλήνη

«Άγιον Όρος, κιβωτός της Ορθοδοξίας»


Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2018

Να συμβουλεύουμε με δάκρυα.............




Θέλεις να διορθώσεις τον αδερφό σου? Δάκρυσε, προσευχήσου στο Θεό γι΄αυτόν, αφου τον πάρεις ιδιαιτέρως, παρακίνησε τον στο καλό, συμβούλεψε τον, παρακάλεσε τον.

Πολλοί πολλές φορές δεν ωφελήθηκαν καθόλου απο τις συμβουλές, συγκινήθηκαν όμως απο τα δάκρυα και την συμπάθεια.

Με την αγάπη και τα δάκρυα μπορούμε να διορθώσουμε και τους κακούς. Πόνεσε σύ, ίσως έτσι συνέλθει και πονέσει κι εκείνος. Όπως ακριβώς ο άρρωστος που δεν έχει όρεξη, όταν δεί τον γιατρό του να τρώει φαγητό, παρακινείται κι αυτός να φάει, έτσι θα συμβεί κι εδώ, αν ο κακός σε δεί να θρηνείς για την κατάσταση του, θα μαλακώσει, θα γίνει καλός και πράος άνθρωπος.

Όταν λοιπόν δείς τον αδελφό σου να είναι σκληρός και αδιάλλακτος και να μην σε προσέχει, λέγε μέσα σου " μήπως με την πάροδο του χρόνου μπορέσω να τον πείσω ". Και ο απόστολος Παύλος το ίδιο έλεγε να κάνουμε " ο δούλος του Κυρίου δεν πρέπει να φιλονικεί αλλα οφείλει να είναι ήπιος και γλυκύς προς όλους και να σωφρονίζει με πραότητα τους αντιφρονούντες, μήπως κάποτε τους δώσει ο Θεός μετάνοια και οδηγηθούν στην ορθή γνώση της αλήθειας."

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος


http://posoagapo.blogspot.com

«Τα χρόνια που περνούμε είναι πολύ δύσκολα και πολύ επικίνδυνα, αλλά τελικά θα νικήσει ο Χριστός» (Γέροντας Παΐσιος Αγιορείτης)


Σήμερα ο κόσμος γέμισε ασφάλειες-ανασφάλειες, αλλά, για να είναι απομακρυσμένος από τον Χριστό, νιώθει την μεγαλύτερη ανασφάλεια. Σε καμμιά εποχή δεν υπήρχε η ανασφάλεια που έχουν οι σημερινοί άνθρωποι. Και επειδή δεν τους βοηθούν οι ανθρώπινες ασφάλειες, τρέχουν τώρα να μπουν στο καράβι της Εκκλησίας, για να νιώσουν πνευματική ασφάλεια, γιατί βλέπουν ότι το κοσμικό καράβι βούλιαξε. Αν όμως δουν ότι και στο καράβι της Εκκλησίας μπαίνει λίγο νερό, ότι και εκεί έχουν πιασθή από το κοσμικό πνεύμα και δεν υπάρχει το Άγιο Πνεύμα, τότε θα απογοητευθούν οι άνθρωποι, γιατί δεν θα έχουν μετά από που να πιασθούν.

Ο κόσμος υποφέρει, χάνεται και δυστυχώς είναι αναγκασμένοι όλοι οι άνθρωποι να ζουν μέσα σ’ αυτήν την κόλαση του κόσμου. Νιώθουν οι περισσότεροι μια μεγάλη εγκατάλειψη, μια αδιαφορία -ιδίως τώρα- από παντού. Δεν έχουν από που να κρατηθούν. Είναι αυτό που λένε: “Ο πνιγμένος απ’ τα μαλλιά του πιάνεται”. Αυτό δείχνει ότι ο πνιγμένος ζητάει από κάπου να πιασθή, να σωθή. Βλέπεις, το καράβι βουλιάζει και ο άλλος πάει να πιασθή από το κατάρτι. Μα, αφού το καράβι κινδυνεύει να βουλιάξη, δεν σκέφτεται ότι και το κατάρτι θα βουλιάξη. Πιάνεται από το κατάρτι και βουλιάζει πιο γρήγορα! Θέλω να πω ότι οι άνθρωποι ζητούν κάπου να ακουμπήσουν, από κάπου να πιασθούν. Και αν δεν έχουν πίστη να ακουμπήσουν σ’ αυτήν, αν δεν εμπιστευθούν στον Θεό, ώστε να εγκαταλείψουν τελείως τον εαυτό τους σ’ Αυτόν, θα βασανίζωνται. Μεγάλη υπόθεση η εμπιστοσύνη στον Θεό!

Τα χρόνια που περνούμε είναι πολύ δύσκολα και πολύ επικίνδυνα, αλλά τελικά θα νικήσει ο Χριστός. Θα δήτε πως θα εκτιμήσουν την Εκκλησία. Αρκεί εμείς να είμαστε σωστοί. Θα καταλάβουν ότι αλλιώς δεν γίνεται χωριό. Και οι πολιτικοί έχουν πλέον καταλάβει ότι, αν κάποιοι μπορούν να βοηθήσουν τώρα σ’ αυτό το τρελλοκομείο που έχει γίνει ο κόσμος, αυτοί είναι οι άνθρωποι της Εκκλησίας. Μη σας φαίνεται παράξενο! Οι πολιτικοί μας σήκωσαν τα χέρια. Ήρθαν στο Καλύβι μερικοί και μου είπαν: “Οι καλόγεροι πρέπει να κάνουν ιεραποστολή, αλλιώς δεν γίνεται”. Δύσκολα χρόνια! Αν γνωρίζατε σε τι κατάσταση βρισκόμαστε και τι μας περιμένει!…

Πηγή: Γέροντος Παΐσιου του Αγιορείτου Λόγοι Α΄ “Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο” (απομαγνητοφωνημένη συνομιλία με μοναχές της Μονής Σουρωτής)




http://vatopaidi.wordpress.com/

Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2018

Ο Χριστός, ο φιλάνθρωπος καλλιεργητής μας



Δέκατη Τρίτη Κυριακή του Ματθαίου σήμερα, αγαπητοί, και το Ευαγγέλιο κάνει λόγο για την παραβολή των κακών γεωργών. Ο Χριστός μας ευρίσκεται λίγο πριν από το Πάθος Του στην Ιερουσαλήμ και έχει κάνει τη θριαμβευτική Του είσοδο στην αγία πόλη.

Και την επόμενη ακριβώς ημέρα -στη δική μας Μεγάλη Δευτέρα- ήταν στον ναό, όπου είχε βγάλει την προηγουμένη τους εμπόρους και τους αργυραμοιβούς (ανταλλάκτες νομισμάτων) από τον ναό, είχε κάνει θαύματα σε παραλύτους και αρρώστους και στη συνέχεια οι Αρχιερείς και οι Φαρισαίοι Τον ρωτούσαν διάφορα πράγματα, προπαντός με ποια εξουσία τα κάνει όλα αυτά. Και Κείνος δεν τους απήντησε, τους παρέπεμψε στον Αη-Γιάννη κι εκείνοι κατάλαβαν και δεν Του απήντησαν.

Στη συνέχεια ο Χριστός τους είπε, μεταξύ των άλλων, και την παραβολή των κακών γεωργών. Δηλαδή μίλησε γι' αυτούς με τρόπο έμμεσο -η παραβολή είναι ο καλύτερος τρόπος μετάδοσης αληθειών- και τους είπε καθαρά και ξάστερα, έστω και με την παραβολή, το τι θα κάνουν απέναντί Του: ότι δηλαδή θέλουν να Τον βγάλουν από τη μέση και το ξέρει. Και τους το είπε με την παραβολή των κακών γεωργών, η οποία είναι πολύ σοφή και πολύ γλαφυρή.
Ενας οικοδεσπότης φύτεψε αμπέλι, έφτιαξε πύργο και ληνό και υπολήνιο, έβαλε φράχτη, το μίσθωσε σε καλλιεργητές κι έφυγε. Πέρασε αρκετός καιρός και έστειλε τους υπηρέτες του να πάρουν τους καρπούς. Κι όταν οι καλλιεργητές τούς είδαν, τους φόνευσαν. Κι ύστερα από λίγο έστειλε κι άλλους.

Το ίδιο έγινε και με αυτούς. Και ύστερα έστειλε τον γιο του, λέγοντας: «Θα ντραπούν το παιδί μου». Κι όταν αυτοί είδαν τον γιο, είπαν μέσα τους: «Αυτός είναι ο κληρονόμος, ας τον σκοτώσουμε και ας πάρουμε την περιουσία του».
Κι εδώ τελείωσε η παραβολή. Και ρώτησε τότε ο Χριστός τους ακροατάς του, και κυρίως τους Γραμματείς και Φαρισαίους, την πνευματική ηγεσία των Ιουδαίων: «Τι θα κάνει τότε ο ιδιοκτήτης με τους γεωργούς;».

Κι αυτοί απάντησαν εκφέροντας την καταδικαστική απόφαση -τι να κάνουν αλλιώς;- πως με κακό θάνατο
θα εξαφανίσει τους κακούς αυτούς γεωργούς και θα μισθώσει σε άλλους γεωργούς-καλλιεργητές
το αμπέλι για να δώσουν τους καρπούς στην εποχή τους. Αμπελουργός είναι ο Θεός, αμπέλι ο λαός του Ισραήλ, φραγμός ο Νόμος, πύργος ο ναός του Σολομώντος, ληνός το θυσιαστήριο που έκαμαν εκεί αιματηράς θυσίας, καλλιεργηταί οι Αρχιερείς, οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι.

Κι ο Θεός τους παρέδωσε, λοιπόν, τον λαό να τον καλλιεργήσουν. Κι ύστερα από καιρό έστειλε τους πρώτους Προφήτες: από την αρχή του Μωυσή μέχρι τον Προφήτη Ηλία, λένε οι ερμηνευτές, να πάρει τους καρπούς, κι εκείνοι τους εφόνευσαν. Εστειλε τους δεύτερους: απ' τον Ηλία μέχρι τον Αη-Γιάννη τον Πρόδρομο, τα ίδια. Εστειλε τον γιο του: τον φιλάνθρωπο Χριστό και Τον εσταύρωσαν έξω από την πόλη.
Τους τα 'πε καθαρά, το κατάλαβαν κι εκείνοι και τους είπε: «Εμένα με θεωρείτε ακατάλληλο για την οικοδομή. Ομως ο Θεός με έστειλε ως τον πιο κατάλληλο. Θα ιδρύσω την Εκκλησία, θα ενώσω τους Ιουδαίους, το αγαθό λείμμα και τα έθνη, και θα γίνω κεφαλή της Εκκλησίας, το αγκωνάρι που θα μπεί ακριβώς θεμέλιο πρώτο στην Εκκλησία. Κι αυτό -τους λέει και τελειώνει- έγινε από τον Κύριο και το θαυμάζουν όλοι».

Κι εδώ τελείωσε ο Χριστός την παραβολή, προδιέγραψε την τύχη των Ιουδαίων και τους
είπε: «Θα σας πάρω τη Συναγωγή και θα δώσω στα έθνη και στον λίγο λαό που απομένει, τον ισραηλιτικό, την αγία Εκκλησία».

Κι εμείς ο καθένας είμαστε ένα αμπέλι. Η ψυχή μας είναι ένα αμπέλι προς καλλιέργειαν. Καλλιεργούμεθα μέσα στην Εκκλησία και ευχόμεθα υπέρ των καρποφορούντων και καλλιεργούντων εν ταις αγίαις του Θεού εκκλησίαις.

Ας φροντίσουμε κι εμείς το αμπέλι μας, γιατί ό,τι είπε στους κακούς καλλιεργητές ο Χριστός ισχύει και για μας. Η Χάρη Του ας μας φωτίσει.


Το κήρυγμα της Κυριακής-Του αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη


http://misha.pblogs.gr/

Ο μαρτυρικός θάνατος του Προδρόμου συγκινεί και μας διδάσκει όλους....



Δεκάτη τέταρτη Κυριακή του Ματθαίου σήμερα, αγαπητοί, και μνήμη της αποτομής της Τιμίας Κεφαλής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, δηλαδή του μαρτυρικού του θανάτου. Το Ευαγγέλιο (Μάρκου, Κεφ. ς', 14-30) είναι από τη Θεία Λειτουργία του μεγάλου Προδρόμου. Η Εκκλησία κάνει τιμή και αφιερώνει το Ευαγγέλιο της Κυριακής στη μνήμη του Αγίου Ιωάννου και αναφέρεται στον μαρτυρικό του θάνατο από τον Ηρώδη Αντύπα, τον Τετράρχη της Γαλιλαίας και Περαίας, που ήταν τέκνο του μεγάλου Ηρώδου, ο οποίος εσφαγίασε τα νήπια κατά τη Γέννηση του Χριστού μας.

Εμαθε ο Ηρώδης για τον Χριστό και παραξενεύτηκε. Και είπε πως «ο Χριστός είναι ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, τον οποίο εγώ αποκεφάλισα και τώρα αναστήθηκε από τους νεκρούς -δεν έχουμε μετεμψύχωση που λένε οι διάφοροι- και με νέες δυνάμεις κάνει πολλά και μεγάλα». Και τα είπε αυτά ο Ηρώδης, διότι εκείνος, όταν ζούσε ο Ιωάννης, τον συνέλαβε και τον έριξε στη φυλακή εξαιτίας της Ηρωδιάδας της συζύγου του, που παράνομα την πήρε από τον Φίλιππο τον αδελφό του και την έκανε γυναίκα του. Ο Ιωάννης, δε, την επιτιμούσε με θάρρος και ειλικρίνεια και αγάπη.

Η Ηρωδιάδα επέμενε και τον έβαλε στη φυλακή, όμως δεν τον εφόνευσε παρότι η Ηρωδιάδα επέμενε, αλλά πήγαινε στη φυλακή, που ήταν κοντά στο παλάτι του στη Μαχαιρούντα, έβλεπε και άκουγε με ευχαρίστηση τον Ιωάννη -τη φυλακισμένη αλήθεια-, ενώ έκανε πολλά από αυτά που του έλεγε. Τι φοβερό, αλλά και τι υπέροχο! Ο εγκληματίας Ηρώδης να τιμά τον Αγιο Ιωάννη, γιατί είχε αντιληφθεί πως ήταν άνδρας άγιος απέναντι στον Θεό και δίκαιος απέναντι στους ανθρώπους.

Ηρθε όμως η ευκαιρία: εόρταζε τα γενέθλιά του, είχε καλέσει το αρχοντολόι της περιοχής και άρχισε το φαγητό, το γλέντι και το ποτό. Στην κορυφαία στιγμή δε αυτού του «συμποσίου του μισητού», όπως το λέει η υμνολογία της Εκκλησίας, μπήκε μέσα η κόρη της Ηρωδιάδας, η Σαλώμη, και χόρεψε τόσο καλά και τόσο κολασμένα ώστε ο Ηρώδης και οι υπόλοιποι ενθουσιάστηκαν.

Και ο βασιλιάς της είπε με όρκο να του ζητήσει ό,τι θέλει, μέχρι και το μισό του βασίλειο, και θα της το δώσει. Εκείνη πάει στη μάνα της και λέει: «Τι να ζητήσω;». Κι αυτή αμέσως βρήκε την ευκαιρία
και είπε: «Το κεφάλι του Ιωάννη μέσα στο πιάτο». Λυπήθηκε ο βασιλιάς, αλλά επειδή ορκίστηκε -τι μάταιοι όρκοι!- ήθελε να πραγματοποιήσει αυτό που έταξε. Γι' αυτό έστειλε τον σωματοφύλακά του στη φυλακή, έκοψε το κεφάλι του Αγίου Ιωάννου και το έφερε στο πιάτο, το έδωσε στο κορίτσι, κι αυτό στη μητέρα του. Τι κι αν έκοψαν την κεφαλή του Αγίου Ιωάννου; Ο λόγος του Θεού δεν δένεται και η αλήθεια δεν υποκύπτει σε καμία βία και σε καμία δυναστεία.

Ηρθαν οι μαθητές του Αγίου Ιωάννου, πήραν το λείψανό του, το έθαψαν και ανήγγειλαν στον Ιησού αυτό που έγινε. Ηρθαν και οι Απόστολοι, που ήσαν περιοδεία, και είπαν στον Ιησού «όσα εποίησαν και όσα εδίδαξαν».

Τι σημαίνει αυτό; Οτι ο δρόμος του Αγίου Ιωάννου τελείωσε και άρχισε ο δρόμος του Χριστού. Ο πρόδρομός Του, όμως, διά του μαρτυρικού θανάτου κατέβηκε χαρούμενος στον Αδη και προετοίμασε και εκεί τον δρόμο του Χριστού. Προπορεύτηκε του θανάτου του Χριστού και στον Αδη ο Αγιος Ιωάννης και Τον περίμενε. Και στην εικόνα της Αναστάσεως που έχουμε, την ορθόδοξη, η κάθοδος δηλαδή του Ιησού Χριστού στον Αδη, ανάμεσα στους εκεί, πρώτος ο άγιος Ιωάννης, ο οποίος κηρύττει

πλέον τον Χριστό παρόντα και έλεγε: «Ιδε ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου».
Ενα τροπάριο του όρθρου της ημέρας του Αγίου Ιωάννου μας λέει μια ωραία ευχή και με αυτή τελειώνουμε: «Κύριε, με τις πρεσβείες του Βαπτιστού σου, χάρισε ειρήνη στις ψυχές μας. Αμήν».


Το κήρυγμα της Κυριακής Του αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη


http://misha.pblogs.gr/

ΠΕΡΙ ΛΟΓΙΣΜΩΝ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ......


Ο άνθρωπος έχει τέτοιες δυνάμεις, ώστε να μπορεί να μεταδώσει το καλό ή το κακό στο περιβάλλον του. Αυτά τα θέματα είναι πολύ λεπτά. Χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Πρέπει να βλέπομε το καθετί με αγαθό τρόπο. Τίποτα το κακό να μη σκεπτόμαστε για τους άλλους. Κι ένα βλέμμα κι ένας στεναγμός επιδρά στους συνανθρώπους μας. Και η ελάχιστη αγανάκτηση κάνει κακό. Να έχομε μέσα στην ψυχή μας αγαθότητα κι αγάπη· αυτά να μεταδίδομε.

Να προσέχομε να μην αγανακτούμε για τους ανθρώπους που μας βλάπτουν· μόνο να προσευχόμαστε γι’ αυτούς με αγάπη. Ό,τι κι αν κάνει ο συνάνθρωπος μας, ποτέ να μη σκεπτόμαστε κακό γι’ αυτόν. Πάντοτε να ευχόμαστε αγαπητικά. Πάντοτε να σκεπτόμαστε το καλό.

Δεν πρέπει ποτέ να σκεπτόμαστε για τον άλλο ότι θα του δώσει ο Θεός κάποιο κακό ή ότι θα τον τιμωρήσει για το αμάρτημά του. Αυτός ο λογισμός φέρνει πολύ μεγάλο κακό, χωρίς εμείς να το αντιλαμβανόμαστε. Πολλές φορές αγανακτούμε και λέμε στον άλλο: «Δεν φοβάσαι τη δικαιοσύνη του Θεού, δεν φοβάσαι μη σε τιμωρήσει;». Άλλη φορά πάλι λέμε: «Ο Θεός δεν μπορεί θα σε τιμωρήσει γι’ αυτό που έκανες» ή «Θεέ μου, μην κάνεις κακό σ’ αυτόν τον άνθρωπο γι’ αυτό που μου έκανε» ή «Να μην πάθει αυτό το πράγμα ο τάδε».
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, έχομε βαθιά μέσα μας την επιθυμία να τιμωρηθεί ο άλλος. Αντί, όμως να ομολογήσομε το θυμό μας για το σφάλμα του, παρουσιάζομε με άλλον τρόπο την αγανάκτησή μας και, δήθεν, παρακαλούμε τον Θεό γι’ αυτόν. Έτσι, όμως, στην πραγματικότητα καταριόμαστε τον αδελφό.
Κι αν, αντί να προσευχόμαστε, λέμε, «να το βρεις απ’ τον Θεό, να σε πληρώσει ο Θεός για το κακό που μου έκανες», και τότε πάλι ευχόμαστε να τον τιμωρήσει ο Θεός. Ακόμη και όταν λέμε, «ας είναι βλέπει ο Θεός», η διάθεση της ψυχής μας ενεργεί κατά ένα μυστηριώδη τρόπο, επηρεάζει την ψυχή του συνανθρώπου μας και αυτός παθαίνει κακό.


Όταν κακομελετάμε, κάποια κακή δύναμη βλαίνει από μέσα μας και μεταδίδεται στον άλλο, όπως μεταφέρεται η φωνή με τα ηχητικά κύματα, και όντως ο άλλος παθαίνει κακό. Γίνεται κάτι σαν βασκανία, όταν ο άνθρωπος έχει για τους άλλους κακούς λογισμούς. Αυτό γίνεται απ’ τη δική μας αγανάκτηση. Εμείς μεταδίδομε μυστικώ τω τρόπω την κακία μας. Δεν προκαλεί ο Θεός το κακό αλλά η κακία των ανθρώπων. Δεν τιμωρεί ο Θεός, αλλά η δική μας κακή διάθεση μεταδίδεται στην ψυχή του άλλου μυστηριωδώς και κάνει το κακό. Ο Χριστός ποτέ δεν θέλει το κακό. Αντίθετα παραγγέλλει: «Ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς …».
Η βασκανία είναι πολύ άσχημο πράγμα. Είναι η κακή επίδραση που γίνεται όταν κανείς ζηλέψει κι ορεχθεί κάτι ή κάποιον. Θέλει μεγάλη προσοχή. Η ζήλεια κάνει πολύ κακό στον άλλο. Αυτός που βασκαίνει δεν το βάζει καν στο νου του ότι κάνει κακό. Είδατε τι λέει και η Παλαιά Διαθήκη: «Βασκανία γαρ φαυλότητος αμαυροί τα καλά».

Όταν όμως ο άλλος είναι άνθρωπος του Θεού και εξομολογείται και μεταλαμβάνει και έχει πάνω του τον Σταυρό, δεν τον πιάνει τίποτα. Όλοι οι δαίμονες να πέσουν πάνω του δεν καταφέρνουν τίποτα.
Μέσα μας υπάρχει ένα μέρος της ψυχής που λέγεται «ηθικολόγος». Αυτός ο «ηθικολόγος» όταν βλέπει κάποιον να παρεκτρέπεται, επαναστατεί, ενώ πολλές φορές }449} αυτός που κρίνει έχει κάνει την ίδια παρεκτροπή. Δεν τα βάζει όμως με τον εαυτό του αλλά με τον άλλο. Κι αυτό δεν το θέλει ο Θεός. … Λέμε παραδείγματος χάριν: «Έπρεπε να κάνεις αυτό· δεν το έκανες, να τι έπαθες!». Στην πραγματικότητα, επιθυμούμε να πάθει ο άλλος κακό. Όταν σκεπτόμαστε το κακό, τότε μπορεί πράγματι να συμβεί. Κατά ένα μυστηριώδη και αφανή τρόπο μειώνομε στον άλλο τη δύναμη να πάει στο αγαθό, του κάνομε κακό. Μπορεί να γίνομε αιτία ν’ αρρωστήσει, να χάσει τη δουλειά του, την περιουσία του κ.λπ. Μ’ αυτό τον τρόπο δεν κάνομε κακό μόνο στον πλησίον μας αλλά και στον εαυτό  μας, γιατί απομακρυνόμαστε απ’ την χάρι του Θεού. Και τότε προσευχόμεθα και δεν εισακουόμεθα. «Αιτούμεν και ου λαμβάνομεν». Γιατί; Το σκεφθήκαμε ποτέ αυτό; «Διότι κακώς αιτούμεθα». Πρέπει να βρούμε τρόπο να θεραπεύσομε την τάση που υπάρχει μέσα μας να αισθανόμαστε και να σκεπτόμαστε με κακία για τον άλλο.

Είναι δυνατόν να πει κάποιος, «έτσι που φέρεται ο τάδε θα τιμωρηθεί απ’ τον Θεό», και να νομίζει ότι το λέει χωρίς κακία. Είναι, όμως, πολύ λεπτό πράγμα να διακρίνει κανείς αν έχει ή δεν έχει κακία. Δεν φαίνεται καθαρά. Είναι πολύ μυστικό πράγμα τι κρύβει η ψυχή μας και πώς αυτό μπορεί να επιδράσει σε πρόσωπα και πράγματα.


Δεν συμβαίνει το ίδιο αν πούμε μετά φόβου ότι ο άλλος δεν ζει καλά και να προσευχόμαστε να τον βοηθήσει ο Θεός και να του δώσει μετάνοια· δηλαδή ούτε λέμε, ούτε κατά βάθος επιθυμούμε να τον τιμωρήσει ο Θεός γι’ αυτό που κάνει. Τότε όχι μόνο δεν κάνομε στον πλησίον κακό, αλλά του κάνομε και καλό. Όταν εύχεται κανείς για τον πλησίον του, μια καλή δύναμη βγαίνει απ’ αυτόν και πηγαίνει στον αδελφό και τον θεραπεύει και τον δυναμώνει και τον ζωογονεί. Μυστήριο πως φεύγει από μας αυτή η δύναμη. Όμως πράγματι αυτός που έχει μέσα του το καλό στέλνει την καλή αυτή δύναμη στους άλλους μυστικά και απαλά. Στέλνει στον πλησίον του φως, που δημιουργεί έναν κύκλο προστασίας γύρω του και τον προφυλάσσει απ’ το κακό. Όταν έχομε για τον άλλο αγαθή διάθεση και προσευχόμαστε, θεραπεύομε τον αδελφό και τον βοηθάμε να πάει προς τον Θεό.

Υπάρχει μία ζωή αόρατη, η ζωή της ψυχής. Αυτή είναι πολύ ισχυρή και μπορεί να επιδράσει στον άλλον, έστω κι αν μας χωρίζουν χιλιόμετρα. Αυτό γίνεται και με την κατάρα, η οποία είναι δύναμη που ενεργεί το κακό. Αν, όμως, πάλι με αγάπη προσευχηθούμε για κάποιον, όση απόσταση κι αν μας χωρίζει, μεταδίδεται το καλό. Άρα και το καλό και το κακό δεν τα επηρεάζουν οι αποστάσεις. Μπορούμε να τα στείλομε σε αποστάσεις απέραντες. … Ο θρούς της ψυχής μας φθάνει μυστηριωδώς κι επηρεάζει }451} τον άλλον, έστω κι αν δεν εκφράσομε ούτε μια λέξη. Και χωρίς να μιλήσομε, μπορεί να μεταδώσομε το καλό ή το κακό, όση κι αν είναι η απόσταση που μας χωρίζει απ’ τον πλησίον. Αυτό που δεν εκφράζεται έχει συνήθως περισσότερη δύναμη απ’ τα λόγια.

Η κακή δύναμη δεν έχει φραγμούς, δεν εμποδίζεται ούτε από κλειδαριές ούτε από αποστάσεις. Η κακή δύναμη μπορεί και το αυτοκίνητο αν το γκρεμίσει χωρίς να υπάρχει καμιά βλάβη.

Καταλάβατε, λοιπόν πώς οι κακές μας σκέψεις, η κακή μας διάθεση επηρεάζουν τους άλλους; Γι’ αυτό πρέπει να βρούμε και τον τρόπο να καθαρίσομε το βάθος του εαυτού μας από κάθε κακία. Όταν η ψυχή μας είναι αγιασμένη, ακτινοβολεί το καλό. Στέλνομε τότε σιωπηλά την αγάπη μας χωρίς να λέμε λόγια.
Βέβαια αυτό στην αρχή είναι λίγο δύσκολο.

Πρώτα ήταν ανίκανος να κάνει το καλό, (ο απόστολος Παύλος) μετά που ήλθε ο Χριστός μέσα του έγινε ανίκανος να κάνει το κακό. Και φώναζε μάλιστα: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Το έλεγε, το κήρυττε με καύχηση, ότι «έχω τον Χριστό μέσα μου», ενώ πρωτύτερα έλεγε: «Ήθελα να κάνω το καλό, αλλά δεν μπορούσα».

Έτσι θ’ αποσπάσομε την χάρι του Θεού, θα καταστούμε ένθεοι. Άμα δοθούμε κατά κει, άμα δοθούμε στην αγάπη του Χριστού, τότε όλα θα μεταβληθούν, όλα θα μεταστοιχειωθούν, όλα θα μεταποιηθούν, όλα θα μετουσιωθούν. Ο θυμός η οργή, η ζήλεια, ο φθόνος, η αγανάκτηση, η κατάκριση, η αχαριστία, η μελαγχολία, η κατάθλιψη, όλα θα γίνουν αγάπη, χαρά, λαχτάρα, θείος έρως. Παράδεισος! 

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ
ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΙ


http://www.facebook.com/pages/BIOS-KAI-LOGOI-TOU-MAKARISTOU-AGIOU-GERONTA-PORPHYRIOU/140517145972488

Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2018

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ: 10229 - Η βιωτή του μοναχού στο κελλί (Συνέντευξη ...

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ: 10229 - Η βιωτή του μοναχού στο κελλί (Συνέντευξη ...: Ο μοναχός π. Νικήτας, Γέροντας του Ιερού Κελλίου Παναγίας Πορταΐτισσας Καψάλας μιλάει στην Πεμπτουσία για τα πρώτα βήματα στη πνευματική ...

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ: 10228 - Άγιον Όρος: Το περιβόλι της Παναγίας (Συνέ...

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ: 10228 - Άγιον Όρος: Το περιβόλι της Παναγίας (Συνέ...: «Η πνευματική ζωή θέλει ηρεμία», λέει χαρακτηριστικά ο Ιερομόναχος Φιλήμων της Σκήτης του Προφ. Ηλία, σε συνέντευξή του στην Πεμπτουσία. ...

Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2018

Γέρ. Νεκτάριος (Βιτάλης): «Η θαυματουργός χείρ του αγ. Νεκταρίου στη ζωή μου»


Η χήρα μάνα και το καλάθι



Ζούσε, κάποτε, σ’ ένα χωριό μία χήρα πολύ φτωχιά με το μοναχογιό της. Για να μεγαλώσει το παιδί της ξενοδούλευε κι επειδή έβαλε σ’ αυτό όλο το μεράκι της, απ’ τον καημό της, αποφάσισε να το σπουδάσει. Πήγε, λοιπόν, κι έπεσε στα γόνατα μπροστά στην Παναγία κι έλεγε: «Παναγία μου, αξίωσέ με, εμένα την αμαρτωλή να σπουδάσω το μοναχογιό μου». Έτσι, με χίλιες στερήσεις και προσευχές κατάφερε η φτωχή χήρα να σπουδάσει το γιό της γιατρό.

Κάποια μέρα, με το δίπλωμα στην τσάντα ξεκίνησε ο γιατρός να επισκεφτεί τη μάνα του, που ειχε πιά γεράσει, για να την ευχαριστήσει. Η μάνα τον υποδέχτηκε με πολλή χαρά και με βαθιά ευγνωμοσύνη στην Παναγία, που την αξίωσε να πραγματοποιήσει το όνειρο της ζωής της.

Την άλλη μέρα, Κυριακή, πηγαίνει και ξυπνάει το γιό της και του λέει: «Σήκω, γιέ μου, να πάμε να ευχαριστήσουμε την Παναγία για την προκοπή σου.

Ο γιατρός όμως της αρνήθηκε να πάει στην εκκλησία, γιατί δεν πίστευε, όπως είπε, στα λόγια της και τα θεωρεί ξεπερασμένα.

Η μάνα φαρμακώθηκε, δεν είπε τίποτε, μόνο πήγε μονάχη της κι έκλαγε μπροστά στην εικόνα της Μεγαλόχαρης με ευχαριστία αλλά και πόνο. Όταν γύρισε στο σπίτι, ο γιός της, ο γιατρός, τη ρώτησε: «Έ μάνα, τι κατάλαβες απ’ τα λόγια της εκκλησίας, εσύ, αγράμματη γυναίκα;» Η χήρα δεν απάντησε, μόνο έπιασε ένα καλάθι από την αποθήκη και του λέει: «Γιέ μου, το πρωί δεν με άκουσες να ρθείς μαζί μου στην εκκλησία. Συγχωρεμένος να είσαι. Τώρα, όμως, θέλω να μου κάνεις μία άλλη χάρη και μη μου την αρνηθείς. Θέλω να πάρεις το καλάθι και να πάς στο ποτάμι να μου φέρεις νερό. «Μα με το καλάθι να σου φέρω νερό, μάνα; Τόσο τα ’χεις χαμένα»; λέει εκείνος. «Πήγαινε εσύ για το χατίρι μου, του απαντάει εκείνη, κι ό,τι θέλει ας γίνει».

Παραξενεμένος ο γιατρός πηγαίνει στο ποτάμι, βουτάει μέσα το καλάθι, το βγάζει και γυρίζει στο σπίτι με το καλάθι άδειο. «Να, μάνα, το καλάθι σου, όπως μου το ’δωσες. Σου την έκανα την χάρη. Βλέπεις εσύ να έχει νερό μέσα;», λέει ο γιατρός. «Ευχαριστώ, γιέ μου, που μ’ άκουσες. Βλέπεις όμως εσύ το καλάθι όπως σου το ’δωσα»; Απαντάει η μάνα. «Έ ναί, μόνο που είναι βρεγμένο». «Βλέπεις λοιπόν, γιέ μου, ότι δεν είναι το ίδιο, όπως σου το ’δωσα; Το πήρες στεγνό, κατάξερο και μου το ’φερες μουσκεμένο. Έτσι κι εγώ πηγαίνω αγράμματη στην εκκλησία, δεν φέρνω τη σοφία της, αλλά είμαι δροσισμένη άπ’ τη χάρη της και αυτό με συντηρεί τόσα χρόνια και κατάφερα με τη χάρη Της να σε σπουδάσω.

Τότε κατάλαβε ο γιατρός ότι ο Θεός «εμώρανε την σοφίαν του κόσμου τούτου… και τα μωρά του κόσμου εξελέξατο…» κι έβαλε μετάνοια στη μάνα του και πήγαν ύστερα μαζί στην εκκλησία κι ευχαρίστησαν την Παναγία. ῏



Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ και ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ




Αποστολικό ανάγνωσμα Κυριακής Τελώνου και Φαρισαίου

Η ανάγκη για πνευματικούς πατέρες

Αυτό που απουσιάζει συχνά, αγαπητοί μου αδελφοί, όχι μόνο από τη ζωή της Εκκλησίας, αλλά και από τη ζωή της κοινωνίας και την προσωπική μας είναι το βίωμα και η ιδιότητα της πατρότητας.
Οι άνθρωποι δε νιώθουμε την ανάγκη ούτε να είμαστε να θέλουμε πατέρες. Η πατρότητα ταυτίζεται με τον αυταρχισμό και την διακυβέρνηση της ζωής μας από άλλους και την αποστέρηση της ελευθερίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι άνθρωποι να στερούμαστε τόσο της πνευματικής συγγένειας, όσο και της αγάπης που η πατρότητα προσφέρει και να μένουμε όχι απλώς ακαθοδήγητοι στη ζωή μας, αλλά και αδύναμοι στο να επιδείξουμε την ταπεινότητα εκείνη που θα μας βοηθήσει να μάθουμε αληθινά σπουδάζοντας στον αληθινό πατέρα νοήματα και αξίες, που θα μας βοηθήσουν με τη σειρά μας όχι μόνο να προχωρήσουμε γόνιμα και δημιουργικά στη ζωή μας, σε όλες της τις εκφάνσεις, αλλά και να γίνουμε ικανοί «ετέρους διδάξαι».

 Ο Απόστολος Παύλος, αναφερόμενος στον μαθητή του Τιμόθεο, περιγράφει τα χαρακτηριστικά εκείνα του πνευματικού πατέρα που τον καθιστούν άξιο της εμπιστοσύνης του πνευματικού υιού, αλλά και που τον κάνουν να ανταποκρίνεται στο κατεξοχήν πρότυπο πατρότητας που είναι ο Χριστός.
 Ο Παύλος λοιπόν τονίζει ότι ο πνευματικός πατέρας διακρίνεται για την διδασκαλία που προσφέρει στα πνευματικά του παιδιά, τον τρόπο ζωής του, τον σκοπό της ύπαρξής του, γιατί δηλαδή ζει και πού οδηγεί τα παιδιά του, την πίστη του, την μακροθυμία και συγχωρητικότητα, την αγάπη, την υπομονή, το ότι διώκεται και παθαίνει για χάρη της πίστης την οποία βιώνει (και οι διωγμοί και τα παθήματα δεν είναι μόνο σωματικά, είναι και πνευματικά και έχουν να κάνουν με την περιθωριοποίηση που υφίσταται ο πνευματικός πατέρας από τους άλλους ανθρώπους, αλλά και τον εσωτερικό πόλεμο των λογισμών και των επιθέσεων του διαβόλου που εύκολα γεννά θλίψη και πόνο).

 Όλα αυτά πηγάζουν από τη σχέση που έχει ο πνευματικός πατέρας με το Χριστό. Όπως τονίζει χαρακτηριστικά ο Παύλος «εκ πάντων με ερρύσατο ο Κύριος» (Β’ Τιμ. 3, 10-11). Δεν έχει την εντύπωση ότι κατάφερε να δείξει αυτά τα χαρακτηριστικά στη ζωή του, γιατί στον εαυτό του αναφέρεται όταν μιλά στον
Τιμόθεο, επειδή ο ίδιος από μόνος του ήταν ικανός, αλλά γιατί ο Κύριος τον βοήθησε να αντέξει και να βγάλει στην επιφάνεια όλα αυτά τα πνευματικά σημεία. Ο Παύλος θα ζητήσει από τον μαθητή του να διατηρήσει στη ζωή του ακέραιο το συνδυασμό των όσων έμαθε από τον ίδιο ως πατέρα και πνευματικό του διδάσκαλο, αλλά και να συνδυάσει ό,τι προστέθηκε σ’ αυτόν με τα ιερά γράμματα, τα οποία έμαθε από την παιδική του ηλικία, αλλά και με την πίστη «εν Χριστώ Ιησού», την οποία βίωσε στη ζωή του.

Μας δίνει λοιπόν τη δυνατότητα ο Παύλος να δούμε τελικά τι σημαίνει πνευματικός πατέρας στη ζωή μας και να κρίνουμε αν όντως τον έχουμε ανάγκη για να τον αναζητήσουμε και να διδαχθούμε από αυτόν στη ζωή μας.

  Ο πνευματικός πατέρας γνωρίζει τη διδασκαλία της πίστης και την προσφέρει αφειδώλευτα, κηρύττοντας όχι τον εαυτό του, αλλά το Χριστό. Και δεν μένει μόνο στα λόγια, αλλά προχωρά και στην υιοθέτηση και βίωση ενός τρόπου ζωής σύμφωνου με το Ευαγγέλιο και την Εκκλησία. Κοντά του δηλαδή κανείς μπορεί να βρει όχι μόνο την θεωρία, αλλά και την πράξη της εν Χριστώ ζωής. Αυτό δε σημαίνει ότι ο πνευματικός πατέρας είναι τέλειος και αψεγάδιαστος.
 Ο Παύλος αναφέρει χαρακτηριστικά για τον εαυτό του ότι ήταν ο πρώτος των αμαρτωλών. Ο πνευματικός πατέρας αγωνίζεται, μετανοεί, προσπαθεί να είναι κοντά στο Θεό, χωρίς να δικαιολογεί τα πάθη του και τις πτώσεις του, αλλά και χωρίς να απολυτοποιεί τις αρετές του. Κι αυτό γιατί γνωρίζει ότι ο Χριστός είναι αυτός που τον στηρίζει στον αγώνα του και προς Εκείνον απευθύνεται. Επομένως, τα πνευματικά παιδιά καλούνται να λάβουν από τον πνευματικό πατέρα όχι το δικό του χαρακτήρα ή τις ιδέες του, αλλά τον τρόπο με τον οποίο θα οδηγηθούν στο Χριστό. Και όλα αυτά σε ένα πλαίσιο ελευθερίας και σεβασμού στην διαφορετικότητας του καθενός.

 Ο πνευματικός πατέρας στις σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους επιδεικνύει αγάπη και μακροθυμία και υπομονή. Αυτό σημαίνει ότι δεν κατακρίνει τους άλλους, ούτε τους απορρίπτει ό,τι κι αν είναι, ό,τι κι αν κάνουν, ακόμη και στον ίδιο, αλλά ζει γι’ αυτούς, προσεύχεται γι’ αυτούς, τους αγαπά, μακροθυμεί στα λάθη τους, νικά ακόμη και την πίκρα που πιθανόν αυτοί να του προσφέρουν. Αυτό ισχύει και για την στάση των πνευματικών του παιδιών, εφόσον αυτά θέλουν να είναι και να λειτουργούν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Η πατρότητα λειτουργεί ευσπλαχνικά και όχι εγωκεντρικά και αυτοδικαιωτικά. Αυτό σημαίνει τελικά μία ταπεινότητα, η οποία καθιστά τον πνευματικό πατέρα δοχείο τη χάριτος του Θεού, κατά το πρότυπο του Χριστού.

  Ο πνευματικός πατέρας είναι έτοιμος να κακοπάθει για την πίστη του στο Χριστό. Αυτό σημαίνει ότι σκοπός της ζωής του είναι η αλήθεια και όχι οι έπαινοι των ανθρώπων. Αν ο σκοπός του πνευματικού πατέρα είναι η ανθρωπαρέσκεια, τότε και ο ίδιος δημιουργεί οπαδούς του προσώπου του και όχι πιστούς της Εκκλησίας, αλλά και δεν μπορεί να οδηγήσει τους ανθρώπους στην αλήθεια, αφού το μόνο που κάνει είναι να κολακεύει τις αδυναμίες τους και να τους διδάσκει έναν Χριστό, ο Οποίος δεν ζητά αυταπάρνηση και σταυρό, αλλά το βόλεμα των ανθρώπων. Η κακοπάθεια του πνευματικού πατέρα δεν έγκειται μόνο στους διωγμούς και τα παθήματα του σώματος ή στη θυσία και την μέριμνα για τα πνευματικά του παιδιά. Έγκειται και στην λύπη να βλέπει τους πονηρούς και γόητες ανθρώπους να προκόπτουν «επί το χείρον» και να μην μπορεί να κάμει τίποτε γι’ αυτό, παρά μόνο να δέχεται και να υπακούει στο θέλημα του Θεού, να υπερασπίζεται την αλήθεια, ακόμη και με προσωπικό κόστος.

  Στη ζωή μας σήμερα δεν έχουμε τη διάθεση να μάθουμε, να σπουδάσουμε, να γευτούμε την αγάπη όχι με την έννοια του συμφέροντος, αλλά με την έννοια της κοινωνίας που θα μας βοηθήσει να έχουμε ως σκοπό της ζωής όχι την απόλαυση του άλλου, αλλά τη βοήθειά του να γίνουμε σοφότεροι τόσο κατά Θεόν όσο και κατά κόσμον.
Έχει εκλείψει σήμερα το πνεύμα της μαθητείας. Έχει εκλείψει η αίσθηση ότι η πίστη προϋποθέτει πνευματικό αγώνα και εκεί έχουμε ανάγκη από έναν αληθινό βοηθό, που θα αγωνίζεται να ζήσει τα όσα ο Χριστός ζητά από τον άνθρωπο. Έχει ψυγεί η αγάπη, που μας κάνει να θέλουμε να λειτουργήσουμε στην κατεύθυνση του σταυρού και της θυσίας και έχει πρυτανεύσει η λογική του βολέματος, του δικαιώματος, ης κυριαρχίας του εγώ. Το εγώ όμως αληθινά καταξιώνεται μέσα από την γνήσια κοινωνία με το συνάνθρωπο, όπου ο άνθρωπος καλείται να έχει και να μπορεί να προσφέρει. Και χρειάζεται τέτοια πρότυπα να έχουμε στη ζωή μας, όχι μόνο την εκκλησιαστική, αλλά και την πολιτική και την κοινωνική, που να μπορούμε να τα εμπιστευθούμε και να λάβουμε από αυτά τη στήριξη και την πρόταση της οδού που θα οδηγεί τόσο στην απόκτηση νοήματος για την προσωπική μας ζωή, όσο και για την συλλογική πορεία.

Καθώς ξεκινά το Τριώδιο και η Μεγάλη Τεσσαρακοστή ανοίγεται μπροστά μας, ας επαναβεβαιώσουμε ή ας εύρουμε σχέση με πνευματικούς μας πατέρες που θα διακρίνονται για τον αγώνα και την ελευθερία που εμπνέουν στα τέκνα τους, για την ταπεινότητα και την αγάπη και, κυρίως, για την διάθεση να προσφέρουν την αλήθεια. Για να μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε γόνιμα όλες τις προκλήσεις και τις προσκλήσεις της Εκκλησίας μας, αλλά και να βοηθήσουμε στο να ανοιχτεί ένας νέος δρόμος και στη ζωή της κοινωνίας μας. Αμήν!




Από το γραπτό κήρυγμα της ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ

Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2018

Η αγάπη είναι καρπός προσευχής


Ή αγάπη αρχίζει από τη θέα της (κατά την προσευχή) και οδηγεί το νου αχόρταγα στον πόθο της, όταν ό άνθρωπος κάνει υπομονή στην προσευχή χωρίς αμέλεια «ακηδία» οπότε μόνο προσεύχεται μέσα σε σιωπηλά ενθυμήματα της διάνοιας με θεϊκή πύρωση και θέρμη.
2. Η αγάπη του Θεού έρχεται μέσα μας από τη συνομιλία μαζί του. Η αγάπη του Θεού είναι παράδεισος
1. Παράδεισος είναι ή αγάπη του Θεού. Μέσα σ' αυτήν υπάρχει ή τρυφή όλων των μακαρισμών. Σ' αυτόν τον παράδεισο ό μακάριος Παύλος τράφηκε με υπερφυσική τροφή. Και αφού γεύθηκε εκεί το ξύλο της ζωής, έκραξε λέγοντας: «αυτά πού μάτι δεν τα είδε, ούτε αυτί τα άκουσε, κι ούτε πού τα 'βαλε ό λογισμός του ανθρώπου, όσα ετοίμασε ό Θεός για κείνους πού τον αγαπούν» (1 Κορ. 2, 9). Από αυτό το ξύλο της ζωής εμποδίστηκε ό Αδάμ με τη συμβουλή του διαβόλου. Το ξύλο της ζωής είναι ή αγάπη του Θεού, από την οποία εξέπεσε ό Αδάμ και δεν μπόρεσε πια να χαρεί, παρά δούλευε και έχυνε τον ίδρωτα του στη γη των αγκαθιών. Όσοι στερήθηκαν την αγάπη του Θεού, δηλ. τον παράδεισο, τρώνε με την εργασία τους, μέσα στ' αγκάθια, το ψωμί του ίδρωτα και αν ακόμη βαδίζουν στον ίσιο δρόμο των αρετών.
Είναι το ψωμί πού επέτρεψε ό Θεός στον πρωτόπλαστο να φάει μετά την έκπτωση του. Μέχρι να βρούμε λοιπόν την αγάπη, ή εργασία μας είναι στη γη των αγκαθιών και μέσα σ' αυτά σπέρνουμε και θερίζουμε, κι ας είναι ό σπόρος μας σπόρος δικαιοσύνης. Συνέχεια, λοιπόν, μας κεντάνε τα αγκάθια και, όσο και να δικαιωθούμε, ζούμε μέσα σ' αυτά με τον ίδρωτα του προσώπου μας. Όταν όμως μέσα στον έμπονο και δίκαιο αγώνα μας, βρούμε την αγάπη του Θεού, τρεφόμαστε με ουράνιο άρτο και δυναμώνουμε, χωρίς να εργαζόμαστε με αγωνία και χωρίς να κουραζόμαστε, όπως οι χωρίς αγάπη άνθρωποι. Ό ουράνιος άρτος είναι ό Χριστός, πού ήρθε κάτω σε μας από τον ουρανό και δίνει στον κόσμο την αιώνια ζωή. Και αύτη ή ζωή είναι ή τροφή των αγγέλων. Όποιος βρήκε την αγάπη, κάθε μέρα και ώρα τρώγει το Χριστό κι από αυτό γίνεται αθάνατος (Ίω. 6, 58 ). Διότι «ό τρώγων -λέει- από τον άρτο πού εγώ θα του δώσω, ποτέ ("εις τον αιώνα") δε θα πεθάνει». Μακάριος λοιπόν είναι εκείνος πού τρώγει από τον άρτο της αγάπης, πού είναι ό Ιησούς. Ότι, βέβαια, αυτός πού τρώγει από την αγάπη, τρώγει το Χριστό, το Θεό των πάντων, το μαρτυρεί ό απόστολος Ιωάννης, όταν λέει ότι «Ό Θεός είναι αγάπη» (1 Ίω. 4, 8 ).
Λοιπόν οποίος ζει στην αγάπη, λαμβάνει από το Θεό ως καρπό τη ζωή και σ' αυτό τον κόσμο οσφραίνεται από τώρα εκείνο τον αέρα της ανάστασης, στον όποιο εντρυφούν οι κοιμηθέντες δίκαιοι. "Αλλά και ό αββάς Αγαθών, που ήταν σαν αυτόν το Μεγάλο Μακάριο πού ανέφερα, έκαμε κάτι ακόμη πιο σπουδαίο. Αυτός ό αββάς ήταν ό πιο έμπειρος στα πνευματικά από όλους τους μοναχούς του καιρού του και τιμούσε τη σιωπή και την ησυχία περισσότερο απ' όλους. Αυτός λοιπόν ό θαυμαστός άνθρωπος, όταν είχε πανηγύρι στην πόλη, πήγε να πουλήσει το εργόχειρο του οπότε βρήκε στην αγορά έναν ξένο άρρωστο και παραπεταμένο σε μιαν άκρη. Τι έκανε τότε; Νοίκιασε ένα σπιτάκι και έμενε κοντά του ασκώντας χειρωνακτική εργασία. Ό,τι έβγαζε το ξόδευε για τον άρρωστο και τον υπηρετούσε συνέχεια έξι μήνες, μέχρι πού ό άρρωστος έγινε καλά."
Η αγάπη είναι το δείπνο της βασιλείας τον Θεού
1. Ή αγάπη είναι ή βασιλεία, πού μυστικά υποσχέθηκε ό Κύριος στους Αποστόλους ότι θα φάνε στη βασιλεία του. Διότι το «να τρώτε και να πίνετε στο δικό μου τραπέζι στη βασιλεία μου» (Λουκ. 22, 30) τι άλλο είναι παρά ή αγάπη; Γιατί ή αγάπη του Θεού μπορεί να θρέψει τον άνθρωπο, χωρίς αυτός να τρώγει και να πίνει. Ή αγάπη, ακόμη, είναι το κρασί πού ευφραίνει την καρδιά του ανθρώπου (Ψ. 93, 16). Μακάριος είναι αυτός πού ήπιε από τούτο το κρασί. Από αυτό ήπιαν οι ακόλαστοι και ένιωσαν ντροπή οι αμαρτωλοί και λησμόνησαν τους δρόμους της αμαρτίας και οι μέθυσοι και έγιναν νηστευτές και οι πλούσιοι και πεθύμησαν τη φτώχεια και οι φτωχοί και πλούτισαν με την ελπίδα και οί άρρωστοι και έγιναν υγιείς και οι αγράμματοι και έγιναν σοφοί.
Η πρακτική αγάπη
1. Όπως το λάδι συντηρεί το φως του λυχναριού, έτσι και ή ελεημοσύνη τρέφει στην ψυχή την αληθινή γνώση του Θεού. Το κλειδί της καρδιάς για την απόκτηση των θείων χαρισμάτων δίνεται μέσω της αγάπης προς τον πλησίον. τι ωραία και αξιέπαινη πού είναι ή αγάπη προς τον πλησίον, εάν βέβαια ή μέριμνα γι' αυτή δεν μας αποσπά από την αγάπη του Θεού! Πόσο γλυκιά είναι ή συντροφιά των πνευματικών μας αδελφών, εάν μπορέσουμε να φυλάξουμε μαζί μ' αυτήν και την κοινωνία με το Θεό!
2. Ένας άνθρωπος πού ασχολείται με τα βιοτικά και ασκεί χειρωνακτική εργασία και λαμβάνει από άλλους βοήθεια, αυτός έχει χρέος να δώσει ελεημοσύνη. Αν αμελήσει γι' αυτήν, ή ασπλαχνία του είναι ενάντια στην εντολή του Κυρίου.
3. Ένας μοναχός έχει, ας πούμε, κανόνα να ησυχάζει στο κελί του επτά εβδομάδες ή μία εβδομάδα και, αφού εκπληρώσει τον κανόνα του, συναντιέται και συναναστρέφεται με τους ανθρώπους και παρηγορείται μαζί τους. Αυτός λοιπόν, αν αδιαφορεί για τους πονεμένους αδελφούς του, στοχαζόμενος ότι αρκεί ό εβδομαδιαίος κανόνας του, είναι ανελεήμων και σκληρός γιατί με το να μην έχει ελεημοσύνη στην καρδιά του και με το να υψηλοφρονεί και να συλλογίζεται το ψευδός, δε συγκαταβαίνει να συμμετάσχει στον πόνο των αδελφών του. Όποιος καταφρονεί τον ασθενή αδελφό του δεν πρόκειται να δει το φως του Θεού. Και οποίος αποστρέφει το πρόσωπο του από τον ευρισκόμενο σε στενοχώρια, ή ημέρα του θα είναι σκοτεινή.

http://www.dailygreece.com

Δημοφιλείς αναρτήσεις