Πέμπτη 13 Ιουνίου 2019

Τὰ εἴδη τῆς φαντασίας καὶ ὁ ἀγώνας ἐναντίον της Τοῦ ἀρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ)



ΑΦΟΥ τολ­μή­σα­με νὰ γρά­ψου­με γιὰ τὴν «Ἱερὰ ἡσυ­χία», ποὺ τόσο ἀγα­ποῦ­σε ὁ Γέ­ρον­τας Σι­λουα­νός, πρέ­πει νὰ μι­λή­σου­με καὶ γιὰ τὸν ἀνα­πό­φευ­κτο ἀσκη­τι­κὸ ἀγώνα κατὰ τῆς φαν­τα­σί­ας. Καὶ αὐτὸ τὸ κε­φά­λαιο τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ζωῆς εἶναι ἐξαι­ρε­τι­κὰ λεπτὸ καὶ πο­λύ­πλο­κο καὶ δὲν ἐλ­πί­ζου­με πὼς θὰ τὸ διε­ξέλ­θου­με ἱκα­νο­ποι­η­τι­κά. Ἐπει­δὴ βα­σι­κή μας προ­σπά­θεια εἶναι ἡ ἔκ­θε­ση συγ­κε­κρι­μέ­νης πεί­ρας, θε­ω­ροῦ­με ὑπο­χρε­ω­τι­κὸ νὰ πε­ρι­γρά­ψου­με ἁπλὰ τὴ συ­νεί­δη­ση καὶ τὶς πα­ρα­στά­σεις ἐκεῖ­νες ποὺ ἐπι­κρά­τη­σαν μέχρι σή­με­ρα στοὺς ἀσκη­τι­κοὺς κύ­κλους τῶν πα­τέ­ρων τοῦ Ἄθω, τὶς ὁποῖ­ες συμ­με­ρι­ζό­ταν καὶ ὁ ἴδιος ὁ Γέ­ρον­τας. Ἀφή­νου­με κατὰ μέρος τὶς θε­ω­ρί­ες τῆς σύγ­χρο­νης ἐπι­στη­μο­νι­κῆς ψυ­χο­λο­γί­ας. Δὲν προ­χω­ροῦ­με σὲ σύγ­κρι­ση ἢ κρι­τι­κὴ αὐτῶν ἢ τῶν ἄλλων θε­ω­ριῶν. Ση­μειώ­νου­με μόνο ὅτι σὲ πολλὰ δὲν συμ­πί­πτουν, γιατὶ οἱ δύο θε­ω­ρί­ες ἔχουν ὡς βάση δια­φο­ρε­τι­κὲς κο­σμο­λο­γι­κὲς καὶ ἀν­θρω­πο­λο­γι­κὲς πα­ρα­στά­σεις.

Γρά­φει ὁ Γέ­ρον­τας:
«Ἀδελ­φοί, ἂς λη­σμο­νή­σου­με τὴ γῆ καὶ ὅλα ὅσα ὑπάρ­χουν σὲ αὐτήν. Ἡ γῆ μᾶς ἀπο­σπᾶ ἀπὸ τὴ θε­ω­ρία τῆς Ἁγίας Τριά­δος, ἡ Ὁποία εἶναι ἀκα­τά­λη­πτη στὸ νοῦ, ἀλλὰ οἱ Ἅγιοι Τὴν ἐπο­πτεύ­ουν στοὺς οὐ­ρα­νοὺς ἐν Πνεύ­μα­τι Ἁγίῳ. Ἐμεῖς ἂς μέ­νου­με στὴν προ­σευ­χὴ χωρὶς καμία φαν­τα­σία…» (σ. 441).
«Ὅταν ἡ ψυχὴ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦ­μα γνω­ρί­σει τὸν Κύριο, τότε κάθε στιγ­μὴ ἀκα­τά­παυ­στα ἐκ­πλήσ­σε­ται ἀπὸ τὴν εὐ­σπλαγ­χνία τοῦ Θεοῦ, τὸ με­γα­λεῖο καὶ τὴν παν­το­δυ­να­μία Του. Ὁ Ἴδιος ὁ Κύ­ριος μὲ τὴ χάρη Του, ἐλεεῖ καὶ δι­δά­σκει τὴν ψυχὴ μὲ τα­πει­νὲς καὶ ἀγα­θὲς σκέ­ψεις, ὅπως ἡ μη­τέ­ρα τὸ ἀγα­πη­μέ­νο παιδί της, καὶ τὴν κάνει νὰ αἰ­σθαν­θεῖ τὴν πα­ρου­σία καὶ τὴν ἐγ­γύ­τη­τά Του πρὸς τὴν ψυχή, καὶ μὲ τα­πεί­νω­ση θε­ω­ρεῖ τὸν Κύριο χωρὶς κα­νέ­να λο­γι­σμό».

Ἡ ἱκα­νό­τη­τα τῆς φαν­τα­σί­ας ἐκ­δη­λώ­νε­ται μὲ πολ­λοὺς καὶ ποι­κί­λους τρό­πους. Ὁ ἀσκη­τὴς πα­λεύ­ει πρὶν ἀπὸ ὅλα μὲ τὸ εἶδος ἐκεῖ­νο τῆς φαν­τα­σί­ας, ἡ ὁποία συν­δέ­ε­ται μὲ τὴν ἐνέρ­γεια τῶν χον­δρῶν σαρ­κι­κῶν παθῶν. Γνω­ρί­ζει ὅτι κάθε πάθος ἔχει τὴ μορφή του, ἐπει­δὴ ἀνή­κει στὴ σφαί­ρα τοῦ κτι­στοῦ κό­σμου, ἡ ὁποία ἀνα­πό­φευ­κτα ὑπάρ­χει στὴ μιὰ ἢ τὴν ἄλλη μορφὴ καὶ πα­ρέ­χει τὴ μιὰ ἢ τὴν ἄλλη εἰ­κό­να. Μὲ κα­νο­νι­κὲς συν­θῆ­κες ἡ ἐνέρ­γεια τῆς ἐμ­πα­θοῦς ἐπι­θυ­μί­ας τότε μόνο ἀπο­κτᾶ δύ­να­μη στὸν ἄν­θρω­πο, ὅταν ἡ ἐμ­πα­θὴς εἰ­κό­να γί­νε­ται ἐσω­τε­ρι­κὰ δεκτὴ καὶ προ­σελ­κύ­ει τὸ νοῦ μὲ τὸ μέρος της. Ἂν ὁ νοῦς ἀπορ­ρί­ψει τὴν προ­τει­νό­με­νη σὲ αὐτὸν μορφὴ τοῦ πά­θους, αὐτὴ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἐξε­λι­χθεῖ καὶ σβή­νει. Ὅταν γιὰ πα­ρά­δειγ­μα ἔρ­χε­ται σαρ­κι­κὴ ἐπι­θυ­μία, ἔστω καὶ φυ­σιο­λο­γι­κή, ὁ ἀσκη­τὴς προ­φυ­λάσ­σει τὸ νοῦ του ἀπὸ τὴν εἰ­κό­να τοῦ πά­θους ποὺ ἔρ­χε­ται ἀπὸ ἔξω. (Μι­λών­τας ἐδῶ γιὰ νοῦ ἔχου­με ὑπόψη ὄχι τὸ λο­γι­κό, τὴ λο­γι­κὴ σκέψη, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ θὰ ὁρί­ζα­με ἴσως κα­λύ­τε­ρα ὡς «προ­σο­χή»). Ἂν ὁ νοῦς δὲν δε­χθεῖ αὐτὴ τὴν εἰ­κό­να, τὸ πάθος δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀνα­πτύ­ξει τὴν ἐνέρ­γειά του. Μιὰ τέ­τοια τή­ρη­ση τοῦ νοῦ ἀπὸ τὴν εἰ­κό­να τοῦ πά­θους δίνει στὸν ἄν­θρω­πο τὴν πραγ­μα­τι­κὴ δυ­να­τό­τη­τα, ἀπο­δε­δειγ­μέ­νη ἀπὸ χι­λιε­τῆ ἀσκη­τι­κὴ πείρα, νὰ φυ­λά­ξει πλή­ρως σὲ ὅλη τὴ ζωὴ τὴν σώ­φρο­να ἐγ­κρά­τεια, ἀκόμη καὶ ὅταν τὸ σῶμα εἶναι ἰσχυ­ρό, ὅπως βλέ­που­με στὸ πα­ρά­δειγ­μα τοῦ Γέ­ρον­τα. Ἀν­τί­θε­τα, ἂν ὁ νοῦς τοῦ ἀν­θρώ­που δέ­χε­ται μὲ ἡδονὴ τὴν ἐμ­πα­θὴ εἰ­κό­να, ἡ ἐνέρ­γειά της ὑπο­βάλ­λει σὲ τυ­ραν­νι­κὸ βια­σμὸ ἀκόμη καὶ τὸ ἀνί­κα­νο, ἀσθε­νι­κὸ καὶ ἐξαν­τλη­μέ­νο σῶμα.

Ἂς πά­ρου­με ἄλλο πάθος, λόγου χάρη τὸ μίσος. Καὶ αὐτὸ ἔχει ἐπί­σης τὴν εἰ­κό­να του· καὶ ἂν ὁ νοῦς προ­φυ­λά­γε­ται ἀπὸ τὸ “συν­δυα­σμὸ” μὲ αὐτήν, τὸ πάθος δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἐξε­λι­χθεῖ· σὲ πε­ρί­πτω­ση, ὅμως, ποὺ θὰ ἑνω­θεῖ μαζί της, τότε τὸ πάθος ἀνά­λο­γα μὲ τὸ μέτρο αὐτῆς τῆς ἑνώ­σε­ως θὰ ἀπο­κτᾶ συ­νε­χῶς με­γα­λύ­τε­ρη δύ­να­μη καὶ μπο­ρεῖ νὰ φθά­σει ὣς τὸ βαθμὸ τῆς κα­το­χῆς.
Τὸ ἄλλο εἶδος φαν­τα­σί­ας, μὲ τὸ ὁποῖο πα­λεύ­ει ὁ ἀσκη­τής, ὀνο­μά­ζε­ται συ­νή­θως ὀνει­ρο­πό­λη­ση-ρεμ­βα­σμός. Ὁ ἄν­θρω­πος βγαί­νει ἀπὸ τὴν ἀν­τι­κει­με­νι­κὴ κα­τά­στα­ση τῶν πραγ­μά­των στὸν κόσμο καὶ ζεῖ στὴ σφαί­ρα τῆς φαν­τα­σί­ας. Ἐπει­δή, ὅμως, ἡ φαν­τα­σία εἶναι ἀνί­σχυ­ρη νὰ δη­μιουρ­γή­σει κάτι «ἐκ τοῦ μὴ ὄντος», τὰ ἀπό­το­κά της θὰ ἔχουν ὁπωσ­δή­πο­τε τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τοῦ γύρω κό­σμου. Μὲ ἄλλα λόγια, θὰ ὑπάρ­χουν σὲ αὐτὰ ἀνα­πό­φευ­κτα, ὅπως συμ­βαί­νει καὶ στὰ ὄνει­ρα, στοι­χεῖα τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ κό­σμου, καὶ γι’ αὐτὸν τὸ λόγο ὄχι τε­λεί­ως ἀπρό­σι­τα. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἕνας φτω­χὸς φαν­τά­ζε­ται τὸν ἑαυτό του βα­σι­λιὰ ἢ προ­φή­τη ἢ με­γά­λο ἐπι­στή­μο­να. Πράγ­μα­τι ἡ ἱστο­ρία γνω­ρί­ζει πε­ρι­πτώ­σεις φτω­χῶν ἀν­θρώ­πων ἀπὸ τὰ κα­τώ­τε­ρα στρώ­μα­τα τῆς κοι­νω­νι­κῆς ἱε­ραρ­χί­ας ποὺ ἔγι­ναν αὐ­το­κρά­το­ρες κ.τ.λ., ἀλλὰ κάτι τέ­τοιο συ­νή­θως δὲν συμ­βαί­νει σὲ αὐ­τοὺς ποὺ ὀνει­ρο­πο­λοῦν.
Ἐλ­πί­ζου­με ὅτι ὁ ἀνα­γνώ­στης κα­τά­λα­βε τί ἐν­νο­οῦ­με, ὅταν μι­λᾶ­με γιὰ «ὀνει­ρο­πό­λη­ση», καὶ γιὰ νὰ μὴ μα­κρη­γο­ροῦ­με, περ­νᾶ­με σὲ ἄλλο εἶδος ἐκ­δη­λώ­σε­ως τῆς δυ­νά­με­ως τῆς φαν­τα­σί­ας. Ὁ ἄν­θρω­πος χρη­σι­μο­ποιεῖ τὴν ἱκα­νό­τη­τα τῆς μνή­μης καὶ τῆς πα­ρα­στά­σε­ως καὶ ἔτσι μπο­ρεῖ νὰ σκέ­πτε­ται, γιὰ νὰ βρεῖ τὴ λύση κά­ποιου προ­βλή­μα­τος, λ.χ. τε­χνι­κοῦ· τότε ὁ νοῦς του ἀνα­ζη­τεῖ μὲ τὴ νόηση τὴ δυ­να­τό­τη­τα ἔμ­πρα­κτης πραγ­μα­το­ποι­ή­σε­ως αὐτῆς ἢ τῆς ἄλλης ἰδέας. Τὸ εἶδος αὐτὸ τῆς ἐρ­γα­σί­ας τοῦ νοῦ, ποὺ συ­νο­δεύ­ε­ται ἀπὸ τὴ φαν­τα­σία, ἔχει μέ­γι­στη ση­μα­σία γιὰ τὸν πο­λι­τι­σμὸ καὶ εἶναι ἀπα­ραί­τη­το στοι­χεῖο στὴ δομὴ τῆς ζωῆς. Ὁ ἀσκη­τής, ὅμως, ποὺ με­ρι­μνᾶ γιὰ τὴν κα­θα­ρὰ προ­σευ­χή, προ­σπα­θεῖ μὲ τὴν ἀκτη­μο­σύ­νη νὰ πε­ριο­ρί­σει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ κα­θε­τί, γιὰ νὰ μὴν τὸν ἐμ­πο­δί­σει αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς φαν­τα­σί­ας «νὰ δίνει στὸν Θεὸ τὴν πρώτη του σκέψη καὶ τὴν πρώτη του δύ­να­μη», δη­λα­δὴ νὰ συγ­κεν­τρώ­νε­ται πλή­ρως στὸν Θεό.

Τέλος, ἕνα ἀκόμη εἶδος φαν­τα­σί­ας, γιὰ τὸ ὁποῖο θέ­λου­με νὰ μι­λή­σου­με, εἶναι οἱ ἀπό­πει­ρες τοῦ λο­γι­κοῦ νὰ διεισ­δύ­σει στὰ μυ­στή­ρια τοῦ εἶναι καὶ νὰ συλ­λά­βει τὸν Θεῖο κόσμο. Αὐτὲς οἱ ἀπό­πει­ρες συ­νο­δεύ­ον­ται ἀνα­πό­φευ­κτα ἀπὸ τὴ φαν­τα­σία, ποὺ πολ­λοὶ τεί­νουν νὰ ἀπο­κα­λέ­σουν μὲ τὸ ὑψηλὸ ὄνομα τῆς «θε­ο­λο­γι­κῆς δη­μιουρ­γί­ας». Ὁ ἀθλη­τὴς τῆς νο­ε­ρᾶς ἡσυ­χί­ας καὶ τῆς κα­θα­ρᾶς προ­σευ­χῆς πα­λεύ­ει μέσα του ἀπο­φα­σι­στι­κὰ ἐναν­τί­ον αὐτοῦ τοῦ εἴ­δους «δη­μιουρ­γί­ας», ποὺ μπο­ρεῖ νὰ εἶναι δια­δι­κα­σία ἀν­τί­θε­τη πρὸς τὴν τάξη τοῦ αὐ­θεν­τι­κοῦ εἶναι, δη­λα­δὴ μπο­ρεῖ νὰ δη­μιουρ­γεῖ ὁ ἄν­θρω­πος τὸν Θεὸ κατὰ τὴν δική του εἰ­κό­να καὶ ὁμοί­ω­ση.

Ἴσως αὐτὰ ποὺ εἴ­πα­με νὰ προ­κα­λέ­σουν πολ­λὲς ἀπο­ρί­ες καὶ ἀν­τιρ­ρή­σεις, ἀλλὰ δὲν μπο­ροῦ­με νὰ ἐπε­κτα­θοῦ­με σὲ δια­σα­φή­σεις, ἐλ­πί­ζον­τας πώς, ὅπου ὑπάρ­χει ἡ διά­θε­ση, θὰ γί­νου­με ἀν­τι­λη­πτοὶ ὅπως πρέ­πει.
Ὁ ἀθλη­τὴς τῆς προ­σευ­χῆς ξε­κι­νᾶ ἀπὸ τὴν πίστη ὅτι ὁ Θεὸς δη­μιούρ­γη­σε ἐμᾶς καὶ ὄχι ἐμεῖς τὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ ἀπο­σπᾶ­ται ἀπὸ κάθε θε­ο­λο­γι­κὴ ἢ φι­λο­σο­φι­κὴ δη­μιουρ­γία καὶ στρέ­φε­ται πρὸς τὸν Θεὸ μὲ μιὰ “ἀνεί­δεη” προ­σευ­χή. Καὶ ἂν συγ­κα­τα­βεῖ ἡ Θεία εὐ­δο­κία καὶ δοθεῖ στὸν προ­σευ­χό­με­νο νὰ γευ­θεῖ τὴν ἐγ­γύ­τη­τα τοῦ Θεοῦ, ἡ γνώση γιὰ τὸν Θεὸ ποὺ βρί­σκε­ται πέρα ἀπὸ ὅλα θὰ πάρει κά­ποια μορφή, τὴν ὁποία δὲν «ἐπι­νόη­σε», ὅμως, ὁ ἀσκη­τὴς ἢ ὁ προ­φή­της, ἀλλὰ ἔχει δοθεῖ «ἄνω­θεν».

Ὁ ἀσκη­τὴς μὲ τὴν προ­σευ­χὴ ζητᾶ τὸν Θεό, τὸν Ποι­η­τή του, καὶ ὁ Θεὸς μὲ τὴ συγ­κα­τά­βα­ση καὶ τὴν εὐ­δο­κία Του δίνει τὴ γνώση γι’ Αὐτὸν μὲ εἰ­κό­νες προ­σι­τὲς στὸν ἄν­θρω­πο. Οἱ εἰ­κό­νες ποὺ δίνει ὁ Θεὸς κα­τα­στρέ­φουν τὰ πάθη στὸν ἄν­θρω­πο καὶ τὸν ἁγιά­ζουν. Ἄν, ὅμως, τὶς δε­χθεῖ ὡς τε­λεί­ω­ση τῆς ἀπο­κα­λύ­ψε­ως, πέ­φτει σὲ πλάνη, καὶ τότε ἀκόμη καὶ οἱ εἰ­κό­νες ποὺ δό­θη­καν ἄνω­θεν μπο­ροῦν νὰ ἀπο­τε­λέ­σουν ἀξε­πέ­ρα­στο ἐμ­πό­διο γιὰ μιὰ τε­λειό­τε­ρη θε­ο­γνω­σία.
Ἡ δη­μιουρ­γι­κὴ ἰδέα τοῦ Θεοῦ πραγ­μα­το­ποιεῖ­ται καὶ ὑλο­ποιεῖ­ται στὸν κόσμο, ἡ κτι­στή, ὅμως, ἐλευ­θε­ρία πο­ρεύ­ε­ται ἀν­τί­στρο­φο δρόμο: Ἀνα­ζη­τεῖ τὸν Ἴδιο τὸν Θεό, στὸν Ὁποῖο βρί­σκε­ται τὸ ἀπώ­τε­ρο τέλος καὶ ἡ ἔσχα­τη ἔν­νοια τοῦ εἶναι της. Ὁ σκο­πὸς τοῦ κτι­στοῦ κό­σμου δὲν βρί­σκε­ται στὴν ἴδια τὴν ὕπαρ­ξή του καὶ γιὰ χάρη της, ἢ στὴ μορφὴ καὶ στὸν τρόπο τῆς ὑπάρ­ξε­ώς του, ἀλλὰ στὴ γνώση τοῦ Κτί­στου καὶ τὴ θέωση τοῦ κτί­σμα­τος.
Αἰτία τῆς δη­μιουρ­γί­ας τοῦ κό­σμου εἶναι ἡ ὑπε­ρεκ­χει­λί­ζου­σα ἀγα­θό­τη­τα τοῦ Θεοῦ καὶ κα­θό­λου ἡ ἀναγ­καιό­τη­τα τῆς ἐν­σαρ­κώ­σε­ως τοῦ Θεοῦ Λόγου. Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ σάρ­κω­ση τοῦ Θεοῦ Λόγου δὲν ἦταν ἀπα­ραί­τη­τη γιὰ τὸν Ἴδιο τὸν Λόγο καὶ ἡ δη­μιουρ­γία τοῦ κό­σμου δὲν ἦταν ἁπλῶς προ­κα­ταρ­κτι­κὴ πράξη γιὰ τὴ σάρ­κω­ση τοῦ Θεοῦ.

Ἡ συγ­κα­τά­βα­ση τοῦ Λόγου δὲν εἶναι ἔν­δει­ξη γιὰ τὴν ἐν­δο­γε­νὴ ἀξία τοῦ κό­σμου. Τὸ τέλος ἢ ἡ ἔν­νοια τῆς Θείας συγ­κα­τα­βά­σε­ως ἀπο­κα­λύ­πτε­ται στὸ ἴδιο τὸ ὄνομα ποὺ πῆρε ὁ Θεὸς Λόγος μὲ τὴν τα­πει­νὴ σάρ­κω­σή Του: Ἰη­σοῦς-Σω­τήρ· «καὶ κα­λέ­σεις τὸ ὄνομα Αὐτοῦ Ἰη­σοῦν· Αὐτὸς γὰρ σῴσει τὸν λαὸν Αὐτοῦ» (Ματθ. αʹ 21).
Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ὁ ἰδε­α­τὸς κό­σμος, δη­λα­δὴ ὁ κό­σμος τῶν ἰδεῶν. Καὶ ἡ μορφὴ τοῦ δο­θέν­τος ἐμ­πει­ρι­κοῦ ὄντος δὲν εἶναι ὑλο­ποί­η­ση τοῦ θείου ἰδε­α­τοῦ κό­σμου, δη­λα­δὴ τέ­τοια, ποὺ χωρὶς αὐτὴν θὰ πα­ρου­σια­ζό­ταν τὸ Θεῖο Ὂν ὡς ἐλ­λι­πές, ἀτε­λές.
Ἡ δη­μιουρ­γι­κὴ ἰδέα τοῦ ἀν­θρώ­που, ποὺ εἶναι στραμ­μέ­νη πρὸς τὸν κόσμο, ζητεῖ τὴν ὑλο­ποί­η­σή της, χωρὶς τὴν ὁποία πα­ρα­μέ­νει ἀνεκ­πλή­ρω­τη στὴν ἐξέ­λι­ξή της. Στὸν Θεῖο ὅμως κόσμο δὲν συμ­βαί­νει ἔτσι. Ἡ ἐν­σάρ­κω­ση τοῦ Θεοῦ Λόγου δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶναι τὸ τε­λι­κὸ στά­διο μιᾶς Θε­ο­γο­νι­κῆς πο­ρεί­ας, δη­λα­δὴ τε­λεί­ω­ση μιᾶς ἐξέ­λι­ξης στὴν Ἴδια τὴν Θε­ό­τη­τα, καὶ συ­νε­πῶς ἀναγ­καία γιὰ τὸν Ἴδιο τὸν Θεὸ πρὸς ὁλο­κλή­ρω­ση τοῦ Εἶναι Του.
Αὐτὴ εἶναι μὲ λίγα λόγια ἡ δογ­μα­τι­κὴ βάση τῆς πνευ­μα­τι­κῆς προ­σευ­χῆς, γιὰ τὴν ὁποία γί­νε­ται λόγος.

Ἡ πνευ­μα­τι­κὴ προ­σευ­χὴ δὲν εἶναι οὔτε καλ­λι­τε­χνι­κὴ δη­μιουρ­γία οὔτε ἐπι­στη­μο­νι­κὴ ἐρ­γα­σία οὔτε φι­λο­σο­φι­κὴ ἔρευ­να καὶ στο­χα­σμὸς οὔτε ἀφη­ρη­μέ­νη δια­νο­η­τι­κὴ θε­ο­λο­γία. Ἡ πνευ­μα­τι­κὴ ζωὴ δὲν ἔγ­κει­ται στὴν ἱκα­νο­ποί­η­ση τῶν συ­ναι­σθη­μα­τι­κῶν μας ἐπι­διώ­ξε­ων μὲ τὴν πραγ­μα­το­ποί­η­σή τους, δη­λα­δὴ μὲ τὴ με­τα­τρο­πή τους σὲ βιώ­μα­τα ἢ ὑλο­ποι­η­μέ­νες μορ­φές, π.χ. στὴν τέχνη. Ὅλα αὐτὰ ἀπο­τε­λοῦν διά­φο­ρες ὄψεις ἐκ­δη­λώ­σε­ως τῆς φαν­τα­στι­κῆς ἐνέρ­γειας τοῦ ἀν­θρώ­που. Ἄλλες μπο­ροῦν νὰ το­πο­θε­τη­θοῦν ψη­λό­τε­ρα, ἄλλες χα­μη­λό­τε­ρα· μπο­ρεῖ δη­λα­δὴ νὰ γίνει μιὰ ἀξιο­λο­γι­κὴ ἱε­ράρ­χη­ση αὐτῶν τῶν μορ­φῶν. Ὅμως, ἔτσι ἢ ἀλ­λιῶς ὅλα αὐτὰ ἀπο­τε­λοῦν ἐκ­δη­λώ­σεις τῆς φαν­τα­στι­κῆς ἐνέρ­γειας, τὴν ὁποία πρέ­πει νὰ ξε­πε­ρά­σου­με, γιατὶ ἀλ­λιῶς εἶναι ἀδύ­να­τον νὰ φθά­σου­με στὴν τέ­λεια προ­σευ­χὴ ἢ τὴν αὐ­θεν­τι­κὴ θε­ο­λο­γία ἢ τὴν ἀλη­θι­νὰ θε­ά­ρε­στη ζωή.
Τέ­τοια εἶναι συ­νε­πῶς ἡ ὁδὸς τοῦ ὀρ­θό­δο­ξου ἀσκη­τῆ: Ζητεῖ τὸν Ποι­η­τή του Θεὸ στὸ ὑπερ­βα­τι­κό Του Εἶναι. Γι’ αὐτὸ κατὰ τὴν πράξη τῆς νο­ε­ρᾶς προ­σευ­χῆς ἀγω­νί­ζε­ται ἐναν­τί­ον μυ­ριά­δων εἰ­κό­νων, καὶ τῶν ἐπο­πτι­κῶν, ὅσων δη­λα­δὴ ἔχουν τὴν μία ἢ τὴν ἄλλη ἐξω­τε­ρι­κὴ μορφή, πε­ρί­γραμ­μα, ἔκτα­ση στὸ χῶρο ἢ τὸ χρόνο, χρῶμα κ.τ.λ., καὶ τῶν δια­νο­η­τι­κῶν (εἰ­κό­νων), δη­λα­δὴ τῶν ἐν­νοιῶν, γιὰ νὰ προ­σεύ­χε­ται γυ­μνὸς ἀπὸ κάθε κτι­στὴ εἰ­κό­να στὸν Θεὸ «ἐνώ­πιος Ἐνω­πίῳ», πρό­σω­πο πρὸς Πρό­σω­πο (Κλῖ­μαξ ΚΖʹ 20).

Ὁ Θεὸς δη­μιουρ­γεῖ τὸν κόσμο καὶ ἡ δη­μιουρ­γία αὐτὴ ἀκο­λου­θεῖ τὴν τάξη τῆς συγ­κα­τα­βά­σε­ως. Ὁ ἄν­θρω­πος, ὅμως, ποὺ πο­ρεύ­ε­ται πρὸς τὸν Θεό, πο­ρεύ­ε­ται κατὰ τὴν τάξη τῆς ἀνα­βά­σε­ως καὶ κατὰ τὴν ἀνά­βα­σή του ἀπὸ τὴν κτίση πρὸς τὸν Θεὸ δὲν ἀρ­νεῖ­ται τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ τὴν ἀξία τῆς κτί­σε­ως, ἀλλὰ ἁπλῶς δὲν τὴν ἀπο­λυ­το­ποιεῖ καὶ δὲν τὴν θε­ο­ποιεῖ· δὲν τῆς προσ­δί­δει αὐ­το­σκο­πὸ καὶ αὐ­το­α­ξία. Ὁ Θεὸς ἔκανε τὸν κόσμο, ὄχι γιὰ νὰ ζεῖ ὁ Ἴδιος τὴ ζωὴ τῆς κτί­σε­ως, ἀλλὰ γιὰ νὰ κοι­νω­νή­σει ἡ λο­γι­κὴ κτίση στὴ Θεία Του ὕπαρ­ξη. Ὅταν ὁ λο­γι­κὸς ἄν­θρω­πος δὲν πε­τύ­χει τὴ θέωση, ἡ ὁποία δὲν μπο­ρεῖ νὰ πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ χωρὶς τὴ συμ­με­το­χή του, τότε ἐξα­φα­νί­ζε­ται καὶ ἡ ἴδια ἡ ἔν­νοια τῆς ὑπάρ­ξε­ώς του. Ἡ συ­νεί­δη­ση τοῦ με­γα­λεί­ου τῆς κλή­σε­ώς του, ἑνω­μέ­νη μὲ τὴ θε­ω­ρία τῆς θείας δη­μιουρ­γί­ας, γεννᾶ στὴν ψυχὴ τοῦ ἀν­θρώ­που με­γά­λο θάμ­βος ἐνώ­πιον τοῦ Ποι­η­τοῦ τῶν ὅλων, ἀλλὰ συγ­χρό­νως καὶ τε­λεί­ως ρε­α­λι­στι­κὴ ἀν­τί­λη­ψη γιὰ κάθε πράγ­μα τοῦ κό­σμου. Ταυ­τό­χρο­να, ὅμως, ἡ ἴδια συ­νεί­δη­ση ὁδη­γεῖ στὴν ἀπό­σπα­ση ἀπὸ κάθε κτι­στὸ γιὰ χάρη τῆς θε­ω­ρί­ας τοῦ Μόνου Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ ἀπό­σπα­ση δὲν εἶναι ἀπέκ­δυ­ση τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ κτι­στοῦ εἶναι, μὲ τὴν ἔν­νοια τῆς ἀπορ­ρί­ψε­ως ἢ τῆς ἀρ­νή­σε­ώς του ὡς «φά­σμα­τος». Δὲν εἶναι ἡ ἀπό­σπα­ση αὐτὴ ποι­η­τι­κὴ ἢ φι­λο­σο­φι­κὴ ἀε­ρο­βα­σία στὴ σφαί­ρα τῶν ὑψη­λῶν καὶ ὡραί­ων μορ­φῶν ἢ τῶν «κα­θα­ρῶν» ἰδεῶν, ὅσο ψηλὰ ἀξιο­λο­γι­κὰ καὶ ἂν βρί­σκον­ται αὐτές, γιατὶ ἡ στάση αὐτὴ ὁδη­γεῖ πάλι σὲ φαν­τα­σιώ­δη κόσμο. Ὄχι. Ἡ ἀπό­σπα­ση ἢ ἡ ἀποχὴ ἀπὸ ὅλα στὴν πνευ­μα­τι­κὴ προ­σευ­χὴ εἶναι συ­νέ­πεια τῆς ὁλο­κλη­ρω­τι­κῆς ἐφέ­σε­ως γιὰ τὸν ζῶντα καὶ ἀλη­θι­νὸ Θεό, ἕνεκα τῆς ἀπέ­ραν­της πρὸς Αὐτὸν ἀγά­πης καὶ τῆς κλή­σε­ώς μας νὰ ζοῦμε ἐν Αὐτῷ, ὁ Ὁποῖ­ος εἶναι ὁ Αὐ­το­σκο­πὸς καὶ ἡ Αὐ­το­α­ξία. «Ὁ Θεὸς Φῶς ἐστι καὶ σκο­τία ἐν Αὐτῷ οὐκ ἔστιν οὐ­δε­μία» (Αʹ Ἰωάν. αʹ 5).

Ὁ ἁπλὸς καὶ τα­πει­νὸς πι­στὸς ἀπαλ­λάσ­σε­ται ἀπὸ τὴν ἐξου­σία τῆς φαν­τα­σί­ας μὲ τὴν ἀκέ­ραια καὶ δια­καὴ ἐπι­θυ­μία νὰ ζεῖ σύμ­φω­να μὲ τὸ ἅγιο θέ­λη­μα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ εἶναι τόσο ἁπλό, καὶ συ­νά­μα τόσο «ἀπο­κε­κρυμ­μέ­νον ἀπὸ σοφῶν καὶ συ­νε­τῶν», ποὺ δὲν ὑπάρ­χει δυ­να­τό­τη­τα νὰ ἐξη­γη­θεῖ μὲ λόγια.
Στὴν ἀνα­ζή­τη­ση αὐτὴ τοῦ θε­λή­μα­τος τοῦ Θεοῦ πε­ρι­κλεί­ε­ται καὶ ἡ «ἀπο­τα­γὴ» τοῦ κό­σμου. Ἡ ψυχὴ θέλει νὰ ζεῖ μὲ τὸν Θεὸ καὶ γι’ αὐτὸ «ἀπο­τάσ­σε­ται» τὸ θέ­λη­μά της καὶ τὴ φαν­τα­σία της, ποὺ δὲν μπο­ροῦν νὰ δη­μιουρ­γή­σουν πραγ­μα­τι­κὴ ὕπαρ­ξη, ἀλλὰ ἐμ­φα­νί­ζον­ται ὡς «σκό­τος ἐξώ­τε­ρον».
Ὁ κό­σμος τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φαν­τα­σί­ας εἶναι κό­σμος τῶν «φα­σμά­των» τῆς ἀλη­θεί­ας, κοι­νὸς στοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ τοὺς πε­πτω­κό­τας ἀγ­γέ­λους καὶ γι’ αὐτὸ ἡ φαν­τα­σία γί­νε­ται πολ­λὲς φορὲς ἀγω­γὸς δαι­μο­νι­κῆς ἐνέρ­γειας.
Τόσο οἱ δαι­μο­νι­κὲς εἰ­κό­νες ὅσο καὶ αὐτὲς ποὺ ἐπι­νο­εῖ ὁ ἴδιος ὁ ἄν­θρω­πος, μπο­ροῦν νὰ ἐπι­δροῦν στοὺς ἀν­θρώ­πους με­τα­σχη­μα­τί­ζον­τάς τους ἢ με­τα­μορ­φώ­νον­τάς τους, ἀλλὰ πάν­τως ἕνα εἶναι ἀνα­πό­φευ­κτο: Κάθε εἰ­κό­να, εἴτε δη­μιουρ­γη­μέ­νη ἀπὸ τὸν ἄν­θρω­πο εἴτε ἐμ­πνευ­σμέ­νη ἀπὸ τοὺς δαί­μο­νες, ποὺ γί­νε­ται δεκτὴ ἀπὸ τὴν ψυχή, δια­στρέ­φει τὴν πνευ­μα­τι­κὴ μορφὴ τοῦ ἀν­θρώ­που ποὺ δη­μιουρ­γή­θη­κε κατ’ εἰ­κό­να καὶ ὁμοί­ω­ση Θεοῦ. Ἡ ἐνέρ­γεια τῆς φαν­τα­σί­ας στὴν ἔσχα­τή της ἐξέ­λι­ξη ὁδη­γεῖ σὲ αὐ­το­θέ­ω­ση τοῦ κτί­σμα­τος, δη­λα­δὴ στὴν ἀνα­γνώ­ρι­ση θείας ἀρχῆς στὴν ἴδια τὴν φύση τοῦ ἀν­θρώ­που. Μὲ τὴ βάση αὐτὴ ἡ φυ­σι­κὴ θρη­σκεία, δη­λα­δὴ ἡ θρη­σκεία τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου λο­γι­κοῦ, ἀπο­κτᾶ μοι­ραί­ως παν­θεϊ­στι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα.

Καὶ οἱ ἀν­θρώ­πι­νες καὶ οἱ δαι­μο­νι­κὲς εἰ­κό­νες ἔχουν δύ­να­μη, συχνὰ πολὺ με­γά­λη, ὄχι ὅμως γιατὶ εἶναι δη­μιουρ­γι­κὲς κα­θε­αυ­τὲς μὲ τὴν πλήρη ση­μα­σία τῆς λέ­ξε­ως, ὅπως ἡ θεία δύ­να­μη ποὺ κτί­ζει ἀπὸ τὸ μηδέν, ἀλλὰ ἐπει­δὴ ἡ ἀν­θρώ­πι­νη θέ­λη­ση κλί­νει μὲ τὸ μέρος τους, καὶ μόνο μὲ τὴν ὑπο­τα­γή της μορ­φο­ποιεῖ­ται ὁ ἄν­θρω­πος ἀπὸ τὶς εἰ­κό­νες αὐτές. Ὁ Κύ­ριος, ὅμως, ἀπε­λευ­θε­ρώ­νει ὅσους με­τα­νο­οῦν ἀπὸ τὴν ἐξου­σία τῶν παθῶν καὶ τῆς φαν­τα­σί­ας, καὶ ὅποιος χρι­στια­νὸς ἀπε­λευ­θε­ρω­θεῖ κα­τα­φρο­νεῖ τὴ δύ­να­μη τῶν φαν­τα­στι­κῶν εἰ­κό­νων.
Ἡ ἐξου­σία τοῦ κο­σμι­κοῦ κακοῦ στὸν ἄν­θρω­πο εἶναι τε­ρά­στια καὶ κα­νέ­νας ἀπό­γο­νος τοῦ Ἀδὰμ δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὴ νι­κή­σει χωρὶς τὸν Χρι­στὸ καὶ ἔξω ἀπὸ Αὐτόν. Ἐκεῖ­νος εἶναι ὁ Ἰη­σοῦς-Σω­τὴρ μὲ τὴν κύρια καὶ μο­να­δι­κὴ ση­μα­σία τῆς λέ­ξε­ως. Αὐτὴ εἶναι ἡ πίστη τοῦ ὀρ­θό­δο­ξου ἀσκη­τῆ καὶ γι’ αὐτὸ ἡ εὐχὴ τῆς νο­ε­ρᾶς ἡσυ­χί­ας γί­νε­ται μὲ τὴν ἀδιά­λει­πτη ἐπί­κλη­ση τοῦ ὀνό­μα­τος τοῦ Ἰησοῦ Χρι­στοῦ, ἀπ’ ὅπου ἡ προ­σευ­χὴ αὐτὴ πῆρε καὶ τὴν ὀνο­μα­σία «προ­σευ­χὴ τοῦ Ἰησοῦ».
Ὁ ἡσυ­χα­στὴς μο­να­χὸς ἀγω­νι­ζό­με­νος κατὰ τῆς φαν­τα­σί­ας ποὺ δια­στρέ­φει τὴν πνευ­μα­τι­κὴ ζωή, συ­ναν­τιέ­ται μὲ τὶς ποι­κι­λό­μορ­φες ἐκ­δη­λώ­σεις της, ποὺ μπο­ροῦν νὰ τα­ξι­νο­μη­θοῦν μὲ διά­φο­ρους τρό­πους. Ὁ Γέ­ρον­τας τὶς συ­νό­ψι­ζε στὶς τέσ­σε­ρις μορ­φὲς ποὺ ἐκ­θέ­σα­με πα­ρα­πά­νω, μορ­φὲς ποὺ τοῦ ἔδι­ναν τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ ἐκ­φρά­σει τὴν οὐσία τοῦ προ­βλή­μα­τος.

Ἡ πρώτη μορφὴ ἀνα­φέ­ρε­ται γε­νι­κὰ στὸν ἀγώνα κατὰ τῶν παθῶν.
Ἡ δεύ­τε­ρη χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὅσους προ­σεύ­χον­ται μὲ τὸν πρῶτο τρόπο. Σὲ αὐτὴ τὴ μορφὴ φαν­τα­σί­ας ἀνά­γε­ται καὶ ἡ γνω­στὴ μέ­θο­δος τοῦ «δια­λο­γι­σμοῦ» (med­i­ta­tion), ὅταν ὁ ἄν­θρω­πος μὲ τὴ φαν­τα­σία δη­μιουρ­γεῖ στὸ νοῦ του ἐπο­πτι­κὲς εἰ­κό­νες ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Χρι­στοῦ ἢ ἄλλες ἱερὲς πα­ρα­στά­σεις. Συ­νή­θως στὴν ἐρ­γα­σία αὐτὴ κα­τα­φεύ­γουν οἱ ἀρ­χά­ριοι ἢ ἄπει­ροι ἀσκη­τές. Ὁ ἐρ­γά­της μιᾶς τέ­τοιας «φαν­τα­σιώ­δους» προ­σευ­χῆς δὲν κλεί­νει τὸ νοῦ του στὴν καρ­διὰ γιὰ χάρη τῆς ἐσω­τε­ρι­κῆς νή­ψε­ως, ἀλλὰ τὸν προ­ση­λώ­νει στὴν ἐπο­πτι­κὴ πλευ­ρὰ τῶν θείων, ὅπως ὁ ἴδιος φαν­τά­ζε­ται, εἰ­κό­νων, ὁδη­γεῖ τὸν ἑαυτό του σὲ κα­τά­στα­ση ψυ­χι­κῆς διε­γέρ­σε­ως, ποὺ σὲ πε­ρί­πτω­ση ἐν­τα­τι­κῆς συγ­κεν­τρώ­σε­ως μπο­ρεῖ νὰ φθά­σει ὣς τὴν ἰδιό­τυ­πη πα­θο­λο­γι­κὴ ἔκ­στα­ση. Χαί­ρε­ται γιὰ τὰ «ἐπι­τεύγ­μα­τά» του, ἀφο­σιώ­νε­ται στὶς κα­τα­στά­σεις αὐτές, τὶς καλ­λιερ­γεῖ, τὶς θε­ω­ρεῖ πνευ­μα­τι­κές, ὑψη­λὲς καὶ ὀφει­λό­με­νες στὴν ἐνέρ­γεια τῆς χά­ρι­τος, ἔχει τὴν ἰδέα πὼς καὶ ὁ ἴδιος εἶναι ἅγιος καὶ θε­ω­ρὸς τῶν μυ­στη­ρί­ων τοῦ Θεοῦ καὶ τέλος φθά­νει σὲ πα­ραι­σθή­σεις καὶ ψυ­χι­κὲς ἀσθέ­νειες ἢ στὴν κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση πα­ρα­μέ­νει στὴν πλάνη περ­νών­τας τὴ ζωή του σὲ φαν­τα­στι­κὸ κόσμο.

Ἡ τρίτη καὶ τέ­ταρ­τη μορφὴ φαν­τα­σί­ας μπο­ροῦ­με νὰ ποῦμε πὼς βρί­σκον­ται στὴ βάση ὅλου τοῦ ὀρ­θο­λο­γι­στι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ. Γι’ αὐτὸ ἡ ἀπό­σπα­ση ἀπὸ αὐτὲς εἶναι ἰδιαί­τε­ρα δύ­σκο­λη γιὰ τὸν μορ­φω­μέ­νο ἄν­θρω­πο, ποὺ βλέ­πει στὸν πο­λι­τι­σμὸ αὐτὸ τὸν πνευ­μα­τι­κό του πλοῦ­το· ἡ ἀπό­σπα­ση ἀπὸ αὐτὸν εἶναι ἀσυγ­κρί­τως δυ­σκο­λό­τε­ρη ἀπὸ τὴν ἀπο­τα­γὴ τοῦ ὑλι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ.
Ὅποιος προ­σεύ­χε­ται μὲ τὸν τρίτο τρόπο γνω­ρί­ζει πόσο ὀδυ­νη­ρὴ εἶναι αὐτὴ ἡ ἀπο­τα­γή. Μᾶς ἔτυχε νὰ πα­ρα­τη­ρή­σου­με ἕνα πα­ρά­δο­ξο φαι­νό­με­νο: Ἀνά­με­σα στοὺς ἁπλοὺς καὶ ὀλι­γο­γράμ­μα­τους ἀσκη­τὲς ποὺ ἀγά­πη­σαν τὴν νοερὰ προ­σευ­χὴ συ­ναν­τᾶ­ται συ­χνό­τε­ρα ἡ ἀνά­βα­ση σὲ με­γα­λύ­τε­ρο ὕψος καὶ κα­θα­ρό­τη­τα παρὰ ἀνά­με­σα στοὺς μορ­φω­μέ­νους, οἱ ὁποῖ­οι στὴ συν­τρι­πτι­κὴ πλειο­ψη­φία τους πα­ρα­μέ­νουν στὸν δεύ­τε­ρο τρόπο προ­σευ­χῆς.

Ὅσοι ἔχουν βα­θειὰ θρη­σκευ­τι­κὴ καὶ ἀσκη­τι­κὴ διά­θε­ση κα­τα­νο­οῦν πολὺ γρή­γο­ρα ὅτι τὸ τρίτο εἶδος τῆς φαν­τα­σί­ας ἀπο­τε­λεῖ στρο­φὴ πρὸς τὴ γῆ. Εἶναι λοι­πὸν ὀφθαλ­μο­φα­νὴς ἡ ἑτε­ρο­γέ­νειά της στὴν προ­σευ­χὴ καὶ ὁ ἀγώ­νας ἐναν­τί­ον της κατὰ τὴν ὥρα τῆς προ­σευ­χῆς ἁπλο­ποιεῖ­ται. Δια­φο­ρε­τι­κὰ συμ­βαί­νει μὲ τὸ τέ­ταρ­το εἶδος, ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἀπο­κτή­σει ἰδιαί­τε­ρη λε­πτό­τη­τα καὶ νὰ πα­ρου­σιά­ζε­ται ὡς ἔνθεη ζωή. Ἡ ἀπο­κλει­στι­κὴ σπου­δαιό­τη­τα τοῦ προ­βλή­μα­τος αὐτοῦ στὴν ἀσκη­τι­κὴ μᾶς ἀναγ­κά­ζει νὰ πα­ρα­τεί­νου­με ἐδῶ τὸ λόγο.
Σὲ ὅσους προ­σεύ­χον­ται μὲ τὸν πρῶτο τρόπο ἐπι­κρα­τεῖ ἡ ρεμ­βά­ζου­σα φαν­τα­σία, ἐνῶ σὲ ὅσους προ­σεύ­χον­ται μὲ τὸν δεύ­τε­ρο κυ­ριαρ­χεῖ ὁ πει­ρα­σμὸς νὰ κα­τορ­θω­θοῦν τὰ πάντα μὲ τὴν ὁδὸ τῆς λο­γι­κῆς. Σὲ αὐ­τοὺς ἡ ζωὴ συγ­κεν­τρώ­νε­ται στὸν ἐγ­κέ­φα­λο. Ὁ νοῦς τους δὲν εἶναι ἑνω­μέ­νος μὲ τὴν καρ­διά, ἀλλὰ συ­νε­χῶς ὁρμᾶ πρὸς τὰ ἔξω, ἀγω­νι­ζό­με­νος νὰ τὰ κα­τα­κτή­σει ὅλα μὲ τὴ νόηση. Ἔχον­τας μιὰ ὁρι­σμέ­νη πνευ­μα­τι­κὴ πείρα, ἀνε­παρ­κῆ ὅμως ἀκόμη, προ­σπα­θοῦν «μὲ τὸ νοῦ τους» νὰ συμ­πλη­ρώ­σουν τὰ κενὰ τῆς πεί­ρας αὐτῆς καὶ νὰ εἰ­σχω­ρή­σουν δια­νο­η­τι­κῶς στὰ μυ­στή­ρια τῆς Θείας ὑπάρ­ξε­ως. Ἔτσι εἰ­σχω­ροῦν ἀνα­πό­φευ­κτα στὶς θε­ω­ρί­ες τους με­ρι­κὰ στοι­χεῖα, γεν­νή­μα­τα φαν­τα­στι­κῆς ἐνέρ­γειας. Ἡ ἰδε­ώ­δης ἐκεί­νη σφαί­ρα, στὴν ὁποία κι­νοῦν­ται σὲ μιὰ τέ­τοια πε­ρί­στα­ση, ἂν ἔχουν καὶ με­γά­λα δια­νο­η­τι­κὰ προ­σόν­τα, τοὺς δίνει μιὰ «φαι­νο­με­νι­κὴ» ὑπε­ρο­χὴ ἀπέ­ναν­τι στοὺς ἄλ­λους, γε­γο­νὸς ποὺ ἐνι­σχύ­ει ἀκόμη πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴν αὐ­το­πε­ποί­θη­σή τους.
Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὴ δια­στρο­φή, στὴν ὁποία ὁδη­γεῖ ὁ δεύ­τε­ρος τρό­πος προ­σευ­χῆς, εἶναι ὁ ὀρ­θο­λο­γι­σμός.

Ὁ ὀρ­θο­λο­γι­στὴς θε­ο­λό­γος οἰ­κο­δο­μεῖ τὸ σύ­στη­μά του, ὅπως ὁ ἀρ­χι­τέ­κτο­νας οἰ­κο­δο­μεῖ ἕνα ἀνά­κτο­ρο ἢ ἕνα ναό, χρη­σι­μο­ποιών­τας ἐμ­πει­ρι­κὲς καὶ με­τα­φυ­σι­κὲς ἔν­νοιες ὡς οἰ­κο­δο­μι­κὰ ὑλικὰ καὶ φρον­τί­ζει ὄχι τόσο γιὰ τὴ συμ­φω­νία τῆς ἰδε­ώ­δους οἰ­κο­δο­μῆς του μὲ τὴν ἀν­τι­κει­με­νι­κὴ ἀλή­θεια τοῦ εἶναι, ὅσο γιὰ τὸ με­γα­λεῖο καὶ τὴν ἁρ­μο­νι­κὴ ἀκε­ραιό­τη­τα τοῦ συ­στή­μα­τός του ἀπὸ λο­γι­κὴ ἄποψη.
Πολ­λοὶ με­γά­λοι ἄν­θρω­ποι, ὅσο πα­ρά­δο­ξο καὶ ἂν εἶναι αὐτό, δὲν μπό­ρε­σαν νὰ ἀν­τι­στα­θοῦν στὸν οὐ­σια­στι­κὰ ἀφελῆ αὐτὸν πει­ρα­σμό, ποὺ ἔχει ὡς κρυμ­μέ­νη ἀρχὴ τὴν ὑπε­ρη­φά­νεια.
Τὰ γεν­νή­μα­τα τῆς εὐ­φυ­ΐ­ας τοῦ δια­νο­η­τι­κοῦ θε­ο­λό­γου εἶναι γι’ αὐτὸν πο­λύ­τι­μα, ὅπως εἶναι γιὰ τὴ μάνα ἀγα­πη­μέ­να τὰ παι­διά της, ὁ καρ­πὸς τῆς κοι­λί­ας της. Ἀγαπᾶ τὴ δη­μιουρ­γία του σὰν τὸν ἑαυτό του, γιατὶ ταυ­τί­ζε­ται μαζί της ἐγ­κλω­βι­σμέ­νος στὴ σφαί­ρα της. Σὲ τέ­τοιες πε­ρι­πτώ­σεις καμιὰ ἐξω­τε­ρι­κὴ ἐπέμ­βα­ση δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸν βο­η­θή­σει. Ἂν ὁ ἴδιος δὲν ἀπο­κολ­λη­θεῖ μόνος τους ἀπὸ αὐτὸ ποὺ θε­ω­ρεῖ ὡς πλοῦ­το του, δὲν θὰ φθά­σει ποτὲ στὴν κα­θα­ρὰ προ­σευ­χὴ καὶ τὴν ἀλη­θι­νὴ θε­ω­ρία.

Πολ­λοὶ θε­ο­λό­γοι-φι­λό­σο­φοι, οὐ­σια­στι­κῶς ὀρ­θο­λο­γι­στές, ἀνέρ­χον­ται στὴν ὑπερ­λο­γι­κή, θὰ λέ­γα­με, σφαί­ρα τῆς δια­νόη­σης, ἀλλὰ ἡ σφαί­ρα αὐτὴ δὲν εἶναι ἀκόμη ὁ Θεῖος κό­σμος. Πε­ρι­κλεί­ε­ται στὰ ὅρια τῆς ἀν­θρώ­πι­νης κτι­στῆς φύ­σε­ως καὶ αὐτὴ ἡ ἰδιό­τη­τα τὴν κάνει ἐφι­κτὴ στὸ λο­γι­κὸ σύμ­φω­να μὲ τὴ φυ­σι­κὴ τάξη τῶν πραγ­μά­των.
Οἱ ἐνο­ρά­σεις τοῦ νοῦ τους δὲν χω­ροῦν στὰ πλαί­σια τοῦ ἐν­νο­μι­κοῦ συλ­λο­γι­σμοῦ, δη­λα­δὴ στὴν τυ­πι­κὴ λο­γι­κή, ἀλλὰ εἰ­σχω­ροῦν στὴ σφαί­ρα τῆς με­τα­λο­γι­κῆς καὶ τοῦ ἀν­τι­νο­μι­κοῦ συλ­λο­γι­σμοῦ, ἀλλὰ καὶ σὲ αὐτὸν οὐ­σια­στι­κὰ δὲν παύ­ουν νὰ εἶναι ἀπο­τέ­λε­σμα δια­νο­η­τι­κῆς ἐρ­γα­σί­ας.
Ἡ ὑπέρ­βα­ση τοῦ στε­νοῦ ἐν­νο­μι­κοῦ ὀρ­θο­λο­γι­σμοῦ ἀπο­τε­λεῖ ἔν­δει­ξη ὑψη­λῆς δια­νο­η­τι­κῆς καλ­λιέρ­γειας, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀκόμη ἡ «ἀλη­θι­νὴ πίστη» καὶ ἡ αὐ­θεν­τι­κὴ θε­ω­ρία τοῦ Θεοῦ.
Οἱ ἄν­θρω­ποι αὐτοί, ποὺ ἔχουν πολ­λὲς φορὲς ἀξιό­λο­γες ἱκα­νό­τη­τες γιὰ λο­γι­κὴ δια­νόη­ση, ἐξαι­τί­ας ἀκρι­βῶς αὐτῶν τῶν ἱκα­νο­τή­των καὶ μὲ πλήρη συ­νέ­πεια πρὸς αὐτὲς φτά­νουν στὴν ἐπί­γνω­ση τῆς σχε­τι­κό­τη­τας τῶν νόμων τῆς ἀν­θρώ­πι­νης δια­νο­ή­σε­ως καὶ ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ται ὅτι εἶναι ἀδύ­να­τον νὰ πε­ρι­λη­φθεῖ ὅλο τὸ εἶναι στὸ ἀτσά­λι­νο πλέγ­μα τῶν λο­γι­κῶν συλ­λο­γι­σμῶν. Αὐτὴ ἡ ἐπί­γνω­ση τοὺς ἀνε­βά­ζει σὲ θε­ω­ρία ποὺ ὑπερ­βαί­νει τὴν τυ­πι­κὴ λο­γι­κή, ἀλλὰ καὶ τότε βλέ­πουν ἁπλῶς τὴν ὡραιό­τη­τα τοῦ νοῦ ποὺ δη­μιουρ­γή­θη­κε κατ’ εἰ­κό­να Θεοῦ. Καὶ ἐπει­δὴ ὅσοι εἰ­σέρ­χον­ται πρῶ­τοι στὴ σφαί­ρα αὐτὴ τῆς «σιω­πῆς τοῦ νοῦ» αἰ­σθά­νον­ται «μυ­στι­κι­στι­κὸ δέος», νο­μί­ζουν πὼς ἡ θε­ω­ρία τους εἶναι πείρα μυ­στι­κῆς Θε­ο­κοι­νω­νί­ας, ἐνῶ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα μέ­νουν ἀκόμη μέσα στὰ ὅρια τῆς κτι­στῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σε­ως.

Οἱ κα­τη­γο­ρί­ες ποὺ χρη­σι­μο­ποιεῖ ὁ νοῦς-λο­γι­κὸ σὲ πα­ρό­μοιες κα­τα­στά­σεις βγαί­νουν ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τῶν δια­στά­σε­ων τοῦ χρό­νου καὶ τοῦ χώρου καὶ δί­νουν στὸν ἐπό­πτη τους κά­ποιο αἴ­σθη­μα αἰ­ώ­νιας σο­φί­ας. Αὐτὰ εἶναι τὰ τε­λευ­ταῖα ὅρια, ποὺ μπο­ρεῖ νὰ φθά­σει ὁ δια­νο­ού­με­νος νοῦς μέσα ἀπὸ τὸ δρόμο τῆς φυ­σι­κῆς ἀνα­πτύ­ξε­ως καὶ αὐ­το­γνω­σί­ας του, ἡ ὁποία εἶναι δυ­να­τὸν νὰ πάρει μορφὴ φω­τό­μορ­φης αὐ­το­θε­ω­ρί­ας. Ἡ ἐμ­πει­ρία αὐτή, ἀνε­ξάρ­τη­τα ἀπὸ τὸ πῶς θὰ ἑρ­μη­νευ­θεῖ, δη­λα­δὴ ποιὰ δογ­μα­τι­κὴ δια­τύ­πω­ση θὰ λάβει, εἶναι οὐ­σια­στι­κὰ ἐμ­πει­ρία «παν­θεϊ­στι­κῆς» τά­ξε­ως.
Φθά­νον­τας «μέχρι συν­τε­λεί­ας φωτὸς μετὰ σκό­τους» (Ἰὼβ κστʹ 10), ὁ ἄν­θρω­πος βλέ­πει τὴ νοερή του ὡραιό­τη­τα, τὴν ὁποία πολ­λοὶ θε­ώ­ρη­σαν ὡς Θε­ό­τη­τα. Τὸ φῶς ποὺ φαί­νε­ται εἶναι φῶς, ὄχι ὅμως τὸ Φῶς ἐκεῖ­νο τὸ Ἀλη­θι­νό, «ἐν ᾧ σκο­τία οὐκ ἔστιν οὐ­δε­μία», ἀλλὰ τὸ φυ­σι­κὸ φῶς τοῦ νοῦ τοῦ ἀν­θρώ­που ποὺ δη­μιουρ­γή­θη­κε κατ’ εἰ­κό­να Θεοῦ.
Τὸ φῶς αὐτὸ τοῦ νοῦ, ποὺ ἀξιο­λο­γι­κὰ ὑπε­ρέ­χει ἔναν­τι τοῦ φωτὸς κάθε ἄλλης ἐμ­πει­ρι­κῆς γνώ­σε­ως, δι­καί­ως μπο­ρεῖ νὰ κλη­θεῖ σκό­τος, γιατὶ εἶναι τὸ «κενὸ» τῆς ἀπεκ­δύ­σε­ως καὶ δὲν ὑπάρ­χει σὲ αὐτὸ ὁ Θεός. Καὶ ἴσως ἀξί­ζει στὴν πε­ρί­πτω­ση αὐτή, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀπὸ ὁποια­δή­πο­τε ἄλλη, νὰ θυ­μη­θοῦ­με τὰ λόγια τοῦ Κυ­ρί­ου: «Σκό­πει οὖν μὴ τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκό­τος ἐστί;» (Λουκ. ιαʹ 35). Πράγ­μα­τι, ἡ πρώτη κο­σμι­κὴ προϊ­στο­ρι­κὴ κα­τα­στρο­φή, ἡ πτώση τοῦ Ἑω­σφό­ρου, “υἱοῦ τῆς πρω­ΐ­ας”, ποὺ ἔγινε ἄρ­χον­τας τοῦ σκό­τους, ἦταν ἀπο­τέ­λε­σμα αὐ­το­ε­ρω­τι­κῆς θε­ω­ρί­ας τῆς ὡραιό­τη­τάς του· θε­ω­ρί­ας, ποὺ κα­τέ­λη­ξε σὲ αὐ­το­θέ­ω­ση.
Μι­λᾶ­με μὲ ψυχρὴ καὶ ἀσύν­δε­τη γλώσ­σα, ἀλλὰ ἐκεῖ­νος ποὺ στά­θη­κε στοὺς πνευ­μα­τι­κοὺς αὐ­τοὺς χώ­ρους ἴσως θὰ πεῖ:
«Πράγ­μα­τι, φο­βε­ρό… Ποῦ βρί­σκε­ται, λοι­πόν, ἡ ἐγ­γύ­η­ση γιὰ τὴν ἀλη­θι­νὴ Θε­ο­κοι­νω­νία καὶ ὄχι γιὰ τὴ φαν­τα­σιώ­δη, φι­λο­σο­φι­κή, παν­θεϊ­στι­κή»;

Ὁ μα­κά­ριος Γέ­ρον­τας Σι­λουα­νὸς βε­βαί­ω­νε κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὰ πὼς τέ­τοια ἐγ­γύ­η­ση, ὑπο­κεί­με­νη στὸν λο­γι­κό μας ἔλεγ­χο, εἶναι ἡ πρὸς τοὺς ἐχθροὺς ἀγάπη. Ἔλεγε:
«Ὁ Κύ­ριος εἶναι τα­πει­νὸς καὶ πράος καὶ ἀγαπᾶ τὸ πλά­σμα Του καὶ ἐκεῖ ὅπου εἶναι τὸ Πνεῦ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου, ἐκεῖ ὁπωσ­δή­πο­τε θὰ εἶναι ἡ τα­πει­νὴ ἀγάπη γιὰ τοὺς ἐχθροὺς καὶ ἡ προ­σευ­χὴ γιὰ τὸν κόσμο. Καὶ ἂν δὲν ἔχεις αὐτὴ τὴν ἀγάπη, τότε πα­ρα­κά­λε­σε καὶ θὰ σοῦ τὴν δώσει ὁ Κύ­ριος, ποὺ εἶπε: “Αἰ­τεῖ­τε καὶ δο­θή­σε­ται ὑμῖν, ζη­τεῖ­τε, καὶ εὑ­ρή­σε­τε” (Ματθ. ζʹ 7)».
Κα­νεὶς ἂς μὴν τολμᾶ νὰ ὑπο­τι­μᾶ τὸ «ψυ­χο­λο­γι­κὸ» αὐτὸ κρι­τή­ριο, γιατὶ μιὰ τέ­τοια ψυ­χι­κὴ κα­τά­στα­ση εἶναι ἀπο­τέ­λε­σμα ἀλη­θι­νῆς Θεϊ­κῆς ἐνέρ­γειας. Ὁ Θεὸς ποὺ σώζει, σώζει ὁλό­κλη­ρο τὸν ἄν­θρω­πο, ἔτσι ποὺ ὄχι μόνο ὁ νοῦς-πνεῦ­μα, ἀλλὰ καὶ τὰ ψυ­χι­κὰ συ­ναι­σθή­μα­τα καὶ τὸ λο­γι­κὸ καὶ αὐτὸ τὸ σῶμα, τὰ πάντα κα­θα­γιά­ζον­ται ἀπὸ τὸν Θεό.
Τὰ δυ­σκο­λό­τα­τα αὐτὰ αἰ­ώ­νια προ­βλή­μα­τα τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ζωῆς τοῦ ἀν­θρώ­που τὰ θί­γου­με ἐδῶ μόλις καὶ μετὰ βίας. Δὲν ἐπι­χει­ροῦ­με τὴ δια­λε­κτι­κή τους δια­σά­φη­ση, ὥστε νὰ γί­νουν ὁλο­φά­νε­ρα γιὰ τὴ λο­γι­κὴ ἀν­τί­λη­ψη. Ἂν εἴ­χα­με ἐνώ­πιόν μας ἕνα τέ­τοιο ἐγ­χεί­ρη­μα, θὰ ἦταν ἀπα­ραί­τη­το νὰ ἐρευ­νή­σου­με ὁλό­κλη­ρη σειρὰ ἱστο­ρι­κῶν πα­ρα­δειγ­μά­των. Τὸ ἔργο, ὅμως, αὐτὸ ἂς τὸ ἀνα­λά­βει ἄλλος. Προ­σω­πι­κὰ θε­ω­ροῦ­με ἀπραγ­μα­το­ποί­η­τη μιὰ πα­ρό­μοια ἀφη­ρη­μέ­νη δια­σά­φη­ση καὶ εἴ­μα­στε τε­λεί­ως πε­πει­σμέ­νοι ὅτι ἡ μόνη ὁδὸς γιὰ τὴν κα­τα­νόη­ση τῆς ἀλή­θειας περνᾶ μέσα ἀπὸ τὴν πίστη καὶ τὴ ζων­τα­νὴ πείρα: εἶναι ἡ ὁδὸς τῆς ἴδιας τῆς ὑπάρ­ξε­ως. Ἐδῶ, ὅμως, ὀφεί­λου­με νὰ δεί­ξου­με ὅτι ἡ αὐ­θεν­τι­κὴ ἐκεί­νη πείρα ποὺ ἐν­νο­οῦ­με δὲν ἐξαρ­τᾶ­ται μόνο ἀπὸ τὴν προ­αί­ρε­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλλὰ δί­νε­ται σὲ αὐτὸν ἄνω­θεν, ὡς δῶρο εὐ­δο­κί­ας. Ἡ φι­λο­σο­φι­κὴ καὶ παν­θεϊ­στι­κὴ πείρα εἶναι δυ­να­τὴ μέσα στὰ ὅρια τῆς φυ­σι­κῆς ἱκα­νό­τη­τας καὶ προ­αι­ρέ­σε­ως τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλλὰ ἡ χρι­στια­νι­κὴ πείρα τῆς ὑπερ­φυ­σι­κῆς κοι­νω­νί­ας μὲ τὸν Ὑπο­στα­τι­κὸ Θεὸ ξε­περ­νᾶ τὰ ὅρια τῆς προ­αι­ρέ­σε­ως τοῦ ἀν­θρώ­που.

Ἡ χρι­στια­νι­κὴ ζωὴ εἶναι συμ­φω­νία δύο θε­λή­σε­ων, τῆς Θείας, ποὺ εἶναι ἄκτι­στη, καὶ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης, ποὺ εἶναι κτι­στή. Ὁ Θεὸς μπο­ρεῖ νὰ ἐμ­φα­νι­σθεῖ στὸν ἄν­θρω­πο σὲ ὅλους τοὺς δρό­μους, σὲ κάθε χρο­νι­κὴ στιγ­μὴ καὶ σὲ κάθε πνευ­μα­τι­κὸ ἢ φυ­σι­κὸ τόπο, ἀλλὰ ὁ Ἴδιος, ποὺ εἶναι πέρα ἀπὸ κάθε ἐξα­ναγ­κα­σμό, ποτὲ δὲν πα­ρα­βιά­ζει τὸ αὐ­τε­ξού­σιο τῆς εἰ­κό­νας Του. Ἂν ἡ κτι­στὴ ἐλευ­θε­ρία στρέ­φε­ται αὐ­το­ε­ρω­τι­κὰ πρὸς τὸν ἑαυτό της ἢ θε­ω­ρεῖ τὸν ἑαυτό της ὡς τὴν ἄκτι­στη θεία ἀρχή, πα­ρό­λο τὸ φαι­νο­με­νι­κὸ ὕψος αὐτῆς τῆς θε­ω­ρί­ας, τὴν ὁποία πε­ρι­γρά­ψα­με πα­ρα­πά­νω, ὁ ἄν­θρω­πος πα­ρα­μέ­νει κλει­στὸς στὴν ἐνέρ­γεια τῆς Θείας χά­ρι­τος.
Ἡ κοι­νω­νία μὲ τὸν Θεὸ ἐπι­τυγ­χά­νε­ται στὴν ὁδὸ τῆς προ­σευ­χῆς· καὶ τώρα ἀκρι­βῶς γιὰ τὴν προ­σευ­χὴ θὰ κά­νου­με λόγο. Ἂν καμιὰ φορὰ εἰ­σερ­χό­με­θα στὴ σφαί­ρα τῆς δια­λε­κτι­κῆς, αὐτὸ γί­νε­ται, ὄχι γιατὶ ἐλ­πί­ζου­με νὰ πεί­σου­με κά­ποιον μὲ τὸν τρόπο αὐτόν, ἀλλὰ γιὰ νὰ δεί­ξου­με ὅτι οἱ δρό­μοι τῆς προ­σευ­χῆς διέρ­χον­ται ἀπὸ αὐτὸν τὸ χῶρο τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ὑπάρ­ξε­ως, ὁπότε αὐτὴ προ­σλαμ­βά­νει κο­σμι­κὲς δια­στά­σεις. Σὲ κάθε ἀπό­πει­ρα λο­γι­κο­ποι­ή­σε­ως τῆς πνευ­μα­τι­κῆς πεί­ρας βλέ­που­με τὴ δυ­να­τό­τη­τα τῶν πιὸ δια­φο­ρε­τι­κῶν ἀν­τιρ­ρή­σε­ων. Καὶ εἶναι δυ­να­τὲς οἱ ἀν­τιρ­ρή­σεις, γιατὶ κα­θέ­νας μας εἶναι ἐλεύ­θε­ρος στὴν ἰδε­α­τὴ σφαί­ρα τῆς κο­σμο­θε­ω­ρί­ας του νὰ ἐκλέ­ξει ὁποια­δή­πο­τε ἱε­ραρ­χία ἀξιῶν.

Συ­νε­χί­ζον­τας τὸ λόγο γιὰ τὴν προ­σευ­χὴ προ­σπα­θοῦ­με νὰ σκια­γρα­φή­σου­με σχη­μα­τι­κὰ μιὰ ἀπὸ τὶς δυ­σκο­λό­τε­ρες συγ­κρού­σεις ποὺ συ­ναν­τᾶ στὸ δρόμο του ὁ ὀρ­θό­δο­ξος ἀσκη­τής, ὅταν περνᾶ ἀπὸ τὸν δεύ­τε­ρο τρόπο προ­σευ­χῆς στὸν τρίτο, καὶ μά­λι­στα στὸν ἀγώνα ἐναν­τί­ον τῆς δια­νο­η­τι­κῆς φαν­τα­σί­ας.
Μὲ τὴν προ­σε­κτι­κὴ αὐ­το­α­νά­λυ­ση ὁ ἄν­θρω­πος ἀνα­κα­λύ­πτει τὸ ψυ­χο­λο­γι­κὸ προ­σὸν τῆς λο­γι­κῆς σκέ­ψε­ως, ποὺ μπο­ρεῖ νὰ κα­θο­ρι­σθεῖ ὡς ἡ ἐσω­τε­ρι­κὴ ἀξιο­πι­στία τῆς δια­νο­ή­σε­ώς μας, μὲ ἄλλα λόγια ὡς ἡ ὑπο­κει­με­νι­κὴ ἐνάρ­γεια τῆς ὀρ­θό­τη­τας τῶν λο­γι­κῶν μας συμ­πε­ρα­σμά­των. Ὑπάρ­χει ἕνας κα­τα­ναγ­κα­σμὸς στὰ ἐπι­χει­ρή­μα­τα τοῦ λο­γι­κοῦ μας, στὶς ἀπο­δεί­ξεις του καὶ ἀπαι­τεῖ­ται με­γά­λη καλ­λιέρ­γεια καὶ βα­θειὰ πνευ­μα­τι­κὴ πείρα, γιὰ νὰ γίνει φα­νε­ρὴ ἡ πα­ρά­δο­ξη αὐτὴ ἀπάτη. Γιὰ τὴν ἀπαλ­λα­γὴ ἀπὸ τὴν ἐξου­σία της εἶναι ἀπα­ραί­τη­τη ἡ Θεία βο­ή­θεια.
Ἡ ἀνα­κά­λυ­ψη τῆς «γο­η­τεί­ας» αὐτῆς ὣς ἕνα ση­μεῖο εἶναι δυ­να­τὴ καὶ μέσα ἀπὸ τὴ θε­ω­ρη­τι­κὴ ἀνά­λυ­ση τῶν βα­σι­κῶν ἀρχῶν τῆς δια­νο­ή­σε­ώς μας, δη­λα­δὴ τῶν ἀρχῶν τῆς ταυ­τό­τη­τας καὶ τῆς ἐπαρ­κοῦς αἰ­τιο­λο­γή­σε­ως.
Ἡ πρώτη, ἡ ἀρχὴ τῆς ταυ­τό­τη­τας, εἶναι ἡ στα­τι­κὴ θέση τῆς δια­νο­ή­σε­ώς μας, ἡ ἀσά­λευ­τη βάση της, νεκρὴ στὴν ἀκι­νη­σία της.

Ἡ δυ­να­μι­κὴ θέση τῆς δια­νο­ή­σε­ώς μας ἐκ­φρά­ζε­ται μὲ τὴ δεύ­τε­ρη ἀρχή, τῆς «ἐπαρ­κοῦς» αἰ­τιο­λο­γή­σε­ως. Ἡ αἰ­ω­νό­βια πείρα τῆς ἱστο­ρί­ας ἀπέ­δει­ξε μὲ με­γά­λη πει­στι­κό­τη­τα τὴν συμ­βα­τι­κό­τη­τα τῆς ἀρχῆς αὐτῆς. Ἡ κρίση γιὰ τὴν ἐπαρ­κὴ αἰ­τιο­λό­γη­ση εἶναι πάν­το­τε ὑπο­κει­με­νι­κή: Ὅ,τι ὁ ἕνας θε­ω­ρεῖ ἐπαρ­κὲς δὲν ἰσχύ­ει κατ’ ἀνάγ­κη καὶ γιὰ τοὺς ἄλ­λους. Καὶ ἂν ἐξε­τά­σου­με βα­θύ­τε­ρα τὸ πρό­βλη­μα, θὰ δοῦμε ὅτι οὐ­σια­στι­κὰ ἡ τέ­λεια ἐπαρ­κὴς αἰ­τιο­λό­γη­ση ἀπαι­τεῖ ἀπό­λυ­τη παγ­γνω­σία.
Ὁ ὀρ­θό­δο­ξος ἀσκη­τὴς ἀνα­κα­λύ­πτει τὴ σχε­τι­κό­τη­τα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης σκέ­ψε­ως μὲ ἄλλον τρόπο καὶ γε­νι­κῶς ἀνα­ζη­τᾶ τὴ λύση τῶν ὑπαρ­ξια­κῶν προ­βλη­μά­των στὸ χῶρο τῆς πί­στε­ως καὶ τῆς προ­σευ­χῆς. Στη­ρί­ζε­ται ὄχι στὴν ἀδύ­να­τη κρίση του, ἀλλὰ στὸν Με­γά­λο Θεό. Πι­στεύ­ει ὅτι οἱ ἐν­το­λὲς τοῦ Χρι­στοῦ ἀπο­τε­λοῦν τὸ ἀλάν­θα­στο μέτρο, «τὸν κα­νό­να τῆς ἀλη­θεί­ας». Πι­στεύ­ει ὅτι οἱ ἐν­το­λὲς εἶναι ἀπὸ τὴν ἴδια τους τὴ φύση ἡ Θεία δύ­να­μη, ἡ ἴδια ἡ αἰ­ώ­νια ζωὴ καὶ ἔτσι ὁδη­γεῖ­ται νὰ πα­ρί­στα­ται πάν­το­τε ἐνώ­πιον τῆς κρί­σε­ως τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ἡ μόνη δί­καιη. Κάθε ἔργο, κάθε λόγος, κάθε ἐσω­τε­ρι­κὴ κί­νη­ση τῆς σκέ­ψε­ως ἢ τῆς αἰ­σθή­σε­ως, ἔστω καὶ ἡ μι­κρό­τε­ρη, ὅλα, ὑπο­βάλ­λον­ται στὴν κρίση τοῦ λόγου τοῦ Χρι­στοῦ.
Ὅταν ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύ­μα­τος μᾶς ἐπι­σκιά­ζει καὶ γί­νε­ται ἡ ἐσω­τε­ρι­κὴ δύ­να­μη ποὺ ἐνερ­γεῖ μέσα μας, τότε οἱ κι­νή­σεις τῆς ψυχῆς μας φυ­σι­κὰ πλη­σιά­ζουν στὴν τε­λειό­τη­τα τῶν ἐν­το­λῶν. Ὅταν, ὅμως, ἔρ­χον­ται οἱ ὧρες τῆς Θείας ἐγ­κα­τα­λεί­ψε­ως, τῆς ἄρ­σε­ως τῆς χά­ρι­τος, καὶ τὸ Θεῖο Φῶς ἐναλ­λάσ­σε­ται μὲ τὸ βαθὺ σκο­τά­δι ποὺ ξε­ση­κώ­νουν τά πάθη, τότε ὅλα με­τα­βάλ­λον­ται μέσα μας καὶ ἀρ­χί­ζει στὴν ψυχὴ με­γά­λος πό­λε­μος.

Ποι­κι­λό­μορ­φοι εἶναι οἱ πνευ­μα­τι­κοὶ πό­λε­μοι, ἀλλὰ ὁ πό­λε­μος κατὰ τῆς ὑπε­ρη­φά­νειας εἶναι ὁ βα­θύ­τε­ρος καὶ ὁ βα­ρύ­τε­ρος. Ἡ ὑπε­ρη­φά­νεια εἶναι ἐχθρὸς τοῦ Θείου νόμου. Δια­στρέ­φει τὴν Θεία τάξη τῶν ὄντων καὶ φέρει παν­τοῦ τὴ διά­σπα­ση καὶ τὸ θά­να­το. Ἐμ­φα­νί­ζε­ται καὶ στὸ σαρ­κι­κὸ ἐπί­πε­δο, ἀλλὰ κυ­ρί­ως μαί­νε­ται στὸ δια­νο­η­τι­κὸ καὶ τὸ πνευ­μα­τι­κό. Ἐγ­κα­θι­στᾶ τὸν ἑαυτό της στὴν πρώτη θέση καὶ ἀγω­νί­ζε­ται γιὰ νὰ κυ­ριαρ­χή­σει σὲ ὅλους καὶ ὅλα, ἔχον­τας ὡς κύριο ὅπλο της τὸ λο­γι­κό (ratio).
Τὸ λο­γι­κὸ προ­βάλ­λει τὰ ἐπι­χει­ρή­μα­τά του καὶ ἀπορ­ρί­πτει ὡς πα­ρά­λο­γες τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Χρι­στοῦ καὶ μά­λι­στα τὴν ἐν­το­λὴ «Μὴ κρί­νε­τε, ἵνα μὴ κρι­θῆ­τε» (Ματθ. ζʹ 1). Λέει ὅτι ἡ ἱκα­νό­τη­τα τῆς κρί­σε­ως ἀπο­τε­λεῖ τὸ δια­κρι­τι­κὸ προ­τέ­ρη­μα τοῦ ἀν­θρώ­που, ὅτι στὴν ἱκα­νό­τη­τα αὐτὴ πε­ρι­κλεί­ε­ται ἡ ὑπε­ρο­χή του ἀπέ­ναν­τι σὲ ὅλον τὸν κόσμο καὶ χάρη σὲ αὐτὴν καὶ μόνο μπο­ρεῖ ὁ ἄν­θρω­πος νὰ τὰ ἐξου­σιά­ζει ὅλα.
Τὸ λο­γι­κό, γιὰ νὰ στε­ρε­ώ­σει τὴν ὑπε­ρο­χή του στὸ εἶναι, προ­βάλ­λει τὶς ἐπι­τεύ­ξεις, τὸν πο­λι­τι­σμό του. Πα­ρου­σιά­ζει πλῆ­θος ἀπο­δεί­ξε­ων, φαι­νο­με­νι­κὰ ἰσχυ­ρῶν, ποὺ ἀπο­δει­κνύ­ουν δῆθεν μὲ τὴν ἱστο­ρι­κὴ πείρα τῆς ζωῆς ὅτι αὐτὸ καὶ μόνο ἔχει τὸ δι­καί­ω­μα τῆς ἀπο­φά­σε­ως, τὸ δι­καί­ω­μα τῆς συ­στά­σε­ως ἢ δια­πι­στώ­σε­ως τῆς ἀλή­θειας. Αὐ­το­α­πο­κα­λεῖ­ται: «ὁ ρυθ­μί­ζων τὸ εἶναι λόγος».

Ἀπρό­σω­πο ὡς πρὸς τοὺς νό­μους τῆς λει­τουρ­γί­ας του τὸ λο­γι­κό, τὸ ὁποῖο εἶναι οὐ­σια­στι­κὰ μιὰ ἀπὸ τὶς ἐκ­δη­λώ­σεις τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ὑπο­στά­σε­ως, μιὰ ἀπὸ τὶς ἐνέρ­γειές της –σὲ πε­ρί­πτω­ση ποὺ τοῦ πα­ρέ­χε­ται πρω­τεύ­ου­σα θέση στὴν πνευ­μα­τι­κὴ ὀν­τό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που–, βαθ­μη­δὸν κα­τα­λή­γει στὸ ση­μεῖο νὰ ἀγω­νί­ζε­ται πιὰ ἐναν­τί­ον τῆς πηγῆς του, δη­λα­δὴ ἐναν­τί­ον τῆς «ὑπο­στα­τι­κῆς» ἀρχῆς.
Ἀνε­βαί­νον­τας, ὅπως φαν­τά­ζε­ται, ὣς τὶς ὕψι­στες κο­ρυ­φές, κα­τε­βαί­νον­τας, ὅπως νο­μί­ζει, ὣς τὶς ἔσχα­τες ἀβύσ­σους, τὸ λο­γι­κὸ προ­σπα­θεῖ νὰ ψη­λα­φή­σει τὰ ὅρια τοῦ εἶναι, γιὰ νὰ δώσει στὸ κα­θέ­να τὸν «ὁρι­σμὸ» ποὺ τοῦ ται­ριά­ζει. Κι ὅταν δὲν πε­τύ­χει τὸ σκοπό του αὐτό, κα­τα­πί­πτει ἐξαν­τλη­μέ­νο καὶ ἀπο­φαί­νε­ται: «Οὐκ ἔστι Θεός».
Συ­νε­χί­ζον­τας τὸν ἀγώνα ἐπι­κρα­τή­σε­ως, μὲ τόλμη καὶ συγ­χρό­νως μὲ νο­σταλ­γία λέει:
«Ἂν ὑπάρ­χει Θεός, πῶς εἶναι δυ­να­τὸν νὰ δεχτῶ ὅτι αὐτὸς ὁ Θεὸς δὲν εἶμαι ἐγώ»; (Ἡ ἔκ­φρα­ση ἀνή­κει σὲ συγ­κε­κρι­μέ­νο πρό­σω­πο, ποὺ ἀκο­λού­θη­σε αὐτὴ τὴν ὁδό).
Χωρὶς νὰ φθά­σει τὰ ὅρια τοῦ κο­σμι­κοῦ εἶναι, ἀπο­δί­δον­τας στὸν ἑαυτό του τὸ ἄπει­ρο, ὀρ­θώ­νε­ται ὑπε­ρή­φα­νο καὶ συμ­πε­ραί­νει:
«Ἐξε­ρεύ­νη­σα τὰ πάντα καὶ που­θε­νὰ δὲν βρῆκα κάτι με­γα­λύ­τε­ρο ἀπὸ ἐμένα· ἄρα ἐγὼ εἶμαι Θεός».
Καὶ πράγ­μα­τι, ὁ νοῦς-λο­γι­κό, ὅταν σὲ αὐτὸν μόνο συγ­κεν­τρω­θεῖ ἡ πνευ­μα­τι­κὴ ὕπαρ­ξη τοῦ ἀν­θρώ­που, βα­σι­λεύ­ει καὶ ἐξου­σιά­ζει στὴν ἀφη­ρη­μέ­νη σφαί­ρα ποὺ τοῦ προ­σι­διά­ζει τόσο, ὥστε δὲν βρί­σκει τί­πο­τε ὑψη­λό­τε­ρό του καὶ ἀπο­δέ­χε­ται τε­λι­κὰ ὅτι μέσα του ὑπάρ­χει μιὰ θεία ἀρχή.
Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔσχα­το ὅριο τῆς δια­νο­η­τι­κῆς φαν­τα­σί­ας καὶ συγ­χρό­νως τὸ ἔσχα­το βάθος πτώ­σε­ως καὶ σκό­τους.

Ὑπάρ­χουν ἄν­θρω­ποι ποὺ σπεύ­δουν νὰ συ­ναν­τή­σουν τὶς ἀπαι­τή­σεις αὐτὲς τοῦ λο­γι­κοῦ καὶ τὶς ἀπο­δέ­χον­ται σὰν νὰ εἶναι ἡ ἀλή­θεια, ἀλλὰ ὁ ὀρ­θό­δο­ξος ἀσκη­τὴς τὶς πο­λε­μᾶ. Στὴ σύγ­κρου­ση αὐτὴ ἐπεμ­βαί­νουν ξένες δυ­νά­μεις. Ὁ ἀγώ­νας ἐναν­τί­ον τους παίρ­νει τρα­γι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα καὶ ἐξαι­ρε­τι­κὴ ἔν­τα­ση, καὶ ἡ νι­κη­τή­ρια ἔκ­βα­ση γιὰ τὸν ἀσκη­τὴ δὲν εἶναι δυ­να­τὴ παρὰ μόνο μὲ τὴν πίστη ποὺ νικᾶ τὸν κόσμο. «Πᾶν τὸ γε­γεν­νη­μέ­νον ἐκ τοῦ Θεοῦ νικᾷ τὸν κό­σμον· καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ νίκη ἡ νι­κή­σα­σα τὸν κό­σμον, ἡ πί­στις ἡμῶν» (Αʹ Ἰωάν. εʹ 4).
Γιὰ νὰ λύσει τὰ προ­βλή­μα­τα αὐτὰ ὁ μο­να­χός, δὲν κά­θε­ται στὸ ἄνετο κά­θι­σμα ἑνὸς γρα­φεί­ου, ἀλλὰ στὴ σιγὴ τῆς νύ­χτας, μα­κριὰ ἀπὸ τὸν κόσμο, κρυμ­μέ­νος ἀπὸ τὰ βλέμ­μα­τα καὶ τὰ αὐτιὰ τῶν ἀν­θρώ­πων γο­να­τί­ζει καὶ μὲ καυτὰ δά­κρυα ἐνώ­πιον τοῦ Θεοῦ προ­σεύ­χε­ται:
«Ὁ Θεός, ἱλά­σθη­τί μοι τῷ ἁμαρ­τω­λῷ», ὅπως ὁ τε­λώ­νης (Λουκ. ιηʹ 13), ἤ, ὅπως ὁ Πέ­τρος:
«Κύριε, σῷσόν με» (Ματθ. ιδʹ 30).

Ἀτε­νί­ζει μὲ τὸ πνεῦ­μα του τὴν ἄβυσ­σο τοῦ «ἐξω­τέ­ρου σκό­τους» ποὺ ἀνοί­γε­ται μπρο­στά του καὶ γι’ αὐτὸ ἡ προ­σευ­χή του εἶναι φλο­γε­ρή… Τὰ λόγια του ἀδυ­να­τοῦν νὰ κα­τα­δεί­ξουν τὸ μυ­στή­ριο αὐτοῦ τοῦ θε­ά­μα­τος καὶ τὴ δύ­να­μη αὐτοῦ τοῦ ἀγώνα, ποὺ μπο­ρεῖ νὰ κρα­τή­σει πολλὰ χρό­νια, ὥσπου νὰ κα­θα­ρι­σθεῖ ὁ ἄν­θρω­πος ἀπὸ τὰ πάθη του καὶ νὰ ἔρθει τὸ Θεῖο Φῶς, ποὺ θὰ ἀπο­κα­λύ­ψει τὸ ψεῦ­δος τῶν κρί­σε­ών μας καὶ συγ­χρό­νως θὰ με­τα­θέ­σει τὴν ψυχὴ στὶς ἄπει­ρες δια­στά­σεις τῆς ἀλη­θι­νῆς ζωῆς.
Μι­λή­σα­με πολ­λὲς φορὲς μὲ τὸν Γέ­ρον­τα γι’ αὐτὰ τὰ θέ­μα­τα. Ἔλεγε ὅτι ἡ αἰτία τοῦ πο­λέ­μου ἔγ­κει­ται ὄχι στὸ λο­γι­κὸ κα­θαυ­τό, ἀλλὰ στὴν ὑπε­ρη­φά­νεια τοῦ πνεύ­μα­τός μας. Μὲ τὴν ὑπε­ρη­φά­νεια δυ­να­μώ­νει ἡ ἐνέρ­γεια τῆς φαν­τα­σί­ας, ἐνῶ μὲ τὴν τα­πεί­νω­ση ἀνα­χαι­τί­ζε­ται. Ἡ ὑπε­ρη­φά­νεια φυ­σιοῦ­ται ἀπὸ τὴν ἐπι­θυ­μία νὰ δη­μιουρ­γή­σει τὸν δικό της κόσμο, ἐνῶ ἡ τα­πεί­νω­ση δέ­χε­ται μὲ εὐ­γνω­μο­σύ­νη τὴ ζωὴ ἀπὸ τὸν Θεό.

Μετὰ ἀπὸ μα­κρο­χρό­νιο καὶ ἐπί­μο­νο ἀγώνα ὁ μα­κά­ριος Γέ­ρον­τας ἀπέ­κτη­σε τὴ δύ­να­μη νὰ πα­ρα­μέ­νει μὲ τὸ νοῦ ἐν τῷ Θεῷ ἀπο­κρού­ον­τας τοὺς ἐπερ­χό­με­νους λο­γι­σμούς. Στὸν πό­λε­μο κατὰ τῶν ποι­κί­λων ἐχθρῶν ἔπαθε τὰ πάν­δει­να, ἀλλά, ὅταν τὸν γνω­ρί­σα­με, μι­λοῦ­σε γιὰ τὸ πα­ρελ­θὸν μὲ βα­θειὰ εἰ­ρή­νη ψυχῆς καὶ μὲ πολὺ ἁπλὲς ἐκ­φρά­σεις:
«Νοῦς πα­λαί­ει πρὸς νοῦν… ὁ νοῦς μας μὲ τὸ νοῦ τοῦ ἐχθροῦ… Ὁ ἐχθρὸς ἔπεσε ἀπὸ τὴν ὑπε­ρη­φά­νεια καὶ τὴ φαν­τα­σία καὶ ἐκεῖ πα­ρα­σύ­ρει καὶ μᾶς… Στὸν πό­λε­μο αὐτὸ ἀπαι­τεῖ­ται με­γά­λη ἀν­δρεία… Ὁ Κύ­ριος ἀφή­νει τὸ δοῦλο του νὰ πα­λεύ­ει, ἐνῶ ὁ Ἴδιος τὸν προ­σέ­χει ἀπὸ κοντά, ὅπως πρό­σε­χε τὸν Μέγα Ἀν­τώ­νιο, ὅταν πά­λευε μὲ τὰ δαι­μό­νια… Θυ­μά­στε βέ­βαια πὼς στὸ Βίο τοῦ Ἁγίου Ἀν­τω­νί­ου ἀνα­φέ­ρε­ται ὅτι κα­τοί­κη­σε μέσα σ’ ἕνα μνῆμα καὶ ἐκεῖ οἱ δαί­μο­νες τὸν ἔδει­ραν, μέ­χρις ὅτου ἔμει­νε ἀναί­σθη­τος. Ὁ φίλος του ποὺ τὸν ὑπη­ρε­τοῦ­σε τὸν με­τέ­φε­ρε στὸ Κυ­ρια­κὸ τοῦ χω­ριοῦ. Τὴ νύχτα, ὅταν ὁ Ἀν­τώ­νιος ξα­να­βρῆ­κε τὶς αἰ­σθή­σεις του, πα­ρα­κα­λοῦ­σε τὸ φίλο του νὰ τὸν ξα­να­πά­ει πίσω στὸ μνῆμα. Βαριὰ ἄρ­ρω­στος ὁ Ὅσιος δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ στα­θεῖ στὰ πόδια του καὶ προ­σευ­χό­ταν ξα­πλω­μέ­νος, ὁπότε δο­κί­μα­σε νέα σκλη­ρὴ ἐπί­θε­ση τῶν δαι­μό­νων. Καὶ ὅταν ὑπο­φέ­ρον­τας φο­βε­ρὰ ἀνέ­βλε­ψε καὶ εἶδε φῶς, κα­τά­λα­βε τὴν ἔλευ­ση τοῦ Κυ­ρί­ου μέσα στὸ φῶς. Καὶ Τοῦ εἶπε:
—Ποῦ ἤσουν; Γιατί δὲν φά­νη­κες ἀπὸ τὴν ἀρχή, γιὰ νὰ μοῦ ἁπα­λύ­νεις τὸν πόνο;
Κι ὁ Κύ­ριος τοῦ ἀπάν­τη­σε:
—Ἀν­τώ­νιε, ἐδῶ ἤμουν, ἀλλὰ πε­ρί­με­να νὰ δῶ τὸ ἀγώ­νι­σμά σου.

»Ἔτσι κι ἐμεῖς πρέ­πει πάν­το­τε νὰ θυ­μό­μα­στε πὼς ὁ Κύ­ριος πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὸν ἀγώνα μας ἐναν­τί­ον τοῦ ἐχθροῦ, καὶ γι’ αὐτὸ νὰ μὴ φο­βό­μα­στε, ἔστω καὶ ἂν μᾶς ἐπι­τε­θεῖ ὅλος ὁ ἅδης, ἀλλὰ νὰ εἴ­μα­στε ἀν­δρεῖ­οι».
«Οἱ Ἅγιοι δι­δά­χθη­καν τὸν πό­λε­μο ἐναν­τί­ον τοῦ ἐχθροῦ. Γνώ­ρι­ζαν ὅτι οἱ ἐχθροὶ ἐνερ­γοῦν μὲ τὸ δό­λω­μα τῶν λο­γι­σμῶν καὶ γι’ αὐτὸ σὲ ὅλη τους τὴ ζωὴ δὲν δέ­χον­ταν τοὺς λο­γι­σμούς. Ὁ λο­γι­σμὸς στὴν ἀρχὴ ἐμ­φα­νί­ζε­ται σὰν καλός, ἀλλὰ ὕστε­ρα ἀπο­σπᾶ τὸ νοῦ ἀπὸ τὴν προ­σευ­χὴ καὶ ἀρ­χί­ζει κα­τό­πιν νὰ πε­ρι­πλέ­κει τὶς σκέ­ψεις. Γι’ αὐτὸ εἶναι ἀνάγ­κη νὰ ἀπορ­ρί­πτου­με ἀμέ­σως κάθε λο­γι­σμό, ἔστω καὶ ἂν μᾶς φαί­νε­ται καλός, καὶ νὰ ἔχου­με κα­θα­ρὸ τὸ νοῦ μας ἐν τῷ Θεῷ. Ἂν πα­ρό­λα αὐτὰ ἔλθει κά­ποιος λο­γι­σμός, τότε δὲν πρέ­πει νὰ μᾶς πιά­νει τα­ρα­χή, ἀλλὰ μὲ με­γά­λη ἐλ­πί­δα στὸν Θεὸ νὰ μέ­νου­με στὴν προ­σευ­χή… Δὲν πρέ­πει νὰ τα­ρά­ζε­ται ὁ ἀσκη­τής, γιατὶ οἱ ἐχθροὶ χαί­ρον­ται καὶ μὲ τὴ σύγ­χυ­σή μας… Προ­σεύ­χε­σθε καὶ ὁ λο­γι­σμὸς θὰ φύγει… Αὐτὴ εἶναι ἡ ὁδὸς τῶν Ἁγίων».

Ὁ Γέ­ρον­τας ἔλεγε ὅτι ἡ ὑπε­ρη­φά­νεια δὲν γνω­ρί­ζει τέλος στὶς ἀξιώ­σεις της: Στὰ γρα­πτά του ὑπάρ­χει ἡ ἑξῆς πα­ρα­στα­τι­κὴ πα­ρα­βο­λή:
«Ἕνας κυ­νη­γὸς ἀγα­ποῦ­σε πολὺ νὰ πε­ρι­φέ­ρε­ται στὰ δάση καὶ τοὺς κάμ­πους γιὰ κυ­νή­γι. Κά­ποια ἡμέρα κυ­νη­γών­τας γιὰ πολλὴ ὥρα ἀνέ­βαι­νε σ’ ἕνα ψηλὸ βουνὸ κι ἐπει­δὴ κου­ρά­στη­κε κά­θι­σε σὲ μιὰ με­γά­λη πέτρα. Βλέ­πον­τας ἕνα σμῆ­νος ἀπὸ που­λιὰ νὰ πετᾶ ἀπὸ τὴ μία κο­ρυ­φὴ στὴν ἄλλη σκέ­φτη­κε: “Γιατί ὁ Θεὸς δὲν ἔδωσε φτερὰ στὸν ἄν­θρω­πο, γιὰ νὰ μπο­ρεῖ νὰ πε­τά­ει”; Ἐκεί­νη τὴν ὥρα ἀπὸ τὸν ἴδιο τόπο περ­νοῦ­σε ἕνας τα­πει­νὸς ἐρη­μί­της καὶ γνω­ρί­ζον­τας τὶς σκέ­ψεις τοῦ κυ­νη­γοῦ τοῦ εἶπε:
»Συλ­λο­γί­ζε­σαι γιατί ὁ Θεὸς δὲν σοῦ ἔδωσε φτερά. Ἀλλὰ ἂν σοῦ δώσει φτερά, πάλι δὲν θὰ εἶσαι εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος καὶ θὰ πεῖς: “Τὰ φτερά μου εἶναι ἀδύ­να­τα καὶ μ’ αὐτὰ δὲν μπορῶ νὰ πε­τά­ξω ὣς τὸν οὐ­ρα­νὸ γιὰ νὰ δῶ τί ὑπάρ­χει ἐκεῖ”. Καὶ ἂν σοῦ δο­θοῦν τέ­τοια δυ­να­τὰ φτερά, ποὺ νὰ μπο­ρέ­σεις νὰ ἀνε­βεῖς ὣς τὸν οὐ­ρα­νό, καὶ τότε θὰ εἶσαι ἀνι­κα­νο­ποί­η­τος καὶ θὰ πεῖς: “Δὲν κα­τα­λα­βαί­νω τί γί­νε­ται ἐδῶ”. Καὶ ἂν σοῦ δοθεῖ νὰ κα­τα­λά­βεις, τότε καὶ πάλι δὲν θὰ εἶσαι εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος καὶ θὰ πεῖς: “γιατί ἐγὼ δὲν εἶμαι ἄγ­γε­λος”; Καὶ ἂν γί­νεις ἄγ­γε­λος, τότε καὶ πάλι θὰ εἶσαι δυ­σα­ρε­στη­μέ­νος καὶ θὰ πεῖς: “Γιατί δὲν εἶμαι Χε­ρου­βείμ”; Καὶ ἂν γί­νεις Χε­ρου­βείμ, τότε θὰ πεῖς: “Γιατί ὁ Θεὸς δὲν μὲ ἀφή­νει νὰ κυ­βερ­νῶ τὸν οὐ­ρα­νό”; Καὶ ἂν σοῦ δοθεῖ νὰ κυ­βερ­νᾶς τὸν οὐ­ρα­νό, τότε δὲν θὰ εὐ­χα­ρι­στη­θεῖς καί, σὰν κά­ποιον ἄλλον, θὰ ζη­τή­σεις μὲ αὐ­θά­δεια πε­ρισ­σό­τε­ρα. Γι’ αὐτὸ πάντα νὰ τα­πει­νώ­νε­σαι καὶ θὰ εἶσαι ἱκα­νο­ποι­η­μέ­νος μὲ ὅ,τι σοῦ δί­νε­ται καὶ τότε θὰ ζεῖς μὲ τὸν Θεό».

Ὁ κυ­νη­γὸς εἶδε ὅτι ὁ ἐρη­μί­της εἶπε τὴν ἀλή­θεια καὶ εὐ­χα­ρί­στη­σε τὸν Θεό, ἐπει­δὴ τοῦ ἔστει­λε τὸ μο­να­χό, γιὰ νὰ τὸν συ­νε­τί­σει καὶ νὰ τὸν δι­δά­ξει τὸν ὁδὸ τῆς τα­πει­νώ­σε­ως.
Ὁ Γέ­ρον­τας ὑπο­γράμ­μι­ζε μὲ ἐπι­μο­νὴ ὅτι ἡ ὁδὸς τῶν ἁγίων ἔγ­κει­ται στὸ ὅτι μὲ τὴν τα­πεί­νω­ση κα­θα­ρί­ζουν τὸ νοῦ τους ἀπὸ κάθε φαν­τα­σία:
«Ἔλε­γαν οἱ Ἅγιοι: Θὰ τι­μω­ρη­θῶ στὸν ἅδη. Καὶ αὐτό, πα­ρό­λο ποὺ ἔκα­ναν θαύ­μα­τα. Γνώ­ρι­ζαν ἀπὸ τὴν πείρα ὅτι, ἂν ἡ ψυχὴ κα­τα­δι­κά­ζει τὸν ἑαυτό της στὸν ἅδη, ἀλλὰ συγ­χρό­νως ἐλ­πί­ζει στὴν εὐ­σπλαγ­χνία τοῦ Θεοῦ, τότε ἡ δύ­να­μη τοῦ Θεοῦ ἔρ­χε­ται σὲ αὐτὴν καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦ­μα μαρ­τυ­ρεῖ φα­νε­ρὰ τὴ σω­τη­ρία. Μὲ τὴν αὐ­το­κα­τά­κρι­ση ἡ ψυχὴ τα­πει­νώ­νε­ται καὶ δὲν ὑπάρ­χουν πιὰ μέσα της λο­γι­σμοί, ἀλλὰ στέ­κε­ται μὲ κα­θα­ρὸ νοῦ μπρο­στὰ στὸν Θεό.
»Νά ἡ πνευ­μα­τι­κὴ σοφία».
Ὁ ἄν­θρω­πος τρυ­πά­ει τὴ γῆ μὲ γε­ω­τρύ­πα­νο, γιὰ νὰ ἐξο­ρύ­ξει πε­τρέ­λαιο ἀπὸ τὰ ἔγ­κα­τά της, καὶ πε­τυ­χαί­νει τὸ σκοπό του. Μὲ τὸ λο­γι­κὸ δια­περ­νᾶ ὁ ἄν­θρω­πος τὸν οὐ­ρα­νό, σκο­πεύ­ον­τας νὰ ἁρ­πά­ξει τὸ πῦρ τῆς Θε­ό­τη­τας, ἀλλὰ ἐξαι­τί­ας τῆς ἀλα­ζο­νί­ας του ὁ Θεὸς τὸν ἀπω­θεῖ.
Οἱ Θεῖες θε­ω­ρί­ες προ­σφέ­ρον­ται στὸν ἄν­θρω­πο, ὄχι ὅταν τὶς ἐπι­διώ­κει ἔχον­τας κυ­ρί­ως αὐτὲς ὡς στόχο, ἀλλὰ ὅταν ἡ ψυχὴ κα­τέρ­χε­ται στὸν ἅδη τῆς με­τα­νοί­ας καὶ αἰ­σθά­νε­ται ἀλη­θι­νὰ τὸν ἑαυτό της χει­ρό­τε­ρο ἀπὸ ὅλη τὴν κτίση. Οἱ θε­ω­ρί­ες, ὅμως, ποὺ κα­τα­κτῶν­ται μὲ τὴ βία τοῦ λο­γι­κοῦ, δὲν εἶναι ἀλη­θι­νές, δη­λα­δὴ θείας προ­ε­λεύ­σε­ως, ἀλλὰ «κατὰ τὸ δο­κοῦν». Καὶ ὅταν αὐτὸ τὸ «δο­κοῦν» θε­ω­ρεῖ­ται ὡς ἀλή­θεια, τότε στὴν ψυχὴ τοῦ ἀν­θρώ­που δη­μιουρ­γεῖ­ται μιὰ κα­τά­στα­ση ποὺ πα­ρεμ­πο­δί­ζει ἀκόμη καὶ τὴ δυ­να­τό­τη­τα ἐνέρ­γειας τῆς χά­ρι­τος, δη­λα­δὴ τὴν ἀλη­θι­νὴ θε­ω­ρία.

Μὲ τὴ θε­ω­ρία ποὺ ἐνερ­γεῖ ἡ χάρη ἀπο­κα­λύ­πτον­ται πράγ­μα­τα ποὺ ὑπερ­βαί­νουν καὶ τὴν πιὸ δη­μιουρ­γι­κὴ φαν­τα­σία, ὅπως λέει σχε­τι­κὰ ὁ θεῖος Παῦ­λος: «ἃ ὀφθαλ­μὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκου­σε καὶ ἐπὶ καρ­δί­αν ἀν­θρώ­που οὐκ ἀνέβη» (Αʹ Κορ. βʹ 9). Ὅταν πα­ρό­μοια μὲ τοὺς Ἀπο­στό­λους ὁ ἄν­θρω­πος ἁρ­πα­γεῖ μὲ τὴ χάρη στὴν ὅραση τοῦ Θείου Φωτός, ἔπει­τα θε­ο­λο­γεῖ «δι­η­γού­με­νος» ὅ,τι εἶδε καὶ γνώ­ρι­σε. Ἡ πραγ­μα­τι­κὴ θε­ο­λο­γία δὲν εἶναι ἐπι­νόη­ση τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου λο­γι­κοῦ ἢ ἀπο­τέ­λε­σμα κρι­τι­κῶν με­λε­τῶν, ἀλλὰ ἐκμυ­στή­ρευ­ση γιὰ τὴν ἀνώ­τε­ρη ἐκεί­νη ὕπαρ­ξη, στὴν ὁποία εἰ­σῆλ­θε ὁ ἄν­θρω­πος μὲ τὴν ἐπε­νέρ­γεια τοῦ Ἁγίου Πνεύ­μα­τος. Ἄλ­λο­τε πα­ρέ­χε­ται καὶ λόγος γιὰ τὴν ἔκ­φρα­ση τῶν βλε­πο­μέ­νων, ἄλ­λο­τε ὑπάρ­χουν δυ­σκο­λί­ες στὴν ἐξεύ­ρε­ση λόγων καὶ ἐν­νοιῶν ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ ἐκ­φρά­σουν, ἔστω καὶ κατὰ προ­σέγ­γι­ση, αὐτὸ ποὺ βρί­σκε­ται πέρα ἀπὸ κάθε γήινη εἰ­κό­να καὶ ἔν­νοια. Πα­ρό­λες, ὅμως, αὐτὲς τὶς δυ­σκο­λί­ες καὶ τὴν ἀνα­πό­φευ­κτη ποι­κι­λο­μορ­φία στὴν ἔκ­φρα­ση, ὅποιος γνώ­ρι­σε, αὐτὸς θὰ δια­κρί­νει σὲ ὁποια­δή­πο­τε λε­κτι­κὴ μορφὴ τὴν αὐ­θεν­τι­κὴ θε­ω­ρία ἀπὸ τὴν ἀπα­τη­λὴ θε­ω­ρία τοῦ λο­γι­κοῦ στο­χα­σμοῦ, ὅσο με­γα­λο­φυ­ὴς καὶ ἂν εἶναι αὐτός.



Πηγή:
Ἀρ­χι­μαν­δρί­της Σω­φρό­νιος (Σα­χά­ρωφ). Ὁ Ἅγιος Σι­λουα­νὸς ὁ Ἀθω­νί­της. Με­τα­γλώτ­τι­ση τῆς στʹ ἐκ­δό­σε­ως στὴ δη­μο­τι­κή, δέ­κα­τη ἕκτη ἔκ­δο­ση, Ἱερὰ Σταυ­ρο­πη­για­κὴ Μονὴ Τι­μί­ου Προ­δρό­μου, Ἔσσεξ Ἀγ­γλί­ας, 2015, Μέ­ρος Αʹ «Βίος καὶ δι­δα­σκα­λία τοῦ Ἁγίου Σι­λουα­νοῦ», Κε­φά­λαιο ΣΤʹ «Τὰ εἴδη τῆς φαν­τα­σί­ας καὶ ὁ ἀγώ­νας ἐναν­τί­ον της».


 http://athonikoipateres.gr

Τρίτη 11 Ιουνίου 2019

Οι Χαιρετισμοί του Αγίου Λουκά στην Συμφερούπολη το 2019


ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΔΕΡΦΟΙ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ




ΣΗΜΕΡΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΜΕΡΑ... 

ΓΙΟΡΤΑΖΕΙ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ... 

Ο ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΡΙΜΑΙΑΣ Ο ΙΑΤΡΟΣ... 

ΜΕ ΤΙΣ ΕΥΧΕΣ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΑΣ ΠΟΡΕΥΤΟΥΜΕ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ...

Ο ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ ΣΥΜΦΕΡΟΥΠΟΛΕΩΣ,ΕΓΚΩΜΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ


ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΡΙΜΑΙΑΣ................



--> Για την δύναμη του καλού λόγου και την επιείκεια στους αμαρτωλούς!!!!!Και παράγων ο Ιησούς εκείθεν είδεν άνθρωπον καθήμενον επί το τελώνιον, Ματθαίον λεγόμενον, και λέγει αυτώ· ακολούθει μοι. Και αναστάς ηκολούθησεν αυτώ» (Μθ. 9, 9).

Ποιος ήταν αυτός ο Ματθαίος, ο οποίος στη συνέ χεια έγινε μεγάλος απόστολος και ευαγγελιστής; Ήταν τελώνης και μάζευε φόρους. Ο λαός μισούσε τους τελώνες και τους θεωρούσε αμαρτωλούς, διότι έκαναν πολλές αδικίες προσπαθώντας να κερδίσουν περισσό τερα χρήματα για τον εαυτό τους. Και αυτόν τον άνθρωπο, που όλοι τον θεωρούσαν άθλιο και τον απο στρέφονταν, ο Κύριος τον καλεί και του λέει: «Ακο λούθει μοι».

Μόνο δύο λέξεις, και αυτές έκαναν επανάσταση στην ψυχή του τελώνη. Σηκώθηκε αμέσως, έριξε κά τω τα χρήματά του και ακολούθησε τον Χριστό.

Αυτό τι σημαίνει; Σημαίνει ότι το κάλεσμα του Χριστού μπορεί να προκαλέσει στην ψυχή του ανθρώ που επανάσταση. Στους βίους των αγίων υπάρχουν πολλά παραδείγματα ανθρώπων, οι οποίοι επέστρε ψαν στον Χριστό μετά από έναν λόγο του Ευαγγε λίου. Από την πείρα μου γνωρίζω ότι ένας καλός λό γος μπορεί να συνταράξει την ψυχή του αμαρτωλού, όπως συντάραξε την ψυχή του τελώνη Ματθαίου. Άν θρωποι πνιγμένοι στην αμαρτία, κλέφτες, ληστές και φονιάδες, όταν τους λες έναν καλό λόγο και τους δεί χνεις την αγάπη σου, την συγκατάβαση και τον σεβα σμό στο πρόσωπό τους, συγκινούνται πάρα πολύ.

Και εμείς οι αμαρτωλοί, αδύναμοι και ασήμαντοι άνθρωποι με έναν λόγο αγάπης και σεβασμού μπορούμε να συγκινούμε και να συνταράζουμε τις καρδιές των αμαρτωλών, όπως ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Να το θυμόμαστε και ποτέ να μην κατακρίνουμε τους αμαρτωλούς, να μην τους στιγματίζουμε, αλλά να τους φερόμαστε με αγάπη, δείχνοντας σεβασμό στο πρόσω πό τους, αν και οι ίδιοι δεν το σέβονται και το έχουν καταπατήσει.

«Και εγένετο αυτού ανακειμένου εν τη οικία, και ι δού πολλοί τελώναι και αμαρτωλοί ελθόντες συνανέκειντο τω Ιησού και τοις μαθηταίς αυτού. Και ιδόντες οι Φαρισαίοι είπον τοις μαθηταίς αυτού· διατί μετά των τελωνών και αμαρτωλών εσθίει ο διδάσκα­λος υμών; Ο δε Ιησούς ακούσας είπεν αυτοίς· ου χρείαν έχουσιν οι ισχύοντες ιατρού, αλλ' οι κακώς έ χοντες. Πορευθέντες δε μάθετε τι εστίν έλεον θέλω και ου θυσίαν. Ου γαρ ήλθον καλέσαι δικαίους, αλλ' αμαρτωλούς εις μετάνοιαν» (Μθ. 9, 10-13).

Οι φαρισαίοι αγανακτούσαν για το ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός συναναστρεφόταν με τους αμαρτω λούς, τις πόρνες και τους τελώνες. Περιφρονούσαν αυτούς τους ανθρώπους και θεωρούσαν ακαθαρσία να επικοινωνούν μαζί τους. Ποτέ δεν τους μιλούσαν, άλ λα τους κακολογούσαν και τους κατέκριναν για την συμπεριφορά τους.

Ξέρουμε ότι οι πόρνες έπλεναν τα πόδια του Κυρίου Ιησού και τα σκούπιζαν με τα μαλλιά τους. Πο τέ δεν έχουν ακούσει απ' Αυτόν κανένα λόγο επιπληκτικό. Τις συγχωρούσε και τις έλεγε: «Πορεύου και από του νυν μηκέτι αμάρτανε» (Ίω. 8, 11).

Οι φαρισαίοι ήταν ανίκανοι να καταλάβουν αυτή την συμπεριφορά του Χρίστου και δυσφορούσαν για την στάση του απέναντι στους αμαρτωλούς. Αλλά ο Κύριος τους απαντούσε το εξής: «Ου χρείαν έχουσιν οι ισχύοντες ιατρού, αλλ' οι κακώς έχοντες» (Μθ. 9, 12). Ήλθε για να σώσει τους αμαρτωλούς. Με την α γάπη του αγκάλιαζε κάθε αμαρτωλό και ζητούσε να τον οδηγήσει στην σωτηρία. Στους φαρισαίους που του παραπονέθηκαν είπε: «Πορευθέντες δε μάθετε τι ε στίν έλεον θέλω και ου θυσίαν» (Μθ. 9, 13). Οι γραμ ματείς και οι φαρισαίοι την ελπίδα της σωτηρίας τους στήριζαν στις θυσίες και τις προσευχές τους, και ο Κύριος λέει ότι δεν θέλει θυσία, αλλά έλεος, έλεος στους αμαρτωλούς.

Οι θυσίες χρειάζονταν στην Παλαιά Διαθήκη, διό τι προεικόνιζαν την Μόνη Θυσία πού πρόσφερε ο Κύ ριος Ιησούς Χριστός πάνω στον Σταυρό του Γολγο θά. Όταν δόθηκε αυτή η Θυσία οι άλλες θυσίες έχα σαν την σημασία και το νόημα τους, γι' αυτό δεν τις προσφέρουμε πια.

Τώρα ο Κύριος δεν περιμένει θυσία αλλά έλεος. Περιμένει από μας την ευσπλαχνία σε όλους τους αμαρτωλούς και τους περιφρονημένους. Η συμπεριφο ρά μας προς αυτούς τους ανθρώπους να είναι ίδια μ' αυτήν που έδειξε Εκείνος. Να μην περιφρονούμε κα­νέναν, κανέναν να μην θεωρούμε κατώτερο από μας. Να βλέπουμε τις δικές μας αμαρτίες και όχι των άλ λων, να αποκτήσουμε την ταπείνωση και την πραότη τα, μιμούμενοι την δική Του ταπείνωση και πραότητα. Να αγαπάμε και να ευεργετούμε τους περιφρονημέ νους και τους ταπεινωμένους, να τους προσφέρουμε πνευματική βοήθεια, δείχνοντας ενδιαφέρον για την σωτηρία τους.

Ο Κύριος λέει όταν κάνουμε τραπέζι να μην κα λούμε ανθρώπους που μπορούν μετά να καλέσουν και εμάς στο γεύμα, αλλά τους πένητες και τους φτωχούς κουρελιάρηδες. Θέλει να το κάνουμε με αγάπη, και πάντα με συμπόνια να φερόμαστε στους ανθρώπους που ο κόσμος τους περιφρονεί, καλώντας τους βρωμιάρηδες και αχρείους.

Ο Κύριος μας έδωσε παράδοξες και θαυμαστές ε ντολές. Είπε ότι δεν θέλει θυσία αλλά έλεος, έλεος σε όλους που το χρειάζονται. Ένα μεγάλο, αμέτρητο πλήθος ανθρώπων περιμένουν κάποιον να τους δείξει ευσπλαχνία, να τους πει ένα λόγο αγάπης και παρηγο ριάς. Περιμένουν οι άνθρωποι κάποιον να τους δείξει τρυφερότητα και να τους βοηθήσει, και αντί αυτού συναντούν στους γύρω τους ψυχρότητα και αδιαφο ρία. Αλλά πάνω από αυτά και σε μερικούς ακόμα χρι στιανούς βλέπουν περιφρόνηση και αποστροφή.

Στα μάτια του Θεού αυτός, που έτσι συμπεριφέρε ται στους αδελφούς του, πράττει βαριά αμαρτία. Σε ό λα πρέπει να είμαστε μιμητές του Κυρίου και να ακολουθούμε το παράδειγμα Του. Ας Τον ακολουθήσου με λοιπόν και ας μην θεωρούμε τον εαυτό μας ανώτε ρο από τον πλησίον, όποιος και να είναι αυτός - κλέ φτης, φονιάς ή ληστής, διότι στα μάτια του Θεού μπο ρεί να είμαστε χειρότεροι από αυτόν.

Να θυμόμαστε πάντα πώς συμπεριφερόταν ο Κύ ριος στους αμαρτωλούς, πώς φέρθηκε στον τελώνη Ματθαίο και πώς φερόταν σε άλλους τελώνες, πόρνες και αμαρτωλούς και προκαλούσε μ' αυτό την οργή των φαρισαίων. Να μην είμαστε σαν τους φαρισαίους, αλλά να μιμούμαστε τον Κύριο μας Ιησού Χριστό.   Αμήν.







πηγη

ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ Ο ΙΑΤΡΟΣ





ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ Ο ΙΑΤΡΟΣ


ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ Ο ΙΑΤΡΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΡΙΜΑΙΑΣ


Ο ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ Ο ΙΑΤΡΟΣ-π. ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ


Δευτέρα 10 Ιουνίου 2019

Η "Πνευματική Διαθήκη" του Αγίου Λουκά Κριμαίας



ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΥΜΦΕΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΚΡΙΜΑΙΑΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗΣ



ΣΤΑΘΜΟΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ



ΈΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΣΑΓΜΑΤΑ


1877. Γεννήθηκε στο Κέρτς της Κριμαίας. Μεγάλωσε στο Κίεβο όπου, εκτός από τις εγκύκλιες σπουδές, σπούδασε παράλληλα ζωγραφική στη σχολή Καλών Τεχνών.

1898-1903. Σπουδάζει ιατρική και ειδικεύεται στη χειρουργική.

1904-1905. Εθελοντής στρατιωτικός γιατρός στον Ρωσοϊαπωνικό πόλεμο. Νυμφεύεται την Άννα Βασιλίγιεβνα και αποκτούν τέσσερα παιδιά.

1905-1917. Εργάζεται σε διάφορα επαρχιακά νοσοκομεία, ετοιμάζει την διατριβή του και σημαντικότατες επιστημονικές μελέτες.

1917. Μετακομίζει στην Τασκένδη. Εκλέγεται καθηγητής Πανεπιστημίου στην έδρα της τοπογραφικής ανατομίας και χειρουργικής.

1919. Πρώτη σύλληψη. Θάνατος της συζύγου του Άννας.

1921. Χειροτονείται ιερέας.

1923-1926. Χειροτονείται επίσκοπος. Δεύτερη σύλληψη. Εξορία στη Σιβηρία.

1924. Επιχειρεί την πρώτη ξενομεταμόσχευση νεφρού από ζώο σε άνθρωπο.

1930-1933. Τρίτη σύλληψη. Εξορία στη Βόρεια Ρωσία.

1934-1937. Κυκλοφορεί το περίφημο σύγγραμμα του «Δοκίμια για την χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων». Εργάζεται εντατικά στην επιστημονική έρευνα. Οι έρευνες του τον οδηγούν πολύ κοντά στην ανακάλυψη της πενικιλίνης.

1937. Τέταρτη σύλληψη. Ακολουθούν δύο χρόνια φυλακής και σκληρών βασανιστηρίων στην Τασκένδη.

1939. Εξορίζεται και πάλι στη Σιβηρία.

1941. Διορίζεται αρχιχειρουργός στο στρατιωτικό νοσοκομείο Κρασνογιάρσκ.

1943. Εκλέγεται Αρχιεπίσκοπος Κρασνογιάρσκ.

1944. Μετατίθεται στο Ταμπώφ ως αρχίατρος και Αρχιεπίσκοπος.

1946. Βραβεύεται με το Α' βραβείο Στάλιν. Σύγχρονος μετατίθεται στην Αρχιεπισκοπή Συμφερουπόλεως και Κριμαίας. Σταδιακά χάνει την όραση του.

1961. Στις 11 Ιουνίου εκοιμήθη εν Κυρίω στη Συμφερούπολη έχοντας υπηρετήσει το λαό του Θεού ως Ποιμένας και γιατρός με θυσιαστική αγάπη και αυταπάρνηση.

1996. Επίσημη αγιοκατάταξη από την Ορθόδοξη Ου-κρανική Εκκλησία. Ανακομιδή των λειψάνων του. Ή μνήμη του τελείται στις 11 Ιουνίου.

Η "ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΘΗΚΗ"  ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ          

Με ιδιαίτερη χαρά κυκλοφορούμε την «Πνευματική Διαθήκη» του αγίου Λουκά, που μέχρι τώρα παρέμενε ανέκδοτη και άγνωστη. Την φύλασσε όλ' αυτά τα χρόνια η εγγονή του αγίου Λουκά, Μαρία Δημητρίεβνα, η οποία ζει στη Συμφερούπολη και είχε την ιδιαίτερη ευλογία να ζήσει μαζί με τον άγιο τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια της ζωής του.

Όταν το 1946 ο άγιος Λουκάς ανέλαβε την διαποίμανση της Αρχιεπισκοπής Συμφερουπόλεως και Κριμαίας, εγκαταστάθηκε σ’ ένα μικρό διαμέρισμα στην οδό Γκοσπιτάλναγια απέναντι από τον Ναό της Αγίας Τριάδος. Η μικρή πολυκατοικία είχε και άλλα διαμερίσματα. Ήταν η περίοδος αμέσως μετά τον πόλεμο και η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων σ’ όλη την Σοβιετική Ένωση βρισκόταν σε δεινή κατάσταση. Φτώχεια, ανέχεια, πείνα, μάστιζαν τον πληθυσμό. Ο άγιος Λουκάς έκανε τεράστιους αγώνες να απαλύνει τον πόνο των ανθρώπων. Δεν ξέχασε όμως και τα συγγενικά του πρόσωπα. Κάποια απ’ αυτά προσκάλεσε στη Συμφερούπολη και εγκατα-στάθηκαν στην ίδια πολυκατοικία, στα διπλανά διαμερίσματα. Οι συγγενείς και τα παιδιά τους βοηθούσαν τον άγιο και συμπαραστέκονταν στο έργο του. Οι εμπειρίες από την συναναστροφή με τον άγιο είναι πολλές και οι αναμνήσεις έντονες. Το πρόσωπο που κυρίως βοηθούσε τον άγιο στο φιλανθρωπικό του έργο ήταν η ανηψιά του Βέρα Προζορόβκαγια, κόρη του αδελφού του Βλαδίμηρου και μητέρα της Μαρίας. Πολλά προσωπικά αντικείμενα του αγίου Λουκά διαφυλάχθηκαν από την οικογένεια της Βέρας και, όταν δημιουργήθηκε το μουσείο του αγίου στην Ιερά Μονή Αγίας Τριάδας, η οικογένεια τα παραχώρησε. Ελάχιστα κειμήλια παρέμειναν στην εγγονή του. Ένα απ’ αυτά ήταν και η πνευματική διαθήκη του αγίου που με πολλή καλοσύνη μας εμπιστεύθηκε η κ. Μαρία Δημητρίεβνα.

Η Πνευματική Διαθήκη απευθύνεται στα παιδιά, τα εγγόνια και τα δισέγγονα του αγίου. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι μαζί με τον πατέρα υπέφεραν και τα τέσσερα παιδιά του. Δοκίμασαν την πίκρα της διπλής ορφάνιας και του κατατρεγμού. Θεωρούνταν παιδιά ενός «εχθρού του λαού» και αντιμετώπισαν πολλές δυσκολίες. Επόμενο ήταν να θεωρούν ακατανόητη την απόφαση του πατέρα τους να ιερωθή. Για όλα τα δεινά που υπέστη η οικογένεια θεωρούσαν υπεύθυνη την Εκκλησία. Και το ερώτημα που συνεχώς ταλάνιζε τις ψυχές τους, όπως και πολλούς ανθρώπους που τον γνώρισαν ήταν: Γιατί ένας διάσημος και τόσο πετυχημένος καθηγητής της χειρουργικής πήρε μια τόσο μεγάλη απόφαση να χειροτονηθεί ιερέας και μάλιστα σε μια περίοδο διωγμού της Εκκλησίας; Πώς ένας δοξασμένος επιστήμονας αφιερώθηκε στην υπηρεσία μιας «ξεπερασμένης υπόθεσης» της θρησκείας; Τι είχε να κερδίσει ο μεγάλος αυτός δεξιοτέχνης της χειρουργικής από την ιερωσύνη;

Σε πολλές επιστολές του ο άγιος προσπαθεί να απολογηθεί και να εξηγήσει στα παιδιά του τον λόγο που αποφάσισε να πάρει αυτό τον μαρτυρικό δρόμο. Τα παιδιά του δείχνουν να μην τον καταλαβαίνουν. Και αυτός ήταν ένας ακόμη σταυρός για τον άγιο Λουκά. Ως τον θάνατό του δεν έπαυε να νουθετεί και, κυρίως, να προσεύχεται για τα παιδιά του, που είχαν τόσο πολύ επηρεασθεί, όπως και όλη η γενιά τους, από την αντιθρησκευτική προπαγάνδα.

Είναι συγκινητικό το γράμμα που απευθύνει στο μεγαλύτερο γιό του Μιχαήλ, στα μέσα της δεκαετίας του '40.

«Να θυμάσαι, Μιχαήλ, ότι ο μοναχικός μου βίος και ο όρκος που έδωσα, το αξίωμά μου, η απόφαση να υπηρετώ τον Κύριο, αποτελούν για μένα το μεγαλύτερο ιερό και το πρώτιστο καθήκον. Ειλικρινά και εξ όλης της καρδιάς απαρνήθηκα τα εγκόσμια και την ιατρική μου καριέρα, η οποία, βέβαια, θα μπορούσε να ήταν πολύ επιτυχημένη, αλλά τώρα δεν έχει καμμιά σημασία για μένα. Όλη η χαρά μου και όλη η ζωή μου είναι να υπηρετώ τον Κύριο, τον οποίο πιστεύω…».

Το καλοκαίρι του 1956 ο άγιος βρίσκεται στην πόλη Αλούστα της Κριμαίας. Έχει χάσει την όρασή του. Κοντεύει να κλείσει τα ογδόντα χρόνια του και νοιώθει πως οι δυνάμεις του τον εγκαταλείπουν. Αποφασίζει λοιπόν να συντάξει την «Πνευματική Διαθήκη» του προς τα παιδιά, τα εγγόνια και τα δισέγγονά του. Είναι μια ύστατη προσπάθεια να βοηθήση τα παιδιά του να ξεφύγουν από την μέγγενη του αθεϊσμού, να αντισταθούν στο αντίχριστο ρεύμα της εποχής, να ανακαλύψουν την «ύψιστη αλήθεια», τον Ιησού Χριστό, τηρώντας τις άγιες εντολές Του και υπηρετώντας τους πονεμένους ανθρώπους, τους «ελαχίστους αδελφούς» του Ιησού Χριστού.
Έχουμε την αίσθηση ότι η πνευματική διαθήκη του αγίου είναι και σήμερα εξαιρετικά επίκαιρη. Απευθύνεται και σε όλους εμάς, τα πνευματικά παιδιά του αγίου Λουκά, που τον τιμούμε και τον αγαπούμε.

Ας γίνουμε κι εμείς μιμητές του. Και σύμφωνα με την υπόσχεσή του θα μας επισκιάζουν οι πρεσβείες  και οι προσευχές του, τώρα που βρίσκεται μπροστά στο θρόνο του Θεού και Δημιουργού μας.

Αρχιμ. Νεκτάριος
Άγιον Πάσχα 2009

******

ΣΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΓΙΟΥΣ ΜΟΥ, ΤΗΝ ΚΟΡΗ, ΤΑ ΕΓΓΟΝΙΑ ΚΑΙ ΔΙΣΕΓΓΟΝΑ ΜΟΥ

Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ

Είμαι πλέον 79 χρονών. Η καρδιά μου εξασθενεί και οι δυνάμεις μου με εγκαταλείπουν και είναι ολοφάνερο ότι πλησιάζει η ώρα της αναχώρησής μου από τούτη τη γη.

Ο Απ. Παύλος άφησε διαθήκη σε όλους τους Χριστιανούς. «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού».

Δεν τολμώ βέβαια να πω προς όλους τους Χριστιανούς, αλλά σε σας, τα παιδιά μου, μπορώ να πω: Μιμηθείτε έμενα, όπως και εγώ τον Απ. Παύλο.
Ήταν σκληρή και δύσκολη η ζωή μου, αλλά ουδέποτε προσευχήθηκα στον Θεό να γίνει εύκολη.

Διότι είναι «στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν και ολίγοι εισιν οι ευρίσκοντες αυτήν» (Ματθ. 7, 14).

Και ακόμη, «διά πολλών θλίψεων δει ημάς εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού» (Πράξ. 14, 22).
Διαβάστε ακόμη την παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου. «Τέκνον, μνήσθητι ότι απέλαβες συ τα αγαθά σου εν τη ζωή σου και Λάζαρος ομοίως τα κακά· νυν δε ώδε παρακαλείται, συ δε οδυνάσαι» (Λουκ. 16,25).

Για περισσότερα από 25 χρόνια η ζωή μου ήταν συνυφασμένη με την εργασία του αγροτικού χειρουργού και καθηγητή της χειρουργικής και μετά ένδεκα χρόνια διώξεων για το όνομα του Χριστού μέσα στις φυλακές και στις σκληρές εξορίες.

Από το 1944 συνδύαζα την επίπονη διακονία του Επισκόπου με την θεραπεία των τραυματιών στο Ταμπώφ και μόλις το 1946 ολοκληρώθηκε η χειρουργική μου δραστηριότητα και παρέμεινε μόνον η Αρχιερατική.

Στον πολύ κόσμο ήταν ακατανόητο πώς μπορούσε ένας μεγάλος χειρουργός, που τιμήθηκε με το Α' βραβείο Στάλιν, να αφήσει τη χειρουργική και να γίνει Επίσκοπος. Όμως δεν υπάρχει τίποτα το περίεργο σ' αυτό, γιατί από τα νεανικά μου κι' όλας χρόνια, ο Κύριος με προόρισε για την υπέρτατη μορφή διακονίας σ 'Αυτόν και τους ανθρώπους.

Όταν τελείωσα το Γυμνάσιο, στην τελετή αποφοίτησης, έλαβα από τον Διευθυντή του σχολείου το απολυτήριο Γυμνασίου, το οποίο το είχε βάλει στο Ιερό βιβλίο της Καινής Διαθήκης. Το είχα διαβάσει και πριν, αλλά τώρα, όταν διάβασα εκ νέου τα λόγια του Χριστού απευθυνόμενα στους Αποστόλους: «ο μεν θερισμός πολύς, οι δε εργάται ολίγοι» (Ματθ. 9, 37-38), η καρδιά μου σκίρτησε και αναφώνησα σιωπηλά: «Ω, Κύριε! Σού λείπουν οι εργάτες;».

Πέρασαν χρόνια. Έγινα διδάκτωρ της Ιατρικής και σκέφθηκα να γράφω το βιβλίο «Δοκίμια για τη χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων». Όταν πήρα την απόφαση αυτή, μου ήρθε στο μυαλό η εξής περίεργη σκέψη: «Όταν θα ολοκληρωθή το βιβλίο αυτό, θα το υπογράφει το όνομα ενός επισκόπου». Δεν μπορούσα να καταλάβω από πού προερχόταν αυτή η σκέψη. Λίγα χρόνια αργότερα, όμως, κατάλαβα ότι ήταν μία σκέψη που μου είχε υποβληθεί από τον Θεό, διότι μετά την πρώτη μου σύλληψη, στο γραφείο του διοικητή των φυλακών, ολοκλήρωσα την πρώτη έκδοση του βιβλίου μου και στο εξώφυλλο έγραφα:« Επίσκοπος Λουκάς, Δοκίμια για την χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων».

Πέρασαν ακόμη δύο χρόνια. Ήμουν στην πρώτη εξορία στη Σιβηρία, στην πόλη Γενισέισκ. Ήρθε τότε εντελώς ξαφνικά να με συναντήσει ένας μοναχός απ' το Κρασνογιάρσκ. Στην πόλη αυτή όλοι οι ιερείς είχαν προσχωρήσει στους «νεωτεριστές» και ο πιστός στην κανονική Εκκλησία λαός, έστειλε αυτό το μοναχό να χειροτονηθεί ιερέας, όχι σε μένα στο Γενισέισκ, αλλά στο Μινουσίνσκ σε έναν άλλο ορθόδοξο επίσκοπο. Μία ανεξήγητη όμως δύναμη τον καθοδήγησε σε μένα στο Γενισέισκ. Όταν με αντίκρυσε, ξαφνιάστηκε, πάγωσε και βουβάθηκε. Αποδείχθηκε πως, όταν με είδε, αναγνώρισε ξεκάθαρα εκείνον τον αρ¬χιερέα που είχε δει σε ένα αξέχαστο όνειρο, να τον χειροτονεί ιερέα δέκα χρόνια πριν, ενώ εγώ εκείνον τον καιρό ήμουν δημογιατρός στην πόλη Περεζλάβλ, Ζαλέσκι.

Ο Κύριος ο Θεός με προίκισε με διάφορα ταλέντα. Ταυτόχρονα με το Γυμνάσιο, τελείωσα και τη Σχολή Καλών Τεχνών του Κιέβου. Είχα μεγάλο ταλέντο στη ζωγραφική και αποφάσισα να δώσω στην Ακαδημία Καλών Τεχνών στην Αγία Πετρούπολη. Στα μισά των εξετάσεων όμως τις εγκατέλειψα, γιατί θεώρησα πως πρέπει να υπηρετήσω τον Θεό και τους ανθρώπους με έργο πιο ωφέλιμο απ' ό,τι η ζωγραφική. Αν και κείνο το διάστημα είχε ξεκαθαρίσει μέσα μου η κατεύθυνση της ζωγραφικής δραστηριότητας την οποία θα ακολουθούσα, εάν δεν εγκατέλειπα τη ζωγραφική: θα ήταν καθαρά θρησκευτική κατεύθυνση, ή θα ακολουθούσα τα ίχνη των Β. Βασνετσώφ και Νέστερωφ.

Από τότε με απασχολούσαν πολύ και επίμονα τα δύσκολα ζητήματα της θεολογίας. Το βασικό στοιχείο του χαρακτήρα μου ήταν η έντονα έκδηλη επιθυμία να υπηρετώ τον Θεό και τους ανθρώπους, και μόνο χάρη σ' αυτό, παρά την μεγάλη αντιπάθειά μου προς τις φυσικές επιστήμες, έδωσα εξετάσεις στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Κιέβου και τελείωσα με άριστα.

Από το Πανεπιστήμιο κιόλας εκδηλώθηκε το μεγάλο μου ταλέντο του ανατόμου και χειρουργού και οι συμφοιτητές μου δεν ήθελαν καν να ακούσουν πως προτίθεμαι να γίνω δημογιατρός. Είχαν αποφασίσει ομόφωνα πως θα γίνω καθηγητής ανατομίας ή χειρουργικής. Απ' ό,τι γνωρίζετε, είχαν μαντέψει σωστά το μέλλον μου.

Ως δημογιατρός εργάστηκα για δεκατρία χρόνια από 12 έως 14 ώρες την ήμερα. Σκεφτόμουν σοβαρά να εγκαταλείψω το δημοτικό νοσοκομείο και να πάω σε απομακρυσμένα χωριά όπου οι δύστυχοι άνθρωποι πεθαίνουν δίχως νάχουν καμμιά ιατρική βοήθεια. Ο Κύριος, όμως, είχε αποφασίσει διαφορετικά για μένα. Με έστειλε στην Τασκένδη, όπου ήμουν ένας από τους διοργανωτές του Πανεπιστημίου Μέσης Ασίας και καθηγητής της τοπογραφικής ανατομίας και άμεσης χειρουργικής. Ήταν οι αρχές της δεκαετίας του 1920.

Στα χρόνια της πλήρους ασυδοσίας των αντιθρησκευτικών διαδηλώσεων και καρνάβαλων, όπου χλεύαζαν τον Κύριο Ιησού Χριστό, η καρδιά μου φώναξε: «Δεν μπορώ να σιωπώ».

Στην Τασκένδη γινόταν τότε κληρικολαϊκό συνέδριο. Ήμουν παρών και για κάποιο σημαντικό πρόβλημα είχα κάνει μια ενθουσιώδη ομιλία. Αυτή η ομιλία είχε κάνει μεγάλη εντύπωση στον Επίσκοπο Τασκένδης Ιννοκέντιο και στο τέλος του συνεδρίου μού είπε ξαφνικά. «Γιατρέ πρέπει να γίνετε ιερέας».

Ήταν εντελώς απροσδόκητο για μένα, αλλά τα λόγια του Αρχιερέα τα εξέλαβα ως κλήση του Θεού διά των χειλέων του και χωρίς να ταλαντευτώ ούτε ένα λεπτό, απάντησα. «Εντάξει, Σεβασμιώτατε, αν είναι θέλημα Θεού, να γίνω ιερέας».

Και την επόμενη Κυριακή, εγώ, ο καθηγητής της ιατρικής, με ξένοδανεικό ράσο παρουσιάστηκα στον Επίσκοπο που στεκόταν στον θρόνο και χειροτονήθηκα υποδιάκονος και κατά την διάρκεια της θ. Λειτουργίας διάκονος. Μετά από δύο εβδομάδες ήμουν ήδη ιερέας -εφημέριος στον καθεδρικό ναό.

Ένα χρόνο και δυο μήνες πριν από αυτό το μεγάλο γεγονός στη ζωή μου, πέθανε η σύζυγος μου και μητέρα σας. Ο μικρότερος από σας, ο Βαλεντίνος, ήταν τότε έξι χρονών και ο μεγαλύτερος, ο Μιχαήλ, δεκατεσσάρων.

Μετά από δύο χρόνια και τέσσερεις μήνες, ο Κύριος με αξίωσε του μεγάλου αξιώματος του επισκόπου. Η μεγάλη θεία πρόνοια για μένα και σας τα παιδιά μου φάνηκε στο ότι ο Κύριος κάλεσε στην αιωνία ζωή τη μητέρα σας, επιτρέποντας ν' ασθενήσει από καλπάζουσα φυματίωση, κι έτσι μου άνοιξε το δρόμο για τον μοναχισμό και την αρχιερατική διακονία. Όλες τις φροντίδες για σας, τα παιδάκια μου, τις ανέθεσα στον Κύριο και βέβαια, δεν διαψεύστηκα, ελπίζοντας σ’ Αυτόν. Για την μέριμνα και ανατροφή σας μου έστειλε μια σχεδόν άγνωστη έως τότε γυναίκα, τη Σοφία Σεργκέεβνα Βελέτσκαγια, η οποία, στη διάρκεια των φυλακίσεών μου και των τριών εξοριών, με μεγάλη αυταπάρνηση και αγάπη σήκωσε το βαρύ σταυρό των φροντίδων για σας στα χρόνια του λιμού, σας ανέθρεψε εξαιρετικά και σας έδωσε σχολική μόρφωση.

Αργότερα όλοι σας, οι τρεις γιοί και η κόρη μου, με τις φροντίδες και την βοήθεια των αγγέλων προστατών σας, ολοκληρώσατε τις ανώτατες σπουδές σας. Ο Μιχαήλ εδώ και καιρό έχει γίνει καθηγητής, ενώ ο Αλιόσα και ο Βάλια είναι διδάκτορες των ιατρικών και βιολογικών επιστημών και σε λίγο θα γίνουν επίσης καθηγητές.

Ο Κύριος δέχθηκε όλες τις θυσίες που του πρόσφερα, και όχι μόνο δέχθηκε, αλλά πολλά άλλαξε και διόρθωσε. Εγκατέλειψα τη χειρουργική, χάρη του κηρύγματος για τον Ιησού Χριστό. Δεν σκεφτόμουν καν τη δόξα του χειρουργού, που σίγουρα μου ανήκε. Ενώ στον Θεό η δόξα αυτή ήταν χρήσιμη, σε μεγάλο βαθμό αύξανε την δύναμη και τη σημασία του κηρύγματος μου. Το αναγνωρισμένο και φημισμένο βιβλίο μου «Δοκίμια για την χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων» το ολοκλήρωσα στην εξορία, όταν ήμουν πια αρχιεπίσκοπος. Για την αποφασιστικότητά μου να θυσιάσω τα πάντα προς δόξαν Του, ο Κύριος μού έδωσε ένα άλλο μεγάλο τάλαντο, του εκκλησιαστικού κηρύγματος, και οι εννιά τόμοι των κηρυγμάτων έχουν αναγνωριστεί από την πνευματική ακαδημία της Μόσχας ως «εξαιρετικό φαινόμενο στην σύγχρονη εκκλησιαστική ζωή και θεολογία» και «θησαυρός ερμηνείας της Αγίας Γραφής». Κι εγώ, ο αυτοδίδακτος στη θεολογία εξελέγην μέλος της πνευματικής Ακαδημίας της Μόσχας. Για την Εκκλησία, τα κηρύγματά μου θα έχουν ακόμη μεγαλύτερη σημασία απ' ό,τι τα «Δοκίμια για τη χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων».

Εκτός απ’ αυτά τα θαυμαστά γεγονότα, για τα οποία μίλησα παραπάνω και διά των οποίων ο Κύριος χωρίς να γνωρίζω πώς, μυστικά, με οδηγούσε στην Αρχιερατική διακονία, βίωσα πολλές φορές ακόμη την παρουσία του Θεού. Αισθάνθηκα αρκετά και αισθητά την παρουσία κι επικοινωνία με τον Θεό στην πνευματική ζωή και στις προσευχές μου.

Όμως, εάν για κάποιον από σας, όλα όσα είπα παραπάνω δεν είναι αρκετά (για να πεισθεί), νομίζω πως η ενασχόλησή του με τις φυσικές επιστήμες τόσο τον έχουν μαγέψει, που δεν θέλει να ακούει αυτά που έχω ζήσει, στα όσα έχω βιώσει αρκετά αισθητά και αδιαμφισβήτητα.

Άλλωστε, θα σας πω, όπως και νάχει, πόσο εκπληκτικά και ξεκάθαρα αποκαλύπτει ο Κύριος ο Θεός το θέλημά Του σε όσους Τον φοβούνται και Τον αγαπούν. Όταν ήμουν στο Λένινγκραντ για εγχείρηση, κατά την τέλεση της παννυχίδας, ο Κύριος με θαυματουργικό τρόπο και συγκλονιστική δύναμη που μου προκάλεσε ρίγη τρόμου, μου έδωσε την εντολή: «Ποίμαινε τα πρόβατα μου, βόσκε τα αρνία μου». Πέρασαν τα χρόνια κι εγώ από ύπουλο διαβολικό πειρασμό, ξέχασα την εντολή αυτή του Θεού. Και ο σατανάς έβαλε και πάλι στην ψυχή μου την ασυγκράτητη ορμή για τη χειρουργική. Γι’ αυτό και ο Κύριος με τιμώρησε με αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς. Δύο φορές χειρούργησε το μάτι μου ο καθηγητής Οντιντσώφ, αλλά ανεπιτυχώς, γιατί η τιμωρία έπρεπε να μείνει πάνω μου.

Τη μέρα μετά τη δεύτερη εγχείρηση, όταν ήμουν ξαπλωμένος με τα μάτια δεμένα, με κυρίευσε και πάλι το πάθος για τη χειρουργική, ενώ ο Κύριος μού έστειλε ένα εκπληκτικό όνειρο: Ήμουν σε μία εκκλησία χωρίς φώτα. Το μόνο φωτισμένο σημείο ήταν το ιερό. Λίγο πιο πέρα απ’ το ιερό υπήρχε η λάρνακα ενός αγίου. Πάνω στην Αγία Τράπεζα είχαν βάλει μια σανίδα και είχαν ακουμπήσει πάνω ένα γυμνό ανθρώπινο πτώμα. Πίσω και δίπλα στο ιερό, είδα τους φοιτητές και τους γιατρούς να καπνίζουν τσιγάρα κι εγώ να τους κάνω μάθημα ανατομίας πάνω στο πτώμα.

Ξαφνιάστηκα από ένα κρότο και, όταν γύρισα το κεφάλι μου, είδα ότι είχε πέσει το σκέπασμα από τη λάρνακα του αγίου. Ο άγιος ανακάθισε μέσα στη λάρνακα, γύρισε και με κοίταξε μ ' ένα βλέμμα γεμάτο παράπονο και επίπληξη. Με τρόμο κατανόησα, τελικά, το τεράστιο βάρος της αμαρτίας μου, την παρακοή μου στην εντολή του Κυρίου Ιησού Χριστού, «ποίμαινε τα πρόβατα μου, ποίμαινε τα αρνία μου». Εδώ και δεκαπέντε χρόνια εκλιπαρώ τον Κύριο Ιησού Χριστό να με συγχωρήσει, επαναφέροντας στην μνήμη μου με σαφήνεια το τρομακτικό μου όνειρο και το σώμα του νεκρού που κείτονταν στην Αγία Τράπεζα. Πρόσφατα πληροφορήθηκα από τον Θεό πως η αμαρτία μου συγχωρήθηκε. Από μέρα σε μέρα, όλο και λιγότερο ξεκάθαρα έβλεπα το πτώμα στην Αγία Τράπεζα, ώσπου τελικά εξαφανίστηκε εντελώς.

Και τώρα, παιδιά μου, ας περάσω στα τελευταία λόγια των εντολών και διαθηκών μου προς εσάς.

Πιστεύω βαθειά στον Θεό και όλη την ζωή μου την έκτισα πάνω στις εντολές Του. Και σε σας κληροδοτώ όλη τη ζωή σας να την αφιερώσετε στον Θεό και να χτίζετε όλα και πάντα πάνω στις εντολές του Χριστού.

Για πολύ καιρό και με μεγάλη επιμονή έπλεα κόντρα στο ρεύμα και σε σας τα παιδιά μου κληροδοτώ να πλέετε κόντρα στο ρεύμα, όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό. Να αποστρέφετε το βλέμμα σας και την καρδιά σας από εκείνη τη μεγάλη πλειοψηφία της ανθρωπότητας, που επιδιώκει όχι τους υψηλούς στόχους, αλλά εκείνους που είναι πιο εύκολο να επιτευχθούν. Να μην προσχωρήσετε σ' αυτή τη μεγάλη πλειοψηφία που ζει όχι με το δικό της νου, αλλά με το νου των ηγετών και χτίζει τη ζωή της, όχι με τις ιερές εντολές του Χριστού, αλλά με τις υποδείξεις εκείνων που έχουν την εξουσία να καθοδηγούν τους ανθρώπους μόνον εκεί, όπου κατά τη γνώμη τους πρέπει να πηγαίνουν, όχι χάρη της βασιλείας των ουρανών, αλλά για χάρη της επίτευξης των αγαθών της επίγειας βασιλείας.

Σκοπό της ζωής να θέσετε την επιδίωξη της ύψιστης αλήθειας και να μην παρεκκλίνετε απ’ αυτό το δρόμο, αν σας αναγκάσουν να υπηρετήσετε τους σκοπούς της κατώτερης αλήθειας, καταπατώντας την ύψιστη αλήθεια του Χριστού.

Να είσαστε έτοιμοι ακόμη και για το μαρτύριο, εφ' όσον πλέετε κόντρα στο ρεύμα, να τηρείτε πλήρη πίστη ακόμη και στις σκέψεις, στους άντρες και τις γυναίκες σας, όπως τήρησα κι εγώ.

Στις επιστημονικές ενασχολήσεις και στο έργο σας πάνω στη μελέτη των μυστηρίων της φύσης, μην επιδιώκετε τη δόξα για τον εαυτό σας, αλλά μόνο το να ελαφρύνετε τον πόνο των ασθενών και αβοήθητων συνανθρώπων σας.

Να θυμάστε ότι σ' αυτό το έργο εγώ, ο πατέρας σας, αφιέρωσα όλη μου τη ζωή. Μιμηταί μου γίνεσθε, όπως κι εγώ του Απ. Παύλου και να μην εργάζεστε για την κοιλιά σας, αλλά πρώτ' απ’ όλα και πάνω απ’ όλα να φροντίζετε εκείνους που δίχως την βοήθειά σας δεν μπορούν να απελευθερωθούν από τη μέγγενη της ανέχειας και του ψέμματος.

Εάν εκπληρώσετε όλα, όσα κληροδοτώ σε σας, θα κατέβη σε σας η ευλογία του Θεού, σύμφωνα με τα αδιάψευστα λόγια του προφητάνακτα Δαβίδ. «Το δε έλεος του Κυρίου από του αιώνος και έως του αιώνος επί τους φοβούμενους αυτόν, και η δικαιοσύνη αυτού επί υιοίς υιών τοις φυλάσσουσι την διαθήκην αυτού και μεμνημένοις των εντολών αυτού του ποιήσαι αυτάς» (Ψαλμ. 102).

Γι' αυτή την ευλογία και τη χάρη του Θεού πάντα προσευχόμουν στη ζωή μου για σας τα παιδιά μου, τα εγγόνια και δισέγγονά μου και, βέβαια, πάντα θα προσεύχομαι στην αιώνια ζωή, όταν θα σταθώ εμπρός στο βήμα του Θεού μου και Θεού σας, Δημιουργού μου και Δημιουργού σας.
Και ο καιρός αυτός προφανώς είναι κοντά, γιατί εξασθένησαν η καρδιά μου και οι δυνάμεις μου.

Ο πατέρας σας

Αλούστα 22 Ιουλίου 1956



ΕΚΔΟΣΗ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΣΑΓΜΑΤΑ

http://impantokratoros.gr

ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ Ο ΙΑΤΡΟΣ


Ο ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΥΜΦΕΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΙΑΤΡΟΣ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ ΨΥΧΩΝ ΚΑΙ ΣΩΜΑΤΩΝ




Η θεραπεία αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα σημεία της χριστιανικής ζωής. Η θεραπεία δεν είναι μόνο εξωτερικό γεγονός, δεν έχει δηλαδή μόνο απτά αποτελέσματα, ορατά δια γυμνού οφθαλμού στον άνθρωπο, ο οποίος νοσεί. Υπάρχει και η εσωτερική θεραπεία, δηλαδή η απαλλαγή του ανθρώπου από το βαρύ φορτίο των αμαρτιών του, η οποία αποτελεί το αποτέλεσμα μίας κίνησης του Θεού που λυτρώνει αυτόν που νοσεί από την αλλοτρίωση, από την αποξένωση δηλαδή τόσο του σώματος όσο και της ψυχής από τον ίδιο το Θεό, τον συνάνθρωπο και από τον εαυτό του πάσχοντος.

Η επιστήμη μπορεί να δει την εξωτερική όψη της θεραπείας και να την εκτιμήσει, ιδίως εκεί όπου η ίδια δεν δύναται να βοηθήσει τον άνθρωπο. Μπορεί ίσως και να διαπιστώσει και αποτελέσματα της εσωτερικής ίασης στην ψυχολογία και την όλη λειτουργία του θεραπευθέντος ανθρώπου. Όμως για την επιστήμη η έννοια της αμαρτίας αποτελεί ξένη κατάσταση, η οποία δεν μπορεί να εμπίπτει στους κανόνες της. Ο Θεός ανήκει στο πεδίο της πίστης και όχι της επιστημονικής απόδειξης.

Ειδάλλως και ο Θεός δεν θα ήταν Θεός, αφού θα εμπεριέχετο σε κλειστά ή περισσότερα ανοικτά συστήματα έρευνας και περιγραφής, κάτι που θα αντίκειτο στην έννοια του αρρήτου που συνοδεύει κατ’ ανάγκην δική μας τον Θεό, αλλά και η επιστήμη θα είχε δυνατότητες ή θα λειτουργούσε αυτοθεοποιητικά, κάτι που και πάλι αντίκειται στην ίδια την συνεχώς αναπτύσσουσα νέες προοπτικές, που συμπληρώνουν, διορθώνουν, ανανεώνουν, προσθέτουν, αλλά δεν κλείνουν το πεδίο έρευνας και τις δυνατότητες περαιτέρω προόδου.

Αντίκειται όμως και στην ίδια την πεπερασμένη ανθρώπινη φύση. Δεν γνωρίζουμε αν ποτέ η επιστήμη θα φτάσει στα απόλυτα όριά της. Αυτό δεν το γνωρίζουμε και για τον άνθρωπο. Εμείς όμως είμαστε βέβαιοι ότι η ύπαρξη του Θεού ανοίγει πάντοτε στον άνθρωπο την δυνατότητα περαιτέρω δημιουργίας, όπως επίσης και συμπληρώσεως δια της θείας Χάριτος, των ελλειπόντων και θεραπείας των ασθενούντων. «Όπου Θεός βούλεται, εκεί νικάται φύσεως τάξις ως γέγραπται».

Αυτή τη στάση έναντι της ασθενείας η χριστιανική παράδοση την διαμόρφωσε μέσα από την παρουσία του ιδίου του Χριστού, αλλά και στην ιστορική συνέχειά της δια των Αποστόλων και των Αγίων. Ο Κύριος μας διήλθε την περιοχή της Παλαιστίνης «ευεργετών και ιώμενος» (Πράξ. 10,38) τους ανθρώπους. Υπήρχαν μάλιστα χαρακτηριστικές περιπτώσεις στην επίγεια δράση Του, όπου έδειχνε αυτή την διττή όψη της θεραπείας.

Για παράδειγμα, όταν του έφεραν τον παραλυτικό της Καπερναούμ, βγάζοντας τη στέγη από το σπίτι όπου βρίσκονταν ο Ιησούς, ο Κύριος είπε στον παραλυτικό βλέποντας την πίστη των τεσσάρων ανθρώπων που τον κουβάλησαν με το κρεβάτι του: «Τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου». Και στη συνέχεια, διαπιστώνοντας τον σκανδαλισμό των γραμματέων, οι οποίοι ήξεραν από τον Μωσαϊκό νόμο ότι μόνο ο Θεός μπορεί να συγχωρεί τις αμαρτίες των ανθρώπων, λέγει προς τον ασθενούντα: «Έγειρε και άρον τον κράβαττόν σου και ύπαγε εις τον οίκον σου» (Μάρκ. 2, 3,12).

Ο Χριστός θεράπευσε την καρδιά του ανθρώπου από την αμαρτία, που σημαίνει από καθετί που τον χώριζε από το Θεό και αυτό δεν είναι μόνο πράξεις που αντίκεινται στο θεϊκό θέλημα, είναι και λογισμοί και ολόκληρη η εμπαθής κατάσταση της ανθρώπινης φύσης που εμποδίζει τον άνθρωπο να αγαπά ολοκληρωτικά και θυσιαστικά τον Θεό και τον συνάνθρωπο, αλλά και που στρέφεται τελικά εναντίον του ίδιου του ανθρώπινου εαυτού, προκαλώντας και τις σωματικές ασθένειες.

Και αφού δόθηκε η εσωτερική θεραπεία, δηλαδή η λύση της αμαρτίας, τότε έρχεται και η υπέρβαση του φυσικού νόμου, η λύση της ίδιας της ασθένειας. Και η αιτία που ο Χριστός θεραπεύει τον άνθρωπο βρίσκεται και στην αγάπη Του προς αυτόν, αλλά και στην πίστη τόσο του ιδίου, όσο και εκείνων που τον μεταφέρουν. Αυτό σημαίνει ότι το θαύμα δεν έχει να κάνει με τον άνθρωπο ως άτομο μόνο, αλλά έχει να κάνει με τον άνθρωπο ως μέλος της κοινότητας, του σώματος δηλαδή του Χριστού, της Εκκλησίας.

Ο άνθρωπος δεν θεραπεύεται από τον Θεό σωματικά και ψυχικά μόνο και μόνο για τον ίδιο, αλλά και για να συμμετέχει στη ζωή της Εκκλησίας, δηλαδή να μεταδίδει την χαρά για την ίαση στους συνανθρώπους του, κάτι που εν μέρει αγγίζει και την ιατρική επιστήμη, η οποία, μολονότι λειτουργεί εξατομικευμένα, δεν μπορεί και να αγνοήσει ότι ο άνθρωπος που πάσχει δεν είναι μόνο άτομο, μονάδα, αλλά και πρόσωπο το οποίο έχει σχέσεις με άλλους ανθρώπους, τους συγγενείς και τους άλλους φίλους και οικείους, με αποτέλεσμα η όποια θεραπεία να αντανακλά στα πρόσωπα των ιατρών και σε επίπεδο κοινωνίας, αφορώσα στην προσωπική τους κιόλας καταξίωση και αναγνώριση.


Για την Εκκλησία μας ο κάθε χριστιανός, ο κάθε άγιος αποτελεί απτό σημείο της εσωτερικής ίασης, της θεραπείας της καρδιάς του ανθρώπου από την χάρη του Θεού. Μόνο ο θεραπευμένος μπορεί να δώσει θεραπεία στους άλλους. «Ιατρέ θεράπευσον σεαυτόν» (Λουκ. 4, 23), μας λέγει ο λόγος του Θεού. Και ο κάθε άγιος έχει από τον Θεό την δυνατότητα πρωτίστως να θεραπεύει την ψυχή του ανθρώπου, με βάση και τα χαρίσματα που του έχουν δοθεί. Άλλος δια του λόγου, άλλος δια της χάριτος των μυστηρίων, όπως η Θεία Ευχαριστία και η εξομολόγηση, άλλος δια της προσευχής, άλλος δια της υλικής αγάπης και ελεημοσύνης, άλλος με τα περισσότερα ή και όλα από αυτά τα χαρίσματα.

 Πρωτίστως όμως ο θεραπευτής λειτουργεί ως θεραπευόμενος στο Σώμα του Χριστού. Και αυτή η λειτουργία δεν πιστοποιείται με την λήψη ενός πτυχίου ούτε σταματά με την επενέργεια άπαξ της χάριτος του Θεού. Είναι μία συνεχής κατάσταση, που έχει να κάνει μ’ αυτό που ονομάζουμε πνευματικό αγώνα και διαρκεί ολόκληρη τη ζωή του θεραπευτή. Κάθε στιγμή αυτός βάζει «αρχή μετανοίας», διότι κάθε στιγμή συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί να φτάσει την καθαρότητα και την τελειότητα του Θεού, αλλά και διαπιστώνει την αμαρτωλότητά του.

Γι’ αυτό και επαναβεβαιώνει την θεραπεία του όντας κοντά σε άλλο θεραπευτή, που είναι αυτός που ονομάζουμε στη ζωή της Εκκλησίας ο πνευματικός πατέρας, στον οποίο καταθέτει τους λογισμούς του, τις αποτυχίες του, την αδυναμία του και λαμβάνει δια του μυστηρίου της μετανοίας την άφεση και ξεκινά από την αρχή τον αγώνα του να προσθέσει στη ζωή του τον Θεό, δια της προσευχής, της μελέτης, της άσκησης, της αγάπης, του πολέμου κατά των παθών και των λογισμών.

Και όλα αυτά όχι μόνο για τον εαυτό του. Αλλά και για να μπορεί να βοηθήσει και άλλα μέλη του σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας δηλαδή, να προχωρήσουν και να προχωρούν στη δική τους θεραπεία από την αμαρτία. Τελικός σκοπός όλου αυτού του αγώνα, είναι η σωτηρία, δηλαδή η βίωση της ακεραιότητας, της πληρότητας νοήματος και αγάπης του ανθρωπίνου προσώπου στη σχέση με το Θεό και τον συνάνθρωπο, όπως επίσης και η νοηματοδότηση του εαυτού ως μέλους της Εκκλησίας και ως σωζόμενης ύπαρξης, δηλαδή ως εκείνης που ποθεί την αιώνια κοινωνία με το Θεό, νικώντας ακόμη και τον θάνατο. Σε ό,τι αφορά το πνεύμα, την ψυχή, αιώνια, σε ό,τι αφορά το σώμα, δια της αναστάσεως των νεκρών.


Υπάρχουν στην παράδοσή μας και άγιοι, στους οποίους δόθηκε ένα επιπλέον χάρισμα. Εκτός του να θεραπεύουν ψυχές, έλαβαν την ιδιαίτερη ευλογία να θεραπεύουν και σώματα ανθρώπων. Αυτό δεν γίνεται όμως μαγικά, σαμανιστικά, με ξόρκια, δεισιδαίμονες τελετουργίες και με σκοπό να ελέγξουν τη ζωή των ανθρώπων. Γίνεται στο όνομα του Χριστού και έρχεται ως αποτέλεσμα πρωτίστως της πίστης του αγίου που λειτουργεί ως θεραπευτής, αλλά και ενίοτε και της πίστης του ασθενούντος ανθρώπου. Ο θεραπευτής άγιος δεν λειτουργεί ως θεός. Παρακαλεί τον Θεό δια της πίστεως και της προσευχής του και στο όνομα Εκείνου δίδεται η σωματική θεραπεία στον άνθρωπο, ακριβώς όπως και η ψυχική. Σκοπός της θεραπείας δεν είναι η δόξα του θεραπευτή, αλλά η δόξα του Θεού. Και ο θεραπευτής δεν δεσμεύει τον θεραπευόμενο. Ακολουθεί τον λόγο του Κυρίου προς έναν άλλο παράλυτο, αυτόν της Βηθεσδά: «μηκέτι αμάρτανε» (Ιωάν. 5, 14).

 Δεν τον ενδιαφέρει η ευγνωμοσύνη του θεραπευόμενου προς το πρόσωπό του, αλλά προσεύχεται για την ευγνωμοσύνη έναντι του ελεούντος Θεού. Και βέβαια η αγάπη του θεραπευτή λειτουργεί, όπως η αγάπη του Θεού προς τον κάθε άνθρωπο: δεν απαιτεί ούτε θέτει ως προϋπόθεση την ένταξη του θεραπευόμενου σε ένα κλειστό σύστημα, όπως συνήθως λειτουργεί η θρησκεία, αλλά τον αφήνει ο ίδιος να κρίνει αν μπορεί και θέλει να λειτουργήσει σε μια τέτοια σχέση με το Θεό.


Βεβαίως, ένας θεραπευθείς άνθρωπος μπορεί να αποτελέσει αφορμή για να δοξαστεί ο Θεός, αλλά και για να στερεωθεί η πίστη πολλών. Όμως δεν είναι το θαύμα που κρατά την πίστη, ακόμη κι αν συμβάλει στην γέννησή της, γιατί η εντύπωση του θαύματος γρήγορα παρέρχεται, καθώς η αμαρτία συμπνίγει το νου και την καρδιά του ανθρώπου. Είναι η πίστη που γεννά και κρατά ζωντανό το θαύμα της θεραπείας του ανθρώπου, η οποία, όταν είναι πρωτίστως ψυχική, λειτουργεί υπερβαίνοντας τον χρόνο και την πρόσκαιρη εντύπωση και δίνει στον άνθρωπο προοπτική αιωνιότητας. Άλλωστε, η σωματική ίαση προσωρινά αναστέλλει τον έσχατο εχθρό της ανθρώπινης ύπαρξης, τον θάνατο. Δεν μπορεί να τον καθυποτάξει οριστικά.

Όμως η πνευματική ίαση έχει οδηγήσει τον άνθρωπο σε οριστική νίκη κατά της κύριας μορφής του θανάτου που δεν είναι τόσο ο σωματικός, όσο ο πνευματικός, δηλαδή ο χωρισμός της ύπαρξης από το Θεό, τόσο στον παρόντα κόσμο και χρόνο, εξαιτίας της αμαρτίας, όσο και στην αιωνιότητα, εφόσον ο άνθρωπος ελεύθερα επιλέξει να αρνηθεί την προτεραιότητα της κοινωνίας με το Θεό και τους αγίους Του, δηλαδή την κοινωνία της Εκκλησίας στον παρόντα και στον αιώνιο χρόνο.

Το ενδιαφέρον πάντως στον Άγιο που έλαβε το χάρισμα της θεραπείας και των ψυχών και των σωμάτων είναι ότι δεν αναστέλλεται αυτό το χάρισμα ούτε και με τον θάνατο. Ο Άγιος έχει λάβει χάρη από το Θεό ώστε να γιατρεύει ανθρώπους που προσεύχονται και το ζητούν ακόμη και όντας ο ίδιος εν τω ουρανώ. Επιτρέπει ο Θεός στον άγιο να θαυματουργεί ή, καλύτερα, θαυματουργεί ο Θεός δια του Αγίου στον άνθρωπο που πιστεύει και τον επικαλείται, δείχνοντας στον κόσμο μας ότι η αληθινή αγάπη ουδέποτε νεκρούται, αλλά και αυτά που φαίνονται αδύνατα στους ανθρώπους είναι δυνατά για το Θεό.

Πόσο μεγάλη ευλογία είναι για τον κόσμο μας άνθρωποι οι οποίοι έφυγαν από αυτή τη ζωή να παραμένουν κοντά μας και να μας γιατρεύουν ψυχικά και πνευματικά με τα κείμενά τους, τους λόγους τους, τη ζωή τους, αλλά, και ενίοτε, να μας δίδουν και την σωματική ίαση, γιατί ο Θεός θαυμαστώνει τους αγίους Του, δείχνοντάς μας τελικά το ατελεύτητο της πίστης ως προς τα όρια, που νικά ακόμη και τον θάνατο.

Ένας τέτοιος Άγιος, ο οποίος έλαβε το διπλό αυτό χάρισμα της θεραπείας των ψυχών και των σωμάτων υπήρξε ο άγιος Λουκάς, Αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως, ο ιατρός. Πρωτοπόρος επιστήμονας στην ιατρική (το αποδεικνύει αυτό η διατριβή του Δοκίμια για τη χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων, αλλά και η τεράστια κλινική του εμπειρία στα νοσοκομεία, στην έρευνα, στον αγώνα του, όντας εξόριστος από ένα άθεο καθεστώς, να συνδράμει τους απλούς και καθημερινούς ανθρώπους, χειρουργώντας σε πρωτόγονα χειρουργεία), αλλά και θεραπευτής ψυχών ως ποιμένας της Εκκλησίας, διάκονος του λόγου και των μυστηρίων της πίστης.

Και θεραπευτής σωμάτων δια της επιστήμης εν ζωή, αλλά και θεραπευτής σωμάτων μετά θάνατον, χάρις στην παρρησία που έλαβε στον Θεό. Κι όλα αυτά διότι είχε στη ζωή του επιλέξει έναν δύσκολο δρόμο, ο οποίος ήταν κατάφορτος σταυρών, αλλά και βεβαιότητας της ανάστασης: τον δρόμο της πίστης στο Θεό και της αγάπης τόσο για Εκείνον, όσο και για την εικόνα Του, που είναι οι άνθρωποι. Και μάλιστα, ο Άγιος αγάπησε και εκείνους τους ανθρώπους ο οποίοι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να μισηθούν από τον άγιο, χωρίς όμως να τα καταφέρουν.

Παραθέτουμε αποσπάσματα από τη ζωή και το έργο του Αγίου που δείχνουν όλα όσα περιγράψαμε:
Γράφει ο ίδιος: «ο εξαιρετικά δύσκολος δρόμος του χειρουργού που εργάζεται μόνος του στην ύπαιθρο, τον οποίο αναγκάστηκα να ακολουθήσω, με έμαθε μερικά πράγματα που τώρα, στο τέλος της χειρουργικής μου δραστηριότητας, θα ήθελα να μοιραστώ με τους νεώτερους συναδέλφους μου, ώστε να τους διευκολύνω στο έργο τους, στα δύσκολα προβλήματα που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν.

Το πρώτο πράγμα για το οποίο αισθάνθηκα πόνο ξεκινώντας την εργασία μου στην επαρχία, είναι η πλήρης ανεπάρκεια της εκπαίδευσης που έλαβα στο πανεπιστήμιο αναφορικά με τη διάγνωση και τη θεραπεία των πυογόνων λοιμώξεων, οι οποίες, ωστόσο, αποδείχτηκαν το σημαντικότερο, το συνηθέστερο κομμάτι της χειρουργικής για τον ιατρό, στον οποίο απευθύνονται αγρότες και εργάτες. Έπρεπε με τις δικές μου δυνάμεις να αναπληρώσω αυτό το κενό και σε όλη μου τη ζωή εργάστηκα σκληρά γι’ αυτό» (Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως, Δοκίμια για τη χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων, Αθήνα 2011, πρόλογος στην πρώτη έκδοση).

«Για περισσότερα από 25 χρόνια η ζωή μου ήταν συνυφασμένη με την εργασία του αγροτικού χειρουργού και καθηγητή της χειρουργικής και μετά ένδεκα χρόνια διώξεων για το όνομα του Χριστού μέσα στις φυλακές και στις σκληρές εξορίες. Από το 1944 συνδύαζα την επίπονη διακονία του Επισκόπου με την θεραπεία των τραυματιών στο Ταμπώφ και μόλις το 1946 ολοκληρώθηκε η χειρουργική μου δραστηριότητα και παρέμεινε μόνον η Αρχιερατική. Στον πολύ κόσμο ήταν ακατανόητο πώς μπορούσε ένας μεγάλος χειρουργός, που τιμήθηκε με το Α’ βραβείο Στάλιν, να αφήσει τη χειρουργική και να γίνει Επίσκοπος. Όμως δεν υπάρχει τίποτα το περίεργο σ’ αυτό, γιατί από τα νεανικά μου κι όλας χρόνια, ο Κύριος με προόρισε για την υπέρτατη μορφή διακονίας σ’ Αυτόν και τους ανθρώπους.

Όταν τελείωσα το Γυμνάσιο, στην τελετή αποφοίτησης, έλαβα από τον Διευθυντή του σχολείου το απολυτήριο Γυμνασίου, το οποίο είχε βάλει στο Ιερό βιβλίο της Καινής Διαθήκης. Το είχα διαβάσει και πριν, αλλά τώρα, όταν διάβασα εκ νέου τα λόγια του Χριστού απευθυνόμενα στους Αποστόλους: ο μεν θερισμός πολύς, οι δε εργάται ολίγοι (Ματθ. 9, 37-38), η καρδιά μου σκίρτησε και αναφώνησα σιωπηλά: «Ω Κύριε, σου λείπουν οι εργάτες;» (Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως, Η πνευματική διαθήκη, Θήβα 2009 σελ. 9-11)
«Το βασικό στοιχείο του χαρακτήρα μου ήταν η έντονα έκδηλη επιθυμία να υπηρετήσω το Θεό και τους ανθρώπους... στα χρόνια της πλήρους ασυδοσίας των αντιθρησκευτικών διαδηλώσεων και καρνάβαλων, όπου χλεύαζαν τον Κύριο Ιησού Χριστό, η καρδιά μου φώναξε: «Δεν μπορώ να σιωπώ»...

Ο Κύριος δέχτηκε όλες τις θυσίες που του πρόσφερα, και όχι μόνο δέχθηκε, αλλά πολλά άλλαξε και διόρθωσε. Εγκατέλειψα τη χειρουργική, χάρη του κηρύγματος για τον Ιησού Χριστό. Δεν σκεφτόμουν καν τη δόξα του χειρουργού, που σίγουρα μου ανήκε. Ενώ στο Θεό η δόξα αυτή ήταν χρήσιμη, σε μεγάλο βαθμό αύξανε την δύναμη και την σημασία του κηρύγματός μου. Το αναγνωρισμένο και φημισμένο βιβλίο μου Δοκίμια για τη χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων το ολοκλήρωσα στην εξορία, όταν ήμουν πια αρχιεπίσκοπος.

Για την αποφασιστικότητά μου να θυσιάσω τα πάντα προς δόξαν Του, ο Κύριος μου έδωσε ένα άλλο μεγάλο τάλαντο, του εκκλησιαστικού κηρύγματος, και οι εννιά τόμοι των κηρυγμάτων έχουν αναγνωριστεί από την πνευματική ακαδημία της Μόσχας ως «εξαιρετικό φαινόμενο στην σύγχρονη εκκλησιαστική ζωή και θεολογία» και «θησαυρός ερμηνείας της Αγίας Γραφής». Κι εγώ, ο αυτοδίδακτος στη θεολογία, εξελέγην μέλος της πνευματικής Ακαδημίας της Μόσχας.

Για την Εκκλησία, τα κηρύγματά μου θα έχουν ακόμη μεγαλύτερη σημασία απ’ ό,τι τα «Δοκίμια για τη χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων». Εκτός από αυτά τα θαυμαστά γεγονότα... βίωσα πολλές φορές ακόμη την παρουσία του Θεού...Αισθάνθηκα αρκετά και αισθητά την παρουσία και την επικοινωνία με τον Θεό στην πνευματική ζωή και στις προσευχές μου...» (Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως, Η πνευματική διαθήκη, σελ. 12-15)

«Πιστεύω βαθειά στο Θεό και όλη την ζωή μου την έκτισα πάνω στις εντολές Του. Και σε σας κληροδοτώ όλη τη ζωή σας να την αφιερώσετε στο Θεό και να χτίζετε όλα και πάντα πάνω στις εντολές του Χριστού. Για πολύ καιρό και με μεγάλη επιμονή έπλεα κόντρα στο ρεύμα και σε σας τα παιδιά μου κληροδοτώ να πλέετε κόντρα στο ρεύμα, όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό. Να αποστρέψετε το βλέμμα σας και την καρδιά σας από εκείνη την μεγάλη πλειοψηφία της ανθρωπότητας, που επιδιώκει όχι τους υψηλούς στόχους, αλλά εκείνους που είναι πιο εύκολο να επιτευχθούν.

Να μην προσχωρήσετε σ’ αυτή την πλειοψηφία που ζει όχι με το δικό της νου, αλλά με το νου των ηγετών και χτίζει τη ζωή της, όχι μόνο με τις ιερές εντολές του Χριστού, αλλά με τις υποδείξεις εκείνων που έχουν την εξουσία να καθοδηγούν τους ανθρώπους μόνον εκεί, όπου κατά τη γνώμη τους πρέπει να πηγαίνουν, όχι χάρη της βασιλείας των ουρανών, αλλά για χάρη της επίτευξης των αγαθών της επίγειας βασιλείας. Να είσαστε έτοιμοι ακόμη και για το μαρτύριο, εφόσον πλέετε κόντρα στο ρεύμα. Στις επιστημονικές ενασχολήσεις και στο έργο σας πάνω στη μελέτη των μυστηρίων της φύσης, μην επιδιώκετε τη δόξα για τον εαυτό σας, αλλά μόνο το να ελαφρύνετε τον πόνο των ασθενών και αβοήθητων συνανθρώπων σας». (Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως, Η πνευματική διαθήκη, σελ. 17-19).

«Μια νέα κοπέλα πήγε να χειρουργηθεί σε νοσοκομείο της Συμφερούπολης. Η κατάστασή της ήταν πολύ σοβαρή και η εγχείρηση δύσκολη και επικίνδυνη. Η γιατρός που θα τη χειρουργούσε κάλεσε τη μητέρα της ασθενούς και της είπε:
-Η εγχείρηση είναι πολύ δύσκολη και επικίνδυνη. Δεν μπορώ να σας εγγυηθώ τίποτα. Δεν ξέρω αν η κόρη σας βγει ζωντανή.

Δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Η νέα οδηγήθηκε στο χειρουργείο. Σ’ όλη τη διάρκεια της εγχείρησης η μητέρα καθόταν στην αυλή του νοσοκομείου και με δάκρυα στα μάτια προσευχόταν στον άγιο Λουκά και στον άγιο Παντελεήμονα να βοηθήσουν. Σε κάποια στιγμή μπροστά στα μάτια της μητέρας εκτυλίχθηκε ένα καταπληκτικό γεγονός: ο τοίχος του νοσοκομείου έγινε διάφανος, σαν τζάμι. Φάνηκε η αίθουσα του χειρουργείου. Στο χειρουργικό κρεβάτι ήταν η κόρη της και γύρω η γιατρός που τη χειρουργούσε με τους συναδέλφους της. Δίπλα στεκόταν η νοσοκόμα-εργαλειοδότρια που κρατούσε τα χειρουργικά εργαλεία.
Και το ακόμα θαυμαστότερο: Δίπλα στη γιατρό είδε και τους δύο αγίους γιατρούς στους οποίους η ίδια προσευχόταν. Αριστερά στεκόταν ο άγιος Παντελεήμονας με μια λαμπάδα αναμμένη. Δεξιά στεκόταν ο άγιος Λουκάς, ο οποίος έπαιρνε κάθε τόσο τα εργαλεία από τη νοσοκόμα και τα έδινε στη γιατρό!

Η μητέρα έπεφτε από έκπληξη σε έκπληξη. Ένιωσε ότι η προσευχή της εισακούστηκε. Όταν τέλειωσε η εγχείρηση, η γιατρός βγήκε χαρούμενη και ενθουσιασμένη. Φώναξε τη μητέρα και της είπε:
-Πήγαμε πολύ καλά, ανέλπιστα καλά!
Τότε η μητέρα της διηγήθηκε το θαυμαστό γεγονός που έζησε. Η γιατρός έμεινε αποσβολωμένη. Έκανε το σταυρό της και ομολόγησε:
-Τώρα κατάλαβα. Όση ώρα χειρουργούσα και ήθελα κάποιο χειρουργικό εργαλείο, δεν προλάβαινα να το πω στη νοσοκόμα. Με το που σκεφτόμουν ποιο εργαλείο θέλω, το είχα στα χέρια μου» (Αρχιμ. Νεκτάριου Αντωνόπουλου, «Ταχύς εις βοήθειαν» -τα θαύματα του αγίου Λουκά σήμερα, Αθήνα 2011, σελ.12).

Ας έχουμε την ευχή και την βοήθεια του Αγίου!

Εισήγηση σε ημερίδα για τον Άγιο Λουκά στο Γενικό Νοσοκομείο Κέρκυρας
Κέρκυρα, 11 Ιουνίου 2012 

http://proskynitis.blogspot.gr/

Κυριακή 9 Ιουνίου 2019

Για τον Ηλία της καρδιάς μας......




Συγκινητική η προσέλευση του κόσμου στον φιλανθρωπικό αγώνα καλαθοσφαίρισης στη μνήμη του Ηλία Καλαϊτζή.

Η Ένωση Αστυνομικών Υπαλλήλων Πρέβεζας διοργάνωσε σήμερα 8 Ιουνίου στο ΔΑΚ Πρέβεζας, φιλανθρωπικό αγώνα καλαθοσφαίρισης στη μνήμη του Ηλία Καλαϊτζή μεταξύ των Βετεράνων του Ολυμπιακού, της ομάδας της Διεύθυνσης Αστυνομίας Πρέβεζας και της ομάδας Φίλων Ηλία Καλαϊτζή, για να τιμήσουν τον συνάδελφο, τον φίλο, τον πατέρα, τον εξαίρετο οικογενειάρχη Ηλία που στις 13/04/2019 έχασε την ζωή του στο όρος Τύμφη κάνοντας την αγαπημένη του δραστηριότητα, την πεζοπορία στο βουνό, με τα έσοδα να διατίθενται στην στήριξη της πενταμελούς οικογένειας του.

Η Ένωση Αστυνομικών Υπαλλήλων Πρέβεζας διοργάνωσε σήμερα 8 Ιουνίου στο ΔΑΚ Πρέβεζας, φιλανθρωπικό αγώνα καλαθοσφαίρισης στη μνήμη του Ηλία Καλαϊτζή μεταξύ των Βετεράνων του Ολυμπιακού, της ομάδας της Διεύθυνσης Αστυνομίας Πρέβεζας και της ομάδας Φίλων Ηλία Καλαϊτζή, για να τιμήσουν τον συνάδελφο, τον φίλο, τον πατέρα, τον εξαίρετο οικογενειάρχη Ηλία που στις 13/04/2019 έχασε την ζωή του στο όρος Τύμφη κάνοντας την αγαπημένη του δραστηριότητα, την πεζοπορία στο βουνό, με τα έσοδα να διατίθενται στην στήριξη της πενταμελούς οικογένειας του.

https://gosports.gr


Σάββατο 1 Ιουνίου 2019

Προσοχὴ στὴν φαντασία.....




Προσοχὴ στὴν φαντασία

–Γέροντα, ἔχετε πεῖ ὅτι πρέπει νὰ ἀποφεύγουμε κατὰ τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς νὰ φέρνουμε στὸν νοῦ μας διάφορες εἰκόνες ἀπὸ τὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ κ.λπ. Γιατί;–Γιὰ νὰ μὴ μᾶς πλανέση ὁ διάβολος μὲ φαντασίες. Ἡ φαντασία εἶναι καλή, εἶναι μεγάλη δύναμη, ἂν ἀξιοποιηθῆ. Μερικοὶ ἄνθρωποι μπορεῖ λ.χ. νὰ δοῦν τώρα ἕνα τοπίο καὶ μετὰ ἀπὸ ἕναν χρόνο νὰ τὸ θυμοῦνται ἀκριβῶς ὅπως εἶναι καὶ νὰ τὸ ζωγραφίσουν. Αὐτὸ εἶναι μιὰ ἱκανότητα ποὺ τὴν δίνει ὁ Θεὸς στὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ ὁ διάβολος τὴν ἐκμεταλλεύεται. Ἐκεῖνοι ποὺ πλανιοῦνται, ὅ,τι βλέπουν ἢ διαβάζουν, τὸ φαντάζονται ὅπως θέλουν καὶ ὕστερα αὐτὴν τὴν φανταστικὴ εἰκόνα τὴν πιστεύουν γιὰ πραγματικότητα. Γιὰ νὰ βοηθηθοῦν, χρειάζονται πολλὴ παρακολούθηση οἱ καημένοι, γιατὶ συνέχεια τοὺς ξεγελάει ὁ διάβολος.Γι ̓ αὐτό, ὅποιος ἔχει ἐκ φύσεως φαντασία, πρέπει νὰ προβληματίζεται, ὅταν τοῦ λένε ὅτι δὲν σκέφτεται σωστά, καὶ νὰ βάζη ἐρωτηματικὰ στὸν λογισμό του. Εἶχα γνωρίσει μία ἁπλὴ γυναίκα, ποὺ προσευχόταν συνέχεια καὶ παρακαλοῦσε τὸν Χριστὸ νὰ Τὸν δῆ ἐδῶ σ ̓ αὐτὴν τὴν ζωή, μιὰ ποὺ δὲν θὰ Τὸν ἔβλεπε, καθὼς ἔλεγε, στὴν ἄλλη ζωή. Ὁ Χριστὸς πράγματι τῆς παρουσιάσθηκε τὴν ὥρα τῆς Θείας Κοινωνίας μέσα στὸ Ἅγιο Ποτήριο ὡς βρέφος, μὲ ματωμένα μαλλάκια, καὶ ὕστερα χάθηκε, καὶ ἔτσι μπόρεσε νὰ κοινωνήση. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἄρχισε νὰ τὴν δουλεύη ὁ ἐχθρὸς μὲ τὸν λογισμὸ ὅτι κάτι εἶναι. Ἀπὸ ̓κεῖ καὶ πέρα τὴν δούλευε μὲ τὴν φαντασία καὶ τῆς παρουσίαζε συνέχεια κινηματογραφικὲς ταινίες. Ὅταν βγῆκα μιὰ φορὰ στὸν κόσμο, τὴν εἶχα βρεῖ σὲ ἕνα σπίτι καὶ ἄκουσα τὶς φαντασίες ποὺ ἔλεγε σὲ ἄνδρες καὶ γυναῖκες ποὺ εἶχαν συγκεντρωθῆ ἐκεῖ. Τρόμαξα νὰ τὴν φέρω σὲ λογαριασμό. Ἡ μόνη λύση ἦταν νὰ τῆς δώσω ἕνα γερὸ ξεσκόνισμα μπροστὰ σὲ ὅλους, γιὰ νὰ γίνουν γνωστὲς οἱ πλάνες της καὶ νὰ ταπεινωθῆ.

–Φαντασία της ἦταν;– Φαντασία καὶ πλάνη.

–Γέροντα, δὲν τὰ ἔλεγε αὐτὰ στὸν πνευματικό της;–Ξέρεις τί γίνεται; Ὁ σατανᾶς τοὺς ξεγελάει μὲ αὐτὰ ποὺ βλέπουν, δὲν προβληματίζονται καὶ δὲν σκέφτονται ὅτι πρέπει νὰ τὰ ποῦν στὸν πνευματικό. Τί τεχνίτης εἶναι ὁ διάβολος! Φοβερό!Ἂν δὲν προσέξη κανεὶς τὴν φαντασία του, ὁ πειρασμὸς μπορεῖ νὰ ἐκμεταλλευτῆ ἀκόμη καὶ ἕνα ἁπλό, φυσικό, γεγονὸς καὶ νὰ τὸν πλανέση. Στὴν Μονὴ Στομίου, ὅταν διάβαζα τὸν ἑσπερινὸ τὸν χειμώνα, ἄναβα τὴν σόμπα. Οἱ γυναῖκες ποὺ ἀνέβαιναν καμμιὰ φορὰ στὸ μοναστήρι εἶχαν παρατηρήσει ὅτι ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας στὸ τέμπλο, τὴν ὥρα τοῦ ἑσπερινοῦ, ἔκανε κρὰκ-κρὰκ –ἐγὼ δὲν τὸ εἶχα προσέξει –καὶ ἔλεγαν ἡ μία στὴν ἄλλη: «Τὴν ὥρα ποὺ διαβάζει ὁ καλόγερος τὸν ἑσπερινό, ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας κάνει κρὰκ-κράκ». Ὅταν τὸ ἄκουσα, εἶπα: «Γιά νὰ δῶ τὴν εἰκόνα ποὺ κάνει κρὰκ-κράκ». Ὄχι ὅτι δὲν πιστεύω σὲ θεῖα γεγονότα· πιστεύω ὅτι ἡ Παναγία καὶ παρουσιάζεται καὶ μιλάει καὶ τὴν βλέπουν ὅσοι ἔχουν πνευματικὴ κατάσταση, ἀλλὰ χρειάζεται προσοχή. Ἀνεβαίνω λοιπὸν σὲ μιὰ καρέκλα καὶ κοιτάζω. Τί συνέβαινε; Ἡ εἰκόνα ἦταν παλιὰ καὶ εἶχε τρέσα χωνευτά. Ὅταν ἄναβε ἡ σόμπα, ζεσταινόταν τὸ (2)τρέσο καὶ μὲ τὴν διαστολὴ ἔκανε κρὰκ-κράκ. Ἔβαλα ἕνα καρφάκι καὶ σταμάτησε ὁ θόρυβος. Ὕστερα ρώτησα τὶς γυναῖκες: «Ἀκοῦτε τώρα τίποτε;». «Ὄχι», μοῦ εἶπαν. «Ἔ, μὴ δίνετε σημασία», τὶς εἶπα. Θέλει προσοχή, γιατί, ἂν καλλιεργηθῆ σιγὰ-σιγὰ ἡ φαντασία, ὅλη ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου πάει χαμένη.

–Γέροντα, πῶς καταλαβαίνει κανεὶς ἂν ἕνα γεγονὸς εἶναι πράγματι ἀπὸ τὸν Θεὸ ἢ ἂν εἶναι ἀπὸ τὸν διάβολο;–Φαίνεται αὐτό.

Ἂν δὲν εἶναι ἀπὸ τὸν Θεό, τοῦ φέρνει ὁ διάβολος λογισμοὺς ὑπερήφανους. Ὕστερα, ὅσα κάνει ὁ διάβολος εἶναι χοντρά· φθάνει σὲ βλάσφημα πράγματα. Εἶχε ἔρθει μιὰ φορὰ στὸ Καλύβι ἕνας πλανεμένος καὶ δαιμονισμένος. Τοῦ εἶπα μερικὰ πράγματα καὶ τὸν βοήθησα. Ξέρετε τί μοῦ εἶπε; «Πρώτη φορὰ τὰ ἀκούω αὐτά! Οὔτε στὸ Εὐαγγέλιο δὲν τὰ ἔχω διαβάσει!». Δηλαδὴ σὰν νὰ μοῦ ἔλεγε: «Τὰ εἶπες καλύτερα ἀπὸ τὸν Χριστό». Κατάλαβες τί κάνει ὁ διάβολος, γιὰ νὰ σοῦ φέρη ὑπερήφανο λογισμό; Πάντως, ἂν δὲν καταλάβη ὁ ἄνθρωπος ὅτι τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ κάνη μὲ τὴν δική του δύναμη, ἀλλά, ὅ,τι κάνει, τὸ κάνει μὲ τὴν δύναμη τοῦ Χριστοῦ, καὶ χίλια δαιμόνια νὰ βγάλη ἀπὸ δαιμονισμένους, πάλι τίποτε δὲν κάνει.

Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Γ’ «Πνευματικὸς Ἀγώνας»-120-

(2)Μικρὰ ἐπιμήκη σανίδια ποὺ τοποθετοῦνται σὲ ἐγκοπή, ἡ ὁποία γίνεται στὸ πίσω μέρος ἑνὸς μεγάλου σανιδιοῦ, γιὰ νὰ μὴν κυρτώση τὸ σανίδι.

Δημοφιλείς αναρτήσεις