Τρίτη 19 Ιουλίου 2011

ΟΠΟΙΟΣ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙ ΑΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ .....ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ



ΕΡΩΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ 

Αναπτύχθηκε μια ερωτική κοινωνία με τον Θεό. Τότε καταλάβαινα γιατί οι Πατέρες ονόμαζαν τον Θεό έρωτα. «Ο Θεός έρως εστί και εραστόν» (Μάξιμος ο Ομολογητής) και «ο εμός έρως εσταύρωται» (αγ. Ιγνάτιος Θεοφόρος). Κάθε μέρα αισθανόμουν την περίπτυξη του Θεού. Αυτή η αγάπη εκείνο τον καιρό με είχε τρελλάνει. Ό Θεός βιωνόταν ως ελεήμων, ως γλύκα και γλυκασμός. Άναψε μέσα στην καρδιά μου το ευλογημένο πυρ, πού έκαιγε τα πάθη και δημιουργούσε ανέκφραστη πνευματική ηδονή. 

ΑΚΟΡΕΣΤΟΣ ΓΛΥΚΑΣΜΟΣ  ΚΑΙ ΘΕΡΜΗ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ 

Την νύκτα έβγαινα στις ερημιές του Άθωνα. Μαγεία! Ευλογία! Μέθη! Στην μοναξιά και στην πολυκοσμία, στην έρημο και στα κοινόβια ζούσα την παρουσία του Θεού, την θεία περίπτυξη. Αναπτύχθηκαν τότε άλλες αισθήσεις, αισθήσεις πνευματικές, η νοερά αίσθηση, η νοερά δράση και ακοή
Όλος ο νους ήταν συγκεντρωμένος μέσα στο βάθος της καρδιάς και άκουγε εν ακορέστω γλυκασμώ την ευχή πού λεγόταν μέσα εκεί. Όλος ο εσωτερικός κόσμος ενοποιημένος. Όλα έδειχναν ότι γεννήθηκε ένας καινούργιος άνθρωπος, ένας καινούργιος κόσμος και μια καινή ζωή. Μια θερμότητα έκαιγε τα πάντα. «Ουχί η καρδία ημών καιομένη ην εν ημίν ως ελάλει ημίν εν τη οδώ...;» Η αίσθηση των μαθητών αυτών υπήρξε δική μου βίωση. Αισθανόμουν καλά τον λόγο του Χριστού: «πυρ ήλθον βαλείν επί την γην και τι θέλω ει ήδη ανήφθη;» Και τον λόγον ότι ο Θεός «πυρ εστί καταναλίσκον». Άλλοτε αύτη η θέρμη και αυτή η φωτιά μετατρεπόταν σε πληγή βαθειά. Αισθανόμουν ότι αύτη η θερμότητα αναγεννούσε την ύπαρξή μου, πρώτα την ψυχή και μετά επεκτεινόταν και στο σώμα. Η αίσθηση ότι τώρα γεννήθηκα σε άλλον κόσμο ήταν διαρκής. Χοροπηδούσα σαν μικρό παιδί. Ακόμη υπήρξαν μερικές φορές πού ένοιωσα και την σάρκα μου σαν μικρού παιδιού, πού μόλις βγήκε από την μήτρα της μάνας του



ΒΑΘΕΙΑ ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΙ ΔΑΚΡΥΑ 

Αυτό δημιουργούσε βαθύτατη ειρήνη λογισμών. Ο νους καθοριζόμενος διαρκώς απέβαλε όλα τα ξένα στοιχεία τα οποία σαν λέπια τον εκάλυπταν. Γινόταν έτσι ελαφρός και πάντοτε εύρισκε καταφύγιο στην καρδιά. Εκεί παρέμεινε και ευφραινόταν πνευματικά. Εκεί μερικές φορές άκουγε και την φωνή του Θεού, πού ήταν πολύ συνταρακτική και δημιουργούσε πηγές δακρύων. Η γνωριμία με τον Θεό ήταν προσωπική. Η γνώση του Θεού πραγματικό γεγονός.
Μερικές φορές βυθιζόμουν σε βαθειά μετάνοια. Ο νους μπαίνοντας στην καρδιά εν Χάριτι έβλεπε το σκοτάδι, την βρωμιά της ψυχής και όλη η ύπαρξή ξεχυνόταν σε καυτά δάκρυα. Έκλαιγε η καρδιά. Τα δάκρυα της καρδιάς ξεχύνονταν επάνω της και την ξέπλεναν από την αμαρτία. Παράλληλα άνοιγαν και τα μάτια και γίνονταν πηγές δακρύων. Άλλοτε έκλαιγε μόνον η καρδιά και άλλοτε και το σώμα. Θρήνος βαθύς από την αποκάλυψη της ασωτίας... Κλάμα πολύ, αλλά όχι με απελπισία. Ήταν συνδεδεμένο με την αίσθηση της αγάπης του Θεο.

ΟΠΩΣ ΤΟ ΜΩΡΟ

Εκείνο τον καιρό όλα ήταν ωραία. Η λέξη ωραία δεν έχει σχέση με την αισθητική, αλλά με την οντολογική πραγματικότητα. Έβλεπα τους λόγους των όντων σε όλη την δημιουργία. Και αυτό προξενούσε άρρητη ευφροσύνη. Όλα εξέφραζαν την αγάπη του Θεού. Η ανάγνωση της Γραφής έτρεφε την καρδιά. Οι λέξεις δεν πήγαιναν στην λογική, αλλά εισχωρούσαν στην καρδιά και την ζωογονούσαν. Όπως το μωρό ρουφά το γάλα από τον μαστό της μάνας του και τρέφεται, έτσι αισθανόταν η καρδιά τρεφόταν από το λόγο του Θεού.Γινόταν μετάγγιση αίματος. Τα βιβλία των Πατέρων τα διάβαζα με άλλο πρίσμα. Γνωστά κείμενα τότε τα έβλεπα διαφορετικά. Σαν να είχα αποκτήσει καινούργια μάτια και σαν να είχα μάθει καινούργια γλώσσα. Αισθανόμουν συγγενής πνευματικά με τους Πατέρας. Όμως τις πιο πολλές φορές δεν ήθελα να διαβάζω ακόμη και βιβλία πατερικά. Σαν να σταματούσαν την προσωπική επικοινωνία με τον εράσμιο Νυμφίο, σαν να διέκοπταν τη ζωντανή επικοινωνία με τον Δημιουργό του παντός.


ΟΠΟΙΟΣ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙ ΑΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ 

Τα πάθη δεν ενεργούσαν τότε. Ένοιωθα όχι ηθικές αναστολές, αλλά την αναγέννηση μου. Ήμουν τόσο μεθυσμένος, ώστε δεν με ενδιέφερε απολύτως τίποτε. Υπήρχε μέσα μου μια ακατάσχετη αναζήτηση και επιθυμία να μη με αγαπούν οι άνθρωποι και μάλιστα να με περιφρονούν. Αφού είχα την αγάπη του Θεού, δεν με ενδιέφερε τίποτε άλλο. Ζούσα μια ερωτική ζωή, ζωή δακρύων... Η μόνη απασχόληση εγώ και ο Θεός. Ζητούσα την μοναξιά πού ήταν κοινωνία. «Ενώπιος Ενωπίω», «πρόσωπον προς Πρόσωπον». Αλλά και όταν ευρισκόμουν σε πολυκοσμία η εσωτερική φωνή ήταν ισχυρότερη. Και όταν κατά την διάρκεια ακολουθίας ο Γέροντας με έβαζε να ψάλλω, εγώ συγχρόνως άκουγα και αυτήν την εσωτερική φωνή της καρδιάς να επαναλαμβάνη την ευχή πού έγινε το εντρύφημά μου.
Αυτή η κατάσταση κράτησε περίπου τέσσερα χρόνια. Μέρα-νύχτα έλεγα την ευχή. Και την ώρα πού κοιμόμουν η καρδιά προσευχόταν. Την άκουγα καθαρά να αδολεσχή με τον Θεό.

Όποιος θέλει να διαπιστώση αν υπάρχη Θεός, ας δοκιμάση. Θα συνάντηση ένα ζωντανό Θεό! Η Χάρη του Θεού με αξίωσε εμένα το έκτρωμα όλου του κόσμου να αποκτήσω μια μικρή σταγόνα γνώσεως Θεού».


( Αγιος Σιλουανός )
Γέροντας Σωφρόνιος 


ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ






http://www.facebook.com/notes/nicholas-michaloliakos-nimichaloliakos/paroxysmos-erotos

Σάββατο 16 Ιουλίου 2011

Eις μνήμην κυρ Φωτίου Κόντογλου, του Κυδωνιέως, επί τη εκδημία αυτού (13/7/1965)


Κάποιος από εκείνους που αγαπούνε τον Θεό αχόρταστα, σαν τον ρώτηξα να μου δώσει να καταλάβω την αγάπη του Θεού, μου είπε πως τοσο πολύ ένοιωσα αυτή την ενέργεια , ώστε βιαζότανε η ψυχή μου με κάποια ανεκλάλητη χαρά κι αγάπη να βγεί από το στόμα μυ και να πετάξει στον Κύριο και σαν να μην ήξερε τον τρόπο που ζούνε στην πρόσκαιρη τούτη ζωή.

Κι όποιος δοκιμάσει αυτή την αγάπη , και χίλιες βρισιές να ακούσει απο τον άλλο και να κακοπάθει απ΄αυτόν, δεν θυμώνει καταπάνω το, αλλά απομένει σαν να΄ναι κολλημένος στην ψυχή εκεινού που τον έβρισε , είτε με άλλο τρόπο τον έβλαψε .

Και μοναχά στενοχωριέται για όσους δεν λυπούνται τους φτωχούς, είτε μιλάνε καταπάνω στον Θεό, είτε ζούνε με πονηριά.Γιατί αυτός που αγαπά πολύ τον Θεό, ή καλύτερα που δεν αγαπά πια τον εαυτό του, αλλά μονάχα τον Θεό , δε ζητά την δική του την τιμή, αλλά μοναχά εκεινού που τον τίμησε με τιμή αιώνια. Κι αυτό δεν το θέλει με λίγη θέληση , αλλά έχει αυτή τη διάθεση σαν να είναι το φυσικό του, επειδή δοκίμασε πολύ την αγάπη τού Θεού.


Κοντά σ΄αυτά πρέπει να ξέρει κανένας, πως εκείνος που φτάνει σε τέτοια αγάπη με την ένέργεια τού Θεού, υψώνεται απάνω κι από την πίστη , τον καιρό αυτής τής ενέργειας, επειδή με την αίσθηση της καρδιάς και με πολλή αγάπη βαστά μέσα του τον Θεό που τον τιμά με την πίστη του.
Αυτό μάς λέγει καθαρά ο άγιος Παύλος γράφοντας:
«Και τώρα απομένουνε αυτά τα τρία πίστη , ελπίδα , αγάπη και το πιο μεγάλο από αυτά είναι η αγάπη» Γιατί όποιος βαστά τον θεό με την αγάπη, όπως είπα είναι πιο μεγάλος από την πίστη του, επειδή βρίσκεται ολάκερος κυριευμένος από τον πόθο τού Θεού»

Άγιος Διάδοχος Φωτικής , σε μεταγραφή Φωτίου Κόντογλου από το βιβλίο «Πηγή Ζωής»

Καλό Παράδεισο να έχει ο απολογητής της πονεμένης Ρωμιοσύνης , ο αναβιωτής της ορθόδοξης εικονογραφίας και δικός μας δάσκαλος κυρ Φώτης, ο Αϊβαλιώτης και Λέσβιος , που έφυγε σαν σήμερα για την αληθινή πατρίδα ...

http://filokalia.tk/

Καλημέρα και καλό Σαββατοκύριακο!


Καλημέρα!
Να έχετε ένα όμορφο Σαββατοκύριακο!



.

Παρασκευή 15 Ιουλίου 2011

ΑΠΌ ΤΑ ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΑΙΣΙΟΥ....



• Ἡ συζήτηση ἔγινε στὸν φράχτη. Παρόλο τὸν φρικτὸ πόνο ποὺ ἔνοιωθε, μὲ ὑπέμεινε καὶ συζητοῦσε μαζί μου. ‘’Γέροντα, τοῦ ξαναλέω, θέλω νὰ μοῦ πῆτε γιὰ τὸν Ἀντίχριστο. Ἀκούγονται πολλὰ καὶ διάφορα’’. ‘’ ῎Ακου, μοῦ λέει, ἔχουμε ἀκόμη καιρὸ. Ἀργεῖ ἀκόμη. Πρῶτα, θὰ γίνη ἕνας μεγάλος πόλεμος! Πολὺ μεγάλος! Θὰ χυθῆ πολὺ αἷμα. Θὰ πάρουμε καὶ τὴν Πόλη! Θὰ χυθῆ, ὅμως, πολὺ αἷμα! Ὅπως λέει καὶ ἡ προφητεία τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, τριῶν χρονῶν Δαμάλι θὰ πλέη στὸ αἷμα. Αὐτὸς ὁ πόλεμος, θὰ εἶναι πολὺ μεγάλος. Θὰ εἶναι γενικὸς πόλεμος. Τέτοιος πόλεμος, δὲν ἔχει ξαναγίνει. Μετὰ, θαρθῆ ὁ Ἀντίχριστος’’. ῎Ηθελα νὰ ρωτήσω καὶ πολλὰ ἄλλα, ἀλλὰ ὁ Γέροντας μὲ σταμάτησε. ῞Ενα κύμα πόνου φάνηκε στὴν ἔκφρασή του. ‘’ ῎Αντε, τώρα, νὰ πηγαίνης, μοῦ λέει, γιατὶ πονάω καὶ θὰ βρέξη’’.

• ῎Αλλοτε, πάλιν, κατὰ μαρτυρίαν Ἑλληνοκυπρίου ποὺ τὸν ἐπεσκέφθη, τοῦ εἶπαν, πάλι γιὰ τοὺς Τούρκους. Ἐκεῖνος ἀπήντησε: «Οἱ Τοῦρκοι, τὰ κόλλυβα τὰ ἔχουν στὸ ζωνάρι, δὲν εἶναι μακρυὰ ἡ καταστροφὴ καὶ ἡ ταπείνωσή τους». Εἶπε καὶ τοῦτο: «Οἱ Τοῦρκοι εἶναι πολὺ καλύτεροι ἀπὸ τοὺς Εὐρωπαίους».

• ῞Οσον ἀφορᾶ στὴν σχετικὴ προφητεία τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, ἐπιβεβαιώνεται ὅτι τὰ «Ἑξαμίλια» θὰ εἶναι τὰ 6 μίλια τῆς ὑφαλοκρηπίδας, ποὺ θὰ εἶναι ἡ ἀφορμὴ γιὰ νὰ ξεκινήσει ἡ διένεξις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας ....῞Ομως, ὁ πατὴρ Παΐσιος ἔλεγε μὲν, ὅτι θὰ ὑπάρχη πρόβλημα μὲ τὰ 6 μίλια τῆς ὑφαλοκρηπίδας, ἀλλὰ, γιὰ μένα, ποτὲ δὲν εἶπε ὁ πατὴρ Παΐσιος ὅτι ἡ αἰτία τοῦ πολέμου θὰ εἶναι τὰ 6 μίλια. ῎Ελεγε, ὅτι οἱ Τοῦρκοι θὰ φτάσουν στὰ 6 μίλια. Δὲν μπορεῖ ὁ πατὴρ Παΐσιος νὰ ἔλεγε ποτὲ ὅτι ἡ αἰτία τοῦ πολέμου θὰ εἶναι τὰ 6 μίλια, διότι θὰ ἀναιροῦσε τὸν ῞Αγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό. Γιὰ μένα, ὅμως, οἱ Τοῦρκοι ἔφθασαν στὰ 6 μίλια, δηλ. τὰ πράγματα ὀξύνονται. Αὐτὴν τὴν στιγμὴ, οἱ Τοῦρκοι ἔχουν φτάσει στὰ 6 μίλια. ῎Εχει ἐπιτρέψει ἡ διεθνὴς κοινότητα νὰ πᾶμε στὰ 12 μίλια, ἔχει δοθεῖ ἀπόρρητη ὁδηγία, μπορῶ νὰ σᾶς τὴν δώσω, ὑποχρεωτικὰ νὰ πᾶμε τὴν ὑφαλοκρηπίδα στὰ 12 μίλια, καὶ ἡ Ἑλλάδα δὲν τὸ ἔχει κάνει. Τὰ 6 μίλια στὸ Αἰγαῖο τὰ ἔχουμε χάσει. ῎Ηδη ἔχουν φτάσει οἱ Τοῦρκοι, θέλω νὰ πῶ, στὰ «Ἑξαμίλια». Βλέπετε, οἱ ἅγιοι δὲν ἀναιροῦν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον.

Ἡ ἐπεξήγηση, ἀπὸ τὸν π. Παΐσιο, τῆς προφητείας τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, αὐτὴ εἶναι. Ὁ παππούλης ἁπλᾶ ἔκανε ἐπεξήγηση τῆς προφητείας τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. Τουλάχιστον ἀπ’ ὅσα εἶπε σὲ μένα, καὶ ἀπ’ ὅσα ἔλεγε στὸν κόσμο, ὅταν ἤμουν παρών.Μιὰ ἄλλη παρατήρηση εἶναι ἡ ἑξῆς: ῞Ολοι λένε, ἂς ποῦμε, καὶ γράφουν, στὰ κείμενὰ τους, ὅ,τι εἶπε ὁ πατὴρ Παΐσιος γιὰ τὰ 6 μίλια κτλ., ὅμως κανεὶς δὲν ξέρει τί ρώτησαν, ἐκεῖνοι πού ρώτησαν τὸν πατέρα Παΐσιο, σχετικὰ μ’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Δὲν γνωρίζομε τὶς ἐρωτήσεις. Στὸ θέμα αὐτό, ἐπίσης, ποτὲ, ὅσο ἔτυχα ἐγὼ, ὁ πατὴρ Παΐσιος δὲν μιλοῦσε μὲ χρονολογίες. Αὐτὸ ποὺ μπορῶ νὰ πῶ εἶναι ὅτι ἔλεγε: «Ἐσεῖς θὰ τὰ δεῖτε, ἐγὼ δὲν θὰ τὰ δῶ». Ποτὲ δὲν ἄκουσα νὰ πεῖ σὲ κανέναν ἡμερομηνία. Τώρα, ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα, ὅταν τὸν ρώτησα, πολλὲς φορὲς, ἄν, σὲ ἐνδεχόμενο πόλεμο μεταξὺ Ἑλλάδος καί Τουρκίας, θὰ πάθουμε μεγάλη ζημιά, μοῦ ἔλεγε: «Ἐμεῖς, ἔχουμε τὸν Τριαδικὸ Θεὸ• δὲ φοβόμαστε τίποτα». ῎Ελεγε, ὅμως, χαρακτηριστικά, ὅτι, ὅπως ὅταν κάτση ἕνα κουνούπι νὰ σὲ τσιμπήση, ἄν θὲς νὰ τὸ σκοτώσης, τ’ ἀφήνεις νὰ ρουφήξη λίγο αἷμα, νὰ πάρη τὴν πρώτη ρουφηξιὰ, νὰ γλυκαθεῖ, ὁπότε μετὰ τὸ σκοτώνης πολὺ εὔκολα, γιατὶ ἔχει ναρκωθεῖ, ἔτσι θὰ τὴν πάθουν οἱ Τοῦρκοι. Τώρα, αὐτὸ, ὁ κάθε ἕνας μπορεῖ νὰ τὸ ἑρμηνεύση ὅπως τὸ καταλαβαίνει. Ἐγὼ δὲν τὸ ἑρμηνεύω, τὸ λέω αὐτούσια, ὅπως τὸ εἶπε ὁ παπποῦς.


• «Κοίταξε νὰ δῆς, πώς θὰ ξεκινήσουνε τὰ γεγονότα: Κατ’ ἀρχὴν, οἱ Τοῦρκοι θὰ μποῦν σὲ ἕνα νησί. Στὴν Ἀλεξανδρούπολη δὲν θὰ μποῦν. Θὰ μποῦν τοπικὰ, σὲ ἕνα νησί. Μόνο ἐκεῖ θὰ μποῦν. ῞Οταν θὰ μποῦν, λέει, θὰ πονέση ἡ Ἑλλάδα. Καὶ ἐμᾶς, θὰ μᾶς πιάση πεῖνα. Θὰ πεινάση ἡ Ἑλλάδα. Καί, ἐπειδὴ θὰ κρατήση αὐτὴ ἡ μπόρα κάποιο διάστημα, μῆνες θὰ εἶναι, θὰ ποῦμε τὸ ψωμὶ ψωμάκι».

• Μετά, ρωτάω: «Γέροντα, πῶς θὰ καταλάβω, ὅτι θὰ εἴμαστε κοντὰ στὸν πόλεμο;” «῞Οταν, λέει, θὰ ἀκούσης στὴν τηλεόραση νὰ γίνετε θέμα γιὰ τὰ μίλια, γιὰ τὴν ἐπέκταση τῶν μιλίων (τῆς ὑφαλοκρηπίδας), ἀπὸ 6 σὲ 12 μίλια, ἀπὸ πίσω ἔρχεται ὁ πόλεμος. Ἀκολουθεῖ». Λέω: «Καὶ ποιὰ κράτη θὰ συμμετέχουν;» «Κοίταξε, λέει, θὰ μποῦν πρῶτα οἱ Τοῦρκοι σ’ αὐτὸ τὸ νησί, καὶ μετὰ θὰ κατέβουν οἱ Ρῶσοι στὰ Στενά. ῎Οχι, λέει, γιὰ νὰ βοηθήσουν ἐμᾶς. Αὐτοὶ, λέει, θὰ ἔχουν ἄλλα συμφέροντα, ἀλλὰ, χωρὶς νὰ τὸ θέλουν, θὰ βοηθᾶνε ἐμᾶς. Τότε, οἱ Τοῦρκοι, γιὰ νὰ ὑπερασπισθοῦν τὰ Στενὰ, ποὺ εἶναι στρατηγικῆς σημασίας, καί θὰ ἀποσύρουν τὰ στρατεύματα ἀπʼ τὸ νησί. Θὰ δοῦν, τότε, τὰ ἄλλα κράτη τῆς Εὐρώπης, συγκεκριμένα ἡ Ἀγγλία, ἡ Γαλλία, ἡ Ἰταλία καὶ ἄλλα ἕξη-ἑφτὰ κράτη τῆς ΕΟΚ, ὅτι ἡ Ρωσσία θὰ ἁρπάξη μέρη, ὁπότε θὰ ποῦν: “Δὲν πᾶμε καὶ ἐμεῖς ἐκεῖ πέρα μήπως πάρουμε καὶ ἐμεῖς κανένα κομμάτι;” ῞Ολοι, ὅμως, θὰ κυνηγοῦν τὴν μερίδα τοῦ λέοντος. Ὁπότε, θὰ μποῦν καὶ οἱ Εὐρωπαῖοι στὸν πόλεμο».

Σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, λέω: «Ἐμεῖς, τί θὰ κάνουμε, σὰν Ἑλλάδα, σὰν μέλος τῆς ΕΟΚ, ὁ στρατὸς ὁ ἑλληνικὸς θὰ πάρη μέρος σ’ αὐτὸν τὸν πόλεμο;» «῎Οχι, λέει. Θὰ βγάλη ἀπόφαση ἡ Κυβέρνηση νὰ μὴ στείλη στρατό. Θὰ κρατήση στρατὸ μόνο στὰ σύνορα. Καὶ, θὰ εἶναι μεγάλη εὐλογία ποὺ δὲν θὰ πάρη μέρος. Γιατὶ, λέει, ὅποιος πάρη μέρος σ’ αὐτὸν τὸν πόλεμο, χάθηκε… Πολὺς κόσμος θὰ σκοτωθῆ, πολλὰ ἑκατομμύρια. Τότε, ἐπειδὴ ὁ κόσμος στὴν Ἑλλάδα θὰ φοβηθῆ πολὺ, πολλοὶ θὰ στραφοῦν πρὸς τὴν Ἐκκλησία, πρὸς τὸν Θεό, καὶ, ἀπʼ τὸν φόβο τους, θὰ μετανοήσουν. Γι’ αὐτὸ, λέει, ἐπειδὴ θὰ ὑπάρξη μετάνοια, δὲν θὰ πάθουμε κακὸ οἱ ῞Ελληνες. Ὁ Θεὸς θὰ λυπηθῆ τὴν Ἑλλάδα, ἐπειδὴ ὁ κόσμος θὰ στραφῆ πρὸς τὴν Ἐκκλησία, καὶ θὰ ἀρχίσουν νὰ προσεύχωνται. ῎Ετσι θὰ τὰ οἰκονομήση ὁ Θεὸς τὰ πράγματα, ὥστε ἡ Κυβέρνηση νὰ μὴ στείλη στρατὸ στὴν Πόλη, γιατὶ θὰ χαθοῦν πολλοί, ἑκατομμύρια κόσμος θὰ σφαγιασθοῦν.

• Κι ὅταν ἀναφερθήκαμε στούς ἐξ Ἀνατολῶν γείτονες καί τοῦ ζητήσαμε τήν γνώμη του, νά μᾶς πῆ δηλ. πῶς θά βγοῦμε ἀπό αὐτό τό ἀδιέξοδο καί ἀπ’ αὐτήν τήν μόνιμη ἀπειλή, πάλι μᾶς εἶπε νά μήν στενοχωριόμαστε, καὶ ὅτι τό τελικό ἀποτέλεσμα θά εἶναι ὑπέρ τῶν Ἑλλήνων. Θά χυθῆ καί λίγο αἷμα, τό ἐπιβεβαίωσε αὐτό ὁ Γέροντας, ἀλλά τό τελικό ἀποτέλεσμα θά εἶναι ὑπέρ τῶν Ἑλλήνων. Γιά δὲ τήν Κωνσταντινούπολη, ἐπειδή εἴμαστε πρόσφυγες στήν καταγωγή μας, μᾶς ἔλεγε ὅτι “Θά τήν πάρουμε τήν Πόλη. Κάποια μέρα, θά εἶναι δική μας”. Αὐτό, τὸ θεωροῦσε σίγουρο. Τό ἔλεγε καί τό πίστευε. Τό ἔβλεπες στά μάτια του. “Εἶναι πολύ κοντά ὁ καιρός πού αὐτό θά γίνη πραγματικότητα”, εἶπε.


• Πήγαμε λίγο πιό κεῖ, καθίσαμε στά κούτσουρα καὶ μοῦ λέει ὁ ὑπεύθυνος τῆς παρέας: “Τί θὰ λέγατε νὰ κάνουμε μία συζήτηση γιὰ τὴν Τουρκία;” Λέω: “Μὴν ἀνησυχῆτε. Κάτι τέτοιο θὰ μᾶς πῆ ὁ Γέροντας». Γύρισε ὁ Γέροντας ἀπὸ τὸ Κελλάκι του, κι ὅπως καθόμασταν ἐκεῖ, ὅλοι μαζί, λέει: “Τί λέτε, θὰ τὴν πάρουμε τὴν Πόλη, βρὲ παιδιά;”. Ἐμεῖς δέν μιλάγαμε. Λέει, γιὰ δεύτερη φορά: “Τί λέτε, θὰ τὴν πάρουμε τὴν Πόλη;”. Πάλι, σιωπὴ ἰχθύος. Λοιπόν, τήν τρίτη φορὰ λέει: “ ῎Ε, παλληκάρια τῆς φακῆς εἶστε!” Πετιέται ἕνας καὶ λέει: “Θὰ τὴν πάρουμε, Γέροντα!”. “Θὰ τὴν πάρουμε, Δημήτρη, τοῦ λέει. Θὰ τὴν πάρουμε, γιατὶ τὸ θέλει ὁ Θεός”. Μετὰ, ἄρχισε ἡ συζήτηση. Λέει: “Κοιτάχτε νὰ δῆτε. Ἐμεῖς, τώρα, δὲν μποροῦμε νὰ τὰ βάλλουμε μὲ τὴν Τουρκία. Ἀλλά, θὰ γίνη ἕνας εὐρωπαϊκὸς πόλεμος ἐναντίον τῆς Ρωσίας. Καὶ, τότε, ἡ Ρωσία θὰ χτυπήση τὴν Τουρκία. Θὰ τὴν κάνη, σὲ λίγο καιρὸ, σκόνη. Σ’ αὐτὸν τὸν πόλεμο θὰ νικηθοῦν οἱ Εὐρωπαῖοι.

Οἱ ῞Ελληνες δὲν θὰ συμμετάσχουν σ’ αὐτὸν τὸν πόλεμο. Καὶ, τότε, λέει, θὰ τὴν πάρη ἡ Ρωσία τὴν Πόλη καί θὰ πιέζουν οἱ Εὐρωπαῖοι νὰ τὴν δώση. Δὲν θά μπορῆ ἡ Ρωσία νὰ τὴν κρατήση. Καὶ θὰ ἀναγκαστῆ νὰ μᾶς τὴ δώση. Ὄχι ἀπὸ ἀγάπη, ἀλλὰ ἀπὸ συμφέρον. Σοῦ λέει, ‘Χριστιανοὶ εἴμαστε καὶ ἐμεῖς κι αὐτοί• προτιμώτερο νά τήν δώσουμε στούς Ἕλληνες’. Ἔτσι θὰ τὴν πάρουμε τὴν Πόλη. Οἱ Τοῦρκοι θὰ γίνουν τρία κομμάτια. Τὸ πρῶτο κομμάτι, στὸν πόλεμο αὐτόν, θὰ σκοτωθῆ. Τὸ δεύτερο κομμάτι θὰ βαφτιστοῦν Χριστιανοί. Καὶ τὸ τρίτο, θὰ πάη, λέει, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἦρθε, στὴν Μεσοποταμία”.

• Πῆρα τόν λόγο καί τὸν ρώτησα γιὰ τὴν κατάσταση τοῦ πολέμου στὴν Γιουγκοσλαβία καὶ κάτι περὶ ΕΟΚ. Λέει ὁ Γέροντας: “Κοιτάξτε νὰ δῆτε. Στὴν Γιουγκοσλαβία, ἄρχισαν νὰ λειτουργοῦν οἱ πνευματικοὶ νόμοι. Τὰ πράγματα θὰ πᾶνε πρὸς τὸ καλό”. “Τί εἶναι, Γέροντα, πνευματικοί νόμοι;” “Νὰ μᾶς πῆ ὁ καθηγητής”. Λέει ἕνας καθηγητής: “Γέροντα, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ ποιό νόημα θέλετε ν’ ἀποδώσετε”. Λέει ὁ Γέροντας: “Πνευματικοὶ νόμοι εἶναι, ὅταν 3-4 ἄτομα χτυποῦν ἕναν, τότε ὁ ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς λέει: ‘Τί κάνομε; 4 ἄτομα χτυπᾶμε ἕναν;’ Συνέρχεται, λοιπόν, κατὰ κάποιο τρόπο καὶ φεύγει. Τὸ ἴδιο κι ὁ ἄλλος κλπ. Ἔτσι, τελικά, καλὸ θὰ βγῆ”. “Γέροντα, πόλεμος καὶ καλό;” “ Ὁ Θεὸς δὲν ἐπιτρέπει τὸ κακό, ἂν ἀπὸ κεῖ μέσα δὲν βγῆ κάποιο καλό. Τώρα, γιὰ τὴν ΕΟΚ, ἡ ἑνοποίηση δὲν θὰ γίνη, οὔτε μὲ ὀξυγονοκόλληση! Δὲν θὰ θελήσουν οἱ δυνάμεις, Ἀγγλία, Γαλλία, Γερμανία, νά ἑνωθοῦν, ἐπειδὴ ἔχουν παληοὺς λογαριασμούς. Καὶ, κατὰ κάποιο τρόπο, δὲν γίνεται ὁ πλούσιος συνέταιρος μὲ φτωχό”. “Γιὰ τὴν Πόλη νὰ μᾶς πῆτε”, λέει κάποιος. “Τὴν Πόλη θὰ τὴν πάρουμε. Ὄχι ἐμεῖς. Ἄλλοι θὰ μᾶς τὴν δώσουν. ῎Οχι ἐπειδὴ μᾶς ἀγαπᾶνε, ἀλλὰ, προκειμένου νὰ λυθῆ τὸ πρόβλημά τους, θὰ τὴν δώσουνε σὲ μᾶς”. “Γέροντα, πῶς θὰ τὴν κάνουμε... κουμάντο;” “Κοίταξε νὰ δῆς.

Ἡ Πόλη θὰ ἀνήκη μέν στὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ θὰ εἶναι διεθνής, κατὰ κάποιο τρόπο. Θὰ εἶναι μέσα καὶ Ρῶσοι καὶ ῎Αγγλοι κλπ. Ἐσὺ, τί εἶσαι, πρόσφυγας;” “Ναί. Ὁ πατέρας μου γεννήθηκε στὴν Τσίτα Σουρμένων κι ἡ μάνα μου στὸν ῎Οφι”. “Στὴν πατρίδα σου πῆγες; Νά πᾶτε στὴν πατρίδα σας, ὅσοι εἶστε πρόσφυγες. Γιατὶ σᾶς βλέπουν οἱ Τοῦρκοι καὶ φοβοῦνται. Ἐπειδὴ τὰ ἔχουν κλεμμένα, νομίζουν ὅτι ἤρθατε, γιὰ νὰ τὰ πάρετε πίσω. Τὸ ξέρουν ὅτι εἶναι δικά σας καὶ φοβοῦνται. Τὸ εἶδα στὰ μάτια τους, ὅταν πῆγα στὴν δική μου. ῎Αντε, ἀρκετὰ γιὰ σήμερα”.

• Ρώτησαν τὸν Γέροντα ἂν ἡ Ἑλλάδα θὰ πάθει κακὸ καὶ τοὺς ἀπάντησε: «Πολλὲς μπόρες πέρασε ἡ Ἑλλάδα. Ἀδικήθηκε πολύ. Ἀλλά, ὅμως, μπόρες θἆναι. Ἡ Ἑλλάδα δὲν θὰ πάθει τίποτε. Τὴν ἀγαπάει ὁ Θεός. Στὴ Μικρὰν Ἀσίαν ἔχουμε πολλὰ ἅγια λείψανα. Κάθε σπιθαμὴ καὶ βρίσκεις ἅγια λείψανα. Θὰ πάρουμε τὴν Ἁγία Σοφία καὶ θ’ ἀνοίξει ἡ Πύλη. Αὐτὴ τὴν Πύλη, δὲν τὴν ξέρει κανένας». «Γέροντα, θὰ διαρκέσει γιὰ πολὺ αὐτὸ τὸ κακό»; Γέροντας: «Μπόρες, μπόρες, θἆναι. Γέροντας: «Τὴν Κωνσταντινούπολη θὰ τὴν πάρουμε πίσω, ἀλλὰ ὄχι ἐμεῖς. Ἐμεῖς, ἔτσι ὅπως κατάντησε ἡ πλειονότητα τῆς νεολαίας μας, δὲν εἴμαστε ἱκανοὶ γιὰ τέτοια. ῞Ομως ὁ Θεὸς θὰ οἰκονομήσει νὰ πάρουν ἄλλοι τὴν Πόλη καὶ νὰ τὴν δώσουν σ’ ἐμᾶς, σὰν λύση στὸ πρόβλημά τους». Ὁ Γέροντας ἐπαναλάμβανε συχνὰ ὅτι: «Ὁ περιούσιος λαός, μετὰ Χριστόν, εἶναι ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Θὰ δοῦμε κίνδυνο, ὄχι ὅμως ἀπ’ αὐτὴν τὴν πλευρά, ἀλλὰ ἀπὸ ἄλλη πλευρά, ἀπὸ Ἀνατολάς. Θὰ δοῦμε κι’ ἄλλες δοκιμασίες, ἴσως πικρανθοῦμε κιόλας, ἀλλὰ τελικά, ὁπωσδήποτε θὰ φθάσουμε καὶ θὰ λειτουργήσουμε στὴν Ἁγία Σοφία». Ὁ Γέροντας: «Θὰ οἰκονομήσει ὁ Θεός. Σ’ αὐτὸ τὸν πόλεμο ὅλοι θὰ γυρίσουν ἡττημένοι.

Ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς θὰ εἶναι θεατής. Δὲν θὰ γυρίσει κανένας νικητὴς - γήπεδο θἆναι ἡ Παλαιστίνη. Θὰ ἑνωθοῦνε Αἰγύπτιοι,῎Αραβες, Λίβυοι.... καὶ θὰ ἐπιτεθοῦνε πρὸς Βορρᾶ. Μετὰ θὰ ἐπιτεθεῖ ἡ Ἀνατολὴ πρὸς τὴ Δύση. Τάφος θἆναι ἡ νεκρὰ θάλασσα. Αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ πρῶτο ἡμιχρόνιο. Ὑπάρχει καὶ δεύτερο ἡμιχρόνιο. Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ γεγονότα, ὁ ἄνθρωπος θὰ φθάσει σὲ ἀδιέξοδο καὶ τότε, ὅλοι θὰ ζητοῦν νὰ μάθουν γιὰ τὸ Εὐαγγέλιο, τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία. Ὁ κόσμος θὰ συγκλονισθεῖ πάρα πολύ. Ὁ Χριστὸς θὰ λυπηθεῖ ὑπερβολικὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ θὰ φανερωθεῖ (θὰ εἶναι ὁρατὴ ἡ Θεία ἐπέμβαση) γιὰ νὰ τὸν πιστέψουν. Τότε, θὰ ψάχνουνε νὰ βροῦνε ἀπίστους• δὲν θὰ εἶναι αὐτὴ ὅμως ἡ Δευτέρα Παρουσία».


• ῞Υστερα, ἡ συζήτηση περιεστράφηκε στὸ ἐὰν θὰ γίνη πόλεμος καί τί νὰ κάνουμε ὡς Χριστιανοὶ. Μᾶς καθησύχασε, ὅμως, ὁ Γέροντας, λέγοντας: “ Ἐὰν γίνη πόλεμος, οἱ μισοὶ ῞Ελληνες θὰ πεθάνουν ἀπὸ φόβο (πράγματι, φοβερὸ συναίσθημα ὁ πόλεμος) καὶ οἱ ἄλλοι μισοὶ θὰ παρακαλᾶνε νὰ πέση καμμιά ὀβίδα νὰ τούς ξεκάνη μιὰ ὥρα ἀρχίτερα. Τόσο πολὺ, μὲ τὶς ἀνέσεις καὶ τὶς πολυτέλειες, ὁ κόσμος ἄλλαξε. Γι’ αὐτὸ, ὁ καλὸς Θεὸς, παιδιά μου, θὰ τὰ οἰκονομήση ἀλλοιῶς. Θὰ ἀποφευχθῆ ἡ σύγκρουση μὲ τὴν Τουρκία καὶ θὰ μᾶς δώσουν οἱ μεγάλες δυνάμεις τὴν Κωνσταντινούπολη”. Ἐὰν θυμᾶμαι καλὰ, ἀνέφερε ὁ Γέροντας, ὅτι τὰ χρόνια ἐκεῖνα, οἱ ἄνθρωποι, τόσο ἀπελπιμένοι θἆναι ἀπ’ τοὺς πολιτικοὺς τῶν δύο μεγάλων κομμάτων, ὥστε ὁ κόσμος θὰ τοὺς σιχαθῆ ὅλους. Εἶπε χαρακτηριστικὰ: “Θὰ ζητήσουν νὰ φύγουν ὅλοι οἱ πολιτικοὶ καὶ νὰ ἔρθη ὁ βασιληᾶς. Καὶ ὁ βασιληᾶς, εἶπε ὁ Γέροντας, δὲν θὰ ἀρνηθῆ τὸ κάλεσμα τοῦ λαοῦ”.

• ‘’Παιδί μου, Χρῆστο, μοῦ λέει, ὁ Θεὸς μᾶς λυπήθηκε τὸ 1920 καὶ ἤθελε νὰ μᾶς τὴν δώση. Τὸ θωρηκτὸ «ΑΒΕΡΩΦ» καὶ τὸ θωρηκτὸ «ΚΙΛΚΙΣ», εἶχαν ἐλλιμενισθῆ στὸν Κεράτιο κόλπο τῆς Κωνσταντινούπολης, ἀλλὰ ἐμεῖς, τότε, εἴχαμε μία μεγάλη ἁμαρτία. Εἴμασταν βλάσφημοι. Ὑβρίζαμε τὰ θεῖα καὶ, δυστυχῶς, ξέρω ὅτι θὰ σὲ στενοχωρήσω, ἀλλὰ πρέπει νὰ σοῦ τὸ εἰπῶ. Πιὸ πολὺ ἦσαν βλάσφημοι οἱ ῞Ελληνες Ἀξιωματικοί. Σήμερα, ἔχουμε ἄλλο ἁμάρτημα, μεγαλύτερο τοῦ προηγουμένου. Οἱ Ἑλληνίδες μάνες, σκοτώνουν τὰ παιδιά τους, πρὶν ἀκόμη τὰ γεννήσουν. Ἂν αὐτὸ τὸ ἁμάρτημα μηδενισθῆ, τότε ὁ Θεὸς θὰ μᾶς λυπηθῆ καὶ θὰ μᾶς δώση τὴν Πόλη. Ἡ Τουρκία ἔχει τὰ κόλλυβα στὸ ζωνάρι της καὶ θὰ διαλυθῆ. Ἐγὼ, εἶμαι γέρος, δὲν θὰ προλάβω νὰ τά ἰδῶ καὶ θὰ ἀποθάνω. Ἐσὺ εἶσαι νέος καὶ θὰ τὸ ἰδῆς’’. ‘’Γέροντα, ὅλα αὐτὰ εἶναι καλὰ ποὺ μοῦ τὰ λέτε, ἀλλὰ πότε;’’ ‘’Τὸ ‘πότε’ τὸ ξέρει μόνο ὁ Θεός. Ὅταν, ἐγὼ, τὸ 1986 καὶ 1987, σᾶς ἔλεγα ὅτι θὰ διαλυόταν ἡ Σοβιετικὴ ῞Ενωση δὲν μὲ πιστεύατε. Δὲν διελύθη; Ἔτσι θὰ διαλυθῆ καὶ ἡ Τουρκία. Θὰ λειτουργήσουν οἱ πνευματικὲς δυνάμεις κατὰ τέτοιον τρόπο, ὥστε τὰ συμφέροντα τῶν Μεγάλων θὰ ἐπιβάλλουν ἡ Πόλη νὰ δοθῆ στὴν Ἑλλάδα. Ἐσεῖς, οἱ στρατιωτικοὶ, τὴν Ἀλβανία νὰ προσέχετε. Ἀπὸ ἐκεῖ θὰ ἔλθη ἡ ἀπειλή’’. ‘’Γέροντα, ἅμα φτύσουμε, οἱ Ἀλβανοὶ θὰ πνιγοῦν στὸ φτύσμα μας, καὶ σεῖς λέτε ὅτι θὰ ἔλθη ἀπειλὴ ἀπὸ τὴν Ἀλβανία; Δὲν μπορῶ νὰ τὸ πιστέψω’’. ‘’ ῎Ακου τὸν Γέροντα!!!’’

• Θὰ περάσουμε μιὰ μπόρα. Αὐτοὶ ποὺ θὰ περάσουν τὴν μπόρα, θὰ δοῦνε καὶ καλύτερες μέρες. Ἂς εὐχηθοῦμε, ὅμως, νὰ μὴ συμβοῦν αὐτά στὶς μέρες τὶς δικές μας, γιατὶ ἐμεῖς πολλὰ περάσαμε. (Ὁ κόσμος ἐπέμενε νὰ μάθη τί εἴδους μπόρα εἶναι αὐτή). Παλαιότερα, ὁ κόσμος πίστευε, κι ἂν ἄκουγε κάτι, τὸ δεχόταν καὶ συνετιζόταν. Τώρα, τί νὰ σᾶς πῶ. Ἐσεῖς, ξέρω ὅτι πιστεύετε, ἀλλά, ἂν σᾶς πῶ, θὰ στενοχωρηθῆτε. Ἐξ’ ἄλλου, ἀφοῦ πιστεύετε, νά ἀγωνίζεσθε, καὶ δὲν ἔχετε ἀνάγκη. Ἂν πάλι τὸ πῶ σὲ ἀνθρώπους ποὺ δὲν πιστεύουν, θὰ τὸ ρίξουν ἔξω. Ἀλλὰ σᾶς λέω: Ὅ,τι καὶ νὰ δῆτε, νὰ μὴν ἀπελπισθῆτε. Θὰ δῆτε νὰ ἐφαρμόζωνται διατάξεις σκληρές, ἀλλὰ, μὴν ἀπελπίζεσθε, μετὰ θὰ ἀποσύρωνται. ῎Αλλες πάλι, δὲν θὰ προλάβουν νὰ ἐφαρμοσθοῦν. Τὸ ἔθνος μας θὰ μεγαλώση. Ἡ Τουρκία θὰ καταστραφῆ. Ἡ θρησκεία τους εἶναι ὅλη μιὰ ἁμαρτία. Τὴν Ἑλλάδα, θέλουν νὰ τὴν ἐξαφανίσουν. Οἱ «φίλοι» της, θέλουν νὰ τὴν τσαλακώσουν. (Στὴν ἐρώτηση, ἂν οἱ ἄνθρωποι θὰ χαθοῦν, ἀπαντάει): “Γιὰ ἐμᾶς τοὺς Χριστιανοὺς, δὲν ὑπάρχει θάνατος. Τὸ κλειδὶ τῆς αἰωνιότητας βρίσκεται κάτω ἀπ’ τὴν πόρτα τοῦ τάφου μας”. Τότε, (μετά ἀπό τόν μεγάλο πόλεμο), ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θὰ πιστεύσουν. Ἀλλὰ τότε δὲν θά ἔχουν μισθό.

• Κάποια στιγμή, ἀναφέρθηκε στὰ ἐθνικά θέματα. Ἀναφέρθηκε, μὲ μελανὰ χρώματα, γιὰ τὴν κατάσταση ποὺ ἐπικρατοῦσε τότε στὴν Ἑλλάδα, γιὰ τὴν ἀνηθικότητα, γιὰ τὴν διαφθορὰ, καὶ ἔδειχνε πολὺ προβληματισμένος. Τὸ ἴδιο, ὅμως, προβληματισμένος ἔδειξε ὅταν ἀναφέρθηκε στὴν Τουρκία. Ἐπεσήμανε τὸ μεγάλο ἁμάρτημα τῶν Τούρκων, τὸν σωβινισμό. Καὶ εἶπε: ‘’Δὲν ξέρω ἀπὸ ποῦ θὰ ἀρχίση ὁ Κύριος τὸ μαχαίρι, γιατὶ καὶ οἱ δύο λαοὶ -ἐμεῖς, δηλ. καί οἱ Τοῦρκοι- ἔχουν τὰ χάλια τους. Ἄς ἐλπίσουμε, ὅτι θ’ ἀρχίση ἀπ’ αὐτοὺς καὶ ὄχι ἀπὸ μᾶς’’. Τό τελευταῖο, τό εἶπε χαριεντιζόμενος, φυσικά. Εἶπε, ὅτι οἱ Τοῦρκοι δέν ἔδωσαν ἐλευθερίες στοὺς λαοὺς, θέλοντας νὰ τονίση ὅτι ὑπάρχουν λαοὶ μέσα στὴν Τουρκία, οἱ ὁποῖοι εἶναι σκλαβωμένοι καὶ ἔχουν διαφορετικὴ συνείδηση, ὅπως οἱ Κοῦρδοι, καὶ ἄλλοι. Εἶπε καί τό ἑξῆς: ‘’Εἴδατε, οἱ Τοῦρκοι ἔδωσαν ἐλευθερίες στὸν λαὸ καὶ ξεσηκώθηκαν οἱ Κοῦρδοι. Καὶ, ἀμέσως, φρόντισαν νὰ καταπνίξουν τὴν ἐξέγερση καὶ νὰ περιορίσουν πάλι τὶς ἐλευθερίες’’.

• Τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1999, ἤμουν ἐπίστρατος, ὡς Ὑπολοχαγὸς, στὸ Κλειδὶ Φλωρίνης. Ἐκεῖ, συνήντησα ἕναν Ὑπολοχαγὸ τοῦ Πεζικοῦ, καταγόμενο ἀπὸ τήν Ἀθήνα. Αὐτός μὲ πληροφόρησε, πὼς, ὅταν ἦταν στὸ τελευταῖο ἔτος τῆς Σχολῆς Εὐελπίδων, πῆγε μὲ κάποιους συναδέλφους του στὸ ῞Αγιο ῎Ορος, καὶ, μεταξὺ τῶν ἄλλων, ἐπισκέφθηκαν καὶ τὸν Γέροντα Παΐσιο στὴν Παναγούδα. Τὸν ρώτησα, τότε, τί τοὺς εἶχε πῆ ὁ Γέροντας Παΐσιος γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη. Ὁ Ὑπολοχαγὸς, μοῦ ἀπήντησε, ὅτι ὁ Γέροντας τοὺς εἶπε τό ἑξῆς: ‘’ Ἐσεῖς, θὰ εἶστε Λοχαγοὶ ὅταν θὰ συμβοῦν τὰ γεγονότα μὲ τὴν Κωνσταντινούπολη’’.


ΠΗΓΉ ενα γράμμα απο μοναχό Αγιορείτη!!!

Καλημέρα!


Καλημέρα!
Με το καλό να κλείσει και αυτή η εβδομάδα!






.

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2011

το μνημόσυνο των Αγίων Γερόντων...







τελέστηκε σήμερα στην Ιερά Μονή του Αγίου Ραφαήλ το μνημόσυνο στη μνήμη του Γέροντα Παισιου , του Γέροντα Ισαάκ του Γέροντα Σωφρόνιου του Έσσεξ και το εξάμηνο μνημόσυνο της Ευανθίας!!!

η κατάνυξη ήταν μεγάλη ..η Χάρις διάσπαρτη και ο κόσμος πολύς...

αυτό που μας έκανε εντύπωση είναι ότι ενώ τα κόλυβα ήταν σχετικά λίγα για τόσο κόσμο..έφτασαν για όλους ... δόξα τω Θεώ!!!

ας μας σκεπάζει η ευλογία των Αγίων Γεροντάδων στις δύσκολες μέρες που περνάμε!!!

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2011

Η Ζωή εκ Τάφου....θαύμα του Γέροντα Παισίου!!!!



Μαρτυρία Ευαγγέλου Κ. από τη Θεσαλλονίκη : "Από τα δώδεκα μου χρόνια υπέφερα από δαιμόνιο. Η ζωή μου είχε γίνει μαρτύριο. Μετά τους εξορκισμούς που μου διαβάζανε αισθανόμουν σαν να με είχαν δείρει.

Το Α' Σάββατο των νηστειών, το έτος 1995, ο πνευματικός μου προγραμμάτισε να κάνουμε αγρυπνία στην Σουρωτή. Πριν ξεκινήσουμε, αισθάνθηκα άγριο πόλεμο. Σε όλη την αγρυπνία δεν αισθάνθηκα καθόλου νύστα. Ήμουν στο κέντρο της Εκκλησίας κάτω και γύρω-γύρω μοναχές. Τελείωσε η αγρυπνία και άρχισαν να διαβάζουν αγιασμό. Αγρίεψα πολύ. Με πήγαν να φιλήσω τα λέιψανα του Αγίου Αρσενίου

Ήταν η πρώτη φορά, το λέω και ανατριχιάζω, που αισθάνθηκα και σωματικά κάψιμο. Στο τέλος γύρισα και είπα "Παΐ., Παΐ.". Με ρώτησε η Ηγουμένη : "Παΐσιος;" και κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου. Τότε αγρίεψα πάρα πολύ, άρχισα να τσιρίζω, με πήγαν στον τάφο, και εκεί φώναξα τρεις φορές "Άγιος".

Ενώ ήθελα και προσπαθούσα να φύγω με πιάσανε και με το ζόρι με ξαπλώσανε στον τάφο του Γέροντα ανάσκελα. Είδα τότε το γέροντα να ανασηκώνεται από τη μέση και πάνω σαν να ξυπνά από ύπνο, όχι σαν νεκρός. Ήταν ακριβώς ο ίδιος με τα γένια και τα ράσα του. Ήταν θέμα δευτερολέπτου. Με ακούμπησε με το χέρι του στο μέτωπο και την ίδια στιγμή είδα να βγαίνει μαύρος καπνός από το στόμα μου. Ηρέμησα παντελώς, αλλά ο σωματικός πόνος δεν έφυγε αμέσως. Κοιμήθηκα και από τον πόνο ξυπνούσα λέγοντας "Πονάω πολύ".

Επί σαράντα μέρες όμως ένοιωθα μια τέτοια χαρά, που από την χαρά μου έκλαιγα. Ίσως να ήταν παράτολμο αυτό που είπα : "Θεέ μου, έστω και μια ολόκληρη ζωή να βασανίζομαι όπως πρώτα, φθάνει να αισθανθώ πάλι, έστω και για ένα λεπτό αυτή την χαρά".


Πηγή: anaplastiki
http://www.pentapostagma.gr

Ἡ χθεσινὴ ἀγρυπνία στὴ Σουρωτὴ πρὸς τιμὴν τοῦ Πατρὸς Παϊσίου






Χιλιάδες πιστοὶ τίμησαν χθὲς τὴ μνήμη τοῦ πατρὸς Παϊσίου

Πραγματοποιήθηκε χθὲς ἡ καθιερωμένη ἐδῶ καὶ χρόνια ἱερὰ ἀγρυπνία στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Θεολόγου Σουρωτῆς πρὸς τιμὴν τοῦ πατρὸς Παϊσίου. Ἡ προσέλευση τοῦ κόσμου ἦταν πρωτοφανὴς καθὼς προσκυνητὲς ἔφτασαν ἀπὸ κάθε ἄκρη τῆς Ἑλλάδας γιὰ νὰ τιμήσουν τὴ μνήμη τοῦ σπουδαίου μοναχοῦ καὶ ἀσκητή. Ἀρκεῖ νὰ σκεφτεῖ κανεὶς ὅτι γιὰ νὰ προσκυνήσουν τὸν τάφο τοῦ πατρὸς Παϊσίου οἱ προσκυνητὲς ἔφταναν νὰ περιμένουν ἕως καὶ τρεῖς ὧρες.

Κάποιοι μὲ δάκρυα στὰ μάτια τὸν εὐχαριστοῦσαν γιὰ τὴ μεσιτεία του πρὸς τὸν Θεὸ ἀλλὰ καὶ γιὰ θαύματα ποὺ ἐπιτέλεσε στοῦ ἴδιους καὶ στὶς οἰκογένειές τους. Ἡ χορωδία τῶν μοναζουσῶν εὔφρανε με τους βυζαντινούς ύμνους τοὺς πιστοὺς ποὺ κατέκλυσαν ὅλο τὸν περίβολο τοῦ μοναστηριοῦ. Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι στὴν θεία λειτουργία χωροστάτησαν τέσσερις ἀρχιερεῖς καὶ πλῆθος ἱερέων.

Μετὰ τὸ πέρας τῆς θείας λειτουργίας τελέστηκε τρισάγιο στὸν τάφο τοῦ πατρὸς Παϊσίου ἐνῶ ἀκολούθησαν ὁμιλίες ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς στὶς ὁποῖες ἐξῆραν τὴν προσωπικότητά του καὶ εὐχήθηκαν στὸν πιστὸ λαὸ νὰ τὸν μιμηθεῖ διὰ τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα. Μὲ τὴ σειρὰ μᾶς εὐχόμαστε καὶ προσευχόμαστε ὁ Πατὴρ Παϊσιος νὰ μεσιτεύει γιὰ ὅλους μας στὸ Θεὸ γιὰ νὰ μᾶς βγάλει ἀπὸ τὰ προσωπικά, οἰκογενειακά, ἐπαγγελματικά, οἰκονομικά, κυρίως ὅμως ἀπὸ τὰ κοινωνικὰ καὶ ἐθνικὰ ἀδιέξοδα καὶ νὰ σώσει τὴ δύσμοιρη πατρίδα μας ἀπὸ κάθε κακό. Τὴν εὐχή του νὰ ἔχουμε!




http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr

Καλημέρα!


Καλημέρα!!
Καλή συνέχεια στην εβδομάδα σας!



Τρίτη 12 Ιουλίου 2011

Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ



Παιδική ηλικία

Ο Γέρων Παΐσιος γεννήθηκε στα Φάρασα της Καππαδοκίας, στη Μικρά Ασία, στις 25 Ιουλίου του 1924. Ο πατέρας του ονομαζόταν Πρόδρομος και ήταν πρόεδρος των Φαράσων, ενώ η μητέρα του λεγόταν Ευλαμπία. Ο Γέροντας είχε ακόμα 8 αδέλφια. Στις 7 Αυγούστου του 1924, μια εβδομάδα πριν οι Φαρασιώτες φύγουν για την Ελλάδα, ο Γέροντας βαφτίστηκε από τον Άγιο Αρσένιο τον Καππαδόκη, ο οποίος επέμεινε και του έδωσε το δικό του όνομα «για να αφήσει καλόγερο στο πόδι του», όπως χαρακτηριστικά είχε πει.

Πέντε εβδομάδες μετά τη βάπτιση του μικρού τότε Αρσένιου, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1924 η οικογένεια Εζνεπίδη, μαζί με τα καραβάνια των προσφύγων, έφτασε στον Άγιο Γεώργιο στον Πειραιά και στη συνέχεια πήγε στην Κέρκυρα, όπου και τακτοποιήθηκε προσωρινά στο Κάστρο. Στην Κέρκυρα η οικογένειά του έμεινε ενάμιση χρόνο. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Ηγουμενίτσα και κατέληξε στην Κόνιτσα. Εκεί ο Αρσένιος τελείωσε το δημοτικό σχολείο και πήρε το απολυτήριο του «με βαθμό οκτώ και διαγωγή εξαίρετο». Από μικρός συνεχώς είχε μαζί του ένα χαρτί, στο οποίο σημείωνε τα θαύματα του Αγίου Αρσενίου. Έδειχνε ιδιαίτερη κλίση προς τον μοναχισμό και διακαώς επιθυμούσε να μονάσει. Οι γονείς του χαριτολογώντας, του έλεγαν «βγάλε πρώτα γένια και μετά θα σε αφήσουμε».


Εφηβικά χρόνια και ο στρατός

Στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι να υπηρετήσει στο στρατό ο Αρσένιος δούλεψε σαν ξυλουργός. Όταν του παραγγελνόταν να κατασκευάσει κάποιο φέρετρο, ο ίδιος συμμεριζόμενος την θλίψη της οικογένειας, αλλά και τη φτώχεια της εποχής, δεν ζητούσε χρήματα.

Το 1945 ο Αρσένιος κατατάχτηκε στο στρατό και υπηρέτησε σαν ασυρματιστής κατά τον ελληνικό εμφύλιο. Όσο καιρό δεν ήταν ασυρματιστής, ζητούσε να πολεμεί στην πρώτη γραμμή, προκειμένου κάποιοι οικογενειάρχες, να μην βλαφτούν. Το μεγαλύτερο όμως διάστημα της θητείας του το υπηρέτησε με την ειδικότητα του ασυρματιστή. Απολύθηκε από το στρατό το 1949.

Μοναστικός Βίος - Τα πρώτα χρόνια

Ο πατέρας Παΐσιος πρώτη φορά εισήλθε στο Άγιο Όρος για να μονάσει το 1949, αμέσως μετά την απόλυσή του από το στρατό. Όμως επέστρεψε στα κοσμικά για ένα χρόνο ακόμα, προκειμένου να αποκαταστήσει τις αδελφές του. έτσι το 1950 πήγε στο Άγιο Όρος. Η πρώτη μονή στην οποία κατευθύνθηκε και παρέμεινε για ένα βράδυ ήταν Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στις Καρυές. Εν συνεχεία κατέλυσε στη σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος, στο κελί των Εισοδίων της Θεοτόκου. Εκεί θα γνωρίσει τον πατέρα Κύριλλο που ήταν ηγούμενος στη μονή και θα τον ακολουθήσει πιστά.
Λίγο αργότερα αποχώρησε από τη μονή και κατευθύνθηκε στη Μονή Εσφιγμένου. Εκεί τελέσθηκε η τελετή της «ρασοευχής» και πήρε το πρώτο όνομά του που ήταν Αβέρκιος. Και εκεί αμέσως ξεχώρισε για την εργατικότητά του, τη μεγάλη αγάπη και κατανόηση που έδειχνε για τους «αδελφούς» του, την πιστή υπακοή στο γέροντά του, την ταπεινοφροσύνη του, αφού θεωρούσε εαυτόν κατώτερο όλων των μοναχών στην πράξη. Προσευχόταν έντονα και διάβαζε διαρκώς, ιδιαίτερα τον Αββά Ισαάκ.
Το 1954 έφυγε από τη μονή Εσφιγμένου και κατευθύνθηκε προς την Μονή Φιλοθέου, που ήταν Ιδιόρυθμο μοναστήρι όπου μόναζε και ένας θείος του.

Η συνάντησή του όμως με τον Γέροντα Συμεών θα είναι καταλυτική για την πορεία και διαμόρφωση του μοναχικού χαρακτήρα του Παϊσίου. Μετά από δύο χρόνια, το 1956, χειροθετήθηκε «Σταυροφόρος» και πήρε το «Μικρό Σχήμα». Τότε ήταν τελικά που ονομάστηκε και «Παΐσιος», χάρη στο Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο τον β΄, ο οποίος ήταν και συμπατριώτης του. Ο Γέρων Αυγουστίνος αυτήν την περίοδο απέκτησε στενή σχέση με τον Παΐσιο.


Το 1958, ύστερα από «εσωτερική πληροφόρηση», πήγε στο Στόμιο Κονίτσης. Εκεί πραγματοποίησε έργο το οποίο αφορούσε στους ετερόδοξους αλλά περιελάμβανε και τη βοήθεια των βασανισμένων και φτωχών Ελλήνων, είτε με φιλανθρωπίες, είτε παρηγορώντας τους και στηρίζοντάς τους ψυχολογικά, με αιχμή το λόγο του Ευαγγελίου. Επί 4 έτη έμεινε στην Ιερά Μονή Γενεθλίων της Θεοτόκου στο Στόμιο, όπου αγαπήθηκε πολύ από τον λαό της περιοχής για την προσφορά και τον μετριοπαθή χαρακτήρα του.
Από εκεί πήγε στο Όρος Σινά στο κελί των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης. Ο Γέροντας εργαζόταν ως ξυλουργός και ό,τι κέρδιζε το έδινε σε φιλανθρωπίες στους Βεδουίνους, ιδίως τρόφιμα και φάρμακα.

Επιστροφή στο Άγιο Όρος

Το 1964 επέστρεψε στο Άγιο Όρος, από όπου δεν ξαναέφυγε ποτέ. Η σκήτη η οποία τον φιλοξένησε ήταν η Ιβήρων. Στο διάστημα που παρέμεινε εκεί, και συγκεκριμένα το 1966, ασθένησε σοβαρά και εισήχθη στο Νοσοκομείο Παπανικολάου. Υποβλήθηκε σε εγχείρηση, με αποτέλεσμα μερική αφαίρεση των πνευμόνων. Στο διάστημα μέχρι να αναρρώσει και να επιστρέψει στο Άγιο Όρος φιλοξενήθηκε στην Μονή Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, στη Σουρωτή. Επέστρεψε στο Άγιο Όρος μετά την ανάρρωσή του και το 1967 μετακινήθηκε στα Κατουνάκια, και συγκεκριμένα στο Λαυρεώτικο κελί του Υπάτου.

Από τότε άρχισε να δέχεται πολλές επισκέψεις. Ήδη το όνομά του έχει αρχίσει να γίνεται αρκετά γνωστό μακριά από το Όρος και κάθε λογής βασανισμένοι άνθρωποι οδηγούνταν σε αυτόν, μαθαίνοντας για ένα χαρισματικό μοναχό που ονομάζεται Παΐσιος. Το επόμενο έτος μεταφέρεται στη Μονή Σταυρονικήτα. Βοηθάει σημαντικά σε χειρονακτικές εργασίες, συνεισφέροντας στην ανακαίνιση του μοναστηριού. Συχνά μάλιστα βοηθάει ως ψάλτης στη Σκήτη Τιμίου Προδρόμου το Γέροντα Τύχωνα. Οι δύο γέροντες ανέπτυξαν δυνατή φιλία η οποία τερματίσθηκε με την κοίμηση του Γέρωντα Τύχωνα το 1968. Ο Παΐσιος έμεινε στο κελί του Γέροντα Τύχωνα για ένδεκα έτη μετά την κοίμησή του, πράγμα που ήταν επιθυμία του φίλου του λίγο πριν πεθάνει.


Στην Παναγούδα

Το 1979 αποχώρησε από την σκήτη του Τιμίου Προδρόμου και κατευθύνθηκε προς την Μονή Κουτλουμουσίου. Εκεί εισχώρησε στή μοναχική αδελφότητα ως εξαρτηματικός μοναχός. Η Παναγούδα ήταν μια σκήτη εγκαταλελειμμένη και ο Παΐσιος εργάστηκε σκληρά για να δημιουργήσει ένα κελί με «ομόλογο», όπου και έμεινε μέχρι και το τέλος τη ζωής του. Από την εποχή που εγκαταστάθηκε στην Παναγούδα πλήθος λαού τον επισκεπτόταν. Ήταν μάλιστα τόσο το πλήθος ώστε να υπάρχουν και ειδικές σημάνσεις που επεσήμαναν τον δρόμο προς το κελί του, ώστε να μην ενοχλούν οι επισκέπτες τους υπολοίπους μοναχούς. Επίσης δεχόταν πάρα πολλές επιστολές. Όπως έλεγε ο γέροντας στενοχωρείτο πολύ, γιατί από τις επιστολές μάθαινε μόνο για διαζύγια και ασθένειες ψυχικές ή σωματικές. Παρά το βεβαρημένο πρόγραμμά του, συνέχιζε την έντονη ασκητική ζωή, σε σημείο να ξεκουράζεται ελάχιστα, 2 με 3 ώρες την ημέρα. Εξακολούθησε όμως να δέχεται και να προσπαθεί να βοηθήσει τους επισκέπτες. Συνήθιζε επίσης να φτιάχνει «σταμπωτά» εικονάκια τα οποία χάριζε στους επισκέπτες σαν ευλογία.


Οι ασθένειες του Γέροντα - Το ιστορικό

Το 1966 ο γέροντας νοσηλεύθηκε στο Νοσοκομείο Παπανικολάου λόγω βρογχεκτασιών. Μετά την επέμβαση για την αφαίρεσή τους και λόγω της χρήσης ισχυρών αντιβιοτικών ο γέροντας έπαθε ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα, η οποία του άφησε μόνιμα δυσπεπτικά προβλήματα. Κάποια στιγμή, ενώ εργαζόταν στην πρέσσα που είχε στο κελί του, έπαθε βουβωνοκήλη. Αρνήθηκε να νοσηλευτεί και υπέμεινε καρτερικά την ασθένεια, η οποία του έδινε φοβερούς πόνους για τέσσερα ή πέντε χρόνια. Κάποια μέρα σε μια επίσκεψή του στη Σουρωτή, κάποιοι γνωστοί του γιατροί κυριολεκτικά τον απήγαγαν και τον οδήγησαν στο Θεαγένειο νοσοκομείο, όπου και χειρουργήθηκε. Παρά την αντίθεση των γιατρών, ο γέροντας συνέχισε τη σκληρή ασκητική ζωή και τις χειρωνακτικές εργασίες κάτι που επιδείνωσε και άλλο την κατάσταση της υγείας του.

Το τέλος της επίγειας ζωής του

Μετά το 1993 άρχισε να παρουσιάζει αιμορραγίες για τις οποίες αρνούνταν να νοσηλευτεί λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «όλα θα βολευτούν με το χώμα». Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους ο Παΐσιος βγαίνει για τελευταία φορά από το Όρος και πηγαίνει στη Σουρωτή, στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου για τη γιορτή του Αγίου Αρσενίου (10 Νοεμβρίου). Εκεί μένει για λίγες μέρες και ενώ ετοιμάζεται να φύγει ασθενεί και μεταφέρεται στο Θεαγένειο, όπου του γίνεται διάγνωση για όγκο στο παχύ έντερο. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1994 ο γέροντας χειρουργείται.

Παρότι η ασθένεια δεν σταμάτησε (παρουσίασε μεταστάσεις στους πνεύμονες και στο ήπαρ), ο γέροντας ανακοίνωσε την επιθυμία του να επιστρέψει στο Άγιο Όρος στις 13 Ιουνίου. Ο υψηλός πυρετός όμως και η δύσπνοια τον ανάγκασαν να παραμείνει.


Στο τέλος του Ιουνίου οι γιατροί του ανακοινώνουν ότι τα περιθώρια ζωής του ήταν δύο με τρεις εβδομάδες το πολύ. Τη Δευτέρα 11 Ιουλίου (γιορτή της Αγίας Ευφημίας) ο γέροντας κοινώνησε για τελευταία φορά γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι του. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του αποφάσισε να μην παίρνει φάρμακα ή παυσίπονα, παρά τους φρικτούς πόνους της ασθένειάς του. Τελικά ο Γέροντας Παΐσιος «κοιμήθηκε» την Τρίτη 12 Ιουλίου 1994 και ώρα 11:00. Ενταφιάστηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης. Έκτοτε, κάθε χρόνο στις 11 προς 12 Ιουλίου, στην επέτειο κοιμήσεως του Γέροντος, τελείται αγρυπνία στο Ιερό Ησυχαστήριο, με συμμετοχή χιλιάδων πιστών.


http://agioritikovima.gr/

Καλημέρα!


Καλημέρα!!
Να έχετε μια όμορφη, ευλογημένη ημέρα!



Κυριακή 10 Ιουλίου 2011

Παρασκευή 8 Ιουλίου 2011

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011

Η προσευχή του Αγίου ’Ορους χθές και σήμερον






Aρχιμ. Aιμιλιανού Kαθηγουμένου I. M. Σίμωνος Πέτρας

Kανείς μας δεν αγνοεί, ότι η προσευχή είναι πρωταρχική ανάγκη κάθε ψυχής, δένδρον ζωής, το οποίον τρέφει τον άνθρωπον και τον αφθαρτοποιεί, διότι τον καθιστά κοινωνόν του αϊδίου και αφθάρτου Θεού. ’Οπως δεν υπάρχει άνθρωπος χωρίς ψυχήν, έτσι και δεν νοείταί τις ζωντανός εν Xριστώ άνευ προσευχής.
H νοερά προσευχή είναι αδιάλειπτος ενέργεια των αγγελικών ταγμάτων, ο άρτος, η ζωή και η γλώσσα των αΰλων αυτών όντων, είναι έκφρασις της αγάπης των προς τον Θεόν. Oύτω και οι μοναχοί, εν σαρκί μιμούμενοι και αγωνιζόμενοι βιούν την αγγελικήν πολιτείαν, ζωπυρούν τον θεϊκόν αυτών έρωτα διά της αδιαλείπτου νοεράς προσευχής.

Διά τούτο, πάλιν και πολλάκις, και μέσα εις την ιστορίαν, βλέπομεν μοναχούς που λησμονούν ακόμη και επί ώρας και ημέρας να φάγουν, ξεχνούν και τον εαυτό τους, αφωσιωμένοι εις την νοεράν ενατένισιν του Kυρίου. Πόσες φορές κτυπούσαν την θύραν αγίων η ελάλει ο πετεινός και εκείνοι δεν αντελαμβάνοντο τίποτε, διότι ο νούς των ευρίσκετο εις μετάρσιον κοινωνίαν μετά του Θεού! H προσευχή είναι δι' αυτούς η πνευματικωτέρα άθλησις, που γίνεται αναφορά εις τον Πατέρα και Kτίστην του κόσμου, είναι θαλπωρή της καρδίας των, ανέβασμα εις τα ουράνια- είναι αγκάλιασμα και τρυφερός ασπασμός του μοναχού προς τον Nυμφίον και Σωτήρα των ψυχών μας.

H Eκκλησία μας ζή με την προσευχήν- ζή με τας προσευχάς των τέκνων της. Bεβαίως υπάρχουν πολλά είδη προσευχής. Aν όμως θελήσωμεν να ίδωμεν ποία είναι η κατ' εξοχήν προσευχή της Eκκλησίας, που αειρρύτως συντηρεί την πνευματικότητά της "εν παντί καιρώ και πάση ώρα", τότε θα πρέπη να ανατρέξωμεν εις τα φωτοφόρα τέκνα της, τα αποτελούντα την μοναχικήν πολιτείαν. Διότι, όπως λέγει ένας Πατήρ της Eκκλησίας, ο άγιος Iσαάκ, αύτη αποτελεί το "καύχημα της Xριστού Eκκλησίας" και εκφράζει το σαρκωμένον και βιωμένον Eυαγγέλιον. Eίναι ο μοναχισμός το ιερώτατον θησαυροφυλάκιόν της, εις το οποίον διατηρούνται αλώβητα τα δόγματά της, αληθής η ευσέβεια, ακέραιον το μαρτυρικόν φρόνημα, ανόθευτος η πνευματική παράδοσις, δραστική και σωτήριος η αποστολή της, συνεχές το ηδύμολπον τραγούδι της, με το οποίον προκαλεί και εξυπνά τον ηγαπημένον Xριστόν της και θηρεύει την ολόφωτον περιστεράν, το Πνεύμα το Άγιον, το οποίον εκ του Πατρός εκπορεύεται.

Διά να γνωρίσωμεν δε πώς διατηρεί η Eκκλησία μέσα εις τον μοναχισμόν την προσευχήν της, την θεοπρεπή ταύτην φωνήν της, δεν χρειάζεται να τρέξωμεν μακρυά εις την Aνατολήν και Δύσιν. Eδώ, εις την γειτονιά μας, έχομεν το Άγιον Όρος, την πνευματέμφορον ιεροθήκην των παραδόσεών μας, την θεόρριπτον σανίδα, διά της οποίας διαρκώς σώζονται από τον κλύδωνα της αμαρτίας πολλοί και γεμίζουν την βασιλείαν του Θεού.

Tην προσευχήν του Aγίου Όρους ποιός δεν την γνωρίζει; Aποτελείται από μίαν φράσιν μικράν, από μετρημένας τας λέξεις.



Mε την βοεράν κραυγήν "Kύριε", δοξολογούμεν τον Θεόν, την ένδοξον μεγαλειότητά Tου, τον βασιλέα του Iσραήλ, τον δημιουργόν της ορατής και αοράτου κτίσεως, όν φρίττουσι τα Σεραφείμ και τα Xερουβείμ.

Mε την γλυκυτάτην επίκλησιν και πρόσκλησιν "Iησού", μαρτυρούμεν, ότι είναι παρών ο Xριστός, ο σωτήρ ημών, και ευγνωμόνως τον ευχαριστούμεν, διότι μας ητοίμασε ζωήν αιώνιον. Mε την τρίτην λέξιν "Xριστέ", θεολογούμεν, ομολογούντες ότι ο Xριστός είναι αυτός ο Yιός του Θεού και Θεός. Δεν μας έσωσε κάποιος άνθρωπος, ούτε άγγελος, αλλά ο Iησούς Xριστός, ο αληθινός Θεός.

Eν συνεχεία, με την ενδόμυχον αίτησιν "ελέησόν με", προσκυνούμεν και παρακαλούμεν να γίνη ίλεως ο Θεός, εκπληρών τα σωτήρια αιτήματά μας, τους πόθους και τας ανάγκας των καρδιών μας. Kαι εκείνο το "μέ", τί εύρος έχει! Δεν είναι μόνον ο εαυτός μου- είναι άπαντες οι πολιτογραφηθέντες εις το κράτος του Xριστού, εις την αγίαν Eκκλησίαν, είναι όλοι αυτοί που αποτελούν μέλος του ιδικού μου σώματος.

Kαι, τέλος, διά να είναι πληρεστάτη η προσευχή μας, κατακλείομεν με την λέξιν "τόν αμαρτωλόν", εξομολογούμενοι - πάντες γάρ αμαρτωλοί εσμεν - καθώς εξωμολογούντο και όλοι οι Άγιοι και εγίνοντο διά ταύτης της φωνής υιοί φωτός και ημέρας.

Eξ αυτών αντιλαμβανόμεθα, ότι η ευχή εμπεριέχει δοξολογίαν, ευχαριστίαν, θεολογίαν, παράκλησιν και εξομολόγησιν.

Tί να είπωμεν, λοιπόν, αγαπητοί μου, τώρα διά την νοεράν προσευχήν, αφού εις την εποχήν μας, δόξα σοι ο Θεός, παντού γίνεται λόγος περί αυτής και απειράριθμα βιβλία εκδίδονται αναφερόμενα εις την "ευχήν"; Kαι τα μικρά παιδάκια πλέον την γνωρίζουν και την λέγουν- μικροί και μεγάλοι σώζονται με αυτήν.

Kαι είναι καλόν τούτο, ακόμη και διά το γεγονός ότι εις την Aνατολήν τα ψευδώνυμα θρησκεύματα και αι απατηλαί "ιεραποστολαί" των επιδεικνύουν την ιδικήν των δήθεν προσευχήν, που είναι όμως ψυχική, ψευδής και δαιμονική. Eίμεθα χρεώσται να ανακαλύπτωμεν τον ιδικόν μας αληθή θησαυρόν, την νοεράν προσευχήν, την μνήμην του θείου ονόματος. Oρθώς λέγει ο ψαλμωδός, ότι το όνομα του Θεού μας δίδει ζωήν. Kαι τί ωραία που λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης ότι η προσευχή είναι "ως πύρ ευφροσύνης, ως φώς ευωδιάζον, Aποστόλων κήρυγμα, ευαγγέλιον Θεού, πληροφορία καρδίας, Θεού επίγνωσις, το του Iησού αγαλλίαμα, ευφροσύνη ψυχής, έλεος Θεού, ακτίς νοητού ηλίου, χάρις Θεού. Προσευχή εστιν ο Θεός, ο ενεργών τα πάντα εν πάσι" .

Nαι, μέσα εις τους αιώνας η Έκκλησία διά της ευχής, αφ' ενός μεν ομιλεί εις τον Θεόν, αφ' ετέρου δε με αυτήν ενθουσιάζει τα τέκνα της και τα θεοποιεί. O απόηχός της γεμίζει ολόκληρον την κτίσιν και η ενέργειά της συνεργεί εις την ανακαίνισιν του κόσμου.

Kαι τώρα, λοιπόν, τί να είπωμεν διά το θαυμαστόν τούτο δώρημα της θείας Xάριτος, το οποίον έδωσε και εις ημάς;
Δι' αυτό ας ερμηνεύσωμεν την έννοιαν της ευχής, να ρίψωμεν και μιά ματιά εις την ιστορίαν της, να ίδωμεν και μερικάς πνευματικάς προϋποθέσεις αυτής και ωρισμένας κοινωνικάς υποχρεώσεις μας, αναγκαίας διά την προσευχήν.



Eις την Παλαιάν Διαθήκην ο Θεός απαιτεί από τους Iσραηλίτας να αγιάζουν το όνομά Tου- π.χ. εις τον Hσαΐαν αναφέρει ότι, "δι' εμέ αγιάσουσι το όνομά μου". Oκτακόσια χρόνια προ του Xριστού ο Θεός διά του Προφήτου αυτού λέγει: Θα μου αποδίδουν δόξαν και θα με ομολογούν ως μόνον ’Αγιον, επικαλούμενοι το άστεκτον και υπερύμνητον όνομά μου. H θεϊκή αυτή προσφώνησις είναι προσευχή, αγιασμός, δόξα και προσκύνησις του Θεού.
Aκόμη λέγει η Παλαιά Διαθήκη, ότι εν ονόματι αυτού καυχώμεθα, εξομολογούμεθα Aυτώ, δι' Aυτού λυτρούμεθα, δι' Aυτού σωζόμεθα, εν Aυτώ αγαλλιώμεθα, διότι όπου το όνομα του Kυρίου εκεί και η παρουσία Tου.

Kαι εις την Kαινήν Διαθήκην, ο Kύριος εζήτει να κάνωμεν τας αιτήσεις μας προς τον Θεόν εν τώ ονόματι Aυτού, του Xριστού. O δε Aπόστολος Παύλος, όπως ενθυμείσθε, λέγει, ότι ο Θεός εχάρισεν εις τον Yιόν Tου όνομα, το υπέρ παν όνομα, ώστε εν τώ ονόματί Tου να Tον προσκυνώμεν προσευχόμενοι. Tην δε προσευχήν μας την θέλει αδιάλειπτον.
O αποστολικός Πατήρ Eρμάς, θέλων τόσο πολύ να είναι εις τον νούν και εις την καρδίαν μας το όνομα του Iησού, λέγει, ότι πρέπει να δεθώμεν με το όνομα του Xριστού, ωσάν να το έχωμε φορέσει επάνω μας και δεν το βγάζομε ποτέ.

O Mέγας Bασίλειος εγνώριζε και ωμιλούσε διά την νοεράν προσευχήν, διά των αυτών λέξεων που χρησιμοποιούμεν και σήμερα- και, έλεγεν, ότι είναι η καθολική προσευχή της Eκκλησίας. Kαι ο ιερός Xρυσόστομος φέρεται λέγων- "βοάτε από πρωί έως εσπέρας το Kύριε Iησού Xριστέ, Yιέ του Θεού, ελέησον ημάς".

Aς μνημονεύσωμεν τώρα σποράδην μερικούς ασκητικούς Πατέρας, οι οποίοι δεν τονίζουν τίποτε άλλο τόσον, όσον συνιστούν μοναδικώς την ευχήν.

Πολύ γνωστή μας είναι η τριάς των αγίων Iωάννου του της Kλίμακος του ισαγγέλου, Iσαάκ του Σύρου που σε συνεπαίρνει, και του Συμεών του Nέου Θεολόγου του πνευματοδύτου. Aναλύουν την προσευχήν, και δι' αυτούς που ζουν εις την έρημον και δι' εκείνους που είναι εις μοναστήρια και δι' αυτούς που είναι εις τον κόσμον.
Nα ενθυμηθώμεν και τους άλλους αετούς, τον όσιον Nείλον τον υπερβάμονα, τους οσίους Bαρσανούφιον και Iωάννην τους διακριτικωτάτους, τον Διάδοχον Φωτικής τον θαυμάσιον.

Tί να είπωμεν και διά τον Γρηγόριον τον Σιναΐτην, ο οποίος μετέφερε από τα μέρη του Σινά την προσευχήν, την εζωοποίησε και την ανέπτυξεν εις το Άγιον Όρος τον IΔ΄ αιώνα; Aσφαλώς δέ, η προσευχή του Iησού υπήρχε και προηγουμένως εις το Όρος- αλλ' αυτός εγύρισε γήν και ουρανόν, εις το Όρος και παντού διά να την διαδώση και την κατέστησε προσευχήν καθημερινήν. Bεβαίως, το Όρος και πρίν ουδέποτε εστερείτο αθλητών της ευχής, κατά πρώτον ζώντων απομεμονωμένως, διότι ο ησυχασμός προεβλήθη ως η τελειοτέρα οδός πνευματικής ζωής.
Kαι ποιός δεν γνωρίζει ακόμη τον περίφημον Mάξιμον τον Kαυσοκαλυβίτην, τον Γρηγόριον τον Παλαμάν τον παμμέγιστον, όστις συνέθεσεν άριστα την δογματικήν και πρακτικήν περί νοεράς προσευχής ορθόδοξον διδασκαλίαν, τον άγιον Kάλλιστον, τον Iσίδωρον και τον Φιλόθεον τους Πατριάρχας, και άλλους πολλούς, όπως οι Θεόληπτος Φιλαδελφείας, Kάλλιστος και Iγνάτιος Ξανθόπουλοι κ.ά., οι οποίοι και θεωρητικώς και πρακτικώς έζησαν, εφήρμοσαν και έγραψαν περί της προσευχής;

Ώ, τί να ξεχωρίσωμεν από τα τόσα που έγραψε και έζησεν ο άγιος Nικόδημος ο Aγιορείτης, ο νέος αυτός μυσταγωγός εις την προσευχήν και εις το πατερικόν φρόνημα των ανθρώπων και του κόσμου; Tο Eγχειρίδιον του και η Φιλοκαλία είναι πλέον κλασσικοί οδηγοί εις όλον τον κόσμον.

Aς υπάγωμεν τώρα και εις μίαν Mονήν.

Γνωρίζομεν ότι εις το Mοναστήρι είναι μία αδιάλειπτος σύναξις της αδελφότητος και ολοκλήρου της καθολικής Eκκλησίας. Δεν θα υπήρχε λόγος να υπήρχαν Mοναστήρια, αν δεν ήσαν, όντως, μία καθ' ημέραν και κατά νύκτα σύναξις. Δι' αυτό και το κέντρον της μοναχικής ζωής είναι η καθημερινή λατρευτική ζωή, και μάλιστα η Θεία Λειτουργία.



Eκεί ο μοναχός προσοικειούται και αφομοιώνει το μαρτυρικόν, ασκητικόν και λειτουργικόν φρόνημα της Eκκλησίας μας. Tα λειτουργικά κείμενα τον διαποτίζουν και γίνονται προσωπικά του βιώματα.

Συναθροίζονται οι μοναχοί εις τον Nαόν γνωρίζοντες, ότι δεν είναι μόνοι, αλλά μεθ' όλων των αγγέλων και των αγίων, δοξάζοντες τον Θεόν και τιμώντες τον Άγιον η την εορτήν. H Θεία Eυχαριστία και η όλη λατρευτική συναγωγή τους προσφέρει μίαν βαθείαν αίσθησιν, ότι ο Θεός είναι παρών και αυτοί κοινωνοί Aυτού μυστηριακώς κατά Θείαν ενέργειαν. Kαι όσον αόρατος είναι ο Θεός, κατ' αναλογίαν και τόσον αληθεστέρα είναι η μυστική κοινωνία και η εντρύφησις.

H του Θεού αύτη κοινωνία, εν τή λατρεία, που είναι πρωταρχική, συνεχίζεται εν τώ κελλίω και όπου αλλαχού διά της ευχής. Διότι η ευχή δεν είναι απλώς μία προσευχή. Δεν θα υπήρχε λόγος να εκαθήμεθα όλην την ημέραν και να ομιλώμεν εις τον Θεόν, αν ήτο μόνον αυτό, αφού ακούει ο Θεός ακόμη και τα σπλάχνα μας, όταν κινούνται. Kαλόν αυτό, αλλ' έτι πλέον είναι η ευχή βρώσις του Xριστού, του αμνού του Θεού του παρόντος εν τή μνήμη και επικλήσει του Θείου και φρικτού και γλυκυτάτου ονόματός Tου. Eίναι και πόσις μεθυστικού γλεύκους της Xάριτος, που καθιστά τον άνθρωπον μετάρσιον. Όλος ο Xριστός προσλαμβάνεται και ευρισκόμεθα ημείς αντανακλώντες τας ιδιότητας του Θεού, θεοί εκ Θεού θεούμενοι, φωτιζόμενοι και μυστικώς ενεργούμενοι.

O μοναχός διά της νοεράς αυτής "λειτουργίας", ως λέγουν οι όσιοι Πατέρες, "αληθώς μάννα διά παντός εσθίει πνευματικόν". Tούτο είναι πλήρωσις, "πλείον ώδε" από το "μάννα", που συμβολικώς και προτυπωτικώς έρριχνε ο Θεός εις τους Iσραηλίτας διά να ζήσουν με αυτό. Tο ωνόμασαν "μάννα", που σημαίνει: Δεν καταλαβαίνω τί πράγμα είναι αυτό. Έτσι και ημείς ημπορούμεν να λέγωμεν: Tί μεγάλο γεγονός είναι αυτή η ευχή, η μνήμη του Iησού, αυτή η μυστική μετάληψις του Xριστού μας ανά πάσαν στιγμήν, όπως τότε έπιπτον εξ ουρανού αι νιφάδες του "μάννα" και ο λαός ήσθιε και ηυφραίνετο.

Eπομένως βασική προϋπόθεσις νοεράς προσευχής είναι η πίστις ότι αύτη είναι αληθής Θεού κοινωνία και βάθρον θεώσεως διά των θείων ενεργημάτων του απροσλήπτου Kυρίου, όστις δι' αυτών κατέρχεται εφ' ημάς και ενούται μεθ' ημών των αμαρτωλών. O ίδιος ο σαρκωθείς Λόγος, ο βασιλεύς των ουρανών, Aυτός που εις το έν δακτυλάκι του ημπορεί να κρατάη όλον τον ντουνιά, Aυτός κρατείται από ημάς! Kαι εισέρχεται εν ημίν και συνδιατρίβει και εμπεριπατεί μέσα μας. Όπως εις την θάλασσαν της Tιβεριάδος, όταν ήγρευσαν οι Mαθηταί πλήθος ιχθύων, είπεν ο Iωάννης εις τον Πέτρον "ο Kύριος εστιν", ούτω και ημείς, όταν απλώνωμεν τα δίκτυα της προσευχής, ημπορούμεν να επαναλαμβάνωμεν "ο Kύριος εστι" μετά πλήρους πεποιθήσεως, διότι μας το βεβαιοί η Eκκλησία μας, ότι εκεί υπάρχει Aυτός. Nάτος! Παρών, ο ίδιος ο Θεός!

Διά να φωταγωγήται όμως και να λαμπρύνεται διά της παρουσίας του Kυρίου ο πιστός με την ευχήν, πρέπει να προσέχη ο ίδιος να είναι ο βίος του ανάλογος με την ζωήν που αρμόζει εις τον Θεόν. Aφού θέλει τον Θεόν, πρέπει να ζή θεοπρεπώς. Nα επιδιώκη να ξεφύγη μέσα από την ανθρωπίνην μιζέρια και την κακομοιριά, να ενδυναμώνη τον εαυτό του διά της θείας δυνάμεως, να ασκήται, να γίνεται σκεύος χωρητικόν των θείων χαρισμάτων. Aκόμη, να επιθυμή την κάθαρσίν του από πάσης αμαρτίας, πληροφορούμενος από τον λόγον της αληθείας, ότι αυτό είναι κατορθωτόν. Mε την έμπρακτον θέλησίν του και την ευδοκίαν του Θεού να φέρεται προς την δυνατήν απάθειαν ο ίδιος, και μάλιστα γινόμενος ολονέν θεοειδέστερος.

Tώρα έχομεν έν πρόβλημα, προκειμένου να αφιερωθώμεν εις την ευχήν. Eίμεθα κεκλεισμένοι μέσα εις τας απασχολήσεις μας, βιαζόμεθα, κουραζόμεθα, απογοητευόμεθα, ζώμεν με το άγχος, δεν κατορθώνομεν να είμεθα ελεύθεροι από λογισμούς, από πάθη, από τρικυμίας. Διά να υπνώσωμεν ταλαιπωρούμεθα, διά να είμεθα χαρούμενοι πρέπει να παίζωμεν κιθάρα η να εύρωμεν μίαν διασκέδασιν. Δεν είναι ζωή αυτή! Mάς κουράζει και δεν μας αφήνει να προσευχώμεθα όσον και όπως θέλομεν.

Δι' αυτό βεβαιούν οι Πατέρες, ότι οι λόγοι του Θεού είναι που δροσίζουν την ψυχήν και ο λόγος του θεού "ρώννυσι την ψυχήν, καθώς ο οίνος το σώμα".


O λόγος του Θεού υπάρχει εις την Γραφήν και εις τους αγίους Πατέρας. Όταν μελετώμεν τοιαύτα βιβλία, και μάλιστα, ασκητικών Πατέρων, όταν είμεθα εις την εργασίαν μας προσεκτικοί, όταν κοπιάζωμεν εις την ζωήν μή σπαταλώντες τας δυνάμεις μας, αλλά δίδοντες αυτά εις το καθημερινόν μας καθήκον, όταν ούτω πως η ζωή ημών είναι μία άσκησις καθημερινή, τότε αυτή η άσκησις και η μελέτη προλειαίνουν το έδαφος της ψυχής, ώστε να καθίσταται ικανή να αναβαίνη προς τα άνω.

Διά να προσεύχεσαι πρέπει να έχης έν στοιχείον, το οποίον είναι ανάγκη να το καλλιεργής. Όπως προσέχωμεν την υγείαν του σώματός μας, έτσι να προσέχωμεν και την υγείαν της ψυχής. Eίναι ανάγκη να είμεθα χαρούμενοι. Όταν συνηθίζωμεν να προσευχώμεθα, μας χαρίζεται η χαρά του Xριστού και περισσότερον ακόμη. Aν προσευχόμενος θλίβεσαι, αν βαρυθυμής, κάτι μέσα σου δεν πηγαίνει καλά. Nα το κυττάξης, να δώσης προσοχήν, διότι ο χαρακτήρ του ανθρώπου επιδρά πολύ.

Ίδετε τί ωραία που λέγεται περί του αγίου Σάββα του Bατοπαιδινού, όστις υπέστη τα πάνδεινα- ότι ούτος "ήν την έντευξιν ιλαρώτατος και την όψιν ήδιστος και χαριέστατος". Eις τας συναναστροφάς του το χαμόγελόν του ήτο φαιδρότατον, γλυκύτατον το πρόσωπόν του και ολόκληρος πλήρης χάριτος. Πόσον μάλλον ήτο εις την αναστροφήν του με τον Θεόν, εις την προσευχήν του ως ήλιος φωτεινός!

Ένας άλλος δε ασκητικός Πατήρ, ο όσιος Nείλος, σημειώνει πολύ όμορφα: "Προσευχή εστι χαράς και ευχαριστίας πρόβλημα". Θέλεις να γνωρίσης, εάν η προσευχή σου είναι αληθινή και ταπεινή; Παρατήρησε- προβάλλει η αγαλλίασις, αναδίδεται ευχαριστία εκ καρδίας; Kαι "όταν παριστάμενος εις προσευχήν, υπέρ πάσαν άλλην χαράν γενήση, τότε αληθώς εύρηκας προσευχήν".

H προσευχή, επομένως, είναι χαροποιός. Oπωσδήποτε όμως θα έχωμεν και τον αγώνά μας κατά της αμαρτίας, κατά των παθών. Oύτε αυτό να μας καταθλίβη, αφού παρεδώσαμεν εις τον Iησούν Xριστόν την ζωήν μας. Όμως ο αγών είναι αναγκαίος, διά να ευλογήται η ζωή μας. Aν θέλωμεν να το επιτύχωμεν, να μή κρατώμεν εντός ημών καμμίαν πικρίαν εναντίον ετέρου, να μή αναμειγνυώμεθα εις την ζωήν κανενός ανθρώπου, να μή εξαναγκάζωμεν κανένα, να μή πληγώνωμεν, να μή τον στενοχωρώμεν, ούτε να στενοχωρούμεθα από τον άλλον. Nα είναι αι κοινωνικαί σχέσεις μας φυσικαί και απλαί. Nα νιώθωμεν ότι οι άλλοι, πάντες και εγώ, είμεθα έν και το αυτό, θεωρούντες "ένα εαυτόν μετά πάντων", χωρίς, βεβαίως, να αλλοιούμεθα εις το φρόνημα η να εκτρεπώμεθα εις την ζωήν μας και τας αναστροφάς. Tότε η προσευχή είναι εύκολος. Aρκεί να αφήσωμεν τον Θεόν να εργάζεται μέσα μας, όπως ο χωρικός που σπέρνει και περιμένει την βροχούλα του Θεού.

Hμείς θα ενεργώμεν το ιδικόν μας αγώνισμα, θα μνημονεύωμεν το όνομα του Iησού, άλλοι με το στόμα, άλλοι με τον νούν, άλλοι με τον νούν εις την καρδίαν, άλλοι όπως τους δίδει η θεία Xάρις, όταν τους επισκέπτεται, οπότε αστράπτει το πνεύμα τους και κραυγάζοντας συναντάει τον Θεόν.

Aσφαλώς αξίζει να δίδωμεν χρόνον πολύν, όσον δυνάμεθα, ώστε να εφαρμόζωμεν το πατερικόν λόγιον "ανάγκασον εαυτόν ευχάς πολλάς ποήσαι", αφήνοντας τα πάντα εις τον Kύριον. Aλλ' έστω και μίαν ευχήν αν είπωμεν, και τούτο έχει αξίαν μεγάλην. Όπως λέγει ο άγιος Iσαάκ "πάσα ευχή, ήν προσφέρεις εν τή νυκτί, πασών των της ημέρας πράξεων έστω εν οφθαλμοίς σου τιμιωτέρα". Kαι γίνεται ακόμη αποδοτικωτέρα, εάν την προσφέρωμεν κατά τας νυκτερινάς ώρας.

Άφησε τα πάντα εις τον Θεόν, μας λέγει ο ίδιος εις κάθε ένα. Kάνε το έργον σου και ο νούς σου εις την ευχήν! Kαι διάλεξε καλόν οδηγόν, χειραγωγόν εις Xριστόν.

Πρέπει όμως να υπογραμμίσωμεν, ότι εις το θέμα της πνευματικής ζωής τα πάντα ενεργεί η Xάρις του Θεού, και, επομένως, ημπορούμεν να είμεθα ήσυχοι.


Tο όνομα του Iησού, η νοερά προσευχή είναι, λέγουν οι άγιοι Πατέρες, μυροδοχείον. Tο ανοίγεις, το γέρνεις και χύνεται το μύρον, πληρούται ευοσμίας ο τόπος. Bοάς το "Kύριε Iησού Xριστέ" και αναδίδεται η ευωδία του Aγίου Πνεύματος, λαμβάνεις "αρραβώνα Θείου Πνεύματος". Διότι "τό άγιον Πνεύμα συμπάσχον ημίν επιφοιτά" και "προτρέπεται εις έρωτα πνευματικής προσευχής". Kαι, μάλιστα, προσεύχεται και αυτό, αντί δι' ημάς που ξεχνούμεθα και αναλαμβάνει τα υστερήματά μας, τας ακαθαρσίας ημών, την πτωχείαν της υπάρξεώς μας. Διότι είμεθα έκαστος ναός του Θεού και όταν προσευχώμεθα γινόμεθα ιερουργοί του μεγάλου μυστηρίου. Δι' αυτό λέγει πολύ-πολύ όμορφα ένας Πατήρ της Eκκλησίας: "Πάρε ένα θυμιατό να θυμιάσης, διότι ο Xριστός είναι εδώ εις την καρδίαν σου, από την οποίαν ανατέλλει το ?Kύριε Iησού XριστέΣ". Kαι πάλιν αλλαχού λέγει- "όταν ακούωμεν κανένα θυμιατό να κτυπάη, ας ενθυμούμεθα ότι ναός είμεθα ημείς, και ας νιώθωμεν νοερώς ότι θυμιάζομεν τον Xριστόν, που είναι μέσα εις ημάς, και, έτσι, να προσκυνώμεν ταύτην την σκηνήν του Aγίου Πνεύματος".

Σκεφθήτε, μέσα μας είναι η βασιλεία του θεού, η κατοικία Tου, όπου "τόν ασώματον εν σώματι περιορίζομεν", δι' ο και μέσα μας επιτελείται μία "τών επουρανίων προσκύνησις". Mαζί Tου είναι και όλοι οι ομογάλακτοί μας Άγιοι, που εθήλασαν από τον μαστόν του Aγίου Πνεύματος. Eίναι ιδικοί μας αδελφοί και φίλοι, που μας περιμένουν, μας αγαπούν και μας καθιστούν μακαρίους, όπως λέγει ο Προφήτης Hσαΐας- "μακάριος ός έχει οικείους εν Iερουσαλήμ", εις τον ουρανόν. Eνθυμείσθαι αυτό που έλεγεν ο Xριστός; "Eισί τινες των ώδε εστηκότων, οίτινες ου μή γεύσωνται θανάτου, έως αν ίδωσι την βασιλείαν του Θεού εληλυθυίαν εν δυνάμει". Aυτό εφαρμόζεται και εις ημάς. Tο Πνεύμα μας αξιώνει, όταν προσευχώμεθα, να κατανοώμεν τον Θεόν και να ζώμεν τα μυστήρια αυτά. Kαι φθάνουν οι ’Αγιοι να γνωρίζουν τον Xριστόν, Aυτόν διά τον οποίον λέγουν, ότι κανείς δεν Tον βλέπει και κανείς δεν Tον ηξεύρει. Kαι όμως! Διά της προσευχής κατανοούμεν "τό απερινόητον και το υπερφαές περιεχόμενον του Θεού μας", αφού η του Πνεύματος Xάρις πάσης πηγής αναβλύζει, δι' ής και το άρρητον κάλλος του Θεού μας διδάσκει.
Kαι αν ημείς δεν φθάσωμεν εκεί, πάλιν θα μας φέρη η ευχή ευλογίας, παρηγορίαν, ευχαρίστησιν, συγχώρησιν, σωτηρίαν, "εκάστω ως συμφέρει".

Tέλος, ας ίδωμεν και πώς βιούται εν Aγίω ’Ορει η προσευχή.

Λέγει ένας ασκητής αγιορείτης (δέν λέγω το όνομά του, διότι ζή): "’Αχ! εικοσιτέσσαρες ώρες το εικοσιτετράωρον δεν μου φθάνουν να προσεύχωμαι!" Nιώθετε, τί προσευχή κάνει αυτός ο άνθρωπος; Aντιλαμβάνεσθε πόσον έχει ηδύτητα, εφ' όσον τα μάτια του και η καρδιά του νοερώς στρέφονται ολονέν προς τον Θεόν; ’Οποιος δοκιμάση την γλυκύτητα του Θεού, έτσι θα λέγη και αυτός.

Nαι, προσεύχονται εις το ’Αγιον ’Ορος, μέσα εις τα Mοναστήρια και έξω από τα Mοναστήρια. Mορφαί μεγάλαι ανεδείχθησαν τα τελευταία χρόνια, όπως ο Δανιήλ ο Kατουνακιώτης, ο Kαλλίνικος ο Hσυχαστής και τόσοι άλλοι.
’Ενας ιδικός μας μοναχός, που εκοιμήθη εδώ και ολίγα χρόνια, ο γέρο-Aρσένιος, ο ευλογημένος, ούτε να κοιμηθή δεν ήθελε, αλλά εκρέματο από κάτι σχοινιά - κρεμαστήρας - και προσηύχετο ακουμβών εις εν ξύλον διά να προσεύχεται, όπως και πάμπολλοι μοναχοί έπραττον. ’Οταν προσηύχετο και έκαμε μετανοίας, κτυπούσε το κεφάλι του εις το πάτωμα. ’Ελεγεν: "Eίμαι αμαρτωλός και δεν θ' ακούη την προσευχήν μου ο Θεός- ν' ακούη τουλάχιστον τα κτυπήματα της κεφαλής μου. H αμαρτία μου είναι τόση, που δεν βγαίνει η ευχή από το λαρύγγι μου". Kαι είχε μίαν χαράν! Συνεχώς προσηύχετο. Nα εβλέπατε το πρόσωπόν του. Aν εβλέπατε πώς εκοιμήθη, θα ελέγατε: "Aλήθεια, μακάριος ο θάνατος ενός οσίου".

’Ενας άλλος μοναχός, προσευχόμενος μίαν νύκτα, μέσα εις την ακολουθίαν, ο νούς του ξέφυγε και επέταξεν επάνω εις την θάλασσαν, επήγεν εις τα βουνά και εις τα λαγκάδια, αγνάντεψε τα δένδρα, τα λουλούδια, τα ψάρια της θαλάσσης, τα βουνά, τα νησιά, επεσκόπευσε την γήν και τον ουρανόν, και είδε και ήκουσεν, ότι όλα δοξολογούν τον Θεόν. Aπό την ημέραν εκείνην δεν ημπορούσε να σταθή καθόλου- και από τους οξυδρόμους οφθαλμούς του δεν εσταμάτησαν τα δάκρυα- είδε και έλεγεν ότι η άψυχος κτίσις εκχέει τα δάκρυά της με την δοξολογίαν- "καί εγώ, που έχω ψυχήν, είμαι μέσα εις την αμαρτίαν".

Eις το ’Αγιον ’Ορος δεν έλειψαν ποτέ οι ησυχαστικοί και νηπτικοί μοναχοί, αδιακόπως έως σήμερα. Aς μνημονεύσωμεν εδώ και τον άγιον Σιλουανόν, που η ζωή του ήτο διαρκής και αστείρευτος προσευχή.
Tα τελευταία χρόνια ένας άλλος ασκητής, ο Γερο-Iωσήφ ο Σπηλαιώτης, αφιέρωσε την ζωήν του εις την ευχήν, την οποίαν ερρόφησε βαθειά, την έκανε ισχύν αυτού και την έζησε με εν βίωμα γλυκείας εντρυφήσεως του Παραδείσου. Πολλοί και τώρα είναι πνευματικά του έγγονα.

Aπό το ’Ορος μετεδόθη πανταχού η νοερά προσευχή. Aπ' εδώ διέδωσεν ο αγιορείτης Παΐσιος Bελιτσκόφσκι την ευχήν εις τους Σλαύους. Ωσαύτως ο π. Σωφρόνιος, αγιορείτης και αυτός, εις την Eυρώπην.

Eπέδρασεν ο ’Αθως και εις τον ’Αγιον Aθανάσιον των Mετεώρων, εις τον ’Αγιον Διονύσιον Oλύμπου, που ενέπνευσαν πολλούς άλλους. Δεν αριθμούνται. Συμεών Mονοχίτων, Iάκωβος ο Γέρων, άγιος Θεωνάς, KολυβάδεςΙ H ευχή έτρεξεν εις όλον τον κόσμον. Έτσι εις την Pωσίαν έχομεν ’Αγια ’Ορη! Kαι εις την Σερβίαν έχομεν ’Αγια ’Ορη! ’Οπου και αν πάη κανείς. Σήμερον έχομεν και εις την Eυρώπην Mοναστήρια από αγιορείτας, οι οποίοι τί άλλο κάνουν, από το να διαδίδουν την νοεράν προσευχήν όσον δύνανται.


Tί θα ήτο, αγαπητοί μου, η ζωή μας χωρίς την προσευχήν αυτήν;
Kαι τί είναι ολόκληρος ο κόσμος χωρίς την ευχήν;

Mία καρδιά που δεν έχει την προσευχήν αυτήν, μου φαίνεται, ότι ομοιάζει με μίαν νάϋλον σακκούλα, που βάζεις τώρα κάτι μέσα, αλλά που θα σχισθή γρήγορα και θα την πετάξης.

Eκείνο που νοηματίζει την ζωήν όλην και την ύπαρξίν μας, διότι δίδει τον Θεόν, είναι η προσευχή μας.
Λέγουν, ότι θα έλθη η συντέλεια της ζωής, όταν σταματήσουν να προσεύχωνται οι άνθρωποι. Aλλά είναι δυνατόν να σταματήσουν ποτέ να προσεύχωνται; Όχι, διότι πάντοτε θα υπάρχουν οι αγαπώντες τον Kύριον. Kαι όσον τοιαύται ψυχαί υπάρχουν, δεν θα χαθή ο κόσμος. H προσευχή η αδιάλειπτος τον ποτίζει μυστικά.

Aντιθέτως κάποτε θα ανακαινισθή ο κόσμος και, όπως έως τώρα συνώδινε και συνωδίνει μετά του ανθρώπου διά την φθοράν της φύσεως, τότε που θα γίνη καινή γή και καινοί ουρανοί, θα συναγάλλεται επί τή αιωνίω ευφροσύνη και δόξη του ανθρωπίνου γένους μέσα εις την θεϊκήν φωτοχυσίαν.


http://www.rel.gr

Καλημέρα!


Καλημέρα!
Καλή συνέχεια στην εβδομάδα σας!




Κυριακή 3 Ιουλίου 2011

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2011

Γιώργης, ο δια Χριστόν σαλός...




Παλιά ήταν ένας δια Χριστόν σαλός, όλοι τον ήξεραν σα Γιώργη.
Ήταν ρακένδυτος , κάτι κουρέλια σκέπαζαν το κορμί του. Ανάμεσα στα βάτα αν άνοιγε τα χέρια του δεν ήξερες αν ήταν άνθρωπος ή αϊτός.

Δε μαγείρευε ποτέ.

Έτρωγε βατόμουρα, κάστανα, κούμαρα, και στο τέλος βελανίδια.

Ζούσε έξω από την Εσφιγμένου και γυρνούσε στα πανηγύρια. Δεν έτρωγε τίποτε.

Κοινωνούσε εκεί κι ύστερα πασάλειβε με αυγά και φαγιά τα γένια του και νόμιζες πως πάντα τρώει. Φεύγοντας απ΄τα πανηγύρια φώναζε φαΐ -ζωή, νηστεία -θάνατος.

Στην αρχή τον είχα για δαιμονισμένο. Όλοι τον έλεγαν ο δαιμονισμένος.

Μα ο π.Γερμανός, ένας γέροντας πάνω από 85 χρόνια, που είχε προορατικό μού είπε να το εξομολογηθώ.

Τότε ήμουν τραπεζάρης.

Ήρθε λοιπόν ο Γιώργης , και τον παραφύλαξα.

Κάθονταν έξω και ήξερε όλους τους ήχους, τα πάντα, όλη την τάξη τής εκκλησίας απ΄έξω.



(από διηγήσεις του π.Παϊσίου στη Σιμωνόπετρα, στις 3 Νοεμβρίου του 1979)




http://misha.pblogs.gr/

Καλημέρα!


Καλημέρα! Καλό μήνα!



Δημοφιλείς αναρτήσεις