Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

Όταν η αγία Ευφημία πήγε στον πατέρα Παϊσιο.....



Ηταν στην αυλή της Καλύβης του ο Γέροντας (Παΐσιος), όταν τον επισκέφθηκε κάποιο πνευματικό του τέκνο. Επανελάμβανε συνεχώς από την καρδιά του: «Δόξα σοι ο Θεός», πάλιν και πολλάκις. Σε μια στιγμή ο Γέροντας του είπε: «Αχρηστεύεται κανείς με την καλή έννοια».

-Ποιός, Γέροντα;

-Ήσυχα καθόμουν στο Κελλί μου, ήρθε και με παλάβωσε. Ωραία περνούν επάνω.

-Τί συμβαίνει, Γέροντα;

-Θα σου πω, αλλά μην το πής σε κανέναν.

Του διηγήθηκε τότε το έξης: «Είχα γυρίσει από τον κόσμο, όπου είχα βγή για ένα εκκλησιαστικό θέμα. Την Τρίτη, κατά η ώρα 10 το πρωί, ήμουν μέσα στο Κελλί μου και έκανα τις Ώρες. Ακούω χτύπημα στην πόρτα και μια γυναικεία φωνή να λέη: «Δι΄ευχών των αγίων Πατέρων ημών…». Σκέφθηκα:

«Πως βρέθηκε γυναίκα μέσα στο Όρος;». Εν τούτοις ένιωσα μια θεία γλυκύτητα μέσα μου και ρώτησα:

-Ποιος είναι;

-Η Ευφημία, απαντά.

»Σκεφτόμουν, «ποιά Ευφημία; Μήπως καμμιά γυναίκα έκανε καμμιά τρέλλα και ήρθε με ανδρικά στο Όρος; Τώρα τί να κάνω;». Ξαναχτυπά. Ρωτάω: «Ποιος είναι;». «Η Ευφημία», άπαντα και πάλι. Σκέφτομαι και δεν ανοίγω. Στην τρίτη φορά πού χτύπησε, άνοιξε μόνη της η πόρτα, πού είχε σύρτη από μέσα. Άκουσα βήματα στον διάδρομο. Πετάχτηκα από το Κελλί μου και βλέπω μια γυναίκα με μανδήλα. Την συνώδευε κάποιος, πού έμοιαζε με τον Ευαγγελιστή Λουκά, ο οποίος εξαφανίσθηκε. Παρ’ όλο πού ήμουν σίγουρος ότι δεν είναι του πειρασμού, γιατί λαμποκοπούσε, την ρώτησα ποιά είναι·

-Η μάρτυς Ευφημία, άπαντα.

-Αν είσαι η μάρτυς Ευφημία, ελα να προσκυνήσουμε την Αγία Τριάδα. Ό,τι κάνω εγώ να κάνης και σύ.

Μπήκα στην Εκκλησία, κάνω μια μετάνοια λέγοντας: «Εις το όνομα του Πατρός». Το επανέλαβε με μετάνοια. «Και του Υϊού». «Και του Υϊού», είπε με ψιλή φωνή.

-Πιο δυνατά, ν’ ακούω, είπα και επανέλαβε δυνατώτερα.

»Ένώ ήταν ακόμα στο διάδρομο έκανε μετάνοιες, όχι προς την Εκκλησία, αλλά προς το Κελλί μου. Στην άρχή παραξενεύτηκα, αλλά μετά θυμήθηκα ότι είχα μια μικρή χάρτινη εικονίτσα της Αγίας Τριάδος, κολλημένη σε ξύλο, πάνω από την πόρτα του Κελλιού μου. Αφού προσκυνήσαμε και για τρίτη φορά -«Και του Αγίου Πνεύματος»- μετά είπα: «Τώρα, να σε προσκυνήσω και εγώ». Την προσκύνησα και ασπάστηκα τα πόδια της και την άκρη της μύτης της. Στο πρόσωπο το θεώρησα αναίδεια να την ασπασθώ.



»Ύστερα κάθησε η Αγία στο σκαμνάκι και εγώ στο μπαουλάκι και μου έλυσε την απορία πού είχα (στό εκκλησιαστικό θέμα).

»Μετά μου διηγήθηκε την ζωή της. Ήξερα ότι υπάρχει μια αγία Ευφημία, αλλά τον βίο της δεν τον ήξερα. Όταν μου διηγείτο τα μαρτύρια της, όχι απλώς τα άκουγα, αλλά σαν να τα έβλεπα· τα ζούσα. Έφριξα! Πά, πά, πά!

-Πώς άντεξες τέτοια μαρτύρια; ρώτησα.

-Αν ήξερα τί δόξα έχουν οί Άγιοι, θα έκανα ό,τι μπορούσα να περάσω πιο μεγάλα μαρτύρια.

»Μετά απ’ αυτό το γεγονός για τρεις μέρες δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Σκιρτούσα και συνεχώς δόξαζα τον Θεό. Ούτε να φάω, ούτε τίποτα… συνεχώς δοξολογία».

Σε επιστολή του αναφέρει: «Σ’ όλη μου τη ζωή δεν θα μπορέσω να εξοφλήσω την μεγάλη μου υποχρέωση στην αγία Ευφημία, η οποία ενώ ήταν άγνωστη μου και χωρίς να είχε καμμιά υποχρέωση, μου έκανε αυτή την μεγάλη τιμή…».



Διηγούμενος το γεγονός πρόσθεσε με ταπείνωση ότι παρουσιάστηκε η αγία Ευφημία, «όχι γιατί το αξίζω, αλλά επειδή με απασχολούσε εκείνο τον καιρό ενα θέμα πού είχε σχέση με την κατάσταση της Εκκλησίας γενικά, και για δύο άλλους λόγους».

Εντύπωση έκανε στον Γέροντα «πώς αυτή η μικροκαμωμένη και αδύνατη άντεξε τόσα μαρτύρια; Να πής ήταν καμμία… (εννοούσε σωματώδης και δυνατή). Μια σταλιά ήταν».

Μέσα σε αυτήν την παραδεισένια κατάσταση συνέθεσε προς τιμήν της Αγίας ένα στιχηρό προσόμοιο: «Ποίοις ευφημιών άσμασιν ευφημήσωμεν την Ευφημίαν, την καταδεχθείσαν από άνωθεν και επισκεφθείσασαν κάτοικον μοναχόν ελεεινόν εν τη Καψάλα. Εκ τρίτου την θύραν πάλιν του έκρουσε τετάρτη ήνοίχθη μόνη εκ θαύματος και εισελθούσα με ουράνιον δόξαν, του Χρίστου η Μάρτυς, προσκυνούντες ομού Τριάδα την Αγίαν».

Και ενα εξαποστειλάριο κατά το «Τοις μαθηταίς συνέλθωμεν…», πού άρχιζε: «Μεγαλομάρτυς ένδοξε του Χρίστου Ευφημία, σ’ αγαπώ πολύ-πολύ μετά την Παναγία…». (Φυσικά αυτά δεν τα είχε για λειτουργική χρήση, ούτε τα έψαλλε δημοσίως).

Παρά την συνήθεια του βγήκε πάλι στην Σουρωτή και έκανε τις αδελφές μετόχους αυτής της ουράνιας χαράς. Με την βοήθεια του και τις οδηγίες του αγιογράφησαν την Αγία, όπως του εμφανίσθηκε.

Ό Γέροντας φιλοτέχνησε το αρνητικό της εικόνος της Αγίας σε μήτρα ατσάλινη με την οποία έκανε πρεσσαριστά είκονάκια και τα μοίραζε ευλογία στους προσκυνητές εις τιμήν της αγίας Ευφημίας. Κατά το σκάλισμα δυσκολεύτηκε να κάνη τα δάχτυλα του αριστερού της χεριού. Είπε: «Παιδεύτηκα να κάνω το χέρι της, αλλά μετά έβαλα έναν καλό λογισμό: «Ίσως επειδή και εγώ την παίδεψα την καημένη».

Πηγή: Ιερομονάχου Ισαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, σελίδες: 224-228
Έκδοσις Καλύβης Αναστάσεως, Καψάλα, Άγιον Όρος
Άγιον Όρος, 2004

http://vatopaidi.files.wordpress.com

Ο Γέροντας Παϊσιος και η Αγία Ευφημία




Ήταν στην αυλή της Καλύβης του ο  Γέροντας (Παΐσιος), όταν τον επισκέφθηκε κάποιο πνευματικό του τέκνο. Επανελάμβανε συνεχώς από την καρδιά του: «Δόξα σοι ο Θεός», πάλιν και πολλάκις. Σε μια στιγμή ο Γέροντας του είπε: «Αχρηστεύεται κανείς με την καλή έννοια»;

-Ποιός, Γέροντα;

-Ήσυχα καθόμουν στο Κελλί μου, ήρθε και με παλάβωσε. Ωραία περνούν επάνω.

-Τι συμβαίνει, Γέροντα;

-Θα σου πω, αλλά μην το πεις σε κανέναν.

            Του διηγήθηκε τότε το έξης: «Είχα γυρίσει από τον κόσμο, όπου είχα βγει για ένα εκκλησιαστικό θέμα. (Με το μακαρίτη Τρίτση).

Την Τρίτη, κατά η ώρα 10 το πρωί, ήμουν μέσα στο Κελί μου και έκανα τις Ώρες. Ακούω χτύπημα στην πόρτα και μια γυναικεία φωνή να λέει: «Δι' ευχών των αγίων Πατέρων ημών…». Σκέφθηκα:

«Πώς βρέθηκε γυναίκα μέσα στο Όρος;». Εν τούτοις ένιωσα μια θεία γλυκύτητα μέσα μου και ρώτησα:

-Ποιος είναι;

-Η Ευφημία! (απαντά).

-Σκεφτόμουν, «ποια Ευφημία; Μήπως καμιά γυναίκα έκανε καμιά τρέλα και ήρθε με ανδρικά στο Όρος; Τώρα τι να κάνω;». Ξαναχτυπά. Ρωτάω: «Ποιος είναι;». «Η Ευφημία», άπαντα και πάλι. Σκέφτομαι και δεν ανοίγω. Στην τρίτη φορά που χτύπησε, άνοιξε μόνη της η πόρτα, που είχε σύρτη από μέσα. Άκουσα βήματα στον διάδρομο. Πετάχτηκα από το Κελί μου και βλέπω μια γυναίκα με μανδήλα. Την συνόδευε κάποιος, που έμοιαζε με τον Ευαγγελιστή Λουκά, ο οποίος εξαφανίσθηκε. Παρ’ όλο πού ήμουν σίγουρος ότι δεν είναι του πειρασμού, γιατί λαμποκοπούσε, την ρώτησα ποια είναι·

-Η μάρτυς Ευφημία, (απαντά).

-Αν είσαι η μάρτυς Ευφημία, έλα να προσκυνήσουμε την Αγία Τριάδα. Ό,τι κάνω εγώ να κάνης και συ.

Μπήκα στην Εκκλησία, κάνω μια μετάνοια λέγοντας: «Εις το όνομα του Πατρός». Το επανέλαβε με μετάνοια. «Και του Υιού». «-Και του Υιού», είπε με ψιλή φωνή.

-Πιο δυνατά, ν’ ακούω, είπα και επανέλαβε δυνατότερα.

-Ενώ ήταν ακόμα στο διάδρομο έκανε μετάνοιες, όχι προς την Εκκλησία, αλλά προς το Κελί μου. Στην αρχή παραξενεύτηκα, αλλά μετά θυμήθηκα ότι είχα μια μικρή χάρτινη εικονίτσα της Αγίας Τριάδος, κολλημένη σε ξύλο, πάνω από την πόρτα του Κελιού μου. Αφού προσκυνήσαμε και για τρίτη φορά.

-«Και του Αγίου Πνεύματος»

Μετά είπα: «Τώρα, να σε προσκυνήσω και εγώ». Την προσκύνησα και ασπάστηκα τα πόδια της και την άκρη της μύτης της. Στο πρόσωπο το θεώρησα αναίδεια να την ασπασθώ.

-Ύστερα κάθισε η Αγία στο σκαμνάκι και εγώ στο μπαουλάκι και μου έλυσε την απορία που είχα (στο εκκλησιαστικό θέμα).

-Μετά μου διηγήθηκε την ζωή της. Ήξερα ότι υπάρχει μια αγία Ευφημία, αλλά τον βίο της δεν τον ήξερα. Όταν μου διηγείτο τα μαρτύρια της, όχι απλώς τα άκουγα, αλλά σαν να τα έβλεπα· τα ζούσα. Έφριξα! Πα, πα, πα!

-Πώς άντεξες τέτοια μαρτύρια; ρώτησα.

-Αν ήξερα τι δόξα έχουν οι Άγιοι, θα έκανα ό,τι μπορούσα να περάσω πιο μεγάλα μαρτύρια.

-Μετά απ’ αυτό το γεγονός για τρεις μέρες δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Σκιρτούσα και συνεχώς δόξαζα τον Θεό. Ούτε να φάω, ούτε τίποτα… συνεχώς δοξολογία».

Σε επιστολή του αναφέρει: «Σ’ όλη μου τη ζωή δεν θα μπορέσω να εξοφλήσω την μεγάλη μου υποχρέωση στην αγία Ευφημία, η οποία ενώ ήταν άγνωστη μου και χωρίς να είχε καμιά υποχρέωση, μου έκανε αυτή την μεγάλη τιμή…».

Διηγούμενος το γεγονός πρόσθεσε με ταπείνωση ότι παρουσιάστηκε η αγία Ευφημία, «όχι γιατί το αξίζω, αλλά επειδή με απασχολούσε εκείνο τον καιρό ένα θέμα που είχε σχέση με την κατάσταση της Εκκλησίας γενικά, και για δύο άλλους λόγους».

Εντύπωση έκανε στον Γέροντα «πώς αυτή η μικροκαμωμένη και αδύνατη άντεξε τόσα μαρτύρια; Να πεις ήταν καμία… (εννοούσε σωματώδης και δυνατή). Μια σταλιά ήταν».

Μέσα σε αυτήν την παραδεισένια κατάσταση συνέθεσε προς τιμήν της Αγίας ένα στιχηρό προσόμοιο: «Ποίοις ευφημιών άσμασιν ευφημήσωμεν την Ευφημίαν, την καταδεχθείσαν από άνωθεν και επισκεφθείσασαν κάτοικον μοναχόν ελεεινόν εν τη Καψάλα. Εκ τρίτου την θύραν πάλιν του έκρουσε τετάρτη ηνοίχθη μόνη εκ θαύματος και εισελθούσα με ουράνιον δόξαν, του Χριστού η Μάρτυς, προσκυνούντες ομού Τριάδα την Αγίαν».

Και ένα εξαποστειλάριο κατά το «Τοις μαθηταίς συνέλθωμεν…», που άρχιζε: «Μεγαλομάρτυς ένδοξε του Χρίστου Ευφημία, σ’ αγαπώ πολύ-πολύ μετά την Παναγία…». (Φυσικά αυτά δεν τα είχε για λειτουργική χρήση, ούτε τα έψαλλε δημοσίως).

Παρά την συνήθειά του βγήκε πάλι στην Σουρωτή και έκανε τις αδελφές μετόχους αυτής της ουράνιας χαράς. Με την βοήθειά του και τις οδηγίες του αγιογράφησαν την Αγία, όπως του εμφανίσθηκε.

Ο Γέροντας φιλοτέχνησε το αρνητικό της εικόνος της Αγίας σε μήτρα ατσάλινη με την οποία έκανε πρεσσαριστά εικονάκια και τα μοίραζε ευλογία στους προσκυνητές εις τιμήν της αγίας Ευφημίας. Κατά το σκάλισμα δυσκολεύτηκε να κάνη τα δάχτυλα του αριστερού της χεριού. Είπε: «Παιδεύτηκα να κάνω το χέρι της, αλλά μετά έβαλα έναν καλό λογισμό: «Ίσως επειδή και εγώ την παίδεψα την καημένη».


http://www.oodegr.com/

Συναξαριστής 16 Σεπτεμβρίου: Αγία Ευφημία & Αγία Μελιτίνη


Η Αγία Ευφημία η Μεγαλομάρτυς 
Αγία Μελιτίνη η Μάρτυς

Δύο γυναικών Μαρτύρων την μνήμη γιορτάζει σήμερα η Εκκλησία, της Ευφημίας και της Μελιτινής. Και στων δύο γυναικών την άθληση θαυμάζομε το θάρρος και την ευψυχία· πώς γυναίκες με αδύνατο σώμα άντεξαν σε τόσα βασανιστήρια και δεν αρνήθηκαν την πίστη τους. 

Δεν ήταν βέβαια δύναμη ανθρώπινη μέσα τους, αλλά η δύναμη του Θεού που τις κρατούσεν αλύγιστες. Το έλεγε κάποτε ο Ιησούς Χριστός προς τους Αποστόλους· "μη φοβηθήτε από των αποκτεννόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι"

Όποιος βάλη καλά τούτα τα λόγια στο μυαλό του βρίσκει την δύναμη να αντέξη σε πολλά μαρτύρια. Όταν οι δήμιοι πελεκούν το σώμα, οι Μάρτυρες του Χριστού, οι άνδρες και οι γυναίκες, "ρώμη τη θεία προφανώς ρωννύμενοι", όπως ψάλλει η Εκκλησία, υφαίνουν με τους πόνους των το ένδοξο ιμάτιο της αγιωσύνης και βάφουν με το αίμα τους την ένδοξη πορφύρα της θείας βασιλείας.


http://www.i-m-attikis.gr/
.

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

Πώς έγινε, χωρίς να το καταλάβουμε καλά, ο κόσμος που ζούμε;




ΟΙ ΡΗΧΕΣ ΚΑΡΔΙΕΣ

Η κρίση που σε διεθνή κλίμακα περνούν οι ανθρώπινες σχέσεις είναι σύμφυτη με την κρίση που περνά ο ίδιος ο πολιτισμός. Η αποσύνθεση του πολιτιστικού σώματος που ζωογονεί μια κοινωνία ανθρώπων, κατασταίνει αδύνατο σχεδόν αυτό που λέμε «κοινωνία», επαφή, επικοινωνία, κατανόηση, σύνδεσμο προσωπικό των ανθρώπων.

Ο γνήσιος και πηγαίος συναισθηματισμός, ο εσωτερικός αυθορμητισμός που υποδηλώνει την αδιάφθορη ψυχή και την πλούσια καρδιά, αυτός που τεχνουργούσε ως τώρα τις ανθρώπινες σχέσεις, έχει πια παραχωρήσει τη θέση του στον αριβισμό, τον υπολογισμό, τα στοιχεία εκείνα που εκφράζουν έναν άνθρωπο φυλακισμένο στο εγώ. Εγωκεντρισμός, ατομισμός, αναισθησία για τον άλλο: στοιχεία ζοφερά που ζούμε καθημερινά στον ρημαγμένο μας τόπο, αλλά συχνά, κι όπου γης κι αν θελήσουμε να σταθούμε.

Αντί για μια κατάσταση υγείας συναισθηματικής, κατάσταση πλουσιοπάροχης αγάπης, φιλίας χορηγού πληρότητας κι ευφορίας εσωτερικής, δημιουργών αρμονίας κοινωνικής και ισορροπίας στις σχέσεις των ανθρώπων, ζούμε ένα νοσηρό συναισθηματισμό που εντείνουν τα μέσα ευρείας δημοσιότητας και έναν επιθετικό ατομισμό που απομονώνει τους ανθρώπους και κατακομματιάζει την κοινωνία ως κοινωνία.

Βυθισμένοι σε φθοροποιό μοναξιά, οι σημερινοί άνθρωποι, κάθε φορά που προσπαθούν να την υπερβούν, απομένουν με τα αισθήματα τους νεκρά στη χούφτα και τη δυσπερίγραπτη απορία ιχνογραφημένη στην ταραγμένη, πικρή τους μορφή. Τί συμβαίνει κι όσες φορές επιδιώκουν να προσεγγίσουν τον άλλο, τον συνάνθρωπο, το «εσύ», πέφτουν σ’ ένα χέρσο τόπο, σε μια ρηχή κι αδιάφορη καρδιά, σε ύπαρξη περιχαρακωμένη στον εαυτό της; Τί συμβαίνει όμως —για να παλινωδήσουμε— κι όταν οι άλλοι απλώνουν το χέρι με ειλικρίνεια και τρυφερότητα και γυρεύουν να μας βρουν, να μας συναντήσουν, να μας αγαπήσουν, κι εμείς αισθανόμαστε αδρανή κι ασυγκίνητη την καρδιά μας, αμετακίνητη στις προσωπικές της έγνοιες, αναίσθητη στην κραυγή του άλλου; Πώς έγινε, χωρίς να το καταλάβουμε καλά, μια κόλαση ο κόσμος που ζούμε;

Δεν φταίει μονάχα ο ρυθμός της ζωής ο εξουθενωτικός, που μαραίνει πριν σχεδόν ακόμη βλαστήσουν, τις ανθρώπινες σχέσεις.

Είναι αλήθεια πως η ζωή αυτή συχνά κόβει την ανάσα του σημερινού ανθρώπου. Τον πιέζει να προσηλωθεί αποπνιχτικά στον εαυτό του, να υπηρετήσει τα συμφέροντα του, να δει τους άλλους σαν όργανα, σαν μέσα, όχι σαν αγγέλους λύτρωσης από την φυλακή του εγώ. Αλλά η απιστία και ο μηδενισμός, συνυφασμένα με την υλοφροσύνη που κατευθύνουν την εποχή μας, αυτά όλα τσακίζουν τις εσωτερικές δυνάμεις, εμποδίζουν την προσήλωση στην καρδιά, το βάθεμα των συναισθημάτων, τον εξευγενισμό του άνθρωπου, εμποδίζουν τον άνθρωπο να εξανθρωπιστεί.

Και τότε, η αγάπη, η φιλία, η τρυφερότητα, όλα σπέρνονται σε γη κακή και άγονη, σε ρηχές καρδιές. Με την πρώτη δοκιμασία καίγονται, ατονούν, πεθαίνουν.

Ποτέ ίσως άλλοτε ο άνθρωπος δεν έζησε μέσα σ’ ένα κόσμο που ο πληθυσμός αυξάνεται επίφοβα αλλά που αυτός είναι φοβερά μόνος. Ποτέ η προδοσία των φίλων, η απιστία των αγαπημένων και η επιπολαιότητα των καρδιών δεν έφτασε σε σημείο που να δημιουργεί σχιζοφρένεια, απόγνωση, τάσεις αυτοκτονίας τόσο, όσο σήμερα. Γιατί κι όπου, κι όταν κατορθώνεται η σύναψη ενός συναισθηματικού δεσμού, η προσέγγιση μιας καρδιάς που απροσδόκητα είναι ανοιχτή, και τότε, η ανάπτυξη του δεσμού γίνεται άθλος αιματηρός, ανήφορος μαρτυρίου, γίνεται όχι βίωση ελευθερίας, αλλά δεσμός αληθινός.

Κι όμως, οι δυνάμεις της ανθρώπινης καρδίας είναι δυνάμεις ελευθερωτικές, δυνάμεις που οδηγούν στην ανεύρεση του «εσύ», στην περιστολή του «εγώ», δηλαδή στην καταπάτηση του εγωισμού. Όμως, ένα μίγμα άνομο και περίεργο οι ανθρώπινες σχέσεις του καιρού μας, συμπλέκουν το εγώ και θέλουν να το επιβάλουν στο «συ»· ή αντίθετα: το «συ» επιζητεί να επιβληθεί στο εγώ. Και τότε, αργά ή γρήγορα δημιουργείται η κρίση. Ο άνθρωπος ξαναπέφτει στη μοναξιά του. Οι θυσίες, η κοινή ζωή, η αγάπη, η φιλία, όλα πεσμένα στα ρηχά, αδρανή έχουν σαπίσει. Και μονάχα η μνήμη, αιμάσσοντας, μαρτυρεί για το παρελθόν. Η καρδιά απορημένη κλαίει, αναρωτιέμαι, αναζητεί τις αιτίες.

Όμως ετούτη την αχάριστη εποχή μόνο ο Θεός μπορεί να την ανορθώσει. Καμιά «αισθηματική αγωγή» δεν μπορεί να κάνει τους νέους να σταθούν με σέβας μπρος στον συνάνθρωπο τους, αν δεν τους βοηθήσει νωρίτερα, να ιδούν εσωτερικά την ιερότητα του άλλου και την μοναδικότητα του μέσα στη ζωή, κάτω από την εκτυφλωτική φωταψία του θανάτου.

(Κ. Τσιρόπουλος)

http://vatopaidi.wordpress.com/

Ένα σχολείο στην Ίμβρο


Εορτολόγιο

Δημοφιλείς αναρτήσεις


Banner Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων
Ξεκινάμε μια προσπάθεια παρουσίασης Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων.
Αν δεν υπάρχει ο δικός σας, ζητάμε συγνώμη,
ενημερώστε μας και θα τον συμπεριλάβουμε.





Create your own banner at mybannermaker.com!
Πέρα από το άτομο
Make your own banner at MyBannerMaker.com!



Create your own banner at mybannermaker.com!
Make your own banner at MyBannerMaker.com!















(υπό κατασκευή)


Τα banner μας
Αντιγράψτε τον κώδικα στη δική σας σελίδα
για να εμφανιστούν τα banner μας.
Ειδοποιήστε μας για να συμπεριλάβουμε και το δικό σας.