Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015

"Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου...." Ερμηνεία της ευχής του αγίου Εφραίμ του Σύρου.... , μητρ. Μεσογαίας και Λαυρεωτικής


Με τη βοήθεια του Θεού, φθάσαμε και στο τέλος της Τέταρτης Εβδομάδος των Νηστειών και ήδη κρούουμε τη θύρα της Πέμπτης, και ακολουθεί η Έκτη, η λεγόμενη βουβή. Σε τρεις δηλαδή εβδομάδες από σήμερα, πρώτα ο Θεός, θα γιορτάζουμε τη Λαμπρή, τη μεγάλη γιορτή του Πάσχα.

Καθώς περνούν οι μέρες γρήγορα, η Εκκλησία παρουσιάζει όλα αυτά τα πνευματικά εδέσματα μπροστά μας, φροντίζοντας κάτι να προσφέρει με κάθε αφορμή στην ψυχή μας και να ικανοποιεί καθέναν από εμάς που διψάει για κάτι διαφορετικό, που είναι πεινασμένος και λαχταράει κάτι αληθινό. Δεν πρέπει με κανέναν τρόπο αυτή η Μεγάλη Σαρακοστή στο πέρασμά της να μας αφήσει ίδιους.

Κάτι πρέπει να γίνει. Είναι αδικία για τον εαυτό μας να περάσει και αυτή η περίοδος ανεκμετάλλευτη. Διότι αυτό ενέχει τον κίνδυνο να έλθει και άλλη Τεσσαρακοστή του χρόνου και άλλη μία τον επόμενο χρόνο και με κανέναν τρόπο να μην αλλάζει η πορεία της ζωής μας, να μη μεταμορφώνεται η κατάσταση της ψυχής μας.



Ο άγιος Ιωάννης και η Κλίμακα

Την Δ' Κυριακή των Νηστειών η Εκκλησία μας την αφιερώνει σε έναν άγνωστο αλλά πολύ μεγάλο άγιο, τον άγιο Ιωάννη τον συγγραφέα του βιβλίου της Κλίμακος. Ο άγιος αυτός είναι άγνωστος, διότι δεν υπάρχει άλλη πηγή πληροφοριών για το περιεχόμενο της ζωής του παρά μόνον ό,τι περιλαμβάνεται σε αυτό το θαυμάσιο βιβλίο που η Εκκλησία το αξιολογεί τόσο ψηλά, ώστε, κατά το Τυπικό της, να αποτελεί τη σπονδυλική στήλη των πατερικών αναγνωσμάτων κάθε χρόνο κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Βρέθηκε κάποτε αυτό το βιβλίο μέσα στη βιβλιοθήκη της Μονής του Σινά και αποκάλυψε το μεγαλείο ενός, ως τότε, άγνωστου αλλά πολύ σημαντικού αγίου. Αυτό το βιβλίο ονομάζεται Κλίμακα,για να δείχνει τη σταδιακή, βήμα προς βήμα, πορεία της ψυχής, από τα χαμηλά προς τα ψηλότερα, στό επίπεδο των αρετών.

Οι αρετές θα μπορούσαν να διακρίνονται σε ηθικές, σε πνευματικές, σε αρετές της Θείας Χάριτος, η, όπως αποκαλούνται από τους Πατέρες, σε μυστικές αρετές. Για όλες αυτές τις αρετές έχει τόσα πολλά και τόσα όμορφα και τόσο λεπτομερείς, ανατομικές, περιγραφές το υπέροχο αυτό βιβλίο της Κλίμακος, το οποίο είμαι βέβαιος πως κάποιοι από εσάς θα έχουν κάπως προσεγγίσει.

Προ δυο περίπου εβδομάδων, εντελώς ανυποψίαστος, ήρθε να εξομολογηθεί κάποιος και μου ανέφερε ότι διαβάζει ένα βιβλίο που ονομάζεται Κλίμακα. Περνάω, μου είπε, από φοβερούς πειρασμούς και δυσκολίες αλλά τι απίθανο βιβλίο, τι καταπληκτικό, τι περιεκτικό, τι αποκαλυπτικό! Σαν να μου φωτογραφίζει τις κρυμμένες γωνιές της ψυχής. Και τι παράδοξο! Το πρόσωπο που μου το συνέστησε είναι βουτηγμένο σε ερεθίσματα κοσμικής ζωής. Το επάγγελμά του και οι συνθήκες της ζωής του βρίσκονται σε εντελώς αντιδιαμετρική κατάσταση από τη ζωή των ανθρώπων στους οποίους απευθύνεται το βιβλίο, δηλαδή στους μοναχούς, και μάλιστα όχι στους κοινοβιάτες, αλλά σε αυτούς οι οποίοι διάγουν ησυχαστικό τρόπο ζωής.

Προτρέπω, λοιπόν, όλους σας, αν έχετε τη δυνατότητα, να το προμηθευθείτε, να ρίξετε μία ματιά. Μπορεί να ενθουσιασθεί η ψυχή μας και να φιλοτιμηθεί στο να κινηθεί από τη φευγαλέα ματιά στην προσεκτική ανάγνωση και από κει προς κατευθύνσεις πνευματικές πραγματικά ασύλληπτες. Μπορεί, βέβαια, αν δεν είμαστε και έτοιμοι, να απογοητευθούμε. Αν συνειδητοποιήσουμε το μεγαλείο της προοπτικής μας και πάνω σε αυτό προβάλλουμε την πραγματικότητα της ζωής μας χωρίς ταπείνωση, θα μας κυριεύσει απογοήτευση. Που θα έπρεπε να ήμασταν και που βρισκόμαστε!

Πόσο ψηλά, με τι όρους, να εκτυλίσσεται η ζωή μας και τι τελικώς επιλογές κάνουμε σε αυτόν τον κόσμο!

Στόχος της πνευματικής μας πορείας είναι η ομοίωσή μας με τον Θεό, η οποία επιτυγχάνεται διά του ενάρετου βίου. Η αρετή είναι μία γενική λέξη, που αναλύεται όμως σε επί μέρους αρετές. Δεν έχει να κάνει τόσο με τα βιώματα, τις εμπειρίες, αλλά με κάτι κάπως πιο πρακτικό, κάπως πιο καθημερινό, που αποτελεί τον καρπό της πνευματικής ζωής. Η πνευματική μας ζωή μπορεί να έχει τα στοιχεία της εξωτερικής λατρείας, μπορεί να διακατέχεται από τα χαρακτηριστικά του πνευματικού λόγου, μπορεί να διαβάζουμε τον λόγο του Θεού, να μιλάμε για τα πνευματικά, να έχουμε συνήθειες πνευματικές και γνώσεις θεολογικές, αλλά, αν τα χέρια μας δεν είναι γεμάτα από καρπούς, αν η ζωή μας δεν είναι στολισμένη με συγκεκριμένες αρετές, τότε μάλλον ζημιά κάνει η μαρτυρία μας και μάλλον καταστροφή συμβαίνει στην ψυχή μας. Είναι ανάγκη, λοιπόν, να υπάρχουν τα σκαλοπάτια των συγκεκριμένων αρετών, που οδηγούν την ψυχή μας από το επίγειο φρόνημα στις ουράνιες καταστάσεις για τις οποίες διαρκώς μας μιλάει η Εκκλησία με τόση πίστη , με τόση αγάπη, με τόση διάθεση να μας κάνει μετόχους αυτών των μεγάλων ευλογιών.

Από που λοιπόν να μπούμε σε αυτό το στάδιο των αρετών, από ποια πόρτα να εισέλθουμε σε αυτόν τον χώρο του πρακτικού βίου, από που να αρχίσουμε την άνοδο, να ακολουθήσουμε τα σκαλοπάτια που θα μας φθάσουν στην κορυφή; Τι να χρησιμοποιήσουμε ως αφορμή;

Υπάρχει μία προσευχή, που είμαι βέβαιος πώς οι περισσότεροι από μας τη γνωρίζουν. Είναι μία προσευχή που προσδιορίζει τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, τη λέμε μόνο σε αυτήν την περίοδο. Μια προσευχή μετανοίας, που ανοίγει τους ορίζοντές μας. Μια προσευχή η οποία υπάρχει σε όλες ανεξαιρέτως τις ακολουθίες. Μάλιστα, σε μερικές εμφανίζεται και δυο φορές. μια προσευχή που μόλις προ ολίγου απαγγείλαμε. Μια πολύ παλιά προσευχή , η οποία όμως πολύ βαθειά περιγράφει την ανθρώπινη ψυχή και τον αγώνα της, το μυστήριο και την προοπτική της. Είναι η προσευχή του οσίου Εφραίμ.

Θα την πω:
«Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου, πνεύμα αργίας, περιεργείας, φιλαρχίας και αργολογίας μη μοι δως.
Πνεύμα δε σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής και αγάπης, χάρισαί μοι τω σω δούλω.
Ναί, Κύριε Βασιλεύ, δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα, και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου, ότι ευλογητός ει, εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».

Τόσο μικρή αλλά τόσο περιεκτική! Μάλιστα, κατά το τυπικό της Εκκλησίας δεν απαγγέλλεται απλά αλλά συνοδεύεται από κινήσεις μετανοίας. Στα μοναστήρια, αν τυχόν έχετε πάει, τηρείται επακριβώς το τυπικό αυτό, όπως αναγράφεται στις φυλλάδες και στο Ωρολόγιο. Λέγει εκεί ότι ποιούμε τρεις μετανοίας μετά από τον κάθε στίχο και μετά κάνουμε δώδεκα μικρές και επαναλαμβάνουμε το τελευταίο κομμάτι και μετά άλλη μια μεγάλη.

Δηλαδή, «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου...» -τελειώνουμε το πρώτο κομμάτι- και κάνουμε μια στρωτή εδαφιαία μετάνοια, από αυτές τις μεγάλες, τις βαθιές. Συνεχίζουμε: «Πνεύμα δε σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής και αγάπης...»· δεύτερη μετάνοια. «Δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα...»· τρίτη μετάνοια. Και μετά σιωπηρώς λέγοντας το «Κύριε ελέησον» ή το «Ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» κάνουμε δώδεκα σταυρωτές μικρές μετάνοιες. Αυτό στα μοναστήρια. Και επαναλαμβάνουμε το «Ναι, Κύριε Βασιλεύ, δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα» και κάνουμε άλλη μία μεγάλη μετάνοια. Όλα αυτά, ώστε να την καταλάβει την προσευχή όχι μόνον η σκέψη μας, όχι μόνον η ψυχή μας, αλλά ακόμη και το σώμα μας. Να την καταλάβει ολόκληρος ο εαυτός μας. Είναι σημαντική προσευχή. Είναι πόρτα και οδός και τέρμα για όποιον έχει πνευματική ευστροφία να αξιοποιήσει το περιεχόμενό της και να φιλοτιμηθεί στη ζωή του.

Ας κάνουμε, λοιπόν, μία σύντομη ερμηνεία και ανάλυση αυτής της προσευχής, να καταλήξουμε σε τέσσερις παρατηρήσεις που δεν είναι τόσο εμφανείς, να κρατήσει ο καθένας το μήνυμά του και έτσι να το πάρει συνοδό κατά την αποψινή βραδιά στο σπίτι του.


Ο χορηγός, ο οδηγός, ο υπερασπιστής, ο Κύριος

«Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου...»· έτσι προσφωνούμε τον Θεό. Κύριε, Συ που είσαι ο κυρίαρχος, ο οποίος κυβερνάς και δεσπόζεις στη ζωή μου. Η έκφραση αυτή είναι παρμένη από το βιβλίο Σοφία Σειράχ, στο οποίο επίσης υπάρχει και άλλη μία σχετική αναφορά: «Κύριε και Θεέ της ζωής μου». Ο Κύριος είναι ο χορηγός της ζωής, αυτός που δίνει τη ζωή. Ο Κύριος είναι ο οδηγός της ζωής, αυτός που κατευθύνει τη ζωή. Ο Κύριος είναι ο υπερασπιστής της ζωής, όπως λέγει ο ψαλμωδός (Ψαλμ. 26,1). Ο Κύριος είναι αυτός στον οποίο ανήκει η ζωή μας.

Ξεκινάμε την προσευχή μας ομολογώντας με όλα τα κύτταρα της υποστάσεώς μας ότι ο Θεός είναι ο Κύριος της ψυχής μας. Σαν να λέμε ότι εγώ δεν θέλω να κυβερνώ την ψυχή μου. Θέλω όλες τις λεπτομέρειες να τις ρυθμίζει ο Θεός, όλες της τις γωνιές Αυτός να τις φωτίζει. Παντού Αυτός να έχει το δικαίωμά Του και σε κάθε σημείο της να επαληθεύεται η δική Του παρουσία. «Έν ταις χερσί σου οι κλήροι μου» λέγει κάπου αλλού ο ψαλμωδός (Ψαλμ. 30,16)· ότι στα χέρια Σου βρίσκονται οι τύχες της ζωής μου. Όλη μας η ζωή, από την πρώτη στιγμή μέχρι και το τέλος της, τα γεγονότα τα οποία συμβαίνουν ενδιαμέσως, οι γνωριμίες που κάνουμε, οι αφορμές της σωτηρίας που έχουμε, οι πειρασμοί από τους οποίους περνάμε, όλα είναι στοιχεία τα οποία βρίσκονται κάτω από το βλέμμα του Θεού και τα οποία μπορούμε εμείς να τα αναθέσουμε σε Εκείνον, ώστε Αυτός να φροντίσει το πώς θα τα αντιμετωπίσουμε ή θα τα διαχειρισθούμε με τον καλύτερο τρόπο.

Ξεκινούμε, λοιπόν, την προσευχή μας με αυτήν την ομολογία, ότι η ζωή μας πρώτον δεν μας ανήκει -φοβερό πράγμα· για σκεφτείτε το!- και δεύτερον ότι ανήκει στο σύνολό της, σε κάθε λεπτομέρειά της, σε κάθε φάση της και εξ ολοκλήρου στον Θεό. Για φαντασθείτε τον εαυτό σας και τη ζωή σας να οικοδομείται πάνω σε αυτήν την πραγματικότητα, ότι η ζωή μου είναι ένα δώρο σε εμένα, το οποίο το επιστρέφω αυτοβούλως και αυτεξουσίως στον Δωρητή μου, που είναι ο Χριστός. Και Αυτός την κυβερνά! Πέφτω τα βράδια και κοιμάμαι. Δεν με νοιάζει τίποτα. Δεν φοβούμαι ούτε τις δοκιμασίες μου, ούτε τους πειρασμούς μου, ούτε το τέλος μου, ούτε το τέλος των αγαπημένων προσώπων μου, διότι η ζωή τους είναι και ζωή μου και η ζωή όλων μας ανήκει στον Θεό. Έτσι ξεκινάμε. Με αυτό το άνοιγμα, με αυτό το δόσιμο, με αυτήν την ελευθερία. «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου».


Η αργία

Τέσσερα πράγματα να μην επιτρέψεις να συμβούν μέσα μου. «Πνεύμα αργίας, περιεργίας,φιλαρχίας και αργολογίας». Μην επιτρέψεις να υπάρξει μέσα μου μία κατάσταση αργίας, τεμπελιάς, ραθυμίας, ακηδίας, αδιαφορίας, ανορεξίας. Αυτό θα πει αργία. Να είμαι αργός, βραδύς, χωρίς εσωτερικούς παλμούς, χωρίς δυναμικό μέσα στην ψυχή μου. Ένας μουδιασμένος, μαραμένος, χωρίς ενδιαφέρον για πνευματικά. Φοβερή αρρώστια, ιδίως της εποχής μας. Πολλές φορές βλέπουμε νέα παιδιά ανόρεκτα, μάλλον κουρασμένα -να την πω την λέξη - βαριεστημένα, χωρίς διάθεση, χωρίς χυμούς, χωρίς ενθουσιασμό. Δεν μπορούμε έτσι να προχωρήσουμε. Λέει στο σοφό βιβλίο της Κλίμακος ότι η αργία είναι περιεκτικόν του θανάτου στοιχείον, είναι κάτι το οποίο θυμίζει τον θάνατο στον άνθρωπο. Πώς είναι δυνατόν να προχωρήσει στη ζωή ένας ο οποίος διακρίνεται από τεμπελιά; Γι' αυτό και η ακηδία, αυτή η περί τα πνευματικά αδιαφορία, θεωρείται από τους Πατέρες της Εκκλησίας μας ως ένα από τα επτά θανάσιμα, ολέθρια για την ψυχή μας, αμαρτήματα. Τις τελευταίες ημέρες ήλθε κάποιο παιδί που με πλησίασε, για να δούμε τι θα κάνουμε με τη Θεία Κοινωνία και με την εξομολόγηση.

- Τι κάνεις για τον Θεό, παιδί μου; ρώτησα.
- Δεν έχω όρεξη για τίποτα, μού απαντά. Δεν μπορώ.
-Λίγη προσευχή δεν κάνεις; προχώρησα.
- Τίποτα. Ένα σταυρό, και πέφτω στο κρεβάτι.
- Γιατί; Ποιος ο λόγος; Τι σε εμποδίζει; Τι σε πιέζει και γίνεσαι τσιγγούνης στον Θεό;
-Νιώθω κουρασμένος, πάτερ.
-Το πρωί που είσαι ξεκούραστος;
-Δεν μπορώ, βιάζομαι. Σηκώνομαι, αλλά το αναβάλλω. Λέω από αύριο. Δεν έχω διάθεση. Δεν ξέρω τι μου φταίει.

Αυτό είναι η ακηδία. Αυτό είναι η αργία. Αυτό θέλει βία και πίεση για να καταπολεμηθεί. «Η βασιλεία των ουρανών βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» (Ματθ. 11,12).

Αυτοί που ξέρουν να ζορίζονται, να ασκούνται , να επιμένουν, να αγωνίζονται, αυτοί αρπάζουν τη Βασιλεία του Θεού. Αυτοί που αργούν, που τεμπελιάζουν, που δεν μπορούν, που παραδίδονται έτσι στον χαλαρό εαυτό τους αυτοί μένουν δίχως γεύσεις, δίχως καρπούς. Αυτό με δυο λέξεις σημαίνει,χωρίς αγώνα, χωρίς άσκηση, τα πράγματα δεν θα μπορέσουν να πάρουν την καλή πορεία για την ψυχή μας. Να γιατί ξεκινούμε τη σαρακοστιανή προσευχή μας ζητώντας να μην επιτρέψει ο Θεός την αργία και την ακηδία και τη ραθυμία στην ψυχή μας.


Η περίεργεια

«Πνεύμα», επίσης, «περιεργίας». Εάν η αργία είναι το να χαθεί κάνεις μέσα στο τίποτα, η περιέργεια είναι το εντελώς αντίθετο: να σκορπίζεται μέσα στο παντού, να χώνεται παντού και πάντα. Να θέλει να τα μάθει κανείς όλα. Λέει ένας από τους Πατέρες: «μισώ το χαμερπές πάθος της περιεργίας». Αυτό το πάθος της περιεργίας που με κάνει να σέρνομαι χαμηλά. Αυτό θα πει χαμερπές· σημαίνει να έρπω χάμω. Αυτό το πάθος ενδημεί μεταξύ των χριστιανών. Διαβάζουμε πιο εύκολα ένα κουτσομπολίστικο θρησκευτικό περιοδικό παρά την Κλίμακα. Παρακολουθούμε πιο εύκολα μια σκανδαλιστική εκπομπή στην τηλεόραση παρά συμμετέχουμε σε μία αγρυπνία. Αυτή είναι η περιέργεια· να ξέρεις, να ψάχνεις τη ζωή του διπλανού σου. Σαν να τον βλέπεις με τις πιτζάμες της υποστάσεώς του. Να ανακαλύπτεις τα μυστικά του,χωρίς κανέναν λόγο. Να αφήνεις στην άκρη τον θησαυρό και να μπερδεύεσαι με τα σκουπίδια.

Αυτό δημιουργεί έναν σκορπισμό, μία διάχυση και έτσι δεν συγκροτείται η ψυχή. Ζητούμε , λοιπόν, αυτό το πάθος, το οποίο, πάλι κατά τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, αποψύχει τη θερμότητα της ψυχής, δηλαδή ρίχνει τη θερμοκρασία της και δεν μπορεί να θερμανθεί, ώστε να λειτουργήσει με ενθουσιασμό και βάθος, να μην επιτρέψει ο Θεός να φωλιάσει μέσα μας.

Η φιλαρχία

Τρίτο πάθος η «φιλαρχία», η φιλοπρωτία. Την ερχόμενη Κυριακή θα το ακούσουμε στο Ευαγγέλιο. Κοινή αρρώστια. Όλοι την έχουμε μέσα μας. Θέλουμε να είμαστε οι πρώτοι. Θέλουμε να είμαστε εμείς οι αποδέκτες, όχι απλώς τιμών, αλλά των καλυτέρων τιμών. Στη σύγκριση να είμαστε εμείς από τον δεύτερο πιο μπροστά και μάλιστα με σαφήνεια. Αυτό το πρόβλημα το έχουμε και μέσα στην Εκκλησία. Τόσο συχνά τσακωνόμαστε ποιος θα είναι πρώτος. Μα τι σημασία έχει αυτό; Μπορεί να είσαι ιερέας και να επιδιώκεις εσύ να διαβάσεις το πρώτο Ευαγγέλιο της Μεγάλης Πέμπτης και όχι ο συνεφημέριός σου. Μπορεί να είσαι ψάλτης και να διεκδικείς εσύ να ψάλεις τα καλά κομμάτια και όχι ο άλλος, που μπορεί και να έχει καλύτερη φωνή ή περισσότερες γνώσεις ψαλτικής. Πώς μας κυβερνάει ο διάβολος! Με ανόητα πράγματα!

Βλέπετε και τους Μαθητές, ενώ ο Κύριος τους αναγγέλλει περί του πάθους Του, την ίδια ώρα, αρχίζουν οι δύο, ο Ιωάννης και ο Ιάκωβος, να ζητούν πρωτοκαθεδρίες στη Βασιλεία του Χριστού. Προσέξτε το την άλλη Κυριακή στο Ευαγγέλιο. Και το φοβερό ποιό είναι; Ότι δεν έμειναν μόνοι αυτοί οι δύο να διεκδικούν τα πρωτεία, αλλά ενοχλήθηκαν και οι υπόλοιποι και στράφηκαν εναντίον τους. Προφανώς γιατί και αυτοί ήθελαν από μέσα τους να είναι πρώτοι. Οι ήρωες αυτοί της πίστεως, αυτοί που διώχθηκαν και μετά μαρτύρησαν , αυτοί οι ίδιοι αρνήθηκαν, οι ίδιοι εγκατέλειψαν, οι ίδιοι τσακώθηκαν λίγο προ του πάθους ποιος θα είναι πρώτος. Ο Κύριος όμως τους δίνει το μάθημα τη νύχτα του Μυστικού Δείπνου λέγοντας ότι πρώτος πρέπει να είναι αυτός που επιλέγει μετά εσωτερικής ελευθερίας και ανέσεως τη θέση του τελευταίου. Τι ωραίο πράγμα! Να μπεις σε έναν χώρο που θα γίνει μία εκπληκτική θεατρική παράσταση όπου από μέσα σου να θέλεις να βλέπεις και να ακούς. Και εκεί να σου προτείνουν να διαλέξεις όποια θέση θέλεις, ακόμη και την καλύτερη. Κι εσύ να επιλέγεις εύκολα την τελευταία. Να είσαι μέσα αλλά κρυμμένος στην άκρη. Και αυτό για να μπουν οι άλλοι πριν από εσένα, για να απολαύσουν αυτοί πιο πολύ από όσο εσύ. Για να είναι μεγαλύτερη χαρά σου από την απόλαυση της παραστάσεως η χαρά τους.

«Τη τιμή αλλήλους προηγούμενοι» (Ρωμ. 12,10), λέγει ο απόστολος Παύλος. Όχι φιλοπρωτία, όχι πρωτοκαθεδρία. Όχι αυτό το φίλαρχο φρόνημα, να είμαι ο πρώτος, αλλά να θέλω να τιμήσω τον άλλο, να θέλω να τιμηθεί ο άλλος. Να του εκχωρήσω τα δικαιώματα, να είμαι ο διακονών, να είμαι ο ευτυχισμένος έσχατος, ο ευλογημένος ουραγός, αναπαυμένος στη θέση μου, στην άκρη της ουράς. Αυτός όμως που θα είναι μέσα στην αγκαλιά, όπου όλοι οι άλλοι θα είναι καλύτεροι μου. Τι ωραίο πράγμα! Να χαίρομαι την ευλογία των δωρεών του Θεού και των αρετών των αδελφών. «Πνεύμα», λοιπόν, «φιλαρχίας»,να θέλω να υπερέχω εγώ, και φιλοπρωτίας,«μη μοι δως».


Η αργολογία

«Πνεύμα αργίας, περιεργείας, φιλαρχίας» και τέταρτον «αργολογίας». Τι θα πει αργολογία; Κουτσομπολιό. Αχρηστολογία. Υπάρχει κάτι πού λέγεται περιαυτολογία· να μιλάς για τον εαυτό σου. Κακό πράγμα! Υπάρχει κάτι άλλο που λέγεται καυχησιολογία· να αρχίσεις να καυχάσαι για τον εαυτό σου. Αλλη αρρώστια! Υπάρχει άλλο ένα πάθος που λέγεται πολυλογία· να μιλάς ακατάσχετα και ο άλλος να μην μπορεί να πάρει σειρά να πει κάτι. Και υπάρχει και αυτό που λέγεται αργολογία, το οποίο σημαίνει να λες ανοησίες ή άχρηστα πράγματα. Λόγια που δεν χρειάζονται, που δεν προσφέρουν τίποτα. Συχνά ομολογούμε ότι «πήγα και σκότωσα την ώρα μου. Είπαμε και κανένα χαζό». Όχι τέτοιο πράγμα. Από το στόμα μας «λόγος αργός», δηλαδή μη ζωντανός, μη ουσιαστικός «μη εκπορευέσθω» (Έφεσ. 4,29), να μην βγαίνει, μας προτρέπει η Εκκλησία μας και οι άγιοί μας. Για φαντασθείτε πάλι τη ζωή μας να οικοδομείται πάνω σε περιεκτικούς, ουσιαστικούς λόγους. Να μην έχει, λοιπόν, ούτε το αγκάθι του άχρηστου, ανόητου λόγου, ούτε του περίεργου λόγου, ούτε του κατακριτικού λόγου, ούτε του υπεροχικού λόγου, αλλά να είναι στόμα καθαρό, λόγος παστρικός, πεντακάθαρος. «Ει τις εν λόγω ου πταίει, ούτος τέλειος ανήρ», λέει στην επιστολή του Ιακώβου (Ίακ. 3,1). Αυτός που έχει καθαρό στόμα και δεν φταίει με το στόμα του αυτός εγγίζει πλέον την κατάσταση της τελειότητος.

Καθώς,λοιπόν,ζητούμε από τον Θεό να μην επιτρέψει στην ψυχή μας την παρουσία αυτών των τεσσάρων αδυναμιών, στην ουσία, με την προσευχή αυτή, ζητούμε την υποκατάστασή τους από τέσσερις αρετές: αντί της αργίας, το φιλότιμο και τον άγιο ζήλο. Στη θέση της περιέργειας, το απερίεργον, το απερίσπαστον και τη σύνεση. Αντί της φιλαρχίας, την υποχωρητικότητα και την ευγενή συστολή . Και, τέλος, αντί της αργολογίας, τη σιωπή και τον «άλατι ηρτυμένον λόγον» (Κολ. 4,6).

Ο όσιος, όμως, Εφραίμ στην περίφημη προσευχή του δεν ζητάει μόνον την απαλλαγή από τα τέσσερα μεγάλα πάθη που προαναφέραμε, αλλά ζητάει από τον Κύριο και το δώρο τεσσάρων μεγάλων αρετών: «Πνεύμα σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής και αγάπης». Τέσσερις εκπληκτικές αρετές!

 Η Σωφροσύνη

Πρώτη αρετή, η σωφροσύνη. Σωφροσύνη βγαίνει από τις λέξεις σώος και φρήν-φρενός, και σημαίνει έχω σώας τας φρένας, ακέραιο τον νου μου. Σωφροσύνη με την ειδική έννοια του όρου σημαίνει εγκράτεια, αγνότητα, καθαρότητα στο σώμα και στην ψυχή. Με την ευρύτερη όμως έννοια σωφροσύνη σημαίνει γενικευμένη ακεραιότητα. Το να μην έχει κανείς στο μυαλό του την αρρώστια των μειονεκτικών λογισμών, των νοσηρών σκέψεων.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο άνθρωπος δεν έχει σώας τα φρένας του. Νομίζει ότι όλοι τον κυνηγούν, ότι όλοι του δημιουργούν προβλήματα, ότι όλοι έχουν παράπονα. Και δεν έχει κανένας. Δεν ασχολούνται μαζί του. Δεν έχει σώας τα φρένας, λένε. Τα έχασε. Είναι διαταραγμένη η ισορροπία της σκέψης του. Σωφροσύνη, λοιπόν, σημαίνει καθαρότητα και ακεραιότητα. να είναι κανείς ισορροπημένος πνευματικά, να μπορεί ο λογισμός του να λειτουργεί με σαφήνεια, χωρίς αρρώστιες ψυχολογικού τύπου, μειονεξία η καχυποψία η κυκλοθυμία κ.ο.κ.

Η πρώτη, λοιπόν, αρετή είναι η καθαρότητα, η καθαρότητα του σώματος και της ψυχής. Η εποχή που ζούμε είναι η εποχή που μολύνει αυτήν την καθαρότητα της ψυχής. Εύκολα το μάτι μας αρχίζει να κλέβεται από ψευτοέρωτες -«εκ του οράν τίκτεται το εράν»- και το σώμα μας να ελκύεται από λάθος ικανοποιήσεις και κάνουμε τις ολέθριες υποχωρήσεις, που τις σκεπάζει μετά ο συμβιβασμός μιας δύσκολης εποχής, η οποία όλα ξέρει να τα δικαιολογεί. Χριστιανός όμως σημαίνει πεντακάθαρη κατάσταση. Όπως λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος για τους Ιερείς, και γιατί όχι για κάθε χριστιανό, πρέπει να είναι καθαρότερος από τις ακτίνες του ηλίου. Όχι το μυαλό συνέχεια στο πονηρό, στο σαρκικό, στο ρυπαρό, αλλά να αναπαύεται η σκέψη και η διάθεση σε ό ,τι είναι καθαρό, διότι μόνον η καθαρότητα της ψυχής εγγυάται τη θέα του Θεού: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί, τον Θεόν όψονται» (Ματθ. 5,8).

Η πρώτη, λοιπόν, αρετή που προσευχόμαστε και ζητούμε ως δώρο από τον Θεό είναι η σωφροσύνη, αυτή η ακεραιότητα που κάνει τον άνθρωπο να μην είναι σαν ραγισμένο βάζο, ούτε σαν λεκιασμένο σεντόνι, αλλά σαν σώμα χωρίς ουλή, σαν κρύσταλλο χωρίς σημάδι, σαν κάτι που δεν έχει ποτέ συγκολληθεί, αλλά διατηρεί την αρχική του ακεραιότητα. Αυτή είναι η πρώτη αρετή.


Η ταπεινοφροσύνη

Δεύτερη αρετή, η ταπεινοφροσύνη. Τι ωραία, τι μεγάλη αρετή! Ακούσαμε στην Εκκλησία μας, στην αρχή του Τριωδίου, την παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου και εκεί έλεγε ο ευαγγελιστής ότι «ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται» (Λουκ. 18,14). Επίσης, ο πρώτος μακαρισμός αφιερώνεται στους ταπεινούς: «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών εστιν η βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 5,3). Πτωχός τω πνεύματι είναι αυτός που είναι ταπεινός, αυτός που δεν έχει σε καμία ιδιαίτερη υπόληψη τον εαυτό του. Λέγουν κάποιοι -χωρίς κατ' ανάγκην αυτό να είναι σωστό - ότι η λέξη ταπεινός προέρχεται από τον τάπητα, το χαλί. Ταπεινός είναι αυτός που δέχεται να τον πατάς χωρίς να διαμαρτύρεται. Και καμιά φορά είναι μερικά χαλιά που τα πατάς και ζωντανεύουν πιο πολύ. Έτσι είναι ο ταπεινός άνθρωπος. Ο ταπεινός είναι εικόνα της Θεοτόκου· παραδίδεται στο θέλημα του Θεού και υποδέχεται τη μεταμορφωτική χάρι Του μέσα στην ψυχή του.


Η υπομονή

Ας πλησιάσουμε την τρίτη αρετή. «Πνεύμα υπομονής». «Εν τη υπομονή υμών κτήσασθαι τας ψυχάς υμών» (Λουκ. 21,19), λέγει ο Κύριος στους μαθητές Του. Άλλη μια αρετή που τόσο χρειάζεται, αλλά τόσο την αγνοεί η εποχή μας. Στις μέρες μας δεν κάνουμε υπομονή.

Θέλουμε τον Θεό να απαντήσει εδώ και τώρα. Και Αυτός δεν απαντά. Έχει τους λόγους Του. Αυτό που χρειάζεται είναι να κάνουμε υπομονή, για να έλθει η ώρα του Θεού στην ψυχή μας· όχι ο χρόνος της δικής μας επιλογής.

Άλλοτε πάλι παίρνουμε μία απόφαση και θέλουμε εδώ και τώρα να καταφέρουμε τον στόχο μας. Χρειάζεται η υπομονή του εαυτού μας, να υπομείνουμε τον εαυτό μας. Να τον περιμένουμε. να έλθει και εκείνου η ώρα.

Τρίτη περίπτωση, η υπομονή του αδελφού μας, του διπλανού μας. Έχουμε το παιδί μας. Παίρνει έναν άλλο δρόμο, κάνει άλλες επιλογές στη ζωή του από αυτές που εμείς θα θέλαμε. Τρέμει το φιλοκάρδι μας. Το καλούμε, του κάνουμε μια επίθεση ελέγχου, δίνουμε και μερικές συμβουλές και απαιτούμε να διορθωθεί. Μα δε γίνεται έτσι. Εμείς τόσο εύκολα διορθωνόμαστε; Εδώ χρειάζεται να κάνουμε υπομονή για το παιδί μας. Να το περιμένουμε. Γι' αυτό λέγει «εν τη υπομονή υμών κτήσασθαι τας ψυχάς υμών». Με την υπομονή σας θα αποκτήσετε τον έλεγχο των ψυχών σας. Με την υπομονή θα πιάσεις την ψυχή σου και θα την κυβερνήσεις, θα κρατήσεις το τιμόνι της. Έτσι, με την υπομονή μας, περιμένοντας τον Θεό, δίνοντας χρόνο στον εαυτό μας, αναγνωρίζοντας στα παιδιά μας και στους συνανθρώπους μας το δικαίωμα του χρόνου τους, θα κερδίσουμε και τις δικές τους ψυχές, θα αποκτήσουμε και τις δικές μας. Θα τις κατακτήσουμε εν Χριστώ και εν αγάπη.

Η αγάπη

Τέλος, ζητούμε «πνεύμα αγάπης». Στην Κλίμακα των αρετών, όπως την παρουσιάζει ο άγιος Ιωάννης, εμφανίζεται η διάκριση ως «η μείζων των αρετών». Στο τέλος υπάρχει ένα κεφάλαιο για τρεις αρετές: την πίστη, την ελπίδα και την αγάπη. «τα τρία ταύτα», όπως λέει ο απόστολος Παύλος, «μείζων δε τούτων η αγάπη» (Α' Κορ. 13,13). Αγάπη γενική: και προς τον Θεό και προς τον αδελφό και προς όλο τον κόσμο. Δεν υπάρχει αγαπώ έναν, δυό, πέντε, την οικογένεια μου, τους φίλους μου και δεν αγαπώ τους άλλους. Αγάπη έχει αυτός που αγαπά όλη την κτίση. Αγαπά τα ζώα, αγαπά τους εχθρούς, αγαπά τους γνωστούς και τους αγνώστους, αγαπά τους ευεργέτες και αυτούς που τον αντιπαθούν, όπως ο Θεός «βρέχει επί δικαίους και αδίκους». Αγάπη μεριζομένη και μη καθολική δεν είναι αγάπη.

Η αγάπη δεν διαιρεί ούτε ξεχωρίζει τους αποδέκτες της, αλλά κομματιάζει την πηγή της. Αν δεν υπάρχει αυτή η αγάπη που μας κάνει να κομματιαζόμαστε, γιατί ο διπλανός είναι ο αδελφός, η εικόνα του Θεού, δεν θα μπορέσουμε να περάσουμε στο πρόσωπο του Θεού. Από την εικόνα περνάμε στο πρωτότυπο. Από τον αδελφό στον Θεό. Τον αδελφό έβαλε ο Θεός δίπλα μας, για να μας θυμίζει ότι η πόρτα της σωτηρίας μας είναι η άσκηση της αγάπης. Τι φοβερή αρετή! Αλλά τι δύσκολη που μας φαίνεται! Πόσο όμως διαφορετική δεν θα ήταν η κοινωνία μας, η κοινωνία μας ως πιστών, εδώ σε αυτή την ενορία που βρισκόμαστε όλοι μαζί, αν μπορούσαμε να είχαμε αυτήν την ελευθερία, την πληρότητα, τη θυσιαστικότητα της αγάπης, την υπερβολή της αγάπης! Να αγαπάμε τους άλλους όχι σαν τον εαυτό μας, αλλά πιο πολύ και από τον εαυτό μας, γιατί ο άλλος, ο πλησίον, είναι κομμάτι μας, είναι ο καλύτερος εαυτός μας, είναι παιδί και αδελφός του Χριστού, είναι ο ορατός Θεός εκείνης της στιγμής· είναι η αφορμή για την έξοδο από τον εγωισμό μας, είναι η ευκαιρία για τη συνάντηση με τον Θεό μας.

Να, λοιπόν, τι ζητούμε. Να μας απαλλάξει ο Θεός από «πνεύμα αργίας, περιεργείας, φιλαρχίας και αργολογίας» και να φυτέψει στην καρδιά μας «πνεύμα σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής και αγάπης».


Τα «εμά πταίσματα» και η κατάκριση του αδελφού

Και συνεχίζει η προσευχή: «Ναι, Κύριε, δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου». Δώσ' μου τη μεγάλη ευλογία αντί να ασχολούμαι με τα υποθετικά ελαττώματα και τις αδυναμίες του αδελφού μου, να κοιτάξω τα πραγματικά δικά μου πταίσματα. Λέει πάλι ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, που σήμερα είναι η μέρα του, ότι ακόμα κι αν ζούσες εκατό χρόνια και κάθε μέρα έριχνες δάκρυα όσο είναι το νερό του Ιορδάνη ποταμού, δεν θα μπορούσες να ξεπλύνεις τα πραγματικά σου ελαττώματα, που όμως ποτέ δεν θα μπορέσεις να διακρίνεις. Ας έχει καθένας μας την αίσθηση μιας στοιχειώδους αυτογνωσίας, πώς διακατεχόμεθα από αδυναμίες, από πάθη, από αμαρτίες τις οποίες συνεχώς διαπράττουμε. Ο καθένας μας έχει το δικό του φορτίο των παθών και των αδυναμιών. Με αυτό να ασχοληθεί. Αυτό θα πει αυτογνωσία. «Δώρησαί μοι, Κύριε, του οράν τα εμά πταίσματα». Να αντικρύζω τα δικά μου πταίσματα και να μην κατακρίνω τον αδελφό μου και να μην τον καταδικάζω μέσα μου είτε με τον λόγο είτε με την εσωτερική σκέψη και κρίση μου.

Υπάρχει ένας άγιος από τους πιο γλυκούς και αγαπημένους πρόσφατους αγίους, ο άγιος Σάββας ο Νέος της Καλύμνου. Ένας άγιος ο όποιος εκοιμήθη το 1948. Πέρασε και ένα διάστημα της ζωής του εδώ στην Αθήνα. Τον τιμά ιδιαίτερα η Κάλυμνος. Σύγχρονος άγιος! Λίγο μετά τον άγιο Νεκτάριο. Ένας γλυκύτατος άνθρωπος. Ένας επιεικέστατος άγιος. Παραμυθητικός, φιλάνθρωπος, γεμάτος συμπάθεια και κατανόηση, επιείκεια και συγχωρητικότητα. Συνέρρεε ο κόσμος για εξομολόγηση. Όλα τα συγχωρούσε. Για δύο όμως αμαρτίες ήταν αδυσώπητος. Η μία η βλασφημία, και το καταλαβαίνουμε. Η δεύτερη η κατάκριση. Κατέκρινες τον αδελφό σου και του το έλεγες; Αυστηρό κανόνα έβαζε. Ακοινωνησία! Νηστεύεις; Ρωτούσε. Μα εσύ καταβροχθίζεις τις σάρκες του αδελφού σου. Ο άγιος αυτός, αυτό το αρνάκι, δεν μπορούσε να δεχθεί το πάθος της κατάκρισης. Μεγάλη αμαρτία που ροκανίζει την ίδια την υπόσταση της κοινωνίας εν τη Εκκλησία. Ο ένας να φάει τον άλλον. Να τον κουτσομπολέψει, να τον καταδικάσει. Μέσα στήν ίδια την ενορία, στα σπίτια μας, στους χώρους εργασίας μας. Σκληροί επικριτές, ανυποχώρητοι θεατές ελαττωμάτων, επίμονοι ερευνητές σφαλμάτων. Δυστυχώς, η αρρώστια αυτή είναι και παλιά και βαθειά και διαδεδομένη.

Νομίζω ότι σας κούρασα. Πέρασε η ώρα. Θα κάνω μία σύνοψη που περιγράφει το βαθύτερο ήθος και τον λόγο αυτής της προσευχής, μέσα από τέσσερις παρατηρήσεις. Αν προσέξουμε, παρουσιάζει μερικά πολύ ενδιαφέροντα κρυμμένα χαρακτηριστικά.


 Η προσευχή του οσίου Εφραίμ εστιάζει μέσα μας

Το πρώτο είναι ότι στην απαρίθμηση των παθών της προσευχής αποφεύγονται τα θανάσιμα λεγόμενα πάθη, όπως το μίσος, η φιληδονία, ο θυμός, η φιλαργυρία και άλλα, και αναφέρονται μερικά που μάλλον συνήθεις ανθρώπινες αδυναμίες είναι παρά έντονα διαστροφικές καταστάσεις. Ποιος ο λόγος που επιλέγονται αυτά και όχι τα πρώτα; Η αργία, η αργολογία δεν βλάπτουν κανέναν άλλον παρά μόνον τον άνθρωπο που τις έχει. Και είναι τόσο ανθρώπινο να είναι κανείς περίεργος ή έστω να επιζητεί τα πρωτεία. Ποιος, αλήθεια, δεν τα έχει κάπως μέσα του αυτά; Η απάντηση είναι ότι εδώ προσευχόμαστε όχι για διαστροφές που μόνοι μας πρέπει να καταπολεμήσουμε αλλά για εσωτερικές αδυναμίες που ενδόμυχα καλλιεργούμε και πνίγουν την ελευθερία μας και μας χρειάζεται τόσο η βοήθεια του Θεού.

Η προσευχή αυτή έχει σαν στόχο το συμμάζεμα του εαυτού, το να έλθει κανείς «εις εαυτόν». Εάν ο σκοπός μας είναι η στροφή μας προς τον Θεό, τότε πρέπει οπωσδήποτε να προηγηθεί η στροφή προς τα μέσα μας: «Νούς μη σκεδαννύμενος επί τα έξω, επάνεισι εις εαυτόν και δι' εαυτού προς τον Θεόν». Γι' αυτό και τα τέσσερα πάθη για τα οποία μιλάει είναι πάθη που δεν φαίνονται μεγάλα, αλλά έχουν καταστροφική δράση μέσα μας. Είναι πάθη διασποράς της σκέψης και σκορπισμού της καρδιάς, πάθη που ξοδεύουν τον πλούτο της: Η αργία τον χρόνο της· η περιέργεια την αλήθεια της, την στροφή στο ένα «ου εστι χρεία»· η φιλαρχία την αγάπη της, τη σχέση της με τον αδελφό· και η αργολογία τον λόγο της. Όλα μαζι την περιουσία της πνευματικής ουσίας της. Καταναλώνουν το δυναμικό της ψυχής στα μη ουσιώδη. Τότε γίνεται πολυπόρευτος η διάνοια και στη συνέχεια ολισθηρά, όπως λέγει αλλού ο όσιος Εφραίμ. Γλιστράει, ξεφεύγει, χάνεται, καταστρέφεται.

Αν όμως συμμαζευτεί ο νους, τότε μπορεί να κάνει προσευχή και να στραφεί προς τον Θεό. Βλέπετε και από τις αρετές δεν επιλέγει την προσευχή, τη μετάνοια, την πίστη, την εγκράτεια, την ελεημοσύνη, τη νηστεία. Αλλά διαλέγει αρετές που ησυχάζουν τον έσω άνθρωπο και τον συμμαζεύουν, όπως η σωφροσύνη καταστέλλει τις κινήσεις της σάρκας, η ταπεινοφροσύνη τα πετάγματα του εγωισμού, η υπομονή τα ξαφνιάσματα του χρόνου και η αγάπη τις ενοχλήσεις των αδελφών. Κάποιες διαλέγει από τις αρετές και κάποια από τα πάθη. Αυτά τα πάθη τα οποία είναι πολύ λεπτά και αποτελούν τη βάση της αρρώστιας της ψυχής και αυτές τις αρετές που αποτελούν το θεμέλιο της ανάστασης και της ανάτασής της. Αυτό είναι το ένα.


Οι αρετές ως δωρεές του Θεού

Το δεύτερο. Οι αρετές σε αυτήν την προσευχή δεν εμφανίζονται σαν κατάκτηση, σαν ανθρώπινο κατόρθωμα, αλλά σαν δωρεές του Θεού. Το ρήμα που χρησιμοποιείται για την απόκτησή τους είναι το «Δώρησαί μοι», χάρισέ μου. Δεν λέει ότι θα προσπαθήσω να τα αποκτήσω, αλλά τα ζητάει ο προσευχόμενος από τον Θεό ως δώρα. Οι αρετές είναι δώρα. Δεν είναι κατορθώματα. Είναι καρπός της χάριτος· όχι του αγώνα. Ο αγώνας απλά εκφράζει το φιλότιμό μας. Είναι το αναγκαίο έλασσον. Η χάρις είναι το ενεργούν μείζον. Όσο κι αν προσπαθήσουμε, χωρίς τη χάρι του Θεού, τίποτα δεν θα καταφέρουμε. Και αν δεν ήταν αποτέλεσμα της χάριτος και των δωρεών του Θεού στη ζωή μας αυτές οι αρετές, τότε όποιος τις ειχε θα δικαιούτο να καυχάται. Ενώ τώρα, κι αν τις έχεις, δεν δικαιούσαι να καυχηθείς, γιατί και η υπομονή και η αγάπη και η σωφροσύνη και η ταπεινοφροσύνη είναι μείζονα δώρα που τελικώς τα χορηγεί ο Θεός σε αυτούς οι οποίοι έχουν καταθέσει ως ελάχιστη προϋπόθεση τη συγκατάθεσή τους: «τι δέ έχεις ο ουκ έλαβες; ει δέ και έλαβες, τι καυχάσαι ώως μη λαβών;»(Α' Κορ. 4,7).


Το "πνεύμα" ως φρόνημα

Ας προχωρήσουμε στην τρίτη παρατήρηση, στη λέξη πνεύμα. Ο όσιος προτάσσει των παθών και των αρετών αυτή τη λέξη: «πνεύμα αργίας», δεν λέγει αργία. Και μετά λέγει «πνεύμα σωφροσύνης». Τι σημαίνει αυτή η λέξη; Σημαίνει να μού δώσει ο Θεός τη διάθεση, το φρόνημα, τον πόθο να λαχταρήσω αυτές τις αρετές, να μισήσω αυτές τις αδυναμίες, ώστε πάνω σ' αυτήν την εσωτερική κατάσταση και επιθυμία, στο έδαφος αυτό, να μπορέσει Εκείνος να φυτεύσει τον σπόρο της αρετής. Αυτό που μας χρειάζεται, λοιπόν, και προσευχόμαστε είναι το φρόνημα της αρετής, το πνεύμα της αρετής, για να μπορέσει ο Κύριος να μας δώσει την ίδια την αρετή, τον καρπό της αρετής.

Δούλος και αδελφός

Και το τέταρτο είναι πολύ ωραίο. Να το ξαναπώ, για να δείτε δυο λέξεις: «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου, πνεύμα αργίας, περιεργείας, φιλαρχίας και αργολογίας μη μοι δως». Δεν θα το σχολιάσουμε αυτό. «Πνεύμα δε σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής και αγάπης χάρισαί μοι τω σω δούλω. Ναί, Κύριε, δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου».

Ενώπιον του Θεού ο χριστιανός είναι δούλος και δίπλα στον πλησίον είναι αδελφός. Σε αυτό μας καλεί η Εκκλησία, όχι μόνον τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή αλλά πάντοτε. Να λέμε «δούλοι αχρείοί εσμεν, ότι ο ωφείλομεν ποιήσαι πεποιήκαμεν» (Λουκ. 17,10). Τελικά, και τα καλά που κάνουμε είναι αυτά που πρέπει να κάνουμε, γιατί είμαστε άχρηστοι δούλοι. Το λέει ο απόστολος Παύλος. Να αισθανθεί καθένας ενώπιον του Θεού την ταπείνωση του δούλου και δίπλα στον πλησίον τη χαρά του αδελφού.

Έτσι αν ξεκινήσουμε την πορεία μας την πνευματική, με αυτό το φρόνημα και σε αυτό το πνεύμα αν την αναβαπτίσουμε, θα μπορέσουμε, αγαπητοί μου αδελφοί, να προχωρήσουμε από το ήθος, όπως είπαμε προηγουμένως, στην κατάσταση των αρετών. Τότε ο Θεός θα δώσει αυτές οι αρετές να διακρίνουν και τη ζωή του καθενός μας σε κάποιο βαθμό, αλλά κυρίως θα δώσει να ανθίσουν στο έδαφος των πνευματικών κοινοτήτων μας, της ίδιας μας της Εκκλησίας. Αν ζούσαμε ως Εκκλησία αυτήν τη καθαρότητα, δεν θα χρειαζόταν να μιλάμε για κάθαρση. Όταν στην Εκκλησία μας κυριαρχεί η σωφροσύνη, η ταπεινοφροσύνη , η υπομονή και η αγάπη, τότε τι θέση έχει η λεγόμενη κάθαρση; Τότε δεν θα ήμασταν Εκκλησία που της απαιτούν κάθαρση , αλλά θα ήμασταν κοινωνία που θα χόρταινε από γνήσια μαρτυρία.

Ξεκίνησα λέγοντας ότι μας μένουν ακόμη δυο εβδομάδες Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Δύο εβδομάδες συνεχούς ευλογημένου επηρεασμού της ψυχής μας από την ευλογία αυτής της προσευχής και των αληθειών της. Να δώσει ο Θεός η προσευχή του οσίου Εφραίμ να είναι μια προσευχή που αυτός μεν την έγραψε, εμείς όμως ως Εκκλησία και πρόσωπα τη ζούμε. Μια προσευχή που θα βγαίνει από την καρδιά μας, θα βγαίνει όμως και από τη ζωή μας.

Τότε, καθώς θα φθάνουμε στο Πάσχα, η ψυχή μας θα είναι έτοιμη και καθαρή σαν τον κενό τάφο να δεχθεί τον Αναστημένο Χριστό. Να δώσει λοιπόν ο Θεός πλούσια την ευλογία Του και κατά το υπόλοιπο διάστημα της Τεσσαρακοστής, και όλους να μας αξιώσει πανέτοιμοι, ή μάλλον όσο το δυνατόν έτοιμοι, να μπούμε μέσα στο κανάλι αυτό το ευλογημένο , σε αυτόν τον μετασχηματιστή της Μεγάλης Εβδομάδος, για να φθάσουμε ενωμένοι και αγαπημένοι ενώπιον του Θεού ως δούλοι και μεταξύ μας ως αδελφοί,για να μπορέσουμε όλοι μαζί και ο καθένας ξεχωριστά να τον αντικρύσουμε Αναστάντα. Αμήν.


πηγή: Νικολάου, μητρ. Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, Από το καθ' ημέραν στο καθ' ομοίωσιν, εκδ. εν πλω. 

http://paterikakeimena.blogspot.com

Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

Εσύ έχε εμπιστοσύνη και ειρήνευε ( Αγιος Παΐσιος )





– Γέροντα, θυμάμαι, μια φορά με είχατε μαλώσει πολύ.

– Αν χρειασθή, πάλι θα σε μαλώσω, για να πάμε όλοι μαζί στον Παράδεισο. Τώρα θα λάβω δρακόντεια μέτρα!…

Κοίταξε, έχω τυπικό πρώτα να δώσω στον άλλον να καταλάβη ότι χρειάζεται το μάλωμα και ύστερα να τον μαλώσω. Καλά δεν κάνω; Εγώ, επειδή μαλώνω τον άλλον, όταν βλέπω να κάνη κάτι βαρύ, γίνομαι κακός.

Αλλά τι να κάνω; να αναπαύω καθέναν στο πάθος του, για να είμαι τάχα καλός μαζί του, και μετά να πάμε όλοι μαζί στην κόλαση; Ποτέ δεν με πειράζει η συνείδηση, όταν μαλώνω κάποιον ή του κάνω παρατήρηση κι εκείνος στενοχωριέται, γιατί από αγάπη το κάνω, για το καλό του.

Βλέπω ότι δεν καταλαβαίνει πόσο πλήγωσε τον Χριστό με αυτό που έκανε, γι’ αυτό τον μαλώνω. Εγώ πονάω, λειώνω εκείνη την ώρα, αλλά δεν με πειράζει η συνείδηση, γιατί τον μάλωσα. Μπορώ να πάω να κοινωνήσω ήσυχος, χωρίς να εξομολογηθώ. Νιώθω μέσα μου μια παρηγοριά, μια χαρά. Γιατί για μένα παρηγοριά και χαρά είναι η σωτηρία της ψυχής.

– Γέροντα, μου περνά ο λογισμός ότι μου μιλάτε παρηγορητικά, ή γιατί δεν σηκώνω την αυστηρότητα ή γιατί μου έχετε πει πολλές φορές να κάνω κάτι και δεν το έκανα, οπότε με αφήνετε.

– Ευλογημένη ψυχή, με την σωτηρία της ψυχής σου θα παίζω; Ο νέος κάνει πρόβες. Ο μεγάλος έχει κρίση και βαδίζει σταθερά. Να νιώθης σιγουριά. Αν δω κάτι στραβό, είτε από μακριά είτε από κοντά, θα σου το πω.

Εσύ έχε εμπιστοσύνη και ειρήνευε. Α, δεν μ’ έχετε καταλάβει εμένα! Έτσι εύκολα θα αναπαύω λογισμούς; Όταν βλέπω ότι η ψυχή είναι ευαίσθητη ή συγκλονίζεται ολόκληρη από την συναίσθηση του σφάλματός της, τι να πω; Τότε την παρηγορώ, για να μην πέση στην απελπισία. Όταν όμως βλέπω πέτρα την καρδιά, τότε μιλώ αυστηρά, για να την ταρακουνήσω.

Αν ένας προχωράη προς τον γκρεμό και του λέω: «προχώρα, πολύ καλά πας», δεν εγκληματώ; Το κακό με μερικούς είναι που δεν πιστεύουν, όταν τους λες να μην ανησυχούν, και βασανίζονται. Αν δω κάτι κακό, πως δεν θα το πω; Πως να αφήσης τον άλλον να πάη στην κόλαση; Όταν έχης ευθύνη, θα βάλης και τις φωνές, όταν χρειάζεται. Για μένα πιο καλά είναι να μη μιλάω, αλλά δεν μπορώ, όταν έχω ευθύνη.

Ύστερα να προσέξη κανείς το εξής: Μου κάνεις λ.χ. ένα κακό· εγώ σε συγχωρώ. Μου ξανακάνεις κάποιο άλλο κακό· πάλι σε συγχωρώ. Εγώ είμαι εντάξει, αλλά, εάν εσύ δεν διορθώνεσαι, επειδή σε συγχωρώ, αυτό είναι πολύ βαρύ.

Άλλο εάν δεν μπορής τελείως να διορθωθής. Να προσπαθήσης όμως να διορθωθής, όσο μπορείς. Όχι να αναπαύης τον λογισμό σου και να λες: «Αφού με συγχωρεί, εντάξει τακτοποιήθηκα και δεν βαριέσαι, δεν χρειάζεται στενοχώρια».

Μπορεί κάποιος να σφάλλη, αλλά αν μετανοή, κλαίη, ζητάη με συστολή συγχώρηση, αγωνίζεται να διορθωθή, τότε υπάρχει η αναγνώριση και πρέπει και ο πνευματικός να συγχωράη. Αν όμως δεν μετανοή και συνεχίζη την τακτική του, δεν μπορεί αυτός που έχει την ευθύνη της ψυχής του να γελάη. Η καλωσύνη τον αμετανόητο τον βλάπτει.


 http://www.diakonima.gr
dakriametanoias.blogspot.ca

Πνευματικοί λόγοι για τους οποίους η Ορθοδοξία είναι η Αληθινή Πίστη




Διάλεξη που παραδόθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου, 2000, στην Σύναξη της Σχολής του Κυρίου της Σρετένσκαγια στην Μόσχα από τον Α. Ι. Οσίποφ, καθηγητή της Θεολογικής Ακαδημίας της Μόσχας.


Σ’ αυτό τον κόσμο του θρησκευτικού πλουραλισμού, συναντάτε ένα τόσο μεγάλο πλήθος ιεροκηρύκων, ο καθένας με τα δικά του ιδανικά και πρότυπα ζωής και θρησκευτικές απόψεις, που τα μέλη των προηγούμενων γενεών – ακόμα και η δική μου – αμφιβάλλω αν θα σας ζήλευε.  Για μας ήταν πιο απλά τα πράγματα:  το κύριο ζήτημα για μας ήταν θρησκεία ή αθεΐα.  Κάτι όμως πιο μεγάλο αιωρείται ενώπιόν σας.  Λύνοντας την απορία αν υπάρχει ή όχι ο Θεός είναι μόνο το πρώτο βήμα. Αν καταλήξουμε πως ο Θεός υπάρχει, μετά, τι γίνεται;  Ποια από τις πολλές θρησκείες θα πρέπει να υιοθετήσει;  Τον Χριστιανισμό;  Το Ισλάμ; Και γιατί όχι τον Βουδισμό, ή την Συνείδηση Κρίσνα; Ας πούμε λοιπόν πως διαπραγματεύεται τον κυκεώνα των θρησκειών, και διαπιστώνει πως ο Χριστιανισμός είναι η αληθινή θρησκεία.  Ποιο από τα πολλά της πρόσωπα να υιοθετήσει; Ορθοδοξία, Παπισμό, Πεντηκοστιανούς, Λουθηριανούς;  Πάλι βρίσκεται αντιμέτωπη η νεολαία με πληθώρα επιλογών στις μέρες μας.  Ταυτόχρονα, ετερόδοξες ομολογίες – παλιές και νέες – συνηθίζουν να διαφημίζονται πολύ περισσότερο από τους Ορθοδόξους, και διαθέτουν αισθητά μεγαλύτερους πόρους για να διεξάγουν την προπαγάνδα τους στα Μ.Μ.Ε. απ’ ότι διαθέτουμε εμείς οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί.

Επειδή το πρώτο πράγμα που ο σύγχρονος άνθρωπος θα αναλογιστεί είναι αυτή την πληθώρα πίστεων, θρησκειών και κοσμοθεωριών, θα ήθελα να κάνουμε μια σύντομη βόλτα, διασχίζοντας όλα τα διαδοχικά δωμάτια που ανοίγονται μπροστά σε εκείνους που αναζητούν την αλήθεια.  Θα σας παρουσιάσω μια πολύ γενική και σύντομη έρευνα πάνω στους λόγους που θα έπρεπε (όχι μόνο θα μπορούσε, αλλά θα έπρεπε)  να γίνει Χριστιανός, και όχι απλώς Χριστιανός, αλλά Ορθόδοξος Χριστιανός.

Το εναρκτήριο ερώτημα είναι: «Πίστη ή αθεϊσμός;»  Σε σημαντικά συνέδρια, μπορεί κανείς να συναντήσει πραγματικά πολυμαθείς ακαδημαϊκούς, βαθύτατους στοχαστές οι οποίοι επανειλημμένως θέτουν τα ερωτήματα:  Ποιος είναι ο Θεός;  Υπάρχει;  Γιατί είναι αναγκαίος;  Ή, ακόμα:  Αν υπάρχει, γιατί δεν εμφανίζεται ενώπιον της ολομέλειας των Ηνωμένων Εθνών, να αναγγείλει τον Εαυτό Του;  Πώς απαντά κανείς σε τέτοια ερωτήματα;  Μου φαίνεται πως η απάντηση βρίσκεται στον πυρήνα της σύγχρονης φιλοσοφικής σκέψης, και διατυπώνεται πολύ πιο άνετα με υπαρξιακούς όρους.  Ποιος είναι ο «σκοπός της ζωής» του ανθρώπου, και ποια η ουσία της ύπαρξής του;  Πρώτα απ’ όλα, ποιος άλλος σκοπός θα μπορούσε να είναι, από το ζην;  Ποιον «σκοπό» βιώνω όταν κοιμάμαι;  Το νόημα βιώνεται μόνο μέσω της συνειδητοποίησης, όταν «γευόμαστε» τους καρπούς της ζωής μας, της δραστηριότητάς μας.  Κανείς, διαχρονικά, δεν έχει επιβεβαιώσει οριστικά – και ούτε πρόκειται ποτέ κανείς να επιβεβαιώσει οριστικά – πως ο απώτερος σκοπός της ζωής του ανθρώπου είναι ο θάνατος.  Εδώ ακριβώς εντοπίζεται το αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στην πίστη και τον αθεϊσμό.  Ο Χριστιανισμός διαβεβαιώνει πως η επίγεια ζωή είναι μόνο μια αρχή, μια κατάσταση, και ένα μέσον προετοιμασίας για την αιωνιότητα.  Σου λέει να προετοιμάζεις τον εαυτό σου, επειδή σε περιμένει μια ατελεύτητη ζωή. Σου λέει τι να κάνεις, τι είδος άνθρωπος πρέπει να είσαι, για να μπεις μέσα στην αιώνια ζωή.  Ενώ ο αθεϊσμός τι σου λέει;  Πως δεν υπάρχει Θεός, δεν υπάρχει ψυχή, δεν υπάρχει αιωνιότητα, οπότε, ω άνθρωπε, να πιστεύεις πως μόνο ο αιώνιος θάνατος σε περιμένει!  Λόγια με τόση φρίκη, απαισιοδοξία και απόγνωση, που σε κάνουν να ανατριχιάζεις:  Άνθρωπε, σε περιμένει αιώνιος θάνατος... Χωρίς να λαμβάνεται υπ’ όψιν ποιο είναι το περίεργο υπόβαθρο μιας τέτοιας πρότασης, η ίδια η πρόταση είναι αρκετή για να προκαλέσει ρίγος μέσα στην ψυχή.  Όχι! Να μου λείπει τέτοια πίστη!

Αν κάποιος χάσει τον δρόμο του μέσα στο δάσος, και, καθώς θα αναζητά το μονοπάτι της επιστροφής για το σπίτι του, ξαφνικά συναντήσει κάποιον, θα τον ρωτήσει «Υπάρχει τρόπος να βγει κανείς από εδώ;»   Αν ο άλλος του απαντήσει «Όχι, δεν υπάρχει, μην κάνεις τον κόπο να ψάξεις, μόνο τακτοποιήσου εδώ πέρα όσο πιο καλά μπορείς», θα ακούσει την συμβουλή αυτή;  Δεν θα συνεχίσει την αναζήτησή του;  Αν πάλι βρει κάποιον άλλον, που θα του πει «Ναι, υπάρχει έξοδος, και θα σου δείξω τα σημάδια που δείχνουν προς τα κει», δεν θα βασιστεί σ’ αυτόν;  Ε, αυτό συμβαίνει όταν επιλέγουμε μια κοσμοθεωρία, όταν επιλέγουμε ανάμεσα στην θρησκεία και τον αθεϊσμό.  Όσο ο άνθρωπος έχει μέσα του έστω και μια σπίθα, έστω ένα ίχνος επιθυμίας να βρει την αλήθεια, να αναζητήσει τον σκοπό της ζωής, δεν πρόκειται να αποδεχθεί την πρόταση πως τον περιμένει μόνο ένας αιώνιος θάνατος, και αυτόν, και όλη την ανθρωπότητα.  Δεν θα αποδεχθεί το πόρισμα πως, προκειμένου να «πραγματοποιήσει» την ιδέα, πρέπει να επιδιώξει καλύτερες οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και πολιτιστικές συνθήκες ζωής, προσμένοντας πως αργότερα, όλα θα είναι «εντάξει».  Αύριο θα πεθάνεις και θα σε πάνε στο νεκροταφείο. Θαυμάσια.

Υπέδειξα μονάχα μία –ψυχολογικά πολύ σημαντική- άποψη. Μια, που όμως πιστεύω είναι αρκετή για να κάνει τον οποιοδήποτε άνθρωπο με ζωντανή ψυχή να κατανοήσει πως μόνο η θρησκευτική άποψη που αποδέχεται ως θεμέλιό της τον Ένα, που ονομάζουμε Θεό, μας επιτρέπει να συζητούμε περί σκοπού της ζωής.  Τώρα, έχοντας διασχίσει εκείνο το πρώτο δωμάτιο και καταφέρνοντας να πιστέψουμε στον Θεό, μπαίνουμε στο δεύτερο δωμάτιο.  Θεέ μου!  Τι είναι αυτά που βλέπουμε και ακούμε;  Είναι γεμάτο με ανθρώπους, και όλοι τους φωνάζουν «Μόνο εγώ κατέχω την αλήθεια!»  Τι πρόκληση και αυτή.... Μουσουλμάνοι, Κομφουκιανοί, Βουδιστές, Εβραίοι, λογής-λογής άλλοι, ακόμα και πολλοί που τώρα αυτοαποκαλούνται Χριστιανοί.  Έχουμε εδώ έναν Χριστιανό ιεροκήρυκα να στέκεται μαζί με τους άλλους, ενώ εγώ υποτίθεται πως πρέπει να διακρίνω ποιος είναι ο σωστός, ποιον να πιστέψω;

Δύο είναι οι τρόποι προσέγγισης του προβλήματος αυτού.  Ίσως να υπάρχουν και άλλοι, όμως εγώ θα απομονώσω τους δύο μόνο.  Ο ένας τρόπος για να πείσουμε κάποιον για το ποια είναι η αληθινή Πίστη (δηλαδή, εκείνη που είναι αντικειμενικά σύμφωνη με την ανθρώπινη φύση, τις ανθρώπινες προσπάθειες, την ανθρώπινη κατανόηση του νοήματος της ζωής), είναι η μεθοδολογία της συγκριτικής Θεολογίας.  Είναι ένα αρκετά μακρύ μονοπάτι, το οποίο απαιτεί λεπτομερή μελέτη της κάθε μίας θρησκείας.  Λίγοι έχουν την ικανότητα να ακολουθήσουν αυτό το μονοπάτι, διότι πρέπει να κατέχουν την δυνατότητα να απορροφούν όλη την ύλη και πρέπει να διαθέσουν πάρα πολύ χρόνο και κόπο σε μια διαδικασία πνευματικά απαιτητική..... Υπάρχει άλλος τρόπος. Σε τελευταία ανάλυση, η κάθε θρησκεία απευθύνεται σε ανθρώπους, στους οποίους λέει:  «Αυτό εδώ, και όχι κάτι άλλο, είναι η αλήθεια.»  Από αυτή την σκοπιά, σχεδόν όλες οι κοσμοθεωρίες και θρησκείες δηλώνουν ένα, απλό πράγμα, ήτοι:  πως οι συνθήκες υπό τις οποίες ζει ο άνθρωπος σήμερα – τις πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές συνθήκες από την μία και τις πνευματικές, ηθικές, πολιτιστικές κλπ. από την άλλη – είναι αφύσικες και συνεπώς δεν μπορούν να είναι επαρκώς ικανοποιητικές. Παρ’ ότι ένα συγκεκριμένο άτομο μπορεί να δηλώνει ικανοποιημένο, η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων υποφέρει από τις συνθήκες αυτές ως ένα βαθμό.  Η ανθρωπότητα παραμένει δυσαρεστημένη με την τωρινή κατάσταση των πραγμάτων και, στην αναζήτησή της για κάτι πιο σπουδαίο, για κάποιο «χρυσούν αιώνα», πασχίζει να προοδεύσει, κάπου μέσα στο άγνωστο μέλλον.

Είναι φανερός ο λόγος που σχεδόν όλες οι θρησκείες και κοσμοθεωρίες εστιάζουν στην μελέτη της σωτηρίας.  Εδώ είναι που συναντάμε αυτό που πιστεύω μας προσφέρει την ευκαιρία να κάνουμε μια συνειδητή, ενημερωμένη επιλογή ανάμεσα στο πλήθος των θρησκειών. Ο Χριστιανισμός μας διαβεβαιώνει για κάτι που οι άλλες θρησκείες και μη-θρησκευτικές κοσμοθεωρίες δεν κατανοούν με τίποτε, και που με πολύ αγανάκτηση απορρίπτουν. Αυτό το «κάτι» βρίσκεται μέσα στην δική μας αντίληψη περί της πρώτης αμαρτίας. Όλες οι θρησκείες και –κατά την γνώμη μου- όλες οι φιλοσοφίες περί ζωής, όλες οι ιδεολογίες, μιλούν για την αμαρτία, αν και με όρους που διαφέρουν.  Όμως, εκτός από τον Χριστιανισμό, καμία από αυτές δεν πιστεύει πως η ανθρώπινη φύση στην τωρινή της κατάσταση είναι άρρωστη.  Ο Χριστιανισμός διατείνεται πως η κατάσταση μέσα στην οποία οι άνθρωποι γεννώνται, υπάρχουν, αναπτύσσονται, εκπαιδεύονται, παίρνουν κουράγιο, ωριμάζουν, η κατάσταση μέσα στην οποία βρίσκουμε ευχαρίστηση, ψυχαγωγία, εκμάθηση, κάνουμε ανακαλύψεις κλπ., είναι κατάσταση μιας σοβαρής ασθένειας, η οποία μας προκαλεί βαθύτατη ζημιά.  Είμαστε άρρωστοι, αλλά όχι λόγω γρίπης, βρογχίτιδας, ή κάποιας ψυχιατρικής νόσου.  Είμαστε βιολογικά και ψυχολογικά εύρωστοι, είμαστε ικανοί να λύνουμε προβλήματα, και μπορούμε να πετάμε στο διάστημα.

Παρά ταύτα, ασθενούμε βαριά. Στην αρχή, η ενωμένη ανθρώπινη φύση υπέστη μια περίεργη και τραγική διάσπαση, που την χώρισε σε φαινομενικά αυτόνομα και συχνά αντιμαχόμενα μέρη – τον νου, την καρδιά και το σώμα. Ένα τέτοιο σχόλιο επισύρει παγκόσμια αγανάκτηση. «Δεν παραλογίζεται ο Χριστιανισμός;»  «Εγώ, ανώμαλος; Λυπάμαι, ίσως άλλοι να είναι, αλλά εγώ όχι!»   Αν όμως ο Χριστιανισμός τα λέει σωστά, τότε εδώ είναι η ρίζα του προβλήματος, ο λόγος που η ανθρώπινη ζωή, η ζωή του ατόμου και ολόκληρης της ανθρωπότητας, πηγαίνουν από την μια τραγωδία στην άλλη.  Αν ο άνθρωπος ασθενεί σοβαρά, αλλά δεν επιδιώκει να θεραπεύσει την ασθένεια επειδή δεν την έχει αντιληφθεί, σίγουρα θα τον βλάψει.

Οι άλλες θρησκείες δεν κατανοούν πως ο άνθρωπος φέρει μια τέτοια ασθένεια. Πιστεύουν πως ο άνθρωπος είναι ένας υγιής σπόρος, ο οποίος μπορεί να αναπτυχθεί φυσιολογικά ή αφύσικα, όπου η ανάπτυξη είναι εξαρτώμενη από τον κοινωνικό του περίγυρο, από οικονομικές συνθήκες, ψυχολογικούς παράγοντες, και πολλά άλλα πράγματα.

Ο άνθρωπος δύναται να είναι καλός ή κακός, αλλά εκ φύσεως είναι καλός. Στο σημείο αυτό βρίσκεται η κυρίαρχη αντίθεση, η συνείδηση του μη-Χριστιανού.  Δεν αναφέρομαι καν στους μη-θρησκευόμενους, για τους οποίους ο όρος «άνθρωπος» φαντάζει σαν «εξάσκηση στην έπαρση».  Μονάχα ο Χριστιανισμός επιβεβαιώνει πως η τωρινή μας κατάσταση είναι μια βαθύτατα κατεστραμμένη κατάσταση – τόσο κατεστραμμένη, που κανείς δεν μπορεί από μόνος του να την επισκευάσει.


Και αυτή είναι η θεμελιώδης αλήθεια επάνω στην οποία έχει οικοδομηθεί το μέγα Χριστιανικό δόγμα περί Χριστού ως Σωτήρος.  Αυτή η ιδέα είναι η κατ’ εξοχήν διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον Χριστιανισμό και τις άλλες θρησκείες.

Τώρα θα επιχειρήσω να καταδείξω πως, σε αντίθεση με τις άλλες θρησκείες, ο Χριστιανισμός εμπεριέχει αντικειμενικές διαβεβαιώσεις των ισχυρισμών του. Ας ανατρέξουμε στην Ιστορία της ανθρωπότητας, και στις φιλοδοξίες που έχει στηρίξει ο άνθρωπος την ζωή του, σε όλη την διαδρομή της γνωστής Ιστορίας. Φυσικά και έχει επιδιώξει ο άνθρωπος να δημιουργήσει την Βασιλεία του Θεού επί της γης.  Κάποιοι το επιδίωξαν με την βοήθεια του Θεού, ενώ ταυτόχρονα δεν Τον θεωρούσαν το υπέρτατο στόχο της ζωής, αλλά μόνο το μέσον δια του οποίου θα επιτύγχαναν το καλό επί της γης.  Άλλοι δεν Τον έλαβαν καθόλου υπ’ όψιν τον Θεό.  Όμως, άλλο είναι το σημαντικό.  Όλοι καταλαβαίνουν πως αυτή η Βασιλεία δεν μπορεί να υπάρξει επί της γης, χωρίς να υπάρχουν κάποια βασικά στοιχεία όπως η ειρήνη, η δικαιοσύνη, η αγάπη (άλλωστε τι είδους Παράδεισος κυβερνιέται από πόλεμο, αδικία, μίσος, κλπ;), ή, σε ακόμα πιο βασικό επίπεδο, ο αλληλοσεβασμός.  Σε όλους είναι απόλυτα κατανοητό πως χωρίς την εγκαθίδρυση και την τήρηση τέτοιων θεμελιωδών ηθικών αξιών, είναι αδύνατη η ευημερία επί της γης.  Και όμως, τι έχει κάνει κατά την διάρκεια της Ιστορίας της η ανθρωπότητα;  Ο Erich Fromme το διατύπωσε τέλεια, όταν είπε «Η Ιστορία της ανθρωπότητας είναι γραμμένη με αίμα. Είναι μια Ιστορία ατελείωτης βίας.»

Νομίζω πως οι ιστορικοί, προπαντός οι στρατιωτικοί ιστορικοί, μπορούν άνετα να σκιαγραφήσουν για μας αυτό που συνιστά «Ανθρώπινη Ιστορία»:  πόλεμοι, αιματοχυσία, βία, βαρβαρότητα.  Ο 20ος αιώνας θεωρείται περίοδος προηγμένου ανθρωπισμού. Και όμως, έχει επιδείξει τον βαθμό «τελειότητάς» του, με το να έχει υπερβεί σε ποσότητα αιματοχυσίας το αίμα που είχε χυθεί στο σύνολο των προηγούμενων αιώνων της ανθρώπινης Ιστορίας, αθροιστικά.  Αν είχαν την δυνατότητα οι πρόγονοί μας να δουν τι θα έφερνε ο 20ος αιώνας, θα είχαν ανατριχιάσει σύγκορμοι από τρόμο, αντικρύζοντας την εμβέλεια της βαρβαρότητας, της αδικίας και της εξαπάτησης.  Πρόκειται για ένα παράδοξο που ξεπερνά την ανθρώπινη κατανόηση:  καθώς ξετυλίγεται η Ιστορία της ανθρωπότητας, ο άνθρωπος έχει κινηθεί σε τελεία αντίθεση από εκείνες τις κατευθύνουσες αρχές, τους στόχους και τα ιδανικά στα οποία είχε αρχικά στρέψει όλες του τις δυνάμεις.

Θα ήθελα να θέσω ένα ρητορικό ερώτημα:  «Μπορεί ένα ευφυές ον να συμπεριφέρεται κατά τέτοιον τρόπο;»  Η Ιστορία μας κοροϊδεύει κατάμουτρα, με τα ειρωνικά της σχόλια: «Ο άνθρωπος είναι στ’ αλήθεια σοφός και υγιής. Όχι, δεν είναι πνευματικά άρρωστος. Απλώς, κάνει λιγάκι πάρα πάνω, και συμπεριφέρεται λιγότερο σοφά από εκείνους που είναι κλειδωμένοι σε τρελοκομεία.»

Δυστυχώς, πρόκειται για ένα αδιαμφισβήτητο δεδομένο, που αποδεικνύει πως δεν έχουν ξεστρατίσει μεμονωμένα άτομα (στην πραγματικότητα, μόνο οι μεμονωμένοι πλέον δεν έχουν ξεστρατίσει), αλλά, παραδόξως, πως το ξεστράτισμα είναι ένα χαρακτηριστικό της σύνολης ανθρωπότητας.

Αν αναλογιστούμε το μεμονωμένο άτομο, ή, πιο σωστά, αν ένα άτομο έχει αρκετό ηθικό σθένος να εξετάσει τον εαυτό του, θα αντικρύσει μια εικόνα όχι λιγότερο υπερβολική.  Ο Απόστολος Παύλος το είχε περιγράψει με ακρίβεια: «....διότι το αγαθό που θα έπρεπε να κάνω δεν το κάνω, ενώ το κακό που δεν θα έπρεπε να κάνω, εκείνο κάνω...»    Στ’ αλήθεια, όποιος μπορεί να αναλογιστεί τι γίνεται μέσα στην ψυχή του, δεν θα μπορούσε παρά να παρατηρήσει πόσο άρρωστος είναι πνευματικά, και πόσο είναι υποκείμενος, πόσο υποδουλωμένος είναι στα διάφορα πάθη.  Είναι άσκοπο να ρωτήσει κανείς:  «Γιατί, δυστυχισμένε άνθρωπε, ενδίδεις στην λαιμαργία, στην μέθη, στο ψεύδος, στον φθόνο, στην μοιχεία, κλπ; Αφού έτσι σκοτώνεις τον εαυτό σου, καταστρέφεις την οικογένειά σου, σακατεύεις τα παιδιά σου, δηλητηριάζεις την ατμόσφαιρα γύρω σου.  Γιατί δέρνεις, σφάζεις και μαχαιρώνεις τον εαυτό σου, γιατί προξενείς τόση ζημιά στα νεύρα σου, στην ψυχή σου, στο σώμα σου; Έχεις συναίσθηση πως αυτά σε βλάπτουν;»  «Ναι, το αντιλαμβάνομαι, αλλά μου είναι αδύνατον να μην τα κάνω.»

Κατά κανόνα, ο πάσχων άνθρωπος δεν μπορεί να συγκρατήσει τον εαυτό του. Είναι σε αυτό ακριβώς το σημείο, στα κατάβαθα της ψυχής του, που ο κάθε λογικός άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με εκείνο στο οποίο αναφέρεται ο Χριστιανισμός: : «....διότι το αγαθό που θα έπρεπε να κάνω δεν το κάνω, ενώ το κακό που δεν θα έπρεπε να κάνω, εκείνο κάνω...». Τώρα, αυτό είναι υγεία, ή είναι αρρώστια;

Για χάρη σύγκρισης, ας αναλογισθούμε πώς ένα άτομο μπορεί να αλλάξει, ζώντας μια σωστή, Χριστιανική ζωή.  Όσοι καθαρίζουν τους εαυτούς τους από τα πάθη αποκτούν ταπείνωση, και, όπως λέει ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, έχουν «αποκτήσει το Άγιο Πνεύμα», φτάνουν σε μια κατάσταση εξαιρετικά συναρπαστική από ψυχολογικής απόψεως, ήτοι, θεωρούν τους εαυτούς τους πλέον ως τους χειρότερους όλων των ανθρώπων. Ο μέγας Ποιμήν είχε πει:  «Πιστέψτε με, αδέλφια μου, θα ριφθώ στο ίδιο μέρος όπου είναι ριγμένος και ο Σατανάς.»   Καθώς ο μέγας Σισώης πλησίαζε τον θάνατο, και το πρόσωπό του είχε γίνει λαμπρό σαν τον ήλιο, τόσο, που δεν μπορούσε κανείς να τον κοιτάξει, εκείνος εκλιπαρούσε τον Θεό να του δώσει λίγο χρόνο ακόμα, για να μετανοήσει... Τι πράγμα είναι αυτό; Κάποιο είδος υποκρισίας, κάποιο είδος ψευτο-ταπείνωσης;  Όχι βέβαια. Φοβούμενοι μήπως αμαρτήσουν ακόμα και με τον νου, εκστόμιζαν ό,τι ακριβώς ένοιωθαν.  Εμείς, από την άλλη, δεν έχουμε καμία τέτοια ευαισθησία.  Εγώ είμαι γεμάτος από κάθε λογής βρωμιά, και όμως, θεωρώ τον εαυτό μου ένα πολύ καλό άνθρωπο.  Εγώ, είμαι καλός άνθρωπος!  Αν κάνω κάτι κακό, ε, κανείς δεν είναι αναμάρτητος, οι άλλοι δεν είναι δα καλύτεροι από μένα, και ούτε εγώ είμαι τόσο ένοχος όσο εκείνος, εκείνη, ή οι άλλοι.  Επειδή δεν διακρίνουμε την κατάσταση της ψυχής μας, βλέπουμε τους εαυτούς μας τόσο καλούς!  Πόσο, πράγματι, διαφέρει η πνευματική όραση των αγίων από την δική μας!

Λοιπόν, ξαναδηλώνω: Ο Χριστιανισμός επιβεβαιώνει πως εκ φύσεως, στην λεγόμενη φυσιολογική του κατάσταση, ο άνθρωπος είναι βαθύτατα κατεστραμμένος.  Δυστυχώς, έχουμε μια πάρα πολύ αχνή εικόνα της ζημιάς.  Η πιο φρικτή, και κύρια τύφλωση που μας διακατέχει είναι η ανικανότητα να διακρίνουμε την ασθένειά μας.  Αυτό είναι ό,τι πιο επικίνδυνο, διότι, όταν ένας άνθρωπος αναγνωρίσει πως είναι άρρωστος, επιζητεί βοήθεια, πηγαίνει στον γιατρό, και του λαμβάνει την πρέπουσα αγωγή για την ασθένειά του. Αν όμως θεωρεί τον εαυτό του υγιή, διώχνει μακριά του εκείνους που του επισημαίνουν ότι είναι άρρωστος. Αυτό είναι το μεγαλύτερο σύμπτωμα απ’ όλα, της ζημιάς που βρίσκεται εντός μας.  Το συνολικό βάρος της Ιστορίας – της σύνολης Ιστορίας της Ανθρωπότητας και του κάθε ατόμου, συμπεριλαμβανομένης πρώτα και καλύτερα της δικής μας προσωπικής Ιστορίας – μαρτυρεί χωρίς καμία αμφισβήτηση την πραγματικότητα αυτή.  Αυτό είναι που μας υποδεικνύει ο Χριστιανισμός.

Εγώ έχω να πω ότι το αποδεικτικό στοιχείο του μοναδικού γεγονότος της κατεστραμμένης κατάστασης της ανθρώπινης φύσης, της μοναδικής αυτής αλήθειας που εκφράζεται μέσα στην Χριστιανική Πίστη, είναι αρκετό, για να μου υποδείξει ποια θρησκεία πρέπει να ενστερνιστώ – εκείνη που μου αποκαλύπτει τις ασθένειές μου και μου υποδεικνύει τα μέσα για να τις θεραπεύσω, ή εκείνη που κουκουλώνει τις ασθένειές μου, τρέφει τον ανθρώπινο εγωισμό, και μου λέει πως όλα είναι υπέροχα και θαυμάσια, και δεν χρειάζεται να θεραπεύσω τον εαυτό μου, αλλά τουναντίον, χρειάζεται εγώ να θεραπεύσω τον κόσμο γύρω μου, να εξελιχθώ, και να γίνω πιο τέλειος.  Η Ιστορία μας διδάσκει τα αποτελέσματα της απόρριψης της θεραπείας.


Καταλήξαμε λοιπόν στον Χριστιανισμό.  Δόξα σε Σένα Κύριέ μου, βρήκα επί τέλους την αληθινή Πίστη.  Προχωρώ στο επόμενο δωμάτιο:  Όπως και στα προηγούμενα, είναι γεμάτο από πλήθη ανθρώπων, που όλοι τους φωνάζουν «Η δική μου Χριστιανική πίστη είναι η πιο καλή απ’ όλες!»  Οι Παπικοί διατυμπανίζουν «Κοιττάξτε πόσους οπαδούς έχουμε εμείς – 1 δισεκατομμύριο, 45 εκατομμύρια!»  Οι Προτεστάντες που απαρτίζονται από μια ευρεία γκάμα ομολογιών λένε πως αριθμούν 350 εκατομμύρια.  Οι Ορθόδοξοι είναι οι λιγότεροι – μόλις 170 εκατομμύρια.  Όπως ήδη έχει σωστά επισημανθεί, η Αλήθεια δεν καθορίζεται από την ποσότητα αλλά από την ποιότητα.  Και όμως, παραμένει το ερώτημα:  «Πού βρίσκεται η αληθινή Χριστιανοσύνη;»

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι προσέγγισης στο ερώτημα αυτό. Στην ιερατική σχολή, πάντα μας δίδασκαν να συγκρίνουμε τα Παπικά και τα Προτεσταντικά δογματικά συστήματα με εκείνα της Ορθοδοξίας.  Αυτό είναι μια μέθοδος που αξίζει την προσοχή και τον σεβασμό μας, αλλά μου φαίνεται πως δεν είναι αρκετά κατανοητή ή επαρκής, διότι, κάποιος που δεν έτυχε καλών σπουδών, κάποιος που δεν είναι αρκετά διαβασμένος, μάλλον δεν θα του φανεί εύκολο να βγάλει άκρη από την ζούγκλα των δογματικών επιχειρημάτων και να αποφασίσει ποιος έχει δίκιο και ποιος σφάλλει.  Πέραν αυτού, ορισμένες φορές εφαρμόζονται τόσο ισχυρές ψυχολογικές μέθοδοι, που εύκολα αποπροσανατολίζεται κανείς από την ουσία του ζητήματος.  Για παράδειγμα, όταν εγείρουμε το ζήτημα του πρωτείου του Πάπα με τους Ρωμαιοκαθολικούς, μας λένε: «Α, ναι, τον Πάπα!  Μα τι λέτε τώρα;  Αυτά περί πρωτείου και αλάθητου είναι ανοησίες!   Είναι το ίδιο πράγμα με εκείνα που απολαμβάνει και ο δικός σας Πατριάρχης.  Το αλάθητο και η εξουσία του Πάπα σχεδόν δεν ξεχωρίζουν από το κύρος των αποφάσεων που παίρνονται από την κεφαλή οποιασδήποτε Τοπικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.» Στην πραγματικότητα, εδώ υπάρχει διάκριση ανάμεσα σε δόγμα και κανόνες.  Οπότε, αυτή η συγκριτική-δογματική προσέγγιση είναι κάθε άλλο παρά απλή, ειδικά όταν έχεις να κάνεις με ανθρώπους που όχι μόνο δεν είναι διαβασμένοι, αλλά πασχίζουν να σε κερδίσουν, αψηφώντας το κόστος.

Υπάρχει όμως και ένα άλλο μονοπάτι που δείχνει καθαρά τι ακριβώς είναι ο Ρωμαιο-Καθολικισμός, και πού οδηγεί τον άνθρωπο.  Το μονοπάτι είναι εκείνο της συγκριτικής έρευνας και μελέτης, αλλά που ήδη υπάρχει μέσα στην σφαίρα της πνευματικής ζωής, όπως φανερώνεται στις ζωές των αγίων.  Εκεί, για να χρησιμοποιήσουμε την γλώσσα των ασκητών, φωτίζεται άπλετα και δυναμικά η «αλαζονεία» της Ρωμαιοκαθολικής πνευματικότητας.  Είναι μια αλαζονεία που βρίθει από σοβαρότατες συνέπειες για τον ασκητή που θα πατήσει πόδι στον δικό της τρόπο ζωής.  Ξέρετε, μερικές φορές κάνω δημόσιες ομιλίες, στις οποίες προσέρχεται μια μεγάλη γκάμα ανθρώπων.  Συχνότατα, ακούω το εξής ερώτημα: «Λοιπόν, τι είναι αυτό που ξεχωρίζει τον Καθολικισμό από την Ορθοδοξία;  Πού κάνουν λάθος;  Δεν αποτελούν απλώς ένα άλλο μονοπάτι προς τον Χριστό;»  Πολλές φορές, διαπίστωσα πως το μόνο που χρειαζόταν να κάνω ήταν να τους προβάλλω παραδείγματα ολίγων Καθολικών μυστών, και ο ερωτήσας να μου πει: «Σας ευχαριστώ, τώρα όλα είναι ξεκάθαρα. Δεν χρειάζομαι τίποτε άλλο.»

Είναι αλήθεια πως μια οποιαδήποτε Εκκλησία – Ορθόδοξη ή ετερόδοξη – αναγνωρίζεται από τους αγίους της.  Δείξε μου τους αγίους σου, και θα σου πω τι σόϊ Εκκλησία έχεις.  Η κάθε Εκκλησία αγιοποιεί μόνο εκείνους που προσωποποιούν το Χριστιανικό ιδεώδες, όπως αυτό κατανοείται από την εκάστοτε Εκκλησία. Γι’ αυτό τον λόγο, η δοξολογία ενός αγίου δεν είναι απλώς μια επιβεβαίωση της Εκκλησίας ότι έκριναν κάποιον Χριστιανό άξιο της τιμής και κατάλληλο παράδειγμα προς μίμηση, αλλά επίσης, είναι μια κατ’ εξοχήν μαρτυρία της ίδιας της Εκκλησίας περί του εαυτού της.  Μέσω των αγίων, μπορούμε να αποφανθούμε πιο καλά ως προς την πραγματικότητα ή την φαινομενικότητα της αγιότητας της ίδιας της Εκκλησίας εκείνης.  Θα σας δώσω μερικά παραδείγματα του πώς η Καθολική Εκκλησία βλέπει την αγιότητα.

Ένα πρόσωπο που ο Καθολικισμός θεωρεί «μεγάλο άγιο» είναι ο Φραγκίσκος της Ασίζη (13ος αιώνας).  Όσα ακολουθούν, μας δίνουν μια εικόνα της πνευματικής του συνείδησης / του προφίλ του.  Κάποτε, έτυχε ο Φραγκίσκος να έχει επιδοθεί σε μια πολύωρη προσευχή «για δύο δώρα».  Το θέμα της προσευχής είναι αποκαλυπτικότατο:  «Πρώτα, ζητώ να..... βιώσω όλο τον πόνο που Εσύ, γλυκύτατε Ιησού, εβίωσες κατά τα βασανιστικά Σου Πάθη.  Δεύτερο, ζητώ να.... νοιώσω εκείνη την απέραντη αγάπη με την οποία φλεγόσουν, ω Υιέ του Θεού...» Όπως μπορούμε να δούμε εδώ, τον Φραγκίσκο τον απασχολούσε όχι η δική του αμαρτωλότητα, αλλά η γεμάτη υπερηφάνεια τάση εξίσωσης του με τον Χριστό!

Κατά την διάρκεια της προσευχής αυτής, ο Φραγκίσκος «ένοιωσε τον εαυτό του εντελώς μεταμορφωμένο σε Ιησού», τον οποίο αναγνώρισε αμέσως, καθώς ένα εξαπτέρυγο σεραφείμ τον τόξευε με φλεγόμενα βέλη στα χέρια, στα πόδια, και στην δεξιά πλευρά, δηλαδή στα μέρη που είχε λαβωθεί ο Χριστός, και όπου –μετά το πέρας του οράματος αυτού- άνοιξαν πληγές που αιμορραγούσαν (τα λεγόμενα «stigmata», ενδείξεις των βασανισμών του Ιησού). (M.V. Lodyzhensky, σελ. 109, The Unseen Light, (Το Αθέατο Φως) Petrograd, 1915.)

Το φαινόμενο τέτοιων στιγμάτων είναι ένας τομέας πολύ γνώριμος στον χώρο της ψυχιατρικής.  Ένας αδιάκοπος διαλογισμός πάνω στα Πάθη του Χριστού επί του Σταυρού διεγείρει σημαντικά την διανοητική κατάσταση του ανθρώπου, και με παρατεταμένη εξάσκηση μιας τέτοιας αυτοσυγκέντρωσης, τέτοια φαινόμενα μπορούν να προκύψουν. Δεν είναι όμως φαινόμενο «πλήρης χάριτος» αυτό, εφ’ όσον, με το να συμπάσχει κανείς κατ’ αυτόν τον τρόπο με τον Χριστό, δεν υπάρχει εκείνη η πραγματική αγάπη, την ουσία της οποίας μας είχε δηλώσει με πολλή σαφήνεια ο Κύριος: «ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνος εστιν ο αγαπών με·...»  (Ιωάννης 14:21).  Έτσι λοιπόν, η υποκατάσταση του αγώνα μας να υπερνικήσουμε τον «παλαιό άνθρωπο», την προγενέστερη φύση μας, με τον «διαλογισμό επί το συμπάσχειν» είναι ένα από τα μεγαλύτερα σφάλματα της πνευματικής ζωής˙ σφάλμα που έχει οδηγήσει – και συνεχίζει να οδηγεί – πολλούς πνευματικούς αγωνιστές στον εγωισμό, στην έπαρση, στην σίγουρη πνευματική αυταπάτη που συχνά συνδέεται με την διανοητική ασθένεια.  (Για παράδειγμα, δείτε τις «ομιλίες» του Φραγκίσκου, που απευθύνονται σε πτηνά, σε λύκο, σε περιστέρια, σε φίδια και στα λουλούδια, και την ευλάβειά του ενώπιον της φωτιάς, των βράχων και των σκουληκιών.)

Εξ ίσου αποκαλυπτικός είναι και ο στόχος ζωής που είχε βάλει για τον εαυτό του ο Φραγκίσκος:  «Έχω κοπιάσει, και θέλω να κοπιάζω, διότι αυτό επιφέρει την τιμή.» (St. Francis of Assisi; Works (Αγ. Φραγκίσκος της Ασίζη – Άπαντα); Μόσχα; Εκδότες Franciscan Publishers; 1995. - σελ. 145).  Ο Φραγκίσκος ποθεί να υποφέρει για τους άλλους, και να γίνει ο ίδιος εξιλασμός για τις αμαρτίες των άλλων (σελ. 20).  Μήπως αυτός δεν ήταν και ο λόγος που δήλωσε ευθαρσώς στο τέλος της ζωής του «Δεν γνωρίζω να υπάρχουν παραβάσεις που να μην έχω εξιλεώσει μέσω εξομολόγησης και μετάνοιας.» (Lodyzhensky. - σελ. 129). Όλα αυτά μαρτυρούν την αδυναμία του να δει τις δικές του αμαρτίες, την πτώση του, την τελεία πνευματική του τύφλωση.

Χάριν συγκρίσεως (ανάμεσα στην Ορθόδοξη και Καθολική αντίληψη περί αγιότητας), ας παρατηρήσουμε ένα περιστατικό από τις τελευταίες στιγμές ενός σεβάσμιου Αγίου, του Μεγάλου Σισώη (5ος αιώνας).  «Στα λίγα τελευταία λεπτά πριν από τον θάνατό του, και ενώ ο Σισώης έμοιαζε να συνομιλεί με πρόσωπα αόρατα στους παριστάμενους αδελφούς, ανταποκρίθηκε στο αίτημά τους: «Πάτερ, πες μας με ποιόν συνομιλείς», λέγοντάς τους «Είναι οι άγγελοι, που έχουν έρθει να με πάρουν, και τους ικετεύω να με αφήσουν (εδώ) λιγάκι ακόμα, για να μετανοήσω.»   Όταν οι αδελφοί, που γνώριζαν πως ο Σισώης ήταν κοσμημένος με πολλές αρετές, διαμαρτυρήθηκαν, παρατηρώντας «Μα, Πάτερ, εσύ δεν έχεις ανάγκη την μετάνοια», εκείνος τους είπε «Στ’ αλήθεια, δεν γνωρίζω αν έχω αρχίσει καν να μετανοώ». (Lodyzhensky, σελ. 133.) Εκείνη η βαθύτατη κατανόηση, εκείνη η αναγνώριση της ατέλειάς μας, είναι το κύριο διακριτικό σημείο όλων των πραγματικών αγίων.

Τώρα ένα απόσπασμα από την «Ευλογημένη Αγγελική» (?1309), στο έργο «The Revelations to Blessed Angela» (Αποκαλύψεις στην Ευλογημένη Αγγελική), που εκδόθηκε στην Μόσχα το 1918.

Γράφει η ίδια πως το Άγιο Πνεύμα της μίλησε, λέγοντας:  «Κόρη μου, η τόσο γλυκειά και γοητευτική.... Σε αγαπώ πάρα πολύ.»  (σελ.95)  «Ήμουν με τους Αποστόλους, και με έβλεπαν με ανθρώπινα μάτια, όμως δεν με ένοιωθαν όπως με νοιώθεις εσύ» (σελ.96).  Η Αγγελική αποκάλυψε τα ακόλουθα για τον εαυτό της:  «Μέσα στο σκοτάδι, βλέπω την Αγία Τριάδα, και μου φαίνεται πως είμαι εκεί, στο κέντρο της Τριάδας, της οποία βλέπω μέσα στο σκοτάδι.» (σελ.117)  Μας παρέχει παραδείγματα του πώς η ίδια βλέπει την σχέση της με τον Ιησού Χριστό: «Μπόρεσα να βάλω τον εαυτό μου εντελώς μέσα στον Ιησού Χριστό» (σελ.176). Και: «Εξ αιτίας της γλυκύτητάς Του, και από την πολλή θλίψη μου για την αναχώρησή Του, ούρλιαζα και ήθελα να πεθάνω.» (σελ.101)  Στις φρενήρεις στιγμές της, άρχιζε να δέρνει τον εαυτόν της τόσο σκληρά, που η καλόγριες ήσαν αναγκασμένες να την βγάλουν σηκωτή από τον ναό. (σελ.83)

Ο A.F. Lossev, ένας από τους πιο επιφανείς Ρώσους θρησκευτικούς συγγραφείς του 20ου αιώνα, έδωσε την ακόλουθη σκληρή αλλά ακριβή κριτική του, σχετικά με τις «αποκαλύψεις» της Αγγελικής.  Έγραψε εν μέρει:  «(Η Αγγελική) είναι σε μια τέτοια κατάσταση πειρασμού και ξελογιάσματος, που μέχρι και το Άγιο Πνεύμα το παρουσιάζει πως εμφανίζεται (σ’ αυτήν) και της ψιθυρίζει λατρευτικά λόγια, όπως: ‘κόρη μου, γλυκειά και γοητευτική μου, ναέ μου, χαρά μου, αγάπα με, διότι εγώ σ’ αγαπώ τόσο πολύ, πολύ περισσότερο απ’ ότι μ’ αγαπάς εσύ.»  Η «αγία» λιώνει από την γλύκα, και αποπροσανατολίζεται από την γλυκειά εξουθένωση της αγάπης.  Και ο εραστής της εμφανίζεται όλο και πιο συχνά, για να την φλέγει ακόμα περισσότερο - το σώμα της, την καρδιά της, το αίμα της.  Ο Σταυρός του Χριστού της φαίνεται σαν νυφικό κρεβάτι...  Υπάρχει κάτι πιο αντίθετο στον σοβαρό και νηφάλιο Βυζαντινό-Μοσχοβίτικο ασκητισμό, από την ακόλουθη, βλάσφημη αναγγελία; «Η ψυχή μου αρπάχτηκε από το άκτιστο φως, και ανέβηκε».  Τόσες παθιασμένες αναπολήσεις πάνω στον Σταυρό του Χριστού, στα τραύματα του Χριστού και στα μεμονωμένα μέρη του Σώματός Του, τόσο βεβιασμένη επίκληση αιμορραγούντων στιγμάτων στο ίσιο το σώμα... Στο ζενίθ, ο Χριστός τυλίγει το χέρι που ήταν καρφωμένο πάνω στον Σταυρό γύρω από την Αγγελική, και εκείνη, εντελώς εξουθενωμένη από την αποχαύνωσή της, την αγωνία της και την ευτυχία, λέει:  «Μερικές φορές, μέσα στην κοντινότητα εκείνης της αγκαλιάς, στην ψυχή μου - που εισήλθε μέσα στην πλευρά του Χριστού – η χαρά και ο φωτισμός που έλαβε εκεί ήταν ανέκφραστη.  Διότι ήσαν τόσο μεγάλες, που μερικές φορές ήταν αδύνατον να σταθώ στα πόδια μου, και ξάπλωνα, αδυνατώντας να μιλήσω.....και έμεινα ξαπλωμένη, έχοντας αφαιρεθεί από μένα η γλώσσα και τα μέλη μου...» (A.F. Lossev, Essays on Ancient Symbolism and Mythology, (Εκθέσεις επί Αρχαίων Συμβολισμών και Μυθολογία), Μόσχα 1930, Τόμος. 1, σελ. 867-868.).

Η Αικατερίνα της Sienna (+1380), που είχε υψωθεί από τον Πάπα Παύλο ΣΤ’ στον υψηλότερο βαθμό αγιοσύνης, δηλαδή «Δόκτωρ της Εκκλησίας», είναι ένα έντονο παράδειγμα Καθολικής αντίληψης περί αγιότητας.  Θα παραθέσω μερικά αποσπάσματα από το Καθολικό βιβλίο «Πορτραίτα των Αγίων» του Antonio Siccari, αποσπάσματα που δεν νομίζω να χρειάζονται οποιαδήποτε εξήγηση.

Η Αικατερίνα ήταν περίπου 20 ετών.  «Διαισθάνθηκε πως η ζωή της θα έφτανε σε μια κρίσιμη καμπή, και προσευχόταν συνεχώς για αυτό, στον Ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό, επαναλαμβάνοντάς Του την θαυμάσια, και πολύ τρυφερή έκφραση που θα γινόταν και το λάϊτμοτιφ της:  «Ενώσου μαζί μου, σε ένα γάμο πίστεως!» (Antonio Siccari, Portraits of the Saints, (Πορτραίτα των Αγίων) Τόμος Β’, Μιλάνο, 1991, σελ. 11.)

«Κάποτε η Αικατερίνα είδε το εξής όραμα: ο Θείος Νυμφίος της, αφού την αγκάλιασε, την τράβηξε κοντά του αλλά αμέσως της αφαίρεσε την καρδιά από το στήθος της, για να της δώσει μια καινούργια καρδιά, που να μοιάζει περισσότερο στην δική Του.» (σελ. 12).

Κάποια φόρα, είχε λεχθεί πως είχε πεθάνει.  «Η ίδια είχε πει αργότερα πως η καρδιά της είχε διαρραγεί από την δύναμη της αγάπης του Θεού, και πως βίωσε τον θάνατο, «αγναντεύοντας τις ουράνιες πύλες». Όμως ο Κύριος μου είπε «Γύρνα πίσω παιδί μου. Πρέπει να γυρίσεις πίσω.... Θα φέρω ενώπιόν σου τους πρίγκηπες και τους ηγέτες της Εκκλησίας.» Και το ταπεινό αυτό κορίτσι άρχισε να αποστέλλει επιστολές της σε όλο τον κόσμο. Επιστολές μακροσκελείς που συχνά τις υπαγόρευε 3-4 ταυτόχρονα, επί διαφόρων θεμάτων, και χωρίς να χάνει τον ειρμό της, με καταπληκτική ταχύτητα, κάνοντας τους γραμματείς της να μην προφταίνουν τον ρυθμό της.  Όλες οι επιστολές αυτές έκλειναν με την παθιάρικη συνταγή «Γλυκύτατε Ιησού, Ιησού αγάπη μου».  Πολλές φορές άρχιζαν οι επιστολές με τα λόγια «Εγώ, η Αικατερίνα, υπηρέτρια και δούλη των δούλων του Ιησού, σας γράφω εν τω πολυτιμότατό Του αίματι.......»  (σελ. 12).

«Στις επιστολές της Αικατερίνης, αμέσως γίνεται αντιληπτή η συχνή και επίμονη εμφάνιση των επαναλαμβανόμενων λέξεων «Εγώ θέλω»  (σελ.12).  Μερικοί λένε πως, πάνω στην έκστασή της, απηύθυνε τα απαιτητικά λόγια «Εγώ θέλω» και στον Χριστό (σελ.13).

Από την αλληλογραφία της με τον Γρηγόριο ΙΑ’, τον οποίον προσπαθούσε να πείσει να επιστρέψει από την Αβινιόν στη Ρώμη:  «Σας ομιλώ εκ μέρους του Χριστού.... Σας ομιλώ, Πάτερ, εν Ιησού Χριστώ.... Απαντήστε στο κάλεσμα του Αγίου Πνεύματος, που απευθύνεται σε σας..» (σελ.13)

Και στον βασιλέα της Γαλλίας, είχε πει:  «Κάνε το θέλημα του Θεού και το δικό μου..» (σελ.14).

Όχι λιγότερο αποκαλυπτικές είναι και οι «αποκαλύψεις» της Τερέζας της Αβίλας (16ος αιώνας), η οποία είχε παρομοίως υψωθεί από τον Πάπα Παύλο ΣΤ’ στον βαθμό του «Δόκτορος της Εκκλησίας».  Πριν τον θάνατό της, φώναξε «Ω, Θεέ μου, Σύζυγέ μου, επί τέλους θα Σε δω!»   Αυτή η παραδοξώτατη κραυγή δεν ήταν τυχαία.  Ήταν η φυσική κατάληξη όλων των «πνευματικών παλαισμάτων» της Τερέζας, η ουσία των οποίων φανερώθηκε στα ακόλουθα:

Μετά από τις πολλές τις αποκαλύψεις, ο «Χριστός» είπε στην Τερέζα «Από σήμερα και στο εξής, εσύ θα είσαι η σύζυγός μου. Στο εξής, δεν είμαι μόνο ο Δημιουργός σου, αλλά ο Σύζυγός σου.» (D. S. Merezhkovsky, Spanish Mystics, (Ισπανοί Μύστες) Βρυξέλλες, 1988, σελ. 88.)   Ο D. Merezhkovsky έγραψε πως η Τερέζα καθώς προσευχόταν: «Κύριε, ή να υποφέρω μαζί Σου, ή να πεθάνω για Σένα!» έπεσε εξαντλημένη από τις χάρες αυτές.  Έτσι, δεν προξενεί καμμία έκπληξη που η Τερέζα ομολογεί πως «Ο Αγαπημένος μου καλεί την ψυχή μου με ένα τόσο διαπεραστικό σφύριγμα, που δεν μπορώ παρά να το ακούσω.  Αυτό το κάλεσμα δρα τόσο πολύ πάνω στην ψυχή μου, που εξαντλείται από την επιθυμία.»  Δεν είναι τυχαίο, που κατά την εκτίμηση των μυστικών της εμπειριών, ο διάσημος Αμερικανός ψυχολόγος William James είχε γράψει πως «η δική της κατανόηση περί θρησκείας κατέληξε –αν μπορεί κανείς να το πει έτσι – σε μια ατελείωτη σειρά ερωτικών φλερτ ανάμεσα στον λάτρη και τον Θεό του.» (William James, The Variety of Religious Experience, (Η Ποικιλία της Θρησκευτικής Εμπειρίας), μετάφραση από την Αγγλική,  Μόσχα, 1910. - σελ. 337).

Ακόμα ένα παράδειγμα Καθολικής αντίληψης περί αγιότητας είναι η Τερέζα της Λισιέ (Μικρή Τερέζα, ή Τερέζα, το Παιδί του Ιησού), η οποία έζησε έως τα 23 της χρόνια, και την οποία το 1997 – στα 100 χρόνια από την κοίμησή της – ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β’ «αλάθητα» ανακήρυξε ως άλλη μία «Διδάσκαλο της Παγκοσμίου Εκκλησίας».  Τα ακόλουθα αποσπάσματα από την πνευματική αυτοβιογραφία της Τερέζας «Η Ιστορία μιας Ψυχής» (Εκδόσεις Symbol, 1996, No.36, Παρίσι, σελ. 151), είναι μια εύγλωττη μαρτυρία της πνευματικής της κατάστασης.

"Κατά την διάρκεια της συζήτησης που προηγήθηκε της κουράς μου, είδα τα γεγονότα που επρόκειτο να λάβουν χώρα στο Καρμήλιο.  Ήρθα για να σώσω ψυχές, και πρώτα απ’ όλα, να προσεύχομαι για τους ιερείς...»  (να μην σώσει τον εαυτό της, αλλά τους άλλους!)

Αναφερόμενη στην ευτέλειά της, έγραψ, «Διατηρώ την σταθερή, τολμηρή ελπίδα πως θα γίνω μεγάλη αγία.... Είχα την πεποίθηση πως γεννήθηκα για την δόξα, και αναζήτησα τους τρόπους που θα μπορούσα να το επιτύχω.  Και να που Κύριος ο Θεός....μου αποκάλυψε πως η δόξα μου δεν θα αντικρύσει τον θάνατο, και η ουσία είναι πως θα γίνω μεγάλη αγία!» (Συγκρίνετε αυτό με τον Μέγα Μακάριο, ο οποίος ήταν γνωστός στους συν-αγωνιστές του για τον εξαιρετικά υψηλό χαρακτήρα της βιοτής του, και που τον αποκαλούσαν «Θεό επί της γης».  Όταν προσευχόταν, έλεγε μονάχα «Ω, Κύριε, καθάρισέ με τον αμαρτωλό, διότι δεν έπραξα τίποτε αγαθό ενώπιόν Σου.»)  Αργότερα, η Τερέζα έγραφε ακόμα πιο ορθά-κοφτά «Μέσα στην καρδιά της Μητέρας-Εκκλησίας μου, εγώ θα είμαι η αγάπη... τότε θα είμαι για όλους..... και μέσω αυτού, θα έχει γίνει αληθινό το όνειρό μου!»

Οι διδαχές της Τερέζας περί πνευματικής αγάπης ήταν ομολογουμένως «αξιοσημείωτες».  Δήλωνε:  «Αυτό ήταν το φιλί της αγάπης. ‘Ενοιωθα πως είχα αγαπηθεί, και είπα «Σε αγαπώ, και εμπιστεύομαι τον εαυτό μου σε Σένα για πάντα.»  Ίχνος από παρακλήσεις, αγώνες, ή θυσίες.  Ο Ιησούς και η καημενούλα η Τερέζα από καιρό αλληλοκοιτάζονταν και καταλάβαιναν τα πάντα.... Η ημέρα εκείνη δεν έφερε κάποια ανταλλαγή βλεμμάτων, αλλά μια συγχώνευση.  Δεν υπήρχαν πλέον δύο, και η Τερέζα εξαφανίστηκε σαν μια σταγόνα νερού που χάνεται στα βάθη της θάλασσας.»  Τα σχόλια στην φανταστική αυτή νουβέλα της καημένης κόρης, της Διδασκάλου της Καθολικής Εκκλησίας, μάλλον περιττεύουν....[σημ. ΟΟΔΕ: Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε πως η παρομοίωση περι Θέωσης «σαν μια σταγόνα νερού που χάνεται στα βάθη της θάλασσας», χρησιμοποιείται στον ΙΝΔΟΥΙΣΜΟ, και τα παρακλάδια του, στον οποίο ουσιαστικά η προσωπικότητα του ανθρώπου εκμηδενίζεται κατά την θέωση. Η Χριστιανική Ορθόδοξη παραβολή περι θέωσης, είναι το να γίνουμε ΜΕΛΗ του Χριστού, μέσω της Εκκλησίας, οπότε το πρόσωπο του ανθρώπου δεν χάνεται, αλλα αγιάζεται. Η ομοιότητα αυτής της εμπειρίας με την αντίστοιχη ανατολικών Θρησκειών, δεν είναι τυχαία, μια και η Δυτική ασκητική, δεν διαχωρίζει τον διαλογισμό από την προσευχή, όπως η Ορθόδοξη. Στην δυτική ασκητική, όπως και στον ανατολικό μυστικισμό, υπάρχει το στοιχείο της φαντασίας.]

Η μυστική εμπειρία του Ιγνατίου Loyola (16ος αιώνας), ιδρυτού του Τάγματος των Ιησουιτών και ένας από τους στύλους του Καθολικού μυστικισμού, βασίζεται πάνω στην συστηματική καλλιέργεια της φαντασίας.

Το βιβλίο του, Spiritual Exercise (Πνευματική Άσκηση), αναγνωρισμένο μέσα στον Καθολικισμό σαν αρκετά έγκυρο, αδιαλείπτως καλεί τον Χριστιανό να φαντάζεται και να μελετά την Αγία Τριάδα, την Μητέρα του Θεού, τους Αγγέλους κλπ.  Από πλευράς αρχής, έρχεται σε δριμύτατη αντίθεση με την βάση των πνευματικών παλαισμάτων των Αγίων της καθολικής (=Παγκοσμίου, χρησιμοποιεί ευρύτερα τον όρο, εννοεί την Ορθόδοξη) Εκκλησίας, διότι οδηγεί τον πιστό σε τελεία πνευματική και συναισθηματική αταξία.

Η Φιλοκαλία, μια έγκυρη ανθολογία των ασκητικών γραπτών της πρώιμης Εκκλησίας, απαγορεύει αυστηρώς την συμμετοχή σε τέτοιου είδους «πνευματικές ασκήσεις».  Ορίστε μερικά αποσπάσματα από αυτή την ανθολογία:

Ο Άγιος Νείλος του Σινά (5ος αιώνας) προειδοποιεί:  «Να μην επιθυμείτε οπτασίες των Αγγέλων ή των Δυνάμεων ή του Χριστού, μην τυχόν χάσετε τα λογικά σας, μπερδέψετε τον λύκο για πνευματικό, και προσκυνήσετε τους δαιμονικούς εχθρούς σας...» (Αγ. Νείλος του Σινά, 153ο κεφάλαιο Περί Προσευχής. Φιλοκαλία, Κεφάλαιο 115, Τόμος 2 της 5τομης Β’ έκδοσης, Μόσχα 1884 σελ. 237).

Συζητώντας για εκείνους που κατά την προσευχή «φαντάζονται τις απολαύσεις του ουρανού, τις τάξεις των αγγέλων, και τις κατοικίες των αγίων», ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος (11ος αιώνας) λέει καθαρά πως «αυτό είναι σημείο πνευματικής αυταπάτης»  «Έχοντας  αρχίσει να βαδίζουν σε τέτοιο μονοπάτι, εκείνοι που βλέπουν ένα φως με τους φυσικούς τους οφθαλμούς, που αντιλαμβάνονται γλυκειές ευωδίες με το αισθητήριο της όσφρησης, και που ακούνε φωνές με τα αυτιά τους κλπ., έχουν πλέον παρασυρθεί....» (Αγ.. Συμεών ο Νέος Θεολόγος. «Περί των τριών τρόπων προσευχής», Φιλοκαλία, Τόμος 5, σελ. 463-464, Μόσχα 1900.

Ο Αγ. Γρηγόριος ο Σιναϊτης  (14ος αιώνας) μας υπενθυμίζει: «Ποτέ να μην καλοδέχεσθε ό,τι αντιλαμβάνεστε με τις αισθήσεις ή το πνεύμα, εντός ή εκτός, είτε είναι η εικόνα του Χριστού, ή ενός αγγέλου, ή κάποιου αγίου...... Εκείνοι που αποδέχονται τέτοια πράγματα... εύκολα ξεγελιώνται...ο Θεός δεν αγανακτεί με κάποιον που, προσέχοντας και φοβούμενος μήπως ξεγελαστεί, δεν αποδέχεται κάποιον που είναι όντως από Αυτόν,... τουναντίον, τον επαινεί, ως σώφρονα.... (Αγ. Γρηγόριος Σιναϊτης, Οδηγίες στους τηρούντες την σιωπήν,  σελ.224)

Υπό το φως των ανωτέρω παραδειγμάτων, δεν μπορεί να αμφισβητήσει κανείς την ορθότητα των λόγων αυτών.  Είναι πολύ ατυχές, που η Καθολική Εκκλησία έχει μάλλον πάψει πλέον να διακρίνει ανάμεσα στο πνευματικό και το συναισθηματικό, ανάμεσα στην αγιότητα και την φαντασιοπληξία, και κατά συνέπεια, ανάμεσα στον Χριστιανισμό και τον παγανισμό.

Αυτά, για τον Καθολικισμό.

Προκειμένου να καταπιαστούμε με τον Προτεσταντισμό, μας αρκούν τα διατυπωμένα δόγματά τους.  Μπορεί κανείς να συλλάβει την ουσία τους, αναλογιζόμενος ένα μόνο θεμελιώδη Προτεσταντικό ισχυρισμό:  «Ο άνθρωπος σώζεται μόνο δια της Πίστεως, και όχι με τα έργα του, συνεπώς, για ένα πιστό, η αμαρτία δεν καταλογίζεται ως αμαρτία.»

Εδώ βρίσκεται το θεμελιώδες ζήτημα που έχει μπερδέψει τους Προτεστάντες.  Άρχισαν να χτίζουν τον οίκο της σωτηρίας τους από τον 10ο όροφο, ξεχνώντας (αν το είχαν ποτέ θυμηθεί καν) τις διδαχές της πρώτης Εκκλησίας, περί του είδους της πίστης που σώζει τον άνθρωπο. Δεν είναι άραγε η πίστη στο γεγονός πως πριν 2000 χρόνια, ήρθε ο Χριστός και τα εκπλήρωσε όλα για μας;

Σε τι διαφέρει η Ορθόδοξη κατανόηση της πίστης από εκείνη των Προτεσταντών;  Και η Ορθοδοξία λέει πως η πίστη σώζει τον άνθρωπο, αλλά για τον πιστό, η αμαρτία παραμένει αμαρτία. Τι είδους πίστη είναι αυτή;  Σύμφωνα με τον Αγ΄Θεοφάνη, δεν είναι «διανοητική», δηλαδή αναλυτική, αλλά μάλλον είναι μια κατάσταση που αποκτάται μέσω μιας ορθής, και τονίζω το «ορθής», Χριστιανικής ζωής.  Μόνο μέσω μιας τέτοιας ζωής θα είναι δυνατόν να συλλάβει κανείς το γεγονός πως μόνο ο Χριστός μπορεί να τον σώσει από τα δεσμά και από τα βάσανα των παθών. Πώς αποκτάται μια τέτοια κατάσταση;  Με την εμμονή να τηρούμε τις Εντολές του Ευαγγελίου, και με την ειλικρινή μετάνοια.  Λέει ο Αγ. Συμεών ο Νέος Θεολόγος: «Η προσεκτική τήρηση των εντολών του Χριστού διδάσκει στον άνθρωπο τις αδυναμίες του», δηλαδή, του αποκαλύπτει πως χωρίς την βοήθεια του Θεού, είναι αδύναμος και αδυνατεί να ξερριζώσει τα πάθη του. Μόνος του, δεν μπορεί ο άνθρωπος να το κάνει. Όμως μαζί με τον Θεό – των δύο συνεργούντων – όλα γίνονται δυνατά. Η Χριστιανική ζωή είναι εκείνη που μας δείχνει πρώτα απ’ όλα ότι τα πάθη είναι αρρώστιες, δεύτερον, πως ο Κύριος είναι κοντά στον καθένα από εμάς, και τέλος, πως ανά πάσα στιγμή, ο Θεός είναι έτοιμος να μας βοηθήσει και να μας σώσει από την αμαρτία.  Όμως δεν μας σώζει χωρίς την δική μας συμμετοχή, προσπάθεια και αγώνα.  Ο πνευματικός αγώνας μας καθιστά ικανούς να δεχθούμε τον Χριστό.  Αυτό είναι πολύ ουσιώδες, διότι μας δείχνει πως χωρίς τον Θεό, δεν μπορούμε να θεραπεύσουμε τον εαυτό μας.  Μόνο την στιγμή που πνίγομαι είμαι βέβαιος για την ανάγκη μου για Σωτήρα.  Όσο είμαι στην ακτή, δεν χρειάζομαι κανένα.  Μόνο όταν βλέπω τον εαυτό μου να πνίγεται μέσα στον στρόβιλο των παθών, θα επικαλεστώ τον Χριστό. Τότε θα έρθει στην βοήθειά μου, και από εκείνο το σημείο είναι που αρχίζει η ενεργός και σωτήρια πίστη.

Η Ορθοδοξία μας διδάσκει πως η ελευθερία του ανθρώπου και η αξιοπρέπειά του δεν είναι (όπως διατείνεται ο Λούθηρος) μια «στήλη άλατος» που αδυνατεί να εκπληρώσει οτιδήποτε, αλλά μάλλον είναι συνεργάτες του Θεού, στην εκπλήρωσή της σωτηρίας μας.  Αυτό καθιστά κατανοητό στον Χριστιανό το νόημα όλων των Εντολών του Ευαγγελίου, και φανερώνει την αλήθεια της Ορθοδοξίας, και όχι απλώς μιας πίστεως στο ζήτημα της σωτηρίας.

Με τον τρόπο αυτό όχι απλά ο Χριστιανισμός, ούτε απλά μία θρησκεία, ούτε απλά η πίστη στον Θεό αλλά η  Ορθοδοξία, είναι που ξεκινά για τον άνθρωπο.

http://www.oodegr.com/

Εορτολόγιο

Δημοφιλείς αναρτήσεις


Banner Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων
Ξεκινάμε μια προσπάθεια παρουσίασης Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων.
Αν δεν υπάρχει ο δικός σας, ζητάμε συγνώμη,
ενημερώστε μας και θα τον συμπεριλάβουμε.





Create your own banner at mybannermaker.com!
Πέρα από το άτομο
Make your own banner at MyBannerMaker.com!

















(υπό κατασκευή)


Τα banner μας
Αντιγράψτε τον κώδικα στη δική σας σελίδα
για να εμφανιστούν τα banner μας.
Ειδοποιήστε μας για να συμπεριλάβουμε και το δικό σας.