Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

Γέροντα, γιατί οι άνθρωποι νοιώθουνε σήμερα ανασφάλεια; Γέροντας Παίσιος...


Ο κόσμος μοιάζει σήμερα, σαν μια κοχλάζουσα χύτρα ταχύτητος, με πολλές βαλβίδες!  Θα σκάσει εδώ, θα σκάσει εκεί. Προσεύχεσθε μη γίνει μ' εμάς η αρχή. Nα ζήτε όσο μπορείτε πιο απλά. Μη δυσκολεύετε από μόνοι σας τη ζωή σας. Οι πολλές ευκολίες κάνουν δέσμιους τους ανθρώπους σήμερα.  

- Γέροντα, γιατί οι άνθρωποι νοιώθουνε σήμερα ανασφάλεια;
- Γιατί όλοι είμαστε ασφαλισμένοι! Ασφαλίζουμε το αυτοκίνητό μας, το σπίτι μας, τη ζωή μας. Κάνοντας λοιπόν την κοσμική ασφάλεια, παραμερίζουμε την προστασία και Πρόνοια του  Θεού!


 - Γέροντα, σ' αυτά τα δύσκολα χρόνια θα επέμβει ο Χριστός;
- Ναι. Εδώ βλέπεις, σε έναν αδικημένο που έχει καλή διάθεση, επειδή δικαιούται την θεία βοήθεια, παρουσιάζονται πολλές φορές οι Άγιοι, η Παναγία, ο Χριστός, για να τον σώσουν. Πόσο μάλλον τώρα που θα βρίσκεται σε τόσο δύσκολη κατάσταση ο καημένος ο κόσμος. Τώρα μια μπόρα θα είναι, μια μικρή κατοχή του αντίχριστου σατανά. Θα φάει μετά μια σφαλιάρα από τον Χριστό, θα συγκλονισθούν όλα τα έθνη και θα έρθει η γαλήνη στον κόσμο για πολλά χρόνια. Αυτήν την φορά θα δώσει ο Χριστός μια ευκαιρία, για να σωθεί το πλάσμα Του.
Θα αφήσει το πλάσμα του ο Χριστός; Θα παρουσιασθεί στο αδιέξοδο των ανθρώπων, για να τους σώσει από τα χέρια του Πονηρού. Θα επιστρέψουν στο Χριστό και θα έρθει μια πνευματική γαλήνη σε όλη την οικουμένη για πολλά χρόνια. Δεν θα είναι η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, όταν έρθει ως Κριτής, αλλά μια επέμβαση του Χριστού, γιατί είναι τόσα γεγονότα που δεν έχουν γίνει ακόμη. Θα επέμβει ο Χριστός, θα δώσει μια σφαλιάρα σε όλο αυτό το σύστημα, θα πατάξει όλο το κακό, και θα βγάλει απ' αυτό, καλό τελικά. Θα γεμίσουν οι δρόμοι προσκυνητάρια. Έξω τα λεωφορεία θα έχουν εικόνες. Θα πιστέψουν όλοι οι άνθρωποι. Θα σε τραβάν, για να τους πεις για το Χριστό! Έτσι θα κηρυχθεί το Ευαγγέλιο σε ολόκληρη την οικουμένη και μετά (αργότερα), ο Χριστός θα έρθει ως Κριτής, να κρίνει τον κόσμο.
Άλλο Κρίση, άλλο μια επέμβαση του Χριστού, για να βοηθήσει το πλάσμα Του.

(Από το βιβλίο "Πνευματική Αφύπνιση", Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου,
έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος
Σουρωτή Θεσσαλονίκης) 


http://agioritikesmnimes.pblogs.gr

ΓΕΡΩΝ ΠΑΊΣΙΟΣ ' ΣΠΑΝΙΑ ΗΧΟΓΡΆΦΗΣΗ'' ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ











Πώς φθάνουμε στην κατάκριση. Γερ Παισιος




- Γέροντα, γιατί πέφτω συχνά στην κατάκριση; 

- Επειδή ασχολείσαι πολύ με τους άλλους. Περιεργάζεσαι τις αδελφές και θέλεις από περιέργεια να μαθαίνεις τι κάνει η μια, τι κάνει η άλλη. Έτσι μαζεύεις υλικό, για να έχει το ταγκαλάκι να εργάζεται και να σε ρίχνει στη κατάκριση.

- Γιατί, Γέροντα, ενώ πρώτα δεν έβλεπα τα ελαττώματα των άλλων, τώρα τα βλέπω και κατακρίνω;

- Τώρα βλέπεις τα ελαττώματα των άλλων, γιατί δεν βλέπεις τα δικά σου.

- Από πού προέρχονται, Γέροντα, οι λογισμοί κατακρίσεως;

- Από την ιδέα που έχουμε για τον εαυτό μας- δηλαδή από την υπερηφάνεια- και από την τάση να
δικαιολογούμε τον εαυτό μας.

- Γέροντα, η κατάκριση έχει έλλειψη αγάπης;

- Έμ, τι έχει; Και έλλειψη αγάπης έχει και αναίδεια έχει. Όταν δεν έχεις αγάπη, δεν βλέπεις με επιείκεια τα λάθη των άλλων, οπότε τους ταπεινώνεις μέσα σου και τους κατακρίνεις. Πάει μετά το ταγκαλάκι και τους βάζει να κάνουν και άλλο σφάλμα. Το βλέπεις εσύ, τους κατακρίνεις πάλι και ύστερα συμπεριφέρεσαι με αναίδεια.

- Μερικές φορές, Γέροντα, με στεναχωρεί η αδελφή με την οποία συνεργάζομαι και την κατακρίνω.

- Πού ξέρεις εσύ με πόσα ταγκαλάκια πολεμάει εκείνη την ώρα η αδελφή; Μπορεί να τη πολεμούσαν πενήντα δαίμονες, για να την ρίξουν, ώστε να σε κάνουν να πεις: «Ά, τέτοια είναι». Ύστερα, όταν δουν ότι την κατέκρινες, θα έρθουν πεντακόσιοι δαίμονες να την ρίξουν πάλι μπροστά σου, για να την κατακρίνεις ακόμα περισσότερο. Μπορεί λ.χ. να της πεις: «Αδελφή, μη βάζεις αυτό το πράγμα εκεί, εδώ είναι η θέση του». Την άλλη μέρα θα την κάνει το ταγκαλάκι να ξεχάσει τι της είπες και να το βάλει πάλι στην ίδια θέση. Θα κάνει και καμιά άλλη αταξία και θα λες με το λογισμό σου: «Μα χθες της είπα να προσέξει και σήμερα το έβαλε πάλι εκεί! Έκανε κι άλλη αταξία!». Οπότε την κατακρίνεις και δεν μπορείς να συγκρατηθείς και να μη μιλήσεις. «Αδελφή, της λες, δεν σου είπα να μην το βάλεις εκεί; Αυτό είναι ακαταστασία. Με έχει σκανδαλίσει η συμπεριφορά σου!». Αυτό ήταν! Ο διάβολος έκανε την δουλειά του. Σε έβαλε να την κατακρίνεις, αλλά και να ψυχρανθείς μαζί της. Και εκείνη, επειδή δεν ξέρει ότι εσύ ήσουν η αιτία για την απροσεξία της, θα νοιώθει τύψεις που σε σκανδάλισε και θα πέσει σε λύπη. Βλέπετε με τι πονηριά εργάζεται το ταγκαλάκι κι εμείς το ακούμε;

Γι’ αυτό προσπαθήστε να μην κρίνετε κανέναν. Να κρίνετε μόνον τα ταγκαλάκια που, ενώ ήταν Άγγελοι, κατάντησαν δαίμονες και , αντί να μετανοήσουν, γίνονται πιο πονηροί και κακοί και βάλθηκαν με μανία να καταστρέψουν τα πλάσματα του Θεού. Ο πονηρός δηλαδή παρακινεί τους ανθρώπους να κάνουν παραξενιές και αταξίες, και ο ίδιος πάλι βάζει λογισμούς άλλους ανθρώπους, για να κρίνουν και να κατακρίνουν, και έτσι νικάει και τους μεν και τους δε. Και αυτοί μεν που νικούνται και κάνουν αταξίες, αισθάνονται μετά την ενοχή τους και μετανοούν, ενώ οι άλλοι που κατακρίνουν δικαιώνουν τον εαυτό τους, υπερηφανεύονται και καταλήγουν στην ίδια πτώση με τον πονηρό, την υπερηφάνεια.

 ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΙΣΙΟΣ{ ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ}

http://talantoblog.blogspot.gr/

Τά ξύλα τοῦ παπᾶ (Μία συγκλονιστική πραγματική διήγηση με κρυπτοχριστιανούς)


Πέμπτη τοῦ Πάσχα κι ὁ πάπα – Λευτέρης πρωΐ-πρωΐ φόρτωνε τό ζῷο του κι ἑτοιμαζόταν νά κατεβεῖ στήν Τραπεζούντα.

Τήν ἴδια ὥρα ἀκούστηκαν οἱ πρῶτοι χτύποι τῆς καμπάνας. Ὁ συνεφημέριός του ὁ πάπα – Γαβριήλ φαίνεται πῶς εἶχε ἀϋπνίες. Χθές ἦταν ἡ σειρά του νά λειτουργήσει. Μετά πῆρε τά βουνά καί τά λαγκάδια νά μαζέψει ξύλα. Καί σήμερα νάτον ξημερώματα, ἕτοιμος νά κάνει τόν πραματευτή. Κανονικά ὄφειλε νά πάει στήν ἐκκλησιά. Τέτοια μέρα, ἀκόμη Πασχαλιά, ποῦ ξανακούστηκε νά λείπει ἀπ’ τή Λειτουργία! Ἄς ὄψονται, ὅμως, τά τόσα στόματα ποῦ περιμένουν στό σπίτι. Κάποιος ἔπρεπε νά νοιαστεῖ γιά τό καθημερινό τους…Ὀκτώ του ἔδωσε ὁ Θεός κι ἄλλα τρία ὁ Ἀνάστασης ὁ κουμπάρος του: Τή γυναῖκα του, τήν πεθερά του, τήν «κυρά – ντουλάπα», καί τόν κουνιάδο του, ποῦ δέν φτουρᾶ σέ δουλειά…

 Ἔκανε τό σταυρό του καί ξεκίνησε. .. Εἶχε μπροστά του πολύ δρόμο. Ὑπολόγιζε πρίν τό μεσημέρι νά φτάσει στήν πόλη κι ἄν ὅλα πᾶν καλά, ἀργά τό βράδυ νά εἶναι πάλι πίσω. «Βαστᾶτε ποδαράκιά μου» ἀναστέναξε καθώς ἀναλογίστηκε τό δρόμο ποῦχε νά κάνει. Κατά πῶς τό εἶχε συνήθειο ἄρχισε τό ψάλσιμο, νά σπάει κι ἡ μονοτονία. Νά κάνει ὅμως καί τό κέφι του. Μέσα στήν ἐρημιά ποιός τόν ἀκούει; Μόνο ὁ Θεός. Ἀποφεύγει καί τά κοροϊδευτικά χαμόγελα τοῦ πάπα – Γαβριήλ ἤ τίς εἰρωνίες τοῦ Ἰορδάνη, τοῦ ψάλτη: «Ἐξαιρετικά τά λές παπά. Σάν μανάβης!» Τό ξέρει. Ἡ φωνή τοῦ ἀκούγεται ἄσχημα. Μά ὅτι λέει, τό ψέλνει μέ τήν καρδιά του κι αὐτό θέλει ὁ Θεός. Ὅπως τότε ποῦ ἦταν μικρός. Καί φλεγότανε ἀπ’ τό μεράκι τῶν ὕμνων…

Ἀκόμη κι ὁ δεσπότης τή μοναδική φορά ποῦ λειτούργησε μαζί του τοῦ εἶπε: «Σούς μπρέ. Δέν τό λέγεις καλά». Ἦταν ἕνα ὅριο ποῦ τοῦ ἔβαλε ὁ Θεός καί δέν μποροῦσε νά τό ξεπεράσει. Τί κι ἄν πάλαιψε; Τί κι ἄν προσευχήθηκε; Τί κι ἄν ἔκλαψε; Τό μόνο ποῦ κατόρθωσε εἶναι, ὅσα λέει, νά τά λέει μέσα ἀπ’ τήν καρδιά του. Κι αὐτό εἶναι ποῦ θέλει ὁ Θεός. Τήν καρδιά, ὄχι τό λαρύγγι! Ἡ παρηγοριά του γιά τή σιωπή ποῦ ἔχει ἐπιβάλλει στόν ἑαυτό του. Σιωπή γιά νά μήν ἐνοχλεῖ, ὅπως ἐνοχλοῦσε τότες ποῦ μικρός στεκόταν παράμερα στό ψαλτῆρι. Ὅπως ἐνοχλοῦσε ἀργότερα τούς φίλους του ποῦ προχώρησαν στήν ψαλτική κι ἄς πίστευε πῶς θά τόν θέλουν κοντά τους. Ὅπως ἐνοχλοῦσε τό φίλο του τόν Ἀποστόλη, ποῦ ἔγινε δεξιός ψάλτης στό διπλανό χωριό. Σταμάτησε, ἔτσι, νά ψέλνει μπροστά στόν κόσμο καί προτιμοῦσε τίς ἐρημιές. Μέ τά τροπάρια μετροῦσε τίς ἀποστάσεις. Ξεκίναγε μέ τόν ὄρθρο, ἔλεγε καί λίγα ἀπ’ τόν ἑσπερινό κι ἄν εἶχε κι ἄλλο δρόμο πρόσθετε καί μερικά σκόρπια τροπάρια. Αὐτό θά ἔκανε καί τώρα, μέρες τῆς Πασχαλιᾶς. «Μπρός, λοιπόν, παπά δῶσε του νά καταλάβει» μονολόγησε. Ἔκανε τό σταυρό του κι ἄρχισε: «Ἀναστάσεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν λαοί…». Ἀφοῦ ἔψαλε ὅλον τόν κανόνα, προχώρησε καί στούς αἴνους κι ἐκεῖ κατά τό δοξαστικό ἔμπαινε πιά στά πρῶτα σπίτια τῆς Τραπεζούντας.

Μέ τό ψάλσιμο κάπου εἶχε ἀφαιρεθεῖ. Ὅταν κατάλαβε πῶς ἦταν στόν τουρκομαχαλά σκέφτηκε νά γυρίσει πίσω. Στάθηκε λίγο νά προσανατολιστεῖ κι ὕστερα πῆρε ἕνα σοκάκι ἐκεῖ στ΄ ἀριστερά. Περίμενε νά τόν βγάλει ἔξω ἀπό τό Κάστρο, μ΄ αὐτό φιδογύριζε ἀνάμεσα στά τουρκόσπιτα. Σέ κάποια στροφή φάνηκε ἕνας καφενές κι ἀπόξω δύο τρεῖς τοῦρκοι ἀραχτοί, ἀπολάμβαναν τό ναργιλέ τους. Καθώς περνοῦσε μπροστά του ὁ ἕνας του φώναξε: «Πόσο τά ξύλα παπά;» «Πέντε γρόσια ἐφέντη μ’». «Πολλά δέν εἶναι βρέ καραμπᾶς (μαυροκέφαλε;)» «Ὄχι ἐφέντη μ’, ὄχι. Ἔρχουμαι ἀπό μακριά», ὁ πάπα – Λευτέρης ἤξερε ν’ ἀντιστέκεται στά παζάρια τῶν τούρκων. «Κι ὑστέρα τί παίρνεις μέ πέντε γρόσια;» «Ἄντε νά σού δώσω τρία νά τά φέρεις καί στό σπίτι». «Νά χαρεῖς τά νειάτα σου ἐφέντη μ’. Κάμε τά τουλάχιστο τέσσερα.

Εἶμαι φτωχός κι ἔχω τόσα στόματα νά θρέψω». «Καλά. Ἄς εἶναι. Θά σού δώσω τέσσερα». Σηκώθηκε ἀπ’ τό σκαμνί του, τεντώθηκε καί πλησίασε τόν παπά. Χαΐδεψε λίγο τό ζῷο καί μετά στράφηκε ἄγριος στό παπά. «Δέν λυπᾶσαι τό ζῷο βρέ Γκιαούρ; Πῶς τό φόρτωσες τό καημένο; Κοντεύει νά ψοφήσει! Δέν φοβᾶσαι τό Θεό βρέ καραμπᾶς;» «Ἀντέχει ἐφέντη μ’» τόλμησε ν’ ἀπαντήσει ὁ πάπα – Λευτέρης. «Σούς μπρέ» ἔβαλε τίς φωνές ὁ τοῦρκος καί σήκωσε τό χέρι τοῦ ἀπειλητικά. «Πᾶμε σπίτι νά τό ταΐσεις λίγο καί νά τό ποτίσεις. Γκιαούρ. Διαβόλου γενιά!» Γιόμισε ὁ μαχαλάς ἀπ’ τίς φωνές του.


Ὁ παπάς, τόν ἀκολούθησε φοβισμένος. «Τρελός θάναι» σκέφτηκε κι ἀπό μέσα τοῦ ἔλεγε ὅσες εὐχές τοῦ ἐρχόντουσαν στό μυαλό. Μπροστά στήν αὐλόπορτα τοῦ σπιτιοῦ φώναξε ἕνα ὄνομα. Ὕστερα καί μέ μία κλωτσιά τήν ἄνοιξε διάπλατα. «Μπές μέσα μπρέ γκιαούρ. Δέν φοβᾶσαι τό Θεό εἶσαι καί παπάς». Μέ τόν ἴδιο τρόπο ἔκλεισε τήν πόρτα κι ἀμέσως δύο νεαροί ξεφόρτωσαν τό ζῷο. Ὁ τοῦρκος, μέ φωνές, τράβηξε σχεδόν τόν παπά Λευτέρη μέσα στό σπίτι, πού ἀπ’ τό φόβο τοῦ ἔχασε κάθε δύναμη ν’ ἀντισταθεῖ. Μόνο ἔτσι σάν ἀστραπή τοῦ πέρασε ἡ σκέψη: «Εἶδες τί ἔπαθες γιά νά μήν πᾶς στή Λειτουργία;» Μέχρι τήν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ χαλοῦσε τόν κόσμο μέ τίς φωνές του. Μόλις πέρασαν τό κατῶφλι τήν ἔκλεισε μέ τόση δύναμη λές κι ἤθελε νά τήν γκρεμίσει. Καί τότε ἔγινε ἡ μεταμόρφωση. Ὁ ἄγριος τοῦρκος, αὐτός ποῦ χωρίς αἰτία ἦταν ἕτοιμος νά κακοπαιδέψει τό φτωχό παπά, ἔπεσε στά γόνατα καί φίλησε τό χέρι του μέ σεβασμό.

 Ἡ φωνή τοῦ μόλις ἀκουγόταν. «Σχώραμε παπούλη μου, σχώραμε» τοῦ εἶπε ἑλληνικά. «Δέν εἶχα κακό σκοπό. Γί΄ αὐτά τά σκυλιά φώναζα, ποῦ μᾶς ἔβλεπαν. Μήν καταλάβουν τίποτα καί χαθοῦμε. Χριστιανοί εἴμαστε κι ἐμεῖς κι ἄς φαινόμαστε τοῦρκοι». Κατάλαβε. Εἶχε μπροστά του ἕναν ἀπ’ αὐτούς ποῦ οἱ ρωμιοί ὀνόμαζαν κλωστούς. Ἕναν ἀπ’ αὐτούς ποῦ ἀντιστάθηκαν τόσα χρόνια στήν ὑποδούλωση τῆς ψυχῆς. Στή φαντασία τοῦ ὁ ἠρωϊσμός κι ἡ πίστη τούς ἔπαιρναν μυθικές διαστάσεις. Πᾶνε μερικά χρόνια ποῦ ἄκουσε γί΄ αὐτούς. Τότε θυμᾶται θέλησε νά τούς συναντήσει, νά ἔρθει σ’ ἐπαφή μαζί τους. Τόν συγκράτησαν οἱ πιό φρόνιμοι. Θάρθει ἡ στιγμή τοῦ εἶπαν, καλύτερα νά μή βιάζεσαι. Πέρασαν τά χρόνια κι ἡ στιγμή δέν ἦρθε. Στήν ἀρχή μάθαινε πῶς κάποιος παπάς βρέθηκε στή δίνη τῆς ἱστορίας τους, μά κι αὐτό σταμάτησε μέ τά χρόνια.

 Ἔτσι, κάπου μέσα του, ἄρχισε νά μήν πολυπιστεύει στήν ὕπαρξή τους. Ἄρχισε νά ἀμφιβάλλει γιά πολλά, ἤ νά τά δέχεται σάν μία χαριτωμένη ὑπερβολή. Καί νά τώρα ποῦ εἶχε μπροστά του ἕνα δικό τους. Τόν ἐπίασε ἀπό τά χέρια καί τόν σήκωσε. Ἐκείνη τή στιγμή φάνηκαν δύο γυναῖκες, ἡ μία νέα ἡ ἄλλη ἡλικιωμένη, καί τόν περιτριγύρισαν ἕνα τσοῦρμο παιδιά! « Ἡ φαμιλιά μου παπούλη μου» τοῦ εἶπε ὁ κρυφός χριστιανός. Σέ λίγο καθισμένοι στό σαλόνι ἀντάλασσαν τίς ἱστορίες τους. Αἰσθάνονταν γνωστοί ἀπό χρόνια. Ἦταν κι αὐτοί ὅπως ὅλοι οἱ δικοί τους. Χρόνια τώρα, ἀπό πατέρα σέ παιδί, κράταγαν μυστική τήν πίστη τους καί συνέχιζαν φανερά νά κάνουν τή ζωή τοῦ μουσουλμάνου. Πρῶτα κοντά τούς ἔμενε ἕνας χότζας ποῦ ἦταν κρυφός παπάς. Αὐτός τούς βάφτισε, αὐτός τούς πάντρεψε, αὐτός κήδευε τούς πατεράδες τους. Ὅλα στά κρυφά. Νύχτα πάνω στή νύχτα. Τή μέρα τούς πάντρευε τούρκικα. Τή νύχτα χριστιανικά. Γεννιόταν ἕνα παιδί; Τή μέρα ἔκανε σουνέτι. Τή νύχτα βαφτίσια. Στό θάνατο ὁ πρῶτος ποῦ ἔμπαινε στό σπίτι ἦταν αὐτός.

 Μόνος μέ τήν οἰκογένεια τοῦ νεκροῦ διάβαζε τρισάγιο. Τή νύχτα ἔκανε τήν κηδεία καί τό πρωΐ ὅλα τά ἔθιμα τῶν μουσουλμάνων. Διπλή ζωή, διπλό ξόδι. Ἀπό τότε ὅμως ποῦ πέθανε, ἔμειναν ὀρφανοί. Ἀλειτούργητοι. Ἀβάφτιστοι. Δύο χρόνια ἔχουν νά κάνουν Ἀνάσταση. Τή νύχτα τό Μεγάλο Σάββατο ἄκουσαν τίς καμπάνες ἀπ’ τό χριστιανικό μαχαλά. Ἄναψαν κερί καί ἔψαλαν σιγανά τρεῖς φορές τό «Χριστός Ἀνέστη». «Νά κάνουμε τώρα τήν Ἀνάσταση», ἡ ἰδέα ἄστραψε στό μυαλό τοῦ πάπα – Λευτέρη. «Τί πειράζει; Πασχαλιά εἶναι ἀκόμη. Ἑτοιμαστεῖτε κι ἐδῶ εἴμ΄ ἐγώ». Ἀπ’ τή στιγμή ἐκείνη ἕνας ὁλάκερος μηχανισμός μπῆκε σέ λειτουργία. Μέχρι τό βράδυ βρέθηκαν ἄμφια, σκεύη, πρόσφορα ἐνῷ ἕνα νιό παληκάρι, μέ γρήγορο ἄλογο, ἔτρεξε στό χωριό νά καθησυχάσει τήν παπαδιά, ποῦ δέν θά γύριζε ὁ παπάς ἐκεῖνο τό βράδυ. Γύρω στά μεσάνυχτα γιόμισε τό σπίτι ἀπό κρυφοχριστιανούς. Ἄντρες, γυναῖκες, παιδιά πέρασαν τό κατώγι μ’ ἁγιοκέρια ποῦ εἶχαν μόνοι τους ἑτοιμάσει. Στήν ἀνατολική πλευρά μία κασέλα εἶχε γίνει Ἁγία Τράπεζα. Ὁ πάπα – Λευτέρης ἄρχισε τό ψάλσιμο μ΄ ἕνα γέροντα. «Κύματι θαλάσσης τόν κρύψαντα πάλαι διώκτην τύραννον».


Τούτους ΄δῶ δέν ἐνοχλοῦσε ἡ φωνή του. Γι’ αὐτό δέν ἄκουσε ἐκεῖνο τό «σούς μπρέ», ποῦ τοῦ μαύριζε τήν ψυχή. Τούς ἔφτανε ποῦ ἄκουγαν τά λόγια. Κι ἄν ἔκρινε ἀπό τά βλέμματα, ἴσως καί νά φχαριστιόντουσαν ἀπ’ τό ψάλσιμό του. Στό τέλος ἄναψε τό κερί τοῦ ἀπ’ τό καντῆλι ποῦ τρεμόπαιζε καί κάλεσε τούς μυστικούς χριστιανούς του: «Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτός καί δοξάσατε Χριστόν τόν ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν». Μετά, ἐκεῖ στή μέση, ἔψαλε «τήν Ἀνάστασίν σου Χριστέ Σωτήρ», διάβασε τό Εὐαγγέλιο κι ἐνῷ ἡ πόλη ἡσύχαζε, ψάλανε ὅλοι μαζί τό «Χριστός Ἀνέστη». Γύρω του τά δακρυσμένα μάτια τοῦ σκλάβωναν τήν καρδιά. Ἦταν μία ἀπ’ τίς στιγμές ποῦ θά τόν συνόδευαν σ’ ὅλη του τή ζωή. Ἦταν ἕτοιμη νά ξεπροβάλει ἡ νέα μέρα, ὅταν ξεκίναγε νά γυρίσει στό χωριό.

Πίσω του ἄφηνε τό σπίτι, ποῦ ἔγινε ἡ κολυμπήθρα γιά ν’ ἀναβαπτιστεῖ στήν πίστη του κι ἕνα κομμάτι τῆς καρδιᾶς του. Θαρχόταν νά τό συναντήσει πάλι σέ λίγες μέρες. Τόν περίμεναν οἱ νέοι του χριστιανοί. Μαζί τους καί τά μικρά παιδιά, ποῦ εἶχαν μείνει ἀβάπτιστα. Τώρα ἤξερε. Κάθε φορᾶ ποῦ ξεκίναγε μέ ξύλα γιά τήν Τραπεζούντα θά ἔφερνε κι ἕνα φόρτωμα στόν τουρκομαχαλά. Κάθε φορᾶ καί σέ διαφορετικό σπίτι. Τή νύχτα τό σπίτι αὐτό θά γινόταν ἡ ἐκκλησιά κι ἐκεῖ θά συνάζονταν οἱ κλωστοί. Ἄπ΄ τά πιό ἀπίθανα μέρη ξεφύτρωναν οἱ μαῦρες σκιές ποῦ ἀδιαφοροῦσαν γιά τήν προχωρημένη ὥρα. Τίς πιό πολλές φορές ἐρχόταν στό σπίτι τοῦ πεθαμένου κρυφοῦ παπᾶ ὅπου ὑπῆρχε ὁλάκερη ἐκκλησιά κρυμμένη ἄπ’ τά μάτια τοῦ κόσμου. Μυστικές πόρτες ἔφερναν τούς πιστούς ἀπό τούς σκοτεινούς δρόμους.

Ἔξω οἱ νέοι εἶχαν ἀναλάβει τή φύλαξη. Τόσα χρόνια στή ζωή αὐτή ἔμαθαν νά φροντίζουν τήν ἀσφάλειά τους. Μαζί τους ἄρχισε κι αὐτός νά ζεῖ τούς φόβους καί τίς ἀγωνίες τους κι ὅταν γνωρίστηκαν καλά ἡ ἔγνοιά του σκλαβώθηκε στό μαχαλά τους. «Τά παιδιά ἔχουν σήμερα μπαϊράμι» ἔλεγε στήν παπαδιά «κι ὅλη μέρα θά εἶναι νηστικά»…

Πηγή: Γιώργη Θ Πρίντζιπα, Τό συναξάρι τῶν κρυφῶν ὀνείρων, § Τά ξύλα τοῦ παπᾶ (ἀποσπάσματα), σέλ. 113 -140, ἔκδοσις 1η , ἔκδοσις Τέρτιος, Κατερίνη, Ὀκτώβριος 1992-ΡΩΜΑΙΙΚΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ


http://fdathanasiou.wordpress.com/

Εορτολόγιο

Δημοφιλείς αναρτήσεις


Banner Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων
Ξεκινάμε μια προσπάθεια παρουσίασης Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων.
Αν δεν υπάρχει ο δικός σας, ζητάμε συγνώμη,
ενημερώστε μας και θα τον συμπεριλάβουμε.





Create your own banner at mybannermaker.com!
Πέρα από το άτομο
Make your own banner at MyBannerMaker.com!



Create your own banner at mybannermaker.com!
Make your own banner at MyBannerMaker.com!















(υπό κατασκευή)


Τα banner μας
Αντιγράψτε τον κώδικα στη δική σας σελίδα
για να εμφανιστούν τα banner μας.
Ειδοποιήστε μας για να συμπεριλάβουμε και το δικό σας.