Σάββατο, 30 Μαΐου 2015

To τελευταίο κείμενο του γ.Εφραίμ του Κατουνακιώτου, (+14/27.2.1998)




«Μα πότε θα έλθη η ευλογημένη εκείνη ημέρα ;
Η μεγάλη και επιφανής , που όλοι μαζύ , Αγγελοι και άνθρωποι θα ενωθούν εις δοξολογίαν Θεού;
Μέσα στο αιώνιον και γλυκύτατον και ανεκδιήγητον φώς;
Μέσα στην αιώνιον χαρά;
Ω ! Τι αιώνιος χαρά περιμένει τους χριστιανούς !
Ω ! έρωτας του γλυκυτάτου και ωραιοτάτου Ιησού !
Ω βασιλική ερωτική μέθη!
Ω! αθάνατος ψυχή ! Χριστιανική ψυχή
τι έχεις να κληρονομήσης ! Τι έχεις να απολαύσης!
Τι σού έχει ετοιμάσει ο γλυκύτατος Νυμφίος σου Ιησούς!
Ένα θα γίνης με Αυτόν.
«καί ο  αγιαζων καv οι αγιαζόμενοι αξ ενός πάντες» (Εβρ.β,11)
που θα τον βλέπης πρόσωπον προς πρόσωπον αιωνίως .
Και θα Τον φιλής, θα Τον φιλής, θα Τον φιλής στα μάτια, στο στόμα, στα χέρια Του, στην πλευράν Του, στο στήθος Του, και όσο Τον φιλής τόσον περισσότερον θα καίγεσαι από ζέση πνευματική , από αγάπη να Τον φιλής.
Ω ! Ερωτικό ξεχείλισμα της ασματικής νύμφης , τής ορθοδόξου χριστιανικής ψυχής προς τον γλυκύτατο Νυμφίον της, τον Ιησούν.
Που στόμα και μάτια ενώθηκαν, έγιναν ένα στο ίδιο σώμα
Τα μεν μάτια να αναλύονται, να λιώνουν σε ερωτικά δάκρυα, σε δάκρυα χαράς, σε δάκρυα ειρήνης και γλυκύτητος
το δε στόμα σε ατέλειωτα ερωτικά άσματα σε ερωτικούς ύμνους δοξολογίας χωρίς τέλος
όπως Αυτός ο ίδιος ο Νυμφίος της την έχει μάθει την έχει διδάξει από πολλήν αγάπη προς αυτήν.

Επίλογος
«Έφη το σεπτόν και σεβάσμιον στόμα
νοσφισμός (=αποχωρισμός) υμίν ου γενήσεται φίλοις»
 
Αμήν.

(το παραπάνω κείμενο είναι το τελευταίο που έγραψε ιδιοχείρως  ο ησυχαστής παππούλης το 1994, λίγο μετά έχασε το φως του.
Ας έχουμε την ευχή του.)

 http://misha.pblogs.gr

Γιατί το Αγιο Πνεύμα εμφανίσθηκε με τη μορφή πύρινης γλώσσας, (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)





Σ’ έναν τακτικό αναγνώστη της Αγίας Γραφής, που ρωτά γιατί το Αγιο Πνεύμα εμφανίσθηκε με τη μορφή πύρινης γλώσσας (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Όταν ο Κύριος βαπτίσθηκε στον Ιορδάνη το Αγιο Πνεύμα εμφανίσθηκε εν είδει περιστεράς. Εμφανίσθηκε όχι για να προσθέσει κάτι στον Χριστό, αλλά συμβολικά, έτσι ώστε να δείξει αυτό που υπάρχει μέσα στον Χριστό: την ακακία, την καθαρότητα και την ταπεινότητα. Αυτό συμβολίζει το περιστέρι. Όταν οι απόστολοι συγκεντρώθηκαν την πεντηκοστή ημέρα από την ημέρα της Ανάστασης, το Αγιο Πνεύμα εμφανίσθηκε με τη μορφή πύρινων γλωσσών. Εμφανίσθηκε ως πύρινη γλώσσα για να τους αφαιρέσει κάτι και να τους προσθέσει κάτι. Δηλαδή, να αφαιρέσει από αυτούς κάθε αμαρτία, κάθε αδυναμία, φόβο και ακαθαρσία της ψυχής και να τους δωρίσει τη δύναμη, το φως και τη ζεστασιά. Οι πύρινες γλώσσες επισημαίνουν συμβολικά αυτά τα τρία: τη δύναμη, το φως και τη ζεστασιά.

Γνωρίζεις ότι το πυρ είναι δυνατό, γνωρίζεις πως φωτίζει και ζεσταίνει. Αλλά όταν μιλάς για το Αγιο Πνεύμα πρόσεξε να μην σκέπτεσαι υλικά αλλά πνευματικά. Γίνεται λόγος λοιπόν, για την πνευματική δύναμη, για το πνευματικό φως και για την πνευματική ζεστασιά. Και αυτά είναι: η δυνατή θέληση, ο φωτισμένος νους και η ζέση της αγάπης. Μ΄αυτά τα τρία πνευματικά όπλα εξόπλισε το Αγιο Πνεύμα τους στρατιώτες του Χριστού για να αντιμετωπίσουν τον κόσμο. Ο Διδάσκαλος τους είχε απαγορεύσει ακόμα και ράβδο να φέρουν από τα επίγεια όπλα.

Γιατί το πυρ εμφανίζεται με τη μορφή γλωσσών πάνω από τα κεφάλια τους; Επειδή οι απόστολοι έπρεπε μέσω της γλώσσας να κηρύξουν στους λαούς το χαρμόσυνο νέο, την ευαγγελική αλήθεια και ζωή, την επιστήμη της μετάνοιας και της συγχώρεσης. Με τον λόγο έπρεπε να μάθουν, με τον λόγο να θεραπεύουν, με τον λόγο να παρηγορούν, με τον λόγο να αγιάζουν και να καθοδηγούν, με τον λόγο να φροντίζουν την Εκκλησία. Επίσης, με τον λόγο να αμύνονται, αφού τους είπε ο Οδηγός να μην φοβούνται τους διώκτες και να μην υπερασπίζονται εαυτούς στα δικαστήρια κατά το δοκούν, επειδή είναι απλοί άνθρωποι, και τους βεβαίωσε: «Ου γαρ υμείς έστε οι λαλούντες αλλά το Πνεύμα του πατρός υμών το λαλούν εν υμίν» (Ματθ. 10, 20). Θα μπορούσαν άραγε να μιλούν τη συνηθισμένη γλώσσα των ανθρώπων για το μέγιστο χαρμόσυνο νέο το οποίο έφθασε ποτέ στα αυτιά των ανθρώπων, ότι ο Θεός εμφανίσθηκε στη γη και άνοιξε στους ανθρώπους τις πύλες της αθάνατης ζωής; Θα μπορούσε άραγε ο άνθρωπος με τη θνητή ανθρώπινη φύση να διαδώσει αυτό το ζωοποιό βάλσαμο μέσα από τη δυσωδία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και μάλιστα έως την άκρη του κόσμου; Με τίποτα και ποτέ. Μόνο το πύρινο Πνεύμα του Θεού μπορούσε να το κάνει, το οποίο διά στόματος αποστόλων σκόρπισε ουράνιες σπίθες στο επίγειο σκοτάδι.

Αλλά, άνθρωπε, δεν αισθάνθηκες ποτέ το Πνεύμα του Θεού μέσα σου; Δες, και εσύ είσαι βαπτισμένος με Πνεύμα· με νερό και Πνεύμα. Άραγε ποτέ δεν σε ξάφνιασε μέσα σου κάποια μεγάλη και φωτεινή σκέψη, σιωπηρός λόγος του Αγίου Πνεύματος; Ποτέ δεν σε ξάφνιασε σαν άνεμος και δεν φούντωσε μέσα στην καρδιά σου η αγάπη για τον Δημιουργό σου φέρνοντάς σου δάκρυα στα μάτια;

Παραδώσου στην θέληση του Θεού και φύλαξε αυτό που δονεί την ψυχή· θα γνωρίσεις το θαύμα της Πεντηκοστής, που στάθηκε πάνω από τους αποστόλους.

Ειρήνη και χαρά από το Άγιο Πνεύμα.


(ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ, "Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται", Εκδ. "Εν Πλω", σ. 104)

 http://www.alopsis.gr

Παρασκευή, 29 Μαΐου 2015

Ψηλάφηση της Αγιορείτικης διάστασης του Ν. Γ. Πεντζίκη




Μεγάλος αριθμός Νεοελλήνων καλλιτεχνών και ανθρώπων των γραμμάτων επισκέφθηκαν το Άγιον Όρος κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα. Το 1900 επισκέπτεται τον Άθω ο διηγηματογράφος Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, ο οποίος εξεμέτρησε τον ζην ως μοναχός Ανδρόνικος. Ακολουθούν, μεταξύ άλλων, οι Νίκος Καζαντζάκης, Άγγελος Σικελιανός, Τάκης Παπατσώνης, Φώτης Κόντογλου, Σπύρος Παπαλουκάς, Στρατής Δούκας, Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Πολύκλειτος Ρέγκος, Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Γιώργος Παραλής, Κώστας Ταχτσής, Γιώργος Θεοτοκάς, Νίκος Καρούζος. Ανάμεσά τους, η περίπτωση του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη (1908-1993) κατέχει ιδιαίτερη θέση, όχι μόνο επειδή κατά την διάρκεια του βίου του επισκέφθηκε το Άγιον Όρος ενενήντα τέσσερις φορές, όπως ο ίδιος εκαυχάτο, αλλά κυρίως επειδή όλοι οι άλλοι, με εξαίρεση ίσως τον Κώστα Ταχτσή, επισκέφθηκαν τον Άθω έχοντας παγιώσει και καθιερώσει την ατομική τους δημιουργική έκφραση, ενώ ο ΝΓΠ επισκέπτεται το Άγιον Όρος για πρώτη φορά δύο χρόνια πριν πρωτοεμφανιστεί στα γράμματα με το μυθιστόρημα «Αντρέας Δημακούδης, ένας νέος μονάχος» (1935) και ένδεκα χρόνια πριν από την πρώτη δημόσια έκθεση εικαστικών του δημιουργιών (1944).

Καταλυτικοί δεσμοί

Ο ΝΓΠ επισκέπτεται για πρώτη φορά το Άγιον Όρος σε ηλικία 23 ετών, το 1933. Έχοντας σπουδάσει Οπτική Φυσιολογία, Βοτανική και Φαρμακευτική στο Παρίσι και στο Στρασβούργο, ο ΝΓΠ διαχειριζόταν τότε το φαρμακείο που είχε ιδρύσει στην Θεσσαλονίκη, το 1887, ο πατέρας του Γαβριήλ Πεντζίκης (1868-1927). Ήταν το πρώτο επιστημονικό φαρμακείο της πόλης και ίσως του ευρύτερου βαλκανικού χώρου, και το 1933  προμήθευε ήδη επί ένα τέταρτο του αιώνος και πλέον φαρμακευτικά είδη και σκευάσματα σε πολλές αγιορείτικες μονές. Οι επαγγελματικοί αυτοί δεσμοί υπήρξαν οπωσδήποτε καταλυτικοί στην διαμόρφωση της συχνότητας των επισκέψεων του ΝΓΠ στο Άγιον Όρος και της συναναστροφής του με τους Αγιορείτες μοναχούς. Θα μπορούσε μάλιστα κανείς να χωρίσει την αγιορείτικη συναναστροφή του ΝΓΠ σε δύο περιόδους, πριν και μετά το 1953, έτος κατά το οποίο ο ΝΓΠ αποδεσμεύτηκε από το πατρικό φαρμακείο.

Καταληκτική κορωνίδα της πρώτης περιόδου αποτελεί η εικοσαήμερη παραμονή στο Άγιον Όρος του ΝΓΠ και του φίλου ζωγράφου Γιώργου Παραλή, το καλοκαίρι του 1952. Κατά την διάρκειά της ο ΝΓΠ κρατά σημειώσεις και κάνει σχέδια, βάσει των οποίων ζωγραφίζει 17 πίνακες με αγιορειτικά θέματα που θα αποτελέσουν τον πυρήνα της δεύτερης ατομικής του έκθεσης ζωγραφικής, τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς. (Το «Αγιορειτικό Σημειωματάριο, 1952» του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη θα εκδοθεί προσεχώς από τις Εκδόσεις Ίνδικτος).

Τα εγκαίνια της έκθεσης αυτής προλόγισε ο ΝΓΠ με την ομιλία του «Προσεγγίσεις στο Άγιον Όρος», που αργότερα δημοσιεύτηκε στο περ. «Μορφές», και αποτελεί κατά κάποιον τρόπο την εσωτερική κατάθεση του συγγραφέα ζωγράφου της πρώτης περιόδου.

Αντίστοιχα, το κείμενο «Άθως, η δεύτερη πανοπλία», που πρωτοδημοσιεύτηκε στον τόμο «Χριστιανικό Συμπόσιο» τα Χριστούγεννα του 1969 και αναδημοσιεύεται εδώ, δικαιολογημένα μπορεί να θεωρηθεί ως εμβληματικό της δεύτερης περιόδου.

Ανάμεσα χρονικά στα δύο αυτά κείμενα βρίσκεται το δοκίμιο «Έρως της Εκκλησίας» (1962), που ο συγγραφέας αργότερα ενσωμάτωσε στην συλλογή κειμένων «Προς εκκλησιασμό» (1970, και Εκδόσεις Ίνδικτος, 2007). Εκεί ο ΝΓΠ με συγκλονιστική ειλικρίνεια περιγράφει το πρώτο του ταξίδι στο Άγιον Όρος και τα οφέλη που άντλησε και συναποκόμισε από την μακρόχρονη συναναστροφή του με την Εκκλησία ως κτίσμα και ως Σώμα Χριστού:

Ανθρώπινη ανάγκη είναι να μπαίνουν σ’ ένα δρόμο τα πράγματα. Φόβοι και δισταγμοί και μέχρι της στιγμής που γράφω αναστέλλουν κάθε σαφή τοποθέτηση. Ακούω μία φωνή, που προσπαθεί να με πείσει ότι τοποθετούμενος θα πάψω να υφίσταμαι, θα κονιορτοποιηθώ τελείως. Χρόνια τώρα σφυρηλατήθηκα απ’ αυτή την αίσθηση της κονιορτοποιήσεως. Πιθανόν να είναι συγγενής στον άνθρωπο. Πάντως, όταν το καλοκαίρι του 1933 πρωτοπήγα στο Άγιον Όρος, διατηρούσα εισέτι πολλές βεβαιότητες δια το συμπαγές σχήμα του εγώ. Εξαιτίας αυτού, θυμάμαι, έκλεισα αμέσως τον Συναξαριστή, που είχα πάρει να διαβάσω, χαρακτηρίζοντας τα γραφόμενα ως μωρολογίες, όταν συνάντησα την φράση πως ένας Άγιος από βρέφος έδειχνε ότι θα γινόταν ευσεβής, αποποιούμενος τον μαστό της μητέρας του και νηστεύοντας κάθε Τετάρτη και Παρασκευή.

Αλλά ήδη από το 1937 δεν εκφραζόμουν πια κατά τον ίδιον τρόπο. Διέβλεπα στην παραπάνω φράση και σε άλλες ανάλογες μία αλήθεια, που, μην ξέροντας πως να την αποδείξω, γινόμουνα πεισματάρης, νιώθοντας, παράλληλα προς το πείσμα μου και ίσως εξαιτίας αυτού, μια μεγάλη ντροπή, που δεν μπορούσα λογικά να κυριαρχώ των συζητητών, αλλά το εναντίον, διαρκώς ηττώμην. Η συνεχής ήττα αντίκρυ στους υποστηρίζοντας σαφώς και με λογική τα περί κόσμου, μόνο και μόνο για να διατηρήσω το παράλογο που μέσα μου ένιωθα να μεγαλώνει, αποτελώντας όλη μου την χαρά και την ζωή, την ώρα που, μετά από μία συναισθηματική κρίση, διατεινόμουν δίχως κανείς να με πιστεύει, πως ήμουν ένας πεθαμένος άνθρωπος, με πλησίαζε ολοένα εγγύτερα προς τους τρελούς, που βλέπουμε να καταφεύγουν, ξένοι προς τον τριγύρω κόσμο, στο πλήθος των ναών και παρεκκλησίων, που κοσμούν την ελληνική γη.

Ενώ είχα αρχίσει να περιηγούμαι, μάλλον σαν τουρίστας, τα μνημεία, που άφησε η ορθόδοξος χριστιανική πίστη, των αειμνήστων βυζαντινών μας πατέρων, συν τω χρόνω διαφοροποιούμην. Αρχιτεκτονική, ζωγραφικός διάκοσμος των ναών, ποίηση και μουσική των εν αυτοίς τελουμένων, χωρίς την σοβαρότητα της αντικειμενικής επιστημονικής ερεύνης, που θα μπορούσε να με ξεκουράσει με τον τίτλο του βυζαντινολόγου, χωρίς την τάξη του πιστού εκ παραδόσεως, που λυτρώνεται παρακολουθώντας τακτικά την λειτουργία, ενούμενα με τον πυρήνα του παράλογου εντός μου, σιγά-σιγά άρχισαν να μου επιτρέπουν την επικοινωνία μ’ έναν άλλο κόσμο. Παρ’ όλο που ο φόβος, μήπως χαρακτηρισθώ ως εξοφλημένο από τη ζωή γραΐδιον η σωστά τρελός, από τους συνοδεύοντας την εκφορά των κεκοιμημένων, δεν μου επέτρεπε τον κόσμο αυτό τον νέον, να τον ομολογήσω σαν βεβαίωση της ενταύθα ζωής, δια της οποίας και πάλιν αυτός βεβαιούται. Πέρα όμως από κάθε φόβο, μ’ ενθουσίαζε στην Εκκλησία η καταξίωση του παράλογου. Ένιωθα με ικανοποίηση ότι, εις τους κόλπους της, ο καθένας μπορούσε να ’χει την θέση του, και μάλιστα ανεξάρτητα προς το υπ’ αυτού εκτελούμενον έργο και μόνον εκ της προαιρέσεώς του.

Πρέπει να ομολογήσω ότι, πτωχός στο πνεύμα, πολλαπλώς δια της Εκκλησίας ενισχύθην. Εκ της μελέτης των μνημείων της θρησκευτικής μας παραδόσεως, εξήγαγα συμπεράσματα περί του συμμετρικώς ασυμμέτρου, περί του ότι ορθότερον γεωμετρικώς είναι το πρακτικώς μη ακριβώς τετράγωνον, περί της εννοίας του ρυθμού σαν βασικού ερμηνευτικού στοιχείου του κόσμου και της ανθρωπίνης ζωής, περί της σημασίας της εκλογής όσον γίνεται μικρότερης μονάδος, για να είναι το σύνολο δίκαιο, περί των ορίων του προσωπικού και του ότι τούτο μπορεί ενίοτε να εκφρασθεί καλύτερα δια της αντιγραφής, ότι το ωραίο, όταν υπάρχει προς τούτο συγκίνηση, μπορεί να κομματιαστεί και να μεταφερθεί έξω από την ενότητα που το γέννησε, σε άλλη και άλλη, μέχρι που να μπορεί έως σήμερα να περιβληθεί την μυθική αλουργίδα των επών του Ομήρου και, ενδεδυμένος τα παλαιά, να παρουσιάζεται συγχρονισμένος, προς τις πιο επίκαιρες φιλοσοφικές απόψεις. Έφτασα έτσι να δικαιώσω τα λόγια της μητέρας της μητέρας μου, όταν μωρό παιδί μ’ άλλαζε εσώρουχα: «“Αλλάζει ο Χριστός κι η Παναγιά και τ’ αποφόρια τα φορεί ο εγγονός μου”».

Κοινωνός εμπειρίας

Αντίθετα από άλλους ομοτέχνους του, όπως οι Τ. Κ. Παπατσώνης και Ζαχαρίας Παπαντωνίου, που ξεκινούν την καταγραφή της αθωνικής εμπειρίας τους με μακροσκελείς παρεμβολές περί αλπικών ασμάτων και Βούδα, στο «Προσεγγίσεις στο Άγιον Όρος» ο ΝΓΠ ξεκινά παραθέτοντας πληροφορίες για το πως φτάνει κανείς στην Τρυπητή και παίρνει το καραβάκι για την Δάφνη.

Η διάχυτη αίσθηση που συναποκομίζει ο αναγνώστης του πεντζίκειου έργου, ότι ο συγγραφέας τον αρπάζει από το χέρι και βιάζεται να τον καταστήσει κοινωνό μιας εμπειρίας που συχνά είναι υπέρ λόγον, στα κείμενα σχετικά με το Άγιον Όρος καθίσταται απτή σχεδόν και ανάγλυφη. Ο ΝΓΠ ακολουθεί την φράση του Αββά Ισαάκ του Σύρου: «Διότι γέγονα μωρός, ουχ υπομένω φυλάξαι το μυστήριον εν σιωπή, αλλά γίνομαι άφρων δια την των αδελφών ωφέλειαν», και συχνά μετέρχεται τρόπους σαλότητας για να μιλήσει για τον Άθω· η ομιλία «Προσεγγίσεις στο Άγιον Όρος» τελειώνει με την ακόλουθη διήγηση:

Κατά την διαμονή μου σ᾽ ένα μοναστήρι, συνήθιζα να πηγαίνω και να κάθουμαι στον μικρό ναό του κοιμητηρίου, μέσα στους μπαχτσέδες. Τελειώνοντας θα σας διηγηθώ κάτι που είδα εκεί ένα πρωί.

Από την μικρή πόρτα του περιβόλου, απ᾽ όπου βγάνουν ραμμένους στο ράσο τους τους μοναχούς για να τους θάψουν, είδα να ᾽ρχεται ένας μισότυφλος ηλικιωμένος καλόγερος. Προχώρησε ίσαμε την άκρη του κήπου όπου ήταν μια τριανταφυλλιά ξηρή σχεδόν, δίχως άνθη. Φτάνοντας εκεί άφηκε ανάμεσα στ᾽ άνανθα κλαδιά και φύλλα ένα άνθος που κράταγε και είπε: «“Πάρε να ᾽χεις και συ, να μη σε καταφρονέσουν”». Άκουσα κι ο νους μου πήγε στον μόχθο του ανθρώπου να ομορφύνει την ζωή».

Κείμενο εμβληματικό της δεύτερης περιόδου συναναστροφής του ΝΓΠ με το Άγιον Όρος, το δοκίμο «Άθως, η δεύτερη πανοπλία» εγκαινιάζει μια περίοδο που ο ΝΓΠ αποκτά στενή πνευματική συναναστροφή με Αγιορείτες γέροντες και πατέρες, και οι επισκέψεις στον Άθω είναι πυκνές. Το δοκίμιο εντάσσεται στην αρχή της ενασχόλησης του συγγραφέα με τον «Συναξαριστή» του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου. Η ενασχόληση αυτή ξεκίνησε έπειτα από μια εμπειρία νέκρωσης εν τω κόσμω που είχε ο συγγραφέας το 1967, οδήγησε στην σύνταξη περιλήψεων του κειμένου του Αγίου Νικοδήμου και αποτέλεσε αφετηρία του συνόλου της μεταγενέστερης εικαστικής και συγγραφικής του δημιουργίας. Απόσταγμα αυτής της καθημερινής συναναστροφής του ΝΓΠ με τον «Συναξαριστή» μπορεί να θεωρηθούν τα δύο ποιήματα «Απριλίου Τρεις» και «Σκάφος Μέγα», που δημοσιεύτηκαν το 1980. Το πρώτο αναφέρεται στο μαρτύριο του Αγίου νεομάρτυρος Παύλου του Ρώσου του Απελευθέρου. Το δεύτερο αναφέρεται στο μαρτύριο των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων των Ρωμαίων, πυρί τελειωθέντων, στην μνήμη των οποίων ο Άγιος Νικόδημος συνέθεσε το δίστιχο: «Πυρ πεντέπεντε, πεντέπεντε γεννάδας (ήτοι είκοσι) | Και πεντεπέντε και πέντε φλέγει (ήτοι είκοσιν)».  Τρία χρόνια μετά την δημοσίευση των δύο αυτών ποιημάτων, σε συνέντευξη που έδωσε στο περ. «Η λέξη», ο ΝΓΠ ερωτάται: «Αφού ο κύριος άξονας της δουλειάς σας είναι η ζωή των μοναχών, σκεφτήκατε ποτέ στα σοβαρά να τα παρατήσετε όλα και να πάτε να γίνετε κι εσείς μοναχός;» και απαντά: «Ναι, το σκέφτηκα, αλλά σύντομα άλλαξα γνώμη. Κάποτε μάλιστα μου έκαναν και πρόταση να γίνω μοναχός και να μείνω στην Θεσσαλονίκη, εξακολουθώντας τον κανονικό ρυθμό της ζωής μου. Αυτό θα ήταν μια τιμή που θα μου γινόταν και για την οποία θα αισθανόμουν υπερήφανος. Αλλά εγώ δεν θέλω να είμαι υπερήφανος. Θα είχα ένα ατού να λέω ότι είμαι καλόγερος και θα έγραφα αλλιώς, όπως γράφουν οι σημερινοί καλόγεροι που δεν έχουν κοινωνική θέση».

Οπτικός και απτικός

Η γόνιμη εικαστική δημιουργία του ΝΓΠ και οι λεπτομερείς περιγραφές ανθρώπων, τόπων και πραγμάτων συνεργούν, ώστε να τον αντιλαμβανόμαστε και να τον προσλαμβάνουμε ως συγγραφέα κατ᾽ εξοχήν οπτικό, που υπηρετεί την όραση, αίσθηση στην οποία οι Βυζαντινοί έδιναν το πρωτείο. Ωστόσο, μια προσεκτικότερη ανάγνωση του έργου του μας επιτρέπει να διαπιστώσουμε ότι ο ΝΓΠ στον βαθμό που είναι οπτικός είναι και απτικός. Στην μελέτη του για τα γλυπτά του ντανταϊστή καλλιτέχνη Χανς Αρπ, ο συγγραφέας μιλά για την στέρηση της όρασης με τον παιγνιώδη τρόπο της τυφλόμυγας και την αποκλειστική πρόσληψη δια της αφής, ενώ στο κείμενο «Ημερομηνίες» (1970) διαβάζουμε:

«Η συσχέτιση, στην συνείδηση του κυρίου Εμμανουήλ, των όρχεων προς τους βολβούς των ματιών και του γεννητικού σπέρματος προς τα δάκρυα, γονιμοποιά ενός άλλου κόσμου αδήλου και ασαφούς, μας οδήγησε στις παραπάνω αναφορές. Τα άδηλα αισθητοποιούνται δια μιας συγχύσεως της συνήθους φυσιολογίας και τάξεως των αισθήσεων. Στα κείμενα των Νηπτικών Πατέρων της Ορθοδοξίας γίνονται σαφείς υπαινιγμοί επ’ αυτού. Αναφέρεται ότι το στάδιο της εκστάσεως και ταυτίσεως με τον αγαπώμενο Θεό εκδηλούται συν τοις άλλοις με το γεγονός ότι το άτομο, παραδείγματος χάριν, ακούει τότε με τις χούφτες των χεριών. Τουλάχιστον ο έχων το γενικό πρόσταγμα της ομάδος καλλιτεχνών, που φιλοτέχνησε το θαυμάσιο ψηφιδωτό της κόγχης του ιερού, του επ’ ονόματι του εκ Θεσσαλονίκης Οσίου Δαυίδ ναϋδρίου της άλλοτε Μονής Λατόμου, με τον Ιησού Χριστό Έφηβο μεταξύ των συμβόλων των τεσσάρων ευαγγελιστών, σύμφωνα με όσα εν εκστάσει ευρισκόμενος είπε ο Προφήτης Ιεζεκιήλ, οπωσδήποτε θα έπρεπε να ήξερε για την αναφερομένη από τους Αγίους Νηπτικούς σύγχυση μεταξύ αφής και ακοής και γι’ αυτό τον απεικόνισε τόσο παράξενα, με τις παλάμες των δυό χεριών στην θέση από τ’ αυτιά, τον Προφήτη της εν τω κόσμω ελεύσεως του Σωτήρος Χριστού.

Γράφοντας για τον «Συναξαριστή» του Αγίου Νικοδήμου στο «Προς εκκλησιασμό», ο ΝΓΠ μιλά για το «χέρι ενός Αγίου Μάρτυρος, πεταμένο στα σκυλιά ως άνευ σημασίας πράγμα και τελείως περιττό και άχρηστο, που περισυλλέγοντάς το μια εκ γενετής τυφλή ανέβλεψε» και για τους Οσίους Ιερείς, Ιεράρχες, «που αρνήθηκαν τα εν τω βίω για να μεταμορφωθούν στα γράμματα του Ευαγγελίου της πίστεως». Θα μπορούσε κανείς να πει ότι όλο το έργο του ΝΓΠ δεν είναι παρά καταγραφή μιας άσκησης απέκδυσης της ατομικότητας, ώστε να μπορέσει ο καλλιτέχνης συγγραφέας να μεταμορφωθεί σε δάχτυλο (ανατομικό άκρο και ποιητικό μέτρο) του εκκλησιάσματος που ψηλαφεί ευλαβικά τον ανάγλυφο περίτεχνο διάκοσμο των αγιορείτικων λειψανοθηκών. Και ας μην λησμονούμε ότι με την ψηλάφηση του Θωμά που κλείνει την Διακαινήσιμο Εβδομάδα πιστοποιήθηκε η ζείδωρος Ανασταση του Κυρίου, η οποία -όπως και η σωτηριώδης Γέννησή Του- υπήρξε ύπεράνω πάντων των βροτείων οφθαλμών.

Εν Κυρίω

Το τελευταίο προσκύνημα του ΝΓΠ στο Άγιον Όρος ήταν το 1992, την Κυριακή των Μυροφόρων, εορτή που τιμούσε ιδιαίτερα και δεν έπαυε να τονίζει ότι στις γυναίκες πρωτοεμφανίστηκε ο αναστάς Κύριος. Ο ΝΓΠ ήταν τότε 84 ετών και το βήμα του δεν ήταν πλέον σταθερό. Στους δύο μοναχούς, που τον κρατούσαν από το χέρι και τον βοηθούσαν στο καλντερίμι, είπε: «Τώρα με πάτε δύο, την άλλη φορά θα με πηγαίνετε τέσσερις». Αγαπημένο λογοπαίγνιο του συγγραφέα ήταν ότι όλοι οι μεταστάντες Αγιορείτες πατέρες αναπαύονται στην νήσο Κω (εν Κω).

Tόν Ιανουάριο 1993 ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης ανεπαύθη κι αυτός εν Κυρίω και ετάφη στο κοιμητήριο του Ιερού Κοινοβίου του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, μετόχι της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας, στην Ορμύλια.  Στον επικήδειο που εξεφώνησε τότε ο νυν καθηγούμενος της Ιεράς Μονής, αρχιμανδρίτης Ελισσαίος, ανέφερε μεταξύ άλλων:

Κάποτε, ύστερα από πολλή προσευχή αισθάνθηκε το χερι της μακαρίτισσας της μητέρας του να τον χαϊδεύει στην καρδιά, και η καρδιά του να σκιρτά και να χορεύει, παρόμοιο αίσθημα με αυτό που περιγράφει ο Άγιος Νικόδημος, ο φίλος του ο Αγιορείτης, για το άλμα καρδίας στην νοερά προσευχή.

Την τελευταία φορά μας έκανε δημοσία εξομολόγηση στο Συνοδικό της Μονής μας – ήτο η Κυριακή των Μυροφόρων και σχεδόν όλη νύκτα έμεινε στην αγρυπνία. Μας ζήτησε μάλιστα το βιβλίο να παρακολουθεί από μέσα, αλλά σε μια στιγμή το έκλεισε. Ήταν η ώρα των πολυελέων και ήλθε μαζί μας στο αναλόγιο – χοροβατών, και ενώ εμείς ψάλλαμε, έψαλλε κι αυτός, αλλά αυτός έβλεπε και μέσα από τα γράμματα. Το μυστήριο της αφής της Αγίας Μαγδαληνής, που θησαυρίζεται στην Σιμωνόπετρα, αυτός το είχε από πολύ παλιά διδαχθεί.

30 Απριλίου 2008

Μνήμη της Αγίας Νεομάρτυρος Αργυρής.

ΝΙΚΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ

(1908-1993)

Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη, όπου και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Σπούδασε στο Παρίσι Οπτική Φυσιολογία, Βοτανική και Φαρμακευτική, και διατηρούσε για πολλά χρόνια ένα πασίγνωστο φαρμακείο, όπου πραγματοποιήθηκαν πολλές λογοτεχνικές «συνάξεις». Αποτελεί μία ξεχωριστή μορφή των ελληνικών γραμμάτων, καθώς τα γραπτά που μας άφησε χαρακτηρίζονται από μία ιδιαίτερη προσέγγιση, όπως άλλωστε και οι πίνακές του. Στο κείμενο που ακολουθεί, ο Ν. Γ. Πεντζίκης αυτοβιογραφείται…

Γεννήθηκα στα 1908. Πήγα σχολείο μονάχα στην ΣΤ’ Δημοτικού, διδαχθείς κατ’ οίκον. Οι οικοδιδάσκαλοί μου μου εμφύτευσαν την αγάπη στην γεωγραφία και το δημοτικό τραγούδι.

Δεκατεσσάρων χρονών έγραψα μια Παγκόσμια Γεωγραφία. Εν συνεχεία άρχισα να γράφω εκφραζόμενος προσωπικά πάνω στο σχήμα «Η Λαφίνα» και του «Κίτσου η μάνα». Θαύμαζα τον Καρκαβίτσα για το ότι μνημόνευε και εκμεταλλευόταν πάρα πολλές παραδόσεις μας.

Φοιτητής στο Παρίσι, η νορβηγική και γενικότερα η σκανδιναβική συμβολιστική λογοτεχνία μ’ επηρέασε και άρχισα να κινούμαι σε άλλο επίπεδο. Τότε ήταν που διάβασα και το θεατρικό έργο του Λουίτζι Πιραντέλλο «Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα».

Στο Στρασβούργο, συνεχίζοντας τις σπουδές μου, μου επεβλήθη ο Γάλλος Κλωντέλ. Από το 1936 και μετά, πέρασα σε άλλον κόσμο με τους Βυζαντινούς χρονογράφους.

Από τους αρχαίους Έλληνες, επειδή ποτέ δεν υπήρξα ευφυής και έξυπνος, εκτός από τον Πίνδαρο και προπαντός τον Όμηρο, σε κανέναν άλλον απάνω δεν στηρίχτηκα.

Μιας εξαρχής η τάση μου ήταν μυθικής και παραμυθικής ερμηνείας των εγκοσμίων. Τα βιβλία που εξέδωσα, ορίζουν σειρά συναισθηματικών απογοητεύσεων. Αυτό, άλλωστε, μ’ έκανε ολοένα και φανατικότερο υπηρέτη και μιμητή των βυζαντινών συγγραφέων.

Από το 1967 καθημερινά εργάζομαι πάνω στον συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου. Έκανα μια μικρή, μεσαία και μεγάλη περίληψη του Συναξαριστή.

Από τότε μέχρι σήμερα, ο,τι κι αν επιχειρώ να γράψω, βασίζεται στην αριθμητική και ψηφαριθμητική επεξεργασία του συναξαρίου της ημέρας.

Τα βιβλία μου που κυκλοφόρησαν (και πρέπει να σημειωθεί ότι εκδότης σπάνια δεχόταν να μου εκδώσει βιβλίο και πολύ περισσότερο διευθυντής περιοδικού να δημοσιεύσει κείμενό μου) είναι:

Ο Ανδρέας Δημακούδης (1935), το πρώτο μου μυθιστόρημα. Στον Ανδρέα Δημακούδη δίνεται μία εικόνα της ερωτικής απαλλοτριώσεως του εγώ. Στον «Πεθαμένο και Ανάσταση» (1944), το απαλλοτριωμένο νεκρό εγώ ανασταίνεται χάρις σε στοιχεία επαφής με τον τόπο.

Αρχινώ ταυτόχρονα τότε να καταγίνομαι με την ζωγραφική. Με τον Στρατή Δούκα, τον Παπαλουκά και τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα, διδασκόμενος.

Στην ποιητική συλλογή «Εικόνες» (1944) το νόημα αποδίδεται με τη φράση: «Η αγάπη πρέπει να μας μάθει και τα κόπρανα ν’ αγαπάμε του άλλου». Η «Πραγματογνωσία» (1950) περιγράφει τα γεγονότα ενός γάμου μιας πεντάμορφης νεαράς κόρης μ’ έναν σαραβαλιασμένο, με το ’να πόδι ξύλινο, ναυτικό. Η «Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής» (1953/1963) είναι μια προσπάθεια μνημικής ταύτισης ζώντων και νεκρών. Το «Μυθιστόρημα της Κυρίας Έρσης» (1952/1966) γράφτηκε όταν είχα πια παντρευτεί.

Από το 1969 και μετά, χάρις στην προβολή που μου έκανε στο Γερμανικό Ινστιτούτο Γκαίτε ο κ. Σαββίδης, άρχισαν να βγαίνουν συχνά τα βιβλία μου. Συλλογή διηγημάτων αποτελεί η «Συνοδεία» (1970), η «Μητέρα Θεσσαλονίκη» (1970), είναι κείμενα σε πεζό, με κέντρο την αγάπη μου για την πόλη όπου γεννήθηκα και ζω.

Το «Προς εκκλησιασμό» (1970) είναι μια σειρά ομιλιών, χαρακτηριστική της προσπάθειάς μου για ένταξη στην εκκλησία. Σε ανάλογο επίπεδο, όχι όμως θεωρητικό, κινούνται οι «Σημειώσεις εκατό ημερών» (1973) και τα «Ομιλήματα» (1972).

Στο Αρχείον (1974), που είναι ένα βιβλίο έμμεσου έρωτος, η έννοια του χρόνου καταλύεται και οριστικά θεμελιώνεται η εσωτερική μου μυθολογία. Μια εικόνα μυθολογικής αντιλήψεως είναι, τέλος, το βιβλίο μου «Πόλεως και νομού Δράμας παραμυθία» (1983).


http://www.pemptousia.gr/

Η επίσκεψη του κρυπτοχριστιανού ιερέως- στρατηγού.





 από το βιβλίο  "Το Συναξάρι των κρυφών Ονείρων" -του Γ.Πρίντζιπα

 Η είδηση προκάλεσε μεγάλη αναταραχή. Τούρκικος στρατός θα περνούσε από τα χωριά τους, πηγαίνοντας στα σύνορα με τη Ρωσία. Πόλεμος…..   Το νέο ήρθε με το Γιάννη τον Παπαδόπουλο, που γύριζε με πραμάτειες από μακριά. Λεφούσι ολάκερο έρχεται κατά τα μέρη τους. Όπου πέρασαν ο κόσμος αγανάχτησε. Ακόμη και στα τούρκικα χωριά. Γι’ αυτού, το ίδιο βράδυ, οι προεστοί μαζεύτηκαν στο σπίτι του παπά Τιμόθεου. Ήρθε κι ο Γιάννης που έφερε το μήνυμα κι άρχισε η συζήτηση. Ξεδίπλωμα των πιο θλιβερών αναμνήσεων. Ο καθένας και μια ιστορία. Κι η ώρα περνούσε χωρίς κατάληξη χωρίς τελειωμό. Στο τέλος ο παπάς δεν άντεξε.

«Αφήστε τώρα τα παλιά. Στο σήμερα ελάτε», φώναξε. Όλοι σώπασαν. Ακουγόταν μόνο ένας ψίθυρος.

«Να φύγουμε. Να φύγουμε».

Ο γερό – Θρασύβουλος Πασχαλίδης δεν μπορούσε να κρύψει τον πανικό του. Η συζήτηση πάλι φούντωσε. Λύσεις εφικτές και ανέφικτες κατάκλυσαν το δωμάτιο. Οι πιο πολλές είχαν το ίδιο τέλος. Το φευγιό! Οι πιο ψύχραιμοι προσπαθούσαν να κάνουν τους άλλους να σκεφτούν λογικά.

«Δεν είναι δυνατό να ερημωθεί το χωριό. Είναι σαν να τους παραδίνουμε τα πάντα».

   «Στο κάτω της γραφής πρόκειται για τακτικό στρατό. Να πάμε στο διοικητή του, να ζητήσουμε εγγυήσεις».

   «Εγγυήσεις; Ονειροβατείς αγαπητέ μου».

   Κι η συζήτηση κρατούσε για τα καλά, ενώ η νύχτα έφτανε στο τέλος της. Κάποτε, επιτέλους, βρέθηκε η καλύτερη λύση. Να κρύψουν τα κορίτσια, τα πρόβατα και τις αγελάδες. Γύρω τα βουνά ήταν γιομάτα δάση για τα ζώα και σπηλιές για τα κορίτσια. Για μια – δυο μέρες δεν θα πάθουν τίποτα. Εξάλλου θα πάνε μαζί και μερικοί πατεράδες για ασφάλεια.

Την άλλη μέρα το χωριό έμοιαζε μ’ ένα μεγάλο νοικοκυριό που μετακομίζει. Κοπάδια – κοπάδια τα ζώα πορεύονταν κατά το δάσος και τα πιο πολλά σπίτια, αυτά που είχαν κορίτσια να κρύψουν, ετοίμαζαν το φευγιό τους. Ένας μικρός ξεσηκωμός. Φωνές, βιασύνες, γκρίνιες. Τα κορίτσια δεν έφευγαν με ευχαρίστηση. Ήταν όμως και μερικά που χαίρονταν για την περιπέτεια. Περίμεναν έτσι να σπάσει η μονοτονία της καθημερινότητας. Τ’ αγόρια ζήλευαν που το σχέδιο δεν περιλάμβανε κι αυτά, ενώ μερικά, που η καρδιά τους πενθούσε για τον προσωρινό χωρισμό, ξεροστάλιαζαν στις γωνιές περιμένοντας να αποχαιρετήσουν με το βλέμμα την αγαπημένη τους.

….   Δυο μέρες μετά ο στρατός έστελνε τα προανακρούσματά του. Κατά το μεσημέρι έφτασε μια ίλη του ιππικού, που πέρασε μέσα απ’ το χωριό, σκορπίστηκε στην πεδιάδα κι ύστερα στράφηκε στα γύρω υψώματα. Οι στρατιώτες έδειχναν σαν κάτι να ψάχνουν. Οι πιο έμπειροι κατάλαβαν. Ζητούν μέρος για στρατοπέδευση.

«Βλέπεις παπά; Στο χωριό μας θα καταυλίσουν», είπε ο δάσκαλος.

«Εμείς κάναμε αυτό που έπρεπε. Το λόγο έχει τώρα ο Θεός», απάντησε αυτός.

Οι στρατιώτες γυρόφερναν στον κάμπο και τα υψώματα κι οι ρωμιοί αισθάνονταν τα πόδια τους να τρέμουν. Ήρθε η ώρα. «Κακό που μας βρήκε» ψιθύριζαν μεταξύ τους. Από το πρωί, που γύρισε ο ταχυδρόμος κι έφερε νεώτερες ειδήσεις για το στρατό, όλους τους πλάκωσε βαριά θλίψη. Αρχηγός τους ήταν ένα σκληρός και πολύ αυστηρός στρατηγός ο Μεχμέτ πασάς. Λένε πως ήταν απότομος με τους ανθρώπους και εντελώς άφωνος. Γι’ αυτό τούχαν βγάλει το παρανόμι σοϊλεμέζ, αμίλητος. Κανείς δεν τολμά να παρακούσει τις διαταγές του. Κι αν αυτό έγινε κάποτε, οι δράστες το πλήρωσαν ακριβά. Όσο για αξιωματικός; Ο καλύτερος! Νέος έφτασε να γίνει στρατηγός για τα κατορθώματά του. πολλά λένε για τις ιδιοτροπίες και τη σκληράδα του. Να, στα χωριά που πέρασαν τις προηγούμενες μέρες, χτύπησε ένα φούρναρη, που πουλούσε βρώμικο ψωμί. Σ’ ένα άλλο απείλησε το μουχτάρη, γιατί δεν φέρθηκε καλά στο στρατό. Λένε πως όλη τη μέρα γυρίζει στους στρατώνες κι όλο φωνάζει και τιμωρεί. Μια μέρα έβαλε το άλογο του σε τιμωρία. Ένα λοχία τον κρέμασε ανάποδα γιατί κρύφτηκε να καπνίσει την ώρα των ασκήσεων και τον μπακάλη σ’ ένα χωριό θέλησε να τον εκτελέσει γιατί έκλεψε στο ζύγι.

Εκείνο το βράδυ το χωριό ησύχασε από πολύ νωρίς. Με το ηλιοβασίλεμα όλοι πήραν το δρόμο για τα σπίτια τους κι ο τελευταίος ο Μηνάς ο πασβάντης (ο νυχτοφύλακας), που ανάβει τα φανάρια, όταν κλείσθηκε μέσα, μόλις είχε πέσει το πρώτο σκοτάδι. Παντού ερημιά. Ακόμη κι αυτά τα σκυλιά, που άλλες νυχτιές δεν έκλειναν το στόμα τους, απόψε είχαν λουφάξει.

Το πρωί ο ήλιος βγήκε πεντακάθαρος. Μια ασυνήθιστη για την εποχή, ζέστη γιόμιζε χαρά κι ελπίδα τις καρδιές. Μαζί με το σκοτάδι διαλύθηκαν κι οι φόβοι κι έτσι τα σπίτια άνοιξαν και βγήκαν οι άντρες για τις δουλειές τους. Πήγε κι ο παπάς πάνω στην εκκλησιά, χτύπησε την καμπάνα κι ύστερα κατέβηκε στο σχολειό. Εκεί ο δάσκαλος, η μόνη εξαίρεση στη γενική λησμονιά, έστελνε τα παιδιά στα σπίτια τους.

«Άδικα τα φοβίζεις» του είπε ο παπάς. «Μπορεί να μην έλθουν σήμερα».

   «Όχι. Εντός της ημέρας θα καταφθάσουν» απάντησε εκείνος με σιγουριά. Και πριν τελειώσει τη φράση του:

«Να! Καλώς μας βρήκαν».

Έδειξε προς την άκρη του χωριού. Γύρισε κι ο παπά – Τιμόθεος και είδε κι αυτός τα μπαϊράκια να πλησιάζουν ενώ ακουγόταν όλο και πιο έντονο το ποδοβολητό των αλόγων……   Έξω απ’ το χωριό στα δεξιά άρχιζε να υψώνεται το βουνό κι αριστερά απλωνότανε ο κάμπος. Εκεί μαζεύτηκε όλο τ’ ασκέρι. Μόλις πέρασε κι ο τελευταίος στρατιώτης ο παπάς, ο δάσκαλος κι ο μουχτάρης πήγαν στην αγορά.

«Πάθατε τίποτα; Τι  σας έκαναν;» ρωτούσαν στα μαγαζιά.

Κι η απάντηση:

«Ούτε που μας πρόσεξαν!»

Καθώς έφευγαν φώναξε ένας απ’ το καφενείο.

«Παπά – Τιμόθεε. Λες να ξέχασαν τα χούγια τους;»

Γύρισαν πίσω και μπήκαν στο καφενείο. Έκλεισαν την πόρτα και στάθηκαν στη μέση. Αμέσως κι οι άλλοι τους περικύκλωσαν. Μίλησε πρώτος ο παπάς:

«Μην ξεθαρρεύεστε. Τούρκοι είναι. Τώρα πέρασαν ήσυχα. Αργότερα; Αύριο που θα φεύγουν; Κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος».

Μετά ο δάσκαλος:

«Βεβαίως αν συνεχίσουν να μη μας ενοχλούν, πάει να πει πως κάτι άλλαξε, μα δεν το βλέπω. Ακούσατε τι έγινε στα τούρκικα χωριά!»

Κι ο μουχτάρης:

«Καλά κάνανε. Τον ξέρω αυτόν τον φούρναρη. Είναι βρωμιάρη».

«Ωστόσο» τον έκοψε ο παπάς, «πρέπει να έχουμε το νου μας. Κι εσείς καλύτερα να γυρίσετε στα σπίτια σας».

Η πρόταση δεν τους άρεσε. Καθώς απομακρύνονταν οι τρείς, αυτοί κάτι μουρμούριζαν. Δυο μόνο πήραν απρόθυμα το δρόμο για τα σπίτια τους. οι άλλοι άπλωσαν την αρίδα τους και άναψαν τους ναργιλέδες!

….   Κατά το μεσημέρι τρείς αξιωματικοί φάνηκαν στην αγορά. Πέρασαν όλον το μεγάλο δρόμο, τον «ευθύ» κι έφτασαν ως το τελευταίο σπίτι. Μετά γύρισαν την πόρτα και περίμεναν. Μέσα η παπαδιά, η κυρά – Σουλτάνα, με τη μεγάλη της κόρη, την Αγαθή, σταυροκοπήθηκαν. Το μυαλό τους πήγε στο κακό κι αισθάνθηκαν να λυγίζουν τα γόνατά τους. Στο δεύτερο χτύπημα η Αγαθή πήγε ν’ ανοίξει κι η παπαδιά άρχιζε να κάνει τάματα στους αγίους.

Μόλις άνοιξε η πόρτα, ακούστηκαν οι αξιωματικοί να ρωτούν:

«Ειδοποιείτε, παρακαλούμε, τον κύριο οικοδεσπότη;»

«Είναι στην αγορά», απάντησε η Αγαθή, αφού πρώτα μέσα της τους έσουρε όσες βρισιές της ήρθαν το μυαλό.

«Να πάω να τον φωνάξω;» ρώτησε.

«Αν θέλετε», απάντησε ο πιο μεγάλος.

Χωρίς καθυστέρηση άρχισε να κατηφορίζει τον «ευθύ», ξεχνώντας την πόρτα του σπιτιού ανοιχτή. Από μέσα ακούγονταν οι προσευχές της μάνας της, ενώ στα παράθυρα, απέναντι, φάνηκαν δειλά, φοβισμένα, τα πρόσωπα των γειτόνων. Στο μεταξύ κάποτε κι η παπαδιά σκέφτηκε να βγει έξω, να μη φανεί πως δεν τους καταδέχθηκε. Πως ήλθαν στο σπίτι τους κι αυτή δεν φέρθηκε με ευγένεια. Σταυροκοπήθηκε, είπε τρείς φορές «Ιησούς Χριστός νικά» κι έκανε τα πρώτα βήματα για την εξώπορτα. Η καρδιά της κόντευε να σπάσει. Στη μέση του δρόμου τόχε κιόλας μετανοιώσει. Ήθελε να κλειστεί στο δωμάτιό της, μα τα πόδια της δεν την υπάκουαν. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε η φωνή του παπά. Τότε, αμέσως πήρε θάρρος και βγήκε έξω.

Ο παπά – Τιμόθεος είχε αρχίσει τις φιλοφρονήσεις.

«Μα τι λέτε παλικάρια μου! Μετά χαράς! Να, εδώ η θυγατέρα μου θα του ετοιμάσει το καλύτερο δωμάτιο».

   Μετά γύρισε στην παπαδιά:

«Έλα κυρά. Απόψε έχουμε μουσαφίρη!»

   «Μουσαφίρη;» ρώτησε αυτή.

«Ναι. Σπίτι μας θα μείνει ο στρατηγός!»

Της έκανε την καρδιά περιβόλι. Άλλο που δεν ήθελε. Να μαγαρίσει το σπίτι της ο Τούρκος.

«Κοπιάστε να δείτε το σπίτι». Ο παπάς καλούσε μέσα τους τρείς αξιωματικούς. Αυτοί πέρασαν, είδαν το δωμάτιο που θα έμενε ο στρατηγός, χαιρέτησαν κι έφυγαν.

Τότε θυμήθηκε να νευριάσει η παπαδιά.

«Χριστιανέ μου είσαι με τα καλά σου;» φώναξε. «Τι τον θέλεις τον άπιστο μέσα στο σπίτι σου;»

Ο παπάς την κοίταξε αυστηρά.

«Κυρά – Σουλτάνα κάνε τη ρόκα σου» την αποπήρε. «Το σπίτι του παπά είναι ανοιχτό για όλους. Ακόμα και για τους τούρκους».

Το απόγευμα ο Μεχμέτ πασάς έφτασε στο χωριό. Τον υποδέχτηκαν οι αξιωματικοί, ο γραμματικός κι ο ιπποκόμος του, ο παπά – Τιμόθεος κι ο μουχτάρης. Μόλις τους είδε, κατέβηκε απ’ το άλογο και πρώτα χαιρέτησε τον παπά. Κάποιος απ’ τους αξιωματικούς τον ενημέρωσε για το που θα διανυκτερεύσει κι όταν του είπε «στο σπίτι του παπά», άστραψε το πρόσωπό του.

«Μεγάλη μου τιμή» απάντησε.

Ύστερα ανέβηκε πάλι στ’ άλογό του και ξεκίνησε για το στρατόπεδο. Ο παπάς κι ο μουχτάρης στέκονταν και τον έβλεπαν ν’ απομακρύνεται, στητός, καμαρωτός.

«Περίεργα πράματα Γιάννη. Δεν νομίζεις;» ρώτησε ο παπάς.

Ο άλλος συνέχιζε να κοιτά σκεφτικός. Μετά είπε:

«Τι νάχει στο μυαλό του παπά; Τι νάχει;»

Πέρασε αρκετή ώρα και πριν νυχτώσει ο στρατηγός ήρθε στο σπίτι του παπά. Του έδειξαν το δωμάτιό του, τακτοποίησαν τα πράγματα του και μετά πέρασαν στο μουσαφίρ – οντά. Ώρα κι αυτός ν’ αναπαυθεί. Να πει και δυο λόγια μακριά από στρατούς και έγνοιες. Γι’ αυτό έδωσε εντολή. Οι αξιωματικοί κι οι συνοδοί του αν γυρίσουν στο στρατόπεδο. «Θα πέσω νωρίς» τους είπε να τ’ ακούσουν κι ο μουχτάρης κι ο δάσκαλος, που είχαν έρθει στο παπαδόσπιτο, να χαιρετήσουν τον ξένο. Έτσι σηκώθηκαν κι αυτοί, είπαν δυο λόγια, κάτι σαν «καλωσήρθατε» και τα παρόμοια κι έφυγαν μαζί με τους αξιωματικούς. Παπάς και στρατηγός έμειναν μόνοι στο σαλόνι. Αμηχανία!

Τη σιωπή έσπασε ο στρατηγός.

«Πως είναι η ζωή σας εδώ;» ρώτησε. «Πώς τα βολεύετε;»

Μια φωνή ακούστηκε στ’ αυτιά του παπά – Τιμοθέου. «Φυλάξου!» Παγίδα ή ενδιαφέρον; Χρόνια τώρα με δαύτους ήξερε να ξεφεύγει:

«Πώς να τα περνάμε; Φτωχοί άνθρωποι  οι πιο πολλοί, με μεγάλες φαμελιές. Ολημερίς αγωνίζονται με τα στοιχεία της φύσης, να σπείρουν, να θερίσουν, να δουλέψουν τη γη. Τα βράδια νωρίς μαζεύονται στα σπίτια τους. μόνη τους χαρά κανένας γάμος, κανένα πανηγύρι».

Καθώς μιλούσε πέρασε στο μυαλό του μια σκέψη. «Ας πω και κανένα παράπονο». Και συνέχισε:

«Χριστιανικό το χωριό μας ζει με το φόβο του αύριο. Σχώρα με στρατηγέ μου, αλλά έτσι έχουν τα πράγματα».

   «Οι Τούρκοι σας παιδεύουν;» Ο στρατηγός κάτι ζητούσε να μάθει.

Έμεινε σιωπηλός. Καλύτερα να μετράει τα λόγια του.

«Μίλα ελεύθερα. Δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα. Σου δίνω το λόγο μου». Ο στρατηγός επέμενε.

«Να σου πως στρατηγέ. Όποτε περνούν τους νοιώθουμε στο πετσί μας. Εσείς μόνο αποτελείτε εξαίρεση». Ο παπά – Τιμόθεος άρχισε να ξεθαρρεύει. «Είναι φορές που με τους ανθρώπους της εξουσίας δεν έχουμε κανένα πρόβλημα. Μα και φορές, τις πιο πολλές, που καταριόμαστε τη μοίρα μας, που ζούμε στο μέρος αυτό».

Μικρή παύση. Ο στρατηγός τον κοίταγε αμίλητος.

«Είναι και οι γείτονες» συνέχισε. «Ξέρεις τι θα πει κακός γείτονας; Το καλοκαίρι φέρανε τα ζώα τους στα χωράφια λίγο πριν το θερισμό. Καταστροφή. Μετά, να σου και ο χαράτς αγκασί, ο φοροειστράχτορας. Δοσίματα για το στρατό λέει. Τι μένει στους φτωχούς; Και μήπως μπορείς να διαμαρτυρηθείς; Να ζητήσεις το δίκιο σου; Ούστ γκιαούρ, ακούς να σε βρίζουν».

Πάνω στην ώρα φάνηκε η παπαδιά.

«Το τραπέζι είναι έτοιμο. Κοπιάστε», τους είπε και περίμενε να σηκωθούν.

Η διακοπή νευρίασε τον παπά. Όμως τον ησύχασε μια σκέψη. Ίσως καλύτερα έτσι. Είχε πάρει φόρα. Προτιμότερο ν’ απαλύνει την ατμόσφαιρα.

«Γι’ αυτό είπα προηγουμένως. Εσείς είστε η εξαίρεση», πρόσθεσε.

«Μην καθυστερείτε. Θα κρυώσει το φαγητό».

Η παπαδιά σκεφτόταν πιο πρακτικά ζητήματα.


Πέρασαν στην τραπεζαρία που είχαν για τους μουσαφίρηδες. Στο τραπέζι, στην κεφαλή, κάθισε ο παπάς δεξιά του ο στρατηγός και στην άλλη μεριά η παπαδιά. Πριν αρχίσουν βρέθηκε στο δίλημμα. Να κάνει προσευχή ή όχι. Ο ξένος είναι Τούρκος. Λες να παραξηγηθεί; Κι αν δεν κάνει; Επιτρέπεται; Παπάς άνθρωπος; Γρήγορα πήρε την απόφαση. Το σπίτι είναι χριστιανικό κι όχι μουσουλμανικό. Θα έκανε προσευχή λοιπόν! Έτσι σηκώθηκε έκανε το σταυρό του κι άρχισε. Σηκώθηκε κι ο στρατηγός σταύρωσε τα χέρια και στάθηκε ευλαβικά. Στο τέλος σταυροκοπήθηκε πάλι ο παπάς, το ίδιο κι η παπαδιά. Και τότε έγινε η αποκάλυψη. Το ίδιο έκανε κι ο ξένος! «Τώρα εξηγούνται τα πάντα». Ο παπά – Τιμόθεος είχε καταλάβει. Ήξερε γι’ αυτούς και δεν ξαφνιάσθηκε. Του μίλησε στα ελληνικά:

«Δικός μας είσαι στρατηγέ;»

Αυτός συνέχιζε να μένει όρθιος με κατεβασμένο το κεφάλι. Απάντησε ψιθυριστά:

«Ελεύθερος ιερεύς».

   «Ιερεύς είπες;» Τώρα ο παπά – Τιμόθεος δεν μπόρεσε ν’ αποφύγει την έκπληξη.

«Ναι πάτερ μου. Ιερεύς».

   Έμειναν βουβοί κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο. Πέρασαν αρκετές στιγμές και κανείς δεν έσπαγε τη σιωπή του. Ώσπου μίλησε η παπαδιά:

«Κύριε ελέησον! Τι ακούει κανείς».

   «Προέρχομαι από την περιοχή του ποταμού Όφι», είπε ο στρατηγός. «Είμαι κι εγώ ένας απ’ αυτούς τους δίπιστους. Έχετε ακούσει γι’ αυτούς; Τους ξέρετε;»

   «Ναι πάτερ μου», απάντησε ο παπάς.

Η αποκάλυψη διέλυσε τους φόβους και τους έφερε πιο κοντά. Ο τοίχος έπεσε. Άλλαξαν κι οι προσφωνήσεις. Ο παπά – Τιμόθεος απέναντί του δεν έβλεπε πια κανένα στρατηγό.

«Γνωρίζω την περίπτωσή σας. Έχουμε κι εδώ, στην περιοχή μας».

Κι η παπαδιά:

«Η σούπα θα κρυώσει». Φροντίδα; Αμηχανία; Και τα δυο;

Κάθισαν. Άρχισαν να τρώνε, με τα ερωτήματα ξεπηδούσαν το ένα μετά το άλλο. Ο στρατηγός – παπάς δεν προλάβαινε ν’ απαντήσει.

«Λειτουργείτε στον Όφι;»

   «Σε εκκλησία, κανονικά;»

   «Πως αναγνωρίζεστε;»

   «Δεν κινδυνεύετε να φανερωθείτε;»

   Τα πρωτεία στις ερωτήσεις είχε η κυρά – Σουλτάνα.

Έβαλε δεν έβαλε δυο μπουκιές στο στόμα του ο ξένος κι άρχισε να τους διηγείται τη ζωή του, προσπαθώντας να βάλει σε κάποια τάξη τις απαντήσεις:

«Οι εκκλησιές μας» είπε «είναι κρυφές, υπόγειες. Πάνω τους είναι ένα σπίτι η κάτι άλλο. Για να μπείς περνάς από μέρη που δεν τα βγάζει ο νους του ανθρώπου, όπως ένας στάβλος ή ο αχυρώνας. Στο χωριό μας η εκκλησιά είναι κάτω από το σπίτι του μουλά Σουλεϊμάν. Σ’ ένα άλλο, μακρινό, είναι κάτω από ένα ύψωμα. Το μόνο που φαίνεται είναι ένα αλώνι. Πίσω του είναι ένα μικρός τοίχος. Στο ρίζωμα του τοίχου ένα χαντάκι καλυμμένο με χόρτα. Τραβάς τα χόρτα και βλέπεις μια πόρτα. Είναι η πόρτα μιας αποθήκης, όπου βάζουν τ’ άχυρα. Μόλις μπεις μέσα, στ’ αριστερά, υπάρχει μια άλλη πόρτα. Εκεί είναι η εκκλησιά».

Η ώρα προχωρούσε κι αυτός δεν έλεγε να σταματήσει. Λίγο – λίγο φανέρωσε όλες τις λεπτομέρειες της κρυφής ζωής. Μίλησε για την καθημερινή ζωή τους, που εξωτερικά έμοιαζε με τη ζωή των άλλων. Όμως μέσα στα σπίτια η μάσκα έπεφτε. Έξω φωνάζει ο Κιαμήλ τη γυναίκα του Αισέ, μέσα στο σπίτι ο ίδιος τη φωνάζει Μαρία κι αυτή Γιάννη. Όλοι τους προσπαθούν, έστω και λίγο, όσο τους επιτρέπει η περίσταση, να έχουν κάπου κρυμμένη μια εικόνα. Να κάνουν το σταυρό τους. πολλοί τις έχουν μέσα σε ντουλάπες κι ανάβουν το καντήλι χωρίς να τους βλέπει κανείς. Τις νηστείες τις κρατούν όλες. Σχολαστικά. Αν βγάλεις τα εξωτερικά, αυτά που βλέπει ο κόσμος, σε τίποτα δεν διαφέρουν από τους άλλους χριστιανούς.

«Πηγαίνετε στο τζαμί;» Η παπαδιά συνέχιζε τις ερωτήσεις.

Και βέβαια! Υπάρχουν χωριά, όπως το δικό τους, που όλοι είναι κρυφοχριστιανοί. Εκεί υπάρχει τζαμί, που όμως γεμίζει μόνο όταν ένα ξένος βρεθεί στο χωριό. Στα άλλα που ζουν μαζί με τους γνήσιους τούρκους τα πράγματα είναι δύσκολα. Πηγαίνουν στο τζαμί γιατί υπάρχει πάντα ο φόβος του γείτονα. Μέσα τους όμως λένε τροπάρια και προσευχές. Ο χότζας φωνάζει στον Αλλάχ κι αυτοί μέσα τους μιλούν στο Χριστό, μιλούν στην Παναγιά, μιλούν στους αγίους.

«Με τα παιδιά πως τα βολεύετε; Δεν υπάρχει κίνδυνος να σας μαρτυρήσουν;»

   Είναι η μόνιμη αγωνία τους. Η πρώτη φροντίδα τους είναι τα βαφτίσια. Στο χωριό τους, που δεν έχουν φόβο, τα βαφτίζουν στην κρυφή εκκλησιά. Σ’ άλλα όμως έπρεπε να σκαρφισθούν ολόκληρο σχέδιο. Νύχτα τα πηγαίνουν σ’ ένα κοντινό χωριό, που έχει παπά. Κρυφό ή φανερό. Αυτός τα βαφτίζει όχι στην εκκλησιά, μα σε κάποιο σπίτι, όπου δήθεν όλοι πάνε για βεγγέρα. Άλλοι τα πάνε στα μοναστήρια. Για πιο πολλή ασφάλεια νύχτα πηγαίνουν, νύχτα γυρίζουν. Κανείς δεν τους παίρνει χαμπέρι. Τα χριστιανικά ονόματα τα μαθαίνουν στα παιδιά, όταν πια μεγαλώσουν. Όταν πήξει λίγο το μυαλό. Τότε μαθαίνουν κι όλα τα μυστικά της ζωής τους. Τότε μαθαίνουν για την κρυφή πίστη τους. Μετά τα βαφτίσια ο κουμπάρος δίνει το παιδί στη μάνα κι εύχεται: «Με το καλό, να ζήσει φανερά».

Πιο δύσκολα είναι με τα κορίτσια. Μεγαλώνουν γρήγορα κι αν γίνονται κι όμορφα δύσκολα κρύβονται. Για νάχουν το κεφάλι τους ήσυχο φροντίζουν νωρίς, από μικρά, να τ’ αρραβωνιάζουν με παιδιά δικά τους. όταν έρθει η ώρα νύχτα γίνεται ο γάμος ορθόδοξα και μέρα τούρκικα. Αυτή είναι η κανονική πορεία. Ο δρόμος που έχουν από καιρό προετοιμάσει. Είναι όμως φορές που όλα τα υπολογίζουν, ένα όμως τους ξεφεύγει. Η καρδιά των παιδιών. Λίγες περιπτώσεις, μα έχει συμβεί κάποιο κορίτσι δικό τους να παντρευτεί Τούρκο. Τότε το θεωρούν χαμένο. Και δυστυχώς έτσι είναι. Από όσες γνωρίζει μόνο σε μια περίπτωση ο Τούρκος έγινε κρυφός χριστιανός. Αν τώρα ένας άντρας παντρευτεί τουρκάλα, φροντίζει πρώτα να την κάνει χριστιανή κι ύστερα να κοιμηθεί μαζί της. Όταν η κοπέλα συμφωνήσει πηγαίνουν σ’ ένα από τα μοναστήρια της περιοχής τους. Γίνεται η κατήχηση, μετά η βάφτιση και τέλος ο γάμος.

«Θυμάσαι το τραγούδι που έλεγε η μάνα μου;» Η παπαδιά ρώτησε τον παπά – Τιμόθεο. Χωρίς να περιμένει απάντηση άρχισε να το σιγοτραγουδά:

«Μην τυραγνιέσαι. Σόνια μου και μη βαρειοκαρδίζεις

   θ’ αλλάξει το χρυσόνομα και τούρκικο θα βάλεις

   άντρα παίρνεις ολόχρυσο, είναι χριστιανοπαίδι

   στα φανερά Μαχμούτ αγάς και στα κρυφά Νικόλας

   και στη μονή μεσονυχτίς θα πάτε για στεφάνι».

   «Και δεν υπάρχει κίνδυνος να μη θελήσει η γυναίκα; Κι ακόμη χειρότερα να μαρτυρήσει το μυστικό του άντρα;» ρώτησε ο παπάς.

«Και βέβαια υπάρχει» απάντησε ο στρατηγός. «Λέγαν οι πατεράδες μας πως μια γυναίκα μετάνοιωσε που έγινε χριστιανή και μαρτύρησε τον άντρα της, τον παπά που τη βάφτισε και την κατήχησε και πολλούς άλλους. Είναι επικίνδυνο. Γι’ αυτό οι οικογένειες φροντίζουν να μην πέσουν σ’ αυτή την περιπέτεια».

   Δυσκολίες έχουν και με τις κηδείες. Όταν έρθει η ώρα κάποιου δικού τους φροντίζουν, πριν μαθευτεί ο θάνατος, να κάνουν την κηδεία νύχτα. Αν δεν υπάρχει δικός τους παπάς, καλούν ξένο. Άγνωστο στο χωριό. Αν πάλι κι αυτό δεν τους είναι μπορετό, στην εκκλησιά κάποιου γειτονικού χωριού ή στο κοντινό μοναστήρι διαβάζεται η κηδεία, χωρίς το νεκρό. Κάποιοι, πιο τολμηροί παπάδες, πηγαίνουν νύχτα στον τάφο και κάνουν εκεί την κηδεία. Στο χωριό τους γίνονταν τα τούρκικα έθιμα μόνο αν υπάρχει ξένος και κινδυνεύουν να φανερωθούν, αλλιώς, χωρίς να πάνε το νεκρό στην εκκλησιά, για το φόβο των Ιουδαίων, τον διαβάζουν στο σπίτι.

«Στα χωριά σας υπάρχουν πολλοί κρυφοί παπάδες;» ρώτησε πάλι ο παπά Τιμόθεος.

Πως μπορεί ν’ απαντήσει κανείς; Στο χωριό τους πάντοτε υπήρχε και μάλιστα από την οικογένειά τους. Τις πιο πολλές φορές ήταν και μολλάς, όπως ο πατέρας του. Ο ίδιος, ποτέ δεν είχε σκεφτεί τον εαυτό του παπά. Μάλλον τόχε αποκλείσει. Σαν πέθανε όμως ο πατέρας του κι έμεινε το χωριό αλειτούργητο, άρχισαν οι πιέσεις. Πρώτα οι χωριανοί. Στο τέλος κι ο δεσπότης. «Δεν έχεις δικαίωμα ν’ αφήσεις το χωριό χωρίς παπά» του είπε. Τα ίδια του έλεγε κι η γυναίκα του. «Να πω ότι υπηρετείς μακριά; Όχι. Όλο εδώ γύρω θα είσαι». Έτσι τ’ αποφάσισε. Βρήκε κάποια πρόφαση και πήρε άδεια. Πήγε στο μοναστήρι του Χουτουρά κι εκεί ο δεσπότης μια μέρα τον έκανε διάκο και την άλλη παπά. Κάθισε και λίγε μέρες να μάθει να λειτουργεί και μετά γύρισε στο χωριό. Στρατηγός και παπάς. Η ζωή άρχιζε να του παίζει τα δικά της παιχνίδια.

Αυτά στο δικό τους χωριό. Σ’ άλλα μέρη, που δεν υπάρχει παπάς έρχεται κάποιος ιερομόναχος από το κοντινό μοναστήρι. Τις πιο πολλές φορές κάνει το γυρολόγο, τον έμπορο. Είναι όμως και μερικοί πολύ θαρραλέοι, που έρχονται ντυμένοι δερβίσηδες. Τότε μόλις εμφανισθούν, ένας ολάκερος κόσμος μπαίνει σε κίνηση για να ειδοποιηθούν όλοι οι δίπιστοι. Έτσι το βράδυ κάπου θα συγκεντρωθούν, σε σπίτι ή σε κρυφή εκκλησιά, κι εκεί θα είναι κι ο παπάς που τους έστειλε το μοναστήρι.

***

   Πέρασε ώρα πολλή ίσαμε να σηκωθούν απ’ το τραπέζι και τα πιάτα έμειναν σχεδόν απείραχτα. Ποιος είχε το νού του στο φαγητό; Ήταν καιρός ν’ ανοίξουν την καρδιά τους και να μιλήσουν γι’ αυτούς τους ίδιους, για τα παιδιά τους, τη ζωή τους. Ο στρατηγός είχε αφήσει πίσω τη γυναίκα και τα τέσσερα παιδιά του. Δυο κορίτσια στην ώρα τους για παντρειά και δυο αγόρια μικρότερα. Το μεγάλο το πρώτο του κορίτσι μάλιστα, θα το πάντρευε εκείνες τις μέρες, αν ο πόλεμος δεν τους άλλαζε τα σχέδια. Ο πόλεμος. Πόσες φορές δεν του είχε αναστατώσει τη ζωή; Και μαζί τη ζωή των δικών του; Τον έκανε βέβαια στρατηγό. Στρατηγό τιμημένο που πήρε δυο δυο τους βαθμούς «επ’ ανδραγαθία». Όμως τι τα θες! Παπάς και πολεμιστής δεν γίνεται. Μεγάλη δυσκολία. Φεύγεις για τη μάχη και δεν ξέρεις τι σε περιμένει το κάθε λεπτό. Ξεκινάς για λίγο και μπορεί να μείνεις στο μέτωπο μήνες ολάκερους. Αλειτούργητος εσύ, αλειτούργητοι κι οι άλλοι στο χωριό. Άσε το χειρότερο κι ωστόσο το πιο συνηθισμένο στον πόλεμο. Το θάνατο! Στου γίνεται αχώριστος σύντροφος και παίζει μαζί σου απίστευτα παιχνίδια. Έχει μάθει βέβαια, τόσα χρόνια, να τον αψηφά. Να μη σκιάζεται απ’ την παρουσία του. Μα είναι χριστιανός και ως παπάς επιθυμεί να είναι έτοιμος για κείνη την ώρα. Τη στερνή. Την ώρα που προσμένεις ολάκερη ζωή.

Κοντά μεσάνυχτα αποφάσισαν να υποκύψουν σε μια δύναμη, που ώρα τώρα τους πολιορκούσε. Στον ύπνο. Είπαν τόσα κι όμως αισθάνονταν, πως μόλις τώρα άρχισαν να μιλούν. Ο παπά – Τιμόθεος μάλιστα είχε την εντύπωση πως δεν πρόλαβε καν να μιλήσει, μα δεν είχε και τη διάθεση να διακόψει τον ξένο του. Απόψε ήταν δική του η βραδιά. Έτσι που τον άκουγε καταλάβαινε πως ο Θεός οδήγησε τα πράγματα με τέτοιο τρόπο, ώστε αυτός να γνωρίζει καλύτερα και να μην κρίνει. Κι ο άλλος να βγάλει από μέσα του καημούς, χρόνια τώρα στιβαγμένους.

Στο δωμάτιο, που θα κοιμόταν, είχε στρώσει η παπαδιά τα καλύτερα σεντόνια και σε μια γωνία, σ’ ένα τραπέζι, είχε βάλει μια εικόνα του Χριστού κ ένα αναμμένο καντήλι. Το απαλό φως του φάνηκε βάλσαμο και μια δύναμη τον παρακινούσε να γονατίσει να προσευχηθεί. Στην πόρτα τον καληνύχτισε ο παπά – Τιμόθεος.

«Κι όπως είπαμε. Πριν ξημερώσει να είσαι έτοιμος» πρόσθεσε.

«Θα είμαι», απάντησε ο στρατηγός.

Νύχτα ακόμη οι δυο άντρες έβγαιναν στους δρόμους του κοιμισμένου χωριού. Το σκοτάδι ήταν πυκνό κι ο ξάστερος ουρανός βομβάρδιζε με παγωνιά τη γη. Με πολλές προφυλάξεις έφτασαν στην εκκλησιά. Ο παπά – Τιμόθεος, όσο πιο ήσυχα γινότανε, άνοιξε την πόρτα και πέρασαν μέσα. Χωρίς ν’ ανάψει άλλο φως, παρά με μόνο των καντηλιών, μπήκαν στο Ιερό. Εκεί ο στρατηγός – παπάς φόρεσε ένα πετραχήλι κι άρχισε να διαβάζει τη μετάληψη. Στο μεταξύ ο παπά – Τιμόθεος άνοιξε το αρτοφόριο και ετοίμαζε την αγία κοινωνία. Όπως όταν πηγαίνει να μεταλάβει έναν άρρωστο. Δίπλα του, σε λίγο, ο κρυφός παπάς ήταν έτοιμος.

«Μεταδίδοτέ μοι Ελευθερίω τω αναξίω ιερεί τοπ τίμιον Σώμα και Αίμα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού». Η φωνή του ακουγόταν βαθειά απόκοσμη ενώ δυο δάκρυα άρχισαν να αυλακώνουν το πρόσωπό του. Ο στρατηγός ήταν έτοιμος για τον πόλεμο.

Είχε προχωρήσει η μέρα κι ο ήλιος είχε ζεστάνει τη γη. Ο στρατός στον κάμπο παρατάχθηκε. Έτοιμος να συνεχίσει την πορεία του προς το μέτωπο. Στο σπίτι του παπά ο στρατηγός τους αποχαιρέτησε όλους και αντάλλαξε ασπασμό με τον παπά. Έξω οι υπασπιστές τους είχαν φέρει το άλογό του και τον περίμεναν να βγει. Τότε έφθασαν στο σπίτι ο δάσκαλος με το μουχτάρη. Θέλησαν, είπαν, να τον ευχαριστήσουν, για την καλή συμπεριφορά του στρατού. «Αλλιώς είχαμε συνηθίσει» συμπλήρωσε ο μουχτάρης. Αυτός, σαν να ενοχλήθηκε τους ζήτησε να μην έχουν καμιά υποχρέωση και να γυρίσουν στις δουλειές τους. Ο στρατός δεν έκανε τίποτα το σπουδαίο. Απλώς φέρθηκε όπως φέρεται ένας πειθαρχημένος τακτικός στρατός. Έκανε το καθήκον του. Γι’ αυτό δεν χρειάζονται ευχαριστίες.

«Τι λες στρατηγέ μου» απάντησε ο δάσκαλος. «Βγες έξω να δεις. Όλο το χωριό μαζεύτηκε να σ’ αποχαιρετήσει».

Πραγματικά. Μπροστά στην πόρτα, εκεί που τον περίμεναν οι αξιωματικοί, είχαν μαζευτεί όλοι οι άντρες του χωριού. Μόλις φάνηκε ο στρατηγός ξέσπασαν σε χειροκροτήματα. Πολλοί ήθελαν να του σφίξουν το χέρι. Με χίλιους κόπους ξέφυγε και ανέβηκε στο άλογό του. πριν ξεκινήσει έφερε γύρω το βλέμμα του. Μετά έκανε νόημα και στους άλλους και άρχισαν να προχωρούν. Πιο κάτω, πριν την ελαφρά κλίση του δρόμου, σταμάτησε. Γύρισε πίσω και κοίταξε κατά το παπαδόσπιτο. Εκεί, στο κατώφλι, στεκόταν ο παπάς. Ο Σοϊλεμέζ σήκωσε το χέρι. Το ίδιο έκανε κι ο παπά – Τιμόθεος.

 Ύστερα χάθηκε στην καμπή του δρόμου.


http://fdathanasiou.wordpress.com/

Εορτολόγιο

Δημοφιλείς αναρτήσεις


Banner Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων
Ξεκινάμε μια προσπάθεια παρουσίασης Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων.
Αν δεν υπάρχει ο δικός σας, ζητάμε συγνώμη,
ενημερώστε μας και θα τον συμπεριλάβουμε.





Create your own banner at mybannermaker.com!
Πέρα από το άτομο
Make your own banner at MyBannerMaker.com!

















(υπό κατασκευή)


Τα banner μας
Αντιγράψτε τον κώδικα στη δική σας σελίδα
για να εμφανιστούν τα banner μας.
Ειδοποιήστε μας για να συμπεριλάβουμε και το δικό σας.