Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Ἡ δύναμη του σαρανταλείτουργου




Ὁ Γε­ρό-Δα­νι­ήλ ὁ ἁ­γιο­ρεί­της (+1929), ὁ σο­φός ἡ­συ­χα­στής τῶν Κα­του­να­κί­ων, ἔ­χει κα­τα­χω­ρι­σμέ­νο στά χει­ρό­γρα­φά του καί τό ἀ­κό­λου­θο πε­ρι­στα­τι­κό, πού συ­νέ­βη τό 1869 στήν πα­τρί­δα του, τή Σμύρ­νη. Κά­ποιος ἐ­νά­ρε­τος χρι­στια­νός κά­λε­σε στά τε­λευ­ταῖ­α της ζω­ῆς τοῦ τόν πνευ­μα­τι­κό του πά­πα-Δη­μή­τρη καί τοῦ εἶ­πε:-Ἐ­γώ σή­με­ρα πε­θαί­νω.

Πές μου, σέ πα­ρα­κα­λῶ, τί πρέ­πει νά κά­νω τήν κρί­σι­μη τού­τη ὥ­ρα; Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας, γνω­ρί­ζον­τας τήν ἀ­ρε­τή του καί τή μυ­στη­ρι­α­κή προ­ε­τοι­μα­σί­α του, τοῦ πρό­τει­νε τό ἑ­ξῆς:-Δῶ­σε ἐν­το­λή νά σοῦ κά­νουν με­τά τό θά­να­τό σου τα­κτι­κό σα­ραν­τα­λεί­τουρ­γο σ’ ἕ­να ἐ­ξωκ­κλή­σι. Ἔ­τσι κι ἔ­γι­νε. Ὁ κύρ-Δη­μή­τρης -αὐ­τό ἦ­ταν τό ὄ­νο­μά του- ἄ­φη­σε ἐν­το­λή στό γιό του νά κά­νει με­τά τήν κοί­μη­σή του σα­ραν­τα­λεί­τουρ­γο. Κι ἐ­κεῖ­νος, ὑ­πα­κού­ον­τας στήν τε­λευ­ταί­α ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ κα­λοῦ του πα­τέ­ρα, ἀ­νέ­θε­σε χω­ρίς κα­θυ­στέ­ρη­ση τήν ἐ­κτέ­λε­σή της στόν πά­πα-Δη­μή­τρη. Ὁ σε­μνός λευ­ΐτης δέ­χτη­κε νά κά­νει τό σα­ραν­τα­λεί­τουρ­γο, πού ὁ ἴ­διος εἶ­χε προ­τεί­νει στό μα­κα­ρί­τη, καί ἀ­πο­σύρ­θη­κε γιά ὅ­λο αὐ­τό τό δι­ά­στη­μα στό ἐ­ξωκ­κλή­σι τῶν ἁ­γί­ων Ἀ­πο­στό­λων. Οἱ τρι­άν­τα ἐν­νέ­α λει­τουρ­γί­ες ἔ­γι­ναν ἀ­πρό­σκο­πτα. Ἡ τε­λευ­ταί­α ἔ­πρε­πε νά γί­νει ἥ­με­ρα Κυ­ρι­α­κή. Τό βρά­δυ ὅ­μως τοῦ Σαβ­βά­του πιά­νει τόν πα­πά ἕ­νας δυ­να­τός πο­νό­δον­τος καί τόν ἀ­ναγ­κά­ζει νά ἐ­πι­στρέ­ψει στό σπί­τι του. Ἡ πρε­σβυ­τέ­ρα τοῦ πρό­τει­νε νά βγά­λει τό δόν­τι, μά ἐ­κεῖ­νος ἀρ­νή­θη­κε, για­τί ἔ­πρε­πε τήν ἑ­πο­μέ­νη νά τε­λέ­σει τήν τε­λευ­ταί­α λει­τουρ­γί­α. Τά με­σά­νυ­χτα ὁ πό­νος κο­ρυ­φώ­θη­κε, καί τε­λι­κά ὁ πα­πάς ἀ­ναγ­κά­στη­κε νά βγά­λει τό δόν­τι.

Ἐ­πει­δή ὅ­μως πα­ρου­σι­ά­στη­κε αἱ­μορ­ρα­γί­α, ἀ­νέ­βα­λε τήν τε­λευ­ταί­α λει­τουρ­γί­α γιά τή Δευ­τέ­ρα. Στό με­τα­ξύ, τό ἀ­πό­γευ­μα τοῦ Σαβ­βά­του, ὁ Γε­ώρ­γι­ος, ὁ γιός τοῦ μα­κα­ρι­στοῦ Δη­μη­τρί­ου, ἑ­τοί­μα­σε με­ρι­κά χρή­μα­τα γιά τόν κό­πο τοῦ ἱ­ε­ρέ­α, μέ σκο­πό νά τοῦ τά δώ­σει τήν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα. Τά με­σά­νυ­χτα ξύ­πνη­σε γιά νά προ­σευ­χη­θεῖ. Ἀ­να­κά­θι­σε στό κρε­βά­τι κι ἄρ­χι­σε νά φέρ­νει στό νοῦ τοῦ τίς ἀ­ρε­τές, τά χα­ρί­σμα­τα καί τά σο­φά λό­γι­α του πα­τέ­ρα του. Κά­ποια στιγ­μή πέ­ρα­σε ἀπ’ τό μυα­λό του ἡ ἀ­κό­λου­θη σκέ­ψη: «Ἄ­ρα­γε ὠ­φε­λοῦν τά σα­ραν­τα­λεί­τουρ­γα τίς ψυ­χές τῶν κε­κοι­μη­μέ­νων, ἤ τά κα­θι­έ­ρω­σε ἡ ἐκ­κλη­σί­α γιά πα­ρη­γο­ριά τῶν ζών­των;»Τό­τε ἀ­κρι­βῶς τόν πῆ­ρε ἕ­νας ἐ­λα­φρός ὕ­πνος, καί εἶ­δε πώς βρέ­θη­κε σέ μί­α πε­δι­ά­δα μέ ὀ­μορ­φιά ἀ­πε­ρί­γρα­πτη. Ἐ­νί­ω­θε ἀ­νά­ξι­ο τόν ἑ­αυ­τό του νά βρί­σκε­ται σέ τέ­τοιο ἱ­ε­ρό καί πα­ρα­δει­σέ­νιο χῶ­ρο. Μπρο­στά του ἁ­πλω­νό­ταν ἕ­να ἀ­πέ­ραν­το καί κα­τά­φυ­το πε­ρι­βό­λι, πού μο­σχο­βο­λοῦ­σε μέ μί­α ἀ­νέκ­φρα­στη εὐ­ω­διά.«Αὐ­τός ὁ­πωσ­δή­πο­τε θά εἶ­ναι ὁ πα­ρά­δει­σος!», μο­νο­λό­γη­σε. «Ώ, τί μα­κα­ρι­ό­τη­τα πε­ρι­μέ­νει ὅ­σους ζοῦν ἐ­νά­ρε­τα στή γῆ!»Ἐ­ξε­τά­ζον­τας ἔκ­πλη­κτος τά ὑ­περ­κό­σμι­α κάλ­λη, εἶ­δε ἕ­να λαμ­πρό ἀ­νά­κτο­ρο μέ ἔ­ξο­χη ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κή χά­ρη, ἐ­νῶ οἱ τοῖ­χοι τοῦ ἔ­λαμ­παν ἀπ’ τά δια­μάν­τια καί τό χρυ­σά­φι.

 Ἡ ὀ­μορ­φιά τοῦ ἦ­ταν ἀ­νέκ­φρα­στη. Πλη­σι­ά­ζει πι­ό κον­τά, καί τό­τε -τί χα­ρά! -βλέ­πει στήν πόρ­τα τοῦ πα­λα­τιοῦ τόν πα­τέ­ρα τοῦ ὁ­λο­φώ­τει­νο καί λαμ­προ­φο­ρε­μέ­νο.-Πῶς βρέ­θη­κες ἐ­δῶ, παι­δί μου; τόν ρω­τά­ει μέ πρα­ό­τη­τα καί στορ­γή.-Οὔ­τε κι ἐ­γώ ξέ­ρω, πα­τέ­ρα. Κα­τα­λα­βαί­νω πώς δέν εἶ­μαι ἄ­ξι­ος γι’ αὐ­τόν τόν τό­πο. Ἀλ­λά πές μου, πῶς τά περ­νᾶς ἐ­δῶ; Πῶς ἦρ­θες; Τί­νος εἶ­ναι αὐ­τό τό πα­λά­τι;-Ἡ φι­λαν­θρω­πί­α τοῦ Σω­τή­ρα Χρι­στοῦ μέ τίς πρε­σβεῖ­ες τῆς Πα­να­γί­ας, πού τῆς εἶ­χα ἰ­δι­αί­τε­ρη εὐ­λά­βει­α, μέ ἀ­ξί­ω­σε νά κα­τα­τα­χθῶ σ’ αὐ­τό τό μέ­ρος. Ἦ­ταν μά­λι­στα νά μπῶ σή­με­ρα μέ­σα στό πα­λά­τι. Ὁ οἰ­κο­δό­μος ὅ­μως, πού τό χτί­ζει, πέ­ρα­σε μί­α τα­λαι­πω­ρί­α -ἔ­βγα­λε ἀ­πό­ψε τό δόν­τι του – κι ἔ­τσι δέν τε­λεί­ω­σαν οἱ σα­ράν­τα μέ­ρες τῆς οἰ­κο­δο­μῆς του. Γιά τό λό­γο αὐ­τό θά μπῶ αὔ­ρι­ο. Ὕ­στε­ρα ἀπ’ αὐ­τό ὁ Γε­ώρ­γι­ος ξύ­πνη­σε δα­κρυ­σμέ­νος καί ἔκ­πλη­κτος, ἀλ­λά καί μέ ἀ­πο­ρί­ες. Πέ­ρα­σε τήν ὑ­πό­λοι­πη νύ­χτα ἀ­να­πέμ­πον­τας αἴ­νους καί δο­ξο­λο­γί­ες στό Θε­ό. Τό πρω­ί, με­τά τή θεί­α λει­τουρ­γί­α, πῆ­ρε πρό­σφο­ρα, νά­μα καί ἁ­γνό κε­ρί καί ξε­κί­νη­σε γιά τό ἐ­ξωκ­κλή­σι τῶν ἁ­γί­ων Ἀ­πο­στό­λων.

Ὁ πά­πα-Δη­μή­τρης τόν ὑ­πο­δέ­χθη­κε μέ χα­ρά:-Τώ­ρα μό­λις τε­λεί­ω­σα κι ἐ­γώ τή θεί­α λει­τουρ­γί­α. Ἔ­τσι ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε τό σα­ραν­τα­λεί­τουρ­γο. Αὐ­τό τό εἶ­πε γιά νά μήν τόν λυ­πή­σει. Ὁ ἐ­πι­σκέ­πτης τό­τε τοῦ δι­η­γή­θη­κε τό νυ­χτε­ρι­νό του δρά­μα. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε στό ση­μεῖ­ο πού ὁ πα­τέ­ρας του δέν μπῆ­κε στό πα­λά­τι, για­τί ὁ οἰ­κο­δό­μος ἔ­βγα­λε τό δόν­τι του, ὁ πά­πα-Δη­μή­τρης ἐ­νί­ω­σε φρί­κη, ἀλ­λά καί θαυ­μα­σμό.-Ἐ­γώ εἶ­μαι, ἀ­γα­πη­τέ μου, ὁ οἰ­κο­δό­μος πού ἐρ­γά­στη­κε στήν οἰ­κο­δο­μή τοῦ πα­λα­τιοῦ, εἶ­πε μέ χα­ρά. Σή­με­ρα δέν λει­τούρ­γη­σα, για­τί ἔ­βγα­λα τό δόν­τι μου. Θά λει­τουρ­γή­σω ὅ­μως τή Δευ­τέ­ρα, κι ἔ­τσι θά ὁ­λο­κλη­ρώ­σω τό πνευ­μα­τι­κό πα­λά­τι τοῦ πα­τέ­ρα σου.



 πηγη

Από το βιβλίο ‘’ ψυχωφελείς οπτασίες και διηγήσεις για την άλλη ζωή’’ – εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη



 
Επιστολή Ευαγρίου

Από το βιβλίο ‘’ ψυχωφελείς οπτασίες και διηγήσεις για την άλλη ζωή’’
– εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη
 
29) "Απόλαυσα έκατονταπλασίονα θησαυρό στον ουρανό...
Στό Συναξάριο της 27ης Ιουνίου υπάρχει καί μία Διήγησις του Συνεσίου Επισκόπου Κυρήνης γιά κάποιον φίλο του και φιλόσοφο, ονόματι Ευάγριο. Η ιστορία αύ­τη έχει ως εξής συνοπτικά:

Κατά τις ημέρες του Πατριάρχου Αλεξανδρείας Θε­οφίλου (411) έγινε Επίσκοπος Κυρήνης ο Συνέσιος ο φιλόσοφος, ο οποίος ερχόμενος στην επαρχία του έφερε μαζί του και τον φιλόσοφο φίλο του Ευάγριο. Με κάθε τρόπο επάσχιζε να τον φέρει στην χριστιανική πίστι, αλλά ο Ευάγριος δεν έστεργε καθόλου, ούτε δεχόταν τους λόγους του.

Κάποια ήμερα λέγει ό Ευάγριος στον Επίσκοπο:
-     Αλήθεια σου λέγω, κύριε Επίσκοπε, ότι δεν μου αρέσει κοντά στα άλλα πού διαφωνώ, να
λέγετε εσείς οι χριστιανοί ότι θα γίνη η συντέλεια του κόσμου, ότι όλοι οι άνθρωποι θα αναστηθούν με το ίδιο σώμα, το οποίο μέλλει να γίνη άφθαρτο και αθάνατο και ότι θα λάβουν τότε την ανταπόδοσι, κατά τα έργα τους. Επίσης δεν μου αρέσει να λέγετε ότι ο ελεών πτωχόν δανείζει στον Θεό, και όποιος σκορπίζει τα χρήματα του στους πτωχούς τα θησαυρίζει στους ουρανούς και στην κοινή ανάστασι θέλει να λάβη αυτά εκατονταπλάσια και αιώνιο ζωή. Όλα αυτά μου φαίνονται παραμύθια, πλάνη και εμπαιγμός.

-     Ο μακάριος Συνέσιος τον εβεβαίωσε ότι όλα αυτά είναι αληθινά και σε λίγο καιρό τον κατέπεισε και βαπτίσθηκε μαζί με όλους τους οικείους του. Αφού λοιπόν βαπτίσθηκε ο Ευάγριος, παρέδωσε στον Επίσκοπο τριακόσιες λίτρες χρυσού για να τις διαμοιράση στους πτω­χούς, λέγοντας:
Πάρε αυτά και μοίρασε τα στους πτωχούς και γράψε μου ένα ιδιόχειρο χρεωστικό γράμμα σου, ότι θα μου τα ανταποδώση αυτά ο Ιησούς Χριστός.

Ο Συνέσιος δέχθηκε το χρυσάφι, έγραψε πρόθυμα το γράμμα που ζητούσε ο Ευάγριος και του το έδωσε. Μετά από αρκετό χρόνο ασθένησε ο Ευάγριος και φθά­νοντας στο τέλος του βίου του, έδωσε το γράμμα στα παιδιά του να το βάλουν στα χέρια του, όταν πεθάνη καί έτσι με το γράμμα να τον θάψουν, χωρίς γι' αυτό να ξέ­ρη κανείς τίποτε.

Μετά τρεις ημέρες από τον θάνατο του, παρουσιά­σθηκε ο Ευάγριος την νύκτα στον Επίσκοπο και του λέ­γει:
- Άνοιξε τον τάφο μου και πάρε το ιδιόχειρο γράμ­μα σου, διότι απόλαυσα το χρέος μου και δεν το ζητώ πλέον από εσένα και ιδού προς πληροφορία σου το υπέ­γραψα με το ίδιο μου το χέρι.

Ο Επίσκοπος δεν ήξερε ότι μαζί με τον νεκρό εντα­φιάσθηκε και το γράμμα του. Το πρωΐ λοιπόν εκάλεσε τα παιδιά του Ευαγρίου και τα ερώτησε, εάν έβαλαν στον τάφο του πατέρα τους κάτι άλλο, εκτός από τα αναγκαία ρούχα του. Εκείνα είπαν:

- Ναι, Δέσποτα, όταν ο πατέρας μας επρόκειτο να πε­θάνη, μας έδωσε ένα χαρτί παραγγέλοντας, όταν πεθάνη, να το βάλουμε στα χέρια του, χωρίς να το φανερώσουμε σε κανέναν. Τότε ο Συνέσιος εφανέρωσε το όραμα πού είδε εκείνη την νύκτα.
Παίρνοντας λοιπόν τα παιδιά του Ευαγρίου, πολ­λούς κληρικούς και χριστιανούς επήγαν και άνοιξαν τον τάφο και ευρήκαν τον νεκρό να κρατά στα χέρια του το γράμμα του Επισκόπου. Το άνοιξαν και, ω του θαύμα­τος, ευρήκαν και άλλα γράμματα γραμμένα από τον Ευάγριο και με την υπογραφή του τα οποία έλεγαν:
     - «Εγώ ο Ευάγριος ο φιλόσοφος, λέγω σε εσένα τον οσιώτατο Επίσκοπο κύριο Συνέσιο να χαίρης. Απήλαυσα από τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό το χρέος, το οποίο είναι γραμμένο σ' αυτό το χαρτί σου και απήλαυσα εκατονταπλασίονα θησαυρό στον ουρανό και ζωή αιώνιο, όπως μου υποσχέθηκες. Γι' αυτό τώρα δοξάζω τον Θεό και ευ­χαριστώ την Οσιότητά σου διότι με ωδήγησες στο φως».

Τότε, όσοι παρευρίσκοντο στον τάφο, άκουσαν αυτά και είδαν τα γράμματα να είναι φρεσκογραμμένα, έμει­ναν εκστατικοί και επί πολλή ώρα έψαλαν το «Κύριε ελέησον».


Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

Η οσιότατη αδελφή Μαρία Μαγδαληνή (κατά κόσμον Marie Madeleine Le Beller), του π.Γεωργίου Αθανασάκη

-->
                                  
    
 Μαρία Μαγδαληνή

   Η  οσιότατη  αδελφή  Μαρία Μαγδαληνή  (κατά κόσμον Marie Madeleine Le Beller)  εκοιμήθη εν Κυρίω  σε ηλικία 67-68 ετών, την 12ην Δεκεμβρίου 2013 (Ν.Η.) ημέρα Πέμπτη και ώρα 13:00 μ.μ. στο ερημητήριό της πλησίον του σπηλαίου του Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος στο όρος Σινά. Απώλεσε  την επαφή με το περιβάλλον λίγες ώρες προ της τελευτής της και είχε ένα ειρηνικό τέλος στα χέρια του γέροντός της π. Παύλου Σιναϊτου που έσπευσε να της δώσει την τελευταία Θεία Μετάληψη.

   Bαπτίστηκε σε ηλικία 40 ετών περίπου στον Ιορδάνη, το έτος 1986. Έζησε στον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος  δεκαοχτώ (18) χρόνια, με πολλούς πειρασμούς και από τους ανθρώπους και από τους δαίμονες. Έξι μήνες στην αρχή διανυκτέρευε έξω ανάμεσα στα βράχια, άστεγη με ένα υπνόσακο, σ`εκείνη την απαράκλητη έρημο συντροφιά με σκορπιούς και δηλητηριώδη φίδια.  Έζησε μεγάλη απόρριψη, πολλοί την θεωρούσαν τρελή και πλανεμένη. Πούλησε το σπίτι της στο Παρίσι κι αγόρασε ένα κομμάτι γη από ένα βεδουίνο κάτω ακριβώς από το σπήλαιο του Άγίου Ιωάννου της Κλίμακος. Εκεί υπήρχε μια χαρουπιά κι ένα πηγάδι. Έχτισε σταδιακά πέντε αυτόνομα κελλάκια, ένα μικρό ναύδριο πάνω σ`ένα βράχο, φύτεψε δένδρα, λίγες ελιές, δυο-τρεις μηλιές και ένα κλήμα και έφτιαξε μικρή στέρνα και κήπο. Όλη την σκήτη της την περιέφραξε με τείχος. Ζούσε απλά καλλιεργώντας τον κήπο της πλέκοντας κομποσχοίνια και ασχολούμενη τα τελευταία χρόνια με την ξυλογλυπτική οπού σημείωσε μεγάλη πρόοδο κατασκευάζοντας εικόνες για το εκκλησάκι της. Στην μονή κατέβαινε κάθε Κυριακή αρχικά και αργότερα κάθε δεκαπέντε και τις μεγάλες εορτές για να μεταλαμβάνει. 


Κάποιοι πατέρες την συμπαθούσαν και την προστάτευαν αλλά οι πολλοί την απέρριπταν και σε πολλά την δυσκόλευαν. Κάποτε  απαγόρευσαν στον π. Παύλο να την δέχεται για εξομολόγηση και δεν της επέτρεπαν την δωρεάν φιλοξενία στον ξενώνα των γυναικών. Είχε μεγάλη δύναμη ψυχής που την αντλούσε από την ακράδαντη πίστη της και την ευλογία που της είχαν δώσει για εγκαταβίωση στην έρημο του Σινά, ο π. Πορφύριος (νύν Άγιος Πορφύριος) και η μάτουσκα Λουμπούσκα η δια ΧΝ Σαλή της Αγίας Πετρουπόλεως. Όλος ο πειρασμός ξεκίνησε από την αγάπη της στην έρημο, ενώ οι πατέρες την ήθελαν να ζεί εντός της γυναικείας μονής της Φαράν στην οποία είχε ζήσει δοκιμαστικά ένα χρόνο και μισό στην αρχή. Όμως δεν αναπαύθηκε και όταν ο Γέρων Παϊσιος  επίσκεφθηκε τελευταία φορά το Σινά και πέρασε από την Φαράν της έδωσε την ευλογία του να ζήσει στην έρημο αφού την εξέτασε και ευλόγησε το τυπικό της προσευχής της.


   Κάθε Πάσχα πήγαινε στα Ιεροσόλυμα πού περνούσε όλη την μεγάλη εβδομάδα και την Διακαινήσιμο επέστρεφε στο αγαπημένο της ασκητήριο. Μετά το Πάσχα του 2009  δεν πήγε ξανά στα Ιεροσόλυμα.
   Στις 18 Νοεμβρίου του 2012 (Κυριακή) ήρθε στη Κρήτη άρρωστη πλέον και στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο διεγνώσθη προχωρημένος καρκίνος του εντέρου.      
    
 Έφυγε για την Μόσχα που είχε γνωστό της τον επίσκοπο που διοικούσε το νοσοκομείο της ρωσικής εκκλησίας. Εκεί τις έκαναν παρατεταμένες ιατρικές εξετάσεις και της ζήτησαν να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση και χημειοθεραπείες, στο μεγαλύτερο ιατρικό κέντρο κατά του καρκίνου, της Ρωσίας. Όμως δεν δέχθηκε επιθυμώντας να πεθάνει στην αγαπημένη της σκήτη. Πήγε για προσκύνημα στον Άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ, λούστηκε στην πηγή του και πήρε μεγάλο θάρρος. Επέστρεψε στο Σινά μέσω Ιταλίας όπου προσκύνησε τον Άγιο Νικόλαο στο Μπάρι κι εκεί γνώρισε την ρωσίδα Ευφροσύνη, την οποία κάλεσε για να την διακονήσει όταν επέστρεψε στο Σινά κι εκείνη ανταποκρίθηκε άμεσα.  Ήρθε κοντά της και την υπηρέτησε μέχρι το τέλος, χωρίς κανένα υλικό όφελος. Η Ευφροσύνη ήταν δώρο του Θεού γιατί ομιλούσε μόνο ρωσικά τα οποία η Μαρία ελάχιστα ομιλούσε και καταλάβαινε. Όμως είχαν άριστη συνεργασία και την περιποιήθηκε σαν καλή υποταχτική (για δέκα μήνες περίπου), ώστε να κερδίσει και την αγάπη και τον σεβασμό των πατέρων.  

   Από το Πάσχα του 2013 δεν μετακινήθηκε πλέον ούτε μέχρι την μονή της Αγίας Αικατερίνης, αλλά με μεγάλη ανδρεία και υπομονή εβάστασε τον σταυρό της πολυώδυνης νόσου, χωρίς ιατρική βοήθεια και νοσοκομειακή περίθαλψη. 


   Την επόμενη της κοίμησής της, η κυρίαρχος μονή της Αγίας Αικατερίνης, μετά την θεία Λειτουργία που έκαναν στο εκκλησάκι της σκήτης της, την μετέφερε με φορείο στο τοπικό νοσοκομείο της περιοχής  όπου διεγνώσθη ο θάνατός της και τοποθετήθηκε σε ψύξη μέχρι την έκδοση άδειας ταφής από το Γαλλικό Προξενείο. Τότε συνέβη ένα παράδοξο γεγονός που σχολιάστηκε με θαυμασμό από όσους παραβρέθηκαν εκεί. Από την προηγούμενη το βράδυ είχε ξεσπάσει χιονοθύελλα και κάλυψε στα λευκά όλη την γύρω περιοχή. Το μοναστήρι έστειλε 14 εργάτες (χριστιανούς κόπτες) για να μεταφέρουν εναλλάξ το σκήνωμά της λόγω της μαινόμενης χιονοθύελλας και του δύσβατου τόπου. Κι ενώ έκαναν περίπου δύο ώρες για να διανύσουν  την απόσταση από τον αυτοκινητόδρομο έως το ασκητήριό της (πορεία μίας ώρας το πολύ, υπό κανονικές συνθήκες), όταν σήκωσαν το τίμιο λείψανό της, διήνυσαν την ίδια απόσταση σε σαράντα πέντε λεπτά χωρίς να τους αγγίξει ούτε μια νιφάδα χιονιού, ενώ τα πάντα ήταν ολόλευκα και φωτεινά γύρω τους. Όταν έφθασαν πάνω στον αυτοκινητόδρομο και την απόθεσαν στο αυτοκίνητο που περίμενε εκεί, σε λίγα δευτερόλεπτα βρέθηκαν πάλι μέσα στην χιονοθύελλα και τους κάλυψε το χιόνι. 


  Η άδεια ταφής δόθηκε στις 17-12-2013 το βράδυ.
  Ετάφη την 18η Δεκεμβρίου 2013 (Ν.Η.) ημέρα Τετάρτη μετά το μεσημέρι, στο κοιμητήριο της γυναικείας μονής του Προφήτου Μωϋσέως της Φαράν με απόφαση της συνάξεως των πατέρων της μονής της Αγίας Αικατερίνης. (όχι στο ασκητήριό της όπως  επιθυμούσε). Δεν παρέστη κανείς γνωστός κι αγαπητός της εκτός την ρωσίδα Ευφροσύνη που την υπηρέτησε με μεγάλη αυταπάρνηση. Ακόμη και μιά γνωστή της γερμανίδα προσήλυτη που βρέθηκε στην θανή της, την άλλαξε και την ξενύχτησε διαβάζοντας της ψαλτήρι, είχε φύγει για τα Ιεροσόλυμα.

   Την κήδεψαν ο επίσκοπος Σιναίου κ.κ. Δαμιανός και οι Ιερομόναχοι Μιχαήλ και Ευγένιος της ιδίας μονής. Παρέστησαν και οι  4  μοναχές της μονής Φαράν.



14 Ιανουαρίου Άγιοι εν Σινά και Ραϊθώ αναιρεθέντες

-->

Άγιοι εν Σινά και Ραϊθώ αναιρεθέντες

Πάμε στις 14, τώρα, του μηνός Ιανουαρίου, πάντα, έχομε ένα πλήθος αμέτρητο Μαρτύρων, οσιομαρτύρων, στο Όρος Σινά και στη Ραϊθώ, εκεί κοντά στο Όρος Σινά. Από χρόνια, από την πρώτη χριστιανοσύνη, πήγαιναν πολλοί. Άφηναν τα εγκόσμια και πήγαιναν εκεί στην έρημο του Σινά, που σαράντα χρόνια εκαρποφόρησε τον λαό του Ισραήλ ο Θεός δια του Μωϋσεως, Άγιοι τόποι κι εκείνοι, και έκαμαν άσκηση και έκαμαν αγώνα τον 5ο αιώνα είχε πάει κι ένας μεγάλος σοφός από την Κωνσταντινούπολη, ο Νείλος, ο έπαρχος της πόλεως, μέγα αξίωμα, τότε, πήγε με τον γυιό του, με τη γυναίκα του κλπ., και τη γυναίκα του την έστειλε σε μοναστήρι γυναικείο, τα ‘χουμε πει, και έμεινε με το γυιό του στο Σινά και έκαμαν αγώνα με τους άλλους πατέρες.

 Ήλθαν, όμως, οι Βλεμμυες, κάποιοι εκεί βάρβαροι, και τους εφόνευσαν ο Νείλος γλύτωσε, τον Θεόδουλο, τον γυιό του, τον πήραν αιχμάλωτο. Κι ο Νείλος, σ’ ένα βουνό, σε μια τρύπα, προσευχότανε να ελεήσει ο Θεός το γυιό του και όντως αποκοίμισε τους ληστές, που τον είχαν πάρει να τον πουλήσουν, να τον θυσιάσουν, και τον εξαγόρασε κάποιος επίσκοπος που πέρασε από κει, και εσώθη εσφάγησαν, όμως, 38 πατέρες, και παλαιότερα, επί Διοκλητιανού, άλλοι από Σαρακηνούς πειρατές, και άλλοι στη Ραϊθώ, με όλους αυτούς μαζί τους οσιομάρτυρες, πόσο αίμα για τον Χριστό έχει χυθεί σ’ όλα τα μήκη και πλάτη της γης, αδελφοί και πατέρες; και τους εορτάζει στις 14 του μηνός Ιανουαρίου. 13 είπα, 13 είναι άλλοι μάρτυρες, δεν πειράζει. Αυτά είναι ομορφιά να ξεχνάω κι εγώ τίποτα, να χαίρεσθε κι εσείς που ξεχνάτε έτσι. 

Λοιπόν. 13. Ας βάλομε τους οσίους που ναι 14, τους εν σινά και Ραϊθώ άναιρεθέντας, δηλαδή σφαγιασθέντας είν αμέτρητοι εκείνοι. Όλες αυτές οι ερημιές φιλοξένησαν Αγίους και μάρτυρες και ασκητάς και απέβησαν τι; Το έαρ της ερήμου. Η άνοιξη της ερήμου τι ωραίο είν αυτό! Όπως και ο Άγιος Πρόδρομος ήταν στην έρημο κι είχε γίνει άνοιξη η έρημος γιατί ερχόταν ο Χριστός στην έρημο. Υποδέχθηκε ο Άγιος Ιωάννης στον Ιορδάνη ποταμό την άνοιξη του κόσμου. Το έαρ της ανθρωπότητος, που λέει ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης έτσι, λοιπόν και στις 14, το είπαμε πρωθύστερα, έχομε και σχήμα πρωθύστερον, βλέπετε κάναν κι οι αρχαίοι λάθη, βάναν ένα μπροστά, έναν πίσω, και τα τακτοποιούσανε μετά. Πόσο μ’ αρέσει! Στις 14, είπαμε για τους αββάδες, τους πατέρες δηλαδή, γιατί αββά σημαίνει πατήρ, γι αυτό κι οι Άραβες λένε τους ιερείς αμπούνα, αμπούνα, αμπούνα, άμα πας εκεί πέρα, αμπούνα, παπά, πάτερ. Βέβαια. 

Πάει και το 14 ο Κύριος Ορφανίδης, ας τα φτειάξει τα βγάζει βιβλίο τώρα αυτός, με την Ακτή, που φτειάχνει αυτά που διαβάζετε. Τα βγάνει τα συναξαριάκια σε βιβλία. Τέσσερα βιβλιαράκια για όλο τον χρόνο. Ά! Ο Θεός να τον ευλογεί. Ξέρετε τι κόπο κάνει; Κι έχει και μεγάλη δουλειά εκεί πέρα, και κάνει κι αυτό τον κόπο και βγάζει και τ άλλα βιβλία. Αυτά που ξέρετε κι αυτά που δεν ξέρετε τι να κάνομε; Ας είν καλά. Ακρίτας είν κι αυτός, διδάσκαλος του γένους είν κι αυτός, στην Εκκλησία διακονεί και στο γένος. Τον ευχαριστούμε.


Η παραβολή των τριών φίλων (λόγος του Οσίου Βαρλαάμ στον Ιωάσαφ)

 


Η παραβολή των τριών φίλων

(λόγος του Οσίου Βαρλαάμ στον Ιωάσαφ)

   Άνθρωπος τις είχε τρεις φίλους, εξ ών τους δύο ηγάπα και εξετίμα, τον δε τρίτον κατεφρόνει μη δεικνύον προς αυτόν φιλανθρωπίαν, ως έπρεπε.
Ελθόντες δε μίαν ημέραν φοβεροί τινες στρατιώται οδήγησαν βιαίως εκείνον τον άνθρωπον προς τον Βασιλέα, διότι εχρεώστει μυρία τάλαντα.

Στενοχωρούμενος λοιπόν ο οφειλέτης, εζήτει τινα να ομιλήση εις τον Βασιλέα και δώση εις αυτόν μικράν προθεσμίαν, ίνα εξοφλήση το χρέος του. Μεταβάς τότε εις τον πρώτον του φίλον, είπε εις αυτόν:  ‘’γινώσκεις, φίλτατε, ότι πολλάκις εκινδύνευσα προς χάριν σου. Τώρα και εγώ σε χρειάζομαι εις την ανάγκην μου. Λοιπόν βοήθησόν με όσον δύνασαι’’. Ο δε φίλος του απεκρίθη: ‘’εγώ δεν είμαι φίλος σου ούτε σε γνωρίζω. Όμως δύο παλαιά ιμάτια σου δίδω και άλλην βοήθεια μην ελπίζεις’’.

Τότε μετέβη εις τον άλλον ‘’ενθυμείσαι, είπεν εις αυτόν, πόσην αγάπην σου έδειξα; τώρα έχω και εγώ συμφοράν μεγίστην, και ζητώ την βοήθειάν σου’’. Και ο δεύτερος φίλος του απάντησε: ‘’δεν έχω σήμερον καιρόν, διότι μεγάλη κακοτυχία μου συνέβη και έχω θλίψιν πολλήν, αλλά θα σε συνοδεύσω ολίγον και κατόπιν θα επιστρέψω εις την οικίαν μου’’.

‘’Όταν λοιπόν εκείνος ο άθλιος είδε την απανθρωπίαν των δύο φίλων, έδραμε προς τον τρίτον τον οποίον ποτέ δεν εσπλαγχνίσθη, ούτε εις χαράν του τινα τον εκάλεσε, και λέγει εις αυτόν με κατησχυμένον πρόσωπον: ‘’δεν έχω στόμα να σου μιλήσω, επειδή ουδέποτε καλωσύνη τινα σου έκαμα. Πλην σε παρακαλώ, μη ενθυμηθείς την αφροσύνην μου, αλλά δόσμοι εις ταύτην μου την ανάγκη ολίγην βοήθειαν’’.

Ούτος τότε είπε εις αυτόν με ιλαρό και χαρούμενο πρόσωπο: ‘’ναι, φίλε μου γνήσιε, ενθυμούμαι την μικράν καλωσύνη, την οποίαν μου έκαμες, και όσα σου χρεωστώ, θα σου ανταποδώσω με πολύ κέρδος σήμερον. Και μη φοβού, διότι εγώ θα παρακαλέσω ευθύς τον Βασιλέα, να σου χαρίσει όλον το χρέος και θέλει μου εισακούσει, ως φίλος μου’’. Ταύτα ακούσας ο χρεώστης κατενύχθη και έλεγε: ‘’οίμοι!

Τι να θρηνήσω πρώτον ο ανόητος; Να κατηγορήσω την φιλίαν, την οποίαν είχον προς τους ψευδείς και αχάριστους εκείνους ή να κατακρίνω την φρενοβλαβή αγνωμοσύνην, την οποίαν έδειξα εις τούτον τον αληθή και γνήσιον φίλον μου;’’

 Ο Ιωάσαφ τότε, αφού ήκουσε την παραβολήν ταύτην, εζήτει από τον όσιο γέροντα να του εξηγήση την έννοιαν. Ο δε γέρων απεκρίθει: ‘’ο πρώτος φίλος είναι ο πλούτος και η επιθυμία των προσκαίρων πραγμάτων, δια τα οποία ο άνθρωπος πίπτει εις μυρίους κινδύνους και όταν έλθει ο θάνατος δεν λαμβάνει τίποτε εξ όλων όσα με κόπους και κινδύνους απέκτησεν, ειμί μόνον τα ιμάτια με τα οποία τον ενδύουσιν.

Ο δεύτερος φίλος είναι η γυνή, τα τέκνα και οι λοιποί συγγενείς και φίλοι του, τους οποίους αγαπά πολύ, και πονεί η ψυχή του εις τον χωρισμόν των, όμως δεν λαμβάνει εξ αυτών, την ώραν του θανάτου, άλλην βοήθειαν ειμί την συνοδείαν των μέχρι του τάφου του, μετά την οποίαν επιστρέφοντες λησμονούν τον φίλον των.

Τρίτος φίλος, ο καταφρονηθείς, είναι η ελεημοσύνη, η φιλανθρωπία, και αι λοιπαί αρεταί, αίτινες μεταβαίνουν ενώπιον του Θεού μεθ ημών μετά τον θάνατόν μας, και παρακαλούσιν Αυτόν να μας λυτρώση από τους δαίμονας’’.

Νυχθείς τότε την καρδίαν ο Ιωάσαφ είπεν: ‘’Ο Θεός να πληρώσει τον κόπον σου, διότι ηύφρανας την ψυχήν μου με τους σοφούς και αρίστους λόγους σου, πλην, σε παρακαλώ, ειπέ μοι, και άλλην παραβολήν δια τον μάταιον κόσμον και πώς να διέλθω τούτον αταράχως’’.


Εορτολόγιο

Δημοφιλείς αναρτήσεις


Banner Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων
Ξεκινάμε μια προσπάθεια παρουσίασης Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων.
Αν δεν υπάρχει ο δικός σας, ζητάμε συγνώμη,
ενημερώστε μας και θα τον συμπεριλάβουμε.





Create your own banner at mybannermaker.com!
Πέρα από το άτομο
Make your own banner at MyBannerMaker.com!

















(υπό κατασκευή)


Τα banner μας
Αντιγράψτε τον κώδικα στη δική σας σελίδα
για να εμφανιστούν τα banner μας.
Ειδοποιήστε μας για να συμπεριλάβουμε και το δικό σας.