Τρίτη 3 Απριλίου 2012

π. Αντριάν Φαγκατσεάνου – Ο γέροντας με τις επτά ζωές!


…Επτά φορές πέρασε ο π.Αντριαν Φαγκατσεάνου (Βιογραφικά στοιχεία εδώ) κοντά από το θάνατο.Την μια απ’αυτές τον θεωρούσαν ήδη νεκρό.Ήταν πέντε ετων,όταν εφευγαν πρόσφυγες από την Μπουκοβίνα.Ανέβασμενος σε μιά καρότσα μαζί με τους γονείς του και με ότι μπόρεσαν να περισώσουν από το βιός τους,έπαιζε. χωρίς να καταλαβαίνει την κρισιμότητα της στιγμής.Κάποια στιγμή το ποδοβολητό των αλόγων του τράβηξε την προσοχή και χωρίς να το καταλάβει έσκυψε και ξαφνικά βρέθηκε κάτω από τις ρόδες:«Χωρίς να το καταλάβω οι ρόδες πέρασαν πάνω από την κοιλιά μου»διηγείται ο π.Αντριάν.Είχα πεθάνει!Οι γονείς μου τρομαγμένοι διαπίστωσαν ότι δεν αναπνέω.Είχαν βγει τα άντερά μου έξω από την κοιλιά!Η καημένη η μαμά ήταν απελπισμένη.Σταματούσαν οι καρότσες δίπλα μας και οι άλλοι πρόσφυγες την κατηγορούσαν ότι δεν με πρόσεχε.Όλοι της έλεγαν να μην κουβαλάει το πτώμα μαζί της και να το αφήσει στι πρώτο χωριό που θα συναντήσουν για να με κηδέψουν.Το χωριό λεγόνταν Χλινίτσα.Συντετριμμένη από τον πόνο σταμάτησε κοντά στην εκκλησία και επειδή ο ιερέας έλειπε με παρέδωσε σ’έναν διάκονο και πλήρωσε μια γριά για να με ετοιμάσει για την κηδεία.Η μητέρα μου έφυγε για να μη χάσει το κονβόι των προσφύγων.Πράγματι η γριά με ετοίμασε για την κηδεία κατά το έθιμο.Με έπλυνε, με έντυσε με καθαρά ρούχα,με έβαλε πάνω σ’ένα τραπέζι και μου έβαλε ένα κερί στο στήθος πάνω σ’ένα κολάκ (ζυμωτό ψωμί σε σχήμα κουλουριού)και άρχισε να διαβάζει το ψαλτήρι.Είχε ήδη νυχτώσει και η γριά διάβαζε εν συνεχεία τους ψαλμούς.Τότε κάποιος από τους παρευρισκόμενους είπε:«Γιαγιά,κλείσε το παράθυρο».Απορημένη εκείνη διαπιστώνει ότι όλα τα παράθυρα και οι πόρτεςείναι κλειστά.-:«Τότε γιατί τρεμοπαίζει η φλόγα του κεριού στο στήθος του νεκρού»;Πλησιάζοντάς με η γριά είδε ότι αναπνέω.Δεν ξέρω πως έγινε αυτό ξέρω όμως ότι ειδοποιήσαν τη μητέρα μου μέσω άλλων προσφύγων να έρθει να πάρει το γιο της που αναστήθηκε.Περιττό να σας πω τη χαρά των γονέων μου.Ήρθαν με τα πόδια μέχρι τη Χλίνιτσα και από εκεί με πήραν στη Σουτσεάβα,στο νοσοκομείο.Εκεί οι γιατροί με έραψαν λέγοντας ότι δεν έχουν ξαναδεί κάτι τέτοιο στη ζωή τους!
Ένας κλινικός θάνατος περίμενε το γέροντα Αντριάν πολλά χρόνια αργότερα στο Στάλινγκραντ όπου είχε παρουσιαστεί ως εθελοντης για να παλέψει για την ανεξαρτησία της αγαπημένης του Βεσαραβίας.Μια έκρηξη τον τραυμάτισε βαρια.Ήταν γεμάτος αίματα και το σαγόνι του κρεμόνταν κυριολεκτικά από μια κλωστή.Το πρόσωπό του ήταν παραμορφωμένο και ανάπνεε με δυσκολία λόγω αιμορραγίας.Οι γιατροί του έδιναν δυο-τρεις ώρες ζωής.Δεν είχαν τα μέσα να του κάνουν κάτι.Μόνο ένα χειρουργείο τον έσωζε.Τότε συνέβη το θαύμα.Στον αέρα ακούστηκε ο διακεκκομένος θόρυβος μιας μηχανής.Μετά από λίγα δευτερόλεπτα ένα γερμανικό αεροπλάνο προσγειώθηκε κοντά στον πατέρα Αντριαν.Δεν μπορούσε να πετάξει.Είχε βλάβη στο ρεζερβουάρ της βενζίνης.Δεν ήταν κάτι το σοβαρό αφου ο γερμανός το επιδιόρθωσε γρήγορα και η μηχανή πήρε μπρος.Ένας αξιωματικός δικός μας τον παρακάλεσε να με πάρει στο νοσοκομείο.Ο γερμανός αρνήθηκε.Ήταν ένα αεροπλάνο διθέσιο και κάθε παραπάνω κιλό ίσως να ήταν μοιραίο.Τότε ο αξιωματικός έβγαλε το πιστόλι και το κόλλησε στο κεφάλι του γερμανού.Ή θα με έπαιρνε μαζί του ή θα τον πυροβολούσε.Οι γερμανοί αποτραβήχθηκαν για να συζητήσουν.Είχαν αποφασίσει να τον πάρουν μαζί τους και μετά από μερικές εκατοντάδες μέτρα να τον πετάξουν από το αεροπλάνο.Πράγματι.με πολύ δυσκολία ανέβασαν τον τραυματία στο αεροπλάνο,στριμώχθηκε και ο γερμανός σε μια γωνιά του αεροπλάνου(μόνο αυτός ξέρει πως) και ξεκίνησαν.Μετά από λίγα λεπτά πτήσης ο π.Αντριαν άκουσε τον γερμανό να λέει στον πιλότο να μην τον ρίξει,επειδή το αεροπλάνο είχε επανακτήσει τη σταθερότητά του και η μηχανή λειτουργούσε καλά.Αφου το αεροπλάνο διεσχισε εξακόσια χιλιόμετρα τον πήγαν σ’ένα νοσοκομείο όπου και τον χειρούργησαν.
”Εκείνη την ώρα πέρασαν πολλά από το μυαλό μου” λέει ο γέροντας.«Ξαναείδα τη ζωή μαυ από την αρχή και έθεσα ερωτήματα στον εαυτό μου.όχι σχετικά με το θάνατο ή τον πόνο αλλά σχετικά με το Θεό.Κατάλαβα ότι και αυτοκράτορας να ήμουν,ποιός θα μ’έσωζε εκεί στην ερημιά των ρωσικών κάμπων.Αυτό το συμβάν μου άλλαξε τη ζωή εκ θεμελίων.Όταν βγήκα από το νοσοκομείο το πρώτο που έκανα ήταν να πάω στη μονή Πούτνα όπου και υποσχέθηκα να αφιερωθώ στο Θεό.
« ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ»στη φυλακή
Ο γέροντας Αντριαν πέρασε πολλά.Μιλάει για τον πόνο και το θάνατο σαν να μιλάει για έναν παιδικό του φίλο.Το 1958 όταν τον ξανασυνέλαβαν οι κομμουνιστές,ένας της Σεκουριτάτε επ’ονόματι Μπλεχάν τον χτύπησε με μια βαριά μπότα στο κεφάλι.Οι θρόμβοι του αίματος επηρέασαν το οπτικό του νεύρο.Στο Αιούντ οι φύλακες δεν ευχαριστήθηκαν μόνο να τον ρίψουν στην τρομερή απομόνωση..Αν και έξω έκανε ένα κρύο που ράγιζαν και οι πέτρες.έριξαν πάνω στο ταλαίπωρο σώμα μου και δυο κουβαδες νερό.Σε λίγο το νερό είχε παγώσει επάνω μου.
«Δε θα το πιστέψεις αλλά στη φυλακή βρέθηκα πιο κοντά στο Θεό,περισσότερο από κάθε άλλο μέρος»λέει ο π.Αντριαν.Εκεί εκτιμούσες ότι σου έδινε ο Θεός.Εκτιμούσες τον αέρα,τον οποίο για να τον αναπνεύσεις, σ’ένα ασφυκτικά γεμάτο κελί, έπρεπε να περιμένεις τη σειρά σου για να σκύψεις στη χαραμάδα της πόρτας για μερικά δευτερόλεπτα.Είμασταν αδύνατοι αλλά βοηθούσε ο ένας τον άλλον.Θυμάμαι τον Β.Βοικουλέσκου στον οποίο έδινα το φαγητό μου.Ηταν πολύ αδυνατισμένος και τον έβαζαν να κουβαλάει κάτι μεγάλα ξύλινα δοχεία με ακαρθασίες τα οποία ήταν μεγαλύτερα από εκείνον.Επειδή δεν μπορούσε να τα κουβαλήσει οι φύλακες για τιμωρία σταμάτησαν να του δίνουν φαγητό….Στη φυλακή είχες ανάγκη για φαγητό αλλά κυρίως είχες ανάγκη για το λόγο του Θεού.Τρεφόμενοι μ’Αυτόν δείξαμε τη δύναμή μας
Θυμάμαι στο Αιούντ υπολογίζαμε το ημερολόγιο με τα δάχτυλα κατά τη μέθοδο Gauss.Υπολόγισα την ημερομηνία του Πάσχα και διαπίστωσα ότι ήταν η νύχτα της Αναστάσεως.Χωρίς να σκεφτώ τις συνέπειες άρχισα να φωνάζω Χριστός Ανέστη.Τότε απ’όλα τα κελιά άρχισε να υψώνεται προς τον ουρανό ο θαυμάσιος αυτός ύμνος:”Χριστός Ανέστη”Αντηχούσε όλο το Αιούντ από τις φωνές χαράς,ενώ οι φύλακες νόμιζαν ότι είχαμε κάνει εξέγερση.Έτρεχαν σαν τρελοί στην αυλή,πυροβολούσαν στον αέρα,έπαιρναν τηλέφωνα και ζητούσαν ενισχύσεις.Είχαν τρομάξει από τις ενωμένες φωνές μας από την πνευματική δύναμη της πίστεως,την οποία ούτε ένα αμπαρωμένο παράθυρο δε μπορεί να σταματήσει.
Υπάρχουν πολλά πράγματα που κανένας άλλος δε μπορεί να εννοήσει.Ένα απο αυτά είναι η δύναμη που μου έδινε ο Θεός…Όταν με συνέλαβαν ο ανακριτής μου τράβηξε το σταυρό από τον λαιμό και μου τον πέταξε στα σκουπίδια.Εγώ πήγα και τον πήρα.Με χτύπησε πολύ και μου τον ξαναπέταξε στα σκουπίδια.Εγώ επέμενα,εκείνος με πάτησε.Έπειτα από 8-9 προσπάθειες τελικά υποχώρησε και μ’άφησε ήσυχο.
Ήμουν στο κελί των βασανιστηρίων και έλεγα μέσα μου:«Πρέπει ν’αντέξεις να μη ρεζιλέψεις το Χριστό»Δε θα με πιστέψεις αλλά μετά από 60 χτυπήματα δεν αισθανόμουν κανέναν πόνο!Λες και είχε κάνει το σώμα μου αυτοαναισθησία.Στη φυλακή παυείς να υπαρχεις,μόνο ο Χριστός σε κρατάει στη ζωή.Όταν βγήκα από τη φυλακή του Αιούντ,έμαθα ότι η καημένη η μάνα μου με μνημόνευε και στους ζωντανούς και στους νεκρούς!Δεν ήξερε τίποτα για μένα.Ετσί και αλλιώς είχε δίκιο.Στη φυλακή ήμουν και ζωντανός και νεκρός ταυτόχρονα!
Μετάφραση-Επιμέλεια www.proskynitis.blogspot.com
http://vatopaidi.wordpress.com

Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ 1821 Π.Γ.ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ, Κ.ΧΟΛΕΒΑΣ


ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΔΕΡΦΟΙ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ.....



"Συνετός και μυαλωμένος άνθρωπος είναι εκείνος που αντελήφθη καλώς
 ότι υπάρχει τέρμα της παρούσης ζωής
και σπεύδει και αυτός να θέσει τέρμα εις τα σφάλματα και ελαττώματά του".
(Γέρων Παϊσιος) 

Δευτέρα 2 Απριλίου 2012

ΠΕΡΙ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ.....ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ




Κι όσο πάω θα γίνομαι χειρότερα. Θα μεγαλώσει κι άλλο, θα δυσκολεύομαι να
μιλήσω. Πονάω πολύ, υποφέρω, αλλά είναι πολύ ωραία η αρρώστια μου. Την αισθάνομαι ως αγάπη του Χριστού. Κατανύγομαι κι ευχαριστώ τον Θεό. Είναι για τις αμαρτίες μου. Είμαι αμαρτωλός και προσπαθεί ο Θεός να με εξαγνίσει.
Όταν ήμουν δεκαέξι χρονώ, παρακαλούσα τον Θεό να μου δώσει μια βαριά αρρώστια, έναν καρκίνο, για να πονάω για την αγάπη Του και να Τον δοξάζω μέσα απ’ τον πόνο. Για μεγάλο διάστημα έκανα αυτή την προσευχή. Αλλά ο Γέροντας μου μου είπε ότι αυτό είναι εγωισμός κι ότι έτσι εκβιάζω τον Θεό. Ο Θεός ξέρει τι θα κάνει. Έτσι δεν συνέχισα. Δείτε, όμως, που ο Θεός δεν λησμόνησε το αίτημά μου και μου έδωσε αυτή την ευεργεσία μετά από
τόσα χρόνια!
Τώρα δεν παρακαλώ τον Θεό να μου πάρει αυτό που Του ζήτησα. Χαίρομαι που το έχω, για να γίνω κι εγώ συμμέτοχος στα πάθη Του απ’ την πολλή μου αγάπη. Έχω την παιδεία του Θεού. «Όν γαρ αγαπά Κύριος, παιδεύει». Η αρρώστια μου είναι μια ιδιαίτερη εύνοια του Θεού, που με καλεί να μπω στο μυστήριο της αγάπης Του και με τη δική Του την χάρι να προσπαθήσω ν’ ανταποκριθώ. Αλλά εγώ δεν είμαι άξιος.

Γι’ αυτό δεν προσεύχομαι να με κάνει ο Θεός καλά. Προσεύχομαι να με κάνει καλό.
Είμαι βέβαιος ότι ο Θεός το ξέρει ότι πονάω. Προσεύχομαι όμως για την ψυχή μου να μου συγχωρέσει τα παραπτώματά μου. Φάρμακα δεν παίρνω, ούτε πήγα για εγχείρηση, ούτε για εξετάσεις, ούτε θα δεχθώ εγχείρηση. Θ’ αφήσω τον Θεό να κανονίσει. Το μόνο που κάνω είναι να προσπαθώ να γίνω καλός. Αυτό να εύχεσθε για μένα. Η χάρις του Θεού με κρατάει.
Προσπαθώ να δίνομαι στον Χριστό, να πλησιάζω τον Χριστό, να ενώνομαι με τον Χριστό.
Αυτό επιθυμώ, δεν το έχω όμως κατορθώσει – δεν το λέω αυτό από ταπείνωση. Αλλά δεν χάνω το θάρρος μου. Επιμένω. Προσεύχομαι να μου συγχωρέσει ο Θεός τις αμαρτίες μου.
Έχω ακούσει από πολλούς να λένε: «Δεν μπορώ να προσευχηθώ». Εγώ δεν το έχω πάθει αυτό. Μόνο την ημέρα της παρακοής μου στο Άγιον Όρος το είχα πάθει αυτό.

Δεν με απασχολεί πόσο θα ζήσω κι αν θα ζήσω. Αυτό το έχω αφήσει στην αγάπη του Θεού. … Ο θάνατος είναι μία γέφυρα που θα μας πάει στον Χριστό. Μόλις κλείσομε τα μάτια μας, θα τα ανοίξομε στην αιωνιότητα. Θα παρουσιασθούμε μπροστά στον Χριστό. Στην άλλη ζωή θα ζούμε «εκτυπώτερον» την χάρι του Θεού.

Κάθε τόσο που αισθανόμουνα ότι θα βγει η ψυχή μου, έβλεπα στον ουρανό ένα άστρο που έκανε λαμπυρισμούς, έριχνε γύρω γύρω γλυκύτατες ακτίνες. Ήταν λαμπρό και πολύ γλυκό. Ήταν πολύ ωραίο! Το φως του είχε πολύ γλυκύτητα. Είχε χρώμα μαρινέ, ανοικτό σιέλ, σαν διαμάντι σαν πολύτιμος λίθος. Όσες φορές το έβλεπα, με γέμιζε παρηγοριά και χαρά, γιατί μέσα σ’ αυτό το άστρο ένιωθα ότι ήταν όλη η Εκκλησία, ο Τριαδικός Θεός, η Παναγία, οι άγγελοι, οι άγιοι. Είχα το συναίσθημα ότι εκεί ήταν όλοι οι δικοί μου, οι ψυχές όλων των αγαπητών μου, των Γεροντάδων μου. Πίστευα ότι, όταν θα έφευγα απ’ αυτή τη ζωή, εκεί στο άστρο αυτό θα πήγαινα κι εγώ απ’ την αγάπη του Θεού, όχι απ’ τις αρετές μου.

Ήθελα να πιστεύω ότι ο Θεός, που μ’ αγαπάει, μου το εμφανίζει, για να μου πει: «Σε περιμένω!».
Δεν ήθελα να σκέπτομαι την κόλαση, τα τελώνια. Δεν θυμόμουν τις αμαρτίες μου, ενώ είχα πολλές. Τις άφησα. Θυμόμουν μόνο την αγάπη του Θεού και χαιρόμουν.
Αυτή την προσευχή (οίδα Σώτερ ότι άλλος ως εγώ ουκ έπταισέ Σοι, ουδέ έπραξε τας πράξεις, ας εγώ κατειργασάμην …) επαναλάμβανα συνεχώς με λαχτάρα, για να φύγω μ’ αυτούς τους λογισμούς. Όσο την επαναλάμβανα, τόσο από κει πάνω εμφανιζόταν στο άπειρο το άστρο, η παρηγοριά μου. Ερχόταν όλες αυτές τις ημέρες που πονούσα. Κι όταν ερχόταν, πετούσε η ψυχή μου κι έλεγα μέσα μου: «Ήλθε το άστρο μου!». Αισθανόμουν να με τραβάει να πάω σ’ αυτό φεύγοντας απ’ τη γη. Ένιωθα μεγάλη χαρά, όταν το έβλεπα. Δεν ήθελα να σκέπτομαι τις αμαρτίες μου, σας είπα, γιατί αυτές θα μ’ έβγαζαν απ’ αυτό το μυστήριο. Μόνο μια φορά, μόνο μια φορά το αισθάνθηκα άδειο, δεν λαμπύριζε, δεν ήταν γεμάτο. Κατάλαβα.


Ήταν απ’ τον αντίθετο. Το περιφρόνησα, στράφηκα αλλού, μίλησα στην αδελφή μου για δουλειές. Μετά από λίγο το είδα πάλι να λαμπυρίζει πολύ. Η χαρά πάλι ήλθε πιο ζωηρά μέσα μου.
Όλο αυτό τον καιρό είχα φρικτούς πόνους σ’ όλο μου το σώμα. Οι άλλοι έβλεπαν να πεθαίνω. Εγώ είχα παραδοθεί στην αγάπη του Θεού. Δεν προσευχόμουνα να με απαλλάξει απ’ τους πόνους. Ο πόθος μου ήταν να μ’ ελεήσει. Είχα ακουμπήσει σ’ Αυτόν, περίμενα να ενεργήσει η χάρις Του. Δεν φοβόμουνα το θάνατο. Στον Χριστό θα πήγαινα.

Πολλή ωφέλεια έχομε απ’ τις ασθένειες, αρκεί να τις υπομένομε χωρίς γογγυσμό και να δοξάζομε τον Θεό, ζητώντας το έλεός Του. Όταν αρρωστήσομε, το θέμα δεν είναι να μην πάρομε φάρμακα ή να πάμε να προσευχηθούμε στον Άγιο Νεκτάριο. Πρέπει να ξέρομε και το άλλο μυστικό· ν’ αγωνισθούμε ν’ αποκτήσομε την χάρι του Θεού. Αυτό είναι το μυστικό.
Τα άλλα θα μας τα διδάξει η χάρις, δηλαδή το πώς θ’ αφεθούμε στον Χριστό. Εμείς δηλαδή περιφρονούμε την ασθένεια δεν τη σκεπτόμαστε, σκεπτόμαστε τον Χριστό απαλά, ανεπαίσθητα, ανιδιοτελώς κι ο Θεός κάνει το θαύμα Του προς το συμφέρον της ψυχής μας. Όπως λέμε στην Θεία Λειτουργία, «πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα».
Αλλά πρέπει να θέλομε να περιφρονήσομε την ασθένεια. Αν δεν θέλομε είναι δύσκολο δεν μπορούμε να πούμε, «την περιφρονώ». Κι έτσι ενώ νομίζομε ότι την περιφρονούμε κι ότι δεν της δίνομε σημασία εμείς της δίνομε, την έχομε στο μυαλό μας συνέχεια και δεν μπορούμε να έχομε μέσα μας μια ήρεμη κατάσταση. Και αυτό θα σας το αποδείξω.

Λέμε:
«Πιστεύω ότι θα με θεραπεύσει ο Θεός. Δεν παίρνω φάρμακα. Έτσι θα το κάνω· θα μείνω όλη νύκτα άγρυπνος και θα Τον παρακαλέσω γι’ αυτό το θέμα. Θα μ’ ακούσει ο Θεός».
Προσευχόμαστε όλη τη νύκτα, παρακαλούμε, δεόμαστε, ζητάμε, φωνάζομε, εκβιάζομε τον Θεό κι όλους τους αγίους να μας κάνουν καλά. Εκβιάζομε μέρα και νύκτα. Τρέχομε από δω κι από κει. Έ, δεν δείχνομε με όλ’ αυτά ότι δεν την έχομε περιφρονήσει την αρρώστια; Όσο επιμένομε και εκβιάζομε τους αγίους και τον Θεό να γίνομε καλά, τόσο ζούμε την αρρώστια μας. Όσο ενδιαφερόμαστε να τη διώξομε, τόσο τη ζούμε. Γι’ αυτό δεν γίνεται τίποτα. Κι εμείς έχομε την εντύπωση ότι θα γίνει οπωσδήποτε ένα θαύμα· κι όμως στην πραγματικότητα δεν το πιστεύομε κι έτσι δεν γινόμαστε καλά.

Προσευχές κάνομε, δεν παίρνομε φάρμακα· όμως δεν ηρεμούμε και το θαύμα δεν γίνεται. Μα θα πεις: «Δεν πήρα το φάρμακο, πώς δεν πιστεύω;». Κι όμως, στο βάθος υπάρχει μέσα μας αμφιβολία και φόβος και σκεπτόμαστε: «Άραγε θα γίνει αυτό;». Εδώ ισχύει το Γραφικό: «Εάν έχητε πίστιν και μη διακριθήτε ου μόνον το της συκής ποιήσετε, αλλά καν τω όρει τούτω είπητε άρθητι και βλήθητι εις την θάλασσαν, γενήσεται». Όταν η πίστη είναι πραγματική, είτε παίρνεις φάρμακο είτε δεν παίρνεις, θα ενεργήσει. Και με τους γιατρούς και τα φάρμακα ο Θεός ενεργεί.
Όλο το μυστικό είναι η πίστη· αδιάκριτη, απαλή, απλή και αφελής. Εν απλότητι
και αφελότητι καρδίας». Δεν είναι θέμα επιβολής (μάλλον θέλει να πει υποβολής). Την «επιβολή» μπορεί να την έχει ένας φακίρης –αυτή η λέξη δεν ακούγεται καλά. Να έχομε πίστη ότι ο Θεός μας υπεραγαπά κι ότι θέλει να γίνομε δικοί Του. Γι’ αυτό επιτρέπει τις ασθένειες μέχρι να παραδοθούμε μ’ εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν.

Να αγαπήσομε τον Χριστό και όλα θ’ αλλάξουν στη ζωή μας. Να μην Τον αγαπάμε, για να πάρομε ανταπόδομα , παραδείγματος χάριν την υγεία. Αλλά να Τον αγαπάμε με λαχτάρα, από ευγνωμοσύνη, χωρίς να σκεπτόμαστε τίποτα, μόνο τη θεία αγάπη. Ούτε να προσευχόμαστε με σκοπιμότητα και να λέμε στον Θεό: «Κάνε τον τάδε καλά στην υγεία του, για να έλθει κοντά Σου». Αυτό δεν είναι σωστό, να υποδεικνύομε τρόπους στον Θεό. Πώς να πούμε στον Θεό: «Κάνε με καλά»; Σ’ Αυτόν που τα πάντα γνωρίζει τι να γνωστοποιήσομε;
Εμείς θα προσευχηθούμε, αλλά ο Θεός μπορεί να μη θέλει να μας ακούσει.
Ένας άνθρωπος με ρώτησε πριν από καιρό:
-Πότε θα γίνω καλά;
-Ά! του λέω. Άμα λέεις, «πότε θα γίνω καλά;» ποτέ δεν θα γίνεις καλά. Δεν είναι σωστό να παρακαλείς τον Θεό για τέτοια πράγματα. Παρακαλείς με αγωνία τον Θεό να σου πάρει την ασθένεια, αλλ’ αυτή τότε σε αγκαλιάζει και σε σφίγγει πιο πολύ. Δεν πρέπει να παρακαλούμε γι’ αυτό. Ούτε προσευχή να κάνεις γι’ αυτό.

Φοβήθηκε και είπε:
-Να μην κάνω προσευχή!;
-Αλίμονο! Του λέω. Να κάνεις και πολλή προσευχή μάλιστα, αλλά για να συγχωρέσει ο Θεός τις αμαρτίες σου και να σου δώσει τη δύναμη να Τον αγαπήσεις και να Του δοθείς.
Διότι όσο παρακαλείς να φύγει η ασθένεια, τόσο αυτή κολλάει πάνω σου, σε αγκαλιάζει, σε σφίγγει και δεν χωρίζεται από κοντά σου. Αν βέβαια σαν άνθρωπος αισθανθείς εσωτερική δυσκολία και αδυναμία, τότε ας παρακαλέσεις ταπεινά τον Κύριο να σου αφαιρέσει την ασθένεια.
Όταν παραδοθούμε στον Χριστό, ειρηνεύει ο πνευματικός μας οργανισμός, με αποτέλεσμα τη φυσιολογική λειτουργία όλων των οργάνων και των αδένων. Όλα επηρεάζονται. Γινόμαστε καλά, παύομε να υποφέρομε. Και καρκίνο να έχομε, αν τα αφήσομε στον Θεό και γαληνεύσει η ψυχή μας, μπορεί η θεία χάρις με τη γαλήνη αυτή να ενεργήσει να φύγει και ο καρκίνος και όλα.

Κι αν θέλετε να μάθετε, και το έλκος του στομάχου από τη νεύρωση δημιουργείται. Το συμπαθητικό σύστημα, ενώ πιέζεται, σφίγγεται και παθαίνει και έτσι δημιουργείται το έλκος.
Μια, δυο, τρεις, σφίξιμο, σφίξιμο, σφίξιμο, στενοχώρια, στενοχώρια, στενοχώρια, άγχος, άγχος, άγχος, πώπ! Έλκος. Έλκος ή καρκίνος, εξαρτάται. Όταν στην ψυχή μας υπάρχουν μπερδέματα, επιδρούν στο σώμα και η υγεία δεν πηγαίνει καλά.
Το τέλειο είναι να μην προσευχόμαστε για την υγεία μας. Να μην ευχόμαστε να γίνομε καλά, αλλά να γίνομε καλοί. … Όχι καλοί, δηλαδή ενάρετοι, «να γίνομε αυτό, αυτό, αυτό …», αλλά ν’ αποκτήσομε θείο ζήλο· ν’ αφηνόμαστε με εμπιστοσύνη στην αγάπη Του· να προσευχόμαστε μάλλον για την ψυχή μας. Και την ψυχή μας θα την εννοούμε ενσωματωμένη μέσα στην Εκκλησία, που κεφαλή της είναι ο Χριστός, μαζί με όλους τους συνανθρώπους μας και με όλους τους εν Χριστώ αδελφούς.

Αγαπήστε τον Χριστό. Γίνετε άγιοι. Ριχτείτε μόνο στην φιλία με τον Χριστό, μόνο στην αγάπη Του, μόνο στο θείο έρωτα.
Αν θέλετε να έχετε υγεία και να ζήσετε πολλά χρόνια, ακούστε τι λέει ο σοφός
Σολομών: «Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου και βουλή αγίων σύνεσις· το δε γνώναι νόμον διανοίας εστίν αγαθής· τούτω γαρ τω τρόπω πολύν ζήσεις χρόνον και προστεθήσεταί σοι έτη ζωής».


© Ιερά Μονή Ζωοδόχου Πηγής-Χρυσοπηγής


http://anavaseis.blogspot.com/

Η φιλοκαλική θεώρηση της ελευθερίας π.Γ. Μεταλληνός


ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΔΕΡΦΟΙ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ.....



ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΟΝΗ ΣΤΑΥΡΟΝΙΚΗΤΑ...!!!

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΔΕΡΦΟΙ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΕ ΤΗ ΧΑΡΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΜΑΖΙ ΜΑΣ!!!!

Κυριακή 1 Απριλίου 2012

ΠΕΡΙ ΛΟΓΙΣΜΩΝ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ...ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ



Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου «Βίος και Λόγοι» Μέρος Z΄
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ
ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΙ


ΠΕΡΙ ΛΟΓΙΣΜΩΝ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

Ο άνθρωπος έχει τέτοιες δυνάμεις, ώστε να μπορεί να μεταδώσει το καλό ή το κακό στο περιβάλλον του. Αυτά τα θέματα είναι πολύ λεπτά. Χρειάζεται μεγάλη προσοχή.
Πρέπει να βλέπομε το καθετί με αγαθό τρόπο. Τίποτα το κακό να μη σκεπτόμαστε για τους άλλους.
Κι ένα βλέμμα κι ένας στεναγμός επιδρά στους συνανθρώπους μας. Και η ελάχιστη αγανάκτηση κάνει κακό. Να έχομε μέσα στην ψυχή μας αγαθότητα κι αγάπη· αυτά να μεταδίδομε.

Να προσέχομε να μην αγανακτούμε για τους ανθρώπους που μας βλάπτουν· μόνο να προσευχόμαστε γι’ αυτούς με αγάπη. Ό,τι κι αν κάνει ο συνάνθρωπος μας, ποτέ να μη σκεπτόμαστε κακό γι’ αυτόν. Πάντοτε να ευχόμαστε αγαπητικά. Πάντοτε να σκεπτόμαστε το καλό.

Δεν πρέπει ποτέ να σκεπτόμαστε για τον άλλο ότι θα του δώσει ο Θεός κάποιο κακό ή ότι θα τον τιμωρήσει για το αμάρτημά του. Αυτός ο λογισμός φέρνει πολύ μεγάλο κακό, χωρίς εμείς να το αντιλαμβανόμαστε. Πολλές φορές αγανακτούμε και λέμε στον άλλο: «Δεν φοβάσαι τη δικαιοσύνη του Θεού, δεν φοβάσαι μη σε τιμωρήσει;». Άλλη φορά πάλι λέμε: «Ο Θεός δεν μπορεί θα σε τιμωρήσει γι’ αυτό που έκανες» ή «Θεέ μου, μην κάνεις κακό σ’ αυτόν τον άνθρωπο γι’ αυτό που μου έκανε» ή «Να μην πάθει αυτό το πράγμα ο τάδε».

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, έχομε βαθιά μέσα μας την επιθυμία να τιμωρηθεί ο άλλος. Αντί, όμως να ομολογήσομε το θυμό μας για το σφάλμα του, παρουσιάζομε με άλλον τρόπο την αγανάκτησή μας και, δήθεν, παρακαλούμε τον Θεό γι’ αυτόν. Έτσι, όμως, στην πραγματικότητα καταριόμαστε τον αδελφό.

Κι αν, αντί να προσευχόμαστε, λέμε, «να το βρεις απ’ τον Θεό, να σε πληρώσει ο Θεός για το κακό που μου έκανες», και τότε πάλι ευχόμαστε να τον τιμωρήσει ο Θεός. Ακόμη και όταν λέμε, «ας είναι βλέπει ο Θεός», η διάθεση της ψυχής μας ενεργεί κατά ένα μυστηριώδη τρόπο, επηρεάζει την ψυχή του συνανθρώπου μας και αυτός παθαίνει κακό.

Όταν κακομελετάμε, κάποια κακή δύναμη βλαίνει από μέσα μας και μεταδίδεται στον άλλο, όπως μεταφέρεται η φωνή με τα ηχητικά κύματα, και όντως ο άλλος παθαίνει κακό. Γίνεται κάτι σαν βασκανία, όταν ο άνθρωπος έχει για τους άλλους κακούς λογισμούς.

Αυτό γίνεται απ’ τη δική μας αγανάκτηση. Εμείς μεταδίδομε μυστικώ τω τρόπω την κακία μας. Δεν προκαλεί ο Θεός το κακό αλλά η κακία των ανθρώπων. Δεν τιμωρεί ο Θεός, αλλά η δική μας κακή διάθεση μεταδίδεται στην ψυχή του άλλου μυστηριωδώς και κάνει το κακό. Ο Χριστός ποτέ δεν θέλει το κακό. Αντίθετα παραγγέλλει: «Ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς…».
Η βασκανία είναι πολύ άσχημο πράγμα. Είναι η κακή επίδραση που γίνεται όταν
κανείς ζηλέψει κι ορεχθεί κάτι ή κάποιον. Θέλει μεγάλη προσοχή. Η ζήλεια κάνει πολύ κακό
στον άλλο. Αυτός που βασκαίνει δεν το βάζει καν στο νου του ότι κάνει κακό. Είδατε τι λέει και η Παλαιά Διαθήκη: «Βασκανία γαρ φαυλότητος αμαυροί τα καλά».
Όταν όμως ο άλλος είναι άνθρωπος του Θεού και εξομολογείται και μεταλαμβάνει και έχει πάνω του τον Σταυρό, δεν τον πιάνει τίποτα. Όλοι οι δαίμονες να πέσουν πάνω του δεν καταφέρνουν τίποτα.

Μέσα μας υπάρχει ένα μέρος της ψυχής που λέγεται «ηθικολόγος». Αυτός ο
«ηθικολόγος» όταν βλέπει κάποιον να παρεκτρέπεται, επαναστατεί, ενώ πολλές φορές αυτός που κρίνει έχει κάνει την ίδια παρεκτροπή. Δεν τα βάζει όμως με τον εαυτό του αλλά με τον άλλο. Κι αυτό δεν το θέλει ο Θεός. … Λέμε παραδείγματος χάριν: «Έπρεπε να κάνεις αυτό· δεν το έκανες, να τι έπαθες!». Στην πραγματικότητα, επιθυμούμε να πάθει ο άλλος κακό. Όταν σκεπτόμαστε το κακό, τότε μπορεί πράγματι να συμβεί. Κατά ένα μυστηριώδη και αφανή τρόπο μειώνομε στον άλλο τη δύναμη να πάει στο αγαθό, του κάνομε κακό.

Μπορεί να γίνομε αιτία ν’ αρρωστήσει, να χάσει τη δουλειά του, την περιουσία του κ.λπ. Μ’ αυτό τον τρόπο δεν κάνομε κακό μόνο στον πλησίον μας αλλά και στον εαυτό μας, γιατί απομακρυνόμαστε απ’ την χάρι του Θεού. Και τότε προσευχόμεθα και δεν εισακουόμεθα.
«Αιτούμεν και ου λαμβάνομεν». Γιατί; Το σκεφθήκαμε ποτέ αυτό; «Διότι κακώς αιτούμεθα».
Πρέπει να βρούμε τρόπο να θεραπεύσομε την τάση που υπάρχει μέσα μας να αισθανόμαστε και να σκεπτόμαστε με κακία για τον άλλο.

Είναι δυνατόν να πει κάποιος, «έτσι που φέρεται ο τάδε θα τιμωρηθεί απ’ τον Θεό», και να νομίζει ότι το λέει χωρίς κακία. Είναι, όμως, πολύ λεπτό πράγμα να διακρίνει κανείς αν έχει ή δεν έχει κακία. Δεν φαίνεται καθαρά. Είναι πολύ μυστικό πράγμα τι κρύβει η ψυχή μας και πώς αυτό μπορεί να επιδράσει σε πρόσωπα και πράγματα.

Δεν συμβαίνει το ίδιο αν πούμε μετά φόβου ότι ο άλλος δεν ζει καλά και να προσευχόμαστε να τον βοηθήσει ο Θεός και να του δώσει μετάνοια· δηλαδή ούτε λέμε, ούτε κατά βάθος επιθυμούμε να τον τιμωρήσει ο Θεός γι’ αυτό που κάνει. Τότε όχι μόνο δεν κάνομε στον πλησίον κακό, αλλά του κάνομε και καλό. Όταν εύχεται κανείς για τον πλησίον του, μια καλή δύναμη βγαίνει απ’ αυτόν και πηγαίνει στον αδελφό και τον θεραπεύει και τον δυναμώνει και τον ζωογονεί. Μυστήριο πως φεύγει από μας αυτή η δύναμη. Όμως πράγματι αυτός που έχει μέσα του το καλό στέλνει την καλή αυτή δύναμη στους άλλους μυστικά και απαλά. Στέλνει στον πλησίον του φως, που δημιουργεί έναν κύκλο προστασίας γύρω του και τον προφυλάσσει απ’ το κακό. Όταν έχομε για τον άλλο αγαθή διάθεση και προσευχόμαστε, θεραπεύομε τον αδελφό και τον βοηθάμε να πάει προς τον Θεό.

Υπάρχει μία ζωή αόρατη, η ζωή της ψυχής. Αυτή είναι πολύ ισχυρή και μπορεί να επιδράσει στον άλλον, έστω κι αν μας χωρίζουν χιλιόμετρα. Αυτό γίνεται και με την κατάρα, η οποία είναι δύναμη που ενεργεί το κακό. Αν, όμως, πάλι με αγάπη προσευχηθούμε για κάποιον, όση απόσταση κι αν μας χωρίζει, μεταδίδεται το καλό. Άρα και το καλό και το κακό δεν τα επηρεάζουν οι αποστάσεις. Μπορούμε να τα στείλομε σε αποστάσεις απέραντες. … Ο θρούς της ψυχής μας φθάνει μυστηριωδώς κι επηρεάζει τον άλλον, έστω κι αν δεν εκφράσομε ούτε μια λέξη. Και χωρίς να μιλήσομε, μπορεί να μεταδώσομε το καλό ή το κακό, όση κι αν είναι η απόσταση που μας χωρίζει απ’ τον πλησίον. Αυτό που δεν εκφράζεται έχει συνήθως περισσότερη δύναμη απ’ τα λόγια.

Η κακή δύναμη δεν έχει φραγμούς, δεν εμποδίζεται ούτε από κλειδαριές ούτε από αποστάσεις. Η κακή δύναμη μπορεί και το αυτοκίνητο αν το γκρεμίσει χωρίς να υπάρχει καμιά βλάβη.
Καταλάβατε, λοιπόν πώς οι κακές μας σκέψεις, η κακή μας διάθεση επηρεάζουν τους άλλους; Γι’ αυτό πρέπει να βρούμε και τον τρόπο να καθαρίσομε το βάθος του εαυτού μας από κάθε κακία. Όταν η ψυχή μας είναι αγιασμένη, ακτινοβολεί το καλό. Στέλνομε τότε σιωπηλά την αγάπη μας χωρίς να λέμε λόγια.

Βέβαια αυτό στην αρχή είναι λίγο δύσκολο.

Πρώτα ήταν ανίκανος να κάνει το καλό, (ο απόστολος Παύλος) μετά που ήλθε ο
Χριστός μέσα του έγινε ανίκανος να κάνει το κακό. Και φώναζε μάλιστα: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Το έλεγε, το κήρυττε με καύχηση, ότι «έχω τον Χριστό μέσα μου», ενώ πρωτύτερα έλεγε: «Ήθελα να κάνω το καλό, αλλά δεν μπορούσα».

Έτσι θ’ αποσπάσομε την χάρι του Θεού, θα καταστούμε ένθεοι. Άμα δοθούμε κατά κει, άμα δοθούμε στην αγάπη του Χριστού, τότε όλα θα μεταβληθούν, όλα θα μεταστοιχειωθούν, όλα θα μεταποιηθούν, όλα θα μετουσιωθούν. Ο θυμός η οργή, η ζήλεια, ο φθόνος, η αγανάκτηση, η κατάκριση, η αχαριστία, η μελαγχολία, η κατάθλιψη, όλα θα γίνουν αγάπη, χαρά, λαχτάρα, θείος έρως, Παράδεισος!

http://anavaseis.blogspot.com/

Ο άνθρωπος που είναι άξιος του Θεού γίνεται έμπλεος του Αγίου Πνεύματος.


Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου «Βίος και Λόγοι» Μέρος Η΄
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΟΥ
ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΙ
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΔΙΟΡΑΤΙΚΟΥ ΧΑΡΙΣΜΑΤΟΣ


Ο άνθρωπος που είναι άξιος του Θεού γίνεται έμπλεος του Αγίου Πνεύματος.

Έχει τη θεία χάρι. Ο Θεός εν τω μυστηρίω του Χριστού του δίδει τη χαρά, την ειρήνη, την πραότητα, την αγάπη. … Ο Θεός δεν γνωρίζει παρελθόν, παρόν και μέλλον. «Ουκ έστι κτίσις αφανής ενώπιον αυτού, πάντα δε γυμνά και τετραχηλισμένα τοις οφθαλμοίς αυτού …». Έτσι και στον άνθρωπο που έχει υγιή ψυχή αποκαλύπτονται τα μυστήρια του Θεού και γνωρίζονται οι βουλές Του, στο βαθμό που ο Θεός το επιτρέπει.

Χρειάζονται όμως προϋποθέσεις, προκειμένου να έλθει και να μείνει η θεία χάρις μέσα στον άνθρωπο.
Μόνον αυτός που έχει ταπείνωση λαμβάνει τα δώρα αυτά απ’ τον Θεό, τα αποδίδει στον Θεό και τα χρησιμοποιεί προς δόξαν Του.

Ο καλός, ο ταπεινός, ο αγαπών τον Θεό, αυτός που έχει αρετή με την χάρι του Θεού δεν πλανάται. Αισθάνεται μέσα του ότι είναι πραγματικά ανάξιος κι ότι όλα αυτά του δίνονται, για να γίνει καλός, και γι’ αυτό αγωνίζεται.
Αντίθετα, η χάρις του Θεού δεν πηγαίνει στους εγωιστές, στους ανθρώπους που δεν έχουν συνείδηση τι τους γίνεται. Ο άνθρωπος που έχει εωσφορικό εγωισμό νομίζει ότι είναι έμπλεος θείας χάριτος, αλλά βρίσκεται σε πλάνη· είναι άνθρωπος του διαβόλου.

Η πλάνη είναι μια ψυχολογική κατάσταση, μία εσφαλμένη κρίση· στην ουσία η πλάνη έρχεται απ’ τον εγωισμό. Στον άνθρωπο που βρίσκεται σε πλάνη δημιουργούνται ψευδαισθήσεις, πειρασμικές φαντασίες και βασανίζεται.
Η πλάνη είναι πολύ δύσκολο να διορθωθεί. Διορθώνεται μόνο με τη θεία χάρι.
Μπορεί να προσευχηθεί κάποιος άλλος και ο Θεός να ελεήσει τον άνθρωπο που
πλανάται. Αν προσπαθήσει κι αυτός, αν πάει σε «καθρέπτη», που είναι ο καλός πνευματικός, κι εξομολογηθεί ειλικρινά, η χάρις του Θεού θα τον θεραπεύσει.

Ένας άνθρωπος που εμφορείται υπό του κακού πνεύματος, αν καμιά φορά κάποιος τον πλησιάσει και του πει, «είσαι απατεώνας», του δώσει κανένα ράπισμα και του πει μια κακή κουβέντα, θα βλασφημάει και τα θεία ακόμη. Βρίσκεται σε μια δαιμονική κατάσταση, η οποία σιγά σιγά θα τον πάει στο τρελοκομείο. Δηλαδή όλες αυτές οι καταστάσεις, οι πνευματισμοί και τα όμοια είναι αρρωστημένες.

Καθώς ξυπνάω τη νύκτα εδώ στο μοναστήρι, «βλέπω» το Άγιον Όρος να έχει
πλημμυρίσει απ’ την χάρι εξαιτίας των εωθινών προσευχών των πατέρων. Μόλις χτυπάει το τάλαντα, τρέχουνε ν’ ακούσουνε «Εξεγερθέντες του ύπνου» κι αρχίζουνε με λαχτάρα, με αγάπη, με χαρά τις προσευχές. Τι να σας πω! Ανοίγει ο Παράδεισος. Έτσι τα αισθάνομαι με την χάρι του Θεού και τα λέω. Αφήστε να τα λέω. Θέλω να τα λέω. Απ’ την αγάπη μου για σας το κάνω!
Ένα άλλο μυστικό τώρα θα σας πω. Τις νύκτες επικοινωνώ τηλεφωνικώς μ’ έναν
αγιορείτη ασκητή. Αυτός μελετάει πολύ τους Πατέρες και μου εξηγεί πολλά πράγματα.
Συζητούμε πνευματικά ζητήματα. Τρέλα, τι να σας πω! … Αυτό έγινε και σήμερα πρωί πρωί, δηλαδή νύκτα στις τρεις. Οι καμπάνες χτυπούσαν εκείνη την ώρα που συνομιλούσαμε. Επί μισή ώρα κουβεντιάζαμε πάρα πολύ ωραία πράγματα.

Ειλικρινά μεγάλη χαρά αισθάνθηκα, μεγαλύτερη απ’ ό,τι μπορώ να σας εκφράσω. Δόξα Σοι ο Θεός! Ενώ λέγαμε αυτά τα πνευματικά, μου λέει:
-Χτυπάει η καμπάνα για την εκκλησία και τρέχω να προλάβω.
Του λέω:
-Γέροντα, μη μ’ αφήνεις!
-Μετά χαράς, μου λέει. Έλα να πάμε στην εκκλησία, να είμαστε μαζί, να βλέπομε τα μεγαλεία του Θεού, την Θεία Λειτουργία, την χάρι του Χριστού. Έλα, δεν υπάρχει απόσταση εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών. Καμία απόσταση!
Και «πήγα» μαζί του στην εκκλησία. Όλες τις ώρες μαζί του προσευχόμουνα. Έβλεπα όλες τις ιερές και άγιες εικόνες, τις λαμπάδες, τα κεράκια, τα καντηλάκια να τσιτσιρίζουν.

Έβλεπα τους ιερείς να λειτουργούν μεταρσιωμένοι. Ήταν γεμάτη η εκκλησία από ασκητές κι όλοι είχαν μεγάλη χαρά μέσα τους και ψάλλανε: «Δεύτε ίδωμεν πιστοί που εγεννήθη ο Χριστός …» … Στο «Μετά φόβου Θεού» πήγε να μεταλάβει. Δίπλα του κι εγώ, με την χάρι του Κυρίου μας, συγκινημένος. Συγχωράτε με, που τα λέγω. Έβλεπα όλους τους αδελφούς να δέονται. Αισθάνθηκα μεγάλη αγαλλίαση. Ό,τι έβλεπαν εκείνοι, έβλεπα κι εγώ. Μα ήταν
πνευματική πανδαισία αυτή η Λειτουργία με τους αγίους ασκητές, τις χαρούμενες ψυχούλες που τα αισθανόντουσαν όλα, που εζούσανε την εορτή των Χριστουγέννων! Την εζούσανε!

Πώς θα ήθελα να ήσασταν κι εσείς, ν’ ακούγατε τα λόγια που λέγανε!
Η χαρά μου γίνεται πολύ μεγάλη, όταν ο άλλος μου βεβαιώνει ότι αυτό που «βλέπω» είναι πράγματι έτσι, γιατί καταλαβαίνω πως αυτή η γνώση δεν προέρχεται παρά μόνον εκ Θεού.
Αυτή τη φορά διεράγησαν τα ύδατα, διότι ο Ελισσαίος κατάλαβε το λάθος του και ζήτησε την ευλογία του Προφήτου Ηλία.
Τίποτα δεν γίνεται χωρίς την ευλογία του Γέροντα. Τίποτα δεν κατορθώνεται χωρίς την χάρι. Αυτά θα τα εννοήσετε πραγματικά όταν έλθει η χάρις. Όταν έλθει το Πνεύμα το Άγιον, θα σας διδάξει και θα σας υπομνήσει τα πάντα.
… τη στιγμή εκείνη η θεία χάρις φέρνει μέσα μου έναν ενθουσιασμό. Με τον
ενθουσιασμό εκδηλώνεται η θεία χάρις, που φέρνει ένα είδος φιλικότητος, οικειότητος, αδελφικότητος, ενώσεως. Μετά απ’ αυτή την ένωση έρχεται μεγάλη χαρά, τόση χαρά που πάει να σπάσει η καρδιά μου. Φοβάμαι όμως να εκδηλωθώ. Βλέπω, αλλά δεν μιλάω, έστω κι αν μου το βεβαιώνει η χάρις ότι αυτά είναι αληθινά. Όταν όμως με πληροφορήσει η χάρις να μιλήσω, τότε μιλάω. Λέω μερικά πράγματα που ο Θεός φωτίζει να πω απ’ την αγάπη μου για όλους. Για να αισθανθεί ο κόσμος το αγκάλιασμα που κάνει ο Χριστός σε όλους μας.

Τώρα που τα βλέπω όλα, αισθάνομαι πάρα πολύ ταπεινός. Δηλαδή πώς να σας το εξηγήσω … Ο Θεός με προστατεύει. Στέλνει την χάρι Του σ’ εμένανε. Και λέω: «Εγώ, τόσο ταπεινός και τόσο ανάξιος! Τι θέλει ο Θεός από εμένα;». Κι όμως ο Θεός και τους αμαρτωλούς, όπως εμένα, τους αγαπάει και θέλει να γίνουνε καλοί. Κάνει και τέτοια η χάρις του Θεού.

Αυτό το χάρισμα είναι δώρο του Θεού, είναι της θείας χάριτος, αλλ’ εξαρτάται κι απ’ τον άνθρωπο να το διατηρήσει. Τα χαρίσματα τα πνευματικά τα χάνει ο άνθρωπος, όταν δεν προσέξει. Χρειάζεται προσοχή σ’ αυτά τα πνευματικά πράγματα. Να μη λέτε σ’ άλλους τις μυστικές πνευματικές εμπειρίες που έχετε. Δεν κάνει. Χάνομε έτσι τη θεία χάρι. Είδατε η Παναγία; Τηρούσε σιγήν. Στον Ιωσήφ δεν είπε το μυστικό του Ευαγγελισμού. … Ο Θεός κρύβεται πολύ· τόσο που νομίζομε ότι δεν υπάρχει. Παρουσιάζεται σ’ αυτούς που έχουν αξιωθεί του δώρου της ταπεινώσεως.

Εγώ όλα τα αποδίδω στον Θεό για τη δόξα Του. Πιστεύω για τον εαυτό μου ότι είμαι παλιοσωλήνα σκουριασμένη, που όμως διοχετεύεται το ύδωρ το ζων το πεντακάθαρο, γιατί πηγάζει απ’ το Πνεύμα το Άγιον. Όταν διψάεις πολύ, δεν σκέπτεσαι αν η σωλήνα που το νερό περνάει είναι πλαστική μεταλλική σκουριασμένη. Σ’ ενδιαφέρει το νερό. Ενώ εγώ είμαι με την ψυχή στα χείλη, ο κόσμος έρχεται σ’ εμένα τον ταπεινό. Δεν έχει τίποτα να πάρει από μένα. Εγώ δεν έχω τίποτα, ο Χριστός μόνο έχει το παν.

Όταν ο άνθρωπος πληρωθεί υπό της χάριτος του Θεού, γίνεται αλλιώτικος πηδάει η ψυχή του! Ακούει τη φωνή του και χαίρεται η ψυχή του. Η χάρις με ωθεί να το παθαίνω κι εγώ αυτό. Αλλάζει η φωνή μου, το πρόσωπό μου αλλάζουν όλα. Έχω μάθει να καυχώμαι όχι για τα κατορθώματα τα δικά μου αλλά για την χάρι του Θεού, η οποία επίμονα και ολοφάνερα θέλει να με τραβήξει κοντά της με όλα όσα μου παρουσιάζει στη ζωή μου, από τότε που
μικρός επήγα στο Άγιον Όρος.

Εγώ, όμως, έχω πάντα το ίδιο συναίσθημα, ότι δεν κατόρθωσα να ζήσω με λαχτάρα τον Χριστό. Πόσο είμαι πίσω! Πόσο είμαι μακριά! Για όλα, όσα μου έδωσε ο Θεός μέσα μου, η ψυχή μου πολύ με κατακρίνει. Έχω μέσα μου φόβο. Σκέπτομαι κι εκείνο που λέγει η Αγία Γραφή: «Κύριε, Κύριε, ου τω σω ονόματι προεφητεύσαμεν και τω σω ονόματι δαιμόνια εξεβάλομεν …ουδέποτε έγνων υμάς· αποχωρείτε απ’ εμού οι εργαζόμενοι την ανομίαν». Το σκέπτομαι αυτό, αλλά δεν απελπίζομαι. Αφήνομαι στην αγάπη του Θεού και στο έλεός Του και λέω τα χρυσά εκείνα λόγια απ’ την ευχή της Θείας Μεταλήψεως: «Οίδα Σώτερ, ότι άλλος ως εγώ ουκ έπταισέ Σοι, …»

Τα χρυσά αυτά λόγια, που έγραψαν οι Πατέρες, όταν τα λέμε με πίστη κι ευλάβεια, είναι σαν να τα ζούμε κι εμείς.

Αυτό που κάνω και σας λέω τι μου έδωσε ο Θεός είναι και αποστολικό. … «Μετάδοση» σημαίνει: Πήρες κάτι; Να το μεταδώσεις από αγάπη. Δεν πιστεύεις ότι έχεις κάτι δικό σου.
Είναι του Θεού και το μεταδίδεις. Αυτό είναι αληθινή ταπείνωση. Ενώ ένας φανατικός ένας παλαιοημερολογίτης λέει: «Πω, πω! Μιλάει για τον εαυτό του, αυτό είναι εγωισμός!».
Κι εγώ ο καημένος απ’ την αγάπη μου σας λέω μερικά απ’ όσα μου αποκαλύπτει ο Θεός. Έχω όμως πολύ βαθιά τη συναίσθηση στην καρδιά μου ότι άλλος τα λέει. Αυτό το πιστεύω πολύ, γιατί βλέπω κάτι κι αμέσως μετά αισθάνομαι τις αδυναμίες μου πάρα πολύ, διότι δεν είναι ούτε από αγιοσύνη, ούτε από τίποτ’ άλλο, αλλά απ’ την αγάπη του Θεού προς εμένα, που με θέλει να γίνω καλός. Αυτά όμως που μου αποκαλύπτει ο Θεός σε λίγους τα λέω, γιατί πρέπει ο άνθρωπος να είναι πνευματικός, για να τα καταλάβει.

Μπορεί ένας επιστήμονας να δει, ν’ ακούσει κάτι και να το διηγηθεί και να το γράψει και τελικά να πει:
«Να τα ίδια λέει κι ο Πλάτωνας». Δεν συμβαίνει όμως εδώ αυτό, γιατί μπορεί να
χρησιμοποιούμε τις ίδιες λέξεις αλλά με διαφορετικό νόημα.
Πολλές φορές με την χάρι του Θεού έχω μπει σε μία άλλη κατάσταση. Άλλαξε η φωνή μου, το πρόσωπό μου μπήκε σε ατμόσφαιρα θείου φωτός.

Άρχισα μ’ ενθουσιασμό να ψάλλω απ’ έξω κανόνες, τροπάρια κι άλλους ύμνους
και πιο πολύ τα τριαδικά μεγαλυνάρια. Αισθάνθηκα χαρά ανεκλάλητη, η φωνή μου έγινε πρωτόγνωρη, σαν από εκατό ανθρώπους, γλυκιά, δυνατή, αρμονική, ουράνια, «ως φωνή υδάτων πολλών και ως φωνή βροντών ισχυρών». Ύψωσα τα χέρια, έλαμψε το πρόσωπό μου, η έκφρασή μου έγινε αλλιώτικη. Είχα έλθει σε κατάστασε πνευματική. Κι έγινε με μιάς θόλος ο ουρανός και μανάλια εγίνανε τα πεύκα με τα κλαδιά τους …

Εκείνες στέκονταν τρία μέτρα πίσω. Προσπάθησαν να γράψουν στο μαγνητόφωνο εκείνη τη φωνή, αλλά δεν τις άφησα. Τις «είδα» και τις εμπόδισα. Έχω μάθει από μικρός στο Άγιον Όρος να είμαι μυστικός … Έπειτα όμως από μέρες γυρίζοντας στην Αθήνα, αναζητούσα εκείνα τα ψάλματα. Επιθυμούσα να ξανακούσω εκείνη τη φωνή.
Στενοχωρέθηκα που δεν τα γράψαμε.
… Δεν ήταν ανθρώπινη εκείνη η φωνή, δεν ήταν δική μου, ήταν της χάριτος του Θεού.
Θα ήθελα να τα ακούω και να ξαναγυρίζω σ’ εκείνη την ημέρα. Είδαμε εκεί μες στα πεύκα, τα μεγαλεία του Θεού. Δεν τα είδαμε; Τι ωραία! Που βάλαμε και «φωτιά» εκεί και «κάψαμε» το δάσος! Συνηθισμένος όμως να είμαι μυστικός δεν ήθελα να με μαγνητοφωνήσετε. Αυτό ήταν αίσθημα ταπεινώσεως.
Πήγαμε κάποτε για προσκύνημα μαζί με τον κύριο Γιώργο και την κυρία Καίτη στον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο στην Πάτμο. Ήταν πρωί. Ένιωθα να με πνίγει η χάρις του αγίου Ιωάννου. Είχε κόσμο το σπήλαιο της Αποκαλύψεως. Φοβήθηκα μήπως προδώσω τα αισθήματά μου. Αν άφηνα τον εαυτό μου να εκδηλωθεί, θα με περνούσαν για τρελό.

Αυτοσυγκρατήθηκα. Βγήκα έξω απ’ την εκκλησία. Δεν είναι καλό να βλέπουν οι άλλοι τα βιώματα της μυστικής επαφής με τον Θεό. Γι’ αυτό τους είπα κι εφύγαμε. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας ήταν ησυχία. Ήμασταν οι τρεις μας. Δεν υπήρχε άλλος στην εκκλησία. Πριν μπούμε μέσα τους προετοίμασα. Τους λέω:
-Ό,τι κι αν δείτε, δεν θα κουνηθείτε, ούτε θα μιλήσετε.
Μπήκαμε μέσα με ευλάβεια, χωρίς θόρυβο, με σιωπή, απλά, ταπεινά. Σταθήκαμε
μπροστά στη Θεία Αποκάλυψη. Γονατίσαμε και οι τρεις, εγώ στη μέση. Πέσαμε πρηνείς.
Λέγαμε το «Κύριε Ιησού …» περίπου ένα τέταρτο. Εγώ αισθανόμουν άδειος. Καμιά συγκίνηση, τίποτα. Ερημιά. Κατάλαβε ο αντίθετος, ο διάβολος, και θέλησε να μ’ εμποδίσει.
«Αυτά δεν γίνονται με πρόγραμμα», σκέφθηκα. Την έλεγα, την ήθελα την ευχή –ή μάλλον ούτε την έλεγα, ούτε την ήθελα, διότι όταν τη λέεις, όταν τη θέλεις, καμιά φορά το παίρνει είδηση ο αντίθετος. Είναι ένα πάρα πολύ λεπτό σημείο. Δεν μπορείς μόνος να περιφρονήσεις τον αντίθετο. Και να τον περιφρονήσεις, πρέπει πάλι με την θεία χάρι, ένα ανεξήγητο πράγμα.

Δώστε πολλή προσοχή. Δεν σφίχθηκα, δεν επίεσα την κατάσταση. Δεν πρέπει σ’ αυτά τα πνευματικά να πηγαίνομε με τη βία. Βγήκα έξω. Περιεργάσθηκα τα λουλούδια, σαν να ήθελα ν’ αδιαφορήσω για το ότι δεν γινόταν το άνοιγμα της ψυχής μου. Κοίταξα λίγο τη θάλασσα. Μπήκα μέσα πάλι στο εκκλησάκι, έβαλα στο θυμιατό λίγα κάρβουνα, τα ανάψα, έβαλα λίγο λιβάνι, θύμιασα και τότε άνοιξε η καρδιά μου. Τότε ήλθε η θεία χάρις. Στο πρόσωπό μου ήλθε μία λάμψη, έγινα ένθεος, ύψωσα τα μάτια μου. Σε μια στιγμή έπεσα κάτω.

Όπως μου είπαν οι συνοδοί μου, έμεινα κάτω είκοσι λεπτά …
Αυτό το θαύμα, που μου έγινε στην Πάτμο, είναι ένα μεγάλο μυστήριο. Έχει μεγάλη έννοια. Είδα το γεγονός της Αποκαλύψεως. Είδα τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, τον μαθητή του, τον Πρόχορο, έζησα το γεγονός της Θείας Αποκαλύψεως, όπως ακριβώς είχε συμβεί.

Άκουσα τη φωνή του Χριστού απ’ τη σχισμή του βράχου …
Αυτά να μην τα πείτε πουθενά. Κύριε Ιησού Χριστέ … Να μ’ ελεήσει ο Θεός. Γιατί σας τα είπα; Πέστε μου … Σας τα είπα για να μάθετε να εγκαταλείπετε τον εαυτό σας απαλά, χωρίς πίεση στα χέρια του Θεού. Τότε Εκείνος θα έρχεται στις ψυχές σας και θα τις χαριτώνει.
Αν ο πονηρός σας θέτει εμπόδια, να τον περιφρονείτε. Καταλάβατε; Έτσι έκανα κι εγώ.
Απασχολήθηκα με κάτι άλλο, όταν συνειδητοποίησα ότι κάτι παρεμβαίνει. Αυτό έχει πολύ βάθος.

Τα λέω αυτά, αλλά δεν μου ‘ρχεται και καλό που τα λέω. Αισθάνομαι ότι δεν πρέπει να τα λέω … Αυτά είναι μυστήρια, δεν μπορώ να τα εξηγήσω. Το μόνο που λέω είναι να γίνονται όλα απλά, ταπεινά, απαλά. Όταν το θέλεις και περιμένεις να ενωθείς με τον Θεό, όταν εκβιάζεις τον Θεό, δεν έρχεται. Αλλά έρχεται «εν ημέρα ή ου προσδοκάς και εν ώρα ή ου γινώσκεις». Είναι ένας αγιότατος τρόπος, αλλά δεν μπορείς να τον μάθεις απ’ έξω. Πρέπει να
μπει μέσα στην ψυχή σου μυστικά, ώστε να τον ενστερνισθείς με την χάρι του Θεού.

© Ιερά Μονή Ζωοδόχου Πηγής-Χρυσοπηγής


http://anavaseis.blogspot.com/

Αγία Μαρία η Αιγυπτία .... Η μνήμη της Οσίας γιορτάζεται την 1ην Απριλίου.



Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία καταγόταν από την Αίγυπτο και έζησε τον 6ον αιώνα, την εποχή του αυτοκράτορα Ιουστινιανού. Στα νεανικά της χρόνια ζούσε μέσα στην ακολασία και παρέσυρε πολλούς ανθρώπους στην ηθική καταστροφή.

Όταν ήταν 12 χρονών ξέφυγε από την προσοχή των γονιών της και πήγε στην Αλεξάνδρεια, όπου επί 17 χρόνια ζούσε άσωτη ζωή. Μετά, από περιέργεια πήγε, με πολλούς άλλους προσκυνητές, στα Ιεροσόλυμα, για να παρεβρεθεί στην ύψωση του Τίμιου Σταυρού.

Όταν θέλησε να μπει στο ναό της Ανάστασης, τη μέρα που υψωνόταν ο Τίμιος Σταυρός, ένοιωσε 3 έως 4 φορές κάποιαν αόρατη δύναμη μέσα της, που την εμπόδιζε να μπει, ενώ το πλήθος έμπαινε ανεμπόδιστα.

Αφού πληγώθηκε η καρδιά της απ' αυτό, αποφάσισε ν' αλλάξει ζωή και να εξιλεώσει το Θεό με τη μετάνοια. Έτσι βάζοντας σαν εγγυήτριά της την Παναγία, υποσχέθηκε ότι εάν αφήσει να μπει κα να δει τον Σταυρό του Κυρίου, θα ήταν συνετή και φρόνιμη στο μέλλον και δεν θα μόλυνε πια το σώμα της με πονηρές επιθυμίες και ηδονές.

Όταν γύρισε μετά στην εκκλησία, αυτή τη φορά μπόρεσε να μπει χωρίς καμιά δυσκολία. Τότε προσκύνησε το Τίμιο ξύλο και χωρίς να λησμονήσει την υπόσχεση που έδωσε, αναχώρησε την ίδια μέρα από τα Ιεροσόλυμα κι' αφού πέρασε τον Ιορδάνη μπήκε στα ενδότερα μέρη της ερήμου, όπου έζησε επί 47 χρόνια μια ζωή πολύ σκληρή και ασυνήθιστη, χωρίς να δει άνθρωπο, αλλά, έχοντας μοναδικό της θεατή τον Θεό, προσευχόταν μόνη σ' Αυτόν.

Τόσο δε αγωνίστηκε, ώστε πέρασε την ανθρώπινη φύση και απόκτησε ζωή πάνω στη γη αγγελική και υπεράνθρωπη. Τόσο δε υψώθηκε δια μέσου της απάθειας, ώστε περπατούσε πάνω στα νερά του ποταμού, χωρίς να βυθίζεται. Όταν δε προσευχόταν, σηκωνόταν από τη γη ψηλά και στεκόταν μετέωρη στον αέρα.

Περί το τέλος της ζωής της έτυχε να συναντήσει κάποιον ερημίτη, που λεγόταν Ζωσιμάς, που αφού του διηγήθηκε όλη της τη ζωή, τον παρακάλεσε να της φέρει τα άχραντα Μυστήρια για να κοινωνήσει. Εκείνος το έκανε την επομένη χρονιά, την Μεγάλη Πέμπτη.

Αλλά τον άλλο χρόνο, ξαναγυρνώντας ο Ζωσιμάς την βρήκε νεκρή, ξαπλωμένη στη γη και κοντά της ένα σημείωμα, που έγραφε: «Αββά Ζωσιμά, Θάψον ώδε το σώμα της Αθλίας Μαρίας. Απέθανον την αυτήν ημέραν, καθ' ην εκοινώνησα των αχράντων Μυστηρίων. Εύχου υπέρ εμού».


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Μια από τις πιο εξαίρετες γυναικείες ασκητικές μορφές είναι και της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Κάθε χριστιανός που θα διαβάσει τη ζωή της θα αντλήσει πολύ ωφέλιμα διδάγματα.

Επί 17 χρόνια ζούσε άσωτα μέσα στην ακολασία και την αμαρτία. Από μικρή παρασύρθηκε από το κακό της αμαρτίας και παρέσυρε κι' άλλους σ΄ αυτή.

Στα Ιεροσόλυμα με Θεϊκήν επέμβαση αλλάζει σκέψεις και παίρνει νέες αποφάσεις που τις εκτελεί. Αποβάλλει τον παλαιόν άνθρωπο και φορά τον καινούργιο. Η αμαρτία της δημιούργησε πολλά ψυχικά τραύματα κι' έτσι έφυγε στην έρημο για να κλείσει και να αποβάλλει τις κακίες των πράξεων και να εξαφανίσει το ρύπο που της προκάλεσε η ακολασία. Μετανόησε, έκλαψε, πόνεσε, νήστεψε και προσευχήθηκε. Μεγάλοι οι αγώνες της κα σκληρή η πάλη εναντίον των παθών της. Πολλές οι δυσκολίες, οι ταλαιπωρίες της μέσα στην έρημα, μα τις αντιμετώπισε όλες με ηρωισμό. Τους πολλούς πειρασμούς τους εξουδετέρωσε με αυτοθυσία. Και ο Κύριος άκουσε τους στεναγμούς και τα δάκρυά της, και δέχτηκε τη μετάνοιά της κι έγινε η οσία Μαρία που πρεσβεύει για τη δική μας σωτηρία.

Κι' εσύ, χριστιανέ μου, πρέπει να γνωρίζεις ότι το φάρμακο της αμαρτίας είναι η μετάνοια, που είναι και το ποιο φοβερό όπλο εναντίον του διαβόλου, που στη ταραγμένη εποχή μας στήνει τις παγίδες του και φωλιάζει παντού. Όταν λοιπόν αμαρτήσεις, όπως λέει ο Δαβίδ, «λέγε τας αμαρτίας σου πρώτος διά να δικαιωθής». Και να είσαι βέβαιος ότι με το φάρμακο της μετάνοιας θα χυθεί άφθονα στη ψυχή σου η φιλανθρωπία του Θεού.

ΟΒΙΟΣ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ

Ο ΑΒΒΑΣ ΖΩΣΙΜΑΣ

Στα μέρη της Παλαιστίνης ήταν κάποιος ιερομόναχος , που λεγόταν Ζωσιμάς, που από μικρός ανατράφηκε σύμφωνα προς τα μοναχικά έθιμα και ζούσε πολύ ενάρετη ζωή. (Ας μη νομίσει κανένας ότι πρόκειται για το Ζωσιμά εκείνο, που χαρακτηρίσθηκε ετερόδοξος, γιατί είναι άλλος αυτός, και υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ των δύο, παρ' όλο που έχουν και οι δυο το ίδιο όνομα).

Αυτός λοιπόν ο Ζωσιμάς, ο ορθόδοξος, αρχικά εμόνασε σε κάποιο μοναστήρι της Παλαιστίνης, όπου εφαρμόζοντας κάθε είδος άσκησης πέτυχε ν' αποκτήσει εγκράτεια σ' όλα. Από τη μια φύλασσε κάθε κανόνα που του παρέδιναν οι πνευματικοί προπονητές του στην αυτού του είδους παλαίστρα, από την άλλη ο ίδιος επενόησε πολλά από τη δική του πείρα στη προσπάθειά του να υποτάξει τη σάρκα στο πνεύμα. Πράγματι, δεν απότυχε σ' αυτό το σκοπό που έβαλε, η δε φήμη του έγινε παντού γνωστή, ώστε πολλοί μοναχοί, τόσο από κοντινά, όσο και από μακρινά μοναστήρια πήγαιναν κοντά του και άκουαν τη διδασκαλία του.

Ανάμεσα στις ασχολίες του σπουδαία θέση είχαν η μελέτη και η ψαλμωδία, που ασχολείτο συνέχεια και όταν καθότανε και όταν έτρωγε και όταν έκαμνε εργόχειρο. Λέγουν μάλιστα ότι και συχνά ο Γέροντας αξιωνόταν να βλέπει το Θεό και αυτό να μην φανεί παράξενο, γιατί, «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται».

Αυτός, λοιπόν, ο Ζωσιμάς, έκανε στο μοναστήρι εκείνο πενήντα τρία χρόνια. Έπειτα δε ενοχλήθηκε από μερικούς λογισμούς, ότι δήθεν ήταν σ' όλα τέλειος, χωρίς να έχει ανάγκη τη διδασκαλία άλλου ανθρώπου. Κάποτε του ερχόταν και ο εξής λογισμός: «Άραγε υπάρχει στη γη μοναχός, που μπορεί να με ωφελήσει η να με υπερβάλλει στην αρετή;» Ενώ ο γέροντας σκεφτόταν αυτά, άγγελος Κυρίου φάνηκε σ' αυτόν και του λέει: «Ώ Ζωσιμά, αγωνίσθηκες ανθρώπινα καλά και εξετέλεσες με επιτυχία τον ασκητικόν αγώνα. Αλλά κανένας άνθρωπος είναι τέλειος, ο δε τωρινός αγώνας είναι μεγαλύτερος από τον προηγούμενο. Να ξέρεις όμως, ότι υπάρχουν κι' άλλοι δρόμοι σωτηρίας και για να πληροφορηθείς γι' αυτούς βγες από τη γη σου και από τους συγγενείς σου, καθώς ακριβώς ο Αβραάμ, ο πρώτος από τους Πατριάρχες, και πήγαινε σ' εκείνο το μοναστήρι που βρίσκεται κοντά στον Ιορδάνη ποταμό».

Αμέσως, λοιπόν, ο Γέροντας ακολουθώντας τις πιο πάνω οδηγίες βγήκε από το μοναστήρι του και οδηγήθηκε από τον άγγελο σ' εκείνο το μοναστήρι του Ιορδάνη, που τον διέταξε ο Θεός να έλθει. Αφού δε κτύπησε την πόρτα του μοναστηριού, συνάντησε πρώτα το μοναχό, που φύλαγε την εξώπορτα κι' αυτός τον παρουσίασε στον ηγούμενό του. Εκείνος δε, όταν είδε το σχήμα του και το ευλαβικό του ήθος, τον ρώτησε, αφού έβαλε τη συνηθισμένη στους μοναχούς μετάνοια κι' έλαβε ευχή: «Από πού είσαι αδελφέ και εξ αιτίας ποιου από τους ταπεινούς γέροντες ήλθες εδώ;» Ο δε Ζωσιμάς αποκρίθηκε: «Όσο με αφορά το «από πού»δεν είναι ανάγκη να σας αναφέρω. Ήλθα δε, πάτερ, χάριν ωφελείας, γιατί έχω ακούσει για σας πολύ σπουδαία και αξιέπαινα πράγματα». Απάντησε δε ο ηγούμενος: «Ο Θεός, αδελφέ, ο μόνος που θεραπεύει την ανθρώπινη αρρώστεια, Αυτός και σένα και μας θα διδάξει τα Θεία θελήματα, διότι άνθρωπος δεν μπορεί να ωφελήσει άλλον άνθρωπο. Επειδή όμως, όπως ανέφερες η αγάπη του Θεού σ' εκίνησε να επισκεφθείς εμάς τους ταπεινούς Γέροντες, μείνε μαζί μας και όλους θα μας θρέψει με τη χάρη του Πνεύματος ο καλός Ποιμένας, που έδωσε την ψυχή του σαν λύτρο για μας». «Όταν είπε αυτά ο ηγούμενος, ο Ζωσιμάς έβαλε και πάλι μετάνοια και ζήτησε ευχή. Ύστερα αποσύρθηκε και από τότε παρέμεινε σ' εκείνο το μοναστήρι. Συνάντησε δε εκεί Γέροντες λαμπρούς στη θεωρία και τη πράξη, λέοντες ως προς το πνεύμα και δουλεύοντες στον Κύριο. Διότι η ψαλμωδία ήταν ακατάπαυστη και το εργόχειρο πάντα στα χέρια τους, χωρίς να ενδιαφέρονται για τις φροντίδες της ζωής. Ένα δε μονάχα τους απασχολούσε όλους, πως καθένας απ' αυτούς, θα νέκρωνε το σώμα του στον κόσμο. Σαν τροφή είχαν τα θεόπνευστα λόγια, έτρεφαν όμως και το σώμα τους, αλλά μόνο με τα απαραίτητα, δηλ. το ψωμί και το νερό.

Ύστερα από αρκετές μέρες έφτασε ο καιρός που οι χριστιανοί έκαναν τις ιερές νηστείες, για να καθαριστούν, προκειμένου να προσκυνήσουν το Θείο Πάθος και την Ανάσταση του Χριστού. Η πύλη του μοναστηριού δεν άνοιξε ποτέ, αλλά ήταν πάντα κλειστή, ώστε οι μοναχοί να κάνουν ανενόχλητοι την άσκησή τους. Άνοιγε μόνο, αν κάποιος μοναχός έβγαινε λόγω ανάγκης, γιατί ο τόπος ήταν έρημος και στους περισσότερους από τα γειτονικά μοναστήρια ήταν όχι μόνο αδιαπέρατος, αλλά και άγνωστος. Φυλασσόταν δε στο μοναστήρι τέτοιος κανόνας, για τον οποίο, όπως φαίνεται, και το Ζωσιμά ο Θεός οδήγησε σ΄ εκείνο το μοναστήρι. Ποιος ήταν ο κανόνας και πως φυλασσόταν, θα αναφερθεί πιο κάτω.

Τη πρώτη μέρα της Μ.Τεσσαρακοστής, κατά τη συνήθεια που υπήρχε γινόταν η Θεία λειτουργία και καθένας κοινωνούσε των αχράντων και ζωοποιών μυστηρίων και ύστερα έπαιρνε λίγη τροφή. Έτσι μαζευόντουσαν όλοι στο ευκτήριο, όπου, αφού λεγόταν μακρά ευχή και γινόταν γονυκλισία, οι Γέροντες ασπάζονταν ο ένας τον άλλο και αφού αγκάλιαζαν τον ηγούμενο, βάλλοντας καθένας μετάνοια ζητούσε να πάρει ευχή απ' αυτόν, για να την έχει βοηθό στο προκείμενο αγώνα.

Όταν αυτά γινόντουσαν κατ' αυτό τον τρόπο, η πόρτα του μοναστηριού άνοιγε και ψάλλοντας το «Κύριος φωτισμός μου και σωτήρ μου, τίνα φοβηθήσομαι» καθώς και το υπόλοιπο μέρος του ψαλμού, έβγαιναν όλοι, αφήνοντας ένα η δύο φύλακες στο μοναστήρι, όχι για να φυλάσσουν τα πράγματα που βρισκόντουσαν σ' αυτό (γιατί δεν υπήρχε τίποτε που θα μπορούσαν να πάρουν οι κλέφτες), αλλά για να μη μένει το ευκτήριο αλειτούργητο.

Καθένας δε εφοδιαζόταν, όπως μπορούσε και ήθελε: άλλος μεν έπαιρνε ψωμί, άλλος σύκα ξηρά, άλλος φοινίκια, άλλος βρεγμένα όσπρια, άλλος δε τίποτε άλλο εκτός από το σώμα του και το ράσο που φορούσε. Υπήρχε δε κανόνας απαράβατος σ' αυτούς να μην ξέρει ο ένας πως έκανε εγκράτεια η πως περνούσε ο άλλος, γιατί όταν περνούσαν τον Ιορδάνη, αμέσως καθένας εχώριζε από τους άλλους και κανένας δεν πήγαινε να συναντήσει τον άλλο, αλλά και αν κάποτε ένας απ' αυτούς έβλεπε από μακριά άλλον να έρχεται σ' αυτόν, αμέσως λοξοδρομούσε και πήγαινε σ' άλλο μέρος. Ζούσε δε με τον εαυτό του, ψάλλοντας παντοτινά και δοξάζοντας το Θεό.

Έτσι λοιπόν αφού περνούσαν όλες τις ημέρες της ιερής νηστείας, γυρνούσαν πίσω στο μοναστήρι τη Κυριακή των Βαΐων, φέροντας καθένας μαζί του το καρπό των δικών του κόπων και ξέροντας πως εργάστηκε. Κανένας δε δεν ρωτούσε τον άλλον πως πέρασε. Αυτός λοιπόν ήταν ο κανόνας του Μοναστηριού, που γινόταν με επιτυχία, γιατί καθένας πηγαίνοντας στην έρημο προς τον αθλοθέτη Θεό αγωνιζόταν μόνος του, όχι για ν' αρέσει στους ανθρώπους και να κάνει εγκράτεια επιδεικτικά. Γιατί αυτά που γίνονται με σκοπό ν' αρέσουν στους ανθρώπους, όχι μόνο σε τίποτε δεν ωφελούν εκείνο που τα κάνει, αλλά προξενούν και ζημιά σ' αυτόν.

Τότε και ο Ζωσιμάς, σύμφωνα με τη συνήθεια του κανόνα πέρασε τον Ιορδάνη, μεταφέροντας λίγα μόνο εφόδια για τις ανάγκες του σώματός του και το ράσο που φορούσε. Ενώ δε περνούσε την έρημο εκτελούσε το κανόνα και όπου νυκτωνόταν κοιμόταν κάτω στη γη.

Νωρίς δε το πρωί συνέχιζε το περπάτημα πάντοτε με σταθερό ρυθμό. Ήθελε δε, καθώς έλεγε, να προχωρήσει στο εσωτερικό της ερήμου, με την ελπίδα ότι εκεί θα μπορούσε να βρει κάποιο Πατέρα για ν' ακούσει το λόγο του Θεού. Μάλιστα δε περπατούσε με τόση προσπάθεια, σαν να προχωρούσε σε κάποιο σπουδαίο και γνωστό κατάλυμα. Αφού, λοιπόν, περπάτησε επί είκοσι μέρες, όταν ήταν έκτη ώρα, σταμάτησε για λίγο την οδοιπορία κι' αφού στράφηκε προς την ανατολή, έκανε τη συνηθισμένη προσευχή του. Γιατί συνήθιζε, σ' ορισμένες ώρες της μέρας, να διακόπτει τη πορεία και να ξεκουράζεται λίγο από τον κόσμο, στεκόμενος δε έψαλλε και προσευχόταν γονατιστός.


ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΜΕ ΤΟ ΖΩΣΙΜΑ

Ενώ δε έψαλλε και έβλεπε τον ουρανό συνέχεια, είδε στα δεξιά του μέρους που καθόταν, μια ανθρώπινη σκιά. Στην αρχή ταράχτηκε, υποπτευόμενος ότι βλέπει φάντασμα δαίμονα και φοβήθηκε . Αφού δε έκανε το σημείο του σταυρού κι' έδιωξε το φόβο, διάκρινε φανερά κάποιον γύρω στο μεσημέρι να περπατά. Είχε μαύρο σώμα από τον καύσωνα και είχε στο κεφάλι άσπρες τρίχες, σαν το βαμβάκι, ήσαν όμως λίγες και έφταναν μέχρι τον τράχηλό του. Όταν τον είδε ο Ζωσιμάς χάρηκε και άρχισε να τρέχει προς το μέρος του. Η χαρά του ήταν ανέκφραστη, γιατί σ' όλο εκείνο το χρονικό διάστημα, δεν είδε κανένα άνθρωπο, ούτε ζώο η πτηνό η φάντασμα ακόμα. Ζητούσε λοιπόν να μάθει ποιος ήταν ελπίζοντας ότι θα γινόταν αιτία για να γνωρίσει σπουδαία πράγματα.

Όταν δε εκείνος είδε το Ζωσιμά να έρχεται από μακρυά , άρχισε να τρέχει προς το εσωτερικό της ερήμου. Ο δε Ζωσιμάς ξεχνώντας την προχωρημένη ηλικία του και δίχως να λογαριάσει τη κούραση από το περπάτημα, έτρεξε αμέσως για να συναντήσει εκείνον που έφευγε. Αυτός μεν καταδίωκε, εκείνος δε έφευγε.

Επειδή ο Ζωσιμάς έτρεχε πιο γρήγορα, σιγά - σιγά πλησίαζε εκείνον που έφευγε. Όταν δε πλησίασε σε σημείο που μπορούσε να ακουστεί η φωνή του, άρχισε ο Ζωσιμάς να φωνάζει κλαίοντας: «Γιατί με αποφεύγεις, τον αμαρτωλό Γέροντα, ω δούλε του Θεού; Μείνε μαζί μου, όποιος και νάσαι, για την αγάπη του Θεού, για τον Οποίο ήλθες και κατοίκησες σ' αυτή την έρημο, στάσου κι' ευλόγησέ με».

Ενώ ο Ζωσιμάς έλεγε αυτά με δάκρυα στα μάτια, έφτασαν και οι δυο τρέχοντας σε κάποιο τόπο, όπου σχηματιζόταν ένας χείμαρρος ξηρός. Όταν λοιπόν έφτασαν εκεί, εκείνος που έφευγε κατέβηκε και πάλιν ανέβηκε στο άλλο μέρος, ο δε Ζωσιμάς κουρασμένος και μη μπορώντας άλλο να τρέχει, στάθηκε στο άλλο μέρος του χειμάρρου και έκλαψε τόσο πολύ, ώστε τα κλάματά του ακούονταν καθαρά. Τότε εκείνος που έφευγε, άνοιξε το στόμα του και είπε: «Αββά Ζωσιμά, συγχώρησέ με για τον Κύριο Ιησού Χριστό. Δεν μπορώ να γυρίσω και να σε δω στο πρόσωπο, γιατί είμαι γυναίκα, γυμνή. Αλλά αν θέλεις να δώσεις ευχή σε αμαρτωλή γυναίκα, ρίξε το ράσο που φοράς για να σκεπάσω το σώμα μου και να στραφώ προς εσένα για να πάρω τις ευχές σου». Τότε ο Ζωσιμάς απόρησε γιατί τον φώναζε με τ' όνομά του και σοφός καθώς ήταν αντελήφθηκε ότι ο άγνωστος δεν μπορούσε να τον φωνάζει με τα' όνομά του, εκτός αν είχε υπερφυσικό χάρισμα.

Έβγαλε το ράσο του και της το έριξε από πίσω κι εκείνη αφού το πήρε και σκέπασε το σώμα της, στράφηκε προς τον Ζωσιμά και του είπε: «Τι ήθελες να δεις μια αμαρτωλή γυναίκα; Τι ζητάς να μάθεις από μένα και δεν βαρέθηκες να κάνεις τόσο μεγάλο κόπο;» Ο δε Γέροντας αφού γονάτισε στη γη, ζήτησε να πάρει ευλογία, σύμφωνα με τη συνήθεια. Επειδή κι' αυτή έβαλε μετάνοια, ήταν και οι δυο στη γη και περίμενε ο ένας τον άλλο να δώσει ευλογία. Αλλά τίποτα από κανένα δε λεγόταν, εκτός από το: «ευλόγησον». Αφού πέρασε αρκετή ώρα, είπε η γυναίκα προς το Ζωσιμά: «Αββά Ζωσιμά σε σένα αρμόζει να ευλογήσεις και να ευχηθείς, γιατί έχεις τιμηθεί με το αξίωμα του ιερέα και από πολλά χρόνια στέκεσαι μπροστά στο ιερό θυσιαστήριο». Αυτά προκάλεσαν πολύ φόβο στο Ζωσιμά και ο Γέροντας αφού λούστηκε με ιδρώτα στέναξε και είπε με φωνή που διακοπτόταν: «Ώ πνευματική Μητέρα, και από το ήθος σου φαίνεται ότι εσύ κατά το μεγαλύτερο μέρος έχεις νεκρωθεί για τον κόσμο, είναι δε φανερό, ότι σου δόθηκε μεγαλύτερο χάρισμα από μένα, αφού μου μίλησες με τα' όνομά μου, και είπες ότι είμαι ιερέας, χωρίς να με γνωρίζεις. Επειδή λοιπόν η χάρη δεν εξαρτάται από τα αξιώματα, αλλά από τη ψυχική υπόσταση, εσύ πρέπει να μ' ευλογήσεις για τον Κύριο και να δώσεις σε μένα ευχή, που έχω ανάγκη από τη δική σου τελειότητα».

Αφού υποχώρησε η γυναίκα στην ένσταση του Γέροντα και υπάκουσε, είπε: «Ευλογητός ο Θεός, ο Οποίος φροντίζει για τη σωτηρία των ανθρωπίνων ψυχών». Όταν δε ο Ζωσιμάς είπε το «Αμήν», σηκώθηκαν και οι δυο από την γονυκλισία και είπε τότε η γυναίκα προς το Γέροντα: «Για χάρη ποιου θέλησες να δεις γυναίκα στερημένη από κάθε αρετήν; Αλλά, επειδή ακριβώς η χάρη του Αγίου Πνεύματος σε καθοδήγησε να μου προσφέρεις, ανάλογα με τη περίσταση, κάποια εξυπηρέτηση, πες μου, πως ζουν οι χριστιανοί; Πως ζουν οι βασιλιάδες; Πως είναι η Εκκλησία;»

Ο δε Ζωσιμάς είπε σ' αυτή: «Μ' ένα λόγο, Μητέρα Οσία, με τις δικές σου ο Χριστός χάρισε σ' όλους ειρήνη. Δέξου όμως παράκληση ανάξιου Γέροντα και ευχήσου για τον κόσμο όλο και για με τον αμαρτωλό, ώστε αυτό το χρονικό διάστημα, που περνώ στην έρημο, να μην αποβεί άκαρπο». Εκείνη δε του απάντησε: «Αββά Ζωσιμά, συ πρέπει να κάνεις δέηση για με, και για όλους γιατί σε σένα έπεσε ο κλήρος γι' αυτό. Αλλά επειδή με προστάζεις, θα το κάνω με προθυμία»



ΠΡΟΣΕΥΧΕΤΑΙ ΑΙΩΡΟΥΜΕΝΗ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ

Αφού είπε αυτά η γυναίκα, στράφηκε προς την ανατολή και αφού σήκωσε τα μάτια της προς τον ουρανό, άρχισε να προσεύχεται, ψιθυρίζοντας, αλλά δεν ακουόταν καμιά φωνή. Γι' αυτό ο Ζωσιμάς δεν άκουε τίποτε, στεκόταν δε, όπως έλεγε, γεμάτος με πολύ φόβο και βλέποντας προς τα κάτω, χωρίς να λέει τίποτα. Επειδή δε εκείνη καθυστέρησε αρκετά στην προσευχή, αυτός, αφού σηκώθηκε λίγο από τη γονυκλισία, είδε ότι εκείνη είχε ανυψωθεί έναν πήχυ πάνω από τη γη και προσευχόταν, αιωρούμενη στον αέρα.

Όταν είδε αυτό ο Ζωσιμάς φοβήθηκε περισσότερο και έπεσε στο έδαφος και από τη πολλή αγωνία του περιλούστηκε από ιδρώτα. Σε κανένα δεν τολμούσε να πει τίποτα, μόνο δε στον εαυτό του έλεγε συνεχώς το «Κύριε ελέησον». Βρισκόμενος δε ξαπλωμένος στη γη ο Γέροντας σκανδαλιζόταν σκεφτόμενος: «Μήπως είναι πνεύμα και υποκρίνεται ότι προσεύχεται;» Αφού δε η γυναίκα ήλθε κοντά του, τον σήκωσε λέγοντάς του: «Γιατί, Αββά, σε ταράσσουν οι λογισμοί; Μήπως σκανδαλίστηκες εξ αιτίας μου, ότι τάχα είμαι πνεύμα και υποκρίνομαι ότι προσεύχομαι; Μάθε άνθρωπε, ότι είμαι αμαρτωλή γυναίκα, αλλ' είμαι οχυρωμένη με το άγιο βάπτισμα και δεν είμαι πνεύμα, αλλά γη και στάκτη». Και αφού είπε αυτά, σφράγισε με το σημείο του σταυρού το μέτωπο, τα μάτια, τα χείλη, και το στήθος λέγοντας: «Ο Θεός, Αββά Ζωσιμά, ας μας ελευθερώσει από το πονηρό και τις παγίδες του».

Ο ΖΩΣΙΜΑΣ ΖΗΤΑ ΝΑ ΜΑΘΕΙ ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ

Όταν άκουσε και είδε όλ' αυτά ο Ζωσιμάς, έπεσε στο έδαφος και αφού άγγιξε τα πόδια της, είπε δακρύζοντας: «Σε ορκίζω στο όνομα του Χριστού, του Θεού μας, ο Οποίος γεννήθηκε από την Παρθένα, να μην κρύψεις από τον δούλο σου ποια είσαι, από πού , πότε και με ποιο τρόπο ήλθες εδώ στην έρημο και κατοίκησες. Μη μου κρύψεις τίποτα που σε αφορά, αλλά διηγήσου μου τα όλα, για να φανερωθούν τα μεγαλεία του Θεού. Γιατί σοφία κρυμμένη και θησαυρός που δεν φαίνεται δε ωφελούν σε τίποτε, όπως είναι γραμμένο στην Αγία Γραφή. Πες μου τα λοιπόν, όλα για χάρη του Κυρίου μας, γιατί δεν πρόκειται να τα πεις για να καυχηθείς η να επιδειχτείς, αλλά για να με πληροφορήσεις τον αμαρτωλό και ανάξιο, πιστεύοντας ότι ο Θεός, για τον οποίο ζεις, γι' αυτό το λόγο με οδήγησε σ' αυτή την έρημο, για να μου φανερώσεις δηλαδή όσα σχετίζονται με σένα. Επομένως δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να φέρουμε αντίσταση στα σχέδια του Θεού, διότι αν δεν ήταν θέλημα Θεού να σε γνωρίσω και να μάθω πως αγωνίσθηκες, τότε δεν θα άφηνε να σε δει κανείς, ούτε και θα βοηθούσε να κάνω τόσο δρόμο, εγώ που δεν κατόρθωσα να βγω από το κελλί μου».

Η ΟΣΙΑ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΤΗΣ

Αφού είπε όλ' αυτά και άλλα ο Αββάς Ζωσιμάς, τον πλησίασε η γυναίκα και αφού τον σήκωσε απ' ην γη του είπε: «Ντρέπομαι, Αββά μου, να σου διηγηθώ τα έργα μου, γιατί είναι γεμάτα ντροπή, αλλά επειδή είδες γυμνό το σώμα μου, για να γνωρίσεις καλά όσο αμαρτωλή είναι η ψυχή μου. Είναι λάθος που νόμισες ότι δεν ήλθα να σου διηγηθώ τα όσα με αφορούν, τάχα για να μη καυχηθώ, και τι να καυχηθώ που έγινα όργανο του διαβόλου; Γνωρίζω όμως ότι, όταν αρχίσω την διήγησή μου, θα αναγκαστείς να φύγεις από κοντά μου, όπως φεύγει ένας από το φίδι, μη θέλοντας να ακούσεις τις κακές μου πράξεις. Και όμως θα σου τα διηγηθώ, χωρίς να παραλείψω τίποτε, σε εξορκίζω όμως προηγουμένως να μην σταματήσεις να προσεύχεσαι ίσως βρω έλεος από το Θεό κατά την μέρα της Κρίσης».

Και ενώ τα δάκρυα του Γέροντα έτρεχαν από τα μάτια του χωρίς σταματημό, άρχισε η γυναίκα τη διήγησή της:

«Εγώ αδελφέ, έχω πατρίδα την Αίγυπτο. Ενώ ακόμα ζούσαν οι γονείς μου κι εγώ ήμουν δώδεκα χρονών, τους άφησα και πήγα στην Αλεξάνδρεια. Εκεί πολύ νωρίς παρασύρθηκα σε πράξεις αμαρτωλές και διάφθειρα την παρθενία μου, επειδή επιδόθηκα στο πάθος της πορνείας. Επί δεκαεφτά χρόνια, συγχώρησέ με, υπήρξα άσωτη δημόσια και έγινα πειρασμός για τους ανθρώπους. Αυτό δεν το έκανα, ειλικρινά σας λέω, όχι για να κερδίζω χρήματα, παρ' όλο που πολλοί μου έδιναν αλλ' εγώ δεν τα έπαιρνα, αλλά για να έρχονται πολλοί σε μένα και να ικανοποιούν το πάθος μου. Και μη νομίσεις ότι δεν δεχόμουνα χρήματα γιατί ήμουν πλούσια. Αντίθετα, ζούσα από χειρωνακτική εργασία, έκλωθα ρόκα. Είχα δε ακόρεστην επιθυμία και ακατάσχετον έρωτα, εξ αιτίας των οποίων κυλιόμουν στο βόρβορο. Μάλιστα δε μου φαινόταν ότι αυτή είναι η ζωή, να εκτελώ τη βρισιά της φύσης». Έτσι λοιπόν ζούσα, οπότε ένα καλοκαίρι είδα πολύν κόσμον από τη Λιβύη και Αίγυπτο, που κατευθύνονταν προς τη θάλασσα και ρώτησα ένα απ' αυτούς για να πληροφορηθώ που πήγαιναν. Εκείνος μου απάντησε: «Πηγαίνουν στα Ιεροσόλυμα γιατί μετά από λίγες μέρες θα γιορταστεί η ύψωση του Τιμίου Σταυρού». Είπα τότε σ' αυτόν: «Άραγε δε με παίρνουν κι' εμένα μαζί τους, αν τους ακολουθήσω;» Εκείνος μου αποκρίθηκε: «Αν έχεις τα ναύλα και τα έξοδά σου, κανένας δε θα σ' εμποδίσει». Είπα τότε σ' αυτόν: «Πραγματικά, ούτε για ναύλα ούτε για άλλα έξοδα έχω χρήματα, και θα μπω σ' ένα πλοίο, προσφέροντας το σώμα μου για αντάλλαγμα αυτών». Γιατί, ο σκοπός που ήθελα να πάω, (συγχωρέστε με Αββά μου)ήταν για να βρω πολλούς εραστές του πάθους μου. Σου τα είπα, Αββά Ζωσιμά, μη μ' αναγκάσεις να σου πω τη ντροπή των έργων μου, γιατί φρίττω, τα γνωρίζει ο Θεός, επειδή θα μολύνω και σένα και τον αέρα λέγοντας όλα τα έργα μου».

Ο ΖΩΣΙΜΑΣ ΤΗΝ ΕΝΘΑΡΡΥΝΕΙ ΝΑ ΤΑ ΠΕΙ ΟΛΑ

Ο Ζωσιμάς βρέχοντας με δάκρυα το έδαφος της απάντησε: «Λέγε Μητέρα Οσία, και μη διακόψεις τη συνέχεια της ωφέλιμης αυτής διήγησης». Εκείνη δε πάλι, παίρνοντας το λόγο, πρόσθεσε τα εξής: «Εκείνος ο νέος, αφού άκουσε τα αισχρά λόγια μου, έφυγε γελώντας. Εγώ δε, αφού έρριψα τη ρόκα μου, που κρατούσα, κατά τύχη τότε, έτρεξα προς τη θάλασσα, που είδα να τρέχουν οι άλλοι. Εκεί διάκρινα δέκα η περισσότερους νέους, ωραίους και με σφριγηλό σώμα, που μου φάνηκαν ότι ικανοποιούσαν το σκοπό που επεδίωκα. Στεκόντουσαν δε, και περίμεναν κι' άλλους συνεπιβάτες, γιατί κι' άλλοι που πήγαν μπροστά, μπήκαν μέσα στα πλοία, τότε, εγώ, αφού πήδηξα με αναίδεια στο μέσο τους είπα: «Πάρτε και μένα όπου θα πάτε και σας πληροφορώ ότι δεν θα αποδειχθώ άχρειστη». Μετά, αφού είπα πιο αισχρά ακόμα λόγια, τους έκαμα όλους να γελούν. Εκείνοι δε, αφού αντελήφθηκαν τις αναιδείς διαθέσεις μου, με οδήγησαν στο πλοίο που ήταν έτοιμο, γιατί εν τω μεταξύ έφτασαν κι' εκείνοι, που περίμεναν».

«Όσα δε έγιναν ύστερα, πώς να σου τα διηγηθώ άνθρωπέ μου; Ποια γλώσσα μπορεί να εξιστορήσει η ποια αυτιά ν' ακούσουν, όσα συνέβηκαν μέσα στο πλοίο και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού; Δεν υπάρχει είδος ασέλγειας, που να μην έγινε μάλιστα αναγκάζοντάς τους εγώ εκείνους τους άθλιους να την κάνουν».

«Και τώρα Αββά μου, εκπλήσσομαι, πως η θάλασσα ανέχθηκε τις ασέλγειές μου! Πως δεν άνοιξε η γη το στόμα της, για να με καταπιεί ζωντανή ο Άδης, που παγίδεψα τόσες πολλές ψυχές! Αλλά, καθώς φαίνεται ο Θεός ζητούσε τη μετάνοιά μου, γιατί δεν θέλει το θάνατο αμαρτωλού, αλλά περιμένει με μακροθυμία για να δεχτεί την επιστροφή του. Έτσι λοιπόν με τόση πολλή βία, φτάσαμε στα Ιεροσόλυμα. Όσες δε μέρες πριν τη γιορτή έμεινα στην πόλη, η ζωή μου υπήρξε η ίδια, μάλλον δε χειρότερη, γιατί δεν αρκέστηκα μόνο σ' αυτούς τους νέους που μαζί τους ασελγούσα στο πλοίο, αλλά και πολλούς πολίτες και ξένους μόλυνα».

ΣΤΗ ΓΙΟΡΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Όταν έφτασε η μέρα της Αγίας Ύψωσης του Σταυρού κι' επρόκειτο να τελεστεί η γιορτή, εγώ μεν, όπως και προηγουμένως, κυνηγώντας ψυχές νέων. Είδα δε ότι, πολύ πρωΐ τη μέρα εκείνη όλοι έτρεχαν στην εκκλησία, οπότε έτρεξα κι' εγώ να πάω μαζί μ' αυτούς. Ήλθα λοιπόν, μαζί τους στο προαύλιο της εκκλησίας και όταν ήλθε η ώρα της Θείας Ύψωσης, προσπαθούσα να μπω, και μέχρι μεν της εξώπορτας, με πολύ κόπο κατόρθωσα να πλησιάσω η ταλαίπωρη. Όταν δε πάτησα το κατώφλι της πόρτας ενώ όλοι οι άλλοι έμπαιναν ανενόχλητα, εμένα κάποια Θεία δύναμη με εμπόδιζε, που δεν μου επέτρεπε να μπω».

«Επειδή δε νόμιζα ότι εξ αιτίας, της γυναικείας αδυναμίας μου συνέβηκε αυτό, αναμιγνυόμουνα με τους άλλους και έσπρωχνα προς τα εμπρός, αλλά μάταια κοπίαζα. Γιατί, όταν πια το άθλιο μου πόδι πάτησε το κατώφλι της πόρτας, όλους τους άλλους δέχτηκε η εκκλησία, εμένα όμως τη δυστυχισμένη δεν δεχότανε: αλλά, όπως ακριβώς αν υπήρχε παρατεταγμένο στρατιωτικό απόσπασμα για ν' αποκλείσει την είσοδο, έτσι κάποια δύναμη με εμπόδιζε και πάλι όταν βρισκόμουν στο προαύλιο».

«Αυτό συνέβηκε τρεις και τέσσερις φορές και όταν πλέον κουράστηκα και δεν μπορούσα άλλο να σπρώχνω και να σπρώχνομαι, έφυγα απ' εκεί και πήγα και στάθηκα σε μια γωνιά της αυλής. Όταν δε συνήλθα, αντελήφθηκα την αιτία, που με εμπόδιζε να δω το ζωοποιό ξύλο. Γιατί άγγιζε τα μάτια της ψυχής μου ο σωτήριος λόγος, που μου υπέδειξε ότι ο βόρβορος των έργων μου ήταν η αιτία να κλείσει σε μένα η είσοδος της εκκλησίας».

«Άρχισα τότε να κλαίω, να οδύρομαι και να κτυπώ το στήθος μου, βγάζοντας στεναγμούς από τα βάθη της καρδιάς μου. Ενώ δε έκλαια, είδα πάνω από το τόπο που στεκόμουνα, την εικόνα της Παναγίας Θεοτόκου, και είπα σ' αυτήν: «Παρθένα Δέσποινα, γνωρίζω ότι δεν είμαι άξια να βλέπω την αγία εικόνα Σένα της Αειπαρθένης, Σένα της Αγνής, Σένα της οποίας το σώμα και η ψυχή είναι καθαρή και αμόλυντη, εξ αιτίας των πολλών μου αμαρτιών, αλλά είναι δίκαιο να με μισείς και ν' αποστρέφεσαι την άσωτη. Επειδή όμως, καθώς άκουσα γι' αυτό το λόγο, ο Θεός που Τον γέννησες, έγινε άνθρωπος για να καλέσει σε μετάνοια τους αμαρτωλούς, βοήθα με, που είμαι μόνη και δεν έχω κανένα να μου συμπαρασταθεί. Διάταξε να επιτραπεί και σε με η είσοδος στην εκκλησία για να δω το άγιο Ξύλο, πάνω στο οποίο έδωσε το αίμα του ο Γιός σου για τη δική μου σωτηρία. Διάταξε, ν' ανοίξει και για με η πόρτα της Θείας προσκύνησης του Σταυρού και βάζω στο Γιό σου, σαν εγγυήτρια αξιόχρεη, Σένα. Γιατί πλέον δεν πρόκειται να λερώσω το σώμα μου μ' οποιαδήποτε αισχρή πράξη, αλλά όταν δω το ξύλο του Σταυρού του Γιού σου, θ' αποστραφώ αμέσως το κόσμο και όλα τα κοσμικά και όταν βγω από την εκκλησία θα πάω όπου Εσύ, σαν εγγυήτρια της σωτηρίας μου, θα με οδηγήσεις».

«Όταν είπα αυτά, η πίστη μου θερμάνθηκε και πήρα θάρρος από την ευσπλαχνία της Θεοτόκου. Αφού δε έφυγα από το μέρος εκείνο, όπου προσευχήθηκα, ανεμίχθηκα μ' εκείνους που έμπαιναν στην εκκλησία και κανένας πια δεν υπήρχε που να με σπρώχνει. Πλησίασα την πόρτα, χωρίς κανένα εμπόδιο, οπότε με έπιασε φρίκη και έκσταση και όλο το σώμα μου έτρεμε. Όταν δε έφτασα στη πόρτα που ως τότε ήταν κλεισμένη για μένα, κάθε δύναμη, που προηγουμένως εμπόδιζε την είσοδό μου, τότε εξαφανίστηκε. Έτσι μπήκα χωρίς κόπο, στα Άγια των Αγίων και αξιώθηκα να δω το ζωοποιό Σταυρό και τα μυστήρια του Θεού, ο Οποίος ήταν έτοιμος να δεχτεί την μετάνοιά μου. Αφού λοιπόν έπεσα κάτω και προσκύνησα το άγιο εκείνο έδαφος, βγήκα έξω κι' έτρεξα στην εγγυήτριά μου. Όταν έφτασα στον τόπο εκείνο που υπογράφτηκε το χειρόγραφο της εγγύησης, γονάτισα μπροστά, στην εικόνα της Αειπάρθενης και της είπα αυτά τα λόγια:

Η ΟΣΙΑ ΠΡΟΣΕΥΧΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ


Εσύ μεν, ω φιλάγαθε Δέσποινα, μου έδειξες τη φιλανθρωπία Σου, Εσύ δεν επεριφρόνησες τη δέηση της ανάξιας δούλης σου. Είδα δόξα που δικαιολογημένα δεν βλέπουμε εμείς οι άσωτοι. Ας είναι δοξασμένος ο Θεός , ο οποίος δέχεται με τη μεσιτεία Σου τη μετάνοια των αμαρτωλών. Ήλθε λοιπόν η στιγμή να εκπληρώσω τη συμφωνία. Οδήγησέ με όπου θέλεις, γίνε δάσκαλος της σωτηρίας μου καθοδηγώντας με στο δρόμο της μετάνοιας».

«Τότε ακούστηκε μια φωνή από μακρυά που φώναζε: «Εάν περάσεις τον Ιορδάνη θα βρεις καλή ανάπαυση».

Εγώ τότε άκουσα αυτή τη φωνή πίστεψα ότι σε μένα απευθυνόταν και με δάκρυα στα μάτια φώναξα: «Δέσποινα, Δέσποινα, μην με εγκαταλείπεις».»Όταν δε φώναξα αυτά, βγήκα από την αυλή της εκκλησίας και άρχισα αμέσως να περπατώ»

«Ενώ δε έβγαινα με είδε κάποιος και μου έδωσε τρία νομίσματα, με τα οποία αγόρασα τρία ψωμιά. Αφού ζήτησα και πήρα πληροφορίες, βγήκα από την πύλη της πόλης, που έβγαζε στον Ιορδάνη ποταμό και άρχισα με κλάματα την οδοιπορία. Γύρω στη δύση του ήλιου έφτασα στο ναό του Ιωάννη του Βαπτιστή, που βρίσκεται κοντά στον Ιορδάνη και αφού προσκύνησα πρώτα, πήγα ύστερα στον ποταμό, όπου έβρεξα τα χέρια και το πρόσωπό μου, και ακολούθως μετάλαβα των αχράντων και ζωοποιών Μυστηρίων. Αφού δε άφαγα μισό ψωμί, ήπια νερό από τον Ιορδάνη και κοιμήθηκα στο έδαφος».

«Την άλλη μέρα βρήκα στο μικρό πλοίο, που με πέρασε στο απέναντι μέρος, όπου ζήτησα πάλι την οδηγό μου, για να με οδηγήσει όπου αυτή θα έκρινε ωφέλιμο. Έτσι ήλθα σ' αυτή την έρημο και από τότε μέχρι σήμερα παραμένω εδώ, προσδεχόμενη το Θεό, ο Οποίος διασώζει όλους εκείνους που επιστρέφουν σ' Αυτόν».


Η ΖΩΗ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ

Ο δε Ζωσιμάς είπε προς αυτή: «Πόσα χρόνια έχεις, Μητέρα Οσία, που κατοικείς εδώ στην έρημο;» Αποκρίθηκε η γυναίκα: «Σαράντα επτά, όπως μου φαίνεται, από τότε που έφυγα από την Αγία Πόλη». Είπε δε ο Ζωσιμάς: «Και από πού βρίσκεις τροφή, ώ κυρία μου;» Είπε η γυναίκα: «Πέρασα τον Ιορδάνη ποταμό με δυόμισυ ψωμιά, που αφού ξηράνθηκαν έγιναν σαν πέτρες και μ' αυτά τράφηκα ορισμένα χρόνια». Της είπε δε αυτός: «Και έτσι πέρασες τόσα πολλά χρόνια χωρίς να σε ταράξει κανένας πειρασμός;» Αποκρίθηκε η γυναίκα: «Με ρώτησες Αββά Ζωσιμά, πράγμα για το οποίο φρίττω και να αναφέρω γιατί αν θυμηθώ τα όσα υπόφερα και τους πειρασμούς που με πρόσβαλλαν, φοβούμαι μήπως και πάλιν προσβληθώ απ' εκείνους «. Είπε δε ο Ζωσιμάς: «Μην, αφήσεις, κυρία μου, τίποτα, που να μην το αναφέρεις, γιατί αφού σε ρώτησα γι' αυτά πρέπει να μου τα διηγηθείς όλα με κάθε λεπτομέρεια».

Εκείνη, δε του απάντησε: «Πίστευε, Αββά Ζωσιμά, ότι πέρασα 17 χρόνια σ' αυτή την έρημο παλεύοντας εναντίον των παραλόγων επιθυμιών μου, γιατί κάθε φορά που γευόμουν τροφή, επιθυμούσα τα κρέατα και τα ψάρια, που υπήρχαν στην Αίγυπτο, ως και το κρασί που μου άρεσκε, όταν ήμουν στον κόσμο. Ενώ εδώ, ούτε νερό είχα να πιώ και γι' αυτό υπόφερα φοβερά από την έλλειψή του. Επίσης μου ερχόταν η επιθυμία για τα αισχρά τραγούδια, που πάντοτε μ' αναστάτωνε και μ' έσπρωχνε για να τραγουδώ τα τραγούδια των δαιμόνων, που είχα μάθει. Αμέσως όμως, με δάκρυα στα μάτια και με κτυπήματα στο στήθος, έφερα στη σκέψη μου τη συμφωνία που υπόγραψα πηγαίνοντας στην έρημο. Παρευρισκόμουνα νοερά μπροστά στην εικόνα της Παναγίας της Θεοτόκου, της αναδόχου μου και την παρακαλούσα με δάκρυα να διώξει τους λογισμούς, που βασάνιζαν την άθλια μου ψυχή. Όταν δε δάκρυζα πολλήν ώρα και κτυπούσα το στήθος μου, έβλεπα από παντού να λάμπει γύρω μου φως και από τότες, μετά την τρικυμία, βασίλευε ειρήνη μέσα μου».

«Τους λογισμούς δε που με ωθούσαν και πάλι στην πορνεία, πώς να σου τους διηγηθώ, Αββά; Μια φωτιά άναβε μέσα στην ταλαίπωρη καρδιά μου, που μ' εφλόγιζε ολόκληρη και ερέθιζε την επιθυμία της πορνείας. Αμέσως δε μόλις με πρόσβαλλε τέτοιος λογισμός, έπεφτα στη γη και έβρεχα με δάκρυα το έδαφος, επειδή νόμιζα ότι, αυτή που μου εγγυήθηκε, παρευρισκόταν ενώπιον μου, σαν προστάτης και μου επέβαλλε τιμωρίες για την παραβίαση».

«Δεν σηκωνόμουνα από τη γη, έστω κι' αν περνούσε το εικοσιτετράωρο, μέχρις ότου το φως εκείνο, το γλυκό, έλαμπε γύρω μου και έδιωχνε τους λογισμούς που μ' ενοχλούσαν. Τα μάτια λοιπόν, της ψυχής μου είχα συνεχώς στραμμένα προς την εγγυήτριά μου, από την οποία ζητούσα να με βοηθήσει στο πέλαγος αυτό της ερήμου που βρισκόμουνα. Πραγματικά είχα αυτή τη βοήθεια και έτσι πέρασα το διάστημα αυτό των δεκαεπτά χρόνων παλεύοντας εναντίων εκατομμυρίων κινδύνων. Από τότε δε μέχρι τώρα η Βοηθός μου παραστέκεται σ' όλα και με κάθε τρόπο με καθοδηγεί».

Είπε δε ο Ζωσιμάς σ' αυτή: ‘Δεν βρέθηκες λοιπόν, σ' ανάγκη τροφής η ενδύματος;» Εκείνη δε του απάντησε: «Καθώς σου ανέφερα αφού ξόδεψα τα ψωμιά εκείνα, κατά την διάρκεια των δεκαεφτά χρόνων τρεφόμουνα με βότανα και άλλα πράγματα που έβρισκα στην έρημο. Το ιμάτιο, που είχα, όταν πέρασα τον Ιορδάνη, καταστράφηκε κι' έτσι ένοιωθά πολύ κρύο την νύχτα και ζέστη τη μέρα. Τόσο δε καιρό καιόμουνα από τη παγωνιά, ώστε πολλές φορές συνέβηκε να πέσω κάτω και να μείνω σχεδόν ακίνητη και αναίσθητη, είχα δε να παλέψω εναντίον πολλών και ποικίλων συμφορών και ανήκουστων πειρασμών. Από τότε δε μέχρι σήμερα η ποικίλη δύναμη του Θεού διατηρούσε την αμαρτωλή ψυχή μου, και εννοώ τα διάφορα κακά, από τα οποία μ' εγλύτωσε ο Κύριος. Έχοντας δε σαν τροφή ανέξοδο την ελπίδα της σωτηρίας μου, τρεφόμουνα και σκεπαζόμουνα με τα λόγια του Θεού, που εξουσιάζει τα σύμπαντα, γιατί καθώς είπε «ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος».

«Επειδή δε ο Ζωσιμάς άκουσε ότι και αποφθέγματα από την Αγία Γραφή ανάφερε, τόσον από τον Μωυσή, όσο και από τον Ιώβ και από το βιβλίο των ψαλμών, της είπε: Διάβασες ώ κυρία μου, ψαλμούς η άλλα βιβλία;» Εκείνη δε, χαμογέλασε και είπε στο Γέροντα: «Πίστεψέ, άνθρωπέ μου, ότι δεν είδα άλλον άνθρωπό από τότε που πέρασα τον Ιορδάνη, εκτός από το δικό σου πρόσωπο, αλλά ούτε κανένα θηρίο η ζώο από τότε που κατοίκησα σ' αυτήν την έρημο. Επομένως δεν έμαθα καθόλου γράμματα, ούτε και άκουσα κανένα να ψάλλει η να διαβάζει. Αλλά ο λόγος του Θεού, που είναι ζωντανός και ενεργός, αυτός διδάσκει τον άνθρωπο. Ως εδώ τελειώνει η διήγησή μου. Τώρα δε σε εξορκίζω στον ενανθρωπήσαντα λόγο του Θεού να εύχεσαι για μένα την αμαρτωλή».

Αφού εκείνη είπε αυτά, ο Γέροντας βιάστηκε να βάλει μετάνοια, κράζοντας δακρυσμένος:» Ευλογητός ο Θεός, ο Οποίος δημιούργησε μεγάλα και θαυμαστά, ένδοξα και εξαίσια, των οποίων δεν υπάρχει αριθμός. Ευλογητός ο Θεός, ο Οποίος μου έδειξες όσα χαρίζεις σ' εκείνους που σε φοβούνται. Γιατί αλήθεια δεν εγκαταλείπεις Κύριε, εκείνους που Σε εκζητούν».

Η ΟΣΙΑ ΧΩΡΙΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΖΩΣΙΜΑ

Εκείνη δε, αφού έπιασε το Γέροντα, δεν τον άφησε να αποτελειώσει τη μετάνοια, αλλά είπε σ' αυτόν: «Όλ' αυτά που άκουσες, σε εξορκίζω στ' όνομα του Σωτήρα Ιησού Χριστού, του Θεού μας, να μη πεις σε κανένα μέχρι που να πεθάνω. Τώρα πήγαινε στο καλό και πάλι τον ερχόμενο χρόνο θα με δεις. Να κάμεις μόνο για τον Κύριο εκείνο που σου παραγγέλω, στις ιερές νηστείες του ερχόμενου χρόνου μην περάσεις τον Ιορδάνη, όπως ακριβώς υπάρχει συνήθεια να κάνουν στο Μοναστήρι».

«Απορούσε δε ο Ζωσιμάς ακούοντας, ότι και το κανόνα του Μοναστηριού γνώριζε και δεν έλεγε τίποτε άλλο, εκτός: «Δόξα τω Θεώ, ο Οποίος χαρίζει πολλά στους αγαπώντας Αυτόν». Εκείνη δε είπε: «Μείνε λοιπόν, Αββά Ζωσιμά, καθώς είπα στο Μοναστήρι, γιατί αν θελήσεις να βγεις, δεν θα σου γίνει καλό. Τη δε Μεγάλη Πέμπτη πάρε τη Θεία κοινωνία και έλα στο μέρος του Ιορδάνη, που πλησιάζει τις κατοικημένες περιοχές, για να έλθω εκεί να κοινωνήσω των ζωοποιών δώρων, γιατί από τότε που κοινώνησα στο ναό του Προδρόμου, πριν περάσω τον Ιορδάνη δεν ξανακοινώνησα. Γι' αυτό σε παρακαλώ, μην παρακούσεις στη παράκλησή μου, αλλά ‘πωσδήποτε να μου φέρεις τα ζωοποιά αυτά Θεία Μυστήρια, την ώρα που ο Κύριος έκανε μέτοχους τους Μαθητές του τού Θείου Δείπνου. Εις δε τον Αββά Ιωάννη, τον ηγούμενο του Μοναστηριού, να πεις αυτά: «Πρόσεχε, αδελφέ, από τον εαυτό σου, και από τους μοναχούς του μοναστηριού, γιατί εκεί γίνονται μερικά πράγματα που θέλουν διόρθωση. Αλλά δεν θέλω να πεις τώρα αυτά, αλλ' όταν σου επιτρέψει ο Κύριος». Αυτά αφού είπε και ζήτησε από τον Γέροντα να προσεύχεται και γι' αυτή, αναχώρησε προς την έρημο. Ο δε Ζωσιμάς αφού γονάτισε και προσκύνησε τη γη, όπου ήταν τα ίχνη των ποδιών της, δόξασε τον Θεό και αφού τον ευχαρίστησε , επέστρεψε με σωματική και ψυχική αγαλλίαση δοξάζοντας και ευλογώντας Αυτόν. Αφού δε διαπέρασε πάλιν εκείνη την έρημο, έφτασε στο Μοναστήρι, τη μέρα που συνηθίζουν να επιστρέφουν αυτοί που μένουν σ' αυτό.

Ο ΖΩΣΙΜΑΣ ΠΙΣΩ ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ

Και καθ' όλο εκείνο το χρόνο, ο Γέροντας ησύχαζε, χωρίς να τολμά να πει σε κανένα τίποτα, απ' όσα είδε, παρακαλούσε μόνο από μέσα του το Θεό να του δείξει και πάλι το πρόσωπο που επιθυμούσε. Στεναχωριόταν δε και λυπόταν πάρα πολύ, όταν σκεφτόταν τη χρονική περίοδο, ήθελε δε, αν ήταν δυνατό, ο χρόνος να γινότανε μία μέρα. Όταν δε έφτασε η Κυριακή που θα άρχιζαν οι ιερές νηστείες, αμέσως μετά την καθιερωμένη ευχή, όλοι μεν οι άλλοι βγήκαν ψάλλοντες, αυτός όμως αρρώστησε και αναγκάσθηκε να μείνει στο Μοναστήρι, οπότε θυμήθηκε την Οσία, που του είπε: «Αν θέλεις να βγεις, δεν θα σου γίνει καλό». ¨όταν δε πέρασαν λίγες μέρες ανέλαβε από την αρρώστεια και παρέμεινε το Μοναστήρι.

Ο ΖΩΣΙΜΑΣ ΠΗΓΑΙΝΕΙ ΠΡΟΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Όταν δε πάλιν οι μοναχοί επέστρεψαν και έφτασε η νύχτα του Μυστικού Δείπνου, έκαμε όσα τον διάταξε και αφού έβαλε σ' ένα μικρό ποτήρι το Άχραντο Σώμα και Αίμα του Χριστού, του Θεού μας, αναχώρησε πολύ πρωί, φέροντας μαζί του και μικρό καλάθι από φοίνικα και φακές βρεγμένες. Όταν δε έφτασε στον Ιορδάνη κάθησε στο χείλος του και περίμενε να έλθει η Οσία. Επειδή όμως καθυστερούσε να Έλθει η ιερή γυναίκα, ο Ζωσιμάς παρέμεινε άγρυπνος, βλέποντας προσεχτικά την έρημο και περιμένοντας να τη δει. Έλεγε δε από μέσα του ο Γέροντας καθισμένος: «Μήπως συνέβηκε τίποτε και την εμπόδισε να έλθει; Μήπως ήλθε και επειδή δεν με βρήκε επέστρεψε;»

Αφού είπε αυτά και δάκρυσε και αναστέναξε κα αφού σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό, παρακάλεσε τον Θεό, λέγοντας: «Δέσποτα και πάλι επέτρεψε να δω εκείνο που πεθυμούσα κι' έτσι να μη φύγω άπρακτος, ελεγχόμενος από τις αμαρτίες μου». Ενώ όμως προσευχόταν και έλεγε αυτά κλαίοντας, παρέπεσε σ' άλλο λογισμό, λέγοντας από μέσα του: «Όταν έλθει, πως θα περάσει τον Ιορδάνη και να έλθει κοντά μου, αφού δεν υπάρχει πλοίο; Αλοίμονο τότε σε μένα τον ανάξιο και ελεεινό, που θα στερηθώ τέτοιου καλού, να λάβω την ευχήν της Οσίας».

Η ΟΣΙΑ ΚΟΙΝΩΝΑ

Ενώ όμως, ο Γέροντας συλλογιζότανε αυτά, ιδού έφτασε και η Οσία γυναίκα, που στάθηκε στο απέναντι μέρος του ποταμού, απ' όπου ερχόταν. Τότε ο Ζωσιμάς στάθηκε όρθιος χαίροντας και δοξάζοντας τον Θεό.

Αλλά συνέχιζε να παλεύει με το λογισμό, πως δηλαδή θα περνούσε τον ποταμό, οπότε βλέπει αυτήν να κάμει το σημείο του Σταυρού (αν και ήταν νύκτα, όμως έφεγγε, γιατί ήταν πανσέληνος) και αφού περπάτησε πάνω στο νερό ήλθε κοντά του. Μόλις δε εκείνος πήγε να βάλει μετάνοια, εκείνη τον εμπόδισε λέγοντας: «Τι κάμνεις Αββά, θέλεις να βάλεις μετάνοια, εσύ που είσαι ιερέας και μάλιστα κρατάς τα Θεία Δώρα;» Εκείνος υπάκουσε και τότε η Οσία του είπε:
«Ευλόγησε, Πάτερ, ευλόγησε». Ο δε Γέροντας τρέμοντας και θαυμάζοντας και το τέτοιο θέαμα, αποκρίθηκε σ' αυτήν: «Πραγματικά είναι αληθινός ο Θεός, λέγοντας ότι μπορούμε να ομοιωθούμε μαζί Του, φτάνει να θελήσουμε να καθαρίσουμε τους εαυτούς μας. Δόξα σοι Χριστέ, ο Θεός μας, ο Οποίος δεν στέρησες το έλεός σου από μένα το δούλο σου. Δόξα σοι Χριστέ, ο Θεός μας, ο Οποίος μου φανέρωσες μέσω αυτής της δούλης Σου, πόσον απέχω από την τελειότητά».

Ενώ έλεγε αυτά η γυναίκα ζήτησε να πει το «Πιστεύω» και το «Πάτερ ημών» και όταν τέλειωσε τον ασπάστηκε κατά τη μοναχική συνήθεια και μετάλαβε των Ζωοποιών Μυστηρίων. Αφού δε σήκωσε τα χέρια της στον ουρανό, αναστέναξε με δάκρυα κα είπε: «Νυν απολύεις την δούλην Σου, Δέσποτα κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν Σου».

Τότε λέει στον Γέροντα: «Συγχώρησέ με, Αββά, και εκπλήρωσε μου και άλλην επιθυμίαν. Να γυρίσεις τώρα με τη βοήθεια του Θεού στο Μοναστήρι και τον ερχόμενο χρόνο να έλθεις και πάλι σ' εκείνο τον χείμαρρο, όπου με συνάντησες την πρώτη φορά. Να έλθεις οπωσδήποτε και θα με δεις καθώς θέλει ο Κύριος». Ο δε Ζωσιμάς της αποκρίθηκε: «Μακάρι να ήμουν άγιος από τώρα να σε ακολουθήσω και να βλέπω παντοτεινά το τίμιό Σου πρόσωπο. Αλλά πάρε και φάε από τη λίγη αυτή τροφή που σου έφερα». Και λέγοντας αυτά, της έδωσε το μικρό καλάθι που κρατούσε. Η δε γυναίκα, αφού πήρε με τα άκρα των δακτύλων της τρεις κόκκους φακής, τους έβαλε στο στόμα της λέγοντας: «Είναι αρκετή η χάρη του Αγίου Πνεύματος, να συντηρεί και να φυλάει την ουσία της ψυχής καθαρή». Και αφού είπε αυτά, στράφηκε προς τον Γέροντα και του ζήτησε να προσεύχεται στον Κύριο γι' αυτή την αμαρτωλή. Ο Γέροντας άγγιξε τότε τα πόδια της Οσίας και αφού προσευχήθηκε με δάκρυα και στεναγμούς, την άφησε να φύγει, γιατί δεν τολμούσε να κρατήσει περισσότερο την ακράτητη. Η δε Οσία, αφού έκαμνε και πάλι το σημείο του Σταυρού, περπάτησε πάνω στο νερό του ποταμού, όπως και προηγουμένως και τον διαπέρασε. Ο δε Γέροντας γύρισε πίσω με πολύ χαρά και φόβο συγχρόνως, αλλά περιγελούσε τον εαυτό του, γιατί δεν ρώτησε να μάθει τα' όνομα της Οσίας, έλπιζε όμως να το πετύχει τον ερχόμενο χρόνο.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ

Όταν δε πέρασε ο χρόνος, ο Ζωσιμάς ήλθε πάλι στην έρημο κα πήγε να δει εκείνο το παράδοξο θέαμα. Αφού περπάτησε όλο το δρόμο και έφτασε στο τόπο που ζητούσε κοίταξε δεξιά, και αριστερά, προσπαθώντας να συλλάβει σαν έμπειρος κυνηγός το θήραμά του. Επειδή όμως δεν έβλεπε πουθενά τίποτα να κινείται άρχισε να κλαίει πικρά και αφού σήκωσε το βλέμμα ψηλά προσευχήθηκε λέγοντας: «Δείξε, μου Δέσποτα το θησαυρό, δηλαδή τον επίγειο Άγγελο, του οποίου ο κόσμος δεν είναι άξιος». Και ενώ ευχόταν αυτά, έφτασε στο γνωστό τόπο, όπου βρήκε την Οσία νεκρή με σταυρωμένα τα χέρια και στραμμένη προς την ανατολή και αφού Έτρεξε κοντά της έπλυνε τα πόδια με τα δάκρυά του, γιατί δεν τολμούσε σε κανένα άλλο μέρος να την αγγίξει.

Αφού λοιπόν δάκρυσε αρκετά και είπε τους κατάλληλους ψαλμούς, ανέπεμψε επιτάφια ευχή κα είπε από μέσα του: «Μήπως πρέπει να θάψω το λείψανο της Οσίας; Ή μήπως όχι, γιατί δεν της αρέσει αυτό;», Και ενώ σκεφτόταν αυτά, είδε κοντά στην κεφαλή της χαραγμένες στη γη λέξεις: «Αββά Ζωσιμά, θάψε σ' αυτό τον τόπο το λείψανο της Μαρίας και προσευχήσου στο Θεό για μένα, που πέθανα το μήνα Φαρμαιθί (Απρίλιο), την πρώτη εκείνη νύκτα του σωτηρίου Πάθους, κατά την οποία κοινώνησα». Όταν ο Γέροντας τα διάβασε, χάρηκε που έμαθε το όνομα της Οσίας και έμαθε ότι μόλις κοινώνησε τα Θεία Μυστήρια ήλθε σ' αυτό το μέρος για να περπατήσει, με πολύ κόπο, η Μαρία τον κάλυψε σε μιάν ώρα και αμέσως μετά παρέδωσε τη ψυχή της στο Θεό.

Η ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΤΗΣ

Δοξάζοντας δε το Θεό και βρέχοντας το σώμα της Μαρίας με δάκρυα είπε από μέσα του: «Είναι ώρα πετεινέ Ζωσιμά, να εκτελέσεις τη διαταγή, αλλά πως θα βγάλεις, ταλαίπωρε, λάκκο, χωρίς να έχεις κανένα μέσο στα χέρια σου;» Και αφού είπε αυτά, είδε πιο πέρα ένα μικρό ξύλο πεταμένο στη γη, που αφού το πήρε άρχισε να σκάβει. Επειδή όμως το έδαφος ήταν σκληρό δεν σκαβότανε , έτσι ο Γέροντας υπόφερε κοπιάζοντας και ιδρώνοντας. Μια στιγμή αναστέναξε από τα βάθη της καρδιάς του και αφού σήκωσε το πρόσωπο, είδε ένα μεγάλο λιοντάρι να στέκει δίπλα στο λείψανο της Οσίας και να γλύφει τα ίχνη της.

Αυτός μόλις είδε το θηρίο, τρόμαξε από φόβο αλλ' όταν θυμήθηκε τα λόγια της Οσίας, που είπε ότι ουδέποτε είδε θηρίο, έκαμε το σημείο του Σταυρού και πίστεψε ότι η δύναμη της Οσίας θα τον προφυλάξει από κάθε κίνδυνο. Το δε λιοντάρι αφού ήλθε κοντά στον Γέροντα τον έγλυφε στα πόδια. Τότε ο Ζωσιμάς αφού στράφηκε σ' αυτό είπε: «Επειδή ώ θηρίο, η Μεγάλη επέτρεψε να ταφεί το λείψανό της και επειδή εγώ είμαι γέρος και δεν μπορώ να σκάψω λάκκο (αλλ' ούτε και κανένα εργαλείο κατάλληλο έχω, γι' αυτό το σκοπό, και ούτε μπορώ να επιστρέψω και να το φέρω εξ' αιτίας της μεγάλης απόστασης), άνοιξε εσύ το λάκκο με τα νύχια σου, για να αποδώσουμε στη γη το λείψανο της Οσίας». Αμέσως μετά τα λόγια του Γέροντα, το λιοντάρι έσκαψε με τα μπροστινά του πόδια λάκκο, όσο χρειαζόταν για τη ταφή του σώματος.

Ο Γέροντας, αφού και πάλι έπλυνε με δάκρυα τα πόδια της Οσίας και αφού την παρακάλεσε πολύ να πρεσβεύει προς τον Θεό υπέρ πάντων σκέπασε το σώμα με χώμα, ενώ παρευρισκόταν και το λιοντάρι. Κάλυψε δε το σώμα της Οσίας μ' εκείνο το σχισμένο ιμάτιο, που της είχε ρίξει από πίσω της ο Ζωσιμάς τη πρώτη φορά ου τη συνάντησε και από τότε η Μαρία κάλυπτε μ' αυτό ορισμένα μέρη του σώματός της.

Ύστερα αναχώρησαν και οι δυό, και το μεν λιοντάρι προχώρησε σαν πρόβατο στο εσωτερικό της ερήμου, ο δε Ζωσιμάς γύρισε πίσω στο Μοναστήρι ευλογώντας και δοξάζοντας το Θεό, διηγήθηκε δε όλα στους μοναχούς, χωρίς ν' αποκρύψει τίποτα, απ' όσα είδε κι' άκουσε. Εκείνοι δε όταν άκουσαν αυτά τα μεγαλεία του Θεού, υπερθαύμασαν και με πολύ φόβο και πόθο τηρούσαν τη μνήμη της Οσίας. Ο δε ηγούμενος Ιωάννης, αφού ερεύνησε και βρήκε σύμφωνα με τα λόγια της Οσίας μερικά σφάλματα στο μοναστήρι, φρόντισε και τα διόρθωσε, για να μη βγει και σ' αυτό το θέμα άχρηστος ή μάταιος ο λόγος της Οσίας. Στο μοναστήρι δε τούτο πέθανε και ο Αββάς Ζωσιμάς, σε ηλικία 100 χρονών.

Ορθόδοξον Ίδρυμα "Απόστολος Βαρνάβας"


http://www.impantokratoros.gr/

Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ε΄Κυριακή των Νηστειών- Η οσία Μαρία η Αιγυπτία, υπόδειγμα μετανοίας.



Τον βίο της θαυμαστής αυτής όσιας έγραψε ο άγιος Σωφρόνιος, Πατριάρχης Ιεροσολύμων.

Κάποτε, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ένας ιερομόναχος, ο Γέρων Ζωσιμάς, αποσύρθηκε μέσα στην έρημο πέραν του Ιορδάνου. Οδοιπορούσε επί είκοσι ημέρες, χωρίς να δει ψυχή, όταν, ξαφνικά, μια ανθρώπινη φιγούρα με ζαρωμένο γυμνό σώμα και κατάλευκα σαν χιόνι μαλλιά πέρασε φευγαλέα από μπροστά του κι έγινε άφαντη. Ο Γέροντας έτρεχε ξοπίσω της για αρκετή ώρα, μέχρι που η φιγούρα στάθηκε σε ένα ρυάκι και τον κάλεσε με το όνομά του: «Αββά Ζωσιμά», του είπε, «συγχώρεσέ με χάριν του Κυρίου· δεν μπορώ να εμφανιστώ σε σένα, διότι είμαι μια γυναίκα γυμνή».

Ο Ζωσιμάς της πέταξε το εξώρασό του κι εκείνη τυλίχτηκε μ’ αυτό και εμφανίστηκε μπροστά του. Στο άκουσμα του ονόματός του, από το στόμα της άγνωστης γυναίκας, ο Γέροντας φοβήθηκε. Ύστερα από παρατεταμένη επιμονή του, η γυναίκα διηγήθηκε την ιστορία της.

Γεννήθηκε στην Αίγυπτο και σε ηλικία μόλις δώδεκα ετών άρχισε να ζει ακόλαστο βίο στην Αλεξάνδρεια επί δεκαεπτά χρόνια ακολουθούσε διεστραμμένο τρόπο ζωής. Η Μαρία, οιστρηλατημένη απ’ το σαρκικό πάθος της πορνείας, ακολούθησε κάποιους νέους και επιβιβάστηκε σε ένα πλοίο με προορισμό τα Ιεροσόλυμα. Φθάνοντας στην Αγία Πόλη, θέλησε να επισκεφθεί την εκκλησία για να προσκυνήσει τον Τίμιο Σταυρό. Όμως μια αόρατη δύναμη την εμπόδιζε να εισέλθει στον Ναό της Αναστάσεως. Έντρομη, τότε, στήλωσε το βλέμμα της στην εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου στον νάρθηκα και προσευχήθηκε θερμά να της επιτραπεί να ασπαστεί τον Τίμιο Σταυρό, ομολογώντας την αμαρτωλότητά της και εμπιστευό­μενη τα βήματά της στην Πανάχραντο Θεοτόκο.

Τότε πράγματι, της επετράπη η είσοδος μέσα στην εκκλησία. Αφού προσκύνησε τον Σταυρό, επέστρεψε στον νάρθηκα γονάτισε μπροστά στην εικόνα και ευχαρίστησε θερμά τη Θεοτόκο. Την ίδια στιγμή άκουσε μια φωνή να της λέει: «Εάν περάσεις τον Ιορδάνη, θα βρεις την αληθινή ειρήνη!». Η Μαρία βγήκε και, αφού αγόρασε τρία καρβέλια ψωμί, ξεκίνησε για τον Ιορδάνη ποταμό.

Την επομένη μετέλαβε των Αχράντων Μυστηρίων στο μοναστήρι του αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή και πέρασε τον Ιορδάνη πόταμο. Παρέμεινε σαράντα οκτώ χρόνια στην έρημο ολομόναχη, υπομένοντας αγόγγυστα πολλές δοκιμασίες, με ακρότατη άσκηση, «πυκτεύουσα», παλεύοντας με τα άλογα πάθη της και τους εμπαθείς λογισμούς σαν με άγρια θηρία. Τρεφόταν μόνο με αγριόχορτα.

Αφού τελείωσε την αφήγησή της, στάθηκε όρθια σε στάση προσευχής· τότε ο Ζωσιμάς την είδε να αιωρείται πάνω από το έδαφος. Η Μαρία τον παρακάλεσε να έλθει ξανά τον επόμενο χρόνο να της φέρει τη Θεία Ευχαριστία· εκεί, στις όχθες του Ιορδάνη, θα ερχόταν να τον συναντήσει για να κοινωνήσει.

Πράγματι, ένα χρόνο αργότερα, ο αββάς Ζωσιμάς κατέφθασε με τη Θεία Κοινωνία στις όχθες του Ιορδάνη· ήταν ήδη βράδυ. Έμεινε να αναρωτιέται πώς εκείνη θα διέσχιζε τον Ιορδάνη ποταμό; Τότε, μέσα στο φεγγαρόφωτο διέκρινε τη μορφή της να πλησιάζει το ποτάμι, να κάνει το σημείο του Σταυρού επάνω του και κατόπιν να βαδίζει επάνω στο νερό σαν να ήταν ξηρά! Αφού την κοινώνησε, η οσία τον παρακάλεσε να ξανάρθει μετά από ένα χρόνο στην ίδια εκείνη πηγή όπου συναντήθηκαν την πρώτη φορά.

Ο καιρός πέρασε, ο αββάς επέστρεψε σ’ εκείνο το σημείο και ανακάλυψε εκεί το άψυχο σώμα της. Πάνω απ’ το κεφάλι της ήταν γραμμένο στην άμμο: «Αββά Ζωσιμά, θάψε εδώ το σώμα της ταπεινής Μαρίας, απόδος χουν εις χουν. Απεβίωσα την 1η Απριλίου, το ίδιο βράδυ του σωτηρίου μαρτυρίου του Χριστού, αφού κοινώνησα των Αχράντων Μυστηρίων». Από την επιγραφή αυτή πληροφορήθηκε για πρώτη φορά ο Ζωσιμάς το όνομα της οσίας και ερμήνευσε το άλλο φοβερό θαύμα που είχε συντελεστεί: το γεγονός ότι τον προηγούμενο χρόνο, όταν της μετέδωσε τη Θεία Κοινωνία, εκείνη είχε φθάσει μέσα σε λίγες ώρες το ίδιο βράδυ στο σημείο συνάντησής τους, ενώ εκείνος πεζοπορούσε είκοσι ημέρες για να μεταβεί εκεί. Ο άγιος Ζωσιμάς έθαψε το σώμα της μεγάλης αυτής οσίας, της Μαρίας της Αιγύπτιας. Επιστρέφοντας στο μοναστήρι του, διηγήθηκε όλο τον βίο της και τα θαύματα στα οποία ο ίδιος υπήρξε αυτόπτης μάρτυς.

Έτσι δοξάζει ο Κοριός μας τους μετανοημένους αμαρτωλούς. Η οσία Μαρία μνημονεύεται επίσης την Ε΄ Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Η Εκκλησία την έχει ως υπόδειγμα μετανοίας για τους πιστούς, τις ημέρες αυτές της αγίας Νηστείας . Αναπαύθηκε περί το έτος 530.


Ύμνος στην οσία Μαρία την Αιγυπτία


Η Μαρία, πρότυπο μετανοίας και αυτομεμψίας, έκρυβε τον εαυτό της από το πρόσωπο των ανθρώπων:

Οίμοι, εμέ την αμαρτωλή, τη σκοτισμένη από τα πάθη!

Θεριά είναι τα πάθη, κατασπαράξουν την καρδιά μας· έρποντας σαν φίδια φωλιάζουν μέσα μας.

Οίμοι, εμέ την αμαρτωλή,

την καταποθείσα από τα πάθη!

Εκουσίως έπαθες, Χριστέ μου,

για να σώσεις τους αμαρτωλούς. Μη βδελύξεις εμέ την ακάθαρτη!

Εισάκουσε την κραυγή της Μαρίας, Κύριε,

της πιο αχρείας αμαρτωλής!

Ο Κύριος έδειξε την ευσπλαχνία Του. θεράπευσε τη Μαρία·

τη σκοτισμένη ψυχή της Εκείνος σαν χιόνι τη λευκανε. Ευχαριστώ Σε Πανάγαθε, παμπόθητε Κύριε!

Συ κατελάμπρυνες ένα σκεύος ακάθαρτο.

με χρυσάφι το κατακόσμησες·

Συ το υπερχείλισες με την Χάρη Σου.

Ιδού το έλεος το αληθινό!

Σοι δόξα πρέπει. Κύριε!

Η Μαρία διέλαμψε διά του Πνεύματος περισωσμένη δύναμιν, ως άγγελος Θεού. χάρις στη Δύναμή Σου, Χριστέ, χάρις στο Έλεός Σου. Πάναγνε!

Τί είναι αυτή η ευωδία που απλώνεται στη φοβερή έρημο,

σαν πυρίπνου θυμίαμα σε μυροδοχείο;

Η Μαρία ευωδιάζει,

η αγιότητα της μυροβλύζει!

(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Πρόλογος της Αχρίδος» – Απρίλιος, εκδ. Ἀθως), Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας


http://blogs.sch.gr/kantonopou

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΔΕΡΦΟΙ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ.....


ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΔΕΡΦΟΙ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ....

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ ΤΗΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΑΣ...

Η ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΝΑ ΜΑΣ ΣΚΕΠΑΖΕΙ...

Δημοφιλείς αναρτήσεις