Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

Γέροντας Πορφύριος: Η αγάπη είναι πάνω απ’ όλα

Η αγάπη προς τον Χριστό δεν έχει όρια, το ίδιο και η αγάπη προς τον πλησίον. Να εκτείνεται παντού, στα πέρατα της γης. Παντού, σε όλους τους ανθρώπους. Εγώ ήθελα να πάω να ζήσω μαζί με τους χίπηδες στα Μάταλα χωρίς, βέβαια, αμαρτίες, για να τους δείξω την αγάπη του Χριστού, πόσο είναι μεγάλη και πώς μπορεί κάποιος να τους αλλάξει, να τους μεταμορφώσει. Η αγάπη είναι πάνω απ’ όλα. Θα σας το πω μ’ ένα παράδειγμα.




Ήταν ένας ασκητής κι είχε δυο υποτακτικούς. Προσπαθούσε πολύ να τους ωφελήσει και να τους κάνει καλούς. Είχε, όμως, την ανησυχία αν όντως προχωρούν στην πνευματική ζωή, αν προοδεύουν κι αν είναι έτοιμοι για τη Βασιλεία του Θεού. Περίμενε ένα σημάδι γι’ αυτό απ’ τον Θεό, αλλά δεν έπαιρνε καμία απάντηση. Κάποια ημέρα θα γινόταν αγρυπνία στην εκκλησία μιας άλλης σκήτης που απείχε πολλές ώρες απ’ τη δική τους. Έπρεπε να γίνει πορεία μες στην έρημο. Έστειλε τους υποτακτικούς του απ’ το πρωί, ώστε να φθάσουν νωρίς, για να τακτοποιήσουν την εκκλησία, κι ο Γέροντας θα πήγαινε τ’ απόγευμα. Οι υποτακτικοί είχαν προχωρήσει αρκετά, όταν ξαφνικά άκουσαν βογκητά. Ήταν ένας άνθρωπος βαριά τραυματισμένος και ζητούσε βοήθεια:

- Πάρτε με, σας παρακαλώ, τους έλεγε, γιατί εδώ είναι ερημιά, κανείς δεν περνάει, ποιος θα μπορέσει να με βοηθήσει. Εσείς είστε δυο. Σηκώστε με και οδηγήστε με στο πρώτο χωριό.

- Δεν μπορούμε! του είπαν. Βιαζόμαστε να πάμε για την αγρυπνία, έχουμε πάρει εντολή να ετοιμάσουμε.

- Πάρτε με, σας παρακαλώ! Αν μ’ αφήσετε, θα πεθάνω, θα με φάνε τα θηρία.

- Δεν μπορούμε! Τι να κάνουμε, πρέπει να πάμε στο καθήκον μας.

Κι έφυγαν. Τ’ απόγευμα ξεκίνησε ο Γέροντας για την αγρυπνία. Πέρασε από τον ίδιο δρόμο. Έφθασε και στο μέρος που ήταν ο τραυματισμένος. Τον βλέπει, τον πλησιάζει και του λέει:

- Τι έπαθες, άνθρωπε του Θεού; Τι έχεις; Από πότε είσαι εδώ; Δε σε είδε κανείς;

- Πέρασαν το πρωί δύο μοναχοί και τους παρακάλεσα να με βοηθήσουν, αλλά βιαζόντουσαν να πάνε στην αγρυπνία.

- Θα σε πάρω εγώ. Μην ανησυχείς! Του λέει.

- Δεν μπορείς εσύ, είσαι γέροντας, δεν μπορείς να με σηκώσεις, αδύνατον!

- Όχι, θα σε πάρω! Δεν μπορώ να σ’ αφήσω!

- Μα δεν μπορείς να με σηκώσεις.

- Θα σκύψω και συ πιάσου από πάνω μου και λίγο λίγο θα σε πάω σε κανένα κοντινό χωριό. Λίγο σήμερα, λίγο αύριο, θα σε φθάσω.

Και τον πήρε με μεγάλη δυσκολία κι άρχισε να βαδίζει με το βάρος εκείνο μες στην άμμο πάρα πολύ δύσκολα. Ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι και σκεπτόταν: «Έστω και σε τρεις μέρες θα φθάσω». Καθώς όμως προχωρούσε άρχισε να νιώθει το φορτίο του πιο ελαφρό, πιο ελαφρό και σε κάποια στιγμή αισθάνθηκε σαν να μην κρατάει τίποτα. Τότε γυρίζει πίσω να δει τι συμβαίνει και βλέπει με έκπληξη πάνω του έναν άγγελο. Ο άγγελος του είπε:

- Μ’ έστειλε ο Θεός να σε πληροφορήσω ότι οι δύο υποτακτικοί σου δεν είναι άξιοι της Βασιλείας του Θεού, γιατί δεν έχουν αγάπη.

Γέροντας Πορφύριος


http://vatopaidi.wordpress.com

Ο Ιησούς είναι η ζωή και η ανάσταση για μας.....π.Ανανία Κουστένη




Τρίτη Κυριακή του Λουκά σήμερα, αγαπητοί. Ο Χριστός μας, αφού εθεράπευσε τον δούλο του πιστού Εκατόνταρχου, έφυγε απ' την Καπερναούμ και τράβηξε για τη Ναΐν , κοντά στη Ναζαρέτ και στο Θαβώρειον όρος. Και Τον ακολουθούσαν πολλοί: και μαθηταί και λαός. Αυτός είναι ο Ιησούς: Εκείνος ο οποίος πάντοτε μας ελκύει και κανένας δεν Τον προσπερνάει αδιάφορος. Και καθώς έμπαιναν στην πύλη της Ναΐν, συναπαντήθηκαν με μία κηδεία. Είχε πεθάνει στην πόλη της ομορφιάς -ωραιότης σημαίνει Ναΐν- ένας νέος που τον είχε μονάκριβο η χήρα μητέρα του. Και συνόδευε το ξόδι λαός πολύς, συμπαθώντας και συμπαριστάμενος στη δύο φορές ορφανεμένη και χήρα γυναίκα. Είναι καλό στον πόνο του άλλου να κλαίμε και εμείς.

Είναι καλό στον πόνο του άλλου να είμαστε κοντά του. Ο Χριστός μας, βλέποντας αυτό το θλιβερό σύνολο και περισσότερο τη χαροκαμένη και καταπονεμένη μάνα, την εσπλαχνίστηκε. Τόσος λαός την εσπλαχνίστηκε και η πηγή της ευσπλαχνίας να μην την εσπλαχνιστεί; Πλησιάζει, λοιπόν, στο φέρετρο του νεκρού -στη σορό που λέμε-, σταμάτησαν οι τέσσερις που τον μετέφεραν.

Και είχε πει πριν, βέβαια, ο Ιησούς στη μητέρα να μην κλαίει. Μα μπορούσε να μην κλαίει, αφού είχε πεθαμένο μονάκριβο παιδί; Δεν απαγορεύεται να κλαίμε τους κεκοιμημένους μας. Δεν είναι, όμως, καλό η απελπισία, που μας φέρνει στα άκρα και μας παραλύει και μας φτάνει στην απιστία.

Καλό είναι να εμπιστευόμεθα τον Θεό σε όλες τις ενέργειές Του, ακόμα και στον θάνατο -Εκείνος ξέρει- και να Τον παρακαλούμε.

Σταμάτησαν, λοιπόν, οι μεταφέροντες τον νεκρόν και ο Ιησούς άγγιξε τον πεθαμένο και του φώναξε: «Νεαρέ, σε σένα μιλάω. Σήκω επάνω». Και ανεκάθισεν ο νεκρός. Ανασηκώθηκε και κάθισε πάνω στο φέρετρο. Και ύστερα ο Χριστός τον παρέδωκε στη μητέρα του, ενώ μπορούσε να τον κρατήσει και να τον κάνει μαθητή ή να τον επιδεικνύει ως τρόπαιον και ως λάφυρον. Τον έδωσε σε κείνη, γιατί τον είχε ανάγκη. Να παρηγορείται και να έχει την προστασία του και τον ίσκιο του, να έχει κι εκείνη κάτι να αγαπάει, για να ζει και να υπάρχει. Αυτός είναι ο Ιησούς: μας αγαπάει και μέχρις αναστάσεως. Και μας φροντίζει κατά την καρδίαν μας και κατά τις πραγματικές και ουσιαστικές μας ανάγκες.

Εδώ έχουμε ανάσταση! Ο Ιησούς, ό,τι άγγιξε, το ανέστησε. Αγγιξε πεθαμένον, τον ανέστησε. Αγγιξε παράλυτον, τον εσήκωσε, τον ανόρθωσε. Αγγιξε άρρωστον, του πήρε την αρρώστια, αφού «Αυτός τας ασθενείας ημών έλαβε και τας νόσους εβάστασε», κατά τον μεγάλο Ησαΐα.
Κι ο κοσμάκης, οι Μαθηταί, το πλήθος αυτών των μαρτύρων της νεκραναστάσεως, την οποίαν έκαμεν ο Χριστός, πώς αισθάνθηκαν; Πώς ένιωσαν; Τους κατέλαβε φόβος και δέος από την παρουσία του Κυρίου και από το μέγα θαύμα. Και εδόξασαν τον Θεό και είπαν: «Μεγάλος Προφήτης εφάνη ανάμεσά μας». Είχε χρόνια να φανεί Προφήτης - ο Ιωάννης ήταν, αλλά και εκείνος έφυγε μαρτυρικά. Και πώς «επεσκέφθη ο Θεός τον λαό του». Ησαν οι Ιουδαίοι ως πρόβατα, μη έχοντα ποιμένα. Και τώρα αισθάνθηκαν τον δικό τους, κατάδικό τους άνθρωπο, τον παντοδύναμο και συνάμα φιλάνθρωπο και εύσπλαχνο Χριστό μας.
 Συμφέρει και μας, αγαπητοί, να ακολουθούμε πάντοτε τον Κύριο, να υποτασσόμεθα στο θέλημά Του και στις βουλές Του και να Τον αγαπάμε ολόψυχα και να αφηνόμαστε σε Κείνον, ο Οποίος είναι και η Οδός, και η Αλήθεια, και η Ανάσταση.


(Του αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη Το κήρυγμα της Κυριακής)

http://misha.pblogs.gr

Διατί λοιπὸν νὰ γογγύζῃς καὶ νὰ μὴ εὐχαριστῇς τὸν Θεόν;


Διατί λοιπὸν νὰ γογγύζῃς καὶ νὰ μὴ εὐχαριστῇς τὸν Θεόν;*


Σύγχρονος Μοναχικὸς Χαρισματικὸς Λόγος Ζωῆς καὶ ̓Αληθείας




῞Αγιον ῎Ορος, τῇ 2ᾳ ̓Ιουλίου 1945

Δεῦρο ἡ καλή μου καὶ ἠγαπημένη ἀδελφούλα καὶ πάλιν νὰ παραμυθήσω τὰς θλίψεις σου. Δεῦρο τὰ σπλάγχνα μου, τῆς ψυχῆς ἡ μικρούλα τροφός μου καὶ ἐσαεὶ βοηθός μου, ἡ πνευματικὴ συνεργάτις, ἡ καλὴ καὶ ἀγαπητὴ ἀδελφούλα μου καὶ τὸν Θεὸν εὐλογήσωμεν μὲ γλυκεῖαν τῆς καρδίας φωνήν, διὰ στόματος ἐκφωνουμένης καὶ διὰ νοὸς ἐνηχουμένης, εὐλόγει, λέγοντες, ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον καὶ πάντα τὰ ἐντός μου τὸ ῎Ονομα τὸ ῞Αγιον Αὐτοῦ!

Βλέπεις πόσον μᾶς ἀγαπάει ὁ Κύριος; Βλέπεις πόσον εἴμεθα οἱ ἀχάριστοι εὐτυχεῖς; Στρέψε τὸν νοῦν σου, χρυσῆ μου ψυχούλα, καὶ ἴδε τὴν πατρίδα σου, τὸ χωρίον σου, πόσοι ἄνθρωποι ὑπάρχουν καλύτεροι ἀπ ̓ τὰ μᾶς καὶ δὲν εὐδόκησεν ἐπ ̓ αὐτοῖς ὁ Θεός. ̓Ενθυμήσου πόσοι καλοὶ Χριστιανοὶ εἶναι μέσα εἰς αὐτὸ καὶ δὲν ἐπέβλεψεν ἐν αὐτοῖς ὁ γλυκύς μας Χριστός, ἀλλ ̓ εἰς τὸ ἰδικόν μας τὸ μικρὸν καὶ δυστυχὲς καλυβάκι ἐπέβλεψεν ἡ ἀγαθότης Αὐτοῦ, τὸ γυμνὸν παντὸς ἀγαθοῦ -οὐδενὸς ἄλλου εἰμὴ βλασφημίας- καὶ ὅμως, μέγα τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου! ῎Οντως, θαῦμα ἐξαίσιον νὰ βλέπῃς ἐσήμερον ἐξ ἡμῶν νὰ δοξολογῆται ὁ Θεός, νὰ εὐφραίνεται ἡ Κυρία καὶ Δέσποινα τοῦ παντός, ἡ γλυκειά μας καὶ ὄντως Μητέρα!

Δὲν εἶναι θαυμάσιον; ̔Ο Προστάτης τοῦ χωριοῦ μας, ὁ Τίμιος Πρόδρομος, νὰ μὴ ἐξελέξῃ ἄλλο σπιτάκι ἀπὸ τὰ λίαν καλὰ τοῦ χωριοῦ μας, ἀλλὰ τὸ ἐδικόν μας, καθὼς μὲ ἐφανέρωσεν ὁ Θεὸς πρὸ ἐτῶν 14, ὅτι Αὐτὸς ἔχει με ἀναλάβει, Αὐτὸς προστατεύει καὶ ἀπ ̓ Αὐτὸν νὰ ζητῇς ὅ,τι θέλεις... καὶ νὰ τὸν ἔχω Προστάτην καὶ ̔Οδηγόν, Κηδεμόνα, Γέροντα. Στὸ μικρὸ Καλυβάκι μου Αὐτὸν ἑορτάζομεν. Αὐτὸς εἶναι Πατέρας καὶ ἡ Παναγία ἡ Μητέρα!

῎Οντως, μέγα θαυμάσιον! ̓Αλλ ̓ εἰς ποῖον; Εἰς ἕνα οὐτιδανόν, εἰς ἕνα ἐλάχιστον, ἄπορον παντὸς ἀγαθοῦ! Ποῖον καλὸν εἶδεν ὁ Κύριος ἀπὸ ἐμένα νὰ μὲ χαρίσῃ τόσα πολλὰ ἀγαθά;

Τοῦτο νὰ κάμῃς καὶ ἐσύ, ἀδελφούλα μου· ποίησον τοῦ βίου σου ἀνασκό- πησιν, μελέτησον τίνι τρόπῳ παρῆλθες, ἐνθυμήσου τὰς πολλὰς εὐεργεσίας τῆς Παναγίας καὶ τοῦ γλυκυτάτου Υἱοῦ Της καὶ Σωτῆρος ἡμῶν καὶ οὕτω νὰ ἔχῃς ὑπομονὴν εἰς τοὺς πειρασμούς. Πάντοτε βοηθεῖ ὁ Θεός, πάντα προφθάνει, ἀλλὰ θέλει ὑπομονήν. ̓Ακούει ἀμέσως ὅταν φωνάζωμεν, ἀλλὰ ὄχι μὲ τὸ ἰδικόν σου μυαλό. Νομίζεις ὅτι ἀμέσως δὲν ἔφθασεν ἡ φωνή σου εἰς τοὺς ̔Αγίους, εἰς τὸν Θεόν, εἰς τὴν Παναγίαν. Προτοῦ ἐσὺ νὰ φωνάξῃς, οἱ ῞Αγιοι ἔτρεξαν εἰς βοήθειαν τοῦ Δ., γνωρίζοντες ὅτι ἐσὺ θὰ τοὺς φωνάξῃς καὶ θὰ ζητήσῃς τὴν προστασίαν Τους, ἀλλὰ ἐσὺ μὴ βλέποντας, μὴ γνωρίζοντας, θέλεις εὐθὺς ὡς ἀστραπὴ νὰ σὲ γίνῃ καλά.

̓Αλλά, δὲν εἶναι ἔτσι. ̔Ο Κύριος ζητεῖ τὴν ὑπομονήν, νὰ ἴδῃ τὴν πίστιν σου. Δὲν εἶναι μόνη ἡ προσευχὴ ὅπου νὰ λέγῃ κανεὶς ὡσὰν παπαγάλος, ἀλλὰ πρέπει [νὰ συντρέχουν] καὶ ὅλα τὰ συνακόλουθα.
῎Ανθρωπος, λέγει, χωρὶς ὑπομονήν, λύχνος χωρὶς λάδι. ̓Ιδού, ἦλθεν ὁ Δ., ἐζημιώθης ὅμως, διότι δὲν εἶχες μακροθυμίαν καὶ νὰ τὸν περιμένῃς μὲ πίστιν, ὁπότε νὰ κερδίζῃς ἀμφότερα.

Τώρα θυμώνεις διὰ τὴν Β. ̓Εγὼ σὲ λέγω, ὅτι θᾶττον ἤ βράδιον θὰ τὴν ἰδῇς πάλιν ὅπως θέλεις κοντά σου. ̓Εὰν ἀρέσῃ [εἰς τὸν Θεὸν] αὐτὸ ποὺ ζητεῖς καὶ νοσταλγεῖ ἡ ψυχή σου, χωρὶς ἄλλο θὰ γίνῃ. ̓Αλλά, θέλει προσευχὴ μεθ ̓ ὅλης ψυχῆς καὶ δι ̓ ὑπομονῆς νὰ τὸ περιμένῃς. Δὲν ὠφελεῖ ἄν ἀθυμῇς, ἄν στενοχωρῆσαι, ἄν λέγῃς λόγια, ἀλλὰ πρέπει νὰ κλείνῃς τὸ στόμα, κανεὶς νὰ μὴν σὲ ἐννοῇ καὶ νὰ ἐβγαίνῃ καπνὸς ἀπ ̓ τὰ μάτια, ὄχι ἀπὸ τὴν μύτη.

̓Εγώ, ἀδελφή μου, μάρτυς ὁ Κύριος, ὁ ἀπολλύων πάντας τοὺς λαλοῦντας τὸ ψεῦδος, μεγάλως ἔχω κερδίσει ἀπὸ αὐτὰ ποὺ σὲ λέγω, τόσον ὥστε νὰ νομίζῃς ἀπὸ τὸν πόνον, ὅτι θὰ βγῇ ἡ ψυχὴ ὡς ἐν καμίνῳ πυρός.

Κι ὅμως, ἀφοῦ παρέλθει, ἔρχεται τόση παράκλησις ὡσὰν νὰ εἶσαι μέσα εἰς τὸν Παράδεισον, χωρὶς σῶμα. Σὲ ἀγαπᾶ ὁ Χριστός, σὲ φιλεῖ γλυκὰ ἡ Παναγία, σὲ χαίρονται ὅλοι οἱ ῞Αγιοι ῎Αγγελοι, σὲ θαυμάζουν!

Βλέπεις πόσα ἀγαθὰ προξενοῦσιν αἱ θλίψεις; ῞Οταν θέλῃς νὰ ἰδῇς ἀγάπην Χριστοῦ, ὑπόμεινον εἰς ὅ,τι σοῦ ἔλθει. ῎Οχι ὅπου ἀρέσεις ἐσύ, ἀλλ ̓ ὅπου θελήσει ὁ Κύριος νὰ σὲ δοκιμάσῃ. Οὐδὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ κάμνομεν προαιρετικά, ὅσον ἀνώτερα μυριοπλασίως ὅσα μᾶς στέλνει ὁ Κύριος παρὰ προαίρεσιν.
Κόκκαλον πρὸς κόκκαλον καὶ αἷμα πρὸς αἷμα, τόσον τὸν ἄνθρωπον πολεμεῖ ὁ ἐχθρός, θελήσει Θεοῦ, ὅπου νὰ ῥέῃ, νὰ λειώνῃ ὡσεὶ κηρός. Καὶ ὅταν ὅμως παρέλθῃ ἡ δοκιμασία, πληροῦσαι ὅλος χαράν, περικυκλοῦσαι ἀπὸ ἄπλετον φῶς καὶ βλέπεις μυστήρια, ἅπερ οὐκ ἔστι γλῶσσα λαλῆσαι καὶ τότε πλέον διψᾷς πότε πάλιν νὰ ἔλθουν οἱ πειρασμοί, ἀφοῦ ἤδη ἔχουν τόσην ὠφέλειαν. Οὗτος εἶναι ὁ δρόμος κατὰ ἀλήθειαν καὶ ὁ γράφων σοι ἐκ πείρας τὴν ἀλήθειαν μαρτυρεῖ.

̓Ανδρίζου, λοιπόν, ἀγαπητὴ ἀδελφούλα μου, καὶ ἴσχυε ἐν Κυρίῳ,ὑπομένουσα εἰς ὅ,τι σοὶ ἔρχεται, ἐκδεχομένη μετὰ τὸν πόνον γαλήνην καὶ Χάριν Θεοῦ καὶ εἶσαι ὡς λέγω περιστερά, καὶ ὄχι κόρακας, ὁποὺ μὲ λέγεις. Πήγαινε μὲ τὸν Δ. νὰ ἰδῇς μίαν ψυχὴν ὅπου ἔχω ἀναθρέψει πνευματικῶς
πολλὰ ἔτη. ̓Εμένα ἔχει ἀρχῆθεν πατέρα. ̔Ε. ̓Ι., ὁδὸς ....., ἀριθ. ..., ̓Αθῆναι.

Σὲ εὔχομαι, ἀδελφός σου ̓Ιωσήφ.

̓Επαναλαμβάνω καὶ συνδέω πάλι συνέχειαν, ἀγαπητὴ ἀδελφούλα μου.
Αὐτὴ ἡ ̔Ε., ὁποῦ σὲ γράφω νὰ πᾶς, εἶναι ἀπ ̓ τὴν Θεσσαλονίκη καὶ λόγῳ τῆς ἀνωμαλίας [τῶν καιρῶν] ἦλθαν αὐτοῦ μὲ τὸν ἄνδρα της καὶ δύο παιδάκια. ̔Οδήγησέ την εἰς ̓Εκκλησίαν τοῦ [Μητροπολίτου] ἁγίου Φλωρίνης [Χρυσοστόμου], διότι δὲν γνωρίζει. Εἶναι ἀληθινὸς μαργαρίτης Χριστοῦ. ῎Ας εἶναι μαζὶ καὶ ὁ Δ. νὰ διδάξῃ λόγια πνευματικὰ εἰς τὸν ἄνδρα της.
῎Ας σοῦ γράψω τώρα καὶ τὴν αἰτίαν ὁποῦ γύρισα μὲ τὸν εὐλογημένον̓ Αρχιερέα μας [πρώηνΦλωρίνης].

̓Εγὼ ἐπείσθην εἰς τοῦ πατρὸς ̓Ακακίου [Παππᾶ] τὰ λόγια ὁποῦ μᾶς ἔγραψε ἐδῶ, ὅτι οἱ πρῶτοι ̓Αρχιερεῖς ἐπρόδωσαν τὸν ̓Αγῶνα [τοῦ Πατρίου ̔Ημερολογίου] καὶ πολλὰ καὶ διάφορα ἐναντίον τους.

῞Ενεκα λοιπὸν ὅπου εἶμαι πάντα κλεισμένος καὶ δὲν ἐβγαίνω πουθενὰ ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα, δὲν ἦλθε κανεὶς νὰ μοῦ εἰπῇ ἀπ ̓ τοὺς ἄλλους πῶς ἔχει ἡ ἀλήθεια. Δι ̓ αὐτὸ ἤμην ὡς οἱ λοιποί, φρονῶν ὅτι δὲν εἶναι ἐντάξει. ̓Αλλὰ δὲν ἤμουν καὶ πολέμιος, ὅπως κάμνουν ἐδῶ μερικοί, ποὺ ὑβρίζουν καὶ λέγουν τὰ μύρια.

Δι ̓ αὐτὸ ὁ πολὺ ̓Αγαθός μας Θεός, βλέπων τὴν ἄγνοιαν ὅπου εἶχον, δὲν μὲ ἄφησεν εἰς τὸ σφάλμα, ἄν καὶ κάθε ὀλίγον ἤρχοντο οἱ τοῦ [Βρεσθένης] Ματθαίου καὶ μοῦ ἔλεγαν τὰ συνήθη, ἐνῶ ἐγὼ ἀντιθέτως τοὺς ἔλεγα, ὅτι τὸ σχίσμα εἶναι χειρότερον ὅλων, ἡ δὲ ὁμόνοια εἶναι Θεοῦ ἐντολὴ καὶ φέρει καλὰ ἀποτελέσματα. Τέλος, βλέποντας ὁ Θεὸς τὴν ψυχήν μου, ζωηρὰ καὶ φαεινότερα τοῦ ἡλίου μοῦ ὑπέδειξε ὅτι εἶμαι ἔξω πεσμένος καὶ ὅτι ὅλοι αὐτοὶ τοῦ Ματθαίου καὶ οἱ λοιποί, ὅπου ἐχωρίσθησαν, εἶναι ἐσφαλμένοι καὶ δημιουργοῦν ἀνόνητον (ἀνωφελὲς) σχίσμα εἰς βάρος τῆς ὑπερηφάνου ψυχῆς των, καθ ̓ ὅτι ἄλλο δὲν εἶναι τὸ αἴτιον, εἰμὴ ὁ ἐγωϊσμός των.

Δὲν ἔχω καιρὸν νὰ σὲ γράψω τὸ θαῦμα ὅπου ἔγινεν εἰς ἐμένα. ̔Ως ἐκ τούτου, ἐφώναξα τὸν πάτερ ̓Αντώνιον [Μουστάκαν] νὰ μὲ ἐξηγήσῃ πῶς ἔχει τὸ πρᾶγμα καὶ εἶδον ἀληθῶς ὅτι ἔσφαλα ἐξ ἀγνοίας. Βλέπεις λοιπὸν τὴν ἀγαθότητα τοῦ Κυρίου, ὅτι ὁ ἄνθρωπος πολλάκις ἐξ ἀγνοίας πλανᾶται ἤ ἄλλοι τὸν παρασύρουν, ἀλλ ̓ ὅταν εἶναι εὐθεῖα ψυχὴ δὲν ἀφήνει ὁ Κύριος, ἀλλὰ πολλαχῶς θὰ τὸ φέρῃ νὰ τὸν φωτίσῃ.

Τοῦτο μὲ κάμνει νὰ γίνωμαι χῶμα, στάκτη, σκουλίκι τῆς γῆς! Ποῖος ἤμην ἐγὼ ὁ τυφλός, ὁ ἄμοιρος πάσης ἀγαθωσύνης καὶ τί ἔπραξα καλὸ εἰς τὸν Πλάστην μου, ὁποῦ τόσην φροντίδα ἔχει δι ̓ ἐμένα, τόσον τὸν μέλλει νὰ μὴ κολασθῶ, ὅπου ὑπὲρ τοὺς καλοὺς συνηλικιῶτας μου μὲ ἠγάπησε καὶ τὴν Χάριν Του πλουσίαν μὲ δίδει νὰ ὁμιλῶ, νὰ προσεύχωμαι, νὰ γράφω, νὰ διηγοῦμαι τὰ λόγια Του!
Δὲν θαυμάζεις, ἀγαπητὴ ἀδελφούλα μου, ἐνθυμουμένη τὴν κοσμικήν μου ζωήν; ῎Ημην ἐγὼ διὰ Μοναχός;

Διατί λοιπὸν νὰ γογγύζῃς καὶ νὰ μὴ εὐχαριστῇς τὸν Θεόν;

̓Εὰν ἐγὼ σοῦ γράψω τοὺς πειρασμούς, ὁποῦ πάσχω, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κρατήσῃς καὶ ὅμως, ἡ Χάρις τῆς Παναγίας ὅλα τὰ διαλύει!

Μὴν βιάζῃς τὸν Δ. διὰ Μοναχόν. Αὐτοῦ καλὰ περιπατεῖ. Δῶσ ̓ του πολλὰς εὐχὰς καὶ φιλήματα καὶ θὰ τὸν γράψω τώρα χωριστ, διὰ νὰ μὴν εἶναι πολλὰ εἰς τὸν φάκελον καὶ παραπέσει καὶ ἔχε ὑπομονήν, διότι ἡ Βασίλισσα Θεοτόκος καὶ Κυρία τῶν ὅλων δὲν μᾶς ἀφήνει· Αὐτὴ προσεύχεται δι ̓ ἡμᾶς!

Δὲν γράφεις τί κάμνουν ὁ Μ., ἡ Μ. κλπ.

Σὲ εὔχομαι πάλιν,

 ̓Ιωσήφ.



(*) Περιοδ. «῞Αγιος Κυπριανός», ἀριθ. 333/ ̓Ιούλιος-Αὔγουστος 2006, σελ. 318-320.

http://www.synodinresistance.org/

Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

Η ΜΟΝΑΧΙΚΗ ΚΛΙΜΑΞ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΥ





ΑΡΧΙΜ. ΕΛΙΣΑΙΟΥ ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ Ι.Μ. ΣΙΜΩΝΟΣ ΠΕΤΡΑΣ


 Είναι μεγάλη και βαθιά η συγκίνησής μας που με την ευκαιρία της εκδόσεως χαριστηρίου τόμου προς τιμήν του πατρός ημών, του Γέροντος Αιμιλιανού, έχομε την ευλογία να δώσομε «ως κοινόν κτήμα», χάριν αγάπης και ωφελείας, μερικά στοιχεία, στοιχεία ζωντανής εμπειρίας και πατερικού φρονήματος, από την ζωή και την διδαχή του, ολίγα από τα πάμπολλα, όσα έγιναν ανάμεσά μας και όσα τα αυτιά μας άκουσαν.

Το εγχείρημα σε θέλγει, αλλά, καθώς το επιχειρείς, ταπεινώνεσαι. Ενώ εντρυφώντας στις διδαχές του νοιώθεις ανάπαυση, ευφροσύνη στην ψυχή σου, υιοθεσία θεϊκή και επιθυμία Θεού, εν τούτοις όταν αγωνίζεσαι να διατύπωσης αυτά, αισθάνεσαι την ευτέλεια και την πτωχόνοιά σου. Αντικρίζεις μπροστά σου μακρύ δρόμο, τον δόλιχον της θαυμαστής διαγωγής των αγίων πατέρων, και βρίσκεσαι να περιπατείς επί τα ίχνη «των την ουράνιον πολιτείαν εθελοντών κατορθείν και την εις βασιλείαν ουρανών άγουσαν βουλομένων οδεύειν οδόν».

Όντως έτι και έτι νοιώθαμε πτωχοί και πένητες να διαχειρισθούμε την βαρύτιμη κληρονομιά του Γέροντος, συστελλόμενοι φόβω μπροστά στο πνευματικό βάρος της βιοτής του και στην απόπειρα να ψηλαφίσομε πράγματα ανώτερά μας.

Έχοντας όμως ως σκέπη την πατρική ευλογία του και ως βακτηρία την επίμονο παρότρυνση των αδελφών και πατέρων συμμοναστών μου, θα ανέλθωμε για να συλήσωμε τρόπον τινά το θεόκτιστο σπήλαιό του και να προσφέρομαι τους θησαυρούς του.

Η όλη άσκησης μοιάζει με ιχνηλασία δυσπρόσιτων τόπων, με αθωνική ανηφορική οδοιπορία, με ανάβαση βιβλικής κλίμακος. Αλλά μήπως η ίδια η ζωή του Γέροντος δεν είναι μία ιχνηλασία, μία ανάβασης, μία κλίμαξ;

Πως είδαμε λοιπόν εμείς την πορεία του Γέροντος Αιμιλιανού; Ας ιστορίσομε με αδρές γραμμές αυτή την εικόνα.

1. ΜΥΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΥΡΑΝΙΟΥ ΑΝΟΔΟΥ


 «Κλίμακι προσέοικεν η άσκησις», λέγει ο Μέγας Βασίλειος, ο οποίος υπήρξε βάσης και αφετηρία και αναγωγική έλξης της πνευματικής πορείας του Γέροντος.

Βλαστός της αγιοτόκου Καππαδοκίας και αυτός, «μύστιν έχων ψυχήν ουρανίης ανόδου», ανατραφείς με τα παραδοσιακά ήθη των δημοδιδασκάλων παππούδων του, στο ιδιωτικό παρεκκλήσιο των οποίων «λειτουργούσαν» συχνά οι Τρεις Ιεράρχαι, ο μικρός Αλέξανδρος ακτινοβολούσε καθαρότητα ψυχής και πνεύματος. Η εκ παιδός αγάπη και ο θαυμασμός του προς τον ουρανοφάντορα Ιεράρχη τον είλκυσαν από πολύ νωρίς προς μία ζωή υπεράνω των συνήθων μέτρων. Η κατανόησης της μοναχικής κλήσεως και η βαθιά άρνησης της φύσεως προς επιτυχία των υπέρ φύσιν, τον κατέστησαν κοινωνό του αγίου και οριοθέτησαν τον σκοπό της κοινοβιακής ζωής και τάξεως.

Τότε, στην πρώιμη εκείνη εποχή, αναζητώντας ζωντανές μαρτυρίες της κατά Θεόν ζωής, επισκέφθηκε τον παπα-Εφραίμ, τον ερημίτη των Κατουνακίων, για να τον ερωτήσει περί νοερός προσευχής. Ο Γέρων Εφραίμ δίσταζε ν' Ανοίξη τους θησαυρούς της καρδίας του, εάν πρώτα δεν ελάμβανε «πληροφορίαν» από την Παναγία. Εκείνος αναχώρησε. Ο παπα-Εφραίμ, όπως συνήθιζε, αποσύρθηκε σε προσευχή και αναπαύθηκε έπ' αυτόν το πνεύμα του, ώστε να δεχθεί τον πατέρα Αιμιλιανό ως «άλλον Βασίλειον». Από τότε συνάφθηκε ο άρρηκτος πνευματικός δεσμός των δύο πατέρων.

Λίγο αργότερα τον ακούσαμε εμείς κηρύττοντα στην Μητρόπολη των Τρικάλων. Την αλησμόνητη εκείνη πρώτη εντύπωσή μας την αναγνωρίσαμε αργότερα στα λόγια του οσίου Εφραίμ: «ακήκοα φωνής και είπε προς με ιδού εν τω οίκω μου το βασιλικόν σκεύος. Και αναστάς κατέλαβαν τον ναόν του Υψίστου, και ειδον εις τα άγια των αγίων το σκεύος της εκλογής λαμπρώς τεταννυμένον έμπροσθεν του ποιμνίου, λόγοις θεοπρεπέσι πεποικιλμένον, και πάντων τους οφθαλμούς αύτω ατενίζοντας».

Ήδη στις πρώτες οικογενειακές συνάξεις της τότε νεοπαγούς αδελφότητός μας στο Μεγάλο Μετέωρο, μας ανέπτυσσε με μια θεία γαλήνη και γλυκύτητα τα «περί του Αγίου Πνεύματος» του Μεγάλου Βασιλείου, διαπλάθοντας με πολλή σοφία «εραστάς δογμάτων Χριστού».

Έτσι, όχι απρόσωπα κινούμενος από κάποια ιδανικά, ή για να εφαρμόσει κάποιες αντιλήψεις περί μοναχικής ζωής, αλλά από την βασιλειανή πνοή εμπνεόμενος -«εγώ σε πνέω μάλλον ή τον αέρα», όπως θα έλεγε ο φίλος Γρηγόριος- και «προσλαμβάνων κέντρον και βέλος πυρός και ζήλον εν καρδία» φλέγεται να ακολουθήσει τον Χριστό με τον τρόπο που τον ακολούθησε, αγάπησε, λάτρευσε και δόξασε το «βασίλειον άγαλμα», το «σκεύος το βασιλικόν».

2. Η ΛΕΛΗΘΥΙΑ ΑΝΑΒΑΣΙΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ


«Όταν ήμουνα μικρός» -μας έλεγε κάποτε ο Γέροντας- «επειδή και ο χαρακτήρας μου ήταν ζωηρός, η γιαγιά μου -μετέπειτα Ευταξία μοναχή- ως δασκάλα που ήταν, μου θύμιζε συχνά: Αλέξανδρε, όσο θα σιωπάς, τόσο θα φωνάζει μέσα σου ο Θεός". Έτσι απλά έμαθα από πολύ μικρός να σιωπώ, για να αφουγκράζομαι την φωνή του Θεού».

Στο απλοϊκό αυτό μάθημα ήλθαν βεβαίως, σαν πάνω σε γερό υπόβαθρο, να προστεθούν τα εντάλματα της χάριτος• οι λόγοι των θεοφόρων Διδασκάλων της Εκκλησίας μας, τους οποίους ο Γέροντας είχε το σπάνιο προνόμιο, αλλά και χάρισμα, να μελετά και να κατανοεί από νηπιακής ηλικίας. Έτσι, πριν ακόμη αρχίσει να πηγαίνει στο Σχολείο, η καθαρά του ψυχή είχε απορροφήσει όλα τα κυκλοφορούντα την εποχή εκείνη πνευματικά βιβλία• τον Ευεργετινό, την Κλίμακα, το Γεροντικό.
Ασφαλώς θα είχε αναγνωρίσει την άσκηση, που με παιδική αφελότητα εκτελούσε, στα διακριτικά λόγια του αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου: «σιωπή εν γνώσει, μήτηρ προσευχής λογισμών επίσκοπος- παρρησίας έχθρα• ησυχίας σύζυγος• φιλοδιδασκαλίας αντίπαλος• αφανής προκοπή• λεληθυΐα ανάβασις» (=ανεπαίσθητος πνευματική ανάβασις).

Σιωπηλά λοιπόν και αθόρυβα ετελεσιουργείτο στο βάθος της ψυχής του «η συμπλήρωσης του λόγου» κατά Βασίλειον. Διότι ο Γέροντας έλαβε από τον Θεό και χάρισμα λόγου, σπανίας δυνάμεως και κάλλους. Γνώριζε όμως «λόγου μέτρα και σιωπής», ώστε να μπορεί να καρποφορεί «ώσπερ εύλογον σιωπήν, ούτω και λόγον ένθεον».

Και όταν άρχισε ο Θεός να του στέλνει ανθρώπους, όπως έλεγε ταπεινοφρονών, για να τους βοηθήσει, εμιμείτο και σ' αυτό τον ελλογιμώτατο Βασίλειο, νομοθετούντα στους αρχαρίους την έλλογο άσκηση: «πρώτον πάντων σπουδάζειν προσήκει περί την του λόγου χρήσιν μη αμαθώς έχειν, άλλ' ερωτάν μεν αφιλονείκως, αποκρίνεσθαι δε αφιλοτίμως, μη διακόπτοντα τον προσδιαλεγόμενον όταν τι χρήσιμον λέγη, μηδέ επιθυμούντα τον εαυτού λόγον επιδεικτικώς παρεμβάλλειν, μέτρα ορίζοντα λόγω και ακοή, μανθάνειν δε ανεπαισχύντως και διδάσκειν ανεπιφθόνως...».

Η σιωπή, μας έλεγε αργότερα, είναι η μόνη φωνή της έρημου του μοναχού. Μία τελεία σιωπή στο περιβάλλον του, μία τελεία σιωπή μέσα στην ψυχή του, μέσα στο πνεύμα του, μέσα στην καρδιά του. Μόνον ένας σιωπηλός άνθρωπος μπορεί να εικονίζει αληθινά τον Θεόν και ο μοναχός είναι ο τέλεια σιωπηλός. Αύτη η σιωπή του μοναχού είναι η αιώνια κραυγή του ενώπιον του Θεού.

3. ΤΟ ΥΨΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ


Ο Γέροντας ακτινοβολούσε από χαρά όταν διαπίστωνε σε κάποιον νέον άνθρωπο ένα σπινθήρα έστω ησυχαστικού πόθου και μεριμνούσε ακούραστα για να του εξασφαλίσει τις δυνατές συνθήκες μιας ησυχαστικής βιοτής. Την μόνωση την θεωρούσε σαν μια προϋπόθεση ζωής, που δεν μπορεί να εκλείψει ποτέ από τον άνθρωπο, τον οποίο έκτισε ο Θεός έτσι, ώστε να μπορεί κατ' ιδίαν να διαλέγεται μετά του Δημιουργού του. Αυτή η μόνωσης τον καθιστά δυνατόν να γίνεται τρόπον τινά ισόθεος• να μπορεί δηλαδή κατά μία, κατά χάριν, ίση μοίρα να συνομιλεί με τον θεό ενώπιος ενωπίω.

Αλλά την μόνωση, έλεγε η Εκκλησία μας, δεν την έθεσε ποτέ μακράν της κοινότητος. Η κοινωνία είναι το σκαλοπάτι που ανεβάζει τον μοναχό στη ζωή της μονώσεως, η οποία με την σειρά της είναι μία τελεία πλέον κοινωνία με τον θεό.

Εντεύθεν πίστευε ότι κάποιος που δεν μπορεί να ζήση μέσα στην κοινωνία, σημαίνει ότι είναι ένας ασθενέστατος άνθρωπος, ανίκανος να βιώσει όχι μόνο τα κοσμικά, αλλά πολύ περισσότερο και τα πνευματικά.
Αυτό σημαίνει ότι πρέπει στην κοινωνική μας ζωή να είμαστε επιτυχημένοι. Εάν αποτύχομε στην κοινωνική σχέση με τους αδελφούς μας, δεν θα μπορέσομε ποτέ να συνάψομε κοινωνία ούτε με αγίους, ούτε με αγγέλους, ούτε με την Αγία Τριάδα.

Την αυταπάρνηση, την κένωση της ιδίας υπάρξεως, η οποία μας καθιστά ελκυστικότατους και στον θεό και στους ανθρώπους, την ονόμαζε «αιχμαλωσία της αγάπης» και την εστίαζε κυρίως στην καθημερινή πρακτική διακονία.

Ανάμεσα στα βιβλία, από τα οποία ερμήνευε στις συνάξεις της αδελφότητας, υπήρχε και κάποιο, το οποίο και μόνο από την γλυκύτητα, με την οποία ο Γέροντας το ξεφύλλιζε, καταλαβαίναμε ότι σίγουρα θα περιέχει κάτι σπάνιο και ξεχωριστό. Ήταν οι αρχαίοι Κανονισμοί των Μεγάλων Καθηγητών του μοναχισμού, Αντωνίου και Παχωμίου, πάνω στους οποίους ο Γέροντας θεμελίωσε και οικοδόμησε όλο το συγκρότημα των μοναστηριών του.

Διάβαζε λοιπόν πέντε λέξεις από τον βίο ή τον Κανονισμό του Μεγάλου Παχωμίου και σαν να άρπαζε πυρκαγιά ένα ολόκληρο δάσος, άρχιζε να λέγει: Η μοναχική μας εργασία δεν είναι δουλειά κοινωνικής συμβάσεως, ούτε απλώς ένα μέσο βιοποριστικό.

Είναι προ πάντων το εργαλείο, το οποίο παρέχει ο Θεός στα χέρια μας, για να μπορέσομε να ανοίξομε τον ουρανό. Είναι μία καρδία μεταδίδουσα στον οργανισμό τη δυνατότητα του βιούν όχι μόνο κατ' άνθρωπον, αλλά και κατά Θεόν. Το διακόνημα, μας καθιστά ικανούς να αγαπώμεν τον Θεόν, γι' αυτό και οι Πατέρες το ονομάζουν «σαγήνην αρετών». Θυμηθείτε τον όσιο Παλάμωνα και τον Παχώμιο, ανέβαζαν και κατέβαζαν πέτρες για να μπορέσουν να συνηθίσουν την αγρυπνία. Ήταν μία πνευματική διακονία αυτό, κι ο ένας ταυτοχρόνως υπηρετούσε τον άλλο για την έξι της αγρυπνίας.

Και παρατείνονταν μέχρι αργά οι κατηχήσεις αυτές• οψίας δε γενομένης, ο Γέροντας, απέλυε την σύναξη, διότι «ήσυχου σιγής περιεχούσης τα πάντα και νυκτός μεσαζούσης», άρχιζε η πρόσκλησης και ο ερχομός του παντοδυνάμου Λόγου για να διαυγάσει το φως το αληθινόν.

4. ΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ ΤΗΣ ΝΥΚΤΟΣ


Όταν άρχισε να σχηματίζεται στα Μετέωρα ο πρώτος κύκλος γύρω από τον Γέροντα, εκείνος είχε ήδη απηρτισμένη την πνευματική του προσωπικότητα. Γι` αυτό και τα θέματα, τα οποία ανέπτυσσε στις συνάξεις μας, ήσαν ενδεικτικά των αναβάσεων, τις οποίες «διέθετο εν τη καρδία του».

Μας είχε τότε αναλύσει, σε διαδοχικές αλησμόνητες συνάξεις, το βιβλίο του προφήτου Αββακούμ. Τι παράξενα λόγια! Αλλά και τι παράξενη δύναμη μας μετέδιδαν! Με την ανάλυση του Γέροντα, όλα αποκτούσαν έναν φυσικό ρυθμό και ειρμό και έμοιαζαν τόσο οικεία, τόσο ειπωμένα ακριβώς για μας, που αρχίζαμε τότε την μοναχική μας ζωή.

Επί της θείας φυλακής του προφήτου Αββακούμ ιστάμενος δια βίου, αναζητούσε πάντοτε τον τόπο του απόκρυφου, του σκότους, του μυστηριακού γνόφου, όπου μπορεί κανείς να κρύπτεται από τα όμματα πάντων και να ζει μόνος στον μυστικό του περίκοσμο, εν μέσω άγιων και αγγέλων. "

Η νύχτα, έλεγε, είναι ο χώρος μέσα στον οποίο βυθίζεται και ζει αληθινά ο μοναχός. Η νύχτα έχει μια πολύ μεγάλη σημασία, διότι είναι η ώρα και η τόπος των μυστικών συναντήσεων, η βίωσης του πόνου και του αγώνος μας, είναι και το σκοτάδι των ψυχών μας και η ελπίδα του φωτός μας. Η νύχτα είναι μια μετωπική συνάντησης με τον εαυτό μας, ο οποίος δεν είναι παρά μια γύμνια και μια φτώχεια. Την νύχτα δεν υπάρχει κάποιος να του μιλήσεις, δεν υπάρχει ο φίλος, η κάποια ανάπαυσις του άλλου, δεν υπάρχει ο έπαινος, ή και η αντίδρασης, που και αυτή είναι μία αγάπη. Σαν να είναι ένας χώρος γυμνός από δένδρα και βλέποντας αυτή την ατέρμονα διάσταση σε πιάνει απελπισία. Γι' αυτό και πολλοί δεν έχουν το σθένος και την αντοχή και την μαρτυρική επιμονή και υπομονή να προχωρήσουν αυτό το αγώνισμα της νυκτός.

Μέσα λοιπόν στον ατέρμονα ορίζοντα της νυκτός εδαπανάτο μαρτυρικώς ο Γέροντας για να απλώνει τις πνευματικές του ρίζες, να πιάνεται από τον Θεόν και να ανέρχεται από δυνάμεως εις δύναμιν το ευσκιόφυλλον του δένδρον.

Την νυκτερινή αγραυλία και αποσκόπευσι του ουρανού, ένοιωθε ταυτοχρόνως και ως υψίστη αποστολή έναντι του πληρώματος της Εκκλησίας.

Οι αγρυπνούντες μοναχοί, έλεγε, είναι η φωνή της Εκκλησίας. Η Εκκλησία εύχεται «υπέρ των εν νυκτί βοώντων», αλλά και εύχεται δια «των εν νυκτί βοώντων»• εμπιστεύεται δηλαδή στους μοναχούς τις προσευχές της. Σε μας εμπιστεύεται «τας φυλακάς της». Εάν λοιπόν η Εκκλησία μας υψεί τόσο πολύ και μας έχει στο ιδιαίτατο μέρος του τείχους της, του πύργου, της βαρέως, όπως λέγει ο προφήτης, τότε δεν μπορούμε εμείς να εφησυχάζομε, παρά να αγραυλούμε και να αγρυπνούμε γι' αυτόν τον ουρανό, για τον οποίο έχομε κληθεί.

5. ΕΝ ΠΥΛΗ, ΚΑΡΔΙΑΣ

«Το τίμιον σκεύος της ψυχής εν πολλή βαθύτητι τυγχάνει, ως που φησιν Άβυσσον και καρδίαν αυτός έρευνα. Και αυτή δε η χάρις νομήν λαμβάνει εν τη ψυχή και έως των (Βαθύτατων αυτής μερών και διαλογισμών ερριζούται, έως ου όλη η ψυχή περιληφθεί υπό της επουρανίου χάριτος, λοιπόν βασιλευούσης εν αύτω τω σκεύει». Είναι από τον άγιο Μακάριο, είπε ο Γέροντας, αφού πρώτα έκανε την ευχαριστία της εξ οσπρίων και ελαίων μοναστηριακής μας τραπέζης. Συνήθιζε τότε, μετά το ολιγόλεπτο όχι γεύμα, αλλά απλώς σκάλισμα του φαγητού του, να μας διαβάζει κάτι πατερικό.

Ήθελε να μεταδώσει και σε μας την βαθεία εσωτερική του ζωή, ή τουλάχιστο την επιπόθησί της. Ζητούσε πάντοτε να εργαζώμεθα στο μυστικό βάθος της ψυχής, και τ΄άλλα πάντα προστεθήσεται ημίν.
Έτσι, χωρίς να συνειδητοποιούμε τότε την μεγίστη δωρεά του Θεού, καθημερινό μας εντρύφημα ήταν οι ασκητικοί και νηπτικοί Πατέρες, στους οποίους ο Γέροντας με μία θαυμαστή άνεση και οικειότητα μας μυσταγωγούσε.

Ιδιαιτέρως επέμενε στο θέμα της νήψεως, την οποία ταύτιζε με την μοναχική και αποστολική μας κλήσι, την πράξι μας και την ζωή μας• την ονόμαζε δε «αναπνοή» μας. Όπως αν προς στιγμήν, έλεγε, σταματήσωμε να αναπνέομε, ο ζωτικός αήρ δεν εισέρχεται μέσα μας και αποθνήσκαμε• έτσι και αν για μία στιγμή λείψει από τον νουν μας η νήψις, σημαίνει ότι σταματάει η είσοδος του ζωαρχικού άνεμου, του άγιου Πνεύματος• και κινούμεθα σε μία ατμόσφαιρα πνικτική, που πολύ απέχει από του να είναι χαρισματική και αποστολική, και η οποία μας στερεί την χαρά, την άνεση, την ειρήνη, την βεβαιότητα της ζωής μας.

Συναφώς δε, πάλιν και πολλάκις επανερχόταν με ποικίλα παραδείγματα στο θέμα της «αλλοτριότητος» των λογισμών: Περιπίπτομε, έλεγε, σ' ένα είδος πνευματικού λήθαργου και νομίζομε ότι επικίνδυνοι λογισμοί είναι μόνον οι λογισμοί της αμαρτίας. Οι Πατέρες όμως τονίζουν ότι είναι τελείως αλλότριο πράγμα οι λογισμοί, αν και εμείς τους νοιώθομε ότι είναι δικοί μας. Είναι αλλότριοι και του Θεού, στον Οποίο ανήκει ο ναός της καρδιάς και του ιδίου του εαυτού μας. Πρέπει να είμεθα ελεύθεροι από κάθε λογισμόν όταν προσευχόμεθα, ώστε να παριστάμεθα ημείς αυτοί ενώπιον του Θεού. Αφ' ης στιγμής μπαίνει λογισμός, διασπάται η ενότητα της προσευχής, καταργείται η παράστασής μας και αυτό που καταλαμβάνει μίαν θέση ενώπιον του Θεού είναι ο λογισμός.

Και δεν παρέλειπε ασφαλώς να υποδεικνύει τον πονηρό δάκτυλο, ο οποίος κινεί όλον αυτόν τον συρφετό: Πάσα φαντασία, πάσα ροπή η οποία ζει ακόμη μέσα μας, πάσα κατάφασης μιας στιγμής, η οποία δεν ανήκει στην αιωνιότητα, είναι προβολή και υποβολή ενός όντως, διότι το κακό δεν έχει ουσία και οντότητα, κι επομένως πρέπει από κάπου να προέρχεται. Γι' αυτό και οι Πατέρες πάντοτε το απέδιδαν στο πονηρό πνεύμα, το οποίο στην ενέργεια του μας είναι «συμπαθέστατον»• πάντοτε μας περιβάλλει με μίαν αγάπησι φαινομενική βεβαίως. Εισηγείται μέσα στο μυαλό μας και στην καρδιά μας «δεξιοστρόφως»

Αλλά οι αναλύσεις και ερμηνείες του Γέροντος πάνω σε νηπτικά θέματα, θα προσέθεταν ολόκληρο τόμο στους ήδη υπάρχοντας της Φιλοκαλίας.


6. ΑΕΙ ΦΙΛΟΠΟΝΕΙ ΤΗΝ ΚΑΘΑΡΣΙΝ


«Μην αγνοήσεις, αγαπητό μου παιδί, το μέτρον της χάριτος. Επίφθονος τω πονηρώ γεγονώς δια την καθαρότητα, μη πάλιν σεαυτόν ελεεινόν κατάστησες δια της αμαρτίας• μη τω αγαθών περιχαρείς και υψωθείς άμετρα, καταπέσεις εν τω επαρθήναι' αεί φιλοπόνει την κάθαρσιν, αναβάσεις εν τη καρδία τιθέμενος• και ης έτυχες κατά δωρεάν-αφέσεως, ταύτην επιμέλεια συντήρησαν ίνα το μεν αφεθηναί σοι παρά Θεού, το δε συντηρηθήναι και παρά σου γένηται».

Ο Γέροντας ίστατο στην Ωραία Πύλη του Καθολικού της Σιμωνόπετρας. Το σεπτό πρόσωπο του, από χλωμό και ιλαρό λόγω της ολονυκτίου αγρυπνίας του -όπως το συνήθιζε πάντοτε όταν επρόκειτο να κείρει μοναχό- είχε μεταμορφωθεί κατά την Θείαν Λειτουργίαν σε μία αγγελοπρεπή φαιδρότητα• και τώρα, προσφωνώντας τον κειρόμενο με τα παραπάνω λόγια Γρηγορίου του Θεολόγου, προσελάμβανε είδος πύρινο.
Πάντοτε στις κούρες αποκαλύπτετο ένας άλλος, βαθύτερος Αιμιλιανός, πυρ πνέων και ένας άλλος λόγος, ανερχόμενος από βαθύτερα ταμιεια των πατρικών του είτε σπλάγχνων είτε εγκάτων, προκαλούσε «τον φόβον και τον έλεον». Στις περιπτώσεις αυτές φαινόταν και κάπως ευρύτερα το πόσο ο Γέροντας έπασχε τα θεία, και πόσο έπασχε για τα παιδιά του. Ήτο πάσχουσα και μαρτυρική η αγάπη του προς τον Θεό και τους ανθρώπους.

Ήταν οι καλύτερες ευκαιρίες αυτές για να αναθεωρήσει κανείς, είτε μοναχός είτε λαϊκός, την προσωπική του ζωή και την σχέση του με την Εκκλησία και με την αγιότητα. Καταλάβαινε κάτι από το υψηλό επίπεδο στο οποίο ζούσε ο Γέροντας και αποφάσιζε να βάλει αρχή, να μετανοήσει. Ενώ ο Γέροντας, λαμπάδα καιγόμενη μπροστά στο λαό του Θεού, συνέχιζε: «Κανένας μας δεν γεννήθηκε για άλλο λόγο, παρά για να εξαγγέλλει την αγάπη και την μεγαλειότητα του Θεού. Λαμβάνοντες κούρα αγαπητό μου παιδί, αποκαθιστάμεθα εις έναν έτερο κόσμο και όχι στον δρώμενο. Ως μοναχοί στον κόσμον αυτόν είμεθα ξένα δράματα. Θα πρέπει οι ενέργειές μας να είναι απόρροιες του Θεού, να είναι θεοειδεiς ενέργειες, οι οποίες φθάνουν εις ένα βάθος, εις ένα ύψος, εις μίαν δύναμη, εις μίαν ζωηρότητα, εις μίαν απολυτότητα».

Έκανε μια μικρή παύση και με αλλοιωμένη φωνή συνέχισε:

«Η Παναγία μας εισήλθε στο άδυτο του ναού για να ανατραφεί, να παιδαγωγηθεί, να πληροφορηθεί, να ωριμάσει, να καλλιεργηθεί, να φθάσει στο σημείο που την θέλει ο Υιός της, που την θέλει ο Πατήρ ο ουράνιος, που την θέλει η ίδια η Εκκλησία.

»Αυτή είναι και η δική μας αποστολή μέσα στο μοναστήρι: να παραμένομε, όπως η Παναγία, σε συγκεκριμένο τόπο, με συγκεκριμένο τρόπο, "καθήμενοι", για να ελκύομαι το πρόσωπο του ουρανίου Πατρός.

»Αφ' ης στιγμής εκάρημεν μοναχοί μοιάζομε σαν το ζυμάρι που το βάλανε επάνω στην πυρά και αρχίζει πλέον να δέχεται θερμότητα μέχρι να καταστεί άρτος. Εν συνεχεία ο άρτος να γίνει πρόσφορο και αυτό να γίνει σώμα Χριστού. Αυτή η τελείωσης, που είναι ένας ολόκληρος αγώνας σκότους και φωτός, καταχθόνιων και ουρανίων, θανάτου και ζωής μέσα στη Θεία Λειτουργία, αυτός ο αγώνας πρέπει να γίνει και στην προσωπική μας λειτουργία, ώστε να "τελειώσωμε" το δώρο μας».

7. ΤΑ ΣΥΜΒΟΛΑ ΤΗΣ ΗΤΤΩΜΕΝΗΣ ΓΕΝΕΣΕΩΣ

Όσο περισσότερο το δωρηθέν τω Κυρίω τελειούται, τόσο δραματικότερος γίνεται ο αγώνας της τελειώσεως. Και ήδη στην κορυφή της μικρός μας κλίμακος αναχθέντες, πρέπει μετά πάσης ευλάβειας να προσβώμεν στον ιερό αυτό χώρο.

Ο Γέροντας τα τελευταία χρόνια συνείχετο από τον αγώνα και την αγωνία της τελειώσεως. Έτρεχε αγαλλομένω πόδι προς την «τελείαν των τελείων ατέλεστον τελειότητα»• δια μιας τελειώσεως όμως μαρτυρικής, περί της οποίας ο ίδιος ο Κύριος έλεγε: «βάπτισμα έχω βαπτισθήναι και πως συνέχομαι έως ου τελεσθεί».

Οριστικά και αποφασιστικά δ Γέροντας είχε στηριγμένο το πρόσωπο προς την άνω Ιερουσαλήμ και δεχόταν ταπεινώς τη μαρτυρική του πορεία. Αλλά ποιος μπορεί να εξιχνιάσει τους κόσμους που κινούνταν αυτή την εποχή εντός του; Ποιος μπορεί να διαζωγραφήσει τα μεγάλα κινήματα του νοός του;

Ο ίδιος παλαιότερα έλεγε προβλεπτικώς, ότι σ' αυτό το προχωρημένο στάδιο, κριτήριο πλέον της υπάρξεως του μοναχού είναι το κατά πόσον δύναται «τω νοϊ προϊέναι τω Θεώ». Κατά πόσον δια του νοός -διότι νοερά είναι η κοινωνία μας με τον Θεό- μπορεί να προχωράει μέσα στα άβατα του Θεού, τα οποία άβατα τα έχει για να μπαίνομε μέσα εμείς. Και τα άδηλα και τα κρύφια της σοφίας του τα κρατάει, για να γινώμαστε εκπορθηταί των θυρών εμείς και να έχομε την χαρά ότι εγενώμεθα δεκτοί μέσα σ' αυτά. Για να έχομε κάτι, το οποίο θα μπορεί να υποκινεί την πνευματική μας υπερηφάνεια, τουτέστι τον ζήλο του Θεού. Για να μας υποκινεί στο να εισχωρούμε νοϊ στην ζωή του Κυρίου.

Το να εισέλθεις και να εισέρχεσαι στην εν Χριστώ κεκρυμμένη ζωή, στον μυστικό χώρο όπου άγγελοι και μοναχοί αμιλλώνται στην ανάβαση της ιεράς Κλίμακος, απαιτεί τιτάνιον αγώνα και πάλη, ισοσθενή εκείνης του πρώτου μύστου της ουρανοδρόμου ζωής, του πατριάρχου Ιακώβ.

Ο Γέροντας λάτρευε τον πατριάρχη και τον είλκυε ιδιαίτερα η γεμάτη προφητικό μυστήριο ζωή του. «Επαινώ την Ιακώβ κλίμακα» -έλεγε με τον μυστηπόλο Γρηγόριο- «και την στήλην ην ήλειψε τω Θεώ και την προς αυτόν πάλην ή τις ποτέ ην οίμαι δε του ανθρωπείου μέτρου προς το θείον ύψος αντιπαρέκτασις και αντίθεσις, όθεν και άγει τα σύμβολα της ηττωμένης γενέσεως».

Ο ίδιος αποσιωπώντας εν γένει τα προσωπικά του βιώματα, κρυβόταν πάντοτε πίσω από τον Ιακώβ, και όλος ηλλοιωμένος περιέγραφε τον αγώνα του να ευλογηθεί από τον Θεό. Πάντοτε δε, τις δεκάδες φορές που αναφερόταν στην πολυσήμαντη αύτη συμπλοκή, την παρουσίαζε σαν πρότυπο βαθείας μοναχικής εμπειρίας. Και από υπέρμετρη αγάπη ακολούθησε αυτήν την οδό.

Σήμερα, μετά από σαράντα περίπου χρόνια, το πύρινο στόμα έχει αποσυρθεί στην αγαπημένη παιδιόθεν σιωπή του• ο δυναμικός Γέροντας που ανόρθωσε χιλιάδες ψυχές φέρει επάνω του «τα σύμβολα της ηττωμένης γενέσεως», αλλά και την θεϊκή ευλογία και χάρι, την οποία αφειδώς διανέμει καθ' εκάστην στα παιδιά του, στα μοναστήρια του, στον μοναχισμό, στην τροφό αγία μας Εκκλησία.

Σύμφωνα λοιπόν με την «ψιλήν γνώσιν μας», όπως θα έλεγε ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, «ως ου σοφός αρχιτέκτων, κλίμακα αναβάσεως του Γέροντος πεπελέκηκα», ως ελάχιστο αντίδωρο ευγνωμοσύνης και μικρό εγχείρημα ψηλαφήσεως σημείων της πνευματικής του πορείας για την κατάκτηση της ποθητής «πόλεως»• την φερέπονο και ζείδωρο άσκησι, την ηδύλαλο σιωπή, την ταπεινοποιό διακονία, την αγνιστική αγρυπνία, την ευκτική νήψι, την τελειοποιό κάθαρσι, το κενωτικό πάθος και καινοποιό' και στην κορυφή την θείαν αντίληψη της δεξιάς του Υψίστου, την οποία τείνει με χαρά και αγάπη και ευαρέσκεια για να μας εισαγάγει στην βασιλεία Του.


Δεύτε αναβώμεν προθύμως.


pentapostagma.gr

Τρίτη 15 Απριλίου 2014

Καλό Παράδεισο αγαπημένε μας αδέρφε Χρήστο.

 




«Ύπνω και θανάτω διδυμάοσιν» (Όμηρος, 800-750 π.Χ., Ποιητής)

Μαζευτήκαμε από διάφορα μέρη της Ελλάδας κοντινά και μακρινά στην αγαπημένη του πόλη, συγγενείς και πολλοί φίλοι για να (απο)χαιρετίσουμε τον αδερφό και φίλο που τόσο γρήγορα τον κάλεσε ο καλός Θεός κοντά Του..... άγνωστο για μας το γιατί!!. 

Ο πόνος μεγάλος αλλά αυτό που μας έκανε εντύπωση ήταν η ηρεμία και η γαλήνη που απλώθηκε στην εκκλησία κατά την εξόδιο ακολουθία, ηρεμία και γαλήνη όπως αυτή που είχε το πρόσωπο του Χρήστου και μια παρηγοριά σαν βάλσαμο απάλυνε το πόνο , μια παρηγοριά που μόνο ο Σταυρωμένος Χριστός  ξέρει να δίνει και έτσι τον μεγαλύτερο πόνο να τον παίρνει πάνω στο Σταυρό Του και να παρηγορεί τους ανθρώπους που για χάρη τους θυσιάστηκε άδικα.

Όλοι είχαμε να πούμε μια καλή θύμηση για τον φίλο μας, δείγμα της μεγάλης καρδιάς του που χώραγε όλο το κόσμο. Μαζευτήκαν και πολλοί συνάδερφοι του, σαν αδέρφια δίπλα του και δίπλα στην πονεμένη γλυκιά οικογένεια .

Ο φίλος μας είχε το θείο χάρισμα να μπορεί να “ξεκλειδώνει” τους ανθρώπους όσο “κλειστοί” χαρακτήρες να ήταν, να τους κάνει να χαίρονται,  να ενώνει τους ανθρώπους μεταξύ τους γνωρίζοντας τους, ή  ή συμφιλιώνοντας τους με ένα τρόπο μοναδικό ! Δώρο Θεού.


 
Παρακάτω παραθέτουμε την (απο)χαιρετιστήρια ομιλία , ενός φίλου και συμμαθητή του, που όμορφα, αξιοπρεπώς και με μεστά νοήματα αποχαιρετά τον Χρήστο εκφράζοντας αυτά που θα θέλαμε όλοι να πούμε....

-->
Αγαπημένε φίλε
Φίλτατε συνάδερφε

Θεώρησα καθήκον μου, αν και δεν είμαι σε θέση, να σου απευθύνω μερικά λόγια ως ύστατο χαιρετισμό. Δεν θα μπορούσα να μην σου μιλήσω για τελευταία φορά. Αγαπημένε Χρήστο, όταν το πρωί του Σαββάτου κουδούνισε το τηλέφωνο και είδα την εικόνα σου στην οθόνη αναρωτήθηκα αν με έβλεπες στον ύπνο σου και πήρες πρωί πρωί. Το θλιβερό άγγελμα του θανάτου σου, “κύριε Δημήτριε ο μπαμπάς μου πέθανε”, τα λόγια της Βασιλικής, πότισε την καρδιά μου με ανείπωτο πόνο και απέραντη θλίψη.

Αν και οι έπαινοι προς τους νεκρούς μπορεί να θεωρηθούν υπερβολικοί, κατά το φόβο του Θουκυδίδη στον “Επιτάφιο” του, επειδή ο θάνατος εξωραΐζει τους ανθρώπους , η δική σου περίπτωση είναι από τις λίγες εκείνες περιπτώσεις, κατά τις οποίες τα εγκώμια έρχονται απλά  να περιγράψουν αλήθειες και, τις ακόμα πιο σπάνιες, όπου τα λόγια είναι φτωχά για να αποδώσουν το πραγματικό έργο και την εξαιρετική προσφορά συγκεκριμένων ανθρώπων.
 
Υπήρξες ρηξικέλευθος, οραματιστής με ικανότητες να βλέπεις τα πράγματα με άλλο μάτι, καινοτόμος και πρωτοπόρος των πραγμάτων που χειριζόσουν.

Υπήρξες άριστος οικογενειάρχης, εξαίρετος πατέρας , εκλεκτός συνάδερφος επιτυχημένος κι άξιος Αξιωματικός. Από εκείνους που έχουμε ανάγκη. Δεν με άκουσες να παραμείνεις στην ενεργό υπηρεσία.

Για μένα ήσουν ένας άρχοντας με όλη τη σημασία της λέξεως. Την αγάπη, την ευαισθησία σου ταίριαζες πετυχήμενα με την αυστηρότητα και την αποτελεσματικότητα. Στην καθημερινότητα σου απλός, λιτός, απέριττος , δωρικός, χωρίς ίχνος έπαρσης και εγωισμού.

Πολυαγαπημένε Χρήστο,
Κανείς σ΄ αυτόν το κόσμο δεν πεθαίνει, όταν τον αγαπάμε, τον θυμόμαστε και προσευχόμαστε γι΄ αυτόν. Και εμείς, όσοι σε γνωρίσαμε θα σε αγαπάμε, θα σε θυμόμαστε και θα προσευχόμαστε για σένα.
Νομοτελειακά και αδυσώπητα αλλά και πολλές φορές απρόσμενα και αναπάντεχα ο κύκλος της επίγειας παρουσίας ολοκληρώνεται λες και το τέλος είναι ο σκοπός και ο στόχος ή αλλιώτικα, η εκπλήρωση του προορισμού μας .

Δύσκολος ο αποχωρισμός Χρήστο …..αλλά γενηθήτω το θέλημα Του!!!!

Η εκκλησία μας στη δυναμική της μυστηριακής ζωής, κρατάει ζωντανή τη σχέση και την κοινωνία ζώντων και κεκοιμημένων και σ΄ αυτή τη διάσταση ο αγαπημένος μας φίλος και συνάδερφος θα μείνει για πάντα στο νου και την καρδιά όλων μας.

Αγαπημένε φίλε Χρήστο,
Θα ήθελα να σου ευχηθώ καλό ταξίδι στα ουράνια σκηνώματα, όπου σύμφωνα με την Αγια μας Εκκλησία, δεν υπάρχει πόνος , λύπη και στεναγμός, αλλά Ζωή ατελεύτητη.
Ευχόμαστε ο Πανάγαθος Θεός να σε κατατάξει μετά των Δικαίων και να χαρίσει βάλσαμο στον πόνο της οικογένειας σου και όλων των γνωστών και φίλων σου.

Καλό Ταξίδι,
Ας είναι ελαφρύ το χώμα της Χαλκιδικιώτικης γης που σε λίγο θα σε δεχθεί.

Αιωνία σου η μνήμη,

Ζ.Δ


Κυριακή 13 Απριλίου 2014

...Kανείς ...




Το μεγάλο λάθος είναι να περιμένουμε την απάντηση απ'έξω μας από τους άλλους.

Ποιος σοφός ;; ποιος φωτισμένος;; Ποιος φιλόσοφος ;;

Ποιος, ασφαλισμένος στην ορθότητα των επιχειρημάτων του, ιερέας γνωρίζει την απάντηση των τόσο προσωπικών μας «γιατί» ;;

Η απάντηση μπορεί να ανιχνευθεί μόνο μέσα μας.

Ούτε στις ανάλογες δήθεν περιπτώσεις.

Ούτε σε βαρύγδουπα βιβλία.

Ούτε σε συνταγές παρηγοριάς και σοφίας.

Η απάντηση δεν υπάρχει κάπου, δεν την ξέρει κάποιος.

Η απάντηση γεννιέται μέσα μας.

Η δική μας απάντηση είναι το δώρο τού Θεού...


(π.Νικολάου, επισκόπου Μεσογαίας, Εκεί που δεν φαίνεται ο Θεός σελ.126)

 http://misha.pblogs.gr/

Σάββατο 12 Απριλίου 2014

Το μικρό γαϊδουράκι του Χριστού και η μητέρα του....


Η είσοδος του Χριστού στα Ιεροσόλυμα(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς)



Ο Ιησούς είχε βρει ένα γαϊδουράκι και κάθισε πάνω του, όπως λέει η Γραφή: «Μη φοβάσαι θυγατέρα μου, πόλη Σιών· να που έρχεται σ' εσένα ο βασιλιάς σου, σε γαϊδουράκι πάνω καθισμένος» (Ιωάν. ιβ',14-15).

Οι άλλοι ευαγγελιστές περιγράφουν με λεπτομέρειες πως ο Κύριος, που ήταν φτωχός και δεν είχε τίποτα στη κατοχή Του, απόκτησε γαϊδουράκι. Γι' αυτό κι ο ευαγγελιστής Ιωάννης το προσπερνάει αυτό, με τη σιγουριά πως είναι γνωστό, και λέει μόνο πως βρήκε ένα γαϊδουράκι.

Ο Λουκάς, που είναι ο πιο περιγραφικός από τους ευαγγελιστές, διηγείται τη θαυματουργική προορατικότητα του Χριστού στον τρόπο που βρήκε το γαϊδουράκι: «Πηγαίνετε στο απέναντι χωριό και, μόλις μπείτε σ' αυτό, θα βρείτε ένα πουλάρι δεμένο, στο οποίο κανένας άνθρωπος ως τώρα δεν κάθισε. Λύστε το και φέρτε το» (Λουκά. ιθ. 30).

  Οι μαθητές Του ξεκίνησαν να εκτελέσουν την εντολή Του και τα βρήκαν όλα όπως τους τα είπε. Μαζί με το ονάριο ήταν κι η μητέρα του. Γιατί ο Κύριος δεν ανέβηκε στη μητέρα του οναρίου αλλά στο μικρό πουλάρι της, όπου κανένας δεν είχε ανεβεί ως τότε; Γιατί η μητέρα δε θ' άφηνε κάποιον ν' ανεβεί πάνω της ή να την οδηγήσει. Η μητέρα του γαϊδάρου αντιπροσωπεύει τον ισραηλιτικό λαό και το μικρό γαϊδουράκι τον ειδωλολατρικό κόσμο. Αυτή την ερμηνεία δίνουν οι άγιοι πατέρες και η ερμηνεία τους είναι αναμφίβολα σωστή.

  Ο Ισραήλ θ' αρνηθεί το Χριστό, ενώ οι ειδωλολάτρες θα τον δεχτούν. Οι περισσότεροι από τους ειδωλολάτρες θα γίνουν φορείς του Χριστού ανά τους αιώνες και θα μπουν μαζί Του στην άνω Ιερουσαλήμ, στη Βασιλεία των Ουρανών. «Αυτά στην αρχή δεν τα κατάλαβαν οι μαθητές του· όταν όμως ο Ιησούς ανυψώθηκε στη θεία δόξα, τότε τα θυμήθηκαν. Ό,τι είχε γράψει για κείνον η Γραφή, αυτά και του έκαναν» (Ιωάν. ιβ',16). Γενικά οι μαθητές Του καταλάβαιναν πολύ λίγα απ' όλα αυτά που συνέβαιναν στο Διδάσκαλό τους, ωσότου «τους φώτισε το νου» (Λουκά. κδ'45), ωσότου το Πνεύμα του Θεού τους φώτισε με τις πύρινες γλώσσες. Μόνο τότε κατάλαβαν και θυμήθηκαν όλα αυτά που είχαν γίνει.

  «Όλοι, λοιπόν, εκείνοι που ήταν μαζί με τον Ιησού, όταν φώναξε το Λάζαρο από τον τάφο και τον ανέστησε από τους νεκρούς, διηγούνταν όσα είχαν δει» (Ιωάν. ιβ',17-1. Εδώ αναφέρονται δύο ομάδες ανθρώπων: η μια ομάδα ήταν εκείνοι που βρίσκονταν μπροστά στο θαύμα της ανάστασης του Λαζάρου στη Βηθανία και το ομολογούσαν η άλλη ομάδα ήταν οι παροικούντες στην Ιερουσαλήμ, οι επισκέπτες, που είχαν ακούσει από τους πρώτους το θαύμα της νεκρανάστασης του Λαζάρου.

  Οι πρώτοι ήταν μάρτυρες του θαύματος· οι δεύτεροι ήρθαν να συναντήσουν τον Ιησού, επειδή άκουσαν τη μαρτυρία των πρώτων. Την ώρα λοιπόν που ο καπνός από τις θυσίες ανέβαινε από το ναό του Σολομώντος· την ώρα που οι γραμματείς ερευνούσαν εξονυχιστικά το νόμο του Μωυσή· την ώρα που οι ασυγκίνητοι ιερείς ρύθμιζαν αλαζονικά το πρόγραμμα της γιορτής και οι πρεσβύτεροι του λαού προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να πείσουν τους προσκυνητές πως όλο αυτό το μεγάλο πλήθος είχε μαζευτεί εκεί για χάρη τους· την ώρα που οι Λευίτες μοίραζαν σχολαστικά το μερίδιο των θυσιών που τους ανήκε, οι απλοί άνθρωποι ακολουθούσαν το θαύμα και το Θαυματουργό.

   Υπήρχαν μεγάλα κύματα ανθρώπων απ' όλο τον κόσμο που είχαν γυρίσει την πλάτη τους στο ναό του Σολομώντος, στους ιερείς και σ' εκείνους που έκαναν τις θυσίες, καθώς και σ' ολόκληρο το μηχανισμό της κοινωνίας αγοράς που οι ίδιοι είχαν δημιουργήσει. Όλα αυτά τα κύματα των ανθρώπων τους είχαν στρέψει τα νώτα κι είχαν γυρίσει τα μάτια τους προς το Όρος των Ελαιών, απ' όπου ερχόταν ο Θαυματουργός, ο Μεσσίας.

  Τί άξια είχαν οι νεκροί πύργοι της Ιερουσαλήμ με τους ζωντανούς νεκρούς μέσα τους, μπροστά στις πεινασμένες και διψασμένες ψυχές του λαού που αναζητούσαν ένα παράθυρο στους κλειστούς ουρανούς, για να δουν λίγο το ζωντανό Θεό; Κι οι δύο όψεις της υπερηφάνειας (εκείνης των Ρωμαίων και της άλλης των φαρισαίων) που είχαν κατακλύσει την Ιερουσαλήμ, ήταν αδύνατες να κάνουν έστω και μια τρίχα από άσπρη μαύρη.

  Και να, μπροστά τους κατέβαινε από το Όρος των Ελαιών Εκείνος που με τη φωνή Του κάλεσε από τον τάφο τον τετραήμερο Λάζαρο, τον ανάστησε και τον απάλλαξε από τη φθορά του θανάτου!

  Αχ, πότε θ' απομακρύνουμε και μείς το νου μας από τους υπερήφανους και ισχυρούς μηχανισμούς αυτού του κόσμου και θα τον στρέψουμε προς το ουράνιο Όρος, προς το Βασιλιά Χριστό;

  Πότε θ' αναθέσουμε κάθε ελπίδα μας σ' Εκείνον;

  Η ψυχή μας αναζητά το Νικητή της αμαρτίας και του θανάτου, προβλήματα που η οικουμένη ολόκληρη δεν μπορεί να ξεπεράσει από μόνη της.

  Νικητής είναι ο Χριστός.

  Η ψυχή μας πεινάει και διψά για τον ταπεινό μα ισχυρό Βασιλιά, που είναι ταπεινός στην ισχύ Του, ισχυρός στην ταπείνωσή Του.Η ψυχή μας πεινάει και διψάει για το Βασιλιά που είναι φίλος του καθενός από μας, για το Βασιλιά που η Βασιλεία Του είναι αιώνια και άπειρη, που η αγάπη Του για τον άνθρωπο είναι απροσμέτρητη.

Τέτοιος Βασιλιάς είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός!

Σ' Εκείνον λοιπόν κραυγάζουμε όλοι μας: Ωσαννά! Ωσαννά!

Σ' Εκείνον πρέπει η δόξα κι ο ύμνος, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.



(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Καιρός Μετανοίας»)

http://filokalia.tk/

Πέμπτη 10 Απριλίου 2014

Αιωνία η μνήμη του π.Κωνσταντίνου Παπαγιάννη

-->

 
-->
Προχθές, Τρίτη 8 Απριλίου, έφυγε από τη ζωή ένας ιερέας… Υπηρετούσε στον ιερό ναό των αγίων Δώδεκα Αποστόλων Θεσσαλονίκης, Μειλίχιος, γλυκύς, σεμνός, προσιτός, λεπεπίλεπτος και ευγενής, αποδείχτηκε σε όλη του τη ζωή ένας άξιος εργάτης του Θεού, αξιοποιώντας στο έπακρο όλα τα πολλά και μεγάλα χαρίσματα που Εκείνος του χάρισε πλουσιοπάροχα. Του χρωστάμε αιώνια ευγνωμοσύνη όλοι μας και ευχόμαστε ο Καλός Θεός να αναπαύει την αγνή ψυχούλα του.
Παραθέτουμε ένα παλαιότερο κείμενο του υιού του Αντώνη, ένα μικρό βιογραφικό του κι ένα λινκ ως δείγμα του τεράστιου έργου που άφησε πίσω του.
 
-->
 ..............................................................................................................................................................................................................

Το θέλει η μέρα να γράψω για τον πατέρα μου, ιερέα Κωνσταντίνο Παπαγιάννη, που τιμήθηκε χθες από την Μητρόπολη Θεσσαλονίκης για τα ακριβώς 50 χρόνια από την ημέρα της χειροτονίας του σε πρεσβύτερο. Η τελετή, συγκινητική κατά πάντα, μας δίδαξε πολλά, και μερικά που δεν γνωρίζαμε. Ας σημειώσω εδώ κάποιες προσωπικές εντυπώσεις:

    Πενήντα χρόνια διακόνησε στην ίδια ενορία, τους Αγ. Αποστόλους Θεσσαλονίκης, εκεί όπου μεγάλωσε και διδάχθηκε τόσο την ιερατική τάξη, όσο και την εκκλησιαστική βυζαντινή μουσική, που φρόντισε να μεταλαμπαδεύσει και σε μας τους νεότερους. Η τάξη που καθιέρωσε στις ακολουθίες του ναού ήταν τέτοια, ώστε ένας μακαρίτης νεωκόρος να λέει ότι ‘στους Αγίους Αποστόλους διαβάζουν και τα κόκκινα γράμματα’!

    Λόγω της στενής αυτής σχέσης με την ενορία, γνώριζε καλά τους ανθρώπους, τους δρόμους και τα σπίτια της, ακόμη και ποιές οικοδομές έχουν ή όχι ασανσέρ (και ποιά από αυτά χρειάζονται κλειδί). Επειδή ζούσε μέσα στα όρια της ενορίας, ήταν πάντα διαθέσιμος για έκτακτες ανάγκες, όπως την Εξομολόγηση και τη Μετάδοση των Αχράντων Μυστηρίων σε ασθενείς και ετοιμοθανάτους.

    Η μακρόχρονη και κατά πάντα αγαθή συνεργασία του με τον αείμνηστο καθηγητή Ιωάννη Φουντούλη και η ιδιαίτερη εντρύφησή του σε θέματα Λειτουργικής (σε πανεπιστημιακό επίπεδο) δεν είχε ποτέ ‘επαγγελματικό’ κίνητρο. Όσα έκανε και συνεχίζει να κάνει, από τη χειρογράφηση των μουσικών του κειμένων--κυριολεκτικά χιλιάδες σελίδες--μέχρι τη βιβλιοδεσία των χειρογράφων του και την πιο πρόσφατη μετεγγραφή τους στον υπολογιστή, τα έκανε ως γνήσιος Ερασιτέχνης, από μεράκι για την τέχνη του, και όχι από οποιαδήποτε άλλη επιδίωξη.

    Κοντά στα πολλά προσωπικά χρέη, ας σημειώσω και την καλλιέργεια της αγάπης για τη γλώσσα, τη σωστή ανάγνωση και γραφή, την καλλιέπεια, την απόδοση του νοήματος, την καθαρότητα στη σκέψη και στο λόγο. Ό,τι καλό προέκυψε απ’ αυτά, οφείλεται στον Δάσκαλο. Για ό,τι λείπει ή βγήκε λανθασμένο, ευθύνεται αποκλειστικά η αμέλεια ή η αδιαφορία του μαθητή.

Το γεγονός ότι η επέτειος συνέπεσε με τον εορτασμό των ‘φωστήρων επι γης, των Πατέρων ημών’ που μας οδήγησαν και μας οδηγούν ακόμη ‘προς την αληθινήν πίστιν’ μας κινεί ακόμη μια φορά σε ευγνωμοσύνη προς τον Θεό, και στην ευχή να έχουμε για πολλά ακόμη έτη την ευλογία της παρουσίας του πατέρα κοντά μας.
 
-->
 
-->
Λίγα λόγια για τη ζωή και το έργο του

Ὁ π. Κωνσταντῖνος γεννήθηκε στὴ Θεσσαλονίκη μας στὶς 16.9.1929 ἀπὸ τὸν Ἀντώνιο καὶ τὴν Μαρία Παπαγιάννη. Ἐφοίτησε στὸ τότε 7ο Δημοτικὸ Σχολεῖο Θεσσαλονίκης καὶ ἐν συνεχείᾳ στὸ 4ο Γυμνάσιο ἀῤῥένων Θεσσαλονίκης, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀπεφοίτησε τὸν Ἰούνιο τοῦ 1947. Τὸν Σεπτέμβριο τοῦ ἰδίου ἔτους ἔδωσε εἰσαγωγικὲς ἐξετάσεις στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ἀπὸ τὴν ὁποία πῆρε τὸ πτυχίο στὶς 17.11.1951.
Ὑπῆρξε ἀριστοῦχος σὲ ὅλες τὶς βαθμίδες τῶν σπουδῶν του.

Ἀπὸ τὶς 6.1.1952 μέχρι τὶς 14.4.1954 ὑπηρέτησε στὸν ἑλληνικὸ στρατὸ ὡς ἔφεδρος ἀξιωματικὸς Πεζικοῦ.
Στὶς 24.5.1954 διωρίσθηκε καθηγητὴς στὴ Μέση Ἐκπαίδευση καὶ ὑπηρέτησε ἐπὶ πέντε (5) χρόνια σὲ Γυμνάσια τῆς Λαρίσης.
Στὶς 25.7.1954 ἐνυμφεύθη τὴν Ἀλίκη Σκαμπαρδώνη, διδασκάλισσα, ἀπὸ τὴ Λάρισα. Ἀπὸ τὸν γάμο τους ἀπέκτησαν 6 παιδιά.

Στὴν ἐκκλησιαστικὴ διακονία μπῆκε ἀνεπίσημα σὲ ἡλικία 12 ἐτῶν περίπου στὸν ἱ. Ναὸ τῆς ἐνορίας του, τῶν ἁγίων Ἀποστόλων Θεσσαλονίκης.

Στὶς 21.5.1942 χειροθετήθηκε ἀναγνώστης ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιο. Συνέχισε τὴ διακονία του στὸν ὡς ἄνω ναὸ ὡς ἀναγνώστης καὶ βοηθὸς ψάλτου, ἀπὸ δὲ τὶς 20.12.1947 μέχρι τὶς 30.4.1950 ὡς ἀριστερὸς ψάλτης τοῦ ἰδίου Ναοῦ, ἐνῶ ἀπὸ τὴν 1η Μαΐου τοῦ 1950 μέχρι τέλους τοῦ 1951 ὡς α’ ψάλτης τοῦ ἱ. Ναοῦ ἁγίου Θεράποντος κάτω Τούμπας.
Ἀπὸ τὴ θέση του στὴν Ἐκπαίδευση παραιτήθηκε τὸν Μάιο τοῦ 1959, γιατὶ ἐν τῷ μεταξὺ εἶχε ἐκλεγῆ τακτικὸς ἐφημέριος γιὰ τὴν κενὴ θέση τοῦ ἱ. Ναοῦ ἁγίων Ἀποστόλων.

Στὶς 30.5.1959 χειροτονήθηκε διάκονος ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Παντελεήμονα τὸν Α΄ (Παπαγεωργίου) καὶ τὴν ἑπομένη 31.5.1959 πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν τότε βοηθὸ ἐπίσκοπο Ταλαντίου Στέφανο (μετέπειτα Μητροπολίτη Τρίκκης & Σταγῶν). Τὴν 1η Ἰουνίου 1959 διωρίσθηκε ἐφημέριος τοῦ ὡς ἄνω ἱεροῦ Ναοῦ καὶ ὑπηρέτησε σ’αὐτὸν χωρὶς διακοπὴ μέχρι τὶς 31.5.1996, ὁπότε παραιτήθηκε ἀπὸ τὴν ἐνεργὸ ἐφημεριακὴ ὑπηρεσία γιὰ λόγους ὑγιείας.
Κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐφημεριακῆς του ὑπηρεσίας, διετέλεσε πρόεδρος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου τοῦ ναοῦ ἀπὸ τὸν Ἰούνιο τοῦ 1959 μέχρι τὸ 1990 περίπου. Κατὰ διαστήματα ὑπῆρξε μέλος τοῦ Μητροπολιτικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ Ἐπισκοπικοῦ Δικαστηρίου, ἐπὶ ἑξαετία δὲ (1968-1974) γραμματεὺς τῆς Ἱερᾶς μας Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης.

Ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Παντελεήμων ὁ Α’ τὸν ἐτιμησε μὲ τὸ ὀφφίκιο τοῦ οἰκονόμου καὶ ἀργότερα μὲ τὸ ὀφφίκιο τοῦ σταυροφόρου οἰκονόμου, ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Λεωνίδας μὲ τὸ ὀφφίκιο τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου, ὁ δὲ μακαριστὸς Μητροπολίτης Παντελεήμων ὁ Β΄ μὲ τὸ ὀφφίκιο τοῦ Μ. Πρωτοπρεσβυτέρου κατὰ τὴν ἀποχώρησή του ἀπὸ τὴν ἐνεργὸ ὑπηρεσία. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τὸν ἐτίμησε μὲ τὸ παράσημο τοῦ ἀποστόλου Παύλου μετὰ ἀστέρος.

Ἀπεβίωσε τὴν 8ην Ἀπριλίου 2014.

Τετάρτη 9 Απριλίου 2014

'Οταν μας κυριεύει ο εγωισμός,.. μικρό θέμα,... μεγάλος καυγάς.....


Για ν' απαντήσει ο Θεός στο αίτημα μας και να μας δώσει ότι του ζητάμε, πρέπει πρώτα απ' όλα να έχουμε ταπείνωση, την οποία εμείς δεν έχουμε.

'Ολοι μας, μικροί και μεγάλοι, έχουμε πολύ εγωισμό και δεν δεχόμαστε υπόδειξη και παρατήρηση. 'Ολα τα γνωρίζουμε, είμεθα όλοι σοφοί.

'Οταν μας κυριεύει ο εγωισμός, μικρό θέμα, μεγάλος καυγάς.

Ο Θεός μας δίνει πολλές ευκαιρείες για να κερδίσουμε τον Παράδεισο, αλλ' εμείς αυτές τις ευκαιρείες δεν τις δεχόμαστε όλες, τις διώχνουμε.

Εάν όσα οφείλει ο άνθρωπος τα ξεπλήρωσε σ' αυτή τη ζωή, σώζεται.

π. Παϊσιος 

http://1myblog.pblogs.gr/

ΤΟ ΝΕΟ ΤΕΥΧΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗΣ

Πέμπτη 3 Απριλίου 2014

Τί θα μπορούσαμε να πούμε για την αγάπη μέσα στο γάμο;



Πιστεύω ότι θα έπρεπε η εκκλησία να δίνει σε όλους τους νεόνυμφους ένα δώρο, που θα ήταν ένα ωραίο κάδρο με τον ύμνο της αγάπης που έχει γράψει ο απόστολος Παύλος (Α’ Κορινθίους κεφ. 13)! Όχι βέβαια για να το κρεμάσουν στο σαλόνι τους, αλλά στην καρδιά τους… Ελάτε όμως που δεν μελετούμε όλοι το λόγο του Θεού, και πάλι από εκείνους που τον μελετούν λίγοι τον εφαρμόζουν και πολλοί λιγότεροι τον εφαρμόζουν χωρίς προσαρμογές! Γι’ αυτό χρειάζεται να συζητήσουμε από ψυχολογική τουλάχιστον άποψη ορισμένα θέματα που θα μας βοηθήσουν να αναπληρώσουμε κάποιες αδυναμίες μας. Αγάπη σημαίνει ότι προσπαθώ να καταλάβω τί αρέσει και τί ευχαριστεί το σύντροφό μου. Είναι ενδιαφέρον να βλέπει κανείς πολλές φορές όταν έρχονται ζευγάρια στο ιατρείο μου και εκεί να διαπιστώνουν ότι κάποια πράγματα που κάνει ο ένας εκνευρίζουν τον άλλο, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται η επικοινωνία! Αγάπη σημαίνει πριν απ’ όλα, ότι προσπαθώ να καταλάβω το χαρακτήρα του και τις αδυναμίες του, ώστε να αποφύγω να τον πληγώσω.

 Αγάπη σημαίνει απαραίτητα σεβασμός στην προσωπικότητα του άλλου. Αγάπη σημαίνει να ανέχομαι τα ελαττώματα και τα λάθη του. Παράλληλα επιδιώκω να τον βοηθήσω να ολοκληρωθεί σαν άνθρωπος. Θα μου πείτε καλά, όλα αυτά πώς να τα εφαρμόσει κανείς; Κατ’ αρχήν δεν πρέπει να βγάζει γρήγορα συμπεράσματα, που σημαίνει ότι χρειάζεται να μελετάει κάθε πρόβλημα και να το συζητάει με το σύντροφό του. Ακόμη και αυτό το θέμα της συζήτησης δεν είναι όλοι σε θέση να το πετύχουν ικανοποιητικά. Κατά συνέπεια, ίσως χρειαστεί να το βάλουμε σαν στόχο να βελτιώσουμε το επίπεδο συζήτησης αλλά και επικοινωνίας. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να δώσουμε χρόνο στον άλλο, και να περιορίσουμε τον εαυτό μας στην κατάλληλη στιγμή, ώστε να μην κλέβουμε πάντοτε εμείς οι ίδιοι την παράσταση! Ακούω να μου λένε πολλές γυναίκες ότι ο άνδρας τους δεν βοη­θάει ενεργά στο σπίτι.. Όταν όμως αναλύονται τα πράγματα, βλέπει κανείς όχι εκείνες έχουν ένα μεγάλο μέρος της ευθύνης διότι όταν πάει να κάνει κάτι εκείνος αρχίζουν τις φωνές ότι δεν το έκανε καλά, ότι αυτές το θέλουν αλλιώς κ.λπ., ώστε στο τέλος να βγαίνει το συμπέρασμα ότι μόνον ό,τι κάνουν εκείνες γίνεται σωστά και άρα ο άνδρας δεν πρέπει να ανακατεύεται!

 Πολλά πράγματα οι άνδρες τα θεωρούν αυτονόητα ενώ για τις γυναίκες έχουν σημασία οι επισημάνσεις. Για παράδειγμα, το να μην εκφράζουν πάντα τα συναισθήματά τους ή να τα εκφράζουν με έμμεσο τρόπο. Λόγου χάρη· «σου αγόρασα αυτό που σου αρέσει» σημαίνει σίγουρα ότι νοιάζομαι για σένα και σ’ αγαπώ. Ίσως όμως μια γυναίκα να περιμένει να το ακούσει ξεκάθαρα και να ψυχρανθεί αν αυτό δεν γίνει! Γι’ αυτό θα πρέπει πάντοτε να κοινοποιούμε τις σκέψεις μας για το πως επιθυμούμε να γίνουν ορισμένα πράγματα, έτσι ώστε να τροποποιείται ανάλογα η συμπεριφορά του συντρόφου μας. Μερικές γυναίκες ασκούν έντονη κριτική στους άνδρες τους, γιατί έτσι νιώθουν ότι τα καταφέρνουν καλύτερα και ηρωοποιούν τον εαυτό τους. Όμως οι άνδρες τους ψυχραίνονται γιατί εκλαμβάνουν τη στάση αυτή σαν μη αναγνώρισή τους από το σύντροφό τους, με αποτέλεσμα να μην αποδίδουν συναισθηματικά και οι ίδιοι. Τότε ξεκινάει ένας φαύλος κύκλος που είναι δύσκολο να σπάσει…

Χρειάζεται μεγάλη προσοχή εδώ και πάντοτε να θυμόμαστε το παραμύθι του Αισώπου «με το βοριά και τον ήλιο που παραβγήκαν στη δύναμη» και νίκησε ο ήλιος επειδή ήταν ήρεμος και γλυκός, ενώ ο βοριάς σε κάθε του απότομη προσπάθεια έφερνε το αντίθετο αποτέλεσμα… Πιό πολλά θα πετύχουμε με το γλυκό τρόπο παρά με το αγρίεμα. Ξέρω πολλές γυναίκες που δεν διεκδικούν με φωνές το δίκιο και την άποψή τους αλλά έφτασαν στο σημείο μετά από καιρό, να ζητούν τη γνώμη τους πάντοτε οι άνδρες τους και συνήθως να την εφαρμόζουν… Αντίθετα, γνώρισα περιπτώσεις όπου οι σύζυγοι (γυναίκες) εφάρμοζαν σχολαστικά το «μία σου και μία μου!» με αποτέλεσμα να γίνεται το σπίτι πεδίο μάχης καθημερινά και στο τέλος να χωρίσουν κι όλας.

 Πρέπει λοιπόν να δείχνουμε κατανόηση στο σύντροφό μας, όπως δείχνουμε και στα παιδιά μας που τα δικαιολογούμε όταν κάνουν ένα λάθος, επειδή τα αγαπάμε… Οι διαφορές μέσα στο γάμο πρέπει να γίνουν αντικείμενο προσοχής και των δύο και όταν ενοχλούν να προσπαθεί ο καθένας να «τορνάρει» τις ανωμαλίες του για να πλησιάσει με τον άλλο. Αυτό δεν είναι ταπεινωτική υποχώρηση αλλά ωριμότητα χαρακτήρα, για το καλό και των δύο.

 (π. Αντωνίου Ι. Στυλιανάκη, ιατρού- παιδοψυχιάτρου, «Αποκρίσεις σε υπεύθυνους γονείς», εκδ. Αποστ. Διακονία)

http://fdathanasiou.files.wordpress.com/

Δημοφιλείς αναρτήσεις