Τρίτη 29 Μαΐου 2012

Γ.ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: «ΕΜΕΙΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΔΙΑΓΡΑΨΟΥΜΕ ΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΑΛΛΑ…»


Κοίταξε, παιδί μου!

Ο Θεός μας, προκειμένου να διαπαιδαγωγήσει τα παιδιά του, που τον πιστεύουν, τον αγαπούν και τον λατρεύουν, χρησιμοποιεί διάφορους τρόπους, μεθόδους και σχέδια. Μέσα στα σχέδια του Θεού μας είναι και η επιβολή κανόνων, οι όποιοι αποσκοπούν, πάντα, στη σωτηρία τής ψυχής μας. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση τη δική σου.

 Εμείς δεν μπορούμε να αλλάξουμε η να διαγράψουμε τα σχέδια τού Θεού. Πολύ περισσότερο δεν μπορούμε να του το επιβάλλουμε. Μπορούμε, όμως, να τον παρακαλέσουμε και να τον ικετεύσουμε, και Εκείνος, σαν φιλάνθρωπος που είναι, μπορεί να εισακούσει τις προσευχές μας και να συντμήσει το χρόνο ή ακόμη και να τον διαγράψει. Και το ένα και το άλλο, στο χέρι του είναι. Εμείς θα το ζητήσουμε. Και Εκείνος θα το εγκρίνει.

 Ύστερα, οι κανόνες αυτοί δεν έχουν το χαρακτήρα της εκδικήσεως η της τιμωρίας, αλλά της διαπαιδαγωγήσεως, και δεν έχουν καμιά σχέση με αυτούς που επιβάλλονται από ορισμένους πνευματικούς κατά την εξομολόγηση, και οι οποίοι, είτε από υπερβάλλοντα ζήλο, είτε από άγνοια, εξαντλούν τα όρια της τιμωρίας, χωρίς να αντιλαμβάνονται, ότι με τον τρόπο αυτό, αντί να κάνουν καλό, διαπράττουν έγκλημα.

 Εγώ, πάντα τους φωνάζω και τους συμβουλεύω: Όχι μεγάλες τιμωρίες. Αλλά σωστές συμβουλές. Γιατί, οι μεγάλες τιμωρίες, τροφοδοτούν τον άλλο (το διάβολο) με πλούσια πελατεία. Και αυτός, αυτό περιμένει. Αυτό καραδοκεί, και έχει πάντα ανοιχτές τις αγκάλες του για να τους δεχτεί! Και τους τάζει, μάλιστα, λαγούς με πετραχήλια...

 Γι' αυτό, απαιτείται μεγάλη προσοχή στην επιλογή του πνευματικού. Όπως αναζητάτε τον καλύτερο γιατρό, το ίδιο να κάνετε και για τον πνευματικό. Και οι δύο γιατροί είναι. Ο ένας του σώματος και ο άλλος τής ψυχής!


http://www.agioritikovima.gr/

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΔΕΡΦΟΙ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ




"Είδα άνθρωπον που φανερά αμάρτησε, αλλά μυστικά μετανόησε,

και αυτόν που εγώ τον κατέκρινα ως ανήθικο,

ο Θεός τον θεωρούσε αγνό, διότι με την μετάνοια του

τον είχε εξευγενίσει πλήρως" 

(Άγιος Ιωάννης Κλίμακας).  

Δευτέρα 28 Μαΐου 2012

ο πατήρ Γερόντιος που από την Αγάπη του Θεού είχε σαλέψει!!


Ο π. ΓΕΡΟΝΤΙΟΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ


Ο μοναχός Γερόντιος, κατά κόσμον Γεώργιος Μούτσος, γεννήθηκε το 1908 στον Πύργο της Ηλίας από πλούσια οικογένεια. Ο πατέρας του είχε δύο φούρνους μέσα στην πόλη του Πύργου. Από μικρός είχε μεγάλη κλίση προς τον μοναχισμό και ήδη στα 1931 κατάφερε και έφτασε στον πολυπόθητό του Άθωνα. Ως Πελλοπονήσιος πήγε στην Μονή Γρηγορίου (τότε ακόμη υπήρχε ένα είδος τοπικισμού σε πολλές Μονές του Αγίου Όρους).

 Έγινε μοναχός από τον Καθηγούμενο Αρχιμανδρίτη Αθανάσιο, άνθρωπο μεγάλης αρετής και φήμης αγίου. Πολλά διδάχτηκε από τον Γέροντά του και τον αξίωσε ο Θεός πολλών πνευματικών εμπειριών, τόσο που, όπως μας εκμυστηρεύτηκε ο π. Θεόκλητος Διονυσιάτης ο οποίος έζησε μαζί του για ένα χρόνο στον μετόχι Μονοξυλίτη, τον βοήθησε να γράψει το περίφημο βιβλίο του «Μεταξύ ουρανού και γης» εξηγώντας του τις ανώτερες πνευματικές καταστάσεις....

 Δυστυχώς το 1939 κόλλησε την δύσκολη ασθένεια της εποχής, φυματίωση. Νοσηλεύτηκε σε Σανατόριο της Αθήνας και το 1941, όταν πια οι Γερμανοί είχαν καταλάβει την Ελλάδα, επέστρεψε στην Μονή του διανύοντας την μεγάλη απόσταση Αθήνα-Ουρανούπολη σχεδόν με τα πόδια. Στη Μονή του όμως συνάντησε σκληρότητα και καχυποψία, φόβο για πιθανή διάδωση της ασθένειάς του και στους άλλους στην Μονή, παρόλο που είχε θεραπευθεί. Έφτασαν στο σημείο να τον χτυπήσουν και να τον διώξουν από το Μοναστήρι με το ζόρι, εκδίδοντας ένα χαρτί που πιστοποιούσε ότι ο μοναχός Γερόντιος «έπασχε τας φρένας». Αυτό το εκμεταλλεύτηκε σε όλη του τη ζωή ο μακάριος και προσποιούνταν τον «σαλό». Γύρισε όλον τον Άθωνα, κελλιά, σκήτες κλπ.

Πάντοτε διάλεγε Κελλιά με εκκλησία του Αγίου Νικολάου, που ήταν ο προστάτης του ήδη από το μοναστήρι του, μια και η Μονή Γρηγορίου τιμάται στην μνήμη του. Πέρασε και από την έρημο του Αγίου Βασιλείου, τη Σκήτη Κουτλουμουσίου, και κατέληξε στο Ιβηρίτικο Κελλί του αγίου Νικολάου στις Καρυές, όπου τον γνωρίσαμε. Ζούσε πολύ απλά, μέσα στη φύση και στα πλάσματα του Θεού, έχοντας κάνει το σπίτι του καταφύγιο ταλαιπωρημένων ζώων. Κοιμόταν στην ίδια κουβέρτα με ... πλήθος γατάκια και δυο τρεις σκύλους, αχώριστους συντρόφους του. Προτίμησε την συνδιαγωγή με τα ζώα παρά με τους ανθρώπους. Κάποτε που έκανε μετάνοιες μπροστά στην εικόνα της Παναγίας στον ναό του Κελλιού του βγήκε μια οχιά από το τσουβάλι που είχε στρώσει στο πάτωμα και τον τσίμπησε στο χέρι. «Την σκότωσα με το χέρι μου την καϋμένη και περίμενα να με ... πονέσει για να το κόψω να τρέξει αίμα αλλά δεν με πόνεσε και το άφησα»!

 Μαγείρευε κάθε δυο-τρεις μέρες για τα ζωάκια του και έτρωγε και ο ίδιος μαζί τους, «για να μην έχω λογισμό, τραβάω το από πάνω που τρώνε τα γατάκια και τρώω το από κάτω» μας έλεγε! Ζύμωνε και ψωμί, με κάτι μπαγιάτικα και σκουλικιασμένα αλεύρια χρόνων πολλών που είχε και κάπως ικανοποιούσε και τη δική του πείνα, αλλά συνήθως περνούσε μόνον με την καθημερινή θεία μετάληψη και το αντίδωρο που έπαιρνε ερχόμενος στις λειτουργίες που κάναμε, καμμιά φορά και κανένα γάλα που μπορεί να έπινε... Παρόλο που ποτέ δεν πλενόταν δεν μύριζε το σώμα του και την στιγμή της θείας μεταλήψεως οι ιερείς που τον μετελάμβαναν διηγούνται για μια ευωδία που έβγαινε από το στόμα του ενώ ένα δάκρυ πάντα κυλούσε από τα μάτια του.....

 Εκείνο που τον έκανε να ξεχωρίζει ήταν η εμμονή του στο να πείσει όλους τους ανθρώπους ότι ήταν τρελλός! Εδιηγείτο λοιπόν για τον...λευκό γάμο του με την Πριγκίπισσα Αλίκη, για την διαμάχη του με τον...βασιλιά, όταν τον απείλησε με όπλο ότι θα τον σκοτώσει... Και γινόταν πιστευτός τόσο που, κατά τις γιορτές της χιλιετηρίδος του Αγίου Όρους, το 1963, η αστυνομία τον έκλεισε στη φυλακή για αποφυγή τυχόν επεισοδίων με τον Βασιλιά για τα μάτια της ...Πριγκίπισσας!

 Πάντοτε χαμογελαστός, με την αχώριστη παρέα του, τα ζώα, έζησε σαν πετεινό του ουρανού χωρίς να στενοχωρήσει κανέναν. Τα τέλη της ζωής του τα πέρασε στη μονή της μετανοίας του, τη Γρηγορίου, αφού ο Καθηγούμενος π. Γεώργιος και οι εκλεκτοί πατέρες της αδελφότητος δέχθηκαν να τον γηροκομήσουν. Το παράδοξο είναι ότι αυτός διώχθηκε για να μην κολλήσει τους υπολοίπους φυματίωση, και όταν επέστρεψε στη Μονή είχαν πεθάνει όλοι, πλην ενός, του μοναχού Ησυχίου, ο οποίος όμως τον είχε υποστηρίξει τότε.... Ποτέ δεν ζήτησε τίποτε από τον αδελφό που τον υπηρετούσε.

Κάποτε του είπαμε πως δεν τρώει τις φακές, και πράγματι θαύμασε ο αδελφός γιατί σκέφτηκε πως πράγματι δεν έτρωγε όταν του πήγαινε φακές χωρίς όμως ποτέ να ζητήσει κάποιο άλλο φαγητό. Έλεγε ότι στην περίοδο από της Παναγίας το Δεκαπενταύγουστο ως της Παναγίας στις 8 Σεπτεμβρίου δεχόταν αποκάλυψη για το αν θα ζήσει άλλον ένα χρόνο και κάθε χρόνο τον ρωτούσαμε: «εντάξει για φέτος!» έλεγε. Την τελευταία του χρονιά μόνο γέλασε και δεν είπε τίποτα....καταλάβαμε ότι αυτή θα ήταν η τελευταία του χρονιά, όπως και έγινε.

Προγνώρισε το τέλος του και τρεις μέρες πριν, ειδοποίησε τον Ηγούμενο για την επικείμενη αναχώρησή του από τον κόσμο αυτό, ζήτησε συγνώμη από όλους για τις ...παλαβομάρες που έλεγε και πράγματι, στις 12 Νοεμβρίου 2001 αντήλλαξε την παρούσα ματαιότητα με τα ουράνια αγαθά.

 Μας έλεγε πάντα χαμογελώντας «όταν ήμουν μικρός μου είπε ο πατέρας μου ότι θα με πάρει σε ένα ταξίδι του να δω την Αθήνα• είχα πολλή χαρά! Ίδια χαρά έχω και τώρα που θα πάω στην άλλη ζωή! Χιλιάδες άγγελοι, καϋμένε!»


http://proskynitis.blogspot.com/

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΔΕΡΦΟΙ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ



Εμείς δεν μπορούμε να αλλάξουμε η να διαγράψουμε τα σχέδια τού Θεού. 

Πολύ περισσότερο δεν μπορούμε να του το επιβάλλουμε. 

Μπορούμε, όμως, να τον παρακαλέσουμε και να τον ικετεύσουμε, και Εκείνος, σαν φιλάνθρωπος που είναι, μπορεί να εισακούσει τις προσευχές μας και να συντμήσει το χρόνο ή ακόμη και να τον διαγράψει.

Γ.ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ


Κυριακή 27 Μαΐου 2012

Συνομιλώντας με την μητέρα του Αγιου Νεομάρτυρος Ευγένιου Ροντιόνωφ



Η Ιονέλα Αντρέα και ο Βασίλε Αρκάνου επισκέφτηκαν την πόλη Σάτινο-Ρούσκογιε κοντά στο Πόντολσκ,τη γενέτειρα του νεομάρτυρος Ευγένιου Ροντιόνωφ όπου βρισκεται και ο τάφος του και συνομίλησαν με τη μητέρα του νεομάρτυρος.
Επειδή στη συνέντευξη αναφέρονται κάποια στοιχεία ήδη γνωστά, μετέφρασα κάποια άγνωστα σ'εμας γεγονότα όπως τα περιγράφει η ιδια η μητέρα του.



 Ρώσοι στρατιώτες προσκυνούν τα λείψανα του Αγ. Νεομάρτυρος Ευγενίου

 Στον Ζένια -όπως τον έλεγαν οι φίλοι του- άρεσε να γράφει στίχους και στη γιορτή της μητέρας πάντα αφιέρωνε στη μαμά του ένα ποίημα.Μίλησα για λίγες ώρες με την Λιούμποβ Βασίλιεβνα Ροντιόνοβα η οποία μας είπε την ιστορία της ζωής και του θανάτου του Ζένια.

Από όταν μαρτύρησε ο γιος της η Λιούμποβ Βασίλιεβνα Ροντιόνοβα είναι γνωστη σ'όλη την Ρωσία και οχι μόνο.Τρεχει από τη μια μεριά της Ρωσίας στην άλλη για να βοηθήσει όπου υπάρχει ανάγκη,για να δωσει θάρρος στις οικογένειες όσων έπεσαν στο καθήκον και να παρηγορήσει όσους στρατιώτες έμειναν με κάποια αναπηρία από τον πόλεμο της Τσετσενίας.

 Δεκατέσσερα χρόνια μετά το θάνατο του μονάκριβου γιού της,οι Ρώσοι στρατιώτες τον έχουν υιοθετήσει ως πνευματικό τους προστάτη και φέρουν εικόνες του,ενώ η μητέρα του έχει ονομασθεί''μητέρα των Ρώσων στρατιωτών''... ...''Μάθαινε την τέχνη του επιπλοποιού και ειχε βγάλει δίπλωμα οδήγησης.Μόνος του το πήρε το δίπλωμα εγω δεν τον βοήθησα καθόλου...Πως ήταν ο Ζένια;Σαν τους άλλους νέους.Δεν πήγαινε συχνά στην εκκλησία,άκουγε μουσική με τους φίλους του,έκανε αθλητισμό.Ωστόσο είχε έναν μεγάλο σεβασμό για εκείνον το σταυρό που του χάρισε η γιαγιά του και δεν τον έβγαζε με τίποτα!



 Η Λιούμποβ Βασίλιεβνα Ροντιόνοβα με την Ιονέλα Αντρέα ...

Η μητέρα του τον έψαχνε εννέα μήνες.Ηταν, πιστεύει, όπως τότε που τον έφερε στην κοιλιά εννέα μήνες,σαν μια δεύτερη γέννηση.Για τον θάνατό του έμαθε τον Σεπτέμβριο.(τέσσερις μήνες μετά). ''Περπάτησα σε δρόμους γεμάτους νάρκες αλλά ποτέ δεν πάτησα καμία.Ο Θεός με βοήθησε επειδή καθήκον μου ήταν να βρώ τον γιο μου,να φέρω το σώμα του σπίτι,να θαφτεί σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοση,να γυρίσει στη γη απ'όπου τον πήραν'' ..Τον Ευγένιο τον σκότωσε ο Ρουσλάν Χάικχόρογιεφ,ένας άνθρωπος με μαύρη ψυχή.

Η Λιουμποβ Βασίλιεβνα Ροντιόνοβα στάθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον δολοφόνο του γιού της ο οποίος χωρίς ντροπή της είπε ότι αν έβγαζε τον σταυρό δεν θα τον σκότωνε.Τελικά αυτός σκοτώθηκε στις 23 Αυγούστου 1999 μετά από μια σύραξη αντιπάλων τσετσενικών συμμοριών. Ο πατέρας του Ευγένιου πέθανε πέντε μέρες μετά την κηδεία του.Η κ.Λιούμποβα διηγείται ότι όλα έγιναν τόσο γρήγορα που έμεινε χωρίς μιλιά.''Ο σύζυγος μου αγόρασε δέκα σοκολάτες Snicker's, οι οποίες άρεσαν πολύ στον Ζένια και πήγε στον τάφο του.Τον βρήκαν πεθαμένο εκεί κοντά στο σταυρό του γιού μας''μάς διηγείται με δάκρυα στα μάτια.''Κάθε φορά που είμαι άρρωστη έμφανίζεται στον ύπνο μου,μου μιλάει,με ενθαρρύνει και γίνομαι καλά...''


 Ο τάφος του Αγίου Νεομάρτυρος Ευγενίου 

 Τα ρωσικά Μ.Μ.Ε.μιλούν συνεχώς για τα θαύματα του νεομάρτυρα Ευγενίου.Πρόσφατα μια εικόνα του έτρεξε μύρο (δείτε εδώ).Στον τάφο του έχουν τοποθετήσει έναν σταυρό δυο μέτρα ύψος και ένα καντήλι καίει μόνιμα. Χιλιάδες πιστοί έρχονται να προσκύνησουν στον τάφο του,κυρίως Ρώσοι στρατιώτες,αλλά και νεαρά κοριτσια για να παρακαλέσουν να βρουν ένα καλό παιδί, σαν αυτόν. Πρόσφατα ήρθε ένας βετεράνος πολέμου και άφησε, ως ένδειξη σεβασμού, στον τάφο του Ευγένιου τα παράσημά του.

 Μετάφραση-www.proskynitis.blogspot.com 
πηγή-www.ziarullumina.ro

Το τελευταίο ποίημα που έστειλε ο νεομάρτυς Ευγένιος Ροντιόνωφ στη μητέρα του



 Λίγο πριν πεθάνει ο Ευγένιος έστειλε σ΄εκείνην που τον γέννησε και την οποία αγαπούσε σαν το φως των ματιών του,με την ευκαιρία των γενεθλίων της ένα γράμμα και ένα ποίημα με τους ακόλουθους στίχους: 

 Χρόνια πολλά,αγαπημένη μου μανουλίτσα,
 σήμερα γιορτάζεις,
αλλά δυστυχώς, δε μπορώ να σ'αγκαλιάσω,
επειδή να, 
η μοίρα με πήρε τόσο μακριά. 

 Σου εύχομαι χρόνια πολλά και υγεία, 
να μείνεις πάντα νέα και όμορφη, 
όπου κι αν είμαι τίποτα δε μας χωρίζει 
σύντομα θα έρθω σπίτι 

 Από τα βάθη της ψυχής μου 
θα ήθελα ότι πιο πολύτιμο 
και ότι επιθυμείς να έχεις 
και εκατόν χρόνων να είσαι 
 για μένα ποτέ δε θα γεράσεις 

 http://www.ziarullumina.ro/
http://www.proskynitis.blogspot.com/

Να μην απελπίζεσαι



Κάποτε ένας ναυτικός βρέθηκε ναυαγός σ' ένα ακατοίκητο τροπικό νησί μόνος κι έρημος.

 Με πολλούς κόπους, χωρίς εργαλεία, εργαζόμενος μόνο με τα χέρια του, κατάφερε να φτιάξει μια ξύλινη καλύβα για να μπορέσει να προστατευτεί κατά την περίοδο των βροχών.

 Πράγματι είχε μόλις τελειώσει την καλύβα όταν άρχισε να βρέχει ασταμάτητα.

 Όμως την δεύτερη κιόλας μέρα ένας κεραυνός έκαψε την καλύβα του και τη...ν έκανε στάχτη.

Ο ναυαγός, που πρώτα δόξαζε το Θεό για τη σωτηρία του, τώρα αναλύθηκε σε δάκρυα. «Γιατί Θεέ μου», άρχισε να λέει και να παραπονιέται για την καταστροφή.

 Κι ενώ η απελπισία πλημμύριζε την καρδιά του άκουσε από το πέλαγος το σφύριγμα ενός μεγάλου πλοίου.

Σε λίγο μια βάρκα ήταν στην παραλία. «Πώς με βρήκατε σε τούτη την ερημιά;» τους ρώτησε. «Είδαμε, του είπαν, το σινιάλο του καπνού απ' την φωτιά που άναψες»!

 Όταν βλέπεις τα όνειρα, τις επιδιώξεις και τα έργα σου κάποιες φορές να γίνονται στάχτη κι αποκαΐδια, μην απελπίζεσαι.

Περίμενε και θα προβάλει ανέλπιστα το υπερωκεάνιο του Θεού.

απο μαιλ...

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΔΕΡΦΟΙ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ





"Όταν είμαστε ανίκανοι να αναρριχηθούμε στις βουνοκορφές της αρετής,
εκείνο που πρέπει να κάνουμε είναι να κατεβούμε τουλάχιστον
στο φαράγγι της ταπεινώσεως".

Σάββατο 26 Μαΐου 2012

Είναι αποσπασμα μετα την ομιλία που είχε στις (26.11.2011) στον Ιερό Ναό Αγίου Κωνσταντίνου Πειραιώς, τη στιγμη που κατευθύνεται να προσκυνήσει την εικόνα του Αγιόυ Κωνσταντίνου & Ελένης.


Ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης Ανανίας Κουστένης ομιλεί για την Υπερμάχο στρατηγό του έθνους μας, την Υπεραγία Θεοτόκο Παναγιά





Ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης Ανανίας Κουστένης ομιλεί για την Υπερμάχο στρατηγό του έθνους μας, την Υπεραγία Θεοτόκο Παναγιά και την σχέση της με τον Ελληνισμό και την Ρωμιοσύνη! Σε μια εποχή που τα πάντα καταλύονται, εκφυλίζονται, δεν υπάρχουν φωνές αντίστασης και αντίδρασης, ομιλίες σαν και αυτή δρουν ως ισχυρά τονοτικές ενέσεις εθνικής υπερηφάνειας, εμψύχωσης και ελπίδας!

π. Ἀνανίας Κουστένης • Ἡ ἀναζωπύρωση τοῦ χαρίσματος


ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΔΕΡΦΟΙ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ




"Θεέ μου δώσε μου γαλήνη να δέχομαι τα πράγματα που δεν μπορώ ν'αλλάξω,

θάρρος για να αλλάξω τα πράγματα που μπορώ και σοφία για να διακρίνω το ένα από το άλλο".   

Παρασκευή 25 Μαΐου 2012

Ο Επίσκοπος Αθανάσιος Γιέφτιτς μιλά για τον άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς





Για το έργο και το πρόσωπο του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, μίλησε στην κάμερα της "Πεμπτουσία" ο Επίσκοπος πρώην Ερζεγοβίνης Αθανάσιος Γιέφτιτς.

Ο Επίσκοπος Αθανάσιος μίλα για το πως γνώρισε τον Άγιο Ιουστίνο, πως του έδωσε το όνομα Αθανάσιος αλλά και πως ήταν ζωή κοντά του.



Ὁ ψυχοπαθής κατὰ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας Ρωμανίδης Ἰωάννης (Πρεσβύτερος(+))


Ποιός εἶναι ὁ ψυχοπαθὴς κατὰ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας; Ὁ κάθε ἄνθρωπος εἶναι ψυχοπαθὴς κατὰ τὴν Πατερικὴ ἔννοια. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶναι κάποιος σχιζοφρενὴς γιὰ νὰ εἶναι ψυχοπαθής. Ὁ ὁρισμὸς τῆς ψυχοπάθειας ἀπὸ Πατερικῆς ἀπόψεως εἶναι ὅτι ψυχοπάθεια ὑπάρχει στὸν ἄνθρωπο ἐκεῖνον ποὺ δὲν λειτουργεῖ σωστὰ ἡ νοερὰ ἐνέργεια μέσα του. Ὅταν δηλαδὴ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι γεμᾶτος ἀπὸ λογισμούς, ὄχι μόνο κακοὺς λογισμούς, ἀλλὰ καὶ καλοὺς λογισμούς.

 Ὅποιος ἔχει λογισμούς, καλοὺς ἤ κακοὺς μέσα στὴν καρδιά του, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ Πατερικῆς ἀπόψεως εἶναι ψυχοπαθής. Ἂς εἶναι οἱ λογισμοὶ αὐτοὶ ἠθικοί, ἀκόμη καὶ ἠθικώτατοι, ἀνήθικοι ἤ ὁ,τιδήποτε ἄλλο. Δηλαδὴ κατὰ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὅποιος δὲν ἔχει περάσει ἀπὸ κάθαρσι τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὰ πάθη καὶ δὲν ἔχει φθάσει σὲ κατάστασι φωτισμοῦ μὲ τὴν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ψυχοπαθής. Ὄχι ὅμως μὲ τὴν ἔννοια τῆς Ψυχιατρικῆς. Ὁ ψυχοπαθὴς γιὰ τὸν ψυχίατρο εἶναι κάτι ἄλλο. Εἶναι ἐκεῖνος ποὺ πάσχει ἀπὸ ψύχωσι, εἶναι ὁ σχιζοφρενής.

Γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία ὅμως ἕνας ποὺ δὲν ἔχει περάσει ἀπὸ κάθαρσι τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὰ πάθη καὶ δὲν ἔχει φθάσει σὲ φωτισμό, εἶναι νορμὰλ ἤ δὲν εἶναι νορμάλ; Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα. Ποιὸς εἶναι ὁ νορμὰλ Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς στὴν Πατερικὴ παράδοσι; Ἂν θέλετε νὰ τὸ δῆτε αὐτὸ ξεκάθαρα, διαβάστε τὴν ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος, διαβάστε τὴν ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου Μύρου, ἡ ὁποία τελεῖται στὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως τὴν Μεγάλη Πέμπτη• διαβάστε τὴν ἀκολουθία τῶν Ἐγκαινίων τῶν ἱερῶν ναῶν. Ἐκεῖ θὰ δῆτε τί σημαίνει ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐκεῖ θὰ δῆτε ποιὸς εἶναι ὁ φωτισμένος.

 Ὅλες οἱ ἀκολουθίες καθὼς καὶ ἡ ἀσκητικὴ παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας ἀναφέρονται κυρίως σὲ τρεῖς πνευματικὲς καταστάσεις: Στὴν κάθαρσι ἀπὸ τὰ πάθη τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, στὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ στὴν θέωσι τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος τοῦ ἀνθρώπου. Κυρίως ὅμως μιλοῦν γιὰ τὴν κάθαρσι καὶ τὸν φωτισμό, ἐπειδὴ οἱ ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἐκφράσεις τῆς λογικῆς λατρείας. Ὁπότε ὁ νορμὰλ Ὀρθόδοξος ποιὸς εἶναι; Ὁ βαπτισμένος, ἀλλὰ μὴ κεκαθαρμένος; Ὁ μὴ φωτισμένος; Ἤ ὁ κεκαθαρμένος καὶ φωτισμένος; Ὁ τελευταῖος φυσικά. Αὐτὸς εἶναι ὁ νορμὰλ Ὀρθόδοξος. Ἄρα σὲ τί διαφέρουν οἱ νορμὰλ Ὀρθόδοξοι ἀπὸ τοὺς ἄλλους Ὀρθοδόξους; Στὸ δόγμα; Ὄχι, βέβαια.

Πάρτε τοὺς Ὀρθοδόξους, γενικά. Μεταξὺ τους ὅλοι ἔχουν τὸ ἴδιο δόγμα, τὴν ἴδια παράδοσι καὶ τὴν ἴδια κοινὴ λατρεία. Μέσα σὲ ἕναν ἱερὸ ναὸ μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν π.χ. τριακόσιοι Ὀρθόδοξοι. Ἀπὸ αὐτοὺς ὅμως μόνο οἱ πέντε νὰ εἶναι σὲ κατάστασι φωτισμοῦ, ἐνῶ οἱ ἄλλοι νὰ μὴν εἶναι. Καὶ μάλιστα οἱ ἄλλοι νὰ μὴν ἔχουν ἰδέα τοῦ τί εἶναι κάθαρσις. Ὁπότε τίθεται τὸ ἐρώτημα: Οἱ νορμὰλ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ μεταξὺ αὐτῶν πόσοι εἶναι; Δυστυχῶς μόνο οἱ πέντε.


http://www.agiazoni.gr/

Νοσταλγία της ευγένειας (Κώστας Βραχνός, συγγραφέας-ποιητής, διδάκτωρ φιλοσοφίας)



Πώς τόσο αιφνιδίως χάθηκε η ευγένεια τριγύρω και αναμεταξύ μας;

 Μα, πού πήγε η αιδημοσύνη;

Την τρομερή αλλαγή πιστοποιούμε ακόμα κι εμείς οι για την ώρα κάπως νεότεροι, εμείς που δεν γνωρίσαμε παρά μόνον ορισμένες ύστατες εκδηλώσεις της: την τήρηση κάποιων προσχημάτων, το παλιό καλό τακτ, την ακρίβεια στα ραντεβού, τον πληθυντικό αριθμό, την αυτονόητη παραχώρηση θέσης, τις ώρες κοινής ησυ­χίας, έννοιες όπως κοσμιότητα και κομψότη­τα, τις μικρές επισημότητες και τα ανώδυνα εθιμικά πρωτόκολλα, την αναμονή και την πρόποση στο τραπέζι, τις φιλόφρονες συ­στάσεις, το κράτημα της θύρας τη σεμνολογία και τη χαμηλοφωνία, την υπομονή στον διάλογο και παντού, την τάξη στη σχολική αίθουσα, την ευπρέπεια στους δημόσιους χώρους, τη μειλίχια οδήγηση, την ιπποσύνη προς τις γυναίκες -και όχι μόνο—, την χείρα βοηθείας, τον εξυπηρετικό μπάρμαν, το «από καλή οικογένεια», το «με συγχωρείτε», το «ευχαριστώ», το «παρακαλώ» και το «με τις υγείες σας», το καλωσόρισμα και την κατευόδωση, το «χαίρετε» στο ασανσέρ, το α­γουροξυπνημένο χαμόγελο, την ερυθρίαση, την αμηχανία, τον ξερόβηχα.

 Κανείς δεν διανοείται να ισχυριστεί ότι «παλιά» οι άνθρωποι ή οι Έλληνες ήταν «κα­λοί» και ότι σήμερα «χάλασαν». Το ότι, όμως, ο μακαρισμός του παρελθόντος αποτελεί αναμφίλεκτη ιστορικο-εθνολογική σταθερά ή το ότι η ποιότητα ζωής, η ομορφιά, η χαρά, η τιμή, το νόημα είναι έννοιες μη μετρήσιμες δεν σχετικοποιεί ούτε υποβαθμίζει κατ' α­νάγκην μια διαπίστωση που κάνει λόγο για εμφανή ποιοτική φθίση ενός είδους ή γέ­νους. Ο Unamuno, «προοδευτικός της πα­ράδοσης», παρατηρεί το 1910: «Πάντοτε υπήρχε όχλος, δεν χωράει αμφιβολία. Όμως, μου φαίνεται ότι ο όχλος άλλων καιρών ήταν πιο σεβαστικός απ’ τον σημερινό, ότι ήξερε να αγνοεί και να σέβεται εκείνους που ήξεραν περισσότε­ρα απ' αυτόν». Εξέλιξη δεν θα πει βελτίωση. [Ούτε στάση θα πει συντήρηση].

 Σε κάθε στερεότυπη ελεεινολόγηση σοβεί η πεποί­θηση μιας αχρείαστης μεταλλαγής, ενός επιπόλαιου αφανισμού, μιας αυτοκτονικής πτώχευσης. Ο εφησυχασμός, λοιπόν, στην αλήθεια ότι αρχαιόθεν οι πρεσβύτεροι ελεεινολογούν τους νεότερους παραβλέπει την ισότιμη αλήθεια ότι ορισμένες άξιες δεν διαρκούν αιωνίως και ότι με την ελάχιστη φροντίδα μπορούμε ν' αποτρέψουμε τη μη αναστρέψιμη στρέβλωση ή τον οριστικό χα­μό ενός πράγματος, του οποίου τη ζωτική α­νάγκη επίκειται να νοσταλγήσουμε σφόδρα αμέσως ή αργότερα, πάντως υπερβολικά αρ­γά. Κάναμε π.χ. τα περιβόλια μας πολυκατοι­κίες και σήμερα στενάζουμε που δεν υπάρ­χει πράσινο.

 Φαίνεται οι κακουχίες γαλουχούσαν τα άτομα και τις κοινωνίες σ' ένα είδος ολιγάρ­κειας, επισφάλειας κι ευαλωτότητας που τρό­πον τινά εξομοίωνε ως έναν βαθμό τις τύχες κι εκδημοκράτιζε ως άλλον βαθμό τις προσ­δοκίες, έτσι που να μην αποσυνδέεται, και μάλιστα σχεδόν εντελώς, όπως στη σημερι­νή εποχή, η υπαρξιακή μας διάσταση από την κοινωνική, ο αυτοσεβασμός από τον αλ­ληλοσεβασμό, η μέριμνα για το εγώ από το ενδιαφέρον για τους άλλους. Κι επειδή ο όρος «ευγένεια» παραπέ­μπει πρωτίστως στην κληρονομική αβρότη­τα μιας εξίσου κληρονομικής αριστοκρατίας, η οποία δεν στερείται τόσα ώστε να μην προλαβαίνει ν' ανατραφεί επισταμένως: Μο­λονότι η μόρφωση αποτελούσε στην ιστο­ρία πολυτελές κεκτημένο ή ακόμα και ιδεώδες των ολίγων, η αφελής έγνοια και η συλ­λογική απαίτηση για μια «καθωσπρέπει» πα­ρουσία αρκούσαν συχνά για ν' αντισταθμί­σουν την ανυπαρξία ή στέρησή της.

Πλέον, στις μέρες μας της υποχρεωτικής πια εκπαί­δευσης και του αμελητέου αναλφαβητισμού, τα ταπεινά κοινωνικά στρώματα έχουν απο­λέσει σχεδόν εξ ολοκλήρου το φιλότιμο που ενέπνεαν άλλοτε η λιτότητα και ο κίν­δυνος, μιμούμενα την υλοφροσύνη των τα­ξικών τους εχθρών (και κρυπτο-προτύπων), υπερακοντίζοντάς τους σε ζήλο και απερισκεψία. Το ίδιο συνέβη και στη χώρα μας, το ταπεινό κοινωνικό στρώμα της Ευρώπης: ένας πάλαι ποτέ υπερήφανος λαός, μαζί με τα άλλα, έχασε με τον καιρό και οικειοθελώς την υπερηφάνεια, την ευγένεια, την αξιοπρέ­πειά του. Ίσως αμετακλήτως. Το βλέπουμε σε όλα τα επίπεδα: στους ανήθικους και ανερυθρίαστους πολιτικούς στους εγωκεντρι­κούς και άξεστους πολίτες. Η αγένεια προδίδει, εκτός από κρετινισμό κι έλλειψη αυτοεκτίμησης, νοσούσα ανθρωπολογική και πολιτική στάση.

Από τη μία, ο ανάγωγος άνθρωπος δεν αντιλαμβάνε­ται πόσο η έμπρακτη προσκόλληση στον εαυτόν του τον απομονώνει, υπονομεύοντας σε βάθος χρόνου όλα όσα ο ίδιος επιδιώκει, αφού δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή ηδονή εκεί που απουσιάζει η στοιχειώδης κοινωνι­κή αποδοχή και μετοχή. Από την άλλη, λη­σμονεί, πάνω απ' όλα, ότι η αναγνώριση της ισότητας συνιστά προϋπόθεση και της εύρυθμης και της εύμορφης διαβίωσης ότι, σε τελική ανάλυση, θερίζουμε ό,τι σπέρνου­με και ότι, με την ανοχή και τη συμβολή μας στην αναίδεια, καθιστούμε τον βίο και τον χώρο μας όλο και πιο αφιλόξενο για εμάς και τους δικούς μας.

Δημιουργούμε και εγκα­θιδρύουμε, κοντολογίς, ένα περιβάλλον χω­ρίς ανθρωπιά, σέβας, ηθική και, εν τέλει, αξιο­πρέπεια («στην ηθική δεν υπάρχει τίποτε άλλο έκτος από το αίσθημα της αξιοπρέπειας» - Alain), ένα περιβάλλον μέσο- και μακροπρό­θεσμα α-βιώσιμο. Η αδιαφορία μας για τον άλλο ως πρόσωπο, αν ιδωθεί σε μαζική κλί­μακα, δεν είναι παρά η εχθρική αδιαφορία των άλλων προς το πρόσωπό μας, αφού για τους άλλους εμείς είμαστε οι άλλοι. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι ο σημερινός μέσος Έλληνας είναι αγενής. Την ίδια στιγμή, πολλά δεινά που ολοένα και δρι­μύτερα καταλογίζουμε στους άλλους έχουν τη ρίζα τους όχι μόνον στην ευγένεια που τόσο απότομα εξέλιπε αλλά και στην έλλει­ψη νοσταλγίας της

 Η αλγεινή ανάμνηση μιας αξίας, όταν αυτή δεν έχει τελεσίδικα παρέλ­θει, ενδέχεται με μαγικό αλλά και ευφυή τρόπο να την αναβιώσει. Έτσι, η πάση θυσία διατήρηση, εμφύσηση, επίκληση, διάδοση ή επαναφορά των καλών τρόπων στα μικρά παιδιά, στις νέες γενιές, δεν είναι ύποπτος αναχρονισμός, αλλά ευφυής ηθική επένδυση κοσμοϊστορικής σημασίας για τον χαρακτή­ρα της προσεχούς ζωής. Οφείλουμε να έχουμε μονίμως κατά νου ότι στις οικογένει­ες και τις κοινωνίες μας δεν γεννιούνται απλώς νέοι άνθρωποι, αλλά σ' αυτές πλάθονται νέοι τύποι άνθρωπου.

Κι επειδή, από μία άποψη, πάντοτε στο βάθος παραμένουμε μικρά παιδιά, ικανά να μην κατανοούμε το καλό μας, επείγει για τους μεγαλύτερους, όπου και αν βρίσκονται, η με κάθε μέσο και τρόπο διεκδίκηση της ευγένειας, εδώ που καταντήσαμε, έστω και αρχικά τυπικής ή υποκριτικής, σαν εκείνη των νεοαστών που κεραύνωνε ο L. Bloy. Είναι πολύ προτιμότε­ρη. Η μέσω συστάσεων, ήτοι προσβλητικών υπενθυμίσεων του αυτονόητου, όπως αυτή να στεκόμαστε δεξιά στις κυλιόμενες κλίμα­κες του Μετρό για να μπορούν να διέρχο­νται οι συνάνθρωποί μας. Και όλα αυτά, μπας και (ξανα)γίνουμε στοιχειωδώς «τρυφεροί ο ένας με τον άλλον, καθώς οι θλίψεις μας είναι ίδιες» (J. Swift).

http://www.alopsis.gr/

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΔΕΡΦΟΙ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ



"Δεν είναι η ιδική μας φροντίδα αλλά η πρόνοια του Θεού

είναι εκείνη που προξενεί το πάν, ακόμη δε και εκεί όπου νομίζουμε

ότι ενεργούμε μόνοι μας".  (Ιωάννης Χρυσόστομος).

Πέμπτη 24 Μαΐου 2012

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΔΕΡΦΟΙ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ




"Αρετή δεν είναι η επίδειξη πολλών και διαφόρων πράξεων,
που επιτελούνται δια μέσου του σώματος, αλλά το περιεχόμενο σοφότατης καρδιάς,
την οποία στηρίζει η ελπίς προς το Θεό".

Τετάρτη 23 Μαΐου 2012

Μ.Ροστροπόβιτς:''Πάτερ,δεν μου μένει παρά να βαπτιστώ...



«Πάτερ, ο,τι θέλησα στη ζωή μου, το πέτυχα.'Ηθελα να γίνω διάσημος μουσικός,έγινα.

Ήθελα να γίνω διευθυντής του Ωδείου, έγινα. 'Ονειρευόμουν να διευθύνω το Μπολσόι,το κατόρθωσα.

 Επιθυμούσα να έχω μία γυναίκα πού να είναι μεγάλη καλλιτέχνις και εξαιρετική σύζυγος, τη βρήκα.

 Και όμως, έχω συνεχώς το αίσθημα ότι ή ζωή μου δεν περνάει μέσα από την ουσία των πραγμάτων,αλλά διαρκώς παρακάμπτει το ουσιώδες.

 Στό βάθος ή ουσία είναι πολύ απλή.

Εμείς οι άνθρωποι με την τύφλωση, τα σφάλματα και την επιπολαιότητα μας τη συσκοτίζουμε και περιπλέκουμε τα πράγματα, μέσα στα όποια συντριβόμαστε.

Δεν υπάρχει άλλη λύση,πάτερ παρά να βαπτιστώ».


http://proskynitis.blogspot.com/

Μοναχός έσωσε τη μητέρα του απο την κόλαση! Μία συγκλονιστική ιστορια.


Ό επίσκοπος Κύρου Θεοδώρητος, ό όποιος έζησε τον Ε μ.Χ. αιώνα, διηγείται πώς μια φορά τον επισκέφθηκε ένας μοναχός, πού ερχόταν από πολύ μακριά. Τον έβαλε να ξεκουρασθή και να φάγη. Όταν έτρωγε ό μοναχός, παρατήρησε ότι χρησιμοποιούσε μόνο το αριστερό του χέρι και ότι το δεξί του ήταν τυλιγμένο με ένα παλιόρασο.

 Ό επίσκοπος τον ρώτησε, όχι από περιέργεια άλλα από ενδιαφέρον, γιατί είναι τυλιγμένο το χέρι του και μάλιστα με ένα παλιόρασο τριμμένο, ενώ εφαίνετο από την όλη του ενδυμασία ότι δεν ήταν μοναχός ρακένδυτος. Μάλιστα, θέλησε να το τραβήξει για να δη, όπως υποψιαζόταν, αν υπήρχε κάποια πληγή στο χέρι του μονάχου, αλλά αυτός δεν τον άφησε και το σκέπασε γρήγορα, διότι άρχισε να βγαίνει αφόρητη δυσοσμία. Κι ό μοναχός διηγήθηκε τα έξης στον επίσκοπο: -Σεβασμιότατε, εγώ είχα μια μητέρα πολύ όμορφη, πάγκαλη, ή οποία, δυστυχώς, από πολύ νωρίς, άφ ότου χήρεψε, παρεσύρθη στον κακό δρόμο κι έγινε πόρνη. Λόγω δε της μεγάλης ωραιότατος πού είχε, απέκτησε πολύ μεγάλη “πελατεία” και έγινε πολύ πλούσια κι έτσι εγώ μεγάλωνα μέσα στη χλιδή και στα πλούτη. Όταν όμως μεγάλωσα και άρχισα να καταλαβαίνω τί γίνεται, βδελυσσόμενος αυτήν την κατάσταση της μητέρας μου, απομακρύνθηκα για ένα διάστημα από κοντά της και πήγα σε ένα μοναστήρι.

Πληροφορήθηκα όμως κάποια στιγμή ότι ή μητέρα μου αιφνιδίως πέθανε. Και όλη ή τεράστια εκείνη περιουσία, την οποία είχε κάνει από την αμαρτία, ήταν πλέον δική μου. Πήγα λοιπόν και την περιουσία αυτή την μοίρασα όλη, μέχρι και της τελευταίας δραχμής, στους φτωχούς κι έφυγα για την Έρημο ξανά, προσευχόμενος για τη σωτηρία της μάνας μου. Βέβαια και για τον πατέρα μου, πού όταν είχε κοιμηθή, εγώ ήμουν μωρό. Πάντα προσευχόμουν όμως στον Θεό, σαν μοναχός πού ήμουν, να με πληροφόρηση εάν οι ελεημοσύνες πού δόθηκαν σε όλα τα τότε γνωστά μοναστήρια, για να προσευχηθούν για την ψυχή της μητέρας μου και να κάνουν πολλά-πολλά σαρανταλείτουργα έπιασαν τόπο. Επήγα λοιπόν στα Ιεροσόλυμα, μετά από έναν χρόνο και διηγήθηκα στον τότε Πατριάρχη το όλο γεγονός. Και εκείνος μου είπε: –Πολύ καλά έκανες βέβαια και μοίρασες όλη αυτή την τεράστια περιουσία στους φτωχούς και έδωσες στα μοναστήρια για να γίνονται Λειτουργίες στο όνομα της μητέρας σου, αλλά για τις πληροφορίες πού μου ζητάς να μάθεις που βρίσκεται ή ψυχή της μητέρας σου, εγώ δεν είμαι άξιος να σου απαντήσω. Ούτε όμως εδώ στα Ιεροσόλυμα και στα περίχωρα υπάρχει κάποιος προορατικός Γέροντας, πού να μπορεί να σε πληροφόρηση για μια τέτοια μεγάλη αποκάλυψη.

Παίρνοντας λοιπόν την ευχή του Πατριάρχου, πήγα στις Σκήτες της Θηβαΐδος της Αιγύπτου.’ Εκεί πράγματι γνώρισα πατέρας και ασκητής πολλούς, πού μου υπέδειξαν έναν Γέροντα, πολύ βαθιά στην Έρημο, ικανό να με βοηθήσει. Κι έτσι με έναν ντορβά στον ωμό, με λίγο νερό και ψωμί ξεκίνησα οδοιπορώντας για να βρω τον Γέροντα αυτόν. Μου είπαν οι πατέρες ότι: «στην πρώτη σπηλιά πού θα συνάντησης, εκεί θα τον βρεις». Και πράγματι, ύστερα από οδοιπορία τριάντα ήμερων βρήκα τη σπηλιά και τον άγιο εκείνο άνθρωπο, ό όποιος βγήκε στην είσοδο της σπηλιάς και με υποδέχθηκε. Εκεί έπεσα στα πόδια του, του έβαλα μετάνοια, φίλησα τις άκρες των δακτύλων του και με δάκρυα στα μάτια του ανέφερα τη ζωή της μητέρας μου και ποιες ήταν οι ενέργειες μου για τη σωτηρία της ψυχής της, με τις ελεημοσύνες και τα σαρανταλείτουργα πού έκανα. -Παιδί μου, λέει, αυτό πού ζητάς να μάθεις από μένα, είναι κάτι πάρα πολύ μεγάλο. ‘Αλλά όμως, αφού έκανες τόσο μεγάλο κόπο και τόσο μεγάλη πορεία τριάντα ήμερων για να φθάσης μέχρι εδώ, θα παρακαλέσουμε τον Θεό και οι δύο μαζί, να μας πει που περίπου βρίσκετε ι ή ψυχή της μητέρας σου. Βγήκε λοιπόν έξω, στην πόρτα της σπηλιάς, πήρε μια πετρούλα κι έκανε έναν κύκλο, ό άγιος ασκητής και μου είπε: -Σ αυτόν τον κύκλο μέσα έλα και στάσου όρθιος. Και θα μείνεις εδώ όρθιος, χωρίς να καθίσεις, επτά ήμερες. Ούτε θα φας ούτε θα πιεις ούτε θα κουνηθείς!’

Επτά μέρες κι επτά νύχτες όρθιος και ακίνητος διαρκώς θα προσεύχεσαι να ελεήσει ό Θεός να μάς φώτιση και να μάς αποκάλυψη την κατάσταση της ψυχής της μητέρας σου. Θα παρακαλείς τον Θεό συνεχώς με δάκρυα, τα όποια κάθε μέρα θα πρέπει να γίνονται και πιο πολλά. Θα κάνω κι εγώ ακριβώς το ίδιο μέσα στη σπηλιά. Και πράγματι, λοιπόν, έγινε αυτό, όπως ακριβώς το είπε ό άγιος εκείνος Γέροντας και φημισμένος ασκητής. Όταν έφθασε λοιπόν ή νύχτα της έβδομης ημέρας, αρπάχθηκε ό νους του μοναχού στον ουρανό και με έκσταση ψυχής είδε τα φοβερά της Βασιλείας του Θεού. Και ότι ό Θεός ένια ι παρών και στην κόλαση και στον παράδεισο. Στον παράδεισο χαίρονται και στην κόλαση πονούν. Είδε λοιπόν, ας πούμε, στην αριστερή του πλευρά, μία φοβερή λίμνη, έναν βόρβορο γεμάτο ακαθαρσίες, λάσπη και ανυπόφορη δυσωδία. Ένα φοβερό μείγμα, πού έβραζε και κόχλαζε. Μέσα σ αύτη τη φοβερή λίμνη την καιόμενη του πυρός, όπως μας αναφέρει ή Αποκάλυψις, το τελευταίο βιβλίο της Καινής Διαθήκης, είδε να ανεβοκατεβαίνουν οι ψυχές. Πότε να βυθίζονται μέσα σ αυτήν και πότε να ανεβαίνουν ψηλά, να ανέρχονται λίγο σαν να παίρνουν μια αναπνοή και ξανά πάλι μέσα και ξανά πάλι έξω, χωρίς τελειωμό.

 Είχε την αίσθηση, όπως ακριβώς βράζει κανείς τα φασόλια ή τα ρεβίθια και με τον βρασμό ανεβοκατεβαίνουν αυτά, κατά τον ίδιο τρόπο έβλεπε και τις δυστυχισμένες αυτές υπάρξεις να ανεβοκατεβαίνουν. Κάποια στιγμή λοιπόν, ανεγνώρισε και τη μητέρα του, της οποίας είδε το κεφάλι. Ανεγνώρισε κι αυτή τον γυιό της πού εύρίσκετο στην άκρη της λίμνης και φώναξε: -Παιδί μου, ΕΛΕΟΣ!!! ΒΟΗΘΕΙΑ!!! Και ξαναβυθίοτηκε πάλι μέσα. Και ξαναβγήκε πάλι, ξαναφάνηκε, μέχρι τη μέση τώρα. Και ξαναφωνάζη πάλι “έλεος! έλεος! βοήθεια! βοήθεια!” -Παιδί μου, βοήθησε με, βοήθησε με!!! Καίγομαι, πνίγομαι, βασανίζομαι, υποφέρω!… Και ξανά πάλι βυθίστηκε. Και ξαναβγήκε για τρίτη φορά. -Και τόσος ήταν ό πόνος μου, λέει ό μοναχός, τόση ήταν ή οδύνη μου και τόση ή λαχτάρα μου, πού την ώρα πού ξαναβυθιζόταν, βούτηξα το χέρι μου μέσα, την άρπαξα από τα μαλλιά και με πολλή βία την τράβηξα έξω. Και δίπλα μου βλέπω μία ωραιότατη χρυσή κολυμβήθρα. Από κάποιο σημείο της, από ένα βράχο…πού δεν ήταν και βράχος, δεν ξέρω τί ακριβώς ήταν! έτρεχε γάργαρο νερό και γέμιζε αυτήν την κολυμβήθρα, χωρίς να γεμίζει και χωρίς να αδειάζει ποτέ. Και πήρα τη μητέρα μου και την έβαλα μέσα σ’ αυτήν την κολυμβήθρα και πλύθηκε και καθαρίστηκε και έγινε κατάλευκη σαν το χιόνι. Την έβγαλα κατόπιν από την κολυμβήθρα κι εκεί κάποιοι Νέοι, στα ολόλευκα ντυμένοι, έδωσαν λευκά ρούχα, τυλίχτηκε μ’ αυτά και εντάχθηκε μέσα στον χορό των Αγίων. Κι εκείνη, ανάμεσα στους φωτεινότατους εκείνους Νέους, τούς ολόλαμπρους πού χαίρονταν μέσα στη χαρά της Βασιλείας του Θεού, με ευχαριστούσε συνεχώς και αδιαλείπτως, μέχρι πού ξαναήλθα στον εαυτό μου. Και βρέθηκα το πρωί πού τελείωνε ή έβδομη ημέρα, να είμαι έξω εκεί, μέσα στον κύκλο, παρακαλώντας θερμά για την κατάσταση της ψυχής της μητέρας μου και βεβαίως ύστερα να ευγνωμονώ τον Θεό συνεχώς.

 Όταν ό άγιος εκείνος ασκητής με ρώτησε: -Τί είδες, παιδί μου, αυτό το βράδυ; διηγήθηκα όλα αυτά. Και βεβαίως αναλύθηκα σε λυγμούς και σε ευχαριστίες προς τον Θεό και Σωτήρα μας, για την άπειρη ευσπλαχνία Του πού έβγαλε την ψυχή της μάνας μου από τον Αδη. Το χέρι μου όμως πού βούτηξε μέσα σ’ αυτή την φοβερή κατακαιομένη λίμνη του πυρός, την βρωμερά και δυσώδη και μάλιστα μέχρι τον αγκώνα, ήταν όχι μόνο καμένο -διότι έκαίετο εκείνη ή λίμνη- αλλά και βρωμούσε απαίσια. –Πάτερ μου, λέω, στον άγιο εκείνο Γέροντα και ασκητή σε παρακαλώ πάρα πολύ, κάνε κάτι και θεράπευσε το χέρι μου. Κι εκείνος μου είπε: –Όχι! Μέχρι πού να πεθάνεις, θα το δείχνεις! Είναι ή απόδειξης, για το πόση δύναμη έχει ή Θεία Λειτουργία, τα μνημόσυνα, τα τρισάγια, οι προσευχές με το κομποσκοίνι και οι ελεημοσύνες για έναν κεκοιμημένο. Και σχίζει το ράσο του ό μεγάλος εκείνος ασκητής και Γέροντας και μου λέει: -Τύλιξε το. Ό τόπος τώρα θα ευωδιάζει. Και για εκείνους πού θα αμφιβάλλουν, θα το ξετυλίγεις για να αποδεικνύεις την αλήθεια της ιστορίας της ψυχής της μητέρας σου. -Σεβασμιότατε, το τραβήξατε λίγο. Για δείτε το τώρα ολόκληρο! Και ξετύλιξε ολόκληρο το χέρι του. Κι ό δεσπότης δεν άντεξε την “βρώμα” κι έφυγε από το δωμάτιο. Τόσο φοβερή ήταν ή δυσοσμία. Το ράσο όμως εκείνου του κεχαριτωμένου Γέροντος ήταν ράσο αγιασμένο, γι’ αυτό είχε και τόση ευωδία.

ΒΙΒΛΙΟΓ. ΓΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ. ΠΑΤΗΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ 

 πηγη: http://oparadeisos.wordpress.com 
  http://www.pentapostagma.gr

Δημοφιλείς αναρτήσεις