Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2020

Άγιος Εφραίμ Κατουνακιώτης η μνήμη του τιμάται στις 27 Φεβρουαρίου

 

Απολυτίκιον
Ήχος  πλ. α΄
Tον συνάναρχον Λόγον Πατρί και Πνεύματι.
(ποίημα Ιωσήφ Ιερομονάχου Κατουνακιώτου)


Υπακοήν και αγάπην αναλαβόμενος
και των δακρύων του Σύρου εξαναβλύσας  πηγάς
δι ευχής τε νοεράς και θείας Χάριτος ,
κληρονόμος μεν Θεού συγκληρονόμος δε Χριστού
εδείχθης όσιε πάτερ,  Εφραίμ τας χείρας εκτείνας
σκέπε τους σε μεγαλύναντας.



Πέμπτη, 30 Απριλίου 2020

ΛΟΓΟΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΚΑΙ ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΗΜΩΝ ΑΡΧΙΜ. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΔΕΛΦΟΥΣ ΤΗΣ Ι. ΜΟΝΗΣ ΟΣΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΑΓ. ΟΡΟΥΣ ΕΠΙ ΤΗ ΕΟΡΤΗι ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (2020)




Καθηγούμενος Ι.Μ. Γρηγορίου: «Νά μή μπλέξουμε στά “γρανάζια” τῶν σχεδίων τῶν ἀνθρώπων. Ἐμεῖς νά δοῦμε τί σχέδια ἔχει ὁ Θεός»

Ἀδελφοί καί Πατέρες,

Εὐχαριστοῦμε πάνω ἀπό ὅλα τόν ἅγιο Θεό πού μᾶς ἀξίωσε νά φθάσουμε στήν ΣΤ΄ Ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν καί νά ἑορτάσουμε καί τόν Εὐαγγελισμό τῆς Παναγίας μας, πού εἶναι μία σωτήριος ἡμέρα γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους. Ὁ Εὐαγγελισμός τῆς Παναγίας μας φανερώνει τήν ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο. Βλέπουμε ὅτι ὁ Θεός κυνηγάει τόν ἄνθρωπο γιά νά τόν σώσῃ. Καί τό σχέδιό του ἦταν νά γίνῃ καί ὁ Ἴδιος ἄνθρωπος γιά τήν δική μας σωτηρία. Ἀλλά φανερώνει, ὅπως ἀκούσαμε καί στήν ἀνάγνωσι ἀπό τόν λόγο τοῦ ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα στόν Εὐαγγελισμό τῆς Θεοτόκου, τόν θησαυρό πού εἶχε μέσα στήν καρδιά της ἡ Παναγία μας, τήν ἀγάπη, τήν θυσία, τήν ὑπακοή, τήν ταπείνωσι, καί πρό παντός τήν πίστι καί τήν ἐμπιστοσύνη της στόν Θεό. Φανερώνει ἀκόμη καί τόν σεβασμό πού ἔχει ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο. Δέν ἤθελε νἀ ἐπέμβῃ δυναμικά στήν Παναγία μας καί νά κατοικήσῃ μέσα της, προτοῦ νά πάρῃ καί τήν δική της συγκατάθεσι. Γι’ αὐτό μέχρι νά πῇ ἡ Παναγία μας τό «ἰδού ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά σου» (Λουκ. α΄ 38) ὁ Θεός περίμενε. Καί ὅταν ἡ Παναγία μας παρεδόθη ἐξ ὁλοκλήρου στόν Θεό, τότε ἔγινε καί τό μέγα μυστήριο τῆς σωτηρίας μας καί ἀρχίζει ἀπό ἐκείνη τήν στιγμή τό ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν σάρκωσι τοῦ Θεοῦ Λόγου μέσα της.
Γι’ αὐτό καί εὐχαριστοῦμε τήν Παναγία μας. Καί νά ξέρουμε, ὅτι κάθε φορά πού καί ἐμεῖς παραδιδόμαστε στόν Θεό καί λέμε: «ἰδού, Κύριε, ὁ δοῦλός σου· γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά σου», τότε ἔρχεται καί σέ μᾶς μέσα καί κατοικεῖ τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, καί γινόμαστε ἄνθρωποι χαριτωμένοι. Ὁσάκις ὅμως ἐμεῖς παραβαίνουμε τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, τότε φεύγει καί ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. Εἶναι παράδειγμα γιά μᾶς ἡ Παναγία.

Βλέπουμε ὅτι ἡ Παναγία πάντοτε εἶχε μία ἀνάπαυσι μέσα της, μία εἰρήνη. Καί μετά, ὅταν πῆγε στήν Βηθλεέμ γιά νά γεννήσῃ τόν Χριστό, δέν στενοχωριόταν πού δέν εὕρισκε τόπο γιά νά γεννήσῃ καί ὅτι χρειάσθηκε νά πάῃ σέ ἕνα σπήλαιο.
Διότι ἤξερε ὅτι ἦταν στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Εἶχε τόν Θεό προστάτη. Γι’ αὐτό πάντοτε εἶχε μία εἰρήνη, μία ἀγαλλίασι μέσα της, μία ἀνάπαυσι. Καί ὅταν ἔφυγε στήν Αἴγυπτο, τό ἴδιο. Καί ὅταν ἐπέστρεψαν πάλι πίσω στήν Ναζαρέτ, εἶχε ἡ Παναγία μας αὐτήν τήν εἰρήνη καί τήν ἀνάπαυσι μέσα της, διότι εἶχε τήν πίστι καί τήν ἐμπιστοσύνη της στόν Θεό.

Ἔτσι καί ἐμεῖς, πού γινόμαστε μοναχοί καί ἀφιερωνόμαστε στόν Θεό,πρέπει νά ἔχουμε αὐτή τήν ἐμπιστοσύνη καί αὐτή τήν πίστι στόν Θεό. Φέτος μέ τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ κάναμε καί πέντε Μεγαλοσχήμους Μοναχούς καί ἀκούσαμε τίς ὑποσχέσεις πού δίνει ὁ μοναχός, ὅτι πρέπει τά πάντα νά ἐγκαταλείψῃ γιά νά ἀγαπήσῃ τόν Θεό. Ὁ σκοπός μας εἶναι νά ἀγαπήσουμε τόν Θεό. Καί ἄν τό πετύχουμε αὐτό καί ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στόν Θεό καί δέν κλονίζεται ἡ πίστις μας καί ἡ ἐμπιστοσύνη μας σ’ Αὐτόν –ἐξ ἄλλου γι’ αὐτό ἐρχόμαστε στό μοναστήρι, ἐπειδή ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στόν Θεό–, τότε πάντοτε θά εἴμαστε ἀναπαυμένοι. Ὅ,τι καί νά συμβαίνῃ στήν ζωή μας, θά εἶναι γιά μᾶς μία ἀνάπαυσις, γιατί ξέρουμε ὅτι μέ ὅλα τά γεγονότα τῆς ζωῆς μας ὁ Θεός ἑτοιμάζει τήν σωτηρία μας. Διότι αὐτός εἶναι ὁ σκοπός τοῦ Θεοῦ: Νά σώσῃ τόν ἄνθρωπο.
Τώρα, βλέπετε, ἔχουμε καί αὐτή τήν περίπτωσι μέ τόν κορονοϊό, ἐξ αἰτίας τοῦ ὁποίου ὑπάρχει μία ταραχή σ’ ὅλο τόν κόσμο. Ἐμεῖς ὀφείλουμε νά ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στόν Θεό. Ἀκούονται πολλά σενάρια. Ὅμως νά μή ἐμπιστεύεστε στό κάθε τί πού ἀκοῦτε, διότι ὁ κόσμος ἔχει τά σχέδιά του. Ἀλλά καί ὁ Θεός ἔχει τά δικά Του σχέδια. Πάνω ἀπό ὅλα εἶναι ὁ Χριστός. Ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου εἶναι ὁ Χριστός. Ὁ Κύριος τῆς ἱστορίας εἶναι ὁ Θεός· δέν εἶναι οἱ ἄνθρωποι. Μποροῦν οἱ ἄνθρωποι νά λένε ὅ,τι θέλουν, νά προγραμματίζουν ὅ,τι θέλουν. Καί δέν θά μᾶς σώσῃ  οὔτε ἡ Ἀμερική οὔτε ἡ Ρωσία οὔτε ἡ Κίνα… οὔτε ἄλλο τίποτε ἀπό τά τοῦ κόσμου· θά μᾶς σώσῃ μόνο ὁ Θεός. Νά μή μπλέξουμε σ’ αὐτά τά “γρανάζια” τῶν σχεδίων τῶν ἀνθρώπων. Ἐμεῖς νά δοῦμε τί σχέδια ἔχει ὁ Θεός. Σ’ ἐκεῖνα νά ἐμπλακοῦμε, νά ἀνακατευτοῦμε, σ’ ἐκεῖνα πού ὁ Θεός θέλει γιά μᾶς. Καί τί θέλει ὁ Θεός ἀπό μᾶς; Ὁ Θεός θέλει τήν μετάνοιά μας!

Ὅπως ἀναφέρει ὁ ἅγιος Βαρσανούφιος, ὅλες αὐτές οἱ δοκιμασίες γίνονται ἐξ αἰτίας τῶν ἀμαρτιῶν μας. Δέν γίνεται κάτι τυχαῖο. Καί τά αἴτια τῆς ἁμαρτίας εἶναι ἡ προαίρεσις τοῦ ἀνθρώπου. Δέν ἔχουμε σωστή προαίρεσι, σωστή θέλησι. Ἐπειδή δέν κάνουμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἀλλά κάνουμε τά θελήματα τῆς σαρκός, γι’ αὐτό καί ὁ Θεός ἐπεμβαίνει πολλές φορές στήν ἱστορία. Διαβάζουμε στήν Παλαιά Διαθήκη, ὅτι ὅταν οἱ Ἰουδαῖοι ξέφευγαν ἀπό τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, ἐπέτρεπε ὁ Θεός τίς γειτονικές φυλές νά τούς πολεμοῦν καί νά τούς νικοῦν. Ὅταν ἐπέστρεφαν στόν Θεό, ἄν καί ἦσαν λίγοι, νικοῦσαν.

Ὁ Θεός τώρα μᾶς ταρακουνάει λίγο, γιά νά ξυπνήσουμε. Ὄχι γιά νά βλέπουμε τί κάνει ὁ ἕνας καί ὁ ἄλλος, ἀλλά γιά νά δοῦμε ἐμεῖς τί πρέπει νά κάνουμε, γιά νά βοηθήσουμε τόν ἑαυτό μας καί γιά νά βοηθήσουμε τήν κατάστασι. Δέν ὠφελεῖ τό νά ἀσχολούμαστε μέ τό τί κάνει ὁ ἕνας καί ὁ ἄλλος, πατέρες, ἀλλά μέ τό τί πρέπει ἐμεῖς νά κάνουμε, γιατί ὁ Θεός γιά μᾶς ἐπιτρέπει αὐτήν τήν δοκιμασία.
Ἡ ἁγία Μαρία ἡ Αἰγυπτία, ἦταν μία γυναίκα πολύ ἁμαρτωλή. Ἀλλά ὁ Θεός τήν κυνηγοῦσε, τήν παρακολουθοῦσε, καί ἤθελε κάποια στιγμή νά τήν βοηθήσῃ.
Καί ὅταν πῆγε νά προσκυνήσῃ τόν Τίμιο Σταυρό, πρόβαλε ὁ Θεός αὐτήν τήν ἀόρατη δύναμι, γιά νά τήν ἐμποδίσῃ νά εἰσέλθῃ μέσα στόν ναό. Τότε ἡ ἁγία Μαρία ἦλθε στόν ἑαυτό της. Τί σημαίνει αὐτό; Ὅτι ἡ ἁγία Μαρία δέν ἄρχισε νά λέῃ: “Ὁ Θεός εἶναι ἄδικος. Γιατί δέν μέ ἀφήνει νά πάω νά προσκυνήσω; Μήπως μόνο ἐγώ εἶμαι ἁμαρτωλή; Οἱ ἄλλοι πού μπαίνουν μέσα δέν εἶναι ἁμαρτωλοί; Γιατί ἀφήνει τούς ἄλλους καί ἐμένα δέν μέ ἀφήνει;”. Δέν κάθησε νά ἀσχοληθῇ μέ τό τί κάνουν οἱ ἄλλοι οὔτε μέ τό ἄν ὁ Θεός εἶναι δίκαιος, ἀλλά κατάλαβε ὅτι αὐτό γινόταν γιά τίς ἁμαρτίες της.

Αὐτή εἶναι ἡ καλή προαίρεσις, ἡ καλή θέλησις πού εἶχε ἡ Ἁγία. Ὁ Θεός τῆς ἔδωσε μία εὐκαιρία, τήν ταρακούνησε λίγο, γιά νά καταλάβῃ τήν ἁμαρτία της. Καί ὅταν τό κατάλαβε ἡ ἴδια καί ἦλθε στόν ἑαυτό της, ἔκλαψε, μετανόησε πολύ καί πῆρε τήν ἀπόφασι νά ἐγκαταλείψῃ τόν κόσμο. Στράφηκε στήν Παναγία, τήν ἔβαλε ὡς ἐγγυήτρια καί τήν παρακάλεσε νά συγχωρήσῃ τίς ἁμαρτίες της καί νά τήν βοηθήσῃ νά προσκυνήσῃ τόν Τίμιο Σταυρό. Μετά ἐμπιστεύθηκε τόν ἑαυτό της στήν Παναγία γιά νά τήν ὁδηγήσῃ νά πάῃ, ὅπου Ἐκείνη θά τῆς ἔδειχνε. Βλέπετε, δέν πῆγε ὅπου ἤθελε αὐτή, ἀλλά ὅπου τῆς ἔδειξε ἡ Παναγία. Καί γνωρίζουμε ὅτι πῆγε στήν ἔρημο καί ὅτι ἐκεῖ ἔζησε σαράντα ἑπτά χρόνια. Τά δέκα ἑπτά πρῶτα χρόνια εἶχε πολύ μεγάλο πόλεμο. Τῆς ἔρχονταν λογισμοί, τῆς ἔρχονταν ἐνθυμήσεις ἀπό τά τραγούδια, ἀπό τά φαγητά, ἀπό τά ποτά, ἀπό τίς ἁμαρτίες πού ἔκανε. Ἀλλά αὐτή δέν ἐπέτρεπε οὔτε ἕνα λογισμό νά εἰσέλθῃ καί νά μολύνῃ τήν καρδία της ἤ νά τραυματίσῃ τήν σχέσι της μέ τόν Θεό, διότι εἶχε ὑποσχεθῆ ὅτι ὅλα αὐτά θά τά ἐγκαταλείψῃ. Γιατί; Διότι εἶχε καλή θέλησι, εἶχε καλή προαίρεσι. Τότε βοήθησε καί ὁ Θεός. Καί μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ «τά ἀδύνατα παρά ἀνθρώποις γίνονται δυνατά» (βλ. Λουκ. ιη΄ 27).

Εἶναι νά θαυμάζῃ κανείς, πῶς μία γυναίκα ἔζησε μέσα στήν ἔρημο τόσα χρόνια. Γιατί; Διότι εἶχε αὐτή τήν καλή θέλησι. Εἶχε καλή προαίρεσι καί ἀγωνίσθηκε δυναμικά, παρ’ ὅλο πού εἶχε τόσο μεγάλες ἁμαρτίες. Ἀλλά τό πρῶτο καί βασικό ποιό ἦταν; Πῶς ξεκίνησε; Ἦλθε «στόν ἑαυτό της». Δέν κάθησε, ὅπως εἴπαμε, νά συγκρίνῃ τήν ζωή της μέ τούς ἄλλους καί νά λέῃ: “Γιά κοίταξε, καί αὐτός πού μπαίνει τώρα μέσα εἶναι ἁμαρτωλός. Ἀφοῦ τόν ξέρω. Ἔχει κάνει τόσες ἁμαρτίες. Γιατί τόν ἀφήνει ὁ Θεός καί μπαίνει μέσα καί ἐμένα δέν μέ ἀφήνει νά μπῶ;”. Δέν εἶπε, ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἄδικος.

Ἑπομένως αὐτό πού ζητᾷ ὁ Θεός ἀπό μᾶς εἶναι νά κοιτᾶμε τόν ἑαυτό μας. Ἡ προαίρεσίς μας δέν εἶναι σωστή, διότι ἄν ἔχουμε σωστή προαίρεσι, ὁ Θεός θά βρῇ τρόπο νά μᾶς βοηθήσῃ. Νά τό ξέρετε αὐτό, πατέρες. Πάνω ἀπό ὅλα νά ἔχουμε αὐτό στόν νοῦ μας: Τί ζητάει ἀπό μᾶς ὁ Θεός σέ κάθε περίπτωσι. Καί αὐτό πού ζητάει ὁ Θεός ἀπό μᾶς εἶναι ἡ ἐπιστροφή μας κοντά Του. Νά ἐπιστρέψουμε ὅλοι μας. Τίποτε ἄλλο. Καί ὅταν ἐπιστρέφουμε ἐμεῖς, ἐπιστρέφει ἕνα μέρος τῆς Ἐκκλησίας καί σιγά‐σιγά διορθώνεται ὅλη ἡ Ἐκκλησία. Διότι, ἄν προσέχουμε “τί κάνει ὁ ἕνας καί τί κάνει ὁ ἄλλος”, ἐνῶ ἐμεῖς κάνουμε χειρότερα ἀπό αὐτούς, ἐπειδή κατακρίνουμε τούς ἀνθρώπους, τότε ποιό τό ὄφελος; Δέν ὠφελοῦμε κανένα. Δέν βγαίνει κανένα κέρδος, ὅταν ἀσχολούμαστε μέ τούς ἄλλους. Διότι οὔτε ἐμεῖς ὠφελούμαστε οὔτε αὐτοί, ἀλλά μᾶλλον βλαπτόμαστε. Ἔτσι ὅμως δέν μπορεῖ νά προχωρήσῃ ἡ Ἐκκλησία.

Ὅλα αὐτά τά εἶπα μέ ἀφορμή τό θέμα τοῦ κορονοϊοῦ, γιά νά μή ἀκοῦτε τά διάφορα σενάρια πού λέγονται ἐδῶ καί ἐκεῖ, διότι δέν γνωρίζουμε τί θά γίνῃ. Ὅπως καί νά ἔχῃ τό πρᾶγμα, ὁ Ἀντίχριστος θά ἔλθῃ, ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία τό ἔχει πεῖ. Ὅμως πότε θά ἔλθῃ, δέν ξέρουμε. Ἐμεῖς ἄς εἴμαστε ἕτοιμοι. Ἐξ ἄλλου καί ὁ Ἀντίχριστος νά ἔλθῃ, τί μᾶς πειράζει ἐμᾶς; Ἐπάνω ἀπό ὅλα εἶναι ὁ Χριστός. Τί, δηλαδή, ὁ Ἀντίχριστος εἶναι ἐπάνω ἀπό τόν Χριστό; Ἀφοῦ στό τέλος ὁ Χριστός θά νικήσῃ. Δέν θά νικήσουν οἱ ἄνθρωποι ἤ τά σχέδια τῶν ἀνθρώπων. Ἐάν ἐμεῖς πιστεύουμε στόν Θεό, «εἰ ὁ Θεός μεθ’ ἡμῶν, οὐδείς καθ’ ἡμῶν». Νά μή συγχιζόμαστε καί ταραζόμαστε καί στενοχωριόμαστε. Μόνο νά μετανοοῦμε. Νά ἔχουμε σωστή μετάνοια καί ἐπιστροφή στόν Θεό. Αὐτό νά κοιτάξουμε. Καί ἄν δέν ταπεινωθοῦμε, δέν μπορεῖ νά ἔλθῃ τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ στήν ζωή μας.
Θά διαβάσουμε τώρα κάτι ἀπό τόν ἀββᾶ Βαρσανούφιο, πού καί στήν ἐποχή του ὑπῆρχε κάτι ἀντίστοιχο μέ αὐτό πού συμβαίνει σήμερα.

«Παράκληση τῶν Πατέρων πού ἡσύχαζαν στό Κοινόβιο πρός τό μεγάλο Γέροντα, σχετικά μέ τόν κόσμο: Ἐπειδή κινδυνεύει ὁ κόσμος, σέ παρακαλοῦμε ὅλοι νά ἱκετεύσεις τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ νά ἀποσύρει τό (ἀπειλητικό) Του χέρι καί νά βάλει τή ρομφαία πίσω στή θήκη της. Στάσου ἀνάμεσα σ’ αὐτούς πού ἔπεσαν καί σ’ αὐτούς πού στέκουν μέ τό ἅγιο θυμίαμα τῆς προσευχῆς σου καί σταμάτησε τόν ἐξολοθρευτή. Ὕψωσε τό ἅγιο θυσιαστήριο (τῆς ἁγιασμένης πατρικῆς καρδιᾶς σου) στά ὁλόφωτα καί ἅγια δώματα τοῦ οὐρανοῦ καί θά παύσει ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ. Καί σοῦ δεόμαστε καί σέ παρακαλοῦμε λυπήσου τόν κόσμο πού χάνεται. Θυμήσου ὅτι ὅλοι εἴμαστε μέλη σου. Δεῖξε καί στήν παρούσα στιγμή τήν εὐσπλαγχνία σου καί τά θαυμάσια τοῦ Θεοῦ, διότι σ’ Αὐτόν ἀνήκει ἡ δόξα στούς αἰῶνες. Ἀμήν.

Ἀπόκριση Βαρσανουφίου: Ἀδελφοί, βρίσκομαι σέ πένθος καί σέ ὀδυρμό γιά τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ πού κρέμεται πάνω ἀπό τήν ἀνθρωπότητα, διότι ὅλα ὅσα κάνουμε εἶναι ἀντίθετα ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριος εἶπε· “ἄν ἡ ἀρετή σας δέν ξεπεράσει τήν ἀρετή τῶν Γραμματέων καί τῶν Φαρισαίων, δέν θά εἰσέλθετε στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ” (Ματθ. ε΄ 20). Ἐμεῖς ὅμως πήγαμε στό τελείως ἀντίθετο· ξεπέρασε ἡ παρανομία μας κατά πολύ τήν παρανομία καί τῶν ἀλλοπίστων. Καί εἶναι πολλοί αὐτοί πού παρακαλοῦν τή φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ νά παύσει τήν ὀργή ἀπό τόν κόσμο –καί κανένας βέβαια δέν εἶναι πιό φιλάνθρωπος ἀπό τό Θεό– ἀλλά δέν θέλει νά δώσει ἔλεος, διότι ἀντιστέκεται τό πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν πού γίνονται στόν κόσμο. Ὑπάρχουν δέ τρεῖς ἄνδρες πού, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἔφθασαν στόν τέλειο βαθμό τῆς ἀναγεννήσεώς τους καί ὑπηρετοῦν ἀφοσιωμένοι τό θέλημά Του, οἱ ὁποῖοι ξεπέρασαν τά ὅρια τῆς ἀνθρώπινης φύσης καί ἔλαβαν ἐξουσία νά λύνουν καί νά δένουν, νά συγχωροῦν καί νά μή συγχωροῦν ἁμαρτίες. Αὐτοί στέκουν ἄγρυπνοι μπροστά στήν ἀπειλούμενη συμφορά καί ἀγωνίζονται ὥστε νά μήν καταστραφεῖ ἀκαριαίως καί ὁλοσχερῶς ὅλος ὁ κόσμος, ἡ Οἰκουμένη. Πραγματικά, μέ τίς εὐχές τους, ὁ Κύριος παρατείνει μαζί μέ τή δοκιμασία καί τό ἔλεός Του. Λέχθηκε δέ πρός αὐτούς, ὅτι γιά λίγο χρόνο θά κρατήσει ἀκόμη ἡ ὀργή. Μαζί μ’ αὐτούς λοιπόν εὐχηθεῖτε καί σεῖς. Οἱ εὐχές δέ αὐτῶν τῶν τριῶν συναντιοῦνται στήν εἴσοδο τοῦ ἄνω Θυσιαστηρίου τοῦ Πατρός τῶν Φώτων. Καί συγχαίρουν ὁ ἕνας μέ τόν ἄλλο καί συναγάλλονται στά ἐπουράνια. Ὅταν πάλι στραφοῦν πρός τή γῆ συμπενθοῦν καί συγκλαίουν καί συνοδύρονται γιά τά κακά ἐκεῖνα πού γίνονται καί κινοῦν τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ. Εἶναι δέ αὐτοί ὁ Ἰωάννης στή Ρώμη, ὁ Ἠλίας στήν Κόρινθο καί ἕνας ἄλλος στήν ἐπαρχία τῶν Ἱεροσολύμων. Πιστεύω δέ, ὅτι θά ἐπιτύχουν νά ἀποσπάσουν τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ναί θά τό ἐπιτύχουν. Ἀμήν. Ὁ Θεός μου (πού χαρίζει τό ἔλεός Του σέ μένα τόν ἀνάξιο), νά σᾶς ἐνδυναμώσει, ὥστε νά ἀκούσετε καί νά σηκώσετε τό βάρος καί τήν ὀδύνη πού προκαλοῦν αὐτά πού σᾶς εἶπα, διότι εἶναι ἀπρόσιτα σέ ὅσους δέν ἔχουν τό χάρισμα νά τά ἐννοήσουν»
(ἐκδ. Ἑτοιμασία, τόμ. Γ΄, σελ. 59‐63).

Βλέπετε, ὅτι καί ὁ ἅγιος Βαρσανούφιος, πού ἔζησε τόν στ΄ αἰῶνα, ὁπότε ὑπῆρχε κάποια ἀντίστοιχη δυσκολία σέ ὅλο τόν κόσμο, ἔλεγε ὅτι οἱ ἄνθρωποι ὅ,τι κάνουν εἶναι ἀντίθετο πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καί ἐμεῖς σάν ἄνθρωποι ἔχουμε ξεφύγει ἀπό αὐτό πού θέλει ὁ Θεός.

Ἕνας ἀσκητής κάποτε ἔλεγε στόν ἑαυτό του: “Ἄν καί εἶμαι τόσα χρόνια στήν ἔρημο, δέν ἔχω κάνει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Δέν κατάφερα οὔτε μία ἡμέρα νά κάνω τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Αὔριο θά ἀγωνισθῶ νά κάνω τό θέλημα τοῦ Θεοῦ”. Ὁπότε δέν κάθησε στό κελλί του νά κάνῃ προσευχή, ἀλλά ὅπως ἔκανε κάθε ἡμέρα πῆρε μία σακκοῦλα μέ σιτάρι καί πῆγε στόν μῦλο γιά νά ἀλέσῃ. Μόλις ὅμως ἔφθασε στόν μῦλο, ἔρχεται κάποιος ἄλλος καί τοῦ λέει: “Πάτερ, μπορῶ νά ἀλέσω ἐγώ, διότι βιάζομαι;”. “Ἄλεσε”, τοῦ λέει, διότι σκέφθηκε: “ὁ Θεός τί θέλει τώρα ἀπό μένα; Νά τοῦ δώσω τήν θέσι μου”. Μόλις ὅμως τελείωσε αὐτός, ἔρχεται ἄλλος. Ἔτσι πέρασε ὅλη ἡ ἡμέρα καί ἔρχονταν κάθε λίγο καί καινούριοι καί στό τέλος ἔφυγε πίσω χωρίς νά ἀλέσῃ τό σιτάρι. Εἶχε τότε τήν πληροφορία, ὅτι “σήμερα ἔκανες τό θέλημα τοῦ Θεοῦ”. Βλέπετε; Πρέπει νά κοιτᾶμε κάθε στιγμή στήν ζωή μας, ποιό εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Στόν ἅγιο Ἐφραίμ τόν Κατουνακιώτη, πού ὅπως ξέρετε εἶχε δύσκολο Γέροντα, κάθε ἡμέρα τοῦ ἐρχόταν λογισμός νά φύγῃ. Ἔλεγε: “Ἄς φύγω αὔριο”. Μετά ἔλεγε: “Ἄς φύγω τήν ἄλλη ἑβδομάδα”. Μετά: “Ἄς φύγω τό Πάσχα, τά Χριστούγεννα κ.λ.π.”. Ἔτσι πέρασαν σαράντα χρόνια ἐκεῖ μαζί μέ τόν Γέροντά του. Ὅταν ἐκοιμήθη ὁ Γέροντάς του καί πῆγε νά τόν ἀποχαιρετίσῃ κατά τόν τελευταῖο ἀσπασμό, αἰσθάνθηκε μέσα του ὅτι αὐτό πού ἔκανε ἦταν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ὅτι αὐτό θά τόν ὡδηγοῦσε στήν σωτηρία του. Αἰσθάνθηκε μία πληροφορία μέσα του: “Ἄν δέν ἔκανες αὐτό, πού ἦταν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ στήν ζωή σου, καί ἔφευγες, θά χανόσουν”. Αὐτή τήν πληροφορία εἶχε. Καί ἔλεγε στόν Θεό: “Καλά, γιατί δέν μοῦ τό ἔλεγες; Γιατί, Θεέ μου, δέν μέ πληροφόρησες, ὅτι αὐτό ἦταν τό θέλημά Σου, γιά νά μή ταλαιπωροῦμαι;”. Καί ἔλαβε τήν ἀπάντησι: “Διότι ἤθελα νά δῶ τήν προαίρεσί σου”.

Γι’ αὐτό, πατέρες, νά κάνουμε ὑπομονή καί νά ἔχουμε πάντοτε ἕνα καλό λογισμό. Νά ἔχουμε σωστή προαίρεσι καί νά ἀναρωτιόμαστε, τί ζητάει ἀπό μᾶς ὁ Θεός. Ὁ Θεός μᾶς ταρακουνάει μερικές φορές, γιά νά ξυπνήσουμε.

Τό 1978, πού ἔγιναν οἱ σεισμοί στήν Θεσσαλονίκη, ἐγράφη ἕνα βιβλίο πού ἔλεγε: «Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ σείει τήν γῆ». Καί ὁ ἅγιος Παΐσιος, πού ἦταν τότε στήν Σουρωτή, ἔλεγε: «Νά πᾶμε στό Ἅγιον Ὄρος νά δέσουμε τήν Θεσσαλονίκη, γιά νά μή κουνιέται». Ἄλλοτε πάλι ὁ ἴδιος, ὅταν τοῦ ἔλεγαν γιά κάποιους πού εἶχαν πόνο καί στενοχώριες καί ταλαιπωρίες, ἔλεγε: «Τί φταῖνε αὐτοί οἱ ἄνθρωποι καί ταλαιπωροῦνται, ἄν ἐγώ, τό χαμένο, δέν εἶμαι ἅγιος γιά νά τούς βοηθήσω;». Βλέπετε; Τήν εὐθύνη τήν ἔριχνε ἐπάνω του. Δέν τήν ἔριχνε στούς ἀνθρώπους πού ὑπέφεραν. Αὐτό τό πνεῦμα νά ἔχουμε, πατέρες. Πάντοτε νά ἔχουμε αὐτή τήν διάθεσι, ὅτι ἐμεῖς πρέπει νά διορθωθοῦμε καί μετά θά διορθωθοῦν καί οἱ ἄλλοι.
Καί τό Εὐαγγέλιο πού ἀκούσαμε προχθές στήν Ἐκκλησία μέ τήν γυναῖκα πού τήν συνέλαβαν ἐπ’ αὐτοφώρῳ νά μοιχεύῃ, τό ἴδιο πρᾶγμα τονίζει. Σύμφωνα μέ τόν νόμο ἔπρεπε νά τήν λιθοβολήσουν. Ὁ Χριστός δέν ἀπέρριψε τόν Νόμο αὐτό, ἀλλά τούς εἶπε: Ἐντάξει, νά τήν λιθοβολήσετε. Ἀλλά ὁ ἀναμάρτητος ἄς ρίξῃ πρῶτος τόν λίθο. Καί τότε ὄλοι ἔφυγαν καί κανείς δέν τήν λιθοβόλησε. Καί ὁ Χριστός εἶπε: Οὔτε ἐγώ σέ λιθοβολῶ πού εἶμαι ἀναμάρτητος. Ἦλθε ἡ Καινή Διαθήκη, ἦλθε ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. Δέν τιμωρεῖ ὁ Θεός, ἀλλά θέλει καί περιμένει τήν ἐπιστροφή μας. Γι’ αὐτό τῆς εἶπε: «Πορεύου καί μηκέτι ἁμάρτανε» (Ἰωάν. η΄ 11), διότι θέλει νά μή ἁμαρτάνουμε καί νά ἐπιστρέψουμε κοντά Του.

Γι’ αὐτό νά προσέχουμε, πατέρες! Ἔχουμε τόσα μέσα μας. Νά μή ἐπιβαρύνουμε τόν ἑαυτό μας περισσότερο. Τοὐλάχιστον νά μή κατακρίνουμε τούς ἀνθρώπους, ὅποιοι καί νά εἶναι αὐτοί. Καί νά κοιτάξουμε νά διορθωθοῦμε. Νά δοῦμε, ποῦ φταῖμε ἐμεῖς καί νά διορθωθοῦμε. Ἐδῶ μέσα στό μοναστήρι τά πράγματα εἶναι ἁπλά. Τό μοναστήρι εἶναι ὁ ἱδανικώτερος χῶρος πού μπορεῖ κανείς νά ἀναπτυχθῇ πνευματικά, φθάνει νά τό αξιοποιήσῃ σωστά. Εἶναι οἱ ἀκολουθίες πού ἔχουμε, εἶναι ἡ τράπεζα, εἶναι οἱ ἀναγνώσεις, εἶναι τό διακόνημα, εἶναι τά πνευματικά μας.

Μέ αὐτά, ἄν ἀσχοληθῇ κανείς, τελείωσε· ἡ σωτηρία του εἶναι εὔκολη. Γιατί νά ἀσχολούμαστε μέ ἄλλα πράγματα καί νά στενοχωριόμαστε καί νά ψυχραινόμαστε καί μεταξύ μας; Τώρα οἱ περιστάσεις τό καλοῦν, νά εἴμαστε πιό σοβαροί μοναχοί. Νά μή παρεξηγούμαστε μέ μικροπράγματα μεταξύ μας καί στενοχωριόμαστε καί ψυχραινόμαστε, ἀλλά νά κοιτᾶμε, πῶς θά βοηθήσουμε ὅλοι τήν δύσκολη αὐτή κατάστασι. Ὁ Θεός ἀπό μᾶς αὐτό περιμένει. Καί σκέφθηκα, ἐπειδή ὑπάρχει αὐτή ἡ κατάστασις μέ τήν πανδημία, νά κάνουμε καί ἐμεῖς σάν μοναστήρι κάτι παραπάνω ἀπό τίς ἀκολουθίες πού κάνουμε. Ἄν μποροῦμε κάθε μέρα νά κάνουμε μία Παράκλησι γι’ αὐτή τήν κατάστασι στήν Ἁγία Ἀναστασία μετά τό Ἀπόδειπνο. Πάντα νά ὑπάρχῃ ἕνας ἱερέας καί ὅσοι θέλουν νά κάνουν Παράκλησι γι’ αὐτό τό θέμα, νά πηγαίνουν ἐκείνη τήν ὥρα στήν Ἁγία Ἀναστασία. Καί ὁ καθένας στό κελλί του ὅσο μπορεῖ νά κάνῃ λίγη προσευχή. Ἄς ἀρχίσουμε μέ τήν Παράκλησι πρῶτα καί μετά βλέπουμε, ἄν θά κάνουμε κάτι παραπάνω. Καί νά εὐχηθοῦμε σιγά‐σιγά αὐτή ἡ κατάστασις νά τελειώσῃ καί νά δώσῃ ὁ Θεός εἰρήνη στόν κόσμο Του.

Ἐγώ βλέπω ὅτι πολλοί ἄνθρωποι ὠφελήθηκαν. Κάνουν προσευχές, παρακαλοῦν τόν Θεό, μελετοῦν, ἔρχονται σέ συναίσθησι. Λέγουν: “Ὁ Θεός μᾶς τιμωρεῖ, διότι καί ἐμεῖς δέν ἀξιοποιήσαμε σωστά αὐτά πού εἴχαμε στήν ζωή μας”. Αὐτοί πού ἔχουν καλή διάθεσι, θά ὠφεληθοῦν. Καί πιστεύω ὅτι μέσα ἀπό αὐτό τό κακό θά βγῇ κάτι καλό, τοὐλάχιστον γι’ αὐτούς πού ἔχουν καλή διάθεσι. Μέσα ἀπό αὐτή «τήν μπόρα τήν δαιμονική θά ἔλθῃ καί ἡ λιακάδα ἡ θεϊκή».

Γι’ αὐτό νά μή ἀνησυχοῦμε, πατέρες. Ἐμεῖς ἔχουμε τόν στόχο μας. Θά ἀγωνισθοῦμε σ’ αὐτό πού ὀφείλουμε νά κάνουμε «καθ’ ἡμέραν», διότι τό αὔριο δέν εἶναι στά χέρια μας. Ἔχουμε τήν σημερινή ἡμέρα. Πῶς θά δουλέψουμε σήμερα; Αὐτό νά κοιτάξουμε. Μή σκεπτόμαστε γιά αὔριο καί μεθαύριο. Ὅταν θά ἔλθῃ ἡ αὐριανή ἡμέρα, πάλι θά εἶναι σημερινή καί ἐκείνη ἡ ἡμέρα. Ἐάν λοιπόν μάθουμε νά δουλεύουμε σωστά κάθε ἡμέρα, ὅλη μας τήν ζωή θά δουλεύουμε σωστά. Ἐνῶ, ἐάν ἀφήνουμε τήν ἡμέρα νά περάσῃ μάταια καί σκεπτόμαστε, τί θά γίνῃ μετά ἀπό πέντε καί δέκα καί εἴκοσι χρόνια, τότε δέν πρόκειται νά κάνουμε τίποτε στήν ζωή μας καί θά  φύγουμε ἀπό αὐτόν τόν κόσμο, χωρίς νά ἔχουμε πάρει τίποτε μαζί μας…



https://enromiosini.gr

Τρίτη, 14 Απριλίου 2020

«Κύριε, σῶσον λαόν ἀπεγνωσμένον»....Ἱερομόναχος Εὐθύμιος




14 Απριλίου 2020

Στίς κρίσιμες ἡμέρες πού διανύομε καί στήν ἱερότητα τῶν ἡμερῶν τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος ἐπιβάλλεται μᾶλλον σιωπή καί προσευχή. Ὅμως ἐπειδή προσφάτως στό Διαδίκτυο κυκλοφορήθηκαν κάποιες ἀπόψεις μέ τόν ὄνομά μου, πρός ἀποκατάσταση τῆς ἀληθείας, γιά νά μήν προκύψη ζημία, ἀναφέρω τά ἑξῆς:

Οὐδέποτε εἶπα σέ ἀνθρώπους νά ἀποθηκεύουν τρόφιμα λόγω ἐπικείμενου πολέμου καί οὐδέποτε προφήτευσα τήν λήξη τῆς ἀπειλῆς τοῦ ἰοῦ, ὅπως κάποιοι ἀνεύθυνα καί ψευδῶς διέδωσαν. Ἐπίσης χωρίς τήν ἀδειά μου ἀνήρτησαν συζητήσεις μου μέ ἀνακριβεῖς καί ἀντικρουόμενες ἀπόψεις μου γιά τόν κορονοϊό, οἱ ὁποῖες προκάλεσαν ἐρωτηματικά. Ἡ ἄποψή μου φαίνεται ξεκάθαρα σέ ὅσα ἀκολουθοῦν, εἶναι ἐντελῶς προσωπική, χωρίς διάθεση νά τήν ἐπιβάλλω καί σέ ἄλλους.

Στά τόσα δυσβάσταχτα προβλήματα πού ἔχουν οἱ ἄνθρωποι, τώρα προστέθηκε καί ἡ ἀπειλή τοῦ ἰοῦ, πού κατήντησε ἐφιάλτης. Πιό πολύ ὑποφέρουν οἱ ἄνθρωποι ἀπό τόν φόβο, τόν πανικό καί τόν ἀκούσιο ἐγκλεισμό, παρά ἀπό τόν ἰό. Ἡ πολιτεία πῆρε μέτρα προστασίας, ἀλλά ἡ Ἐκκλησία ἔχει τά δικά της ἐφόδια γιά τήν ἀντιμετώπιση τοῦ ἰοῦ, πού τώρα ταπεινωμένη ὅσο ποτέ ἄλλοτε, ἀποδυναμωμένη καί δεσμευμένη ἀπό τήν πολιτεία, ἀδυνατεῖ νά τά παράσχη στούς πιστούς της.

Παλαιώτερα σέ παρόμοιες περιπτώσεις θανατηφόρων ἐπιδημιῶν τελοῦσε ἁγιασμούς καί ἔκανε λιτανεῖες ἱερῶν εἰκόνων καί ἁγίων λειψάνων. Γιατί καί σήμερα νά μήν γίνωνται αὐτά; «Μή οὐκ ἰσχύει ἡ χείρ Κυρίου» νά μᾶς βοηθήση καί σήμερα;

Στό χωρίο μου τήν τρίτη δεκαετία τοῦ 20ου αἰῶνος ἔπεσε λοιμώδης νόσος ἀπό τήν ὁποῖα πέθαναν 50 μικρά παιδιά σέ λίγες ἡμέρες. Δέν προλάβαιναν νά ἀνοίγουν τάφους. Ἔφεραν τότε τήν κάρα τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους ἀπό τόν Ἅγιο Στέφανο Μετεώρων καί ἀμέσως κατέπαυσε τό θανατικό.

Ἀπό τότε πού ὁ Κύριος ἐτέλεσε τόν Μυστικό Δεῖπνο καί παρέδωσε τό ἁγιώτατο μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, δέν ἔπαυσε μέχρι σήμερα νά τελεῖται ἡ «σωσίκοσμη» θεία Λειτουργία. Οὔτε ὁ Διοκλητιανός, οὔτε οἱ Τοῦρκοι, οὔτε οἱ κομμουνιστές στήν Ρωσσία, οὔτε οἱ Γερμανοί στά χρόνια τῆς κατοχῆς κατάφεραν νά παύσουν τήν θεία Λειτουργία καί τήν προσέλευση τῶν πιστῶν γιά τήν θεία Κοινωνία. Καί τώρα μέ τόν φόβο τοῦ ἰοῦ ἔκλεισαν οἱ Ναοί καί στεροῦνται οἱ πιστοί τήν σωστική χάρη τῶν Μυστηρίων, πού τόση ἀνάγκη τήν ἔχουν. Ἀντιθέτως, τήν ἴδια ὥρα πού ἐδῶ ὅλα σιωποῦν ἀπό φόβο, στίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τῆς Σερβίας, Βουλγαρίας καί Γεωργίας γίνεται ἡ λατρεία ἀπρόσκοπτα, οἱ ναοί εἶναι ἀνοιχτοί, τελεῖται ἡ θεία Λειτουργία καί δέν φοβοῦνται οἱ πιστοί μήν προσβληθοῦν ἀπό τόν ἰό.

Τά μέτρα προστασίας πού ἐπιβάλλει ἡ νῦν κυβέρνηση εἶναι ἀντισυνταγματικά, δυσβάσταχτα, ὑπερβολικά καί ἄνισα πρός τούς Ἕλληνες Ὀρθοδόξους, ἐνῶ ἔχουν δημιουργήση ἕνα κλῖμα τρομοκρατίας, τό ὁποῖο ἐπιδεινώνουν τά ΜΜΕ. Ναί, ὑπάρχει ὁ ἰός καί ἐπιβάλλεται νά προστατεύσωμε τήν ὑγεία μας καί τήν ὑγεία τῶν ἄλλων. Ὅμως ὁ φόβος πρέπει νά ἐκλείψη, διότι στήν κατάσταση τοῦ φόβου ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά σκεφθῆ καί νά ἐνεργήση λογικά καί διακριτικά.

Σέ παρόμοια περίπτωση, ὅταν ἔγινε ἡ ἔκρηξη στό Τσερνομπίλ, οἱ ἄνθρωποι τότε πανικοβλήθηκαν καί ἐξέταζαν τά λαχανικά καί τά φροῦτα γιά νά τρῶνε ἀπό αὐτά πού εἶχαν τήν λιγώτερη ἀκτινοβολία. Ὁ ὅσιος Παΐσιος ἐρωτηθείς εἶπε νά κάνωμε τόν σταυρό μας καί νά τρῶμε ἄφοβα, δίνοντας ὁ ἴδιος πρῶτος τό παράδειγμα.

Ἄν ζοῦσε σήμερα εἶναι ἀδιανόητο νά τόν βλέπαμε μέ μάσκα καί γάντια, νά ἔχη στήν τσέπη του τό μπουκάλι μέ τό οἰνόπνευμα καί νά ἀποφεύγη τούς ἀνθρώπους ἤ νά τούς μιλᾶ ἀπό ἀπόσταση. Εἶναι βέβαιο ὅτι θά εἰρήνευε τούς ἀνθρώπους καί θά βοηθοῦσε νά ἀποβάλλουν τόν φόβο καί πιό πολύ θά ἐλυπεῖτο γιά τό κλείσιμο τῶν Ἐκκλησιῶν. Εἶναι ἀταίριαστος αὐτός ὁ φόβος γιά τούς χριστιανούς πού ἐμπνέονται ἀπό τό παράδειγμα τοῦ Θεανθρώπου καί ἀπό τούς Μάρτυρες τῆς πίστεώς μας.

Ἀπό πολλούς ἀναμένεται ἐναγωνίως ἡ νίκη τοῦ κορονοϊοῦ μέ τήν ἐφεύρεση τοῦ ἐμβολίου, τό ὁποῖο θά εἶναι ὑποχρεωτικό γιά ὅλους. Ἐμεῖς ἀρνούμαστε νά κάνωμε τό ἐμβόλιο. Ὅποιος φοβᾶται, ἄς κάνη ὅσα ἐμβόλια θέλει, ἀλλά νά γνωρίζη ὅτι μπορεῖ νά ἔχη ἀπρόβλεπτες βαρειές παρενέργειες, ὅπως εἶχαν τά ἐμβόλια πού ἔκαναν στά παιδιά πρίν λίγα χρόνια γιά τήν νόσο τῶν πτηνῶν καί πολλά παρέλυσαν. Ὅπως ἐπίσης ἔπαθαν σκλήρυνση κατά πλάκας πολλοί πού ἔκαναν τό ἐμβόλιο τῆς ἡπατίτιδας Β’ καί τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ ἄλλα ἐμβόλια. Ἄν δέν φυλάξη ὁ Θεός, τί μποροῦν νά κάνουν τά ἐμβόλια καί τά φάρμακα; Ὁ ἄθεος Καζαντζάκης γιά νά προφυλαχθῆ ἀπό τήν χολέρα σέ ταξίδι του στό ἐξωτερικό, ἔκανε ἐμβόλιο καί πάλι νόσησε.

Ἐμεῖς ἔχομε ἀνώτερα ἐμβόλια καί «φάρμακα ἀθανασίας», τά ἅγια Μυστήρια. Γιατρούς δοκιμασμένους καί εἰδικούς γιά τόν ἰό, τόν ἅγιο Χαράλαμπο, τόν ἅγιο Βησσαρίωνα Δουσίκου, πού εἶναι γιά τήν πανώλη καί τόσους ἄλλους Ἁγίους. Τώρα ὅμως μέ τίς αὐστηρές ἀπαγορεύσεις ὁ λαός παραμένει ἀβοήθητος καί ἀπαρηγόρητος.

Καί ἐνῶ ὅλοι ἀγωνίζονται γιά τήν ἀντιμετώπιση τοῦ ἰοῦ, κάποιοι, ἄλλα ἔχουν κατά νοῦ καί κάπου ἀλλοῦ ἀποβλέπουν. Κορυφαῖοι γιατροί καί ἐπιστήμονες ἐπισημαίνουν ὅτι αὐτά πού γίνονται εἶναι τέστ πειθαρχίας γιά νά χειραγωγοῦν τούς ἀνθρώπους ἐκεῖ πού θέλουν. Αὐτό φαινόταν παράξενο καί ἀπίθανο μέχρι πρότινος ἀλλά δέν εἶναι φαντασία, διότι οἱ ἄνθρωποι πλέον τό λένε δημόσια: «Ἡ πανδημία τοῦ κορονοϊοῦ ἀνέδειξε τήν ἀνάγκη μιᾶς παγκόσμιας δημοκρατικῆς διακυβέρνησης» (Γιώργος Παπανδρέου) καί προτείνουν «νά ἔχη ὁ κάθε ἄνθρωπος ἕνα μικροτσίπ γιά νά ἔχη βιομετρικά δεδομένα σέ σχέση μέ τόν ἰό ἤ μέ ἄλλες ἐπιδημικές μετρήσεις» (Εὐάγγελος Βενιζέλος). Αὐτοί μιλοῦν ἀνοιχτά γιά σφράγισμα καί παγκόσμια δικτατορία, ἀλλά ἐμεῖς καταλαβαίνομε; Καί τί κάνομε; Ἄν καί τόσα εἶχε γράψει καί πῆ ὁ ὄσιος Παΐσιος γιʼ αὐτό τό θέμα. Αὐτούς τούς ἀνθρώπους πού μᾶς ὑποδούλωσαν στούς ξένους δανειστές καί τώρα μᾶς ὁδηγοῦν στήν σκλαβιά τοῦ Ἀντιχρίστου, εἶναι δυνατόν νά τούς ἐμπιστευθοῦμε;

Ὁ ὅσιος Παΐσιος προλέγοντας τίς μελλοντικές δυσκολίες τόνιζε: «Μόνο μέ καλή πνευματική ζωή θά τά βγάλωμε πέρα». Ἐπέτρεψε ὁ Θεός γιά τίς ἁμαρτίες μας αὐτήν τήν μεγάλη δοκιμασία. Ἔχομε ἀνάγκη ἀπό εἰλικρινῆ μετάνοια, ὑπομονή ἀνεξάντλητη καί προσευχή ἀδιάλειπτη, ἡ ὁποία ἐνισχύει τήν Πίστη μας. Εὐχώμαστε ἀδελφικά καλή Ἀνάσταση μέ τίς ὁποιεσδήποτε συνθῆκες. Ὁ Ἀναστάς, ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καί Νικητής τοῦ θανάτου νά παρηγορήση, νά φωτίση μέ τό φῶς τῆς Ἀναστάσεώς Του ὅλους μας καί νά δώση δύναμη καί ἀντοχή στόν λαό Του. Μέ τήν χάρη Του νά φθάσωμε στήν ἡμέρα τῆς ἀπολυτρώσεώς μας ἀπό τήν ἁμαρτία καί ἀπό ὅλα τά δεινά. Ἀμήν.

Μέ πόνο ψυχῆς

καί εἰλικρινή φιλαδελφία.

Ἱερομόναχος Εὐθύμιος

Καλύβη Ἀναστάσεως – Καψάλα

Ἅγιον Ὄρος

01-14 / 04 / 2020



 https://enromiosini.gr

Παρασκευή, 3 Απριλίου 2020

Η Π Ο Ι Μ Α Ν Τ Ο Ρ Ι Κ Η Ε Γ Κ Υ Κ Λ Ι Ο Σ ( ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 127) Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΚΟΣΜΑΣ



Αναφορές στη Θεία Κοινωνία περιλαμβάνει Ποιμαντορική Εγκύκλιος του Μητροπολίτη Αιτωλίας και Ακαρνανίας κ.Κοσμά.  H εγκύκλιος θα αναγνωσθεί στους ναούς την Ε΄ Νηστειών (5.04.2020). Παράλληλα, γίνεται αναφορά και στα γεγονότα του 1918, όπου και η περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας «δοκιμαζόταν» από «θανατηφόρο γρίπη». Αναλυτικά:

Η Π Ο Ι Μ Α Ν Τ Ο Ρ Ι Κ Η   Ε Γ Κ Υ Κ Λ Ι Ο Σ

( ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ  ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 127)

Ο  ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΑΙΤΩΛΙΑΣ  ΚΑΙ  ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ  ΚΟΣΜΑΣ

Πρός  τό  Χριστεπώνυμον  Πλήρωμα  τῆς  καθ’ ἡμᾶς  Ἱερᾶς  Μητροπόλεως.

Ἀγαπητοὶ πατέρες καὶ ἀδελφοί,

Ἀντιμετωπίζουμε αὐτὲς τὶς ἡμέρες ἕναν μεγάλο πειρασμὸ. Καὶ ἐμεῖς μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἀδελφοὺς, ὡς πιστοὶ χριστιανοὶ, ὀφείλουμε νὰ  ἀντιμετωπίσουμε τὸν πειρασμό τῆς λοιμικῆς νόσου.

Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν τήρησι τῶν ὅρων ὑγιεινῆς, τους ὁποίους ὥρισε ἡ πολιτεία, ἄς ἀντιμετωπίσουμε τὸν πειρασμό μὲ θερμὴ πίστι στὸν μεγάλο Ἰατρό, τὸν Κύριο καὶ Θεό μας Ἰησοῦ Χριστό, μὲ καταφυγὴ στὴ μεγάλη μας Μητέρα, στὴν Παναγία μας, στοὺς Ἁγίους μας, ἀλλὰ καὶ στὰ χαριτόβρυτα Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας.

Τὸ ἔχουν ὁμολογήση πολλοί. Ἐπιτρέψατέ μου νὰ τὸ ἐπαναλάβω κι ἐγώ. Οὐδέποτε ἡ ὀρθόδοξος Ἑλλάδα μας, ἡ χώρα τῆς ὁποίας τὸ χῶμα εἶναι ποτισμένο μὲ αἷμα ἡρῴων καὶ μαρτύρων τῆς Πίστεως τοῦ Χριστοῦ, σὲ καιρὸ ἐλευθερίας, γνώρισε τέτοια εἰρωνεία, συκοφαντία, ὑποτίμησι, χλευασμὸ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν ἁγίων Μυστηρίων της.

Ἡ ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας δὲν εἶναι ἕνα ὁποιοδήποτε ἀνθρωποκεντρικὸ θρήσκευμα. Εἶναι ὁ Χριστὸς παρατεινόμενος εἰς τοὺς αἰῶνας καὶ μόνη αὐτὴ κατέχει τὴν ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μας ἀνόθευτη, ὅπως τὴν παρέδωσε ὁ Σαρκωθεὶς Θεός μας. Καὶ μόνον ἡ δισχιλιετὴς ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας, μὲ τὴν ἁγιότητα, τὴν θυσία καὶ τὰ θαύματα τῶν ἁγίων ἀποστόλων, πατέρων, μαρτύρων, ὁσίων, νεομαρτύρων, μᾶς βεβαιώνει ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι παραμύθι, οὔτε κατασκεύασμα ἀνθρώπων. Εἶναι ὁ Ἐσταυρωμένος καὶ Ἀναστὰς Θεάνθρωπος. Ὅλοι οἱ τάφοι τῶν ἀρχηγῶν τῶν διαφόρων θρησκειῶν εἶναι σφραγισμένοι μὲ τὴν ταφόπλακα. Μόνο ἕνας τάφος εἶναι ἀνοιχτὸς καὶ κενός. Ὁ τάφος τοῦ Χριστοῦ μας στὴν Ἱερουσαλήμ, γιατί ὁ Χριστὸς ὡς Θεὸς «ἀνέστη ἐκ νεκρῶν».

Αὐτὸν τὸν καιρό, μὲ τὴ μεγάλη δοκιμασία μας, ἀντὶ νὰ γονατίσουμε καὶ νὰ ζητήσουμε βοήθεια καὶ συγγνώμη ἀπὸ τὸν Χριστό μας, ἀφέθηκαν «χίλιοι μύριοι» ἀνεξέλεγκτοι καὶ χύνουν δηλητήριο μίσους καὶ ψεύδους κατὰ τῆς Ἐκκλησίας μας.

Κανεὶς δὲν ἀγνοεῖ τὸν κίνδυνο. Συγχαίρουμε τὴν πολιτεία, ποὺ ἔλαβε δραστικὰ μέτρα γιὰ νὰ προλάβῃ τὴν ἐξάπλωσι τῆς ἐπιδημίας. Εὐχόμαστε σὲ ὅλους ὑγεία, δύναμι καὶ εὐλογία. Ἄλλο, ὅμως, συμβουλὴ καὶ ὑπόδειξις τῆς ἐπιστήμης καὶ ἄλλο ὕβρις καὶ συκοφαντία γιὰ τὰ ἱερὰ Μυστήρια.

Ἡ Ἐκκλησία μας κατανοεῖ τὴν ἀγωνία τῶν ὑπευθύνων∙ δέεται, προσεύχεται καὶ μὲ τοὺς ἀγωνιζομένους κληρικούς της καὶ τὰ εὐσεβῆ στελέχη της. Ὅπως πάντοτε, εἶναι πρώτη στὴ θυσιαστικὴ ἀγάπη, στὴν προσφορά, στὴν κοινωνικὴ βοήθεια. Ἀγρυπνεῖ καὶ φροντίζει νὰ τηροῦνται μὲ ἀκρίβεια οἱ κανόνες τῆς ὑγιεινῆς. Ποτὲ ἡ Ἐκκλησία μας δὲν θέλει εὐχαριστίες, οὔτε διαφημίσεις.  Ὅμως, δὲν θέλει οὔτε ὕβρεις, οὔτε συκοφαντίες.

Ἡ Ἐκκλησία θέλει τὰ μέλη της, οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ, νὰ μὴν ἀγνοοῦν τὴν ἀγάπη, τὴν πρόνοια καὶ τὴν παντοδυναμία τοῦ Κυρίου μας, Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὴ σκέπη τῆς Παναγίας μας καὶ τῶν Ἁγίων μας.

Ὁ Κύριος, ἂν ἐμεῖς εἴμαστε ἄξιοι, μπορεῖ νὰ ἄρη τὴν ἐπιδημία. Ἴσως εἰρωνευτοῦν μερικοὶ τὰ λόγια αὐτά.

Τοὺς ἀπαντοῦμε: τὸ 1918, ἐδῶ στὴν Αἰτωλοακαρνανία καὶ σὲ ἄλλες περιοχὲς ἐνέσκηψε θανατηφόρος γρίππη. Σύμφωνα μὲ μαρτυρίες «Κάρα μετέφεραν τοὺς νεκρούς…»! Τίποτα δὲν μποροῦσε νὰ σταματήσῃ τοὺς πολλοὺς θανάτους. Οἱ τότε εὐσεβεῖς κληρικοί, οἱ ἄρχοντες καὶ οἱ χριστιανοί, μὲ πίστι ἔφεραν στὸ Ἀγρίνιο καὶ στὸ Μεσολόγγι τὴν θαυματουργὸ εἰκόνα τῆς Προυσιωτίσσης.

Μόλις ἡ Παναγία μας, μὲ τὴν εἰκόνα της, εἰσῆλθε στὸ Ἀγρίνιο καὶ στὸ Μεσολόγγι, αὐθωρεῖ καὶ παραχρῆμα σταμάτησαν οἱ θάνατοι τελείως. Τί ἔχουν νὰ ποῦν οἱ ὀλιγόπιστοι γιὰ τὸ ἱστορικὸ αὐτὸ γεγονός;

Ἡ Ἐκκλησία μας πάλι θέλει καὶ ζητάει ὅλοι οἱ ἄσχετοι, οἱ ἀδαεῖς, οἱ ἄγευστοι θείας Χάριτος, οἱ ἀποξενωμένοι ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξο λατρεία καὶ τὸ Μυστήριο τῶν μυστηρίων, τὴν Θεία Εὐχαριστία, νὰ ταπεινωθοῦν, νὰ καθαρθοῦν, νὰ ζήσουν πρῶτα τὴν λατρευτικὴ ζωὴ μὲ προσοχὴ καὶ μετὰ νὰ μιλήσουν γιὰ τὴν Θεία Κοινωνία. «Γεύσασθαι καὶ ἴδετε ὅτι Χριστὸς ὁ Κύριος» (ψαλμὸς 33).

Ἡ ἱερὰ λαβίδα δὲν εἶναι κουταλάκι καὶ δὲν μεταδίδει «ψωμάκι καὶ κρασάκι». Μεταδίδει Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ τεθεωμένο. Καὶ τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ δὲν μεταδίδει ἀσθένειες, ἀλλὰ ζωή, ὑγεία, ἀθανασία, αἰωνιότητα, κατά χάριν θέωσι.

Ζήσαμε καὶ ζοῦμε θαύματα μὲ τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Κοινωνίας καὶ κανένας δὲν μπορεῖ νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀλήθεια.

Θὰ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω τοὺς ἀμφιβάλλοντας: Γιατί δὲν ἀλλοιώνεται τὸ νερὸ τοῦ ἁγιασμοῦ; Βρέθηκε, στὰ θεμέλεια παλαιᾶς οἰκίας, ἁγιασμὸς 400 ἐτῶν καὶ τὸ νερὸ ἦταν ἀναλλοίωτο. Ὅσοι ἀμφιβάλλουν ἂς δοκιμάσουν. Ἂν λοιπὸν ὁ ἁγιασμός, μὲ τὴ Χάρι τοῦ Θεοῦ, μᾶς χαρίζει ἕνα συνεχὲς θαῦμα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ μας, θὰ μεταδώσῃ τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ μας ἀσθένεια; Γιατί βρῆκαν τὴν εὐκαιρία ὅλοι οἱ ξένοι πρὸς τὸ μέγα Mυστήριο νὰ εἰρωνευθοῦν τὴν Θεία Κοινωνία τῶν πιστῶν; Ἂν μετέδιδε ἀσθένειες τὸ πανάγιο Σῶμα καὶ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ μας, ἔπρεπε ὅλοι οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ καὶ μάλιστα ἐκεῖνοι ποὺ κοινωνοῦν τακτικὰ νὰ ἔχουν πεθάνη.

Ἄς τὸ κατανοήσουμε ὅλοι μας. Ὁ συνειδητὸς ὀρθόδοξος χριστιανὸς δὲν μπορεῖ νὰ ζήσῃ χωρὶς Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ. Ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δὲν νοεῖται χωρὶς θεία Λατρεία καὶ Θεία Κοινωνία.

Πραγματικὸ Πάσχα δὲν μποροῦν νὰ κάνουν οἱ χριστιανοί χωρὶς προσέλευσι στὸ Ποτήριο τῆς ζωῆς. Τὸ Πάσχα δὲν ἑορτάζεται χωρὶς Ἀναστάντα Χριστό. Καὶ ὁ Ἀναστὰς Κύριος βρίσκεται στὴν Ἁγία Τράπεζα.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,

Θέλω νὰ συγχαρῶ ὅλους σας, γιὰ τὸ ὅτι  δὲν ἀκοῦτε τὶς φωνὲς τῶν πολεμίων κατὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν ἁγίων Mυστηρίων. Θέλω νὰ σᾶς ἐπαινέσω γιὰ τὴν θερμὴ πίστι σας στὸ θεόσδοτο Μυστήριο τῆς Θείας Κοινωνίας, τοῦ Ἀχράντου Σώματος καὶ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ μας.

Σᾶς παρακαλῶ, μὲ διάκρισι, μὲ ὑπομονὴ καὶ μὲ ἐσωτερικὴ γαλήνη, νὰ ἀντιμετωπίσετε σ’ αὐτὲς τὶς ἅγιες ἡμέρες τὴ δυσκολία τοῦ ἐκκλησιασμοῦ καὶ τῆς Θείας Κοινωνίας. Δὲν φταῖτε ἐσεῖς. Μὲ ὅλη μου τὴν πατρικὴ ἀγάπη ζητῶ τὶς θερμὲς προσευχές σας. Θερμὰ καὶ συνειδητά, ἄς ζητήσουμε ἔλεος ἀπὸ τὸν Κύριό μας γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας.

Ἄς ἱκετεύσουμε τὸν Κύριο νὰ ἀπομακρύνη τὸν πειρασμό. Μὲ ἀταλάντευτη Πίστι στὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ μας, στὴ φωνὴ τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ στὸ ἅγιο Ποτήριο, ἄς περιμένουμε τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ μας. Ἡ καρδιά μας νὰ εἶναι θερμὴ ἀπὸ ἀγάπη στὸν Ἐσταυρωμένο καὶ Ἀναστάντα Κύριο.

Εἴμαστε κοντά σας. Προσευχόμαστε γιὰ ἐσᾶς.

Καλὸ καὶ ἅγιο Πάσχα.

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

† Ο ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΚΟΣΜΑΣ

————————————

Σημείωσις: Ἡ παροῦσα Ἐγκύκλιος νά ἀναγνωστῇ εὐκρινῶς, ἀντί ἄλλου κηρύγματος, κατά τήν ὥρα τοῦ Κοινωνικοῦ τήν Κυριακήν Ε΄ Νηστειῶν (5.04.2020), εἰς τους Ἱ. Ναούς πού θά τελεσθῇ Θεία Λειτουργία.

Η απέραντη αγάπη της Παναγίας για το Θεό και τους ανθρώπους



                                                             Η Θεοτόκος

Όταν η ψυχή κατέχεται από την αγάπη του Θεού, τότε, ω, πως είναι όλα ευχάριστα, αγαπημένα και χαρούμενα. Αυτή η αγάπη όμως συνεπάγεται θλίψη· κι όσο βαθύτερη είναι η αγάπη, τόσο μεγαλύτερη είναι κι η θλίψη.

Η Θεοτόκος δεν αμάρτησε ποτέ, ούτε καν με το λογισμό, και δεν έχασε ποτέ τη Χάρη, αλλά κι Αυτή είχε μεγάλες θλίψεις. Όταν στεκόταν δίπλα στο Σταυρό, τότε ήταν η θλίψη Της απέραντη σαν τον ωκεανό κι οι πόνοι της ψυχής Της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτεροι από τον πόνο του Αδάμ μετά την έξωση από τον Παράδεισο, γιατί κι η αγάπη Της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερη από την αγάπη του Αδάμ στον Παράδεισο. Κι αν επέζησε, επέζησε μόνο με τη Θεία δύναμη, με την ενίσχυση του Κυρίου, γιατί ήταν θέλημά Του να δει την Ανάσταση κι ύστερα, μετά την Ανάληψή Του, να παραμείνει παρηγοριά και χαρά των Αποστόλων και του νέου χριστιανικού λαού.

Εμείς δεν φτάνουμε στην πληρότητα της αγάπης της Θεοτόκου, και γι’ αυτό δεν μπορούμε να εννοήσουμε πλήρως το βάθος της θλίψεώς Της. Η αγάπη Της ήταν τέλεια. Αγαπούσε άπειρα το Θεό και Υιό Της, αλλ’ αγαπούσε και το λαό με μεγάλη αγάπη. Και τί αισθανόταν τάχα, όταν εκείνοι, που τόσο πολύ αγαπούσε η Ίδια και που τόσο πολύ ποθούσε τη σωτηρία τους, σταύρωναν τον αγαπημένο Υιό Της;

Αυτό δεν μπορούμε να το συλλάβουμε, γιατί η αγάπη μας για το Θεό και τους ανθρώπους είναι λίγη. Κι όμως η αγάπη της Παναγίας υπήρξε απέραντη και ακατάληπτη, έτσι απέραντος ήταν κι ο πόνος Της που παραμένει ακατάληπτος για μας.

Άσπιλε Παρθένε Θεοτόκε, πες σ’ εμάς τα παιδιά Σου, πώς αγαπούσες τον Υιό Σου και Θεό, όταν ζούσες στη γη; Πώς χαιρόταν το πνεύμα Σου για το Θεό και Σωτήρα Σου; Πώς αντίκριζες την ομορφιά του προσώπου Του; Πώς σκεφτόσουν ότι Αυτός είναι Εκείνος, που Τον διακονούν με φόβο και αγάπη όλες οι Δυνάμεις των ουρανών;

Πες μας, τί ένοιωθε η ψυχή Σου, όταν κρατούσες στα χέρια Σου το Θαυμαστό Νήπιο; Πώς το ανέτρεφες; Πώς πονούσε η ψυχή Σου, όταν μαζί με τον Ιωσήφ Τον αναζητούσες τρεις μέρες στην Ιερουσαλήμ; Ποιάν αγωνία έζησες, όταν ο Κύριος παραδόθηκε στην σταύρωση και πέθανε στο Σταυρό;

Πες μας, ποιά χαρά αισθάνθηκες για την Ανάσταση ή πώς σπαρταρούσε η ψυχή Σου από τον πόθο του Κυρίου μετά την Ανάληψη;

Οι ψυχές μας λαχταρούν να γνωρίσουν τη ζωή Σου με τον Κύριο στη γη· αλλά Συ δεν ευδόκησες να τα παραδώσεις όλ’ αυτά στη Γραφή, αλλά σκέπασες το μυστήριό Σου με σιγή.

Πολλά θαύματα και ελέη είδα από τον Κύριο και τη Θεοτόκο, αλλά μου είναι τελείως αδύνατο ν’ ανταποδώσω κάπως αύτη την αγάπη.

Τί ν’ ανταποδώσω εγώ στην Υπεραγία Θεοτόκο, που δεν με περιφρόνησε ενώ ήμουν βυθισμένος στην αμαρτία, αλλά μ’ επισκέφθηκε σπλαγχνικά και με συνέτισε; Δεν Την είδα, αλλά το Άγιο Πνεύμα μού έδωσε να Την αναγνωρίσω από τα γεμάτα χάρη λόγια Της και το πνεύμα μου χαίρεται κι η ψυχή μου παρασύρεται τόσο από την αγάπη προς Αυτήν, ώστε και μόνη η επίκληση του ονόματός Της γλυκαίνει την καρδιά μου.

Όταν ήμουν νεαρός υποτακτικός, προσευχόμουν μια φορά μπροστά στην εικόνα της Θεομήτορος και μπήκε τότε στην καρδιά μου η προσευχή του Ιησού κι άρχισε από μόνη της να προφέρεται εκεί.


 https://www.pemptousia.gr

Ένας ευλογημένος ιερέας.


ΠΟΙΑ ΤΑ ΕΜΠΟΔΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ . Π. ΤΙΜΟΘΕΟΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ.


Πέμπτη, 2 Απριλίου 2020

Για την αγάπη του Χριστού



Ένας άνθρωπος για την αγάπη των ανθρώπων μπορεί πολλά να κάνει. Θα λάβει όμως περισσότερες απογοητεύσεις και λίγες χαρές. Ένας πιστός για την αγάπη του Χριστού μπορεί πάλι πολλά να κάνει. Θα λάβει όμως περισσότερες ευλογημένες «απογοητεύσεις» και περισσότερες χαρές.

Ο Όσιος Πορφύριος έλεγε μία φράση πολύ ανατρεπτική και αποστομωτική. Με σθένος ομολογούσε πως «ο Χριστός είναι το παν» και πως για την αγάπη αυτή έγινε «αλήτης Χριστού». Η αγάπη αυτή πότισε με αίμα το δέντρο της Εκκλησίας όταν οι διωγμοί, οι έριδες, οι αιρέσεις και οι πόλεμοι μάχονταν αυτό το δέντρο της ζωής. Ένα δέντρο που έχει κεφαλή τον Χριστό και τα κλαδιά του είναι όσοι είναι βαπτισμένοι στο άγιο όνομα του Τριαδικού Θεού.

Είναι αλήθεια πως η ζωή επιφυλάσσει εκπλήξεις στους ανθρώπους. Οι άνθρωποι θεωρούν δεδομένο ότι οι συνάνθρωποι τους θα τους δεχτούν με αγάπη και θα τους σεβαστούν. Αυτή η σκέψη και συνάμα αναμονή αποτελεί άγνοια. Ένας υποψιασμένος άνθρωπος έχει μία σφαιρική αντίληψη της των πραγμάτων αλήθειας. Οι περισσότεροι ζητάνε να πάρουν πολλά αλλά δίνουν λίγα. Άλλοι αναμένουν λίγα αλλά παίρνουν πολλά. Όλοι αυτοί οι συσχετισμοί και οι αναλογικές προσδοκίες εκμηδενίζονται μπροστά στην αγάπη του Χριστού.

Με άλλα λόγια η αγάπη του Χριστού είναι το παν. Ο Ίδιος ο Χριστός είναι το παν. Όταν η ψυχή δίνεται απροϋπόθετα σε μία συνάντηση με τον Χριστό, ακόμη κι αν σταυρωθεί στην πορεία της ανάβασης και πέσει και ξεκινήσει πάλι από την πτώση και φτάσει λίγο παραπάνω από την πρώτη ανάβαση και γκρεμιστεί ξανά και σηκωθεί για να φτάσει ψηλότερα κ.ο.κ., έχει ξεκινήσει ήδη ένα ταξίδι που θα ανατρέψει ακόμη και τις πιο απαισιόδοξες εκτιμήσεις.

Ο άνθρωπος μπορεί να πέφτει συνεχώς. Ο πιστός μπορεί να πέφτει κι εκείνος συνεχώς. Ο πρώτος οδηγείται στην απελπισία γιατί δεν έχει Χριστό στην ψυχή του. Ο δεύτερος μοιάζει με τον τελευταίο δρομέα που πριν την τερματική γραμμή θα κάνει την έκπληξη. Φαινομενικά πέφτει, υπαρξιακά αποθαρρύνεται, οντολογικά τερματίζει.

Έχει διαφορά ένας άνθρωπος από έναν πιστό. Ο πρώτος αγαπάει φθαρτά. Ο δεύτερος αγαπάει αιώνια. Η φθαρτότητα του πρώτου δεν του επιτρέπει να αναλώνεται σε μία αέναη και αναλλοίωτη εκφραστική κίνηση που διατηρεί παρά τις φθοροποιές δυνάμεις του χρόνου την εκστατική της δυναμική του να δίνεσαι χωρίς να λαμβάνεις. Αυτό το παρέχει η αγάπη του πιστού. Ο άνθρωπος αγαπάει ιδιοτελώς, εντασσόμενος ο ίδιος σε ένα ωφελιμιστικό πεδίο συγκρουσιακών αντιλήψεων που κινείται μεταξύ συνειδητού και ασυνείδητου. Ο πιστός αγαπάει κενωτικά και έχει αρχή της ζωαρχικής αυτής αγάπης την κένωση του κατεξοχήν κενωθέντος Λόγου του Θεού.

Για την αγάπη των ανθρώπων ο άνθρωπος θα επιστρέφει από εκεί που ξεκίνησε. Για την αγάπη του Χριστού ο πιστός θα προ χωράει για εκεί που προορίζεται. Όλοι δέχονται ευλογημένες κλήσεις από τον Θεός. Και όταν οι οποιεσδήποτε αυτές κλήσεις γίνουν βεβαίωση ότι η φωνή του Σινά απευθύνεται προσωπικά και ανατρεπτικά στον καθένα, κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αρνηθεί την κλήση αυτή. Κανείς, ποτέ και για κανέναν. Πάνω απ’ όλα είναι η αγάπη του Χριστού. Και όταν ο άνθρωπος βάλει τον Χριστό πάνω από τους γονείς, πάνω από τους ανθρώπους, πάνω από τις σχέσεις, πάνω από κάθε μία σχεσιακή κατάσταση, είναι γνήσιος φίλος του Χριστού.

Για την αγάπη αυτή ζει και κινείται. Εξ’ αιτίας αυτής της αγάπης ανασυντάσσεται και μεταμορφώνεται για να τον μεταμορφώσει ο Θεός εις δόξαν δική του. Έχει νόημα να αποκτήσεις τα πάντα, να ζήσεις την ευδαιμονία αν απέχεις από την αγάπη του Χριστού; Υπάρχουμε γιατί ζούμε στην αγάπη αυτή. Αν την αρνηθούμε, πέρα από το ότι αμέσως οδηγούμαστε στον προσωπικό μας εκμηδενισμό, δεν υπάρχουμε στον εαυτό μας, στους άλλους, αλλά πρωτίστως αρνούμαστε την πηγή της ζωής.

Αν βυθιστούμε στην αγάπη των ανθρώπων και θεωρήσουμε έρεισμα των αναζητήσεων μας αυτή την αγάπη, από τώρα ας θρηνήσουμε για την αποκοπή μας από την αγάπη του Χριστού. Αν βυθιστούμε στην αγάπη του Χριστού, συνεχίζουμε το δρόμο μας, το κάλεσμα μας, τις σκέψεις και τις όμορφες μας αγωνίες επειδή ζούμε στην αγάπη του Χριστού. Αξίζει να ζεις για να ματώνεις για την αγάπη του Χριστού και να ανασταίνεσαι μεταμορφωτικά υπό την φωτοχυσία του θαβωρείου φωτός. Ματώνει; Ναι ματώνει πολλές φορές. Πονάει; Ναι πονάει πολλές φορές. Πληγώνει; Ναι πληγώνει πολλές φορές; Αλλά έχει ένα χάρισμα. Μία ευλογημένη προοπτική στον χρόνο που έρχεται, στον χρόνο που κυλάει.

Ευωδιάζει Χριστό. Ευωδιάζει Εκκλησία. Μυστικά, ήσυχα, ταπεινά. Με υπακοή και λιώσιμο του όλου είναι στη θεϊκή αγάπη. Η αγάπη αυτή μυρίζει θυμίαμα βγαλμένο από τον αέναο εσπερινό του ουράνιου ναού που θυμιατίζει την αγιοσύνη του στο κατζίο της ψυχής. Ζωγραφίζει με πνεύμα Θεού την ευλογημένη συνάντηση Θεού και ανθρώπου. Σμιλεύει τη σωτηρία πάνω στο σώμα γυμνών και κουρασμένων ψυχών που η τελευταία τους πτώση έγινε στο σκαλοπάτι της προσευχής. Δίνει την ουσία του να είσαι και να γίνεσαι κατά χάριν Θεός. Ευεργετεί ό,τι πιο ειδεχθές έχτισε το σώμα των αμαρτωλών σκέψεων και νοσηρών φαντασιώσεων. Γι’ αυτή την αγάπη αξίζει να ζεις και να ανταποκρίνεσαι σ’ αυτή για την ολοκλήρωση ενός σχεδίου που ο Θεός μίλησε. Για την αγάπη αυτή αξίζει να ζεις και να πεθαίνεις. Δηλαδή να ζεις!



 https://www.pemptousia.gr

Η μεγάλη αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο




‹‹Ωργίσθη δε και ουκ ήθελεν εισελθείν››

Η παραβολή του ασώτου, που διαβάζεται σήμερα στις Εκκλησίες, χαρακτηρίζεται από τους ερμηνευτές ως ένα μαργαριτάρι ανάμεσα στις παραβολές η ως Ευαγγέλιο ανάμεσα στο Ευαγγέλιο. Μερικοί την ονομάζουν παραβολή του πρεσβύτερου (μεγαλύτερου) υιού. Πράγματι, χαρακτηριστική είναι η στάση του πρεσβύτερου υιού, όταν ήλθε στο σπίτι και πληροφορήθηκε την επιστροφή του νεότερου αδελφού του.Δεν ήθελε να μπεί και κατηγορούσε τον πατέρα του ότι τάχα τον αδικεί. Η κατηγορία εστιαζόταν στο ότι αυτός δούλευε νύχτα και ημέρα και δεν αμειβόταν επαρκώς, σε αντίθεση με τον άσωτο υιό που έφαγε το βίο του μετά πορνών, και στο τέλος, όταν γύρισε, έτυχε και καλής υποδοχής. Ας δούμε τον πρεσβύτερο υιό της παραβολής.

Ποιος είναι ο πρεσβύτερος υιός;

Οι περισσότεροι ερμηνευτές λέγουν πως ο μεγαλύτερος υιός ήσαν οι Φαρισαίοι.Επειδή οι τελώνες κι οι αμαρτωλοί πλησίαζαν τον Χριστό και Τον άκουγαν, και προφανώς μερικοί μετανοούσαν, αυτό δεν άρεσε στους Φαρισαίους. ‹‹Διεγόγγυζον οι τε Φαρισαίοι και οι γραμματείς λέγοντας ότι ούτος αμαρτωλούς προσδέχεται και συνεσθίει αυτοίς›› (Λουκ.15,2). Η κατηγορία αυτή εναντίον του Χριστού ήταν μόνιμη και διαρκής, γι’ αυτό και ο Χριστός με τέτοιου είδους παραβολές, όπως του χαμένου προβάτου και της χαμένης δραχμής, προσπάθησε να τους αλλάξει την αντίληψη. Ο ιερός Χρυσόστομος γράφει πως ‹‹πάντα εστίν φορητά διά την σωτηρία του αδελφού››, δηλ. όλα είναι επιτρεπτά για τη σωτηρία του αδελφού μας. Τόσο περισπούδαστη είναι η ψυχή κάθε ανθρώπου απέναντι στο Θεό, ώστε να θυσιάσει και τον Υιό Του, το μόσχο το σιτευτό, για τη σωτηρία μας.

Μία άλλη ερμηνεία του πρεσβύτερου είναι και η ακόλουθη. Ο υιός αυτός συμβολίζει τους Αγίους της Εκκλησίας μας. Οι Άγιοι αυτοί, που βάσταξαν το βάρος και τον καύσωνα της ημέρας και που δούλεψαν στον αμπελώνα του Κυρίου απ’ την πρώτη ώρα, αυτοί που υπάκουσαν στις εντολές του Θεού, απαιτούν να εφαρμοσθεί δικαιοσύνη. Να αμείψει ο Θεός τους ευσεβείς η να καταδικάσει τους ασεβείς. Οι Άγιοι μένουν κατάπληκτοι μπρός στη μεγάλη ευσπλαχνία του Θεού, ο οποίος συγχωρεί αμέσως αυτούς που επιστρέφουν μετανοώντας σ’Αυτόν. Μάλιστα τους δίνει τα ίδια δώρα που χαρίζει και στους Αγίους. Σαν να διαμαρτύρονται οι Άγιοι (παραβολικά βέβαια όλα αυτά κι όχι πραγματικά), που ο Θεός δείχνει μία ‹‹σκανδαλιστική›› συμπεριφορά ελέους και ευσπλαχνίας στους αμαρτωλούς. Αποδεικνύεται έτσι πως η δικαιοσύνη των ανθρώπων είναι διαφορετική από τη δικαιοσύνη του Θεού.

Μία παρανόηση των ευσεβών ανθρώπων

Πολλές φορές οι άνθρωποι που εργάζονται πνευματικά μέσα στην Εκκλησία, αισθάνονται μία υπεροχή απέναντι στους αμαρτωλούς και δεν μπορούν να παραδεχθούν πως μπορεί κι οι αμαρτωλοί να μετανοήσουν και να αλλάξουν ζωή και στο τέλος να σωθούν. Νομίζουν πως έχουν περισσότερα δικαιώματα από τους αμαρτωλούς απέναντι στο Θεό. Έχουν, λένε, κάνει καλά έργα και δεν πρόδωσαν ποτέ την εμπιστοσύνη τους στο Θεό. Όμως έρχεται ο Κύριος και τονίζει πως η μετάνοια είναι πιο σπουδαία εργασία από τα νομιζόμενα καλά μας έργα. Η σωτηρία του ανθρώπου, λέγει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, είναι χάρισμα του Θεού στον άνθρωπο και δεν είναι αποτέλεσμα πολλών η λίγων καλών πράξεων.

Άλλα τα μέτρα του ανθρώπου, που κρίνει και καταδικάζει σύμφωνα με αυτά που βλέπει, και άλλα τα μέτρα του Θεού. Σύμφωνα με τα ανθρώπινα κριτήρια ο ληστής η η πόρνη η ο τελώνης η και πολλοί άνθρωποι δεν πρέπει να σωθούν. Ο Θεός όμως με την απέραντη αγάπη Του και με το μέτρο της δικαιοσύνης Του τους σώζει. Ο αββάς Ισαάκ έλεγε: ‹‹Μπορεί ο θεός να ονομάζεται δίκαιος, αλλά περισσότερο είναι χρηστός και αγαθός››. Από μας ζητάει να Του δώσουμε τον εαυτό μας. Να Του δώσουμε όλην την πνευματική ικμάδα και ζωντάνια μας. Ένας αναστεναγμός έχει μεγαλύτερη βαρύτητα, όταν προέρχεται από το βάθος της καρδιάς μας, παρά ένα δοχείο συναισθηματικά δάκρυα, έλεγε ο Γέροντας Παΐσιος. Ας πλησιάσουμε τον Θεό με ταπείνωση και με διάθεση συντριβής του εγωισμού μας, για να σωθούμε


 https://www.pemptousia.gr

Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2020

Όσιος Παΐσιος: Να δίνουμε στην ψυχή την τροφή που επιθυμεί



- Γέροντα, όταν δεν έχω όρεξη για πνευματικά, πώς να βάλω αρχή;

- Να κάνης κάτι πνευματικό που σε ευχαριστεί, και θα σου έρθη η όρεξη και για τα άλλα. Να απλώσης μπροστά σου την πνευματική τράπεζα και να βρης τί τραβά η όρεξή σου. Θέλεις να διαβάσης λίγο;
Θέλεις να κάνης ένα κομποσχοίνι Θέλεις να κάνης μία Παράκληση; Θέλεις να διαβάσης Ψαλτήρι ή να κάνης λίγες μετάνοιες; Αν δεν έχης όρεξη για τίποτε, ε, τότε θέλεις βρεγμένη σανίδα.

- Από εργόχειρο, Γέροντα, μπορώ να αρχίσω;

- Μπορείς αλλά να λες συγχρόνως και την ευχή.

- Μήπως, όμως, Γέροντα, κάνοντας ό,τι με ευχαριστεί , κάνω το θέλημά μου;

- Κοίταξε, στα πνευματικά πρέπει να δίνουμε στην ψυχή την τροφή που επιθυμεί και ζητάει μόνη της. Έτσι γλυκαίνεται ,τρέφεται και παρακινείται για περισσότερα πνευματικά. Βλέπεις, και όταν αρρωσταίνουμε και ζητά κάτι ο οργανισμός μας , του το δίνουμε , για να γίνουμε καλά. Μικρός, είχα αρρωστήσει από αναιμία, και ζητούσα να φάω λεμόνι.

Οι δικοί μου όμως, επειδή δεν ήξεραν αν έπρεπε να φάω λεμόνι, δεν μου έδιναν και περίμεναν τον γιατρό. Και τελικά, όταν ήρθε ο γιατρός, συνέστησε να τρώω λεμόνια, γιατί ο οργανισμός μου είχε ανάγκη από βιταμίνες που περιέχονται στα λεμόνια.

- Γέροντα, για να αντιμετωπίσω αυτόν τον καιρό την αμέλεια, έκανα μια προσπάθεια να εφαρμόσω ένα πρόγραμμα.

- Το πρόγραμμα καλό είναι, αλλά πρέπει πρώτα να μπη η καρδιά και μετά το πρόγραμμα.

- Μήπως, Γέροντα, να μου βάζατε εσείς ένα πρόγραμμα;

- Το πρόγραμμα που θα σου βάλω, είναι να κάνης ό,τι πνευματικό σ’ ευχαριστεί. Να μη στριμώχνης με άγχος τον εαυτό σου, αλλά να εξετάζης από τί είδους πνευματική τροφή έχει ανάγκη η ψυχή σου και να της το δίνης.

Όταν νιώθης την ανάγκη να ψάλης, να ψάλης˙ όταν σε τραβάη η μελέτη, να μελετάς˙ όταν σε τραβάη η ευχή, να λες την ευχή. Να κάνης και ό,τι άλλο πνευματικό επιθυμείς, αρκεί να μην καταπιέζης τον εαυτό σου. Νομίζω ότι κατάλαβες.

Αυτό θα γίνη τώρα στις αρχές , μέχρι να γλυκαθή η ψυχή σου, και μετά θα μπης σε μια πνευματική σειρά που θα σε τραβάη από μόνη της. Μην ανησυχής λοιπόν, με την Χάρη του Θεού θα πάρη μπρος η μηχανή σου και θα τρέχης.


Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2020

«Αναμνήσεις από τον όσιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη»





Τον όσιο Γέροντα Εφραίμ τον γνώρισα το έτος 1974. Ήμουν τότε τεταρτοετής φοιτητής Ιατρικής. Από τότε πήγαινα τακτικά προσφέροντας στον Γέροντα τις ιατρικές μου υπηρεσίες σχεδόν μέχρι την κοίμησή του.

Ο Γέροντας, όταν τον πρωτογνώρισα, ζούσε μόνος του. Είχαν «κοιμηθεί» και ο Γέροντάς του και οι υπόλοιποι πατέρες μεταξύ των οποίων και ο πατέρας του ο οποίος είχε γίνει μοναχός. Τα γένια του και τα μαλλιά του ήταν ήδη λευκά. Το πρόσωπό του όμως νεανικό και το βλέμμα του διεισδυτικό και ταυτόχρονα πατρικό. Με κράτησε στο κελί του για λίγες μέρες. Η φιλοξενία του ήταν πλούσια αν λάβουμε υπόψιν ότι ακόμα και το γάλα εβαπορέ που πρόσφερε το είχε αγοράσει από τη Δάφνη και το είχε κουβαλήσει με τον τορβά στην πλάτη από την παραλία (από εκείνο το κακοτράχαλο και ανηφορικό μονοπάτι που οδηγούσε στο κελί του). Ακόμη θυμάμαι την αλάδωτη φακή μέσα στην οποία είχε βάλει μερικές κουταλιές ωμό ταχίνι για να την «δυναμώσει» και πως μου έδινε κουράγιο να αδειάσω ένα τεράστιο πιάτο, λέγοντάς μου: Φα’ το παιδί μου. Στην έρημο δεν πετάμε τίποτε. Ο άνθρωπος όταν είναι κουρασμένος και πεινασμένος, πρέπει πρώτα να αναπαυθεί και να φάει. Γιατί το μυαλό του πεινασμένου, είναι στο στομάχι του. Και δεν μπορεί ν’ ακούσει ούτε πνευματικά, ούτε συμβουλές και νουθεσίες.

Ο Γέροντας ήταν πρακτικός άνθρωπος. Μου λέει μια μέρα: Έλα να σου δείξω, πώς γίνονται οι μετάνοιες. Πήρε λοιπόν ένα τσουβάλι, το άπλωσε κάτω και άρχισε να κάνει «στρωτές» μετάνοιες τόσο γρήγορα σαν πραγματικός αθλητής!

Μου λέει: Βλέπεις τα χέρια μου; Ακουμπάω κάτω τις παλάμες μου. Γιατί αν ακουμπήσω το έξω μέρος των χεριών μου θα γεμίσω κάλους και θα λένε: «Να ο παπάς κάνει πολλές μετάνοιες». Οι παλάμες δεν πιάνουν με τις μετάνοιες κάλους.

Φρόντιζε και σ’ αυτό να μην φανερώνει την πνευματική του εργασία. Όλα «ἐν τῷ κρυπτῷ».

Η προσευχή

Οι συμβουλές του για την προσευχή ήταν πολύ πρακτικές. Έλεγε: Θα ορίσεις μια συγκεκριμένη ώρα που θα έχεις ησυχία, και θα κάνεις προσευχή λέγοντας το: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» αργά και παρακαλεστικά, «κλαψιάρικα» χωρίς να κρατάς κομποσκοίνι. Πριν ξεκινήσεις όμως θα κάνεις μια προεργασία. Θα διαβάσεις λίγο από το Ευαγγέλιο, από το Γεροντικό και τα άλλα πατερικά βιβλία. Θα σκεφτείς λίγο τη ζωή σου, τις ευεργεσίες του Θεού και έτσι η ψυχή θα μεταφερθεί στον πνευματικό χώρο. Πολύ βοηθάει εδώ η αυτοσχέδια προσευχή. Και έτσι, χωρίς να μετράς κόμπους με το κομποσκοίνι, θα προσεύχεσαι ορισμένη ώρα με το ρολόι. Αυτή η προσευχή με το πρόγραμμα που είπαμε, θα ζωογονήσει και θα δυναμώσει την ψυχή με τρόπο μυστικό, όπως ένα φυτό που κάθε μέρα το ποτίζουμε με λίγο νερό και αυτό μεγαλώνει χωρίς να γνωρίζουμε πώς.

Το πρωί έκανε εργόχειρο. Καθόταν στο σκαμνάκι του και σκάλιζε σφραγίδια για πρόσφορα. Τα ξύλα τα ζέσταινε σε μια μεγάλη χύτρα με νερό, στη φωτιά, για να μαλακώσουν και να τα σκαλίζει ευκολότερα. Μπροστά στο στήθος του είχε μια πετσέτα στην οποία έσταζαν τα δάκρυα που κυλούσαν ήρεμα από τα μάτια του σαν σιγανή βροχή. Καταλάβαινα ότι η ψυχή του «έβραζε» (κατά την προσφιλή του έκφραση) από την προσευχή. Δεν μιλούσε αν δεν τον ρωτούσα κάτι.

Τα λόγια του, ήταν σίγουρα, ήταν πειστικά

Οι απαντήσεις του ήταν από τους ασκητικούς πατέρες, το Ψαλτήρι και τα λειτουργικά βιβλία, όπως η Παρακλητική, τα Μηναία και τα Συναξάρια των αγίων. Όλος αυτός ο πλούτος είχε γίνει ένα με την ψυχή του. Γι’ αυτό τα λόγια του, ήταν σίγουρα, ήταν βέβαια, ήταν πειστικά. Δεν χρειάζονταν ούτε διευκρινίσεις, ούτε δευτερολογίες. Έτσι, μια φορά από την αντανάκλαση της Χάριτος που είχε ο Γέροντας, αισθάνθηκε η ψυχή μου πόσο μεγάλη είναι η αχαριστία μου στις ευεργεσίες του Θεού. Ο Γέροντας αμέσως μου έδωσε την απάντηση υπομειδιώντας και λέγοντας: «ἰσαρίθμους γάρ τῆ ψάμμω ὠδάς, ἄν προσφέρωμέν σοι, Βασιλεῦ ἅγιε, οὐδέν τελοῦμεν ἄξιον, ὧν δέδωκας ἡμῖν…».

Τῶν ἁγίων Μαρτύρων τὰ κατορθώματα

Άλλοτε πάλι, γεμάτος ενθουσιασμό έψαλλε από καρδίας θαυμάζοντας τους Αγίους Μάρτυρες: «Τῶν ἁγίων Μαρτύρων τὰ κατορθώματα, οὐρανῶν αἱ δυνάμεις ὑπερεθαύμασαν, ὅτι ἐν σώματι θνητῷ, τὸν ἀόρατον ἐχθρὸν τῇ δυνάμει τοῦ Σταυροῦ, ἀγωνισάμενοι καλῶς, ἐνίκησαν ἀοράτως…» και έλεγε: με τα Άγια Λείψανα των Μεγάλων Οσίων και Ιεραρχών δεν μπορούμε να εγκαινιάσουμε Αγία Τράπεζα. Ενώ με τα Άγια Λείψανα και του πιο άσημου Μάρτυρα εγκαινιάζουμε Αγία Τράπεζα. Πόση μεγάλη δόξα έχουν οι Άγιοι Μάρτυρες!

Άλλη φορά, μόλις τελείωσα την εξέταση και νοσηλεία του, κάθισα δίπλα στο κρεβατάκι του. Ο Γέροντας με κρατούσε από το χέρι, χωρίς να μιλάει. Εγώ, εκείνη τη στιγμή, είδα όλη τη ζωή μου, όλα τα πάθη μου και τις αμαρτίες μου και η ψυχή μου έκλαιγε νοερά για το πόσο λύπησα το Χριστό. Αφού πέρασε πολύ ώρα σε αυτή την κατάσταση, γυρίζει ο Γέροντας και μου λέει: Καλό ήταν κι αυτό!

Κατάλαβα ότι περίμενε κάτι υψηλότερο, όπως η ευγνωμοσύνη και η αγάπη σαν τον πατέρα που θέλει το παιδί του να το δει άρχοντα. Αλλά πού τέτοια κατάσταση!

Ενώ όλη του η εμφάνιση και η προσωπικότητα δημιουργούσε δέος, η ψυχή του ακτινοβολούσε γλυκύτητα, τρυφερότητα και ευαισθησία, χαρίσματα που του έδωσε η Παναγία.

Ο Γέροντας τότε δεν διάβαζε Ακολουθία στην εκκλησία, επειδή ήταν μόνος του. Όλες τις Ακολουθίες τις έκανε με το κομποσκοίνι. Έλεγε: Έλα τώρα να κάνουμε τον Εσπερινό. Μετρούσε τα κομποσκοίνια και έλεγε το «Δι᾿ εὐχῶν» με το τέλος της Ακολουθίας. Με τον ίδιο τρόπο, γίνονταν και οι υπόλοιπες Ακολουθίες.

Η βραδινή Ακολουθία άρχιζε στις δώδεκα τα μεσάνυκτα και τελείωνε στις τέσσερις το πρωί. Ένα βράδυ ο Γέροντας, ξέχασε να μου πει ότι τελείωσε η Ακολουθία και εγώ, νομίζοντας ότι μάλλον θα έχουμε αγρυπνία, συνέχισα την προσευχή μέχρι το πρωί. Το πρωί ο Γέροντας μου είπε: Συγγνώμη, παιδί μου, που δεν σε ειδοποίησα απόψε και ξενύχτησες.

Η ευαισθησία της ψυχής του Γέροντα

Για να φανεί η ευαισθησία της ψυχής του Γέροντα, ένα βράδυ όπως με είχε βάλει να κοιμηθώ επάνω σε έναν πάγκο, επειδή ήταν χειμώνας και έκανε κρύο, με είχε σκεπάσει με πολλά σκεπάσματα. Ενώ κοιμόμουν, σηκώθηκε και ήρθε από το κελί του και με το χέρι του ψηλαφούσε μέσα στο σκοτάδι τα σκεπάσματα.

Ξύπνησα και του λέω: Γέροντα θέλετε κάτι; Και μου λέει: Παιδί μου δεν ήμουν σίγουρος αν σε σκέπασα με την μαλακή κουβέρτα ή με την σκληρή από τραγόμαλλο, η οποία «τσιμπάει». Και ήρθα να το δω γιατί δεν μπορούσα να κοιμηθώ σκεπτόμενος ότι μήπως από απροσεξία μου, δεν μπορείς να κοιμηθείς.

Ένα βράδυ ο Γέροντας με έβαλε να κοιμηθώ στο κελί του, στο κρεβάτι του. Εκείνος πήγε σε άλλο κελί. Θα μου μείνει αξέχαστη η προσευχή που μου έδωσε ο Θεός, με τις ευχές του, μέσα στο μαρτυρικό κελάκι του. Η προσευχή ήταν αρέμβαστος, καθαρή. Η ψυχή μου έγινε διορατική. Έβλεπα τους λογισμούς να προσπαθούν να με προσβάλλουν αλλά πριν πάρουν σχήμα, εξαφανίζονταν. Αυτή η προσευχή ήταν αποτέλεσμα όχι μόνο των ευχών του Γέροντα αλλά και του μαρτυρικού κελιού του στο οποίο είχε δεχθεί τόσες επισκέψεις της Θείας Χάριτος.

Ο τόπος έχει να κάνει με την προσευχή

Όταν άλλη φορά τον παρακάλεσα να ξαναμείνω στο κελί του, μου είπε: Εσύ, παιδί μου, σε έναν τόπο βρήκες μια δραχμή και νομίζεις ότι αν ξαναπάς εκεί, θα βρεις κι άλλη. Μου εξήγησε δε ότι: και ο τόπος έχει να κάνει με την προσευχή. Εκεί που έγιναν αμαρτίες έχει εξουσία ο πειρασμός και δεν αναπαύεται η ψυχή. Σε άλλους τόπους που έγιναν προσευχές και «επισκέψεις» της Χάριτος ο άνθρωπος εύκολα κατανύσσεται και προσεύχεται. Ακόμη, ευκολότερα προσεύχεται ο άνθρωπος σε ένα μικρό κελί και δυσκολότερα σε ένα μεγάλο δωμάτιο. Γιατί η ψυχή μας περιορίζεται ή διαχέεται ανάλογα με τον χώρο.

Τα στάδια της προσευχής

Μερικές φορές μιλούσε για τα στάδια της προσευχής: Στην αρχή ο άνθρωπος λέει ολόκληρη την ευχή, αργά και παρακαλεστικά: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Όταν προχωρήσει η Χάρη, ανεβαίνει ένα σκαλοπάτι και μπορεί να πει μόνον: «Κύριε, Ιησού, Χριστέ». Μετά ανεβαίνει άλλο σκαλοπάτι, και λέει: «Κύριε, Ιησού». Μετά λέει μόνον: «Ιησού μου» και μπορεί να φθάσει ο άνθρωπος στο σημείο που σταματάει η προσευχή με λόγια και τότε είναι μέσα στην Χάρη του Θεού.

«Αρπάζεται» ο νους και βλέπει και ζει ουράνια πράγματα. Αυτές οι επισκέψεις της Χάριτος, σ’ αυτήν την ένταση, μπορούν να συμβούν χωρίς να το περιμένει ο άνθρωπος, όποτε θελήσει ο Θεός.


Με επισκέφθηκε η Χάρη του Θεού

Μια φορά, έλεγε, ήμουνα στον κήπο του κελιού και έσκαβα. Για μια στιγμή, σταμάτησα να ξεκουραστώ. Τότε με επισκέφθηκε η Χάρη του Θεού τόσο δυνατά που, για τον φόβο της πλάνης προσπαθούσα μέχρι κάποιο σημείο, να ελέγξω τον εαυτό μου. Επειδή η Χάρη αυξανόταν συνεχώς, παραιτήθηκα από την προσπάθεια λέγοντας: «Αν πλανήθηκα, πλανήθηκα. Άσ’ το και όπου πάει», είπα στον εαυτό μου.

Τότε ο νους μου ένιωσα ότι βγήκε από το σώμα μου και ανέβαινε, ανέβαινε σε τέτοιο νοητό ύψος, μέχρι που έφτασε σε έναν χώρο, όπου υπήρχε «ειρήηηνη» και γλυκύτατο φως και η ψυχή μου έγινε και αυτή φως! Πόσο κράτησε αυτή η κατάσταση, δεν γνωρίζω. Όταν «συνεστάλη» η Χάρη, σιγά σιγά, ένιωσα να κατεβαίνω και είδα το σώμα μου στον κήπο όρθιο ακουμπισμένο στην περίφραξη.

Είδα όλη την κτίση!

Άλλη φορά έλεγε: Την ώρα που κάναμε τον Εσπερινό στο εκκλησάκι μας, μόλις άρχισε ένας από τους πατέρες να διαβάζει τον Προοιμιακό Ψαλμό, «Εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον…», «έφυγε» η ψυχή μου από το σώμα μου και είδα όλη την κτίση! Τα φυτά, τα ζώα, τα βουνά, οι πέτρες, τα βράχια, η θάλασσα, κάθε ζωντανό πλάσμα μέσα της, μέχρι τα βάθη της, όλα υμνούσαν το Θεό. Όταν τελείωσε αυτή η «όραση» είδα ότι βρισκόμουν στο στασίδι μου και μόλις είχε τελειώσει ο Προοιμιακός. Τόση ήταν η διάρκεια αυτής της «θεωρίας».

Κάποτε, την ώρα του Εσπερινού, στο: «Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου…» κοιτώντας προς το τέμπλο είδα να ανεβαίνει καπνός θυμιάματος μπροστά στην εικόνα του Τιμίου Προδρόμου. Νόμισα ότι υπήρχε από κάτω κάποιο θυμιατήρι. Κοίταξα, αλλά δεν υπήρχε. Ο καπνός του θυμιάματος σιγά σιγά χάθηκε. Μετά τον Εσπερινό είπα στον Γέροντα: Είδα αυτό και αυτό. Και ο Γέροντας μου απάντησε: Ήταν, παιδί μου, η προσευχή που ανεβαίνει ως θυμίαμα.

Τότε τον ρώτησα: Πώς εγώ Γέροντα, αμαρτωλός άνθρωπος, βλέπω τέτοια πράγματα; Και μου λέει: Ναι, παιδί μου, είσαι αμαρτωλός αλλά είσαι εν μετανοία.

Οι Αρχάγγελοι

Διηγείτο ο Γέροντας: Μια φορά, με κάλεσαν να λειτουργήσω σε ένα κελί, που ήταν αφιερωμένο στη Σύναξη των Αρχαγγέλων. Την ώρα της Θείας Λειτουργίας είδα ζωντανούς τους Αγίους Αρχαγγέλους, οι οποίοι έψαλλαν εν χορώ λέγοντας: Πότε θα «αναλύσεις» από αυτή τη ζωή, π. Εφραίμ, για να έρθεις μαζί μας να υμνούμε τον Κύριο;

Στρίψε το καΐκι για τα Καρούλια!

Κάποια φορά τον ρώτησα: Πείτε μου, Γέροντα, κάποιο θαυμαστό γεγονός που ζήσατε. Μου λέει: Μια φορά, με κάλεσαν στη Νέα Σκήτη, να λειτουργήσω. Πήγα με τα πόδια από τα Κατουνάκια μέχρι τη Νέα Σκήτη. Όταν τελείωσε η Θεία Λειτουργία, στο μουράγιο της Νέας Σκήτης, είχε έρθει το καΐκι, το οποίο έκανε το δρομολόγιο: Νέα Σκήτη, Αγιάννα, Καρούλια, Καυσοκαλύβια και έφθανε μέχρι τη Μεγίστη Λαύρα. Φυσούσε νοτιάς και είχε αρκετό κύμα. Λέω στον καπετάνιο: «Καπετάνιε, θα πιάσεις Καρούλια;». Αυτός βλέποντας τον καιρό, μου λέει: «Παπά, μπορεί ναι, μπορεί όχι». Εγώ χωρίς να το πολυσκεφθώ, πήδηξα μέσα στο καΐκι, για να αποφύγω την ανηφορική πορεία, μέχρι το κελί μας, που δεν ήταν και μικρή. Αφού το καΐκι έπιασε Αγιάννα, και εντωμεταξύ ο αέρας είχε «φρεσκάρει» και είχε πολύ μεγάλο κύμα, παρέκαμψε τα Καρούλια και ανοιχτά από το πέλαγος, πήγαινε στα Καυσοκαλύβια. Λέω στον καπετάνιο: «Καπετάνιε, Καρούλια πηγαίνω!», και ο καπετάνιος μου απαντάει: «Τι σου είπα, παπά, μπορεί ναι, μπορεί και όχι; Τώρα σου λέω όχι! Κατέβα στα Καυσοκαλύβια. Μ’ αυτό το κύμα δεν μπορώ να πιάσω Καρούλια» (στα Καυσοκαλύβια «απάγκιαζε» και μπορούσε να πιάσει το καΐκι). Δεν ήταν που η διαδρομή από το μουράγιο των Καυσοκαλυβίων μέχρι τα Κατουνάκια είναι πολύ ανηφορική και κουραστική, ήταν ότι με έπιασε η θάλασσα και κινδύνευα να κάνω εμετό. Λέω στον καπετάνιο: «Καπετάνιε, λειτούργησα και κατέλυσα. Ζαλίζομαι και θα κάνω εμετό και μετά θα έχω κανόνα» (40 μέρες δεν θα μπορούσα να λειτουργήσω). Ο καπετάνιος δεν καταλάβαινε από αυτά και προχωρούσε για Καυσοκαλύβια, λέγοντας: «Τι να σε κάνω παπά;» Τότε σηκώνομαι όρθιος και του λέω προστακτικά: «Στρίψε το καΐκι για τα Καρούλια!» Αυτός φοβισμένος αλλά και θυμωμένος μου λέει: «Να πιάσω Καρούλια, παπά, να σπάσω το καΐκι να ησυχάσεις!» και πιάνοντας με θυμό το τιμόνι, έστριψε για Καρούλια. Εκείνη τη στιγμή έπεσε η θάλασσα ακαριαίως και έγινε λάδι. Ο καπετάνιος τα ’χασε! Δεν πίστευε στα μάτια του. Γιατί φυσιολογικά, η θάλασσα σταματώντας ο αέρας με τέτοιο κύμα που είχε, θα ήθελε ώρες να ηρεμίσει. Μου λέει ο καπετάνιος: «Κάποιο μεγάλο Άγιο έχεις παπά μου! Τέτοιο μεγάλο θαύμα δεν το έχω ξαναδεί». Και του λέω: «Ποιο μεγάλο Άγιο! Η Παναγία το έκανε το θαύμα». Και αφού κατέβηκα στα Καρούλια, συνέχισε το καΐκι για Καυσοκαλύβια με τη θάλασσα λάδι.

Παναγία μου, Παναγία μου

Ο Γέροντας εκτός από τις επισκέψεις της Θείας Χάριτος, κατά παραχώρηση Θεού, δοκιμάστηκε και από επιθέσεις πονηρών πνευμάτων. Ας αναφέρουμε ένα περιστατικό. Έλεγε ο Γέροντας: Μια φορά, ενώ προσευχόμουν στο κελί μου, γέμισε ο τόπος από πονηρά πνεύματα τα οποία έπεσαν απάνω μου και με ακινητοποίησαν. Δεν μπορούσα ούτε το σταυρό μου να κάνω, ούτε την Ευχή να πω με το στόμα μου. Το μόνο που μπορούσα ήταν να επικαλούμαι νοερώς το όνομα της Παναγίας, λέγοντας με πόνο: Παναγία μου, Παναγία μου. Μέσα σε λίγη ώρα, μη μπορώντας να αντέξουν την προσευχή στη Χάρη της, με άφησαν και εξαφανίστηκαν. Έτσι, απελευθερώθηκα. Και σε εμένα συνέβη την ώρα της προσευχής, να πέσει ένα τρομερό βάρος στην πλάτη μου, που κόντεψε, να με συνθλίψει. Μόλις με τη βοήθεια του Θεού ελευθερώθηκα, έτρεξα στο κελάκι του Γέροντα φοβισμένος, να του πως τι μου συνέβη. Τότε εκείνος σκέφτηκε για λίγο και μου είπε: Παιδί μου, αμαρτίες πληρώνεις.


Τίμα ιατρὸν…γὰρ αυτόν έκτισε Κύριος

Ο γιατρός Νικόλαος Μπαλδιμτσής και ο άγιος Ο Γέροντας εκτιμούσε την κλασική ιατρική και τα κλασικά φάρμακα τα οποία τα έπαιρνε με εμπιστοσύνη. Την υπακοή που έκανε στις ιατρικές συμβουλές και θεραπείες, δεν την συνάντησα σε άλλον άνθρωπο. Όταν μιλούσε ο γιατρός, σαν να μιλούσε ο Θεός! Ακριβής εφαρμογή του: «Τίμα ἰατρὸν…γὰρ αὐτὸν ἔκτισε Κύριος». Μια φορά, είχε επιβαρυνθεί τόσο η υγεία του, που πίστεψε ότι είχε έρθει το τέλος του. Έσπευσα επειγόντος, να δω τι συμβαίνει. Με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή, βελτιώθηκε τόσο γρήγορα η υγεία του, που και ο ίδιος δεν το πίστευε. Μόλις αισθάνθηκε τις δυνάμεις του να επανέρχονται, άρχισε αμέσως τον κανόνα του. Σταυρωτά κομποσκοίνια με μικρές μετάνοιες που τις έκανε πάνω στο περβάζι του παραθύρου του κελιού του βιάζοντας και σωματικά τον εαυτό του. Αφού πέρασαν δυο τρεις μέρες ιατρικής θεραπείας και παρακολούθησης, και κατάλαβε ότι η υγεία του βελτιώθηκε πολύ, μου είπε: Πήγαινε, παιδί μου, στους Δανηιλαίους που σήμερα γιορτάζει το κελί τους, να ανάψεις ένα κερί (ήταν των Αγιορειτών Πατέρων). Το έκανε αυτό, για να ξεσκάσω λιγάκι. Εκεί χοροστατούσε, ως επίσημος καλεσμένος, ο σεβαστός και πολύ αγαπητός μας επίσκοπος Σάμου, Πατήρ Παντελεήμων, με τον οποίο, σε μια διακοπή της αγρυπνίας, συναντηθήκαμε ιδιαιτέρως. Τότε μου «εξομολογήθηκε» ο Σεβασμιώτατος τη στενοχώρια του, γιατί ο τυπικάρης μοναχός, που ως γνωστόν ρυθμίζει, ως εξουσία έχων, όλη την αγρυπνία, δεν του επέτρεπε να προσκομίσει τα αμέτρητα ονόματα που πάντα μνημόνευε: Στις επανειλημμένες παρακλήσεις μου ότι χρειάζομαι πολύ χρόνο για την Προσκομιδή, μου έλεγε: «Θα περιμένετε, Σεβασμιώτατε, όταν θα έρθει η ώρα, θα σας πω εγώ πότε θα προσκομίσετε!». Όσο για μένα επέστρεψα στο κελί, γιατί είχα την έννοια του Γέροντα.

Όταν χρειάστηκε κάποτε να πλύνω το παρθενικό και πολύπαθό του σώμα, καταλάβαινα ότι ο Γέροντας ντρεπόταν, αλλά μου είπε: Να με πλύνεις, παιδί μου. Εξ’ άλλου και ο Μέγας Βασίλειος που ήταν τόσο ασκητικός, αλλά ήταν και γιατρός, συνιστούσε τα λουτρά για το καλό της υγείας του ανθρώπου. Μου έκανε εντύπωση ότι και γι’ αυτό, ήθελε να έχει τη σχετική σύμφωνη γνώμη των Αγίων, για να είναι αναπαυμένος.

Για να φανεί η θαυμαστή υπακοή του, αναφέρουμε ένα περιστατικό. Ο Γέροντας φορούσε κάτι παλιά παπούτσια, τα οποία είχαν στραβώσει με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος να σκοντάψει όταν βάδιζε και να πέσει. Οι πατέρες της συνοδείας του τον παρακαλούσαν να φορέσει καινούργια παπούτσια, αλλά ο Γέροντας προτιμούσε τα παλιά, λόγω του ασκητικού του φρονήματος. Γι’ αυτό με παρακάλεσαν να του το πω, σαν ιατρική εντολή. Μόλις του το είπα, υπό τύπον ιατρικής οδηγίας, αμέσως είπε: Να ‘ναι ευλογημένο!

Η ευωδία του Αγίου Πνεύματος

Για να μην μας μείνει όμως η πνευματική δυσωδία, θα αναφέρουμε ένα θαυμαστό περιστατικό. Κάποτε ένας ιερομόναχος, που ήταν σε μια μητρόπολη, επισκέφτηκε τον Γέροντα με έναν θεολόγο και έναν φοιτητή. Ο Γέροντας τους δέχθηκε στο κελί του καθισμένος στο κρεβατάκι του. Απηύθυναν στον Γέροντα το ερώτημα, πώς γίνεται το Άγιο Πνεύμα να ευωδιάζει αφού είναι Θεός άυλος. Ο Γέροντας τους λέει: Η ευωδία του Αγίου Πνεύματος είναι η ευωδία που αποπνέουν τα Άγια Λείψανα και οι θαυματουργές εικόνες, όπως για παράδειγμα η Παναγία η Πορταΐτισσα. Τότε του λένε: Γέροντα, οι εικόνες και τα Άγια Λείψανα είναι υλικά και ευωδιάζουν. Μπορεί το Άγιο Πνεύμα να ευωδιάζει χωρίς να υπάρχει κάτι το υλικό; Ο Γέροντας δεν τους μίλησε. Έμεινε σιωπηλός. Ξαφνικά, ευωδίασε η ατμόσφαιρα του κελιού με μια έντονη, ουράνια ευωδία. Ο ιερομόναχος και ο θεολόγος κοίταζαν ο ένας τον άλλον κατάπληκτοι, χωρίς να μιλούν. Ο Γέροντας τότε τους είπε: Άντε, να πηγαίνετε τώρα. Όταν βγήκαν έξω από το κελί, ρωτούσε ο ένας τον άλλον: «Τί ήταν αυτό, τι ήταν αυτό;» Ο τρίτος της παρέας τους κοίταζε περίεργα. Δεν είχε καταλάβει τίποτα!

Οι ψυχικές ασθένειες

Μια φορά, ρώτησα τον Γέροντα να μου πει την γνώμη του σχετικά με τους ψυχικά ασθενείς. Μου λέει: Ορισμένοι ψυχικά ασθενείς στην πραγματικότητα είναι δαιμονισμένοι. Αυτοί δεν μπορούν να θεραπευτούν με φάρμακα, αλλά χρειάζονται πνευματική αγωγή, δηλαδή μετάνοια, εξομολόγηση, υπακοή στον πνευματικό και τις κατάλληλες ευχές της Εκκλησίας. Υπάρχουν όμως και ψυχικά άρρωστοί που δεν είναι δαιμονισμένοι. Όπως αρρωσταίνει το σώμα, έτσι αρρωσταίνει και η ψυχή. Αυτοί χρειάζονται ιατρική θεραπεία. Μου ανέφερε ένα παράδειγμα: Όταν ήταν περίοδος μεγάλων εορτών, Χριστούγεννα, Πάσχα κ. ά., οι εφημερίδες είχαν τυπωμένες κάποιες εικόνες της Γέννησης, της Ανάστασης κλπ. Όταν ψωνίζαμε διαφορά πράγματα από τη Δάφνη, κυρίως τρόφιμα, οι παντοπώλες που ήταν κοσμικοί άνθρωποι τα τύλιγαν με φύλλα εφημερίδων. Εγώ στο κελί βλέποντας αυτές τις εικόνες, όπως ήταν τσαλακωμένες, σκεφτόμουν να κάψω τις εφημερίδες στη φωτιά. Μετά σκέφθηκα. Μπορεί να είναι εικόνα πάνω στην εφημερίδα και τσαλακωμένη, αλλά είναι εικόνα. Ας την κόψω με ένα ψαλιδάκι και ας την βάλω κάπου. Όταν ανέβηκα στον πνευματικό μου, να εξομολογηθώ, του ανέφερα αυτό το θέμα. Απ’ έξω στεκόταν ένας καλόγερος ο οποίος μου λέει αγριεμένος: «Και αυτό, μωρέ, το εξομολογήθηκες; Εγώ σε παρακίνησα, να κάψεις τις εικόνες! Και αν το έκανες θα σε δίκαζα σαν εικονομάχο». Έφριξα, όταν τον άκουσα. Ήταν ο καημένος δαιμονισμένος και μιλούσε το δαιμόνιο. Του λέω: «Τον βλέπεις τον πειρασμό;» Μου λέει: «Τον βλέπω. Να, εδώ στέκεται». Πες: «Κύριε, Ιησού, Χριστέ ελέησόν με».

Μόλις είπε την Ευχή μια φορά, μου λέει: «Τον βλέπω να ταράζεται». Με την δεύτερη μου λέει: «Τον βλέπω να τρέμει». Και με την τρίτη έσκασε και εξαφανίστηκε. Τι μεγάλη δύναμη έχει η Ευχή! Αυτός ο καημένος ήταν έγγαμος και όταν αρρώστησε ψυχικά, η οικογένειά του δεν μπορούσε να τον υποφέρει. Έτσι, ήρθε στο Άγιον Όρος και υποτάχθηκε σε κάποια απλά γεροντάκια. Όσο καιρό έκανε υπακοή, ήταν ήσυχος, ειρηνικός. Όταν άρχισε να μην υπακούει στους Γέροντες, γιατί έβλεπε ότι δεν ζουν ‘υψηλή’ πνευματική ζωή, άρχισε να τους περιφρονεί. Αμέσως εμφανίστηκε το πρόβλημα. Το εργόχειρό του ήταν να κατεβαίνει σε μια δύσβατη περιοχή, κοντά στη θάλασσα, όπου υπήρχαν πλάκες που με την εξάτμιση του θαλασσινού νερού μάζευαν αλάτι, το οποίο αυτός το συνέλεγε. Αυτό ήταν το εργόχειρό του. Όταν άρχισε τις ανυπακοές, πήγε για το εργόχειρό του και δεν ξαναγύρισε. Άγνωστη η τύχη του. Τότε τον ρώτησα: Και πώς Γέροντα ο γιατρός θα ξεχωρίσει τον ψυχοπαθή από τον δαιμονισμένο; (επειδή παρουσιάζουν παρόμοιες εκδηλώσεις και μάλιστα στην κλασική ψυχιατρική τα άτομα που έχουν πνευματικό πρόβλημα αναφέρονται ότι έχουν παραλήρημα θρησκευτικού τύπου). Και μου απάντησε: Αν παιδί μου, είναι Χριστιανός Ορθόδοξος θα καταλάβει ποιος είναι ψυχοπαθής και ποιος είναι δαιμονισμένος. Τότε τον ρώτησα για τις ικανότητες κάποιων γιόγκι που μπορούν να βλέπουν χιλιόμετρα μακριά και να κάνουν κάποια υπερφυσικά πράγματα: Πώς το εξηγείτε αυτό Γέροντα; Στην ερώτησή μου αυτή, απάντησε: Άκουσε, παιδί μου, η ψυχή έχει πολλές δυνατότητες, έχει πολλές δυνάμεις, μεταξύ των οποίων και η διόραση. Αυτά είναι φυσικά ψυχικά χαρίσματα, αλλά εμείς τα αγνοούμε, γιατί ζούμε ζωή σαρκική. Αυτοί οι άνθρωποι, φαίνεται, εφαρμόζουν κάποια άσκηση στον εαυτό τους. Και έτσι, τα φυσικά αυτά χαρίσματα εκδηλώνονται. Όμως, εδώ είναι η διαφορά. Επειδή αυτές είναι πνευματικές δυνάμεις, σ’ αυτούς τους ανθρώπους εύκολα τα πονηρά πνεύματα ενώνονται μ’ αυτές και οδηγούνται οι άνθρωποι στην πλάνη. Ενώ στους ανθρώπους του Θεού, τους ορθόδοξους χριστιανούς, ενώνεται το Άγιο Πνεύμα με αυτές τις δυνάμεις της ψυχής και έτσι οι δυνάμεις αυτές πλατύνονται, δυναμώνουν και αγιάζονται. Ο άνθρωπος μετέχει των χαρισμάτων του Θεού. Είναι το καθ’ ομοίωσιν.


 

Η έμφυτη κοινωνικότητα

Άλλοτε πάλι μου έλεγε: ο άνθρωπος έχει έμφυτη την κοινωνικότητα. Όταν είχα ακόμη τα γεροντάκια και τα διακονούσα, λίγο πιο πάνω από το κελί μας, ήταν ένας Γέροντας, ο πατήρ Γεδεών (Κύπριος την καταγωγή) ο οποίος όταν «κοιμήθηκε» ο Γέροντάς του, έμεινε μόνος του. Έκανε τα καθήκοντά του, και επειδή ήταν «λεπτός άνθρωπος» δεν ήθελε να έρχεται στο κελί μας, χωρίς κάποιο συγκεκριμένο λόγο και να μας απασχολεί. Ένα απόγευμα, ακούω κάποιον να χτυπάει έναν τενεκέ με ένα ξύλο. Βγαίνοντας, βλέπω αυτόν το Γέροντα έξω από το κελί του και του λέω: «Γέροντα, θες κάτι;». Και μου απαντά: «Αυτό που θέλω, τώρα δεν μπορείς να το καταλάβεις. Αργότερα θα το καταλάβεις». Όταν «κοιμήθηκαν» όλοι οι πατέρες και ζούσα μόνος μου, τότε κατάλαβα γιατί χτυπούσε τον τενεκέ ο Γερο- Γεδεών. Ήθελε να ακούσει μια ανθρώπινη φωνή. Και αυτό ήταν μια παρηγοριά. Ένα απόγευμα, βγήκα έξω και του φώναξα: «Εεε! Πάτερ Γεδεών!» Και μου λέει: «Ορίστε Γέροντα!» «Τώρα κατάλαβα γιατί χτυπούσες τον τενεκέ».

Οι κεκρυμμένοι αγίοι

Ο Γέροντας γνώριζε αγίους ανθρώπους, ερημίτες, γεμάτους από Άγιο Πνεύμα που ήταν κεκρυμμένοι. Άγνωστοι στους ανθρώπους, γνωστοί όμως στον Θεό και σ’ αυτούς που ήθελε ο Θεός να αποκαλύψει. Μια φορά είπε σ’ ένα γνωστό του: Πάμε να επισκεφτούμε έναν ερημίτη που είναι όντως άγιος. Μόλις έφτασαν στην σπηλιά του και ο Γέροντας τον χαιρέτισε, ο ερημίτης αφού κοίταξε τον γνωστό του Γέροντα, τον προσφώνησε με το όνομά του και του είπε: Έκανες, έκανες, έκανες… Φτάνει πια! Καιρός είναι τώρα να νοικοκυρευτείς. Ο άνθρωπος αυτός έμεινε εμβρόντητος. Αυτούς τους κεκρυμμένους αγίους τους ζήλευε ο Γέροντας. Ταλάνιζε μάλιστα τον εαυτό του, λέγοντας: Με την ευχή του διαβόλου, βγήκε φήμη για μένα, ότι είμαι άγιος. Για να αρχίσουν να ’ρχονται καραβάνια προσκυνητών και περιέργων και έτσι να χάσω και τη λίγη ησυχία που έχω.

Αξίζει να αναφέρουμε την εξής διήγηση του Γέροντα: Όχι μακριά από το κελί μας, έμενε ένα γεροντάκι, σχεδόν κατάκοιτο. Με είχε ειδοποιήσει, μετά τη Θεία Λειτουργία να μην καταλύσω, αλλά να πάω να τον κοινωνήσω με το Άγιο Ποτήριο. Εγώ το ξέχασα και κατέλυσα. Αυτό συνεχίστηκε και σε άλλες Θείες Λειτουργίες.

Πριν τη Θεία Λειτουργία, έλεγα «να μην ξεχάσω να πάω να τον κοινωνήσω», και κάθε φορά έφευγε από το μυαλό μου και κατέλυα. Στο τέλος είπα: «εδώ κάτι συμβαίνει»! Πήγα λοιπόν και τον επισκέφθηκα και αφού του εξήγησα τι πάθαινα, τον ρώτησα: «Τι σκέφτεσαι Γέροντα, όταν με περιμένεις να σε κοινωνήσω;». Και μου απαντάει: «Μου λέει ο λογισμός μου ότι δεν είναι Θεία Κοινωνία αυτό που θα μου φέρεις, αλλά ψωμί και κρασί». Είπα τότε μέσα μου: «Α, έτσι εξηγείται αυτό που μου συνέβη τόσες φορές, να καταλύω και μετά να το θυμάμαι».

Ο Γέροντας έλεγε: Εγώ παιδί μου, δεν εξομολογώ κοσμικούς, γιατί δεν έχω πείρα της κοσμικής ζωής. Καλογέρους, μάλιστα! Όταν τον ρώτησα να μου πει τη γνώμη του για ένα πνευματικό θέμα, μου είπε: Παιδί μου, εγώ δεν είμαι σε θέση να παίρνω πληροφορία για όλα τα θέματα. Αν πάρω πληροφορία, θα σου πω.

Και η υπομονή, κουράζεται

Για το θέμα της υπομονής μου διηγήθηκε: Ήταν εδώ πιο κάτω ένα γεροντάκι το οποίο έπεσε και έσπασε το πόδι του. Πήγα και τον επισκέφθηκα. Τον ρώτησα: «Πώς πας Γέροντα;» Μου απάντησε: «Καλά Γέροντα. Δόξα το Θεό. Επίσκεψη του Κυρίου!». Αφού πέρασε αρκετός καιρός και επιβαρύνθηκε η κατάστασή του, μετά ζητούσε βοήθεια. Έλεγε: «Βοηθήστε με, πατέρες. Φέρτε μου, έναν γιατρό» και σχολίασε ο Γέροντας: Είχε κουραστεί η υπομονή του. Γιατί και η υπομονή, κουράζεται.

Οι πνευματικές του «θεραπείες»

Το πόσο θεοφώτιστες ήταν οι πνευματικές του «θεραπείες» θα φανεί από το εξής περιστατικό. Μια φορά, είχα φιλοξενηθεί σε αγιορείτικη Καλύβη. Εκεί εγκαταβίωνε ένας ιερομόναχος και πνευματικός, άνθρωπος ζηλωτής. Αυτός είχε πάρει ευλογία από τον Γέροντά του, να συμβουλεύεται σε πνευματικά θέματα τον Γέροντα Εφραίμ. Μου διηγήθηκε λοιπόν, ότι συμμετείχε στην αγρυπνία της εορτής του Αγίου Αθανασίου, στη Μεγίστη Λαύρα. Την ώρα της ακολουθίας, από φθόνο του διαβόλου, είχε έναν μεγάλο πειρασμό τον οποίο αδυνατούσε να αντιμετωπίσει. Αφού ενημέρωσε τον προεστώτα, ξεντύθηκε τα ιερατικά του και μέσα στην νύχτα έκανε την πολύ μεγάλη διαδρομή Λαύρα-Κατουνάκια. Ο Γέροντας τον υποδέχθηκε πατρικά και τον ρώτησε τι του συμβαίνει. Όταν τον άκουσε, του λέει: Άκου, πάτερ μου. Όταν έχεις τέτοιο πειρασμό, θα κρατάς την αναπνοή σου, όσο μπορείς, όσο αντέχεις. Αν δεν περάσει με την πρώτη, θα το επαναλάβεις δεύτερη φορά. Με την τρίτη, οπωσδήποτε θα φύγει ο πειρασμός. Η έλλειψη οξυγόνου από το σταμάτημα της αναπνοής, είναι μεγάλο φάρμακο, γιατί το σώμα χάνει τη δύναμή του και «πέφτει». Και το σπουδαιότερο, σε κανέναν δεν γίνεται αντιληπτό. Ο εν λόγω ιερομόναχος, αφού πήρε το «φάρμακο», γύρισε από την ίδια διαδρομή στην Λαύρα, όπου η αγρυπνία συνεχιζόταν και συμμετείχε στη Θεία Λειτουργία.

Το θαύμα του Αγίου Νεκταρίου

Ας αναφέρουμε ένα θαύμα του Αγίου Νεκταρίου που μας διηγήθηκε ο Γέροντας: Κάποτε, ανοίγοντας ένα από τα τσουβάλια με το σιτάρι που είχαμε στην Καλύβη μας και εν συνεχεία ανοίγοντας όλα τα υπόλοιπα τσουβάλια, διαπίστωσα ότι το σιτάρι είχε σκουληκιάσει. Πιθανώς, επειδή ήταν πολύ ζεστός ο καιρός. Πολύ λυπήθηκα! Γιατί, αυτό το σιτάρι ήταν άχρηστο. Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα τον Άγιο Νεκτάριο που είναι τόσο θαυματουργός. Ο π. Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, ο υμνογράφος του Αγίου, είχε ένα τεμάχιο του αγίου λειψάνου. Εγώ το γνώριζα. Πήγα στην Μικρή Αγιάννα και ανέφερα στον πατέρα Γεράσιμο το πρόβλημά μου. Πήρα ένα κομμάτι βαμβάκι και το σταύρωσα στο άγιο λείψανο παρακαλώντας τον Άγιο να μας βοηθήσει, γιατί το ζήτημα αυτό δεν ήταν μικρό για μας. Όταν γύρισα στο κελί μας, σε κάθε τσουβάλι, αφού το άνοιξα, έβαλα ένα κομματάκι από το αγιασμένο βαμβάκι. Την άλλη μέρα, ανοίγοντας τα τσουβάλια δεν υπήρχε ούτε ένα σκουλήκι, ούτε ένα σπυρί σιτάρι φαγωμένο. Πόσο φιλάνθρωπος και μεγάλος άγιος είναι ο Άγιος Νεκτάριος!


Ο άγιος Γεώργιος Καρσλίδης

Μια φορά μπαίνοντας στην εκκλησία του κελιού, είδα κρεμασμένη μια ωραία σκαφτή εικόνα του Αγίου Γεωργίου Καρσλίδη με φωτοστέφανο. Τότε, δεν είχε γίνει η αγιοκατάταξή του από το Πατριαρχείο. Στην απορία μου γι’ αυτό μου απάντησε ο Γέροντας: Παιδί μου, είναι άγιος! Και με την ευκαιρία μου ανέφερε ότι είχε επισκεφτεί επανειλημμένα το μοναστήρι του Αγίου, παρά την επιβαρυμένη υγεία του. Μάλιστα μου είπε: Την πρώτη φορά που πήγα στο Μοναστήρι δεν κατάλαβα τίποτα. Καμιά αλλοίωση. Όταν γύρισα όμως στο κελί μου, ο Άγιος μου ανταπέδωσε την επίσκεψη (χωρίς να εξηγήσει το πώς). Στον δε π. Μωυσή που έγραψε τη βιογραφία του Αγίου είπα: «π. Μωυσή και μόνο αυτό το βιβλίο που έγραψες, σου έχουν συγχωρεθεί οι μισές σου αμαρτίες».

Ο άγιος Ανδρέας ο διά Χριστό Σαλός

Μια φορά με ρώτησε αν έχω διαβάσει το βίο του Αγίου Ανδρέα του δια Χριστόν Σαλού. Στην αρνητική μου απάντηση είπε: Είναι μεγάλος Άγιος και πρέπει να διαβάσεις το βίο του. Όταν διάβασα τον βίο του Αγίου, μου λέει: Όταν με εκείνο τον βαρύ χειμώνα «αρπάχτηκε» ο Άγιος στον Παράδεισο για παρηγορία δεκαπέντε ημερών, τότε αξιώθηκε να δει τον Κύριο ο οποίος του είπε τρεις λόγους, από τρεις λέξεις τον καθένα. Ο πνευματικός του Αγίου στον οποίο ο Άγιος Ανδρέας διηγήθηκε αυτή τη θαυμαστή «θεωρία» πολύ τον παρακάλεσε να του πει έναν από τους λόγους του Κυρίου. Και ο Άγιος δεν ηθέλησε. Και συνέχισε ο Γέροντας λέγοντας: Εμένα, παιδί μου, μου λέει ο λογισμός ότι ο πρώτος λόγος του Κυρίου ήταν: «Μακάριος εἶ Ἀνδρέα!». Ο δεύτερος ήταν: «Μακάριοι οἱ Χριστιανοί!». Και ο τρίτος λόγος για τον οποίο δοξολόγησαν τον Κύριο όλες οι ουράνιες δυνάμεις ήταν: «Μακάριοι οἱ σεσωσμένοι!». Συνεχίζοντας ο Γέροντας μου είπε ότι: Ο Άγιος αξιώθηκε όλα αυτά για την υπερβολική ξενιτεία του και την παντελή έλλειψη ανθρώπινης ‘παρηγορίας’.

Πιστεύουμε ότι ο Γέροντας ήταν μέτοχος, κατά την δύναμή του, των μεγάλων αυτών αρετών, γι’ αυτό και ο Άγιος του αποκάλυψε αυτά τα απόρρητα.

Το έκζεμα «θυμώνει»

Το μαρτύριο του Γέροντα με τα χρόνια εκζέματα των ποδιών του, παρατάθηκε μέχρι το τέλος της ζωής του. Οι κνήμες των ποδιών ήταν σαν ψημένες στο φούρνο. Από τις ρωγμές έτρεχαν διάφορα υγρά. Η επιδείνωση του βασανιστικού κνησμού ήταν μεγάλη, όταν ο Γέροντας έτρωγε τροφές ζωικές.

Έλεγε: Άνθρωπος είμαι, παιδί μου. Μετά από ολόκληρη Σαρακοστή, το Πάσχα θέλω να φάω λίγο ψαράκι. Και μια μπουκιά να δοκιμάσω, το έκζεμα «θυμώνει» και αρχίζει τόσο τρομερός κνησμός, που μου έρχεται να τα «φάω» τα πόδια μου. Συνεχίζοντας, μου λέει: Το μαρτύριο του Ιώβ δεν ήταν ο πόνος. Τον πόνο τον υποφέρει ο άνθρωπος. Αλλά ήταν ο ανυπόφορος κνησμός. Ο κνησμός δεν υποφέρεται. Γι’ αυτό και καθόταν γυμνός πάνω στην κοπριά και με το όστρακο έξυνε το σώμα του από το οποίο έτρεχαν συνεχώς υγρά που λέγονται «ιχώρ».

Ακόμη και το νερό που έπινε ο Γέροντας το καλοκαίρι, επειδή ίδρωνε πολύ, το έπινε με εγκράτεια. Έπινε μερικές γουλιές και μου έλεγε: Ας μην πιώ άλλο, παιδί μου, γιατί θα το πληρώσω.

Μια φορά, αφού εξήτασα τον Γέροντα, του περιποιήθηκα τα πόδια του με ειδικές αλοιφές και εντριβές. Ο Γέροντας μου είπε: Θεός σχωρέσει παιδί μου!

Αναπαύθηκαν τα πόδια μου. Σε λίγο μπήκε μέσα στο κελί ένας Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής, που ήταν γνωστός του Γέροντα, ο οποίος με «επίσημο» τρόπο του πρόσφερε το τελευταίο θεολογικό του βιβλίο. Η πληρωμή του Γέροντα και στον καθηγητή και σε μένα ήταν άκρως πνευματική. Στον μεν καθηγητή είπε: Φέρτο εδώ το βιβλίο, βρε παιδί μου. Αυτές τις μέρες ήθελα να διαβάσω και κάτι άλλο. Και ας είναι ό,τι να ‘ναι. Και δείχνοντάς με στον Καθηγητή είπε: Τον βλέπεις τούτον ’δω; Έχει κάνει την τάδε αμαρτία. (Και του αποκάλυψε κάτι που του το είχα αναφέρει προ καιρού). Εφάρμοσε ο Γέροντας και στους δυο μας την θεραπευτική που οδηγεί στο: «καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει».

Σε μια Θεία Λειτουργία που έγινε στην εκκλησία του κελιού ο Γέροντας καθόταν σε ένα πολυθρονάκι. Εμένα μου είπαν να πω τον Απόστολο, τον οποίο απήγγειλα με κατάνυξη. Ο Γέροντας ευχαριστήθηκε και με «πλήρωσε» λέγοντάς με: Ποιος σου έμαθε να ψάλλεις έτσι; Και ολοκληρώνοντας την αμοιβή της ψαλμωδίας, μου έδωσε ένα γερό μπάτσο! Ένας από τους πατέρες δεν κρατήθηκε και μου είπε: Τυχερέ! Πήρες όλη την ευλογία.

Ἔλαμψε τό πρόσωπό του ὅπως ὁ ἥλιος

Μια άλλη φορά, σε μια Θεία Λειτουργία ο Γέροντας έμεινε στο κελί του περιμένοντας τον ιερέα να κατέβει, για να τον κοινωνήσει. Εγώ, επειδή ήθελα να κοινωνήσω, σκέφτηκα: Ας κατέβω να πάρω την ευχή του Γέροντα. Μπαίνοντας μες το κελί του είδα το Γέροντα να έχει πρόσωπο δωδεκαετούς παιδιού. Τα μαλλιά του και τα γένια του ήταν άσπρα. Το πρόσωπό του παιδικό. Έλαμπε μέσα στο φως.

Εγώ τα ’χασα και μόλις που μπόρεσα και του είπα: Γέροντα, ήρθα να πάρω την ευχή σας, αν είναι ευλογημένο, να κοινωνήσω. Συγγνώμη που σας ενόχλησα. Τότε μου απάντησε ζωηρά και χαρούμενα: Ευλογημένο! Eυλογημένο να κοινωνήσεις! Ούτε κατάλαβα πώς βγήκα από το κελί του, πώς ανέβηκα τη σκάλα για την Εκκλησία, πώς μπήκα μέσα και κοινώνησα στη Θεία Λειτουργία! Βρισκόμουν σ’ έναν άλλο κόσμο. Όταν αργότερα ξαναείδα τον Γέροντα, το πρόσωπό του ήταν το κανονικό.



Η Γερόντισσα Μακρίνα

Μια ιδιαίτερη πνευματική σχέση είχε αναπτυχθεί μεταξύ του Γέροντα πατρός Εφραίμ και της Γερόντισσας Μακρίνας, που ήταν ηγουμένη στην Ι.Μ. Οδηγήτριας Πορταριάς Βόλου. Στο Μοναστήρι της Γερόντισσας, γέροντας ήταν ο πατήρ Εφραίμ, ο Προηγούμενος της Ι.Μ. Φιλοθέου. Μεταξύ των δύο Γερόντων υπήρχε μεγάλος πνευματικός σύνδεσμος, επειδή είχαν κοινό πνευματικό πατέρα τον Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή. Όταν ο Γέροντας Εφραίμ, ο Φιλοθεΐτης επισκέφθηκε τα Κατουνάκια, μίλησε στον Γέροντα για την Γερόντισσα Μακρίνα, εκθειάζοντας τις αρετές της. Τότε ο Γέροντας του λέει χαμογελώντας: Δεν χρειαζόμαστε τις δικές σας συστάσεις. Έχουμε και εμείς λίγη προσευχή. Θα σου πω εγώ ποια είναι η Γερόντισσα Μακρίνα. Όταν ο Γέροντας πληροφορήθηκε τα σχετικά με την Γερόντισσα, θαύμασε την καθαρότητά της, την νήψη της ψυχής της, το χάρισμα της αδιάλειπτης προσευχής, την ελεήμονα καρδιά της, την ιδιαίτερη σχέση της με την Παναγία: Έμεινα εκστατικός, συνέχισε ο Γέροντας, και είπα. Πω, πω, τι είναι αυτή η Γερόντισσα! Από τότε αυτοί οι δύο μεγάλοι πομποί και δέκτες της Θείας Χάριτος, ήταν σε συνεχή επαφή. Έλεγε η Γερόντισσα: Όταν αρρώστησα σοβαρά, παρακαλούσα την Παναγία μας να φωτίσει τον Γέροντα να προσευχηθεί για μένα. Μόλις έκλεινα τα μάτια μου, βρισκόμουν καθαρά, μέσα στο κελί του, στα Κατουνάκια και έβλεπα τον Γέροντα να κάνει για την υγεία μου σταυρωτά κομποσκοίνια. Άνοιγα τα μάτια μου, ήμουν μες στο κελί μου. Έκλεινα τα μάτια μου, ήμουν μες το κελί του Γέροντα, στα Κατουνάκια. Τι θαύμα ήταν αυτό!

Η Γερόντισσα Μακρίνα και η μοναχή Παρθενία

Μια από τις μοναχές της Γερόντισσας Μακρίνας, η πολύπαθη Παρθενία, με πολλά πνευματικά χαρίσματα και ηδύφωνος ψάλτρια της Μονής, παραχώρησε ο Θεός να ασθενήσει από καρκίνο. Είχε φοβερούς πόνους στα οστά, λόγω μεταστάσεων. Επειδή, ως γιατρός, την εξήταζα θαύμαζα την υπομονή της. Και με την ευχή της γερόντισσας και την παράκληση της ασθενούς, της έκανα μερικές εντριβές στην πλάτη της, προς ανακούφιση. Είναι αυτό που έλεγε ο Άγ. Γέροντας π. Γεώργιος Καψάνης, ότι το χάρισμα της ‘παρηγορίας’ το έδωσε ο Θεός στους πνευματικούς και στους γιατρούς. Με παρακάλεσε η Γερόντισσα, όταν ανέβω στο Όρος στον Γέροντα Εφραίμ, να απευθύνει παρακλητικούς λόγους προς την αδελφή Παρθενία. Τα λόγια του Γέροντα με ένα κασετοφωνάκι τα ηχογράφησα και τα έφερα στο Μοναστήρι. Ο Γέροντας μακάριζε την αδελφή Παρθενία για την ασθένειά της, την οποία θεωρούσε επιβράβευση της μοναχικής της ζωής. Έλεγε: Μακάρι, να έδινε και σε εμάς ο Θεός τέτοιο δώρο! Ανέφερε μάλιστα τα λόγια της Αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου (την οποία ο Γέροντας υπεραγαπούσε) που έλεγε στις μοναχές της: «Αν είχα παρρησία στον Θεό, θα τον παρακαλούσα να είστε όλες άρρωστες»! Τελειώνοντας ο Γέροντας την ομιλία του, έλεγε με δυνατή φωνή: Παρθενία, Παρθενία, σε ζηλεύω. Μου έλεγε δε ιδιαιτέρως: Το πόσο η ασθένεια και οι πόνοι της ‘ανέβασαν’ πνευματικά την μοναχή Παρθενία, λόγω της υπομονής και καρτερίας της, δεν μπορώ να σου περιγράψω. Την μια στιγμή, βλέπω την Παρθενία να είναι ψηλότερα από την Γερόντισσα. Μετά βλέπω την Γερόντισσα ‘να δίνει μια’ και να περνάει μπροστά από την Παρθενία. Και πάλι η Παρθενία, να περνάει μπροστά από την Γερόντισσα. Τέτοια θαυμαστή πνευματική άμιλλα υπάρχει σ’ αυτές τις ψυχές!

Τότε με ρώτησε ο Γέροντας: Πώς συνδέθηκες πνευματικά με την Γερόντισσα Μακρίνα; Και έδωσε ο ίδιος την απάντηση: Αυτό το κομποσκοινάκι (δείχνοντάς μου το κομποσκοίνι του) σε συνέδεσε με την Γερόντισσα Μακρίνα. Ο Γέροντας πάντα τόνιζε ότι η τροφή της πνευματικής ζωής είναι το κομποσκοινάκι, δηλαδή η προσευχή. Γι’ αυτό και έλεγε: Έγραψα σε μια Γερόντισσα, σε ένα μοναστήρι, η οποία, ενώ είχε πάθει εγκεφαλικό, επέμενε να συνεχίζει τα πνευματικά και διοικητικά της καθήκοντα, ως ηγουμένη. Της έγραψα λοιπόν: «Παραχώρησε τη θέση σου με όλες τις μέριμνες αυτές, σε μια νεότερη αδελφή. Και εσύ ασχολήσου με το κομποσκοινάκι. Δεν σε ωφελεί να συνεχίσεις αυτό που κάνεις». Και συμπλήρωσε: Δύσκολα, παιδί μου, ο άνθρωπος παραιτείται από την εξουσία, ώστε να ζήσει το: «κατέπαυσεν ἀπὸ πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ».

Προσκύνημα στα Ιεροσόλυμα και το Σινά

Ένας μεγάλος πόθος του Γέροντα ήταν να επισκεφτεί και να προσκυνήσει τα Ιεροσόλυμα, τον Πανάγιο Τάφο και το Σινά. Αξιώθηκε να πραγματοποιήσει αυτό το όνειρό του. Μάλιστα, έλεγε: Πώς τα κατάφερα με τα πόδια μου, που ήταν σχεδόν παράλυτα και με δυσκολία πήγαινα μέχρι την τουαλέτα, να κάνω τέτοιο ταξίδι! Αφού προσκύνησε ο όσιος Γέροντας τα Άγια Προσκυνήματα στα Ιεροσύλημα και μετά επισκέφτηκε το Σινά, έλεγε: Ήθελα να ανέβω στην κορυφή του Σινά, όπου ο Μωυσής είδε τον Θεό. Πράγμα ανθρωπίνως αδύνατο, λόγω της υγείας μου. Αλλά έβαλα κάτω από το σκούφο μου ένα μαντίλι, πήρα και μια ράβδο, και είπα: «Θα ανέβω και ας μείνουν τα ‘κώλα’ μου στην έρημο. Έτσι λοιπόν, έγινε το θαύμα. Η ζωντανή ψυχή του Γέροντα ζωοποίησε και δυνάμωσε το σχεδόν νεκρό του σώμα και ανέβηκε μέχρι την κορυφή του Σινά με τα πόδια. Όταν τελείωσαν τα προσκυνήματα έλεγε: Ήθελα, παιδί μου, να πάω να δω τις πυραμίδες που είναι και αυτές τόσο θαυμαστές κατασκευές και δείχνουν τη σοφία με την οποία πλούτισε ο Θεός τον άνθρωπο. Αλλά δυστυχώς δεν μας ‘έπαιρναν’ οι μέρες και γύρισα πίσω στην Ελλάδα και στο κελί μου στα Κατουνάκια. Με συγκίνηση μου διηγείτο τα αισθήματα που ένιωσε όταν προσκύνησε τον Πανάγιο Τάφο. Ήταν από τις κορυφαίες στιγμές της ζωής του. Σαν να προσκύνησε τον αναστημένο Χριστό. Αλλά, πώς μπορούν να εκφραστούν τα ανέκφραστα;

Μην αμελείτε το εργόχειρό σας

Ένα από τα βασικά στοιχεία του χαρακτήρα του Γέροντα ήταν η ειλικρίνεια και η τιμιότητα. Μια φορά μου είπε: Είχα, παιδί μου, μια επιθυμία να χτίσω μια εκκλησία προς τιμή της Παναγίας μας. Αφιερωμένη στην Κοίμησή της που είναι η πιο επίσημη γιορτή της. Δεν αξιώθηκα να την πραγματοποιήσω. Ήθελα μόνο με τον κόπο μου, με το εργόχειρό μου και όχι με δωρεές από τον κόπο άλλων ανθρώπων. Αν δεχόμουν δωρεές, έπρεπε να τις ξεπληρώσω με ανάλογες Θείες Λειτουργίες και κομποσκοίνια. Και επειδή το πρόγραμμά μου είναι ήδη επιβαρυμένο, δεν δέχτηκα τίποτε γιατί θα είχα έλεγχο στη συνείδησή μου. Ούτε την σύνταξη του ΟΓΑ δέχθηκα από το κράτος, γιατί δεν ήμουν αγρότης. Τον άκουγα που έλεγε στην συνοδεία του: Πατέρες, μην αμελείτε το εργόχειρό σας, γιατί αλλιώς θα πεινάσετε. Ήθελε να εφαρμόσουν τη δική του ‘συνταγή’ στην ζωή τους.

Η τύφλωση του Γέροντα

Η τελευταία περίοδος της ζωής του, περίπου μια διετία, ήταν το επιστέγασμα της μαρτυρικής του πορείας. Ενώ είχε κάνει εγχείρηση καταρράκτη και στα δυο του μάτια, και έτσι έβλεπε και διάβαζε πολύ καλά και χαιρόταν γι’ αυτό, προοδευτικά λόγω πολλών μικροεγκεφαλικών επεισοδίων στην οπτική περιοχή του εγκεφάλου, άρχισε να το φως του σιγά, σιγά να ελαττώνεται, ώσπου στο τέλος τυφλώθηκε. Μου έλεγε: Ποτέ, παιδί μου, δεν μου πέρασε από το νου μου, ότι θα μπορούσα να χάσω το φως μου και να τυφλωθώ. Αλλά αφού το θέλησε ο Θεός, κάνω υπομονή. Και γι’ αυτό τον παρακαλώ. Υπομονή να μου δίνει. Έτσι, έσβησε το αισθητό φως από τα χερουβικά του μάτια. Αυξήθηκε όμως μέσα του το νοερό φως και έτσι έβλεπε καθαρότερα τα πνευματικά πράγματα. Σιγά, σιγά καθηλώθηκε στο κρεβάτι. Αυτός που ήταν το ‘ζαρκάδι του Χριστού’, όπως τον είχε αποκαλέσει ένας από τους πατέρες. Μπορούσε όμως να ακούει και να μιλάει. Τα λόγια του ήταν πολύτιμα, θεοφώτιστα. Το απόσταγμα της πνευματικής του ζωής.


Εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Μια φορά, την ώρα που τον εξήταζα λέει: Εκείνο που μου έλειψε, είναι η Θεία Λειτουργία. Εκείνο το: «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Λέγοντας αυτά τα λόγια, ‘έσπασε’ η φωνή του και άρχισε να κλαίει. Πόσα χρόνια λειτούργησα και πόσες ευλογίες μου χάρισε ο Θεός με τη Θεία Λειτουργία! Και εσείς, παιδί μου, έξω στον κόσμο μην περιμένετε να κοινωνήστε από Κυριακή σε Κυριακή. Είναι πολύ αραιά. Να βρείτε έναν ζηλωτή ιερέα και τουλάχιστον μια φορά μεσοβδόμαδα, να κάνετε μια σύντομη Θεία Λειτουργία νωρίς το πρωί. Να κοινωνάτε και μετά να πηγαίνετε στη δουλειά σας. Έβλεπα τα χεράκια του και μου ερχόταν στον νου από την Ακολουθία της Υπαπαντής το: « Ή λαβίς ή μυστική ή τον άνθρακα Χριστόν». Σκεπτόμενος ότι αυτά τα χέρια με την καθημερινή Θεία Λειτουργία τόσων δεκαετιών, πράγματι έγιναν μυστικές λαβίδες.

Πες μου τη δοκιμασία και τον πειρασμό που βιώνεις για να σου πω, τι Χάρη έχεις από το Θεό

Η υγεία του επιδεινώθηκε και προοδευτικά παρουσίασε δυσκολία στην κατάποση. Έχασε δε και τη φωνή του. Τότε έπαθε και γαστρορραγία. Λόγω δεν της καταστάσεώς του φροντίσαμε να κάνει μετάγγιση αίματος στο κελί του.

Επειδή θα πέθαινε από ασιτία και αφυδάτωση, του βάλαμε ρινογραστρικό καθετήρα σίτισης. Ο Γέροντας με τη φροντίδα των πατέρων της συνοδείας του, σιτιζόταν με αυτό τον τρόπο, με τροφές αλεσμένες και τα υγρά που χρειαζόταν ο οργανισμό του. Έζησε έτσι μεγάλο χρονικό διάστημα. Αν και δεν μιλούσε, και δεν έβλεπε, όταν του λέγαμε κάτι ευχάριστο, γελούσε, που σημαίνει ότι ο νους και η ψυχή του λειτουργούσαν. Όταν ήταν καλά, πάντα έλεγε: Εδώ είμαστε ερημίτες. Ο ερημίτης βιώνει την ησυχία. Και συμπλήρωνε: Πες μου τη δοκιμασία και τον πειρασμό που βιώνεις για να σου πω, τι Χάρη έχεις από το Θεό. Ήταν η περίοδος της ζωής του που βίωσε το πλήρωμα της Χάριτος του Θεού.

Σε αυτή την τελευταία περίοδο της ζωής του, την τόσο μαρτυρική απήλαυσε αυτό που πάντα επιθυμούσε. Τη σιωπή, την αμέριμνη ζωή, την αδιάλειπτη προσευχή. Πιστεύω ότι ήταν η μεγαλύτερη ευλογία του Θεού και επιβράβευση των κόπων του. Και η εκπλήρωση των επιθυμιών του, γιατί ήταν όντως: «ἀνὴρ ἐπιθυμιῶν τοῦ Πνεύματος». Όταν ο Θεός θέλησε σταμάτησε η θεοφόρος καρδιά του και το μεν χώμα δέχτηκε το πολύπαθο και αθλητικότατο σώμα του, η δε άνω Ιερουσαλήμ την αγιασμένη του ψυχή απ’ όπου πρεσβεύει για όλους μας.



Εορτολόγιο

Δημοφιλείς αναρτήσεις


Banner Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων
Ξεκινάμε μια προσπάθεια παρουσίασης Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων.
Αν δεν υπάρχει ο δικός σας, ζητάμε συγνώμη,
ενημερώστε μας και θα τον συμπεριλάβουμε.





Create your own banner at mybannermaker.com!
Πέρα από το άτομο
Make your own banner at MyBannerMaker.com!

















(υπό κατασκευή)


Τα banner μας
Αντιγράψτε τον κώδικα στη δική σας σελίδα
για να εμφανιστούν τα banner μας.
Ειδοποιήστε μας για να συμπεριλάβουμε και το δικό σας.