Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2018

Ηρωδίων μοναχός Καψαλιώτης (1904 - 1990)





Γεννήθηκε φτωχός, ο κατά κόσμον Ιωάννης Μαντούφ, σ’ ένα χωριό της Ρουμανίας, που λέγεται Ορντασέστ, το 1904. Από μικρός αγά­πησε υπέρμετρα τον Χριστό. Νέος ήλθε στο αγιασμένο Περιβόλι της Παναγίας, για ν’ αφιερωθεί ολοκληρωτικά στον Υιό της. Πρόκειται για ευώδες άνθος του θεοφύτευτου κήπου του ιερού Άθωνος και για γλυκόφθογγο στρουθίο τ’ ουρανού.
Ρασοφόρεσε μάλλον στο Διονυσιάτικο Κελλί των Εισοδίων της Θεοτόκου στην Καψάλα και το μέγα σχήμα των μοναχών έλαβε στην Καλύβη των Αρχαγγέλων στην Αγιοπαυλίτικη Λακκοσκήτη. Από το τέλος του 1964 ασκήτευε στο Κελλί του Αγίου Δημητρίου στην Καψάλα. Διήλθε και από άλλα μέρη της αγιοτρόφου αθωνικής χερσονήσου: την Προβάτα, τις Καρυές, Κελλιά της Καρακάλλου, Φιλοθέου και Βατοπεδίου. Σαν μέλισσα κυνηγώντας γύρη και σαν στρουθίο ελεύθερο περιδιάβαινε τα καλντερίμια και τα δάση, να βρει λίγη τροφή, γιατί ήταν πάμφτωχος.

Επέλεξε τον πιο δύσκολο δρόμο οσιότητος, τη διά Χριστόν μωρία. Πολ­λοί όμως τον είχαν για πραγματικό τρελό. Αυτός χαιρόταν ιδιαίτερα γι’ αυτό. Την τιμή προσδοκούσε μόνο από τον Θεό, στην πανευφρόσυνη και ατέρμονη αιωνιότητα. Με τη διά Χριστόν σαλότητά του ξεγελούσε τους ανθρώπους και τους δαίμονες. Είχε από νέος πλουσιότατη τη χάρη του Θεού.
Ζούσε με συνεχή κι επιλεγμένη πενία, άσκηση, κακουχία, ταλαιπωρία, κακοπάθεια για την αγάπη του Χριστού. Το ακατάστατο, βρόμικο και απεριποίητο κελλί του έκρυβε την καθαρότητα της ωραίας καρδιάς του. Ήταν ένας αληθινός ασκητής, ένας μυστικός ησυχαστής, ένας γνή­σιος άνθρωπος του Θεού. Μέσα από τα φαινομενικά σαλεμένα λόγια του κατέθετε αλήθειες, προοράσεις και νουθεσίες. Έπιανε τους λογι­σμούς των επισκεπτών του, μοναχών ή λαϊκών, πριν τους του πουν, και τους έλεγε τα δέοντα.

Τον γνώρισα ένα δειλινό μέσα στο δάσος κρυμμένο. Στην αρχή τον πέρασα για θηρίο. Του χάλασα προφανώς την ησυχία. Δεν παραπονέθηκε. Δεν ταράχθηκε. Είχε μία κρυφή μακαριότητα. Δεν νομίζω ότι τον φόβιζε τίποτε, γιατί ήταν ταπεινός. Αντί για σκουφί είχε μια ξεθωρια­σμένη κάλτσα. Ήταν σκεπασμένος με μια σταχτιά κουβέρτα, που της είχε κάνει μία τρύπα και είχε περάσει το κεφάλι του. Δεν κατάλαβα σχεδόν τίποτε απ’ ό,τι έλεγε. Ο συνοδός μου φεύγοντας μου είπε πως του απάντησε σε κάτι που από καιρό τον απασχολούσε, δίχως να τον ρωτήσει. Σ’ ένα μοναχό, που τον έβλεπε συχνά, προτού του πει τα ερωτήματα, του απαντούσε και τον ανέπαυε και παραμυθούσε.

Σ’ έναν άλλον μοναχό, που τον ρώτησε που κοινωνά, του είπε πως μπορεί να κοινωνά όχι μόνο στην εκκλησία … Τον κοινωνούσε άγγελος; Άλλος μοναχός τον είδε να λάμπει καταπληκτικά το πρόσωπό του, παρότι τις περισσότερες φορές ήταν μαύρο και λερωμένο. Είχε μεταλάβει εκείνη την ημέρα. Ο παπα-Αρτέμιος έλεγε: «Η φυσιογνωμία του σε ενέπνεε. Ήτο λιπόσαρκος, ξερακιανός, απεριποίητος, αλλ’ όταν βρισκό­σουνα κοντά του, γέμιζες από τη χάρη που εξέπεμπε! Καλλιεργούσε σκοπίμως μία σαλότητα -ήτο διά Χριστόν σαλός- για ν’ αποφεύγει τις επισκέψεις και τον έπαινο των ανθρώπων, φοβούμενος μη χάσει τον μισθό του στους Ουρανούς. Κύριο γνώρισμά του ήταν το προορατικό χάρισμα. Πολλές φορές έλεγε πράγματα που σε λίγο διάστημα συνέβαιναν!». Σε πολλούς έλεγε: «Όσο μπορείς να λες την ευχή του Ιησού». Την έλεγε πολύ ο ίδιος.

Εκοιμήθη γυμνός όπως γεννήθηκε στις 12.12.1990 σ’ ένα γειτονικό του Κελλί που τον φιλοξενούσαν. Μετά τριετία τα οστά του βρέθηκαν κιτρινωπά και ευωδιάζοντα. Πώς να μην ευωδιάζει αυτός που έζησε στην τέλεια φτώχεια, τον πολύχρονο εγκλεισμό και τη μεγάλη εκούσια εξωτερική δυσωδία; Η σαλότητά του περιέπαιζε την εξυπνάδα των μορφωμένων, όσων ειρωνεύονται και ασεβούν. Ο Γέροντας Ηρωδίων κατά τον Γέροντα Παΐσιο δεν ήταν χαζός ούτε πλανεμένος. Ήξερε να τους εξαπατά όλους με την κατά Θεόν σαλότητά του. Ο μητροπολίτης Μεσογαίας Νικόλαος λέει γι’ αυτόν πως πέρασε από τη γη δίχως να πατήσει σε αυτή και δίχως να τον ακουμπήσει … Ο Γέροντας Ιωαννίκιος αναφέρει.: «Επί τεσσαράκοντα έτη ήτο έγκλειστος εις το μικρόν του κελλίον, εντελώς γυμνός, πτωχός, αλλ’ ευτυχής και μακάριος. Η ζωή του όλη ηναλίσκετο ως λαμπάς φωτεινή εις την προσευχήν, εις την σιωπήν, εις την θεωρίαν …».

Φεύγοντας τη δόξα των ανθρώπων έφθασε στη δόξα του Θεού. Περιπαίζοντας την κοσμική ματαιότητα εισήλθε στην ένδοξη αιωνιότητα. Διώχνοντας την ανθρώπινη δόξα κέρδισε τον αμαράντινο στέφανο της αιώνιας δόξας, την οποία μακάρι ν’ απολαύσουμε όλοι μας.

Πήγες – Βιβλιογραφία
Ιλαρίωνος Νεοσκητιώτου μοναχού, Γέρων Ηρωδίων Καψαλιώτης ο διά Χριστόν σαλός, Άγιον Όρος 2008.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Γ΄1984-2000 , σελ. 1281-1285, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011
http://www.pemptousia.gr


Πατέρας Ηρωδίων Καψαλιώτης (†1990)

Εδώ και πολύ καιρό είχα ακούσει δια τον πατέρα Ήρωδίωνα. Τον θαυματουργό, τον διά Χριστόν σαλό της αγιορείτικης ερήμου της Καψάλας.
Από σκόρπιες πηγές περισυνέλεξα ολίγα πτωχά στοιχεία της ζωής του τα όποια προσφέρω εις τους ευσεβείς χριστιανούς διά να γνωρίζουν ότι και εις τους έσχατους αυτούς καιρούς, ο Θεός δεν μας εγκατέλειπε, αλλά μας έδωκεν ισχυρά στηρίγματα εις την γη και διαπύρους πρεσβευτάς εις τους ουρανούς.

Γεννήθηκε τo 1904 εις την Ρουμανία εις την επαρχία Ορντάσεστ. Ό πατέρας του, λεγόταν Πέτρος Μαντούφ, η μητέρα του Ελένη. Ήταν πτωχοί αλλά τίμιοι άνθρωποι. Ο Πέτρος δούλευε στα χωράφια, έβοσκε τα λιγοστά του πρόβατα, έτρωγε δηλαδή το ψωμί του εν ίδρώτι του προσώπου του. Ο Θεός του χάρισε ένα γυιό, τόν Ιωάννη. Ήταν ένα αθώο και φιλότιμο παλληκάρι. Ψηλός, γεροδεμένος, με γαλανά φωτεινά μάτια. Βοηθούσε τον πατέρα του στα πρόβατα και καλλιεργούσαν μαζί τα χωράφια. Ο Ιωάννης είχε μια έντονη θρησκευτική φύσι. Ήταν φιλέρημος χαρακτήρας. Του άρεσε να άκούη ιστορίες για μεγάλους ερημίτες, που άσκήτευαν στα σπήλαια και σε μικρές καλύβες που έφτιαχναν από κορμούς δένδρων στα Καρπάθια όρη και η καρδιά του καιγόταν να τους μιμηθή. Του έλεγαν οι γεροντότεροι ότι εις την Ελλάδα υπάρχει ένα όρος, ωσάν ένας νομός εις τον όποιο υπάρχουν μόνο μοναστήρια, σκήτες και φτωχικές καλύβες πού εδώ και χίλια χρόνια περίπου ζουν μόνο ασκητάδες. Ο πρώτος ερημίτης του Αγίου Όρους, λεγόταν Πέτρος. Ήταν στρατηγός και φίλος του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Νικηφόρου Φωκα. Ο ερημίτης Πέτρος ζούσε ασκητικά σε μια σπηλιά και πολύ βασάνιζε το σώμα του. Πολύ τον ταλαιπωρούσαν οι δαίμονες.

Η Μητέρα του Θεού, του παρουσιάστηκε σ' ένα όραμα γεμάτο φως και του είπε. Έχε υπομονή στις παγίδες και τα βέλη του εχθρού εκλεκτέ μου. Το όρος αυτό είναι δικό μου. Το έζήτησα από τον Υιό μου, και αυτός μου το έδωσε. Εδώ θα έρχονται να κατοικούν όσοι θέλουν να αφιερωθούν εις τον Θεό. Όσο ζουν θα έχουν την προστασία μου. Θα τους τρέφω και θα τους συντηρώ. Δεν θα τους λείψη τίποτε. Και όταν φύγουν από τον κόσμο αυτό, θα τους δωρίσω την βασιλεία του Θεού. Θα το κάμω γνωστό και ένδοξο σ' όλον τον κόσμο. Βασιλιάδες και άρχοντες θα έρχονται εδώ να προσκυνούν. Γυναίκα δεν θα πατήση το πόδι της εδώ. Μόνον εγώ θα βασιλεύω, κανένας βασιλιάς ή άρχοντας θα βασίλευσει εδώ.

Η καρδιά του Ιωάννη σκίρτησε. Άραγε πώς εγώ θα τα καταφέρω να πάω στο Άγιον Όρος; Με τί μέσον; Με τί τρόπο; Δεν θα με αναζητήσουν οι γονείς μου; Δεν θα με εύρουν; Όμως ο Ιωάννης το αποφάσισε. Φεύγει λοιπόν από το σπίτι του, έρχεται στη Μαύρη Θάλασσα, ευρίσκει ένα πλοίο, και με την βοήθεια του Θεού, έρχεται εις το Άγιον Όρος. Όμως θέλει να ιδή, να μελετήση, να κατανόηση την ζωή εδώ. Έτσι γίνεται εργάτης στη Μονή Καρακάλου. Δουλεύει στους λαχανόκηπους, στις εληές. Σε κάθε εργασία. Πάντα πρόθυμος, πάντα γελαστός, πάντα χαρούμενος. Αυτή ή χαρά είναι το χαρακτηριστικό του και τον συνοδεύει σ' όλη του τη ζωή. Έπειτα αποφασίζει να συναριθμηθή σε μια μοναχική συνοδεία, Πρώτα άσκητεύει στο μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου. Τι τον είλκυσε εδώ; Το αυστηρό τυπικό, οι ζηλωτές ασκητάδες και τα λείψανα των Αγίων. Εδώ σώζεται, πολύτιμος θησαυρός, το δεξιό χέρι του Ιωάννου του Προδρόμου. Το χέρι με το όποιο εβάπτισε τον Κύριο μας Ιησού Χριστό. Όμως ο Ιωάννης θέλει να γνωρίση και να ζήση και σε άλλες μοναχικές παλαίστρες. Έτσι αφήνει το αγιασμένο αυτό μοναστήρι, κι έρχεται στο μοναστήρι του Φιλόθεου.

Εδώ μένει αρκετό καιρό. Γυμνάζεται στους πνευματικούς πολέμους. Δέχεται τα βέλη του εχθρού και απαντάει ωσάν γενναίος στρατιώτης. Η καρδιά του γίνεται ένα πεδίο βολής. Ένα αναπεπταμένο πεδίο μάχης. Από τη μια μεριά οι δαίμονες. Τον πολεμούν με όλη τους την δύναμι, με όλο τους το μίσος. Και από την άλλη ό ηρωικός αγωνιστής. Δεν πολεμάει τον εχθρό με ορατά όπλα. Ο πόλεμος δεν είναι ορατός. Είναι αόρατος. Τον πολεμάει με πνευματικά όπλα. Νηστεία, υπομονή, σιωπή, ταπείνωσι, αγρυπνία, μελέτη του λόγου του Θεού. Αλλά ιδιαίτερα τον πολεμάει με την προσευχή. Διά τον μοναχό ή προσευχή είναι το πρώτο του θέμα. Εάν επιτύχη εις την προσευχή επέτυχεν εις τους στόχους του. Εάν από τύχη εις την προσευχή, έχει κάμει μεγάλα ρήγματα ό εχθρός εις το κάστρο της ψυχής του, και πρέπει να βιασθή για να κερδίση το χαμένο έδαφος. Εδώ εις το Άγιον Όρος οι μοναχοί προσεύχονται με μια απλή προσευχή, πού έγινε αληθινή επιστήμη. Προσεύχονται με την προσευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον ημάς». Ο Μακάριος ο Αιγύπτιος ρώτησε τον άγγελο. «Πώς πρέπει εμείς οι μοναχοί να προσευχώμεθα;». Και ο άγγελος του απάντησε: «Εάν ό μοναχός είναι γραμματοφόρος, να διαβάζη το ψαλτήριον. Εάν είναι αγράμματος, να λέγη την απλή προσευχή, Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον ημάς». Όμως πολλοί γραμματοφόροι προτιμούν να προσεύχωνται με την απλή αυτή προσευχή, παρά με το Ψαλτήριον.

Ο μοναχός όλο τον χρόνο της ζωής του, λέγει αυτή την ευχή. Αυτή η προσευχή ομοιάζει με την ήσυχη απαλή βροχή. Η ήσυχη βροχή ποτίζει σιγά σιγά την γη και η γη καρποφορεί. Η καταρρακτώδης βροχή δεν βοηθάει την γη να καρποφορήση. Παρασύρει το χώμα, την λίπανσι, τους σπόρους.
Άλλο παράδειγμα. Όταν το ζεστό νερό κυκλοφορεί εις τα σώματα του καλοριφέρ πάντοτε, όλο το δωμάτιο θερμαίνεται. Εάν το ζεστό νερό σταματήση να κυκλοφορή εις το καλοριφέρ, όλο το δωμάτιο ψύχεται. Όταν εις την καρδία κυκλοφορεί πάντοτε το γλυκύτατο όνομα του Ιησού Χριστού, η καρδία θερμαίνεται με θεία θέρμη, και διά της καρδίας, κάθε κύτταρο, κάθε μέλος του σώματος θερμαίνεται, εξαγνίζεται από κάθε ρυπαρό λογισμό, από λογισμούς μίσους, μνησικακίας, εκδικήσεως, φθόνου, ζηλοφθονίας, υπερηφάνειας, οιήσεως, αλαζονείας, φιλοδοξίας, φιλοπρωτείας, κοιλιοδουλείας, πολυφαγίας, καλοφαγίας, φιλυπνίας, ραθυμίας, ακηδίας, οκνηρίας, περιέργειας, πολυπραγμοσύνης, θλίψεως, μελαγχολίας, ταραχής, νευρικότητος, ανυπομονησίας και κάθε πάθους μικρού ή μεγάλου. Όμως εσκέφθη ο ασκητής μας ότι εδώ εις το μοναστήρι με τους τόσους θορύβους, δεν μπορεί η ψυχή να καλλιεργήση την καρδιακή προσευχή, διά τούτο δε ανεχώρησε από το μοναστήρι και ήλθεν εις την έρημον της Καψάλας, εις την οποία πολλοί μοναχοί και πολλοί Ρουμάνοι ζούσαν ησυχαστικόν βίον, με απόλυτη σιωπή, απομόνωση, νηστεία, είχον δε και πρόσφορους περιστάσεις διά την νοερά ή καρδιακή προσευχή. 


Με πολύ προσοχή κατεσκόπευσε τα καλύβια, τις σκήτες, τις μικρές συνοδείες και η ψυχή του αναπαύτηκε σε ένα κελλί πολύ απομονωμένο, του Αγίου Δημητρίου, απέχει σαράντα λεπτά από το δρόμο.
Ήταν δε παντελώς έρημο, ακατοίκητο, μισοερειπωμένο. Τα παράθυρα κατεστραμμένα, οι πόρτες επίσης, οι λαμαρίνες επίσης. Όταν φυσούσε άνεμος, σφύριζε μέσα στο κελλί, όταν χιόνιζε, το κελλί ήταν πάντα χιονισμένο μέσα. Ό π. Παΐσιος γνωρίζοντας την κατάσταση του κελλιού του, του έστειλε τρεις υποτακτικούς του, να του το διορθώσουν.

Εκεί έζησε σαράντα ολόκληρα χρόνια. Μόνος. Μονώτατος. Έρημος. Απλησίαστος ερημίτης. Δεν περιποιόταν καθόλου τον εαυτό του. Ποτέ του δεν πλύθηκε, Ποτέ του δεν φρόντισε να εύρη ένα καλό ρούχο. Δεν έπαιρνε καμιά μέριμνα διά τροφή. Πατέρες από τα γειτονικά κελλιά, Έλληνες και Ρουμάνοι, του άφηναν ευλογίες, και με αυτές συνετηρείτο.
Σαράντα χρόνια μελέτης του Θεού.
Σαράντα χρόνια καρδιακής προσευχής.
Σαράντα χρόνια πάλευε με τα στοιχεία της φύσεως και με τους δαίμονας.
Από έγκλειστος και ήσυχαστής έγινεν κατά Θεόν σαλός. Κατά Θεόν τρελλός. Παλαβός, θεοπάλαβος. Έλεγε του κόσμου τις τρέλλες, ασυναρτησίες, έκαμε τρελλές χειρονομίες. Δεν ήταν ευγενής. Στους περίεργους πολύ απότομος. Όταν τους έδιωχνε και δεν φεύγανε, τους περιποιόταν με βρισίδι.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, κατάλαβαν τί θησαυρός ήταν. Τί θησαυρό έκρυβε. Τί διορατικά και προφητικά χαρίσματα έκρυβε και πολλοί τον επεσκέπτοντο και αυτός έκαμε συγκατάβασι και τους δεχόταν.
Αναφέρει ένας. Αγοράσαμε μακαρόνια, μπισκότα, αχλάδια, ροδάκινα, ντομάτες και πήγαμε να τον δούμε.
Μας δέχτηκε. «Ω, ευχαριστώ καλοί πατέρες. Ευχαριστώ πολύ». Του δώσαμε τα δώρα μας. Κόβει τα μπισκότα μικρά μικρά κομματάκια και τα πετάει εις τον αέρα. «Να φάνε τα πουλάκια». Έπειτα, κομματιάζει τα μακαρόνια και τα πετάει σ' όλες τις κατευθύνσεις. Έπειτα, παίρνει τα αχλάδια, τα ροδάκινα, τις ντομάτες και τις πετούσε στους τοίχους του κελλιού του. «Τα χρειαστήκαμε», έλεγαν.
Μέσα, δε το κελλί του, μη χειρότερα. Στους τοίχους χυμένοι καφέδες, πορτοκαλάδες. Στο δάπεδο σε ύφος τριάντα εκατοστών, πεταμένα κουτιά κονσέρβας όλων των ειδών, φιάλες από πορτοκαλάδες, πόματα, και σκουπίδια πολλών ειδών.

Και οι σύντροφοι του να ζουν ειρηνικά και να κυκλοφορούν ελεύθερα, άφοβα. Σαύρες, σαμιαμίθια, κατσαρίδες, μύγες, ποντίκια. Όλων των ειδών και όλων των μεγεθών.
Και ο καλός μας Ηρωδίων να κινήται και να ζη μ' αυτά ο μονασμένος και συμφιλιωμένος.
Είχε το διορατικό χάρισμα. «Εσύ, είσαι από την Κέρκυρα», λέγει σε έναν.
«Εσύ να πας στη Συκιά», λέγει σε άλλον. Σε ποια συκιά, διερωτόταν. Συκιά λέγανε το χωριό του.
Σαν τον Αδάμ, προτού αμαρτήσει είχε εξουσία εις τα στοιχεία της φύσεως, τα διέτασε και αυτά πειθαρχούσαν. Τον επεσκέφθη κάποτε ένας ευσεβής και συνομίλησαν πολύ ώρα στο κελλί. Όταν τελείωσε η συζήτηση και βγήκαν έξω, να τον κατευοδώση, τον βλέπει μελαγχολικό. Αιτία, ο συννεφιασμένος ουρανός. Το παρατηρεί αυτό ο πατέρας μας και του λέγει. «Σε βλέπω μελαγχολικό. Θέλεις να σκορπίσω τα σύννεφα;». Υψώνει τα μάτια του εις τους ουρανούς και δίδει διαταγή εις τα σύννεφα: «σκορπισθείτε». Τα σύννεφα σκορπίσθηκαν και φάνηκε ζεστός ό ήλιος. Ρωτάει πάλι. «Θέλεις να πω στη γη να φυτρώσουν λουλούδια;». «Όχι, όχι», λέγει τρομοκρατημένος.

Ένα απόγευμα, είχε βγει στον υποτυπώδη του κήπο δια να φύτευση κουκιά. Όμως ψιλόβρεχε. Υψώνει τα βλέμματα εις τον ουρανό και λέγει: «Σταμάτα». Και η βροχή σταμάτησε. Όταν φύτεψε τα κουκιά, υψώνει τα μάτια εις τον ουρανό και λέγε: «Τώρα βρέξε». Και άρχισε να βρέχη.
Δεν τον είδαν ποτέ να μεταλάβη. Το συμβαίνει;
Ή άγγελος εξ ουρανού τού μετέδιδε την αγία κοινωνία, όπως συνέβαινε εις τους ερημίτες που κατοικούσαν εις τα βάθη της Αιγυπτιακής ερήμου, ή είχε δεχθεί την θεία Χάρι τόσο έντονα ώστε να μην έχη ανάγκη από την Χάρι που παρέχουν τα Μυστήρια.
Εις την σωματική διάπλασι ήταν εύσωμος, ευθυτενής, με ολίγα γένεια, τήδε κακείσε φυτρωμένα.
Είχε απαλά, φυσιολογικά και συμπαθητικά χαρακτηριστικά. Πάντοτε χαμογελαστός. Οι οφθαλμοί του ήσαν γαλανοί, μεγάλοι, λαμπεροί. Ολόκληρος έλαμπε. Πολλές φορές το πρόσωπο του φωτιζόταν από το θειο φως, και τότε δεν μπορούσες να τον ιδής κατά πρόσωπον.
Όταν παραγέρασε, τον πήρε ο πατήρ Μελέτιος, Ρουμανός κατά την φυλή, τον γηροκόμησε. Όταν δε εκοιμήθηκε εν Κυρίω την 12η Δεκεμβρίου 1990 τον έθαψε.
Ο πατήρ Μελέτιος τον έκαμε μεγαλόσχημο και του έδωκε το όνομα Ηρωδίων.
Ο άγιος Ηρωδίων, ήταν μαθητής του Παύλου. Πιστός μαθητής. Εχειροτονήθη πρεσβύτερος και επίσκοπος και διορίσθη επίσκοπος Νέων Πατρών. Ήταν ζηλωτής, δια τούτο και οι ειδωλολάτρες με τους Ιουδαίους αφού τον κατατυράνησαν, του απέκοψαν την κεφαλή.
Η ανακομιδή του λειψάνου του γέροντα Ηρωδίωνα έγινε επτά χρόνια αργότερα, η δε αγία του κάρα φυλάσσεται εις το κελλίον του πατρός Μελετίου.

Ο πατήρ Μελέτιος είναι σήμερον υπερογδοηκοντούτης, μιμητής του γέροντα Ηρωδίονα. Μιμείται και την σαλότητά του.
Ο Θεός δια πρεσβειών του Οσίου πατρός ημών Ηρωδίωνος, είθε να ελεήση και την αμαρτωλή μας ψυχή και να μας αξιώση της επουρανίου του βασιλείας και των επουρανίων του αγαθών. ΑΜΗΝ.
Ένα νέο στοιχείο από τη ζωή του.
Τον επεσκέφθη ένας θεοσεβής και του έδωσε δύο εικονίδια. «Πάρτα για τα παιδιά σου». «Μα δεν έχω δύο παιδιά, ένα έχω», «Πάρτα, πάρτα» .... Μετά ένα έτος, απέκτησε και δεύτερο παιδί.

Άρχιμανδρίτης Σεραφείμ Δημόπουλος
http://vatopaidi.wordpress.com




Ὁ μοναχὸς Ἡρῳδίων, διὰ Χριστὸν σαλός

πηγή: Νικολάου, μητρ. Μεσογαίας καὶ Λαυρεωτικῆς, «Ἄνθρωπος μεθόριος», ἐκδ. Μελωδικὸ Καράβι, 2005

Μία περιγραφὴ κάποιας συνάντησης μὲ ἕναν ἄνθρωπο τῆς «ἄλλης» λογικῆς, ὡς ἐπίλογος αὐτῆς τῆς μεταξύ μας συνάντησης, ἴσως ἀποτελεῖ τὸν καλύτερο πρόλογο γιὰ τὴ συνάντηση μὲ τὸ Θεό:
Ἤδη ἡ ὥρα περνοῦσε καὶ ἔπρεπε νὰ πᾶμε καὶ στὸν π. Ἡρῳδίωνα· ἕναν ρουμάνο ποὺ ἢ ἦταν σαλὸς διὰ Χριστὸν ἢ δὲν ἦταν ἄνθρωπος. Σὲ δέκα λεπτὰ φθάσαμε στὸν… σκουπιδότοπό του. Ὁ ἥλιος εἶχε ἤδη δύσει. Σ᾿ ἕνα ἐρείπιο γεμάτο σκουπίδια συναντοῦμε ἕνα νέο ἥρωα. Ὀγδόντα δύο ἐτῶν, ὄρθιος στὸ κούφωμα μίας πόρτας… χωρὶς πόρτα.
Τὰ πόδια του κρατοῦσαν κόντρα στὸ ἕνα της δοκάρι. Ἡ μέση του ἀκουμποῦσε στὸ ἄλλο. Τὰ χέρια του στηρίζονταν στὸ πρῶτο. Ὧρες ὁλόκληρες περνοῦσε ἔτσι. Ὁ ἴδιος δίχως ζωστικό. Μία μάλλινη φανέλα κι ἕνα κουρελιασμένο παντελόνι κάλυπταν τὸ ἐξαγιασμένο σῶμα του. Ἡ καλύβη του γεμάτη σκουπίδια. Δὲν ἔβλεπες δάπεδο. Ἕνα στρῶμα ἀπὸ κονσέρβες, κουκούτσια, σακοῦλες, τάπες, καπάκια ἀπὸ μπουκάλια, φλοῦδες, ὅ,τι μποροῦσε κανεὶς νὰ φαντασθεῖ, πάχους τριάντα ἑκατοστῶν καὶ πάνω, ἀποτελοῦσε τὸ πολύτιμο χαλὶ στὸ μυστηριῶδες… παλατάκι του καὶ ἀσφαλῶς τὸ στρῶμα του, ἂν βέβαια κοιμόταν ὁριζόντιος. Στοὺς τοίχους του τὰ ἀποτυπώματα χυμένων καφέδων καὶ τὰ ζουμιὰ πεταγμένων πορτοκαλάδων καί, ἀντὶ γιὰ κατοικίδια ζῶα, ὅλων τῶν εἰδῶν τὰ ζωΰφια, μυγάκια, κατσαρίδες καὶ ποντίκια.
- Εὐλογεῖτε, γέροντα, εἶπε χαρούμενος ὁ ἁπλοϊκὸς συνοδοιπόρος μου.

- Ὁ Κύριος, ἀπαντᾶ νηφάλιος ὁ ἡρωικὸς ἀσκητής, χωρὶς νὰ δείχνει καθόλου ἐνοχλημένος γιὰ τὸν οἰκολογικὸ περίγυρό του.
- Σοῦ φέραμε λίγες εὐλογίες, κάτι νὰ φᾶς, συνεχίζει δίχως ἐνδοιασμὸ ὁ μοναχὸς φίλος μου.
- Ὤ! καλοὶ πατέρες, πολὺ εὐχαριστῶ. Σᾶς εὐχαριστῶ. Καλοὶ πατέρες. Πολὺ εὐχαριστῶ, ἀπαντᾶ ἐκεῖνος.
Καὶ παίρνοντας τὴν σακούλα μὲ τὶς εὐλογίες καὶ συνεχίζοντας νὰ ἐπαναλαμβάνει αὐτὲς τὶς προτάσεις, μὲ ἰδιάζουσα δύναμη καὶ ἐκφραστικότητα, πετοῦσε τὶς ντομάτες καὶ τὰ ροδάκινα πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια μας στοὺς τοίχους τῆς καλύβης του. Τὰ χυμένα ζουμιά τους ἀποτυπώνουν τὴν δική μου ἀπορία πού, σκυμμένος μὴ μὲ πάρουν τὰ βόλια, προσπαθοῦσα νὰ καταλάβω τὴ λογικὴ τῆς εὐγνωμοσύνης του καί, ἐντελῶς ξαφνιασμένος, νὰ ἀποτυπώσω τὸ περιεχόμενο τῆς ἰδιότυπης μοναχικῆς προοπτικῆς του.
Ἀφοῦ ἔσπασε τὰ μακαρόνια καὶ τὰ ἔχυσε ἀπὸ τὸ περίβλημά τους, ἀφοῦ σκόρπισε τὰ μπισκότα ὅσο πιὸ μακριὰ μποροῦσε, φωνάζοντας «νὰ φᾶνε τὰ πουλάκια· νὰ φᾶνε τὰ πουλάκια», ἄρχισε νὰ μιλάει γιὰ τὸν σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, τὴν προδοσία τοῦ Ἰούδα καὶ ἐν μέσῳ ἀσυνάρτητων κραυγῶν νὰ δοξάζει τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ.

Εἶχε ἤδη ἀρχίσει νὰ νυχτώνει. Λίγο ἀκόμη καὶ θὰ χάναμε τὸ θέαμα. Θὰ χάναμε αὐτὸ ποὺ ὁ π. Ἡρῳδίων ἔδειχνε. Μέσα ὅμως στὴ νύχτα τὰ δικῆς μου λογικῆς εἶχα ἀρχίσει νὰ ὑποψιάζομαι λίγο ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ ἔκρυβαν τὰ σκουπίδια, τὰ ἀκαταλαβίστικα λόγια καὶ φυσικὰ ἡ ἐντελῶς ἀκατανόητη λογικὴ ἑνὸς σαλοῦ γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Θυμήθηκα τὸν ἀββᾶ Ἰσαὰκ πού, ἀναφερόμενος σ᾿ αὐτοὺς τοὺς ἡρωϊκοὺς ἁγίους ποὺ ζοῦν «ἐν ἀταξίαις, εὔτακτοι ὄντες», κατακλείει· «ταύτην τὴν ἄνοιαν ἀξιώσει ἡμᾶς ὁ Θεὸς φθᾶσαι». Ἄραγε αὐτὴ εἶναι ἡ λογικὴ γιὰ τὴν ὁποία μιλοῦσε ὁ π. Παΐσιος;
Γύρισα πίσω γιὰ μία τελευταία κλεφτὴ ματιά. Τὸ ἄσχημο ἀπὸ τὴν φύση του καὶ ἄγριο ἀπὸ τὸν τρόπο του πρόσωπό του ἔλαμπε ὑπερβατικὰ ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἦταν τόση ἡ λάμψη του ποὺ ὑποχρέωνε τὰ πήλινα μάτια μου καὶ τὴν «μὴ ὁρῶσα» καρδιά μου σὲ ἀσυνήθιστες ὁράσεις ἄλλου εἴδους καὶ ἄλλου κόσμου. Ἡ μυστηριώδης ὄψη του μένει ἀκόμη βαθειὰ χαραγμένη στὴν μνήμη μου.

Ἔφυγα καὶ ξαναβυθίστηκα στὰ σκουπίδια τοῦ ἑαυτοῦ μου. Ἐκεῖνος ἔμεινε πατώντας πάνω στὰ σκουπίδια τῆς λογικῆς αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Τὸν σκεπτόμουν καὶ θαύμαζα τὴν ἀντοχὴ καὶ τὸν ἡρωισμό του. Μέχρι σήμερα, ἐνῶ ἀντιλαμβάνομαι τὴν ἀξία καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς λογικῆς του, δὲν μπορῶ νὰ συλλάβω τὴν δομή της. Σίγουρα ἡ λογικὴ εἶναι μεγαλύτερη ἐκτροπὴ ἀπὸ τὴν διὰ Χριστὸν σαλότητα. Ἴσως ὅμως καὶ ὁ σταυρός της νὰ εἶναι τελικὰ βαρύτερος ἀπὸ τὸν σταυρὸ τοῦ π. Ἡρῳδίωνα.
Πάνω στὸ πανεπιστήμιο τῶν σκουπιδιῶν καὶ τῆς σαλότητος, τόλμησα νὰ προβάλω τὴν λογική, τὴν αἴγλη καὶ τὴν φινέτσα τῆς νωπῆς τότε ἐμπειρίας μου στὸ Harvard καὶ τὸ ΜΙΤ. Τότε ἄρχισαν τὰ σκουπίδια νὰ εὐωδιάζουν σὰν λουλούδια, τὰ ζωύφια νὰ μεταμορφώνονται σὲ πουλάκια, οἱ ξεσχισμένες σακκοῦλες σὲ πτυχία καὶ δημοσιεύματα· καὶ ὁ π. Ἡρῳδίων πολὺ πιὸ «ἔξυπνος», πολὺ πιὸ πετυχημένος ἀπὸ τοὺς Νομπελίστες καθηγητές μου! Ἡ λογική τους ἐμοίαζε μὲ ἀγωνιστικὸ αὐτοκίνητο· ἡ λογικὴ τῆς διὰ Χριστὸν σαλότητος μὲ πύραυλο. Τὸ πρῶτο τρέχει μέχρι 320 χλμ. τὴν ὥρα. Τὸ δεύτερο ἀπὸ 29.000 χλμ. τὴν ὥρα καὶ πάνω. Τὸ πρῶτο κινεῖται ὁριζόντια. Τὸ δεύτερο κατακόρυφα. Στὴν μία περίπτωση, ἂν ὑπερβεῖς τὸ ὅριο, γκρεμοτσακίζεσαι. Στὴν δεύτερη, ἂν τὸ ξεπεράσεις, ἐκτοξεύεσαι· ξεπερνᾶς τὴν βαρύτητα τῆς γής· διαφεύγεις· ἐλευθερώνεσαι. Οἱ πρῶτοι, οἱ λογικοί, ὅσο κι ἂν τρέχουν πατᾶνε στὴν γῆ. Ὁ π. Ἡρῳδίων ἔφυγε ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο χωρὶς νὰ τὴν ἔχει ἀκουμπήσει. Χωρὶς νὰ τὸν ἔχει ἀκουμπήσει…
http://users.uoa.gr/




Ο μυστηριώδης έγκλειστος Ηρωδίων

Ο γερω-Ηρωδίων ο Καψαλιώτης, κατά κόσμον Ιωάννης Μαντούφ από το Ορντασέστ της Ρουμανίας, γεννήθηκε το έτος 1904. Οι γονείς του ωνομάζοντο Πέτρος και Ελένη. Ήρθε στο Άγιον Όρος και έγινε μοναχός στο Διονυσιάτικο Κελί των Εισοδίων.
Ύστερα έζησε σε διάφορα Κελιά, κυρίως στην Καψάλα. Στις 28-10-1964 πήρε την Καλύβη του Αγίου Δημητρίου Καψάλας. Ζούσε τα τελευταία χρόνια βίον έγκλειστον, τραχύ, απαράκλητον, τελείως μόνος του. Είχε μία στέρνα στο Κελί του και από κει έπαιρνε νερό.
Όταν κάποτε έπεσε μέσα ένα ποντίκι, ο ίδιος πάλι δεν έβγαινε να πάρει νερό από αλλού, αλλά του έφερνε ο γερω-Μακάριος ο γείτονάς του. Ούτε προμήθεια έκανε ούτε εψώνιζε ούτε εργοχειρούσε ούτε κήπους καλλιεργούσε, και ο Θεός που τρέφει τους κόρακες έτρεφε και το γερω-Ηρωδίωνα.
Όταν κάποιος τον επισκεπτόταν, άνοιγε την πόρτα, έβγαζε λίγο το κεφάλι και άρχιζε να μιλάει.
Εγνώριζε Ρουμάνικα, Ρώσικα και Ελληνικά. Έλεγε πολλά ασυνάρτητα, ότι έχει εξουσία στον ήλιο, στη βροχή, κ.α. Μέσα στα πολλά έλεγε μερικά που έμεναν καρφωμένα στο νου του επισκέπτη. Ήταν κάτι προσωπικά που τον αφορούσαν, που τα ήξερε μόνο αυτός και άκουγε να τα αποκαλύπτει ο γερω-Ηρωδίων. Φεύγοντας διερωτώντο μερικοί τι να είναι αυτό το ανεξιχνίαστο μυστήριο που λέγεται γερω-Ηρωδίων; Προφήτης, τρελός, πλανεμένος ή κάτι άλλο;

Πάντως τρία πράγματα ήταν ξεκάθαρα, πέραν πάσης αμφιβολίας, σε όσους πήγαιναν να επισκεφθούν το γερω-Ηρωδίωνα τον Καψαλιώτη.
Πρώτον το ιλαρό, γλυκύ, χαροποιό πρόσωπό του με μια ασκητική λευκότητα και διαφάνεια που έμοιαζε το χρώμα του κίτρινου κυδωνιού. Η όψη του δε σε απωθούσε˙ αντιθέτως τον συμπαθούσες, κι ας ήταν άπλυτο, λερωμένο και γανωμένο το πρόσωπό του.
Δεύτερον η μεγάλη αυταπάρνησή του. Γέρων υπερογδοηκοντούτης, ζούσε πολλάκις νηστικός λόγω ελλείψεως και των στοιχειωδών σε ένα καλύβι μισοερειπωμένο, που έβαζε από παντού. Ακόμη έσταζε νερό από τη σκεπή και δεν είχε θέρμανση. Το δύσκολο έτος 1986, που έκανε τον βαρύ χειμώνα και τις μεγάλες παγωνιές, δεν εξηγείται ανθρωπίνως πώς μπόρεσε και άντεξε. Μάλιστα κυκλοφορούσε ξυπόλητος μέσα στο κελί του και δεν είχε κρεβάτι. Πάντα στεκόταν όρθιος ή ακουμπούσε λίγο στην άκρη ενός πάγκου που ήταν γεμάτος πράγματα παλαιά για τα σκουπίδια.

Όταν ήταν νέος μοναχός πήρε φωτιά ένα Κελί της Προβάτας και τον κατηγόρησαν άδικα ότι αυτός την προκάλεσε. Κάποιοι λαϊκοί εργάτες μάλιστα τον χτύπησαν πολύ.
Μετά από αυτό, όταν τον ρωτούσαν γιατί δεν ανάβει σόμπα το χειμώνα, έλεγε:
"Για να μην κάψω την Καψάλα". Ίσως και να έβαλε τέτοιο κανόνα στον εαυτό του.
Να μην ανάψει δηλαδή ποτέ φωτιά.
Τον ρώτησαν κάποτε τι κάνει όταν κρυώνει, και απάντησε: "Πάω στο Σινά και ζεσταίνομαι (ίσως εννοούσε με το λογισμό του). Ο μοναχός που αγωνίζεται πραγματικά μοιάζει σαν να έχει Μάη μέσα του. Ποτέ δεν κρυώνει". Ο γερω-Παΐσιος έλεγε: "Για να κάθεται στο Κελί του με τόση στέρηση, σημαίνει ότι έχει παρηγοριά απ' το Θεό".
Και το τρίτο, οι διοράσεις και προρρήσεις του. Σε πολλούς απεκάλυπτε τους λογισμούς. Τον επισκέφθηκαν τρεις πατέρες από την Κέρκυρα και του είπε ότι είναι από το Κορφού (Κέρκυρα). Σε άλλον είπε ότι αγόρασε σκούφο και να τον φορέσει μετά από λίγες μέρες που θα βγει έξω. Έτσι και έγινε.

Ένας μοναχός πήγε να τον ρωτήσει για τη διχογνωμία. Είχε δύο λογισμούς και δεν ήξερε ποιόν να ακολουθήσει. Πριν τον ρωτήσει, του είπε ο γερω-Ηρωδίων: "Να μη σε διαιρεί η γνώμη, εσύ να τη διαιρείς".
Άλλη φορά ο ίδιος μοναχός, κάποια Σαρακοστή, είχε κατάπτωση και πήγε να ρωτήσει το Γέροντα, αν μπορεί να καταλύσει λίγο λαδάκι. Πριν τον ρωτήσει απάντησε:
"Άμα δεν μπορείς, να τρως λίγο λάδι".
Και άλλοτε σε μοναχό που είχε λογισμό να υποταχθεί στο γερω-Νικήτα, ο γερω-Ηρωδίων του είπε μόνος του: "Γερω-Νικήτα. Πρέπει να ξέρει για να σε οδηγήσει.
Αλλιώς κάθησε στο Κελί σου καλύτερα".
Σε άλλον μοναχό είπε ότι το Κελί τους που ήταν ισόγειο, έβλεπε μεγάλες απλωταριές προς τη θάλασσα, ενώ δεν είχε. Όταν έκαναν νέο κτίριο με μεγάλα μπαλκόνια, τότε θυμήθηκαν όσα είχε πει ο γερω-Ηρωδίων.
Και στο Μπουραζέρι είχε πει ότι έβλεπε στην αυλή του Κελιού μεγάλη ωραία Εκκλησία της Παναγίας μέσα σε λουλούδια, ενώ δεν υπήρχε. Όταν μετά από χρόνια έκτισαν την καινούρια Εκκλησία, τότε οι πατέρες θυμήθηκαν τα λόγια του.



Πήγαν να τον δουν δύο προσκυνητές και άρχισε να λέει το πρόβλημα του ενός και τι θα αντιμετωπίσει όταν θα βγει έξω. Τον ρώτησε και ο άλλος:
- Εμένα δεν έχεις να μου πεις τίποτε;
- Εσένα το πρόβλημά σου είναι στη Συκιά. Κοίταξε γύρω του και του είπε ότι δε βλέπει καμιά συκιά.
- Εκείνη η Συκιά για να πας, περνάς θάλασσα. Πάλι δεν κατάλαβε και έφυγε με απορία. Μόλις επέστρεψε στο σπίτι του που είναι στο χωριό Συκιά Κορινθίας προέκυψε ένα σοβαρό πρόβλημα στην οικογένειά του και τότε θυμήθηκε τα λόγια του γερω-Ηρωδίωνος.
Ο γερω-Ηρωδίων έλεγε μια καλή συμβουλή, όπως π.χ.: "Όταν κάθεται ο μοναχός στο Κελί του και δεν ασχολείται με τους άλλους, αλλά προσεύχεται, τότε έρχεται η αγάπη του Θεού μέσα του". Ύστερα έλεγε ασυνάρτητα πράγματα και έκανε σαλότητες. Και φυσικά δεν μπορούσε κανείς να βρει άκρη και να βγάλει συμπεράσματα με τον γερω-Ηρωδίωνα.
Κάποτε τον επισκέφθηκαν δύο μοναχοί. Χτυπούσαν την πόρτα, αλλά δεν απαντούσε. Ακούγονταν ψίθυροι. Από το παραθυράκι τον έβλεπαν στραμμένο προς τον τοίχο ακίνητο να ψιθυρίζει κάτι και να μην ακούει καθόλου.
Κάποτε, όταν τον είχε πάρει ο γερω-Μελέτιος ο Ρουμάνος στον Άγιο Γεώργιο, να τον γηροκομήσει, τον επισκέφθηκε κάποιος μοναχός με ένα νέο. Μόλις τους είδε από μακριά - ήταν στην πόρτα με τις γάτες - φώναξε εξαγριωμένος να σταματήσει ο νέος, να μην πλησιάσει, διότι έχει μηχανή.

Πράγματι κρατούσε στο χέρι του μία τσάντα, όπου είχε φωτογραφική μηχανή. Πώς το είδε ο γερω-Ηρωδίων, ο Θεός το γνωρίζει. Τον επισκέπτοντο και επίσημοι άνθρωποι, όπως και ο πρώτος του Αγίου Όρους, ιερομόναχος Παΐσιος Χιλανδαρινός.
Επί μισή ώρα περίμεναν, αλλά δεν αποσπάσθηκε από την προσευχή του.
Τα πόδια του από την ορθοστασία είχαν πρηστεί και είχαν γίνει άκαμπτα, σαν κολώνες δεν λύγιζαν. Κάτω από το χονδρό δάκτυλο του ενός ποδιού είχε μια μεγάλη πληγή σαν καρύδι που έβγαζε δύσοσμα υγρά. Επειδή κυκλοφορούσε ξυπόλητος, έκλεινε με χώματα και δεν φαινόταν απ' έξω.
Ο γερω-Ηρωδίων τις τελευταίες οκτώ ημέρες δεν έβαλε τίποτα στο στόμα του. Φαίνεται είχε προαισθανθεί το θάνατό του και ετοιμαζόταν. Είχε γίνει κίτρινος σαν λεμόνι. Όταν εκοιμήθη, την Σαρακοστή των Χριστουγέννων στις 12-12-1990, ο γερω-Μελέτιος είπε ότι ευωδίασε το κελί του.
Ο Θεός ας αναπαύσει την ψυχή του και ας τον ζεστάνει στον Παράδεισο τώρα, μια που πολύ υπέφερε από το κρύο σ' αυτή τη μάταιη ζωή.
Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.

Από την ασκητική και ησυχαστική Αγιορείτικη παράδοση
Εκδόσεις
Ιερόν Ησυχαστήριον
"Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος"

σελ. 254-260


 http://athgerontes.blogspot.com

Η οσιότατη αδελφή Μαρία Μαγδαληνή (κατά κόσμον Marie Madeleine Le Beller), του π.Γεωργίου Αθανασάκη

 
                                  
 
 Μαρία Μαγδαληνή

   Η  οσιότατη  αδελφή  Μαρία Μαγδαληνή  (κατά κόσμον Marie Madeleine Le Beller)  εκοιμήθη εν Κυρίω  σε ηλικία 67-68 ετών, την 12ην Δεκεμβρίου 2013 (Ν.Η.) ημέρα Πέμπτη και ώρα 13:00 μ.μ. στο ερημητήριό της πλησίον του σπηλαίου του Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος στο όρος Σινά. Απώλεσε  την επαφή με το περιβάλλον λίγες ώρες προ της τελευτής της και είχε ένα ειρηνικό τέλος στα χέρια του γέροντός της π. Παύλου Σιναϊτου που έσπευσε να της δώσει την τελευταία Θεία Μετάληψη.

   Bαπτίστηκε σε ηλικία 40 ετών περίπου στον Ιορδάνη, το έτος 1986. Έζησε στον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος  δεκαοχτώ (18) χρόνια, με πολλούς πειρασμούς και από τους ανθρώπους και από τους δαίμονες. Έξι μήνες στην αρχή διανυκτέρευε έξω ανάμεσα στα βράχια, άστεγη με ένα υπνόσακο, σ`εκείνη την απαράκλητη έρημο συντροφιά με σκορπιούς και δηλητηριώδη φίδια.  Έζησε μεγάλη απόρριψη, πολλοί την θεωρούσαν τρελή και πλανεμένη. Πούλησε το σπίτι της στο Παρίσι κι αγόρασε ένα κομμάτι γη από ένα βεδουίνο κάτω ακριβώς από το σπήλαιο του Άγίου Ιωάννου της Κλίμακος. Εκεί υπήρχε μια χαρουπιά κι ένα πηγάδι. Έχτισε σταδιακά πέντε αυτόνομα κελλάκια, ένα μικρό ναύδριο πάνω σ`ένα βράχο, φύτεψε δένδρα, λίγες ελιές, δυο-τρεις μηλιές και ένα κλήμα και έφτιαξε μικρή στέρνα και κήπο. Όλη την σκήτη της την περιέφραξε με τείχος. Ζούσε απλά καλλιεργώντας τον κήπο της πλέκοντας κομποσχοίνια και ασχολούμενη τα τελευταία χρόνια με την ξυλογλυπτική οπού σημείωσε μεγάλη πρόοδο κατασκευάζοντας εικόνες για το εκκλησάκι της. Στην μονή κατέβαινε κάθε Κυριακή αρχικά και αργότερα κάθε δεκαπέντε και τις μεγάλες εορτές για να μεταλαμβάνει. 


Κάποιοι πατέρες την συμπαθούσαν και την προστάτευαν αλλά οι πολλοί την απέρριπταν και σε πολλά την δυσκόλευαν. Κάποτε  απαγόρευσαν στον π. Παύλο να την δέχεται για εξομολόγηση και δεν της επέτρεπαν την δωρεάν φιλοξενία στον ξενώνα των γυναικών. Είχε μεγάλη δύναμη ψυχής που την αντλούσε από την ακράδαντη πίστη της και την ευλογία που της είχαν δώσει για εγκαταβίωση στην έρημο του Σινά, ο π. Πορφύριος (νύν Άγιος Πορφύριος) και η μάτουσκα Λουμπούσκα η δια ΧΝ Σαλή της Αγίας Πετρουπόλεως. Όλος ο πειρασμός ξεκίνησε από την αγάπη της στην έρημο, ενώ οι πατέρες την ήθελαν να ζεί εντός της γυναικείας μονής της Φαράν στην οποία είχε ζήσει δοκιμαστικά ένα χρόνο και μισό στην αρχή. Όμως δεν αναπαύθηκε και όταν ο Γέρων Παϊσιος  επίσκεφθηκε τελευταία φορά το Σινά και πέρασε από την Φαράν της έδωσε την ευλογία του να ζήσει στην έρημο αφού την εξέτασε και ευλόγησε το τυπικό της προσευχής της.


   Κάθε Πάσχα πήγαινε στα Ιεροσόλυμα πού περνούσε όλη την μεγάλη εβδομάδα και την Διακαινήσιμο επέστρεφε στο αγαπημένο της ασκητήριο. Μετά το Πάσχα του 2009  δεν πήγε ξανά στα Ιεροσόλυμα.
   Στις 18 Νοεμβρίου του 2012 (Κυριακή) ήρθε στη Κρήτη άρρωστη πλέον και στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο διεγνώσθη προχωρημένος καρκίνος του εντέρου.      
    
 Έφυγε για την Μόσχα που είχε γνωστό της τον επίσκοπο που διοικούσε το νοσοκομείο της ρωσικής εκκλησίας. Εκεί τις έκαναν παρατεταμένες ιατρικές εξετάσεις και της ζήτησαν να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση και χημειοθεραπείες, στο μεγαλύτερο ιατρικό κέντρο κατά του καρκίνου, της Ρωσίας. Όμως δεν δέχθηκε επιθυμώντας να πεθάνει στην αγαπημένη της σκήτη. Πήγε για προσκύνημα στον Άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ, λούστηκε στην πηγή του και πήρε μεγάλο θάρρος. Επέστρεψε στο Σινά μέσω Ιταλίας όπου προσκύνησε τον Άγιο Νικόλαο στο Μπάρι κι εκεί γνώρισε την ρωσίδα Ευφροσύνη, την οποία κάλεσε για να την διακονήσει όταν επέστρεψε στο Σινά κι εκείνη ανταποκρίθηκε άμεσα.  Ήρθε κοντά της και την υπηρέτησε μέχρι το τέλος, χωρίς κανένα υλικό όφελος. Η Ευφροσύνη ήταν δώρο του Θεού γιατί ομιλούσε μόνο ρωσικά τα οποία η Μαρία ελάχιστα ομιλούσε και καταλάβαινε. Όμως είχαν άριστη συνεργασία και την περιποιήθηκε σαν καλή υποταχτική (για δέκα μήνες περίπου), ώστε να κερδίσει και την αγάπη και τον σεβασμό των πατέρων.  

   Από το Πάσχα του 2013 δεν μετακινήθηκε πλέον ούτε μέχρι την μονή της Αγίας Αικατερίνης, αλλά με μεγάλη ανδρεία και υπομονή εβάστασε τον σταυρό της πολυώδυνης νόσου, χωρίς ιατρική βοήθεια και νοσοκομειακή περίθαλψη. 


   Την επόμενη της κοίμησής της, η κυρίαρχος μονή της Αγίας Αικατερίνης, μετά την θεία Λειτουργία που έκαναν στο εκκλησάκι της σκήτης της, την μετέφερε με φορείο στο τοπικό νοσοκομείο της περιοχής  όπου διεγνώσθη ο θάνατός της και τοποθετήθηκε σε ψύξη μέχρι την έκδοση άδειας ταφής από το Γαλλικό Προξενείο. Τότε συνέβη ένα παράδοξο γεγονός που σχολιάστηκε με θαυμασμό από όσους παραβρέθηκαν εκεί. Από την προηγούμενη το βράδυ είχε ξεσπάσει χιονοθύελλα και κάλυψε στα λευκά όλη την γύρω περιοχή. Το μοναστήρι έστειλε 14 εργάτες (χριστιανούς κόπτες) για να μεταφέρουν εναλλάξ το σκήνωμά της λόγω της μαινόμενης χιονοθύελλας και του δύσβατου τόπου. Κι ενώ έκαναν περίπου δύο ώρες για να διανύσουν  την απόσταση από τον αυτοκινητόδρομο έως το ασκητήριό της (πορεία μίας ώρας το πολύ, υπό κανονικές συνθήκες), όταν σήκωσαν το τίμιο λείψανό της, διήνυσαν την ίδια απόσταση σε σαράντα πέντε λεπτά χωρίς να τους αγγίξει ούτε μια νιφάδα χιονιού, ενώ τα πάντα ήταν ολόλευκα και φωτεινά γύρω τους. Όταν έφθασαν πάνω στον αυτοκινητόδρομο και την απόθεσαν στο αυτοκίνητο που περίμενε εκεί, σε λίγα δευτερόλεπτα βρέθηκαν πάλι μέσα στην χιονοθύελλα και τους κάλυψε το χιόνι. 


  Η άδεια ταφής δόθηκε στις 17-12-2013 το βράδυ.
  Ετάφη την 18η Δεκεμβρίου 2013 (Ν.Η.) ημέρα Τετάρτη μετά το μεσημέρι, στο κοιμητήριο της γυναικείας μονής του Προφήτου Μωϋσέως της Φαράν με απόφαση της συνάξεως των πατέρων της μονής της Αγίας Αικατερίνης. (όχι στο ασκητήριό της όπως  επιθυμούσε). Δεν παρέστη κανείς γνωστός κι αγαπητός της εκτός την ρωσίδα Ευφροσύνη που την υπηρέτησε με μεγάλη αυταπάρνηση. Ακόμη και μιά γνωστή της γερμανίδα προσήλυτη που βρέθηκε στην θανή της, την άλλαξε και την ξενύχτησε διαβάζοντας της ψαλτήρι, είχε φύγει για τα Ιεροσόλυμα.

   Την κήδεψαν ο επίσκοπος Σιναίου κ.κ. Δαμιανός και οι Ιερομόναχοι Μιχαήλ και Ευγένιος της ιδίας μονής. Παρέστησαν και οι  4  μοναχές της μονής Φαράν.



Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2018

Πάψε επιτέλους... Να λες δόξα σοι ο Θεός.




Πριν από χρόνια, όταν ήμουν εφημέριος στον ιερό Ναό του Αγίου Βασιλείου Πειραιώς, μ’ εκάλεσαν να εξομολογήσω εκτάκτως, κατόπιν δικής του επιθυμίας, ένα νέο άνδρα, 42 ετών, του οποίου το όνομα, ήτο Ξενοφών.

Όταν πήγα, ήταν σε κακή κατάσταση. Ο καρκίνος με τις ραγδαίες μεταστάσεις τον είχε προσβάλλει και στο κεφάλι. Οι μέρες του μετρημένες. Ήταν μόνος στον θάλαμο, το διπλανό κρεβάτι ήταν άδειο, κι έτσι βρεθήκαμε μόνοι μας.
Και μου είπε τα έξης, για το πώς πίστεψε, αφού υπήρξε, όπως το τόνισε, «σκληρός άθεος» και άπιστος.

«Ήλθα εδώ πριν από 35 περίπου μέρες, σ’ αυτό το δωμάτιο των δύο κλινών. Δίπλα μου ήταν ήδη κάποιος άλλος άρρωστος, μεγάλος στην ηλικία, 80 περίπου ετών. Αυτός ο άρρωστος, πάτερ μου, παρά τους φοβερούς πόνους που είχε στα κόκκαλα -εκεί τον είχε προσβάλει ο καρκίνος- συνεχώς αναφωνούσε «Δόξα Σοι, ο Θεός! Δόξα Σοι, ο Θεός!…» Στη συνέχεια έλεγε και πολλές άλλες προσευχές, που εγώ ο ανεκκλησίαστος και άθεος τις άκουγα για πρώτη φορά. Κι όμως, πολλές φορές μετά από τις προσευχές του ηρεμούσε -κι εγώ δεν ξέρω με ποιόν τρόπο- και τον έπαιρνε γλυκύτατος ύπνος. Ύστερα από δυο-τρεις ώρες ξυπνούσε από τους αφόρητους πόνους, για να ξαναρχίσει και πάλιν «το Χριστέ μου, Σ’ ευχαριστώ! Δόξα στο όνομα Σου!…Δόξα Σοι, ο Θεός!…Δόξα Σοι, ο Θεός!…»

Εγώ μούγκριζα από τους πόνους, κι αυτός ο συνασθενής μου, με τους αφόρητους πόνους, δοξολογούσε τον Θεό. Εγώ βλαστημούσα τον Χριστό και την Παναγία, κι αυτός μακάριζε τον Θεό, Τον ευχαριστούσε για τον καρκίνο που τού έδωσε και τους πόνους που είχε. Τότε εγώ αγανακτούσα όχι μόνο από τους πόνους τους φρικτούς που είχα, άλλα και γιατί έβλεπα αυτόν, τον συνασθενή μου, να δοξολογεί συνεχώς τον Θεό. Αυτός έπαιρνε σχεδόν κάθε μέρα «την Θεία Μεταλαβιά» κι εγώ ο άθλιος ξερνούσα από αηδία.

– Σκάσε, επί τέλους! σκάσε επί τέλους να λες συνεχώς «Δόξα Σοι, ο Θεός»! Δεν βλέπεις πως Αυτός ο Θεός, που εσύ Τον δοξολογείς, Αυτός μας βασανίζει τόσο σκληρά; Θεός είναι αυτός; Δεν υπάρχει. Όχι! δεν υπάρχει…

Και αυτός με γλυκύτητα απαντούσε: «Υπάρχει, παιδί μου, υπάρχει και είναι στοργικός Πατέρας, διότι με την αρρώστια και τους πόνους μας καθαρίζει από τις πολλές μας αμαρτίες. Όπως αν ασχολιόσουν με καμιά σκληρή δουλειά, όπου τα ρούχα σου και το σώμα σου θα βρωμούσαν κυριολεκτικώς, θα χρειαζόσουν μία σκληρή βούρτσα για να καθαριστής καλά, κι εσύ και το σώμα σου και τα ρούχα σου, κατά τον ίδιο τρόπο και ο Θεός χρησιμοποιεί την αρρώστια σαν ευεργετικό καθαρισμό της ψυχής, για να την προετοιμάσει για τη Βασιλεία των ουρανών».

Οι απαντήσεις του μ’ εκνεύριζαν ακόμη περισσότερο και βλαστημούσα θεούς και δαίμονες. Δυστυχώς οι αντιδράσεις μου ήσαν αρνητικές, με το να φωνάζω: «Δεν υπάρχει Θεός… Δεν πιστεύω σε τίποτα… Ούτε στον Θεό ούτε σ’ αυτά τα «κολοκύθια» που μού λες περί Βασιλείας του Θεού σου…» Θυμάμαι τις τελευταίες του λέξεις:

-Περίμενε και θα δεις με τα μάτια σου πώς χωρίζεται η ψυχή απ’ το σώμα ενός Χριστιανού που πιστεύει. Είμαι αμαρτωλός, αλλά το έλεός Του θα με σώσει. Περίμενε, θα δεις και θα πιστέψεις!

Και η μέρα αυτή έφθασε. Από το νοσοκομείο θέλησαν να βάλουν ένα «παραβάν», όπως ήταν καθήκον τους, αλλά εγώ διαμαρτυρήθηκα. Τούς είπα «όχι, γιατί θέλω να δω πώς αυτός ο γέρος θα πεθάνει!!!».

Τον έβλεπα λοιπόν να δοξολογεί συνεχώς τον Θεό. Πότε έλεγε κάποια «Χαίρε» για την Παναγία, που αργότερα έμαθα ότι λέγονται «Χαιρετισμοί». Κατόπιν σιγοέψαλλε το «Θεοτόκε Παρθένε», το «Από των πολλών μου αμαρτιών…», το «Άξιον εστί», κάνοντας συγχρόνως και πολλές φορές το σημείο του σταυρού.

Σήκωσε κάποια στιγμή τα χέρια του και είπε: «Καλώς τον Άγγελό μου! Σ΄ ευχαριστώ, που ήλθες με τόση λαμπρά συνοδεία να παραλάβεις την ψυχή μου. Σ’ ευχαριστώ!… Σ’ ευχαριστώ!…» Ανασηκώθηκε λίγο, ξανασήκωσε τα χέρια του ψηλά, έκαμε το σημείο του σταυρού, σταύρωσε τα χεράκια του στο στήθος του και εκοιμήθη!

Ξαφνικά το δωμάτιο πλημμύρισε από φως, λες και μπήκαν μέσα δέκα ήλιοι και περισσότεροι, τόσο πολύ φωτίστηκε το δωμάτιο! Ναι, εγώ ο άπιστος, ο άθεος, ο υλιστής, ο «ξιπασμένος», ομολογώ ότι όχι μόνον έλαμψε το δωμάτιο άλλα και μια ωραιότατη μυρωδιά απλώθηκε σ’ αυτό, ακόμη και σε ολόκληρο τον διάδρομο, και μάλιστα όσοι ήσαν ξυπνητοί και μπορούσαν, έτρεχαν εδώ κι εκεί, για να διαπιστώσουν από που ήρχετο η παράξενη αυτή μυρωδιά.

Έτσι, πάτερ μου, πίστεψα, γι’ αυτό και φώναξα για Εξομολόγο ύστερα από τρεις ημέρες. Την άλλη μέρα όμως, τα ‘βαλα με τους δικούς μου, την μάνα μου και τον πατέρα μου, ύστερα με τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια μου, με τη γυναίκα μου, με τους συγγενείς και τους φίλους, και τους φώναζα και τους έλεγα:

– Γιατί δεν μου μιλήσατε ποτέ για τον Θεό, την Παναγία και τους Αγίους; Γιατί δεν με οδηγήσατε ποτέ στην Εκκλησία; Γιατί δεν μου είπατε ότι υπάρχει Θεός και υπάρχει και θάνατος και κάποτε αυτή η ψυχή θα χωρισθεί από το σώμα για να δώσει τον λόγο της; Γιατί με σπρώξατε με την συμπεριφορά σας στην αθεΐα και στον μαρξισμό; Εσείς με μάθατε να βλαστημώ, να κλέβω, να απατώ, να θυμώνω, να πεισμώνω, να λέω χιλιάδες ψέματα, να αδικώ, να πορνεύω…

Εσείς με μάθατε να είμαι πονηρός, καχύποπτος, ζηλιάρης, λαίμαργος, φιλάργυρος και κακός. Γιατί δεν μου διδάξατε την αρετή; Γιατί δεν μου διδάξατε την αγάπη; Γιατί δεν μου μιλήσατε ποτέ για τον Χριστό; Γιατί;… Από αυτή τη στιγμή μέχρι που να πεθάνω, θα μου μιλάτε μόνο για τον Θεό, τον Χριστό, την Παναγία, τους Αγγέλους, τους Αγίους. Για τίποτε άλλο.

Ήρχοντο οι δικοί μου, οι συγγενείς, φίλοι, γνωστοί, και τους ρωτούσα τον καθένα χωριστά ή όλους μαζί: «Έχετε να μου πείτε κάτι σημαντικό για τον Θεό; διότι Αυτόν θα συναντήσω! Λέγετε….. Εάν δεν ξέρετε, να μάθετε. Οι μέρες περνάνε κι εγώ θα φύγω. Και σ’ ένα – δυο επισκέπτες: «Αν δεν ξέρεις ή αν δεν πιστεύεις, να φύγεις!…»

Τώρα πιστεύω με όλη μου την καρδιά, και θέλω να εξομολογηθώ όλες τις αμαρτίες μου από μικρό παιδί…»

Ήτο σταθερός και αμείλικτος με το παλαιό εαυτό του ο Ξενοφών. Και το έλεος του Θεού ήταν μεγάλο, πολύ μεγάλο! Εξομολογήθηκε με ειλικρίνεια, κοινώνησε δυο-τρεις φορές και υστέρα από πάλη μερικών ημερών με τον καρκίνο, έφυγε εν πλήρη μετανοία, με ζέουσα την πίστη, ειρηνικά, οσιακά, δοξολογώντας κι’ αυτός τον Θεό.

Του Πρωτ. Στέφανου Αναγνωστοπούλου

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2018

Eυχή καθημερινή Aγ.Παϊσίου



Κύριε ημών Ιησού Χριστέ,
Μην εγκαταλείπεις τούς δούλους Σου πού ζουν μακριά από την Εκκλησία, ή αγάπη Σου να ενεργήσει και να τούς φέρει όλους κοντά Σου.
– Μνήσθητι, Κύριε, των δούλων Σου πού υποφέρουν από τον καρκίνο.
– Των δούλων Σου πού υποφέρουν από μικρά ή μεγάλα νοσήματα.
– Των δούλων Σου πού υποφέρουν από σωματικές αναπηρίες.
– Των δούλων Σου πού υποφέρουν από ψυχικές αναπηρίες.
– Μνήσθητι των αρχόντων και βοήθησον αυτούς να κυβερνούν χριστιανικά.
– Μνήσθητι, Κύριε, των παιδιών πού προέρχονται από προβληματικές οικογένειες.
– Των προβληματικών οικογενειών και των διαζευγμένων.

– Μνήσθητι, Κύριε, των ορφανών όλου του κόσμου, όλων των πονεμένων και των αδικημένων στην ζωή, όσων έχουν χάσει τούς συζύγους τους.
– Μνήσθητι, Κύριε, όλων των φυλακισμένων, των αναρχικών, των ναρκομανών, των φονέων, των κακοποιών, των κλεφτών, φώτισον και βοήθησον αυτούς να διορθωθούν.
– Μνήσθητι όλων των ξενιτεμένων.
– Όλων όσων ταξιδεύουν στην θάλασσα, στην ξηρά, στον αέρα και φύλαξον αυτούς.
– Μνήσθητι της Εκκλησίας μας, των πατέρων (κληρικών) της Εκκλησίας και των πιστών.
– Μνήσθητι, Κύριε, όλων των μοναστικών αδελφοτήτων, ανδρικών και γυναικείων, των γερόντων και των γεροντισσών και όλων των αδελφοτήτων και των αγιορειτών πατέρων.
– Μνήσθητι, Κύριε, των δούλων Σου πού είναι σέ καιρό πολέμου.
– Όσων καταδιώκονται στα βουνά και στους κάμπους.
– Όσων είναι σαν κυνηγημένα πουλάκια.

– Μνήσθητι των δούλων Σου πού άφησαν τα σπίτια τους και τις δουλειές τους και ταλαιπωρούνται.
– Μνήσθητι, Κύριε, των φτωχών, αστέγων και προσφύγων.
– Μνήσθητι, Κύριε, όλων των εθνών, να τα έχεις στην αγκαλιά σου, να τα σκεπάζεις με την αγία Σου Σκέπη, να τα φυλάγεις από κάθε κακό και από τον πόλεμο. Και την αγαπημένη μας Ελλάδα μέρα και νύκτα να την έχεις στην αγκαλιά σου, να την σκεπάζεις με την αγία Σου Σκέπη, να την φυλάγεις από κάθε κακό και από τον πόλεμο.

– Μνήσθητι, Κύριε, των ταλαιπωρημένων εγκαταλελειμμένων, αδικημένων, δοκιμασμένων οικογενειών και δώσε πλούσια τα ελέη σου σ” αυτές.
– Μνήσθητι των δούλων σου πού υποφέρουν από ψυχικά και σωματικά προβλήματα πάσης φύσεως.
– Μνήσθητι oσων βρίσκονται σέ απόγνωση, βοήθησε και γαλήνευσε τους.
-Μνήσθητι, Κύριε, των δούλων Σου πού ζήτησαν τις προσευχές μας.
-Μνήσθητι και πάντων των απ” αιώνος κεκοιμημένων και άνάπαυσον αυτούς.


 hellasorthodoxy-kmyst.blogspot.com

Άγιος Νικόλαος από το π Ανανία Κουστένη


Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2018

Ιερομόναχοι Γρηγόριος (1912 - 2007) και Καλλίνικος (1917 - 2009). Κρανιάδες




Συνηθίζεται στο Όρος μετά την κοίμηση τινός αδελφού, να γράφονται ολίγα για την ζωή του, τον αγώνα του και για τα έργα του, εις ανάμνηση και μνημόσυνον αυτού.
Μετά την αποδημίαν εις Κύριον των μακαριστών Γερόντων μου, ιερομονάχων Γρηγορίου και Καλλινίκου, έλαχε σε μένα τον ελάχιστο η υποχρέωση αυτή, μη υπάρχοντος άλλου μονάχου στο Κελλί μας. Δεν ήθελα να επιχειρήσω τέτοιου είδους πόνημα για κανένα λόγο, καθόσον είμαι παντελώς απαίδευτος στην έξω σοφία, και μάλιστα είμαι ένας απλός και ολιγογράμματος μοναχός.
Πιεζόμενος όμως από τους εν Χριστώ αδελφούς μου, μοναχούς και λαϊκούς, και για να μη γίνω παρήκουος και ανεύθυνος, αποφάσισα να συντάξω το πόνημα τούτο, και αν αγαπητέ φίλε και αδελφέ τύχει και ποτέ το διαβάσεις, σε παρακαλώ μή σταθείς στην ασυνταξία του κειμένου, στα ορθογραφικά λάθη και στο φτωχό μου λεξιλόγιο, παρά μόνον στα εξιστορούμενα αληθινά γεγονότα.
Οι ιερομόναχοι Γρηγόριος και Καλλίνικος, γόνοι χριστιανικής οικογενείας, γεννήθηκαν ο μεν Γρηγόριος στην πολύπαθη Μικρά Ασία, στο χωριό Αϊβαλί, το έτος 1912, ο δε Καλλίνικος αργότερα, το έτος 1917, στην Μυτιλήνη. Πατέρας τους ο Κωνσταντίνος Σαραντίδης, εκ Μύλου, κλειθροποιός το επάγγελμα, και μητέρα τους η Πουλχερία, το γένος Καλλιπολίτου, οικοκυρά εκ Μυτιλήνης. Είχαν ακόμη και άλλα δύο αδέλφια μεγαλύτερης ηλικίας, τον Παύλο και τον Ιπποκράτη. Ο μικρότερος, ο Χριστοφόρος, δεν είχε γεννηθεί ακόμη. Μετά παρέλευση έξι μηνών από την γέννησή του βαπτίσθηκε ο τρίτος αδελφός και έλαβε το όνομα Μάρκος.

Μετά τον πρώτο διωγμό της Μικράς Ασίας, το έτος 1914, αναγκάσθηκε ο Κωνσταντίνος Σαραντίδης να ξεριζωθεί από το Αϊβαλί, εγκαταλείποντας τα πάντα, και η πενταμελής (τότε) οικογένειά του, ήλθε και εγκαταστάθηκε στο χωριό Στύψη της Μυτιλήνης. Μετά την παρέλευση ενός έτους περίπου μετεγκαταστάθηκε στο χωριό της Αγίας Παρασκευής.
Εκεί ο πατέρας συνεχίζοντας το χειρωνακτικό του επάγγελμα έκανε ένα μικρό εργαστήριο σιδηρουργίας (χαλκιδιό) και έπαιρνε ήδη αρκετές εργολαβίες.
Το 1917 γεννήθηκε και ο τέταρτος αδελφός, ο Χριστοφόρος. Τότε όμως μία μεγάλη συμφορά έπληξε την οικογένεια. Επάνω στην γέννα πέθανε η μητέρα.
Έμειναν για εννέα ακόμη χρόνια στην Αγία Παρασκευή και εργαζόταν όλοι οικογενειακά. Συγκεκριμένα ο Παύλος και ο δεκατετράχρονος τότε Μάρκος βοηθούσανε τον πατέρα τους σε όλες τις εργασίες του. Μάλιστα έφτιαξαν τα κάγκελα του προαυλίου της Εκκλησίας, τα οποία λόγω της άριστης δουλειάς και της γερής κατασκευής τους υπάρχουν μέχρι σήμερα, αναγράφοντας ως έτος κατασκευής το 1926.

Μετά τον χαμό της μητέρας τους τα τέσσερα αγόρια έμειναν ορφανά και ο σύζυγός της Κωνσταντίνος χωρίς σύντροφο και στήριγμα. Το αναπάντεχο κακό που τους βρήκε διέλυσε κυριολεκτικά, ψυχολογικά και οικονομικά, την οικογένεια -τι να έκανε ένας άνδρας μόνος του με τέσσερα μικρά παιδιά;-. Έτσι αναγκάστηκαν να αναχωρήσουν από την Αγία Παρασκευή, ολίγον μετά τον θάνατο της μητέρας τους, και να έλθουν στο μοναστήρι του Αγίου Ιγνατίου του Λειμώνα. Τα δύο αδέλφια (τα μεγαλύτερα) έφυγαν για την Θεσσαλονίκη σε αναζήτηση εργασίας και καλύτερης τύχης. Στο μοναστήρι του Αγίου Ιγνατίου ο πατέρας τους Κωνσταντίνος εργαζότανε στο ελαιοτριβείον του μοναστηριού, και ο καιρός του χειμώνα πέρασε δύσκολα μεν αλλά γρήγορα.
Το Πάσχα του 1927 ο Μάρκος κατέβηκε στην χώρα, την Μυτιλήνη. Εκεί συνάντησε ένα γέροντα μοναχό. Ο Μάρκος με θάρρος του λέγει: «Πάτερ, σε ποιά Μονή της Μυτιλήνης είσαστε;». Και του απάντησε ο Γέροντας: «Δεν είμαι από δώ, αλλά από το Άγιον Όρος». Ήτανε ο Γέροντας Γαβριήλ, μοναχός από την Σκήτη της Αγίας Άννας, από την καλύβα της Αγίας Τριάδος. Αμέσως ήλθαν στο μυαλό του μικρού όλα όσα είχε ακούσει και διαβάσει σχετικά με το Περιβόλι της Παναγιάς, εκεί όπου οι μοναχοί είχαν αδελφό τον Χριστό, μητέρα την Παναγιά, ζούσαν άγια και πάνω από όλα είχαν αγάπη, την αγάπη που ο χάρος τους την στέρησε με τον χαμό της μάνας τους.

Ένιωσε σαν ένα μπουμπούκι τριανταφυλλιάς, που περιμένει μια ηλιαχτίδα για να ανοίξει και να γίνει λουλούδι, και ο Γέροντας στην δύσκολη αυτή στιγμή της ζωής τους έγινε γι’ αυτόν ο δικός του ήλιος, ευκαιρία μοναδική να φύγει από εκεί. Πίστευε ότι με την φυγή θα έθαβε πίσω του τις θλιβερές αναμνήσεις του θανατικού και της μιζέριας και θα ξεκινούσε μια καλύτερη ζωή, γεμάτη αγάπη, που τόσο πολύ του είχε λείψει. Ακόμα ότι θα είχε κοντά του τον βασανισμένο πατέρα του και τον μικρό αδελφό του. -Πρέπει να αναφέρω ότι μετά τον θάνατο της μητέρας του ο Μάρκος είχε αναλάβει σχεδόν τα πάντα υπό την προστασία του, διότι ο πατέρας του είχε αρχίσει να πίνει, οπότε η υγεία του επιδεινωνόταν ραγδαία, και ο μικρός Χριστοφόρος χρειαζόταν προστασία.

Άφιξη των αυταδέλφων Γρηγορίου και Καλλινίκου (Κρανιάδων) στο Άγιο Όρος

Η χριστιανική του αγωγή του έδωσε ελπίδα, και με θάρρος είπε: «Γέροντα, εγώ με τον πατέρα μου και τον αδελφό μου είμαστε μόνοι στον κόσμο και μένουμε προσωρινά στο μοναστήρι του Αγίου Ιγνατίου. Μπορείς να κάνεις αγάπη για τον Κύριο και να μας πάρεις μαζί σου στο Όρος;». Έκπληκτος ο γέρων Γαβριήλ απάντησε στον μικρό δεκαπεντάχρονο Μάρκο: «Ελάτε, να σας πάρω μαζί μου». Ο Μάρκος επέστρεψε άμεσα στο μοναστήρι, όπου είπε στον πατέρα του τα λεχθέντα υπό του Γέροντος. Ο πατέρας του συμφώνησε και, αφού πήρε μαζί του τον Μάρκο και τον δεκάχρονο Χριστοφόρο, κατέβηκαν όλοι μαζί στην πόλη προς συνάντηση του γέροντα Γαβριήλ. Δυστυχώς όμως δεν τον βρήκαν, διότι είχε αναχωρήσει για το Άγιο Όρος. Έτσι αναγκάστηκαν απογοητευμένοι να επιστρέψουν και πάλι στο μοναστήρι του Αγίου Ιγνατίου, όπου παρέμειναν εκεί, περνώντας το Πάσχα και σχεδόν όλο το καλοκαίρι.

Τον μήνα Αύγουστο, ανήμερα στην εορτή της Παναγίας, βρήκε και πάλι ο Μάρκος τον γέροντα Γαβριήλ, οπότε του λέγει με παράπονο: «Γέροντα, φύγατε, χωρίς να μας πάρετε μαζί σας, και στεναχωρηθήκαμε πολύ». Οπότε ο Γέροντας του απάντησε: «Μεθαύριο φεύγει ένα βαπόρι για την Θεσσαλονίκη. Ελάτε να φύγουμε όλοι μαζί». Ο Μάρκος ανέβηκε γρήγορα στο μοναστήρι, πήρε τον πατέρα του και τον μικρό αδελφό του και, αφού άνοιξαν μια γούβα, έθαψαν μέσα τα λιγοστά εργαλεία τους, τα παλιόρουχά τους και τις πικρές τους αναμνήσεις. Κατέβηκαν όλοι στο λιμάνι, απ’ όπου ξεκίνησε το ταξίδι τους με τελικό προορισμό το Άγιο Όρος. -Δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες για την διάρκεια, την ταλαιπωρία κ.τ.λ. του ταξιδίου-.
Φθάσανε στο λιμάνι της Δάφνης την 29η Αυγούστου του 1927, εορτή του Τιμίου Προδρόμου. Αφού κατέβηκαν, μπήκαν όλοι μαζί σε μία βάρκα και πήγανε κατευθείαν στην καλύβα του γέροντα Γαβριήλ, που βρισκόταν στην Σκήτη της Αγίας Άννας.

Εκεί βρήκαν και άλλους δύο συνασκητάς μοναχούς του Γέροντα. Στην συζήτηση σχετικά με την εκεί παραμονή τους υπήρχαν διαφωνίες μεταξύ των συνοικούντων στην καλύβα, διότι οι πολλοί υποστήριζαν, παρά τις αντιρρήσεις του γέροντα Γαβριήλ, ότι έπρεπε να παραμείνουν μόνον ο Μάρκος και ο δεκάχρονος Χριστοφόρος, ενώ ο πατέρας τους Κωνσταντίνος να πάει στην Θεσσαλονίκη, όπου ήδη διέμεναν και τα άλλα του παιδιά, ο Ιπποκράτης και ο Παύλος. Επειδή ο Μάρκος πάντα έπαιρνε τις πρωτοβουλίες, διότι αυτός ήτανε και η αιτία που τους πήρε από την Μυτιλήνη και τους οδήγησε στο Όρος, αντέδρασε, και ψύχραιμα, με παιδική ιλαρότητα και αγάπη απάντησε: «Εφ’ όσον δεν δέχεστε τον πατέρα μου, δεν μπορούμε να μείνουμε και εμείς. Μάθατε ότι άλλον κανένα δεν έχουμε στον κόσμο παρά μόνον αυτόν, και την ελπίδα μας στην Παναγία, να μας συμπαραστέκεται στην ορφάνια μας, την προσφυγιά μας και στα δύστυχα παιδικά μας χρόνια». Τότε ο γερο-Γαβριήλ, πολύ συγκινημένος, πρότεινε να πάνε στην Κερασιά, επειδή είχε έναν παραδελφό εκεί, και με την σύμφωνη γνώμη όλων τους έστειλαν εκεί. Πράγματι παρέμειναν εκεί για λίγο χρονικό διάστημα, αλλά, επειδή ο Μάρκος δεν αναπαυόταν ψυχικά και δεν εύρισκε κατά το ποθούμενον τον τρόπο της ζωής τους, αποφάσισε και όλοι μαζί πήραν τον δρόμο για κανένα άλλο μοναστήρι.

Έτσι το πρώτο μοναστήρι που επισκέφθηκαν στο διάβα τους ήταν του Διονυσίου. Εκεί δεν τους κράτησαν, αλλά ο πατέρας τους, ως τεχνίτης που ήτανε, δούλεψε για λίγο στο “χαλκιδιό”, στο σιδεράδικο, και σε άλλες δουλειές, για να βγάλουν τα άμεσα έξοδά τους. Επισκεύασε δε και τους πολυελαίους και τα μανουάλια του Καθολικού της Μονής. Παρέμειναν έναν μήνα περίπου και, αφού δεν τους κρατούσαν περισσότερο, με αφορμή δήθεν ότι ο πατέρας ήταν μεγάλης ηλικίας, πολύ κουρασμένος, ταλαιπωρημένος και ότι έπινε ολίγον παραπάνω του επιτρεπομένου στο Όρος, αναγκάσθηκαν εκ νέου να πάρουν τον δυσβάσταχτο δρόμο της αναζήτησης, με τα παιδικά τους όνειρα κουρέλια, σέρνοντας συχνά τα ισχνά από την κακουχία πόδια τους και πάλι στα λασπωμένα καλντερήμια του Όρους με το κρύο και το χιόνι.
Η ηλικία τους μικρή, οι ελπίδες τους όμως μεγάλες. Δυσβάσταχτη η ορφάνια τους από την έλλειψη της μητέρας, ευκολόδεχτη όμως η παραμυθία από την Παναγία. Τρεμάμενα, αδύνατα και ξυλιασμένα σήκωναν τα χεράκια τους, ζητώντας ελπίδα ζωής, παρηγοριά, συμπόνια και τέλος ένα ξεροκόμματο ψωμί, αλλά παντού και πάντοτε πόρτες κλειστές, αδιαφορία και απονιά. Έσφιξαν την καρδιά τους και τα δόντια τους, και πατέρας με τους δύο ανήλικους γιούς συνέχισαν τον δικό τους Γολγοθά, τον δρόμο της μοναξιάς και της αποξένωσης.
Επισκέφθηκαν στην συνέχεια την Μονή Γρηγορίου, αλλά και εκεί το ίδιο πρόβλημα. Άρνηση, με πρόφαση πάντα την ίδια: Παιδιά αγένεια, μικρά σε ηλικία, και πατέρας σωστό ερείπιο, γερασμένος παράκαιρα από τις συμφορές της πολύμοχθης ζωής του.

Οι περιπέτειες των νεαρών αυταδέλφων Κρανιάδων στο Άγιο Όρος

Στις 18 του Οκτώβρη πήγαν στην Σιμωνόπετρα, όπου τους κράτησαν για δύο μήνες περίπου, αφού έδωσαν στον πατέρα τους κάποιες εργασίες για να εξοικονομήσει τα προς το ζήν. Εις ανάμνηση της εκεί παραμονής τους το μοναστήρι τους χάρισε μια εικόνα της Παναγίας, την οποία με λαχτάρα και δάκρυα εναγκαλίσθηκε ο νεαρός Μάρκος, γράφοντας όπισθεν την ημερομηνία αυτή, την οποία ουδέποτε διέγραψε μέχρι τέλους της ζωής του από το δικό του μυαλό. Γιόρτασαν τα Χριστούγεννα με μεγάλη θλίψη και πολλή προσευχή. Μάρκος και Χριστοφόρος, γονατιστοί στην δωρηθείσα εικόνα της Παναγίας, ζητούσαν απεγνωσμένα βοήθεια.
Τα παιδικά τους στόματα δεν έψαλλαν ύμνους, δοξολογίες, τροπάρια κ.τ.λ., διότι ήσαν μικροί και δεν τα γνώριζαν, αλλά ο Μάρκος μονολογούσε: «Εμείς που δεν ακούσαμε τα παραμύθια της μάνας, που δεν έβαλε το μάγουλό της στο μέτωπό μας για να δει αν έχουμε πυρετό, που δεν μας σκέπασε στο κρύο και ποτέ δεν μας τάισε, το ξέρεις εσύ Παναγιά μου, που την έχεις εκεί πάνω, βοήθα μας, βοήθα μας», ενώ σκουντούσε τον δεκάχρονο Χριστοφόρο, που ήταν δίπλα του γονατιστός, και του έλεγε με αυστηρό ύφος: «Εσύ να λες, “σκέπασέ μας, Παναγιά μου”, συνέχεια και χωρίς να σταματάς». Προσωπικά πιστεύω, ότι τέτοιες στιγμές συναισθηματικής φόρτισης, αθώας πνευματικής ανάτασης και παιδικής κατάνυξης, είναι αδύνατον να μην έφθαναν στην Βασίλισσα των Ουρανών. Έτσι, αφού πέρασαν τα Χριστούγεννα, παίρνοντας μαζί τους τα λιγοστά πράγματά τους, την Εικόνα και την ελπίδα τους στην Παναγία, αναχώρησαν εκ νέου σε αναζήτηση τόπου να εγκατασταθούν.

Η Μονή Ξηροποτάμου τους φιλοξένησε για πολύ λίγο καιρό, λόγω του γνωστού προβλήματος της ηλικίας του Χριστοφόρου. Οι εκεί Πατέρες τους συμβούλευσαν μάλιστα να επισκεφθούν την Μονή Μεγίστης Λαύρας, διότι εκεί ήσαν πολλοί συμπατριώτες τους Μυτιληνιοί, που ίσως τους έβρισκαν κάποια λύση στο επείγον πρόβλημά τους.
Ξανά και πάλι στο γνωστό τους δρόμο, της μοναξιάς, της ταλαιπωρίας και της σωματικής και ψυχικής εξάντλησης. Ο μικρός Χριστοφόρος τα είχε εντελώς χαμένα. Δεν μπορούσε η αγγελική δεκάχρονη ψυχούλα του να καταλάβει, γιατί παντού τους έκλειναν την πόρτα. Στο χωριό μου λένε ότι, όταν αναστενάζει και κλαίει ένα παιδί, κλαίει και ο Ουρανός. Και ο μικρός Χριστοφόρος συχνά έκλαιγε και αναστέναζε και, για να μην τον βλέπουν, σκούπιζε με την ανάποδη του χεριού του και με το μπαλωμένο του μανίκι τα μουσκεμένα του μάγουλα.
Πήραν το μακρύ μονοπάτι, που οδηγεί στην Λαύρα, και σε οποίο μοναστήρι έβρισκαν κατά την διαδρομή τους κτυπούσαν την πόρτα. Δυστυχώς το Κουτλουμούσι, η Ιβήρων, η Φιλοθέου και η Καρακάλου δεν τους δέχθηκαν για τον ίδιο λόγο πάντοτε: Αγένειος ο μικρός. Στην Μονή Καρακάλου ο σεβαστός ηγούμενος Κοδράτος ηθέλησε να τους κρατήσει, αλλά με την αυστηρή προϋπόθεση τον μικρό δεκάχρονο Χριστοφόρο να τον έστελναν σε ένα κάθισμα της Μονής υπό την επιστασία του πατρός Παύλου, μέχρι να ενηλικιωθεί. Ο πατέρας τους, αν και γνώριζε ότι ο μικρός Χριστοφόρος ήταν πολύ αδύναμος σαν οργανισμός και από τις κακουχίες φιλάσθενος, εν τούτοις δέχθηκε, διότι είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στον ενάρετο ιερομόναχο Παύλο, ο οποίος αργότερα έγινε και ηγούμενος της Ιεράς Μονής. Τελικά τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν έτσι, διότι η Σύναξη της Μονής μετέβαλε την γνώμη της την τελευταία στιγμή.
Η ανακούφισή τους κράτησε πολύ λίγο. Έτσι για μια ακόμη φορά, στις 16 Ιανουαρίου του 1928, μια παγωμένη χειμωνιάτικη μέρα, το μεσημέρι, πήραν τον δρόμο για την Λαύρα. Πέρασαν από τα κελλιά του Τιμίου Σταυρού, του Αγίου Αρχαγγέλου και του Αγίου Αρτεμίου, στο οποίο μάλιστα ήταν Ρώσοι μοναχοί, που με σπαστά ελληνικά τους είπαν: «“Κρέκο”, ώρα περάσει, σκοτάδι, που παιδιά πας;». Πήγανε και στο κελλί του Αγίου Δημητρίου, όπου και εκεί δεν τους κράτησαν.

Γενάρης μήνας, η ημέρα μικρή και το κρύο υπερβολικό. Γέροντας και παιδιά εξαντλημένα από την οδοιπορία, την φοβερή παγωνιά και την πείνα, δεν είχαν βρει μέρος διανυκτέρευσης και το ηλιοβασίλεμα πλησίαζε απειλητικά. Μαύρες σκέψεις πλάκωσαν την καρδιά του γερο-Κωνσταντίνου. Μεγάλη η απογοήτευσή του. Η θλίψη και οι ευθύνες του τον έκαναν ράκος. Μετά δυσκολίας έσερνε τα παγωμένα του πόδια. Είχε να αισθανθεί έτσι από τον καιρό του χαμού της γυναίκας του. Συνεργούντος δε και του πονηρού, που σπείρει αμφιβολίες, που φέρνει την απελπισία και την απόγνωση στον άνθρωπο, το μυαλό του ξεστράτισε για λίγο. Σκέφθηκε ότι, εάν μείνουν έξω, σίγουρα θα πεθάνουν και οι τρεις τους, είτε από το πολύ κρύο είτε από τα άγρια ζώα που τριγυρίζουν την νύχτα στο δάσος. -Σημειωτέον ότι το μονοπάτι περνούσε μέσα από πυκνό και δυσκολόβατο δάσος με άγρια ζώα-.
Πήρε την απόφαση σιωπηρά και, ενώ βάδιζαν ο ένας πίσω από τον άλλο, με πρόφαση ότι γλιστρά στο μονοπάτι, πλησίασε, πήρε το παγωμένο χεράκι του μικρού Χριστοφόρου ανάμεσα στο δικό του, πλησίασε κοντά στον Μάρκο και προχωρώντας άρχισε να τους μιλά για την πεθαμένη μανούλα τους. Τους έλεγε διάφορα, ότι είναι ένα αστέρι του ουρανού, ότι τους βλέπει που περπατούν, ότι τους αγαπά υπερβολικά και να μή φοβούνται τον θάνατο, διότι εκεί ψηλά στον ουρανό θα είναι όλοι μαζί της και για πάντα. Τα λόγια του συγκίνησαν τις αθώες ψυχούλες τους, διότι την ορφάνια της μάνας τίποτα στον κόσμο δεν μπορεί να την αντικαταστήσει. Λόγια φρικτά και μόνο στο άκουσμα για μας τους μεγάλους. Λόγια παρηγοριάς και παραμυθιού όμως για τα ορφανά.

Οι αυτάδελφοι Κρανιάδες φτάνουν στην Προβάτα

Στην συνέχεια φθάσανε στο κελλί του Αγίου Αθανασίου, όπου ο γέρος πατέρας ζήτησε και ικέτευσε να τους κρατήσουν το βράδυ μόνον για έναν ύπνο, αλλά και αυτό στάθηκε αδύνατο, διότι είχαν ετοιμασίες εορτής και δεν μπορούσαν να τους φιλοξενήσουν. Τους πρότειναν όμως να έλθουν την άλλη μέρα στην Πανήγυρη να φάνε.
Ξεκίνησαν για το επόμενο κελλί, το οποίο απέχει περίπου 500 μέτρα, ενώ είχε ήδη σουρουπώσει και το κρύο ήτανε αφόρητο. Ο μικρός Μάρκος ρώτησε τρομαγμένος τον πατέρα, τι θα γίνει σε περίπτωση που και στο επόμενο κελλί οι μοναχοί δεν τους φιλοξενήσουν. Ο γέροντας τον καθησύχασε λέγοντάς του, ότι θα ανάψουν φωτιά για να ζεσταθούν και ότι η φωτιά διώχνει και τους τυχόν νυχτερινούς επισκέπτες.
Στο επόμενο κελλί, το ονομαζόμενο «Παναγία Κρανιά» Προβάτας, έμεναν τρεις φιλόχριστοι μοναχοί, με μεγάλη ευσέβεια, ταπείνωση και πέραν τούτων τα μέγιστα ελεήμονες και φιλόξενοι. Κατά σύμπτωση —για μένα πιστεύω κατά παραχώρηση της Παναγίας- ο ένας εξ αυτών, ο γέροντας Ευθύμιος, ευρισκόμενος έξω, λόγω του μικρού της απόστασης και της μεγάλης ησυχίας, άκουσε την κουβέντα, ότι τους έδιωξαν από το προηγούμενο κελλί, και πήρε το μονοπάτι προς συνάντησή τους. Φθάνοντας στην πηγή, 150 μέτρα από την σκήτη του, βλέπει με έκπληξη να ανηφορίζουν ένας γέροντας, λιπόσαρκος, κουρασμένος και κυρτωμένος από τα δυσβάσταχτα βάσανά του, συνοδεύοντας δύο μικρά παιδιά με ωχρό χρώμα στο πρόσωπό τους, με τα ματάκια τους γουρλωμένα από το κρύο και την κούραση, και αδυνατούλια σαν καλαμιές.
Στο μυαλό του χωρίς να το θέλει ήρθε η φράση του Ευαγγελίου, «με είδατε πεινώντα και μου δώσατε να φάω, διψώντα και μου δώσατε να πιώ, γυμνό και με ενδύσατε». Τα μάτια του βούρκωσαν και η λύπη μαζί με την συμπόνια τρύπησαν την ευαίσθητη καρδιά του. «Για που το βάλατε τέτοια ώρα;», ρώτησε απευθυνόμενος στον πατέρα. «Πάμε για την Λαύρα», απάντησε. «Είναι η ώρα περασμένη. Ήδη νυχτώνει και η Λαύρα είναι πολύ μακρυά», είπε ο μοναχός Ευθύμιος. Σταμάτησε για λίγο, έριξε μια ματιά στα ισχνά παιδάκια και συνέχισε: «Ελάτε να μείνετε στο σπίτι απόψε, και αύριο, σαν φωτίσει ο Θεός την μέρα, συνεχίζετε».

Επί τέλους, άκουσαν την σημερινή ημέρα και κάτι ευχάριστο. Συνοδεία του γέροντα Ευθυμίου εισήλθαν στο σπίτι, όπου τους υποδέχθηκαν με εγκαρδιότητα οι άλλοι δύο συνασκητές του, ο παπα-Ιγνάτιος (ο Γέροντας του κελλιού) και ο μοναχός Ακίνδυνος. Από την πρώτη στιγμή που πάτησαν το πόδι τους στο Κελλί αισθάνθηκαν μια αγαλλίαση και μια ψυχική ευφορία, πράγμα που δεν τους είχε ξανά συμβεί. Η φιλοξενία ήταν θεόσταλτη, διότι, εκτός του πλουσίου δείπνου που τους προσεφέρθη, συζήτησαν για την ζωή τους, τα προβλήματά τους, και γενικά είπαν τον πόνο τους σε εναρέτους και διορατικούς Γεροντάδες. Το επόμενο πρωί κατά την διάρκεια του καφέ τους λέγει ο Γέροντας, παπα-Ιγνάτιος: «Γιατί βιάζεστε να φύγετε; Μείνατε ακόμη δυο-τρείς μέρες να ξεκουραστείτε».
Πράγματι αποφάσισαν να παραμείνουν λίγο ακόμα, διότι η θαλπωρή και η εν Χριστώ αγάπη των Γεροντάδων ήταν πάνω από κάθε προσδοκία τους. Με το πέρασμα των ημερών ο παπα-Ιγνάτιος ένα βράδυ τους λέει: «Αν σας αρέσει εδώ και εφ’ όσον βρίσκετε σωματική και ψυχική ανακούφιση, θα μας δίνατε μεγάλη χαρά να παραμείνετε μόνιμα μαζί μας. Εμείς είμαστε ήδη κάποιας ηλικίας και θα ήταν Θεού έργον τα ευλογημένα αυτά παιδάκια να συνεχίσουν την παράδοση στο μοναστηράκι μας». Ο Μάρκος αποκρίθηκε λέγοντας: «Εάν μας κρατήσετε όλους, έχει καλώς». «Όλους, όλους», είπε καταφατικά με πραότητα ο παπα-Ιγνάτιος. Η Παναγία έκανε το θαύμα της. Τα λόγια του παπα-Ιγνάτιου έπεσαν σαν φθινοπωρινή βροχή σε ξεραμένο χώμα στην ψυχή του πατέρα των μικρών. Ζητούσαν μονάχα κατάλυμα και δουλειά για να ζήσουν, μα εδώ βρήκαν επίγειο παράδεισο, πράγμα που ούτε το είχαν φανταστεί. Δέχθηκαν με προθυμία και ευφροσύνη το κάλεσμα να συγκατοικήσουν, και για πρώτη φορά ένιωσαν ανακούφιση και ψυχική ευφορία. Έφυγε από τα στήθια τους η ταφόπλακα της απογοήτευσης, της απελπισίας και της ανασφάλειας. Εγκατεστημένοι οριστικά πλέον στην Προβάτα, άρχισαν την «εν τω Όρει» ζωή τους.
Μόλις πέρασαν δυο τρεις εβδομάδες, λέει ο παπα- Ιγνάτιος στους μικρούς: «Από δώ και πέρα δεν θα φωνάζετε “πατέρα” τον πατέρα σας, αλλά “κυρ-Κωνσταντίνε”». Έτσι άρχισαν να αγωνίζονται εδώ.

Ο Κωνσταντίνος, ως έμπειρος σιδηροτεχνίτης που ήταν, και με βοηθό του τον δεκαεξάχρονο πλέον Μάρκο ξεκίνησε δειλά μικρές δουλειές στο εργαστήρι του κελλιού, σύμφωνα με τα υπάρχοντα εκεί εργαλεία. Επειδή ο Μάρκος από μικρό παιδί ακολουθούσε το επάγγελμα του πατέρα του, με την επίβλεψή του και τις οδηγίες του δεν άργησε να εξελιχθεί σε μοναδικό σιδηροκλειθροποιομολυβδοχαλκοσκεπαστή, που η φήμη του πέρασε τα σύνορα του Όρους. Κάποτε μάλιστα που είχε χαλάσει η φτερωτή του νερόμυλου στο Μετόχι της Μονής Διονυσίου στην Χαλκιδική, επειδή κανένας λαϊκός τεχνίτης δεν αναλάμβανε να την επισκευάσει, οι Πατέρες της Μονής υπερέβαλαν εαυτούς να πείσουν τον νεαρό Μάρκο να φτιάξει μια καινούργια, πράγμα που με ευχαρίστηση έκανε. Κατά σύμπτωση την εποχή εκείνη υπήρχε μεγάλη έλλειψη σίτου και ο Μάρκος ζήτησε αντί χρημάτων πληρωμή σε σίτο, για να μπορέσουν έτσι να πορευθούν οι Πατέρες του κελλιού.

Ο ευφυής Ιερομόναχος Γρηγόριος (από τους Κρανιάδες της Προβάτας)

Γρήγορα μαθεύτηκε στο Όρος ότι ο γέροντας Κωνσταντίνος με τα δύο ανήλικα παιδιά του είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στου παπα-Ιγνάτιου στην Προβάτα. Το έμαθε και ο ηγούμενος της Μονής Καρακάλου Κοδράτος, ο οποίος τους επισκέφθηκε αρκετές φορές για πνευματικές συζητήσεις. Ο ίδιος έλεγε επανειλημμένα στον παπα-Ιγνάτιο να κάνει μοναχό τον Κωνσταντίνο και ότι αυτός θα διάβαζε το μυστήριον της κουράς του. Πράγματι το έτος 1929, στις 16 του Μάη, εκάρη μοναχός ο Κωνσταντίνος, μετωνομασθείς σε μοναχό Θεόδωρο. Την ακολουθία ετέλεσε ο ηγούμενος Κοδράτος. Αλλά τον Μάη του ιδίου έτους ο π. Θεόδωρος αρρώστησε και στις 2 Ιουνίου του 1929 κοιμήθηκε. Από τότε ο παπα-Κοδράτος συμπαρίστατο ακόμη περισσότερο στους μικρούς Μάρκο και Χριστοφόρο.
Στις 3 Μαρτίου του 1930, Β΄ Κυριακή των Νηστειών, εκάρη μοναχός ο δεκαοκτάχρονος τότε Μάρκος, μετωνομασθείς σε μοναχό Γρηγόριο. Η πνευματική του εξέλιξη (συνοδευομένη από νηστεία-αγρυπνία-προσευχή και πλείον τούτων ελεημοσύνη) ήταν ραγδαία, ομοίως δε και η χειρωνακτική του τέχνη. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να γίνει αποδεκτός από όλους όσους τον γνώριζαν, να τον εκτιμούν, να τον συμπαθούν και να τον αγαπούν εν Χριστώ. Και επειδή δεν είναι δυνατόν να κρυφτεί το φως, δεν άργησε μετά παρέλευση τριών ετών, στις 29 Μαΐου του 1933, Κυριακή των Αγίων Πάντων, να χειροτονηθεί ιεροδιάκονος από τον Μιλητουπόλεως Ιερόθεο, που τότε εφησύχαζε στον Μυλοπόταμο. Γνωρίζοντας πολύ καλά τις βαρείες υποχρεώσεις του νέου αξιώματος της Ιερουργίας, τόσο πιστά υπηρέτησε αυτό, που σε τρία μόνο έτη λειτούργησε 422 φορές. Κοιμόταν πολύ λίγο, για να μπορεί να είναι στις απαιτήσεις του αγγελικού σχήματος άριστος, χωρίς να παραμελεί και την τέχνη του σιδηρουργού, διότι από αυτήν έπρεπε να εξοικονομεί χρήματα για τα μεγάλα πλέον έξοδα του κελλιού του.
Το 1935, σε ηλικία 18 ετών εκάρη μοναχός και ο Χριστοφόρος μετωνομασθείς σε Καλλίνικο μοναχό.

Ο διακο-Γρηγόριος, επειδή στην αγιορειτική τέχνη του μολυβδοσκεπαστού ήταν μοναδικός, πιεζόταν από πολλά μοναστήρια να αναλάβει εργασίες πολύπλοκες και επισκευές δύσκολες. Για να διευκολύνει το έργο του, αποφάσισε το 1936 και έκανε ένα εργαστήριο σιδηρουργίας στην Προβάτα. Έτσι η ζωή του πλέον ήταν Εκκλησία, μηχανουργείο και κάποια Μονή, όπου δούλευε. Εργάσθηκε σχεδόν σε όλα τα μοναστήρια, τα οποία έστελναν οδηγό με ζώο και τον έπαιρναν από το κελλί του για να διευκολύνουν την μεταφορά του και να εξασφαλίσουν την γρήγορη μετάβασή του. Σκέπασε με μολύβι αναρίθμητους τρούλους αγιορείτικων Εκκλησιών, έφτιαξε κάγκελα μοναδικής ομορφιάς και τέχνης, αστράχες με κεντητά γυρίσματα και άλλα πολλά. Κατάφερε να παντρέψει, την μικρασιατική πρωτοποριακή τέχνη με την αγιορείτικη φιλοσοφία και να κατασκευάσει πρωτόγνωρα για την εποχή του καλλιτεχνήματα, τα οποία και καθιερώθηκαν σε ολόκληρο το Όρος.
Το έτος 1940 το μικρό εργαστήρι, που είχε φτιάξει αρχικά με την βοήθεια του μοναχού Θεόδωρου (κατά σάρκα πατέρα του), αναγκάστηκε να το εκσυγχρονίσει και να το αξιοποιήσει με όσα του επέτρεπαν τα πενιχρά οικονομικά του, για να μπορεί κάπως να ανταπεξέρχεται στις νέες προκλήσεις και απαιτήσεις. Πανέξυπνος, διορατικός και εφευρετικός όπως ήτανε, ζήτησε ευλογία από τον Γέροντά του Ιγνάτιο και διορία τριών μηνών, για να φτιάξει ένα όχημα. Επινόησε και κατασκεύασε ένα αυτοκίνητο, το οποίο έφερε πάνω του ένα αυτόματο πυροβόλο όπλο, κινούμενο δεξιά-αριστερά σε 180 μοίρες, και ήταν έτοιμος να το στείλει στην έκθεση της Θεσσαλονίκης. Στο τελωνείο όμως της Δάφνης του απηγόρευσαν την έξοδο του οχήματος, και μάλιστα ο Διοικητής, αφού το σφράγισε, με συνοδεία λιμενικών το έστειλε στο Γ΄ Σώμα Στρατού. Το γεγονός αυτό δημοσιεύθηκε και στις εφημερίδες της εποχής «Βραδυνή» και «Μακεδονία». Ο διακο-Γρηγόρης ήλπιζε ότι με την αποστολή του μηχανήματος στην έκθεση θα έβγαζε κάποια χρήματα για να αγοράσει εργαλεία και σύγχρονα μηχανήματα, αλλά το όνειρό του δεν πραγματοποιήθηκε και γι’ αυτό λυπήθηκε πολύ.

Όλες τις εργασίες τις έκανε με φόβο Θεού, όπως έλεγε, και συμβούλευε και τους άλλους έτσι να κάνουν, και πολύ να επιμελούνται, ώστε να γίνει η δουλειά πολύ καλή, για να μένει πολλά χρόνια. Πάντα πριν ξεκινήσει από το σπίτι έκανε τον σταυρό του και έλεγε το Απολυτίκιο των Αγίων Σιδεράδων (αγίου Αλεξάνδρου, αγίου Αλφειού και αγίου Ζωσίμου). Μάλιστα καθιέρωσαν και εορτή των Αγίων Σιδεράδων στο Κελλί τους από το 1936, τότε που πρωτοάνοιξε το εργαστήριο σιδηρουργίας στην Προβάτα. Έκαναν Εικόνα των Αγίων και Ακολουθία, και τελούσαν Πανήγυρη στις 28 Σεπτεμβρίου, που είναι η μνήμη τους.
Ο αγαθός στην καρδιά και τον νού διακο-Γρηγόριος με την εν Χριστώ ζωή του και την μεγάλη του ελεημοσύνη για άλλη μια φορά βραβεύτηκε από τον Κύριο, που φώτισε τους σοφούς Γεροντάδες του Όρους, ώστε την 19η Οκτωβρίου του 1942, ημέρα Κυριακή, ήχος πλ. β’, εωθινόν Α΄, να τον χειροτονήσουν Πρεσβύτερο. Την χειροτονία ετέλεσε και πάλι ο άγιος Μιλητουπόλεως Ιερόθεος. Όσο ανέβαινε την σκάλα της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, τόσο προόδευε στην ταπείνωση και την ακτημοσύνη. Ο ομολογητής και αγωνιστής της Ορθοδοξίας -και όπως συνήθιζε να λέει «στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου»- αύξησε τις ολονυχτίες του, τις νηστείες, τις προσευχές και την ελεημοσύνη, με αποτέλεσμα πολλές φορές όσα έβγαζε από τις εργασίες να φθάνουν μόνο για βοήθεια στους φτωχούς. Ανέδειξε το μικρό Μονύδριό τους σε ιερό προσκύνημα, παράδειγμα προς μίμηση για τους μοναχούς, ενώ ανέπαυσε και ενίσχυσε εκατοντάδες λαϊκούς, που ζητούσαν να ωφεληθούν από τον πνευματικό του εξοπλισμό.

Ο παπα-Καλλίνικος από την Προβάτα (Ι. Κελλίον Παναγίας Κρανιάδων)

Αλλά και ο π. Καλλίνικος δεν υστερούσε σε τίποτα από τον κατά σάρκα αδελφό του. Γι’ αυτό και σύντομα τον ακολούθησε στις βαθμίδες της αγίας Ιερωσύνης με την ευλογία των εναρέτων Γερόντων του Όρους. Την ημέρα που χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος ο π. Γρηγόριος χειροτονήθηκε και ο π. Καλλίνικος Διάκονος από τον ίδιο Αρχιερέα. Και το 1947 έγινε και ο π. Καλλίνικος Πρεσβύτερος. Μάλιστα η χειροτονία του εις Πρεσβύτερον έγινε στην Ι. Μονή του Αγίου Παύλου, γιατί με το μοναστήρι του Αγίου Παύλου είχαν πνευματική συγγένεια. Δούλευε τότε ο παπα-Γρηγόρης στον Άγιο Παύλο. Μια μέρα ο ηγούμενος, παπα- Σεραφείμ, επειδή δεν είχαν εφημέριο, λέει στον παπα-Γρηγόρη: «Για πες στον παπα-Ιγνάτιο, τον Γέροντά σου: Να κάνουμε τον Διάκο Παπά;». Και αποφάσισαν και τους κάλεσαν στον Άγιο Παύλο, όπου χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος ο διακο-Καλλίνικος από τον ίδιο Αρχιερέα, τον Ιερόθεο Μιλητουπόλεως, που τελευταία έμενε στον Άγιο Ελευθέριο της Αγίας Άννης.
Για την ιστορία πρέπει να πούμε, ότι ο Μητροπολίτης Μοσχονησίων Καλλίνικος ήταν μοναχός Λαυριώτης. Η Λαύρα είχε Μετόχι στα Μοσχονήσια. Όταν παραιτήθηκε από τον θρόνο του, ήλθε με τα καλογέρια του, τον μοναχό Σωφρόνιο, τον Ιερομόναχο Ευθύμιο, τον ιερομόναχο Ιγνάτιο, τον μοναχό Ιωακείμ και τον διακο-Στέφανο στο Άγιο ’Όρος. Αρχικά έμεναν στο Αγιοπαυλίτικο Κονάκι στις Καρυές. Μετά την κοίμηση του Μοσχονησίων και την ανακομιδή του οι υπόλοιποι ήρθαν και πήραν εδώ το κελλί της Παναγίας της Κρανιάς. Όταν ερήμωσε το κελλί της Αγίας Τριάδος, που βρίσκεται πιο πάνω, έστειλαν εκεί για να το επανδρώσουν τον διακο-Στέφανο με τον π. Ιωακείμ. Σ’ αυτό σήμερα μένει ο πνευματικός τους απόγονος, παπα-Στέφανος. Γέροντας στο κελλί της Παναγίας Κρανιάς μετά την κοίμηση των υπολοίπων ανέλαβε το 1903 ο παπα-Ιγνάτιος. Σύντομα προστέθηκαν στην συνοδεία ο μοναχός Ευθύμιος, αυτός που, όπως είδαμε προηγουμένως, πρωτοσυνάντησε και έφερε στο σπίτι τον γέρο πατέρα με τα δύο ανήλικα παιδιά του, και ο μοναχός Ακίνδυνος.

Την επομένη του Δεκαπενταυγούστου του 1959 κοιμήθηκε ο παπα-Ιγνάτιος και Γέροντας ανέλαβε ο παπα-Γρηγόριος. Οι παλαιότεροι Πατέρες της συνοδείας είχαν κοιμηθεί νωρίτερα.
Ο παπα-Καλλίνικος μετά την χειροτονία του παρέμεινε ως εφημέριος για ένα διάστημα στην Ι. Μονή του Αγίου Παύλου. Στις αρχές του 1963 οι Πατέρες της Μονής, μετά την παραίτηση του Καθηγουμένου της παπα-Ανδρέα, του ζήτησαν να αναλάβει την Ηγουμενία της Μονής. Μα που να αφήσει τον παπα-Γρηγόρη. Τους απάντησε: «Τί να σας πώ; Θα κάνω υπακοή στον Γέροντα». Κι ας ήταν και αδέλφια. Αλλά ο π. Καλλίνικος δίχως τον π. Γρηγόρη δεν έκανε τίποτα. Τον ρωτούσε πάντα. Έλεγε: «Γέροντας είναι. Πρέπει να τον σέβομαι». Αν ήταν άλλος θα έλεγε: «Αδελφός μου είναι. Θα του κάνω υπακοή;». Και τελικά δεν δέχθηκε την ηγουμενική θέση από υπακοή στον Γέροντά του, που ήταν ο κατά σάρκα αδελφός του.
Και τα δύο αδέλφια, ο παπα-Γρηγόρης και ο παπα- Καλλίνικος, όπως τους γνώρισα εγώ, ήταν άνθρωποι της Εκκλησίας και της αδιαλείπτου νοεράς προσευχής. Έτσι διδάχθηκαν από τους Γεροντάδες τους. Το σπίτι είχε αυτόν τον ρυθμό. Σε μια οικογένεια, όταν έχει κάποιο ρυθμό στην ζωή της, αυτόν θα ακολουθήσουν και τα παιδιά. Έτσι και αυτοί. Ήταν άνθρωποι της Εκκλησίας και της προσευχής. Πρώτα η καλογερική και μετά τα άλλα. Ό,τι ώρα και να ήταν, δεν τους ενδιέφερε το συμφέρον της δουλειάς. Τα παρατούσαν όλα και πήγαιναν στην Εκκλησία.
Και εδώ στην Προβάτα τους μάζευαν όλους και έκαναν Λειτουργίες και εορτές. Τους έλεγε ο παπα-Γρηγόρης: «Αύριο είναι ο τάδε Άγιος. Πρέπει να κάνουμε Λειτουργία». Τους μάζευε, όπως μαζεύει η κλώσσα τα πουλάκια. Ό,τι μέρα και να ήταν εορτάσιμος Άγιος, έκαναν Λειτουργία. Μπορεί να τύχαινε να κάνουν και τρεις και τέσσερεις Λειτουργίες την εβδομάδα. Σάββατο και Κυριακή πάντοτε λειτουργούσαν. Και σε άλλα σπίτια πήγαιναν για Λειτουργία. Λειτουργούσαν ακόμη και για ανθρώπους που έφυγαν από την ζωή, που τους είχαν ζήσει. Έλεγαν: «Άντε να κάνουμε Λειτουργία. Σαν αύριο πέθανε ο π. Διονύσιος. Να του κάνουμε ένα πιάτο κόλλυβα». Και έτσι έκαναν πάντοτε. Άλλοτε ο παπα-Γρηγόρης, για να παρακινήσει τους ραθυμότερους να έλθουν στην Λειτουργία, τους έλεγε: «Αν δεν έλθετε στην Λειτουργία, δεν θα σας κάνω δουλειά στο εργαστήριο». Μάλιστα σε κάποιον αδελφό, για να τον παρακινήσει να έρχεται στην Λειτουργία, του έκανε και συμφωνητικό: «Αν έρχεσαι κάθε χρόνο στην Πανήγυρη των αγίων Σιδεράδων, θα σου δίνω 3000 δραχμές». Και πράγματι, με τα χρήματα που του έδωσε, ο αδελφός εκείνος αγόρασε και μουλάρι.

Το ξακουστό για τη λατρευτική ζωή του Κελλί Παναγίας Κρανιάς (Προβάτας)

Οι Λειτουργίες που γίνονταν στο κελλί της Παναγίας Κρανιάς ήταν γνωστές σε όλους τους Αγιορείτες, όχι μόνον για την πνευματικότητα αλλά και για την πλουσιοπάροχη Τράπεζα με τα καλύτερα εδέσματα. Όπως συνήθιζε να λέει ο Γέροντας: «Μας έδωσαν οι Άγιοι πλούσια τα αγαθά, έτσι και εμείς πλουσιοπάροχα να τους δοξάζουμε».
Ο παπα-Ν.Γ., που συχνά ερχόταν στο κελλί μας και τον αγαπούσαν πολύ οι Γεροντάδες, αναφέρει γι’ αυτούς:
«Οι άγιοι Γέροντες Γρηγόριος και Καλλίνικος οι αυτάδελφοι με την ογδοντάχρονη παραμονή τους στο Άγιον Όρος είχαν αποκτήσει πολλές αρετές. Ήταν πολύ φιλακόλουθοι και παρ’ ότι εργάζονταν σκληρά, επειδή ήταν ο Γέροντας Γρηγόριος σιδηρουργός και μολυβδοσκεπαστής και ο πατήρ Καλλίνικος τον βοηθούσε και στο σιδηρουργείο και έκανε και όλες τις δουλειές του σπιτιού, εν τούτοις δεν παρέλειπαν και τις Ακολουθίες.
Εκτός από τις κύριες Πανηγύρεις του κελλιού τους, την Κοίμηση της Παναγίας και του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, κατά τις οποίες τελούσαν Ολονυκτία και πανηγυρική Τράπεζα, έκαναν Πανηγύρια με Τράπεζα στα εννιάμερα της Παναγίας, στην μνήμη του αγίου Ιγνατίου επισκόπου Μηθύμνης και στην μνήμη των αγίων Σιδεράδων Αλεξάνδρου, Ζωσίμου και Αλφειού.

Ο παπα-Καλλίνικος, αν ο Γέροντας θα πήγαινε το πρωί σε δουλειά σε κάποια Μονή, την νύχτα διάβαζε τα Καθίσματα του Ψαλτηρίου, και ο Γέροντας μέχρι τα βαθιά γεράματα όρθιος διάβαζε τους Κανόνες των Αγίων. Μάλιστα στο Συναξάρι εννοούσε να διαβάζει και όλο το Υπόμνημα της ημέρας, και πολλές φορές σταματούσε και σχολίαζε χαριτωμένα γύρω από τον βίο του Αγίου. Τις Κυριακές και τις γιορτές ο Γέροντας ήθελε όλα τα Τροπάρια να λέγονται από το μουσικό κείμενο και τα Δοξαστικά σε αργά μαθήματα».
Ο παπα-Γρηγόρης ήτανε άνθρωπος ήσυχος, πράος, άκακος. Ουδέποτε οργιζόταν εναντίον κανενός, ό,τι κι αν του ελεγαν. Άκουγε λόγια, σχόλια, και πάντα μειδιούσε σιωπώντας. Επειδή ήταν τέλειος γνώστης της δουλειάς του, τιμιώτατος και ειλικρινής στις συναλλαγές του, δυσανασχετούσε καμμιά φορά όταν κάποιοι του έλεγαν κάτι που δεν ήτανε σωστό και ωραίο. Ελάμβανε πολλά γράμματα από τον έξω κόσμο, με τα οποία ζητούσαν πολλών μορφών βοήθεια, πνευματική ή υλική. Όλοι ελάμβαναν το αιτούμενον χωρίς διάκριση, είτε ήταν αυτό χρήματα, ρούχα, τρόφιμα ή λόγοι παρηγοριάς. Ως εμπειρος ιατρός έδινε τα κατάλληλα φάρμακα και ως έμπειρος πολεμιστής δίδασκε την τέχνη του πολέμου. Πήγαινε σε όλα τα κελλιά του Όρους και βοηθούσε στις ολονυχτίες και τις λειτουργίες. Μάλιστα για 25 συνεχή έτη η καληαήδονος αυτή φωνή ήταν ψάλτης σε όλες τις Αγρυπνίες της Μονής Καρακάλου, στην οποία μετέβαινε, συμπαραστατούμενος και από τον π. Καλλίνικο, ακόμη και με κρύα, βροχές και χιόνια. Είχε μάθει την Βυζαντινή μουσική και με την μελωδική του φωνή έλεγε όλους τους ήχους εξαίσια, από Αναστάσιμα μέχρι Δοξαστικά Ιακώβου. Σπούδασαν κοντά του δώδεκα μοναχοί, οι οποίοι και αρίστευσαν στην ιεροψαλτική. Η ζωή του προχωρούσε «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου» και έτσι κυλούσαν τα χρόνια…

Κατά τον παπα-Ν.Γ.: «Ο Γέρων Γρηγόριος είχε μεγάλη διάκριση και πνευματικότητα. Όσοι τον πλησίαζαν, άσχετα αν τους μιλούσε ή όχι, αισθάνονταν μεγάλη ανάπαυση και γαλήνη κοντά του και η θεωρία της μορφής του έφερε πολλούς σε μετάνοια».
Ο παπα-Καλλίνικος πάλι όλη νύχτα διάβαζε. Ό,τι ώρα ξυπνούσες, τον άκουγες να διαβάζει στο δωμάτιό του, συνήθως το Τετραυάγγελο. Στον ναό, παρά το κρύο που υπήρχε κατά τους χειμερινούς μήνες του χρόνου, διάβαζε Παρακλήσεις, Χαιρετισμούς και Ψαλτήριο. Τον χειμώνα σηκωνόταν 3-4 ώρες πριν ξημερώσει. Αφού τελειώναμε την Ακολουθία και ήταν νύχτα ακόμη.
Ακόμη ήταν και πολύ ελεήμονες. Καλούσαν τους γειτόνους για Λειτουργία. Και μετά τους έδιναν και χρήματα μέσα σε φάκελο. Κάθε φορά από ένα πεντοχίλιαρο.
Κάποτε στεναχώρησα πολύ τον Γέροντα, όταν του είπα: «Γέροντα, για σταμάτα. Εγώ θα δουλεύω και σύ θα μοιράζεις; Δεν έχουν ανάγκη από χρήματα αυτοί που τους τα μοιράζεις. Εγώ μεροκάματο δουλεύω. Σκοτώνομαι καθημερινά στην δουλειά». Από την στενοχώρια του δεν μιλούσε όλη μέρα. Μετά από αυτό, δεν ξαναμίλησα πιά γι’ αυτό το θέμα. Παλαιότερα, που δεν κυκλοφορούσαν πολλά χρήματα, ερχόταν ένας παππούς από την Αθήνα και έφερνε υφάσματα για ρούχα. Και όσους έρχονταν στην Λειτουργία, τους έδιναν από ένα ύφασμα, για παντελόνι, για πουκάμισο. Δεν άφηναν κανένα. Όποιος ερχόταν, θα έφευγε με γεμάτα χέρια.

 Η ηθική ακεραιότητα των γερόντων του Ι. Κελλίου Παναγίας Κρανιάς

Δεν ήταν καθόλου άνθρωποι του χρήματος. Προπαντός ο παπα-Καλλίνικος. Ούτε ήξερε τι είχαμε και τι δεν είχαμε. Τώρα τελευταία μόνο, που άνοιξα την δουλειά στο σπίτι, που άρχισα να κάνω την Εκκλησία, αφού κοιμήθηκε ο παπα-Γρηγόρης, μου έλεγε: «Μή κάνεις πολλά έξοδα, γιατί δεν θα έχεις μεθαύριο». Αλλά και ο παπα-Γρηγόρης μπορεί να ασχολιόταν με την δουλειά και με τα χρήματα, αλλά δεν τα υπολόγιζε. Και οι δυο τους δεν ήταν άνθρωποι φιλάργυροι.
Ο παπα-Ν. Γ. αναφέρει σχετικά: «Το σημαντικό είναι που, παρ’ ότι τα χρήματα τα κέρδιζε ο Γέροντας με πολύ μεγάλο κόπο στο σιδηρουργείο στην ζέστη του καμινιού ή με κίνδυνο της ζωής του επάνω στους τρούλους των Καθολικών των Ιερών Μονών, εν τούτοις, όταν ήταν ανάγκη και περιερχόταν πανταχούσα, έδιδε πολλά χρήματα.
Στον έρανο, που έγινε στο Άγιο ’Όρος για την Σερβία, το κελλί των Κρανιάδων έδωσε 1.500.000 δραχμές, ενώ τα μοναστήρια έδωσαν μέχρι 500.000δραχμές. Έστελναν χρήματα και σε πολλά γυναικεία μοναστήρια, που ήξεραν ότι είχαν ανάγκη, και σε ιδιώτες που τους έγραφαν γράμματα για οικονομικά προβλήματα που είχαν. Την μικρή Σύνταξη που έπαιρναν στα γεράματα εξ ολοκλήρου την μοίραζαν σε ελεημοσύνες».
Ήταν άνθρωποι της Εκκλησίας, αλλά και αβάρετοι. Δεν βαριόταν να εξυπηρετήσουν όποιον είχε ανάγκη. Όταν κάποιος ερχόταν εδώ ή τους τηλεφωνούσε, ζητώντας τους μία εξυπηρέτηση, παρατούσαν και το φαγητό τους και έτρεχαν να εξυπηρετήσουν.

Ο παπα-Καλλίνικος επίσης πολύ βοηθούσε έξω τον κόσμο. Δεν ήταν πνευματικός, αλλά βοηθούσε πολύ με την προσευχή του τους ανθρώπους που είχαν ανάγκη. Τώρα τελευταία, που είχε και ο ίδιος καρκίνο, τον παίρνει κάποιος καρκινοπαθής τηλέφωνο και του λέει: «Π. Καλλίνικε, κάνε παράκληση». Και αυτός του απαντά: «Θα πάω να διαβάσω. Μή στεναχωριέσαι, τα ίδια έχω και εγώ». Σε κάποιον άλλο που του είπε: «κάνε προσευχή, αύριο πάω για εγχείρηση», ο παπα-Καλλίνικος του απάντησε: «δεν θα προλάβεις», όπως και έγινε.
Ένας πολύ γνωστός μας, ο κ. Ν. Π. από την Αθήνα, αναφέρει το εξής γεγονός: «Το 1997 ο μοναχογυιός ενός φίλου μου με τη μηχανή του έπεσε πλαγιομετωπικά επάνω σε ένα λεωφορείο. Από τη βίαιη σύγκρουση κατέληξε πολύ σοβαρά τραυματισμένος στο Νοσοκομείο Ερυθρός Σταυρός. Η κατάστασή του ήταν απελπιστική. Κακώσεις στον εγκέφαλο, πλευρά σπασμένα και κάποια ζωτικής σημασίας όργανα πειραγμένα. Ήτανε στην εντατική και βέβαια σε αφασία. Επειδή έπαιρνε καιρό, οι γιατροί δεν έλεγαν τίποτα στους γονείς. Πήρα τηλέφωνο τον παπα-Καλλίνικο και του είπα την δραματική κατάσταση. Μου είπε: “Πάρε με αύριο”. Τον πήρα την επομένη και μου απάντησε ο π. Ιγνάτιος, ότι είναι στην Εκκλησία συνεχώς από χθές, και χαριτολογώντας μου λέει: “Έχει κάψει όλα μας τα κεριά”. Τον πήρα μετέπειτα τηλέφωνο και μου είπε επί λέξει: “Ήτανε δοκιμασία και την επομένη εβδομάδα θα έχει θεαματική βελτίωση, που και οι ίδιοι δεν θα το πιστεύουν”. Πράγματι έγινε έτσι, που η αδελφή νοσοκόμα της εντατικής έλεγε αργότερα στη μητέρα του: “Για μας ήτανε χαμένος, αλλά φαίνεται ο Θεός δεν το είχε αποφασίσει”».

Άκουγε τις προσευχές του ο Θεός και του έδινε Χάρη, οπότε καταλάβαινε τα πάντα. Για παράδειγμα, εγώ έκανα κρυφά πράγματα και αυτός τα ήξερε όλα, προτού του τα πώ.
Οι σχέσεις των δύο κατά σάρκα αδελφών, Γέροντος και υποτακτικού, ήταν άριστες. Ήταν πάντοτε αγαπημένοι. Ο παπα-Καλλίνικος έκανε πάντοτε υπακοή στον παπα-Γρηγόρη. Αλλά και όταν ελεγε κάτι ο παπα-Καλλίνικος, δεν αντιδρούσε ο παπα-Γρηγόρης. Όμως ο παπα-Καλλίνικος ήταν ο τύπος του τέλειου υποτακτικού. Ποτέ δεν “πατούσε πόδι”, που λένε, να γίνει το δικό του.
Τί να πούμε και για την αγνότητα και την περί τα ηθικά καθαρότητά τους; Ήρθαν μικρά παιδιά στο Άγιον Όρος και διατήρησαν την παρθενία και αγνότητά τους αμόλυντα μέχρι τέλους. Δεν έβγαιναν ποτέ στον κόσμο και δεν είχαν σχέσεις με τον κόσμο και τα κοσμικά. Γι’ αυτό και δεν μπόρεσε ο κόσμος να τους επηρεάσει. Αυτό όμως που τους ασφάλιζε και τους ανέβαζε στα πνευματικά ύψη ήταν η ισόβια υπακοή του ενός στον άλλο και η ταπείνωσή τους.
Στα πνευματικά ήταν πιο αυστηρός ο παπα-Καλλίνικος. Πολλές φορές με “μάζευε μπροστά”. Ο παπα-Γρηγόρης ήταν πιο συγκαταβατικός. Έλεγε: «Ας’ το το παιδί να κοιμηθεί. Μικρό είναι». Και στα μοναστήρια που πηγαίναμε έλεγαν: «Ο παπα-Καλλίνικος είναι αυστηρός. Ο παπα-Γρηγόρης μαλακός. Αρνάκι».
Ο παπα-Καλλίνικος ενδιαφερόταν πολύ και για τα δογματικά. Ενημερωνόταν συνεχώς γι’ αυτά. Ανησυχούσε πολύ για τα οικουμενιστικά ανοίγματα και προσευχόταν να δίνει ο Θεός φώτιση στους υπευθύνους.

Στο κελλί των Κρανιάδων μάθαμε να μην αργολογούμε

Στο κελλί μας οι Γεροντάδες ποτέ δεν συζητούσαν πράγματα κοσμικά. Ούτε να κατηγορήσουν κάποιον ή να πουν ότι εκείνος είπε εκείνο ή το άλλο ή έκανε εκείνο ή το άλλο. Μάλιστα, αν άκουγαν κάποιον να κατακρίνει, τον μάλωναν. Δεν άκουσα ποτέ να βγαίνει από το στόμα τους λέξη προσβλητική, που να πληγώνει τον άλλο. Αλλά και στα άλλα κελλιά που πήγαιναν για λειτουργία, όταν ακουγόταν καμμιά αργολογία, ο παπα-Καλλίνικος επενέβαινε και την σταματούσε. Ο παπα-Γρηγόρης δεν μιλούσε. Έλεγε: «Τί να τους πεις; Αφού είναι μεγάλοι άνθρωποι στην ηλικία». Αλλά ο παπα-Καλλίνικος δεν λογάριαζε. Τους έλεγε: «Τί μιλάτε; Αφού δεν είναι σωστά αυτά που λέτε».
Και μένα με πρόσεχαν πολύ να μην έχω πολλές επαφές με ανθρώπους και ζημιωθώ πνευματικά, κυρίως από τα ψυχοβλαβή ακούσματα. Πάντα μου έλεγαν να προσέχω τις συναναστροφές μου. Έλεγαν: «Να προσέχεις. Να μην έχεις με τους ανθρώπους πολλά. Όταν ακούς να κουβεντιάζουν κοσμικά πράγματα, μακρυά».
Όταν έφευγα για διακόνημα στις Καρυές, πάντα ανησυχούσαν. Υπολόγιζαν την ώρα που έπρεπε να επιστρέψω. Μου έλεγαν: «Την τάδε ώρα θα είσαι εδώ». Όταν αργούσα, ανησυχούσαν, από το μεγάλο ενδιαφέρον τους και την αγάπη τους για μένα. Κάποτε, που χρειάσθηκε να βγώ στον κόσμο για κάποια ανάγκη, με παίρνει τηλέφωνο την νύχτα, κατά τις 11 μ.μ., ο παπα-Καλλίνικος, λέγοντάς μου να επιστρέψω εκείνη την ώρα πίσω. Του απαντώ: «Μέχρι την Ουρανούπολη έρχομαι. Μετά όμως πως θα μπω στο Όρος;». Μου απαντά: «Αύριο το πρωί να ’σαι εδώ». Αλλά και για τους άλλους ανησυχούσαν, κι ας μην ήταν καλόγεροι. Όταν μάθαιναν ότι κάποιος είχε μια ανάγκη, εκτός από τις προσευχές και παρακλήσεις που έκαναν, δεν σταματούσαν να τον παίρνουν τηλέφωνο, για να μαθαίνουν την εξέλιξη της καταστάσεώς του.

Οι συζητήσεις στο κελλί μας ήταν πολύ λίγες. Συνήθως υπήρχε σιωπή. Και όταν χρειαζόταν να πούν οι Γεροντάδες κάτι, μιλούσαν για την Εκκλησία ή για το διακόνημά τους ή από τους λόγους των αγίων Πατέρων. Κάθε μέρα ο παπα-Γρηγόρης μας διάβαζε από τους βίους των Αγίων ή από τα Πατερικά ή από το «Αμαρτωλών σωτηρία». Θυμόταν πολλά από τους λόγους των αγίων Πατέρων. Και για κάθε περίπτωση ήξερε τον αντίστοιχο Πατερικό λόγο. Όταν τον ρωτούσα κάτι, απαντούσε: «Πάρε τον Ευεργετινό ή τον βίο του τάδε Αγίου ή το τάδε Πατερικό βιβλίο και θα το βρεις». Και πράγματι, πήγαινα και τα έβρισκα. Πολλά τα έχω σημειωμένα σε χαρτάκια. Κάποτε, επειδή δεν πολυπρόσεχα τα εργαλεία, μου λέει: «Ξέρεις τι λένε οι άγιοι Πατέρες; Μην αφήσεις το παράθυρο ή την πόρτα του δωματίου σου να χτυπάει, και τα σπάσει ο αέρας». Συχνά μου έλεγε: «Μή κάνεις έτσι. Για δες τι έκανε εκείνος ο Άγιος. Δεν βλέπεις; Μαρτύρησε. Έχυσε το αίμα του για τον Χριστό». Για όλα τα θέματα ήξερε τι λένε οι άγιοι Πατέρες. Αυτές ήταν οι διδασκαλίες τους. Τα λόγια των αγίων Πατέρων. Λόγια δικά τους δεν έλεγαν. Δίδασκαν όμως με το παράδειγμά τους.
Όταν κάποιος τους ζητούσε κάποια συμβουλή, δεν έκαναν τον δάσκαλο. Από ταπείνωση έφευγαν. Καμμιά φορά δεν έβγαιναν παρρησία να κηρύξουν, να πουν κάτι. Και στα Μοναστήρια, όταν πηγαίναμε στα Πανηγύρια, πάντα τελευταίοι κάθονταν. Δεν ήθελαν τις πρωτοκαθεδρίες. Και στην Εκκλησία και στην Τράπεζα πάντα την τελευταία θέση έπαιρναν.
Γενικά ήταν άνθρωποι που κοίταζαν πρώτα τα 5-6 πράγματα που έχει η καλογερική, για την οποία ξεκινήσαμε και ήλθαμε εδώ. Έλεγαν: «Ήρθαμε γι’ αυτά. Τελείωσε». Γι’ αυτό και ήταν άνθρωποι ήσυχοι, γλυκύτατοι και πάντοτε ειρηνικοί.

Ο παπα-Καλλίνικος, αν και δεν πήγε στο σχολείο, ήταν αρκετά μορφωμένος. Μάλιστα έμαθε να γράφει και στην γραφομηχανή. Εμόναζε εδώ στην περιοχή μας ένας μοναχός από την Θάσο, Λάζαρος ονόματι, που ήταν καθηγητής. Όταν ερχόταν εδώ, αφού πρώτα του έκανε ο παπα-Καλλίνικος καφέ, τον έβαζε να του παραδίδει μαθήματα. Όμως τα καλλιέργησε και μόνος του.
Στα χρόνια που πέρασαν, πέρασαν πάρα πολλοί επισκέπτες από το κελλί μας. Και τους φιλοξενούσαν εδώ πέρα -όχι μονάχα έναν και δύο, αλλά και δέκα και δώδεκα άτομα- αρκετές μέρες. Αβάρετος ο παπα-Καλλίνικος να τους μαγειρεύει. Το πρωί λειτουργούσε. Μάζευε τους προσκυνητές και τους έβαζε στην σειρά όλους να διαβάσουν κάτι από την Ακολουθία. Δεν τους άφηνε να συζητούν μεταξύ τους και να λένε αργολογίες. Μόλις έρχονταν, τους έβαζε να φάνε, να πιουν το κρασάκι τους, το ρακάκι τους, αλλά μετά τους μάζευε στην Εκκλησία και τους έβαζε να διαβάσουν το Απόδειπνο και την άλλη μέρα τα γράμματα της πρωινής Ακολουθίας.

Ορατή χάρις: Η οσιακή κοίμηση των αυταδέλφων Κρανιάδων

Ο κ. Ν. Π. αναφέρει το εξής: «(Κάποτε) στον Εσπερινό διάβαζε ο Θ. Ως λαϊκός διάβαζε αργά και δυνατά. Ο παπα-Γρηγόρης τον κοιτούσε και χαμογελούσε ευχαριστημένα. Στο τέλος του Εσπερινού του λέω: “Πάτερ Γρηγόριε εμείς οι λαϊκοί δεν ξέρουμε τίποτα από ψαλτική και τα συναφή, οπότε μακροθυμήσατε για τα λάθη μας”. Με πήρε από το μπράτσο στην άκρη και μου είπε: “Όταν ένας άνθρωπος έχει χαθεί στο δάσος, φωνάζει δυνατά για να τον ακούσουν και να τον σώσουν. Οι λαϊκοί καλά κάνουν και διαβάζουν έτσι και να είσαι σίγουρος ότι η Μεγαλόχαρη τους ακούει. Να ’ξέρες πόσοι από μας μόνο μουρμουρίζουν ψαλτική, ενώ έχουν την καρδιά παγωμένη!”».
Μου λέει μέχρι σήμερα στο τηλέφωνο ένας κυρ-Θανάσης, που πολύ αγαπούσε τους Γεροντάδες και συνδέεται πολύ με το κελλί μας: «Γύρισα όλο το Άγιον Όρος, αλλά τέτοιους ανθρώπους, σαν τον Γρηγόρη και τον Καλλίνικο, δεν έχω συναντήσει». Και ο κ. Ν. Π. συμφωνεί: «Όταν το πρώτο επισκέφθηκα το Όρος, ήμουν παντελώς αδιάφορος για την θρησκεία και θεωρούσα εκ πεποιθήσεως ότι ο Μοναχισμός ήταν μια μορφή σχιζοφρένειας. Ζώντας από πολύ κοντά τα δύο γεροντάκια και βλέποντας την ακακία τους, την ελεημοσύνη τους και πλέον όλων την ταπείνωσή τους, συμπέρανα ότι, εάν η σχιζοφρένεια των μοναχών ήταν όπως η αγία ζωή των γερόντων, πιστέψτε με, πολύ θα ήθελα να ήμουν και εγώ ένας τέτοιος τρελός».

Τον Αύγουστο του 2007, στα εννιάμερα της Παναγίας, αξιώθηκαν από τον Δεσπότη Χριστό και την Κυρία Θεοτόκο να εορτάσουν τα 80 χρόνια της μοναχικής ζωής τους στο Άγιον Όρος. Την ημέρα αυτή ετέλεσαν ευχαριστήρια πανηγυρική θεία Λειτουργία, στην οποία συλλειτούργησαν οι Καθηγούμενοι των Ιερών Μονών Μ. Λαύρας, Ιβήρων και Σταυρονικήτα. Παρέθεσαν εορταστική Τράπεζα και έδωσαν αναμνηστικά δώρα στους παρευρεθέντες.
Κατά την παράδοση, στο κελλί της Παναγίας της Κρανιάς έλαβε το μέγα και αγγελικό σχήμα ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Γι’ αυτό και πανηγυρίζουμε στην μνήμη του, την Β΄ Κυριακή των Νηστειών. Η Προβάτα είναι η Σκήτη της Γλωσσίας, που αναφέρεται στον βίο του αγίου Γρηγορίου. Αργότερα ονομάσθηκε Προβάτα από το ιταλικό privata. Κατά τον Ιστορικό Γεράσιμο Σμυρνάκη «privata… δηλοί κεχωρισμένον τι και ανεξάρτητον μέρος ως ησυχαστήριον». Εδώ αγωνίσθηκαν εκτός από τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και πολλοί άλλοι σπουδαίοι ησυχασταί, όπως ο όσιος Νικηφόρος ο μονάζων, ο άγιος Θεόληπτος Φιλαδελφείας, ο άγιος Γρηγόριος ο Βυζάντιος και πολλοί άλλοι, διότι ο τόπος είναι ιδιαίτερα ησυχαστικός.
Εκτός αυτού η Σκήτη μας ήταν φημισμένη και για τους σπουδαίους καλλιγράφους της. Σε όλα τα κελλιά της υπήρχαν παλαιότερα διαλεχτοί καλλιγράφοι. Πολλές από τις χειρόγραφες Ακολουθίες που έχουμε σήμερα είναι εδώ γραμμένες.

Ας πούμε όμως και λίγα λόγια για την κοίμηση των Γεροντάδων.

Ο παπα-Γρηγόρης είχε πάθει ένα εγκεφαλικό επεισόδιο κατά τα μέσα του Μαΐου του 2003 και έμεινε για λίγο ημιπαράλυτος μέχρι τις αρχές του Αυγούστου του ίδιου έτους, οπότε βελτιώθηκε προσωρινά η υγεία του και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Έχασε όμως κάπως την μνήμη του. Τον Μάρτιο του 2007 έπαθε και νέο εγκεφαλικό και έμεινε κατάκοιτος. Από τις αρχές του Νοεμβρίου του ιδίου έτους προαισθάνθηκε το τέλος του και έλεγε: «Εγώ θα φύγω». Το απόγευμα της 8ης Νοεμβρίου του 2007, εορτής των Αρχαγγέλων, τον επισκέφθηκαν δύο Πατέρες από την Ι. Μονή Αγίου Παύλου, ο π. Ν. και ο π. Σ., που πολύ τον παρηγόρησαν με την παρουσία τους. Αφού έφυγαν, η κατάσταση της υγείας του βάρυνε περισσότερο. Ζήτησε λίγο νεράκι και αφού το ήπιε είπε: «Αφήστε με τώρα να ξεκουραστώ». Μετά από λίγο, σε ηλικία 95 χρονών, ήσυχα και ειρηνικά, άφησε την ψυχή του να πετάξει στον Κύριο, τον οποίο πιστά και με συνέπεια υπηρέτησε σε όλη την ζωή του.

Δύο χρόνια μετά κοιμήθηκε και ο παπα-Καλλίνικος, σε ηλικία 92 χρόνων. Οι γιατροί είχαν διαγνώσει καρκίνο του παχέος εντέρου, ο οποίος είχε ήδη κάνει μεταστάσεις στα πνευμόνια. Χρειάσθηκε να βγει για λίγο στην Θεσσαλονίκη για εξετάσεις. Βγήκε μετά τα εννιάμερα της Παναγίας του 2009. Οι γιατροί διαπίστωσαν ότι δεν έχει πολλή ζωή. Γι’ αυτό και επέστρεψε στο Όρος. Όμως η υγεία του επιδεινωνόταν καθημερινά. Αν και οι αγροτικοί γιατροί του Όρους του πρότειναν να βγει στον κόσμο, για να νοσηλευθεί σε Νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης, αυτός προτίμησε την παραμονή του στο κελλί του, στο οποίο επί ογδόντα χρόνια αγωνίσθηκε, λέγοντας: «Καλύτερα εδώ. Ό,τι κάνουμε εδώ». Στις 18 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, κατά τις 9:30 το πρωί, ζήτησε να μιλήσει με τον ιατρό Νικόλαο, που τον φρόντιζε τελευταία. Του λέει: «Νίκο, σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ, γιατί τόσα χρόνια μας εξυπηρέτησες. Να ’ναι η οικογένειά σου καλά. Να ’στε όλοι καλά. Εγώ τώρα φεύγω». Μετά ζήτησε ένα καφέ και ένα κουλουράκι. Αφού ήπιε τον καφέ, είπε να τον ξαπλώσουν, γιατί ήταν μισοκαθισμένος. Πήγα να του φέρω λίγο φρέσκο νερό, αλλά εν τω μεταξύ ο παπα-Καλλίνικος παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο.

Οι μακαριστοί Γέροντές μου παπα-Γρηγόριος και παπα-Καλλίνικος εκόσμησαν με την χαριτωμένη ζωή τους τον Αγιώνυμο Άθω. Τώρα βρίσκονται κοντά στον Χριστό, για την αγάπη του οποίου αγωνίσθηκαν πολύ φιλότιμα ογδόντα συναπτά έτη. Εμείς οι περιλειπόμενοι ας αγωνισθούμε να αποκτήσουμε τις αρετές τους, και μάλιστα την απλότητα και ταπείνωσή τους, την πίστη και την αγάπη τους στον Θεό και τον πλησίον, και ας τους παρακαλέσουμε να πρεσβεύουν για μας στον Άγιο Κύριο, ώστε και εμείς να τύχουμε του θείου Ελέους, όπως αξιώθηκαν να το γευθούν και εκείνοι.

Μοναχός Ιγνάτος, Ι. Κελλίου Κοιμήσεως της Θεοτόκου (Παναγίας Κρανιάς) Προβάτας Ι.Μ΄Μεγ. Λαύρας

Πηγή: Ετήσια έκδοσις Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου, Αγίου Όρους, «ο Όσιος Γρηγόριος», περίοδος Β΄, έτος 2012, αριθμ. 37.


http://athgerontes.blogspot.com

Εορτολόγιο

Δημοφιλείς αναρτήσεις


Banner Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων
Ξεκινάμε μια προσπάθεια παρουσίασης Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων.
Αν δεν υπάρχει ο δικός σας, ζητάμε συγνώμη,
ενημερώστε μας και θα τον συμπεριλάβουμε.





Create your own banner at mybannermaker.com!
Πέρα από το άτομο
Make your own banner at MyBannerMaker.com!

















(υπό κατασκευή)


Τα banner μας
Αντιγράψτε τον κώδικα στη δική σας σελίδα
για να εμφανιστούν τα banner μας.
Ειδοποιήστε μας για να συμπεριλάβουμε και το δικό σας.