Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2018

Ιερεύς του εικοστού αιώνος.........

( ....σήμερα το μεσημέρι δέχτηκα ένα τηλεφώνημα από το Χρυσόστομο ένας αγαπημένο αδελφό από τη Σουρωτή και μέσα σε όλα τα αλλά που συζητήσαμε με πρότεινε να διαβάσω αυτό το κείμενο από μια ιστοσελίδα....επέμενε πολύ και δεν κατάλαβα το λόγο...
μόλις γύρισα σπίτι το έψαξα και το βρήκα....διαβάζοντας το κατάλαβα γιατί επέμενε ... ευχαριστώ Χρυσόστομε...
σας το χαρίζω λοιπόν…)


Τον είδα αιφνίδια μέσα στον τεράστιο θάλαμο με τα 65-70 κρεβάτια, μέσα στο πανδαιμόνιο που κάνουν 70 άνθρωποι όταν μαζεύονται και στριμώχνονται σε ένα μικρό χώρο. το φως πολύ. Έμπαινε από τα μεγάλα παράθυρα με τα σιδερένια κάγκελα.



Ήταν πρωί, περίπου 9η ώρα, όταν άνοιξε η βαριά πόρτα, εξωτερική, και ανεβήκαμε η νέα ομάδα των 10 φοιτητών στο τμήμα αποτοξίνωσης στο Δαφνί.

Πρόσωπα, πρόσωπα εκινούντο αέναα μέσα στο φαρδύ διάδρομο που άφηναν τα κρεβάτια τους. Άνθρωποι από όλα τα μέρη της πατρίδας και από πιο μακριά ακόμη. Με τις χαρακτηριστικές προφορές, Λαρισινών ή Κρητικών και των νησιωτών, κοντοί, ψηλοί, μελαχρινοί, άσπροι, αδύνατοι, παχείς, πάσχοντες, όλος ο κόσμος αναγκασμένος να συμβιώνει.

Και μέσα σε αυτήν την άμπωτη και την πλημμυρίδα των ανθρώπων, ένας ψηλός ξανθωπός με μαύρα ρούχα και περιλαίμιο λευκό με λίγο υποτυπώδες γένι ξανθό, άρχοντας ατάραχος, γαλήνιος μέσα σε αυτή την ταραχή. Κατάλαβα ότι επρόκειτο για ιερέα. Ευτυχώς είπα μέσα μου, ένας καθολικός ιερέας στο τμήμα αποτοξίνωσης. Ευτυχώς που δεν είναι ορθόδοξος. Να ξεφτιλιζόμαστε στους γιατρούς και στους συμφοιτητές μας!!! Ευτυχώς.

Χωριστήκαμε σε δύο ομάδες. Βάλαμε τις ιατρικές μας μπλούζες και με τον υπεύθυνο γιατρό προχωρήσαμε στο κρεβάτι του πρώτου ασθενούς. Τον φώναξε ο υπεύθυνος από την παρέα του, ήρθε ένας μικρός μαγκάκος από την Λάρισα, ομιλητικός αλλά μαγκάκος. Δεν θυμάμαι τίποτα από το πρώτο αυτό μάθημα, ούτε γιατί ήταν μέσα ο ασθενής ούτε τι φάρμακα έπαιρνε, απλώς στη ρύμη των λόγων του είπε: Έχουμε τον παπά να μας βοηθά και περνάμε καλά! Και ενώ έπρεπε να φύγουμε σε τρεις μήνες, χάρις σε αυτόν, θα φύγω σε 1,5 μήνα. Τότε με τάραξε ο λογισμός μου. Ένας καθολικός παπάς με κουστουμάκι τον βοήθησε αυτόν εδώ; Αδύνατον ένας καθολικός παπάς!!!!



Στην πρώτη μας συνάντηση ουδέν έπραξα παρόλο τον κοινωνικό μου χαρακτήρα. Έφυγα όταν τελείωσε ο υποχρεωτικός μου χρόνος της παρουσίας. Στη δεύτερη επίσκεψη, την επόμενη εβδομάδα, πάλι τα ίδια, άλλος ασθενής και νέα αποκάλυψη: ευτυχώς που έχουμε τον παπά και μας βοηθά ειδικά τα βράδια που μένουμε με τους εαυτούς μας, μας παρηγορεί, μας εμψυχώνει. Είναι δικός μας παπάς ορθόδοξος!!!

Ένα κρύο ρεύμα με διαπέρασε, γκρεμίστηκαν όλα, ο ευσεβισμός μου δεν μπορούσε να δεχθεί ότι ένας παπάς ορθόδοξος ήταν μέθυσος, είχε ανάγκη αποτοξίνωσης και βρισκόταν πίσω από τα σίδερα με άλλους παράνομους, μέθυσους και ναρκομανείς.

Ούτε καν σε κάποιο ιδιωτικό κέντρο αποτοξίνωσης. Η ιδέα που είχα για άσπιλη εκκλησία και οφειλόταν στην νεότητά μου, ξεθώριασε απότομα.

Τον πλησίασα, στεκόταν όρθιος και συνομιλούσε με έναν άλλο ασθενή, που έτρεμαν τα χέρια του. Συνομιλούσε απλά για το τίποτα. Ο άλλος τον άκουγε, του έλεγε τα προβλήματα του, του μιλούσε γρήγορα. Ο παπάς άκουγε με μια απέραντη στοργή κοιτάζοντάς τον. Είχε πρόσωπο καθαρό, μάτια γαλάζια, θάλασσα, ηλικία 55 χρόνων περίπου, χέρια άσπρα, δάχτυλα μακριά, τέλος πάντων, όλα πάνω του είχαν κάτι αρχοντικό. Του απάντησε σιγά σε μια προφορά με αγγλική ηχώ! Ήταν ξένος. Παπάς ορθόδοξος ξένος! Μόλις τελείωσε με τον άρρωστο, στράφηκε σε μένα και με ρώτησε: «χάου αρ γιού;» Έμαθα ότι ήταν Έλληνας που γεννήθηκε στο εξωτερικό, οι γονείς του είχαν φύγει για την πέρα από τον ατλαντικό Αμερική. Τον έστειλαν όμως οι γονείς του στους παππούδες του στην Κατερίνη. Έτσι είχε μάθει καλά Ελληνικά και είχε ένα σύνδεσμο με την παράδοση της χώρας μας. Ένιωθα ήδη άνετα, σαν να γνωριζόμαστε από χρόνια, είχαν φύγει όλοι οι ενδοιασμοί μου. Τι θέλετε από μένα με ρώτησε. Θέλω να μάθω γιατί βρίσκεστε σε αυτό εδώ το χώρο και θεραπεύεστε, τέλος πάντων να σας γνωρίσω. Ελάτε στο δωμάτιο μου.




Ναι, μέσα σε αυτό το χάλι υπήρχε ένα μικρό δωματιάκι, στενό δωματιάκι, με ένα κρεβάτι, παράθυρο βορινό, τοίχοι πανύψηλοι, 4 μέτρα ύψος, ένα γραφείο, είκοσι εικόνες ρώσικες, καντήλι , κομποσκοίνι, θυμιατήρι, πετραχήλι, φάρμακα πάνω στο γραφείο και βιβλία. Ήταν ένα μικρό καλογερικό κελί μέσα στην ταραχή 70 τροφίμων του ψυχιατρείου. Εκεί άρχισε η αποκάλυψη της χάρης του Θεού. Το όνομα Νικόλαος, ορθόδοξος ιερέας της Αρχιεπισκοπής Αμερικής, καθηγητής του Χάρβαρντ, στην έδρα των Παλαμικών σπουδών και ποιμαντικής ψυχολογίας! Χάρβαρντ, στο μεγαλύτερο πανεπιστημιακό ίδρυμα της Αμερικής και τώρα τρόφιμος της ψυχιατρικής πτέρυγας του Δαφνιού στο τμήμα αποτοξινώσεως? Η διαφορά είναι ιλιγγιώδης. Πάτερ; Πως φτάσατε εδώ;

Ήμασταν μια παρέα φίλοι που τελειώσαμε τη σχολή του Τιμίου Σταυρού στη Βοστόνη. Παντρευτήκαμε, κάναμε παιδιά και γίναμε ιερείς. Ο καλύτερος όλων μας πριν περίπου δέκα χρόνια πέθανε αιφνίδια. Τον κηδεύσαμε και γυρίσαμε στα σπίτια μας. Τότε με κατέλαβε ένα πνεύμα λύπης και από τότε άρχισα να πίνω. Τέλος πάντων σε λίγο καιρό ήμουν εξαρτημένος από το ποτό, εάν δεν έπινα έτρεμα. Δεν μπορούσα να διευθετήσω τα θέματά μου. Στην αρχή το έκρυβα από την γυναίκα μου και τα παιδιά μου, δεν μεθούσα αλλά έπινα, ήμουν με ένα ποτήρι στο χέρι. Πειράχτηκε το ήπαρ μου.



Κι όμως, όλο το θέμα ήταν μια πρόκληση για την ιατρική μου γνώση. Τίποτα από τα παραπάνω δεν συμβάδιζε με την νηφαλιότητα του ανδρός, με την αρχοντιά του και την έλλειψη νευρικότητας. Είχε έρθει η ώρα να φύγουμε. Του ζήτησα να του φέρω κάτι για παρηγοριά του μέσα σε αυτούς τους τοίχους. Ένα βιβλίο του Ρωμανίδη μου λέει. Τον είχα δάσκαλο τον Ρωμανίδη. Στην νέα συνάντησή μας την επόμενη εβδομάδα, κρατούσα στο χέρι μου το βιβλίο του Ρωμανίδη «Ρωμαίοι ή Ρωμιοί Πατέρες της Εκκλησίας». Ανέβηκα τρέχοντας τα σκαλιά να συναντήσω τον Νικόλαό μου, τον άρρωστο μου. Τον βρήκα στο δωμάτιο του καθισμένο σε μια μικρή πολυθρόνα και στο χέρι του ένα μικρό κομποσκοίνι. Του έδωσα το βιβλίο στα χέρια του. Είχε κόκκινο σκληρό εξώφυλλο, το γύρισε με αγάπη, διάβασε τα κεφάλαια. Χάρηκε σαν μικρό παιδί. Είμαι εδώ πάνω από τρεις μήνες, βγαίνω σπάνια. Δεν έχω που να πάω, δεν μου έχουν φέρει ένα δώρο, πόσο χαίρομαι για αυτό που μου έφερες. Αυτός ο άνθρωπος έφερε αέρα ορθοδοξίας, γκρέμισε τον σχολαστικισμό της γερμανικής ιδεολογίας, έδειξε τον πλούτο μας!!! Ό,τι μας έλεγε ο γέρο Ιωσήφ αυτός το έβαλε στα πανεπιστήμια.




Ποιος γέρο Ιωσήφ;

Ο ησυχαστής, ο παππούς ο σπηλαιώτης. Τον γνώρισα το 1960, όταν πήγαινα στο Άγιο Όρος, στη Νέα Σκήτη. Με δεχόταν στο κελί του. Μου έμαθε να προσεύχομαι με το κομποσκοίνι ώρες και ώρες, φωτοβόλος, γλυκύς και αυστηρός. Προσοχή έλεγε στο νου, πρώτα προσβολή, μετά συζήτηση με τον λογισμό, και μετά συγκατάθεση!!! Συγκατάθεση, θάνατος, αρχή αμαρτίας, η αμαρτία δόντι ιοβόλο του θανάτου. Προσοχή όχι συζήτηση με τον λογισμό, νίψη.

Αυτά που ο γέροντας τα παρέδωσε εμπειρικά, ο Ρωμανίδης τα κατέγραψε, τα στήριξε αγιοπατερικά και τα εξαπέστειλε στα πέρατα της γης, ώστε να έχουμε και εμείς χαρά εκεί στην Αμερική. Όταν έγινα ιερέας, με τον πρώτο μου μισθό έστειλα ένα δώρο στον γέροντα Ιωσήφ. Του έστειλα ράσα καλογερικά, όχι κάτι ακριβό. Τα είχα τυλίξει και σε ένα γκρι χαρτί, έγραψα την διεύθυνση και τα έστειλα. Μετά από πέντε χρόνια τον επισκέφθηκα στο κελί του. Όπως καθόταν είδα πίσω του στο πρεβάζι το δώρο μου ανέγγιχτο. Αμέσως σκούρυνε το πρόσωπο μου και του λέω: «Γέροντα σου έστειλα ένα δώρο με τα πρώτα μου χρήματα και εσύ ούτε που το άγγιξες!!!!». Μου λέγει, π. Νικόλαε, παιδί μου, δεν μου λείπει τίποτα, έχω τον Χριστό.

Δεν μου λείπει τίποτα. Το δώρο σου το είδα. Έσκισα μια άκρη και το είδα. Το άφησα εδώ χρόνια, να μου λέει ο λογισμός, άνοιξε το και εγώ να τον ξεχνώ αλλά να σε θυμάμαι. Θα μπορούσα να το είχα δωρίσει σε τόσους που έρχονται εδώ αλλά το άφησα για τον παπά Νικόλα. Έλα να βάλουμε τον πλάγιο του δευτέρου ήχο να παρηγορηθείς. Μου έμαθε να προσεύχομαι με το κομποσκοίνι για τον κόσμο. Όλες τις ακολουθίες τις έκανε με το κομποσκοίνι, εκτός της Θείας Λειτουργίας.

Πάτερ, απορώ πώς εσείς που γνωρίσατε έναν τόσο άγιο άνθρωπο πέσατε σε αυτό το πάθος της οινοποσίας. Η προσευχή δεν σας προστάτεψε, δεν σας βοήθησε να γλιτώσετε από τον πειρασμό αυτόν;

Ευάγγελε, μη ξεχνάς το αρκεί σοι η χάρις μου του Παύλου.

Ξέρετε, με σκανδάλισε στην αρχή τουλάχιστον το θέμα σας.

Σε σκανδάλισε ή σε φόβισε για το ευόλισθον της φύσης μας;

Είσαι αυτάρκης στην νομιζομένη σου καθαρότητα και φοβάσαι μήπως την χαλάσεις, μήπως κάνεις κάποιο λάθος και χάσεις την καλή γνώμη για τον εαυτό σου και για τους άλλους.


Σε νοιάζει τι θα πει ο κόσμος. Αδελφέ μου και φίλε μου, η νεότητα είναι κακός σύμβουλος, όπως και σε μένα κάποτε. Η πείρα του βίου και η συναντίληψη της χάριτος με έπεισε ότι όποιος και αν είμαι, ό,τι και αν κάνω, είμαι δεμένος με τον Χριστό και φωνάζω ελέησον με ο Θεός, ελέησον με Κύριε, ως οίδας και ως θέλεις ελέησον με. Και λέω μέσα μου όλοι σώζονται, εγώ κολάζομαι. Ελπίζω στον Χριστό και στην Παναγία. Ελπίζω στο έλεος του Θεού που χαρίζει τον παράδεισο σ’ αυτούς που πιστεύουν ότι είναι ανάξιοι του παραδείσου.

Και πάλι ο αδυσώπητος χρόνος τελείωνε. Πάτερ, θέλετε να σας φέρω κάτι στην επόμενη συνάντηση μας;

Ναι, θέλω. Επειδή έχω τέσσερα παιδάκια στην πατρίδα και τα έχω επιθυμήσει, φέρε μου σε παρακαλώ ένα μικρό παιδάκι και φώναξε με να βγω στο παράθυρο από τα κάγκελα να το δω, να δω τα ματάκια του να παρηγορηθώ.Βρήκα το μικρό μου βαπτισμένο Σωτήριο, τον πήρα αγκαλιά, πέρασα την πόρτα και σταθήκαμε κάτω από τα σίδερα. Π. Νικόλαε, π. Νικόλαε, ήρθαμε. Πρόβαλε η φιγούρα του πίσω από τα σίδερα, άπλωσε τα χέρια του από ψηλά, μας κοίταξε, μας χαμογελούσε, μιλάγαμε από εκεί, χάρηκε, θυμήθηκε τα δικά του, απλώθηκε η νοσταλγία. Δεν ήταν πίκρα, ήταν νοσταλγία για τον παράδεισό μας. Μας ευλόγησε και αποχωρήσαμε. Ποιος είναι πλούσιος Λωξάνδρα μου? Ο εν τω ολίγω αναπαυόμενος τζόγια μου ….

Πάτερ, η Αμερική φημίζεται για τα αποτοξινωτικά της κέντρα. Πώς ήρθατε σε αυτές τις άθλιες συνθήκες. Ευάγγελε, πριν πολλούς μήνες προκηρύχθηκε μια θέση στο πανεπιστήμιο της Αθήνας, Παλαμικών σπουδών. Ήρθα λοιπόν και εγώ αφού πήρα άδεια από το πανεπιστήμιό μου στο Χάρβαρντ να βάλω τα χαρτιά μου για αυτήν την έδρα. Οι μήνες περνούσαν, δεν γινόταν τίποτα, καθηγητικές ίντριγκες, συνεδριάσεις επί συνεδριάσεων, τίποτα. Την έδρα μου στο Χάρβαρντ την είχε πριν από μένα ο π. Γεώργιος Φλορόφσκι. Αυτός είναι μεγάλος θεολόγος και πραγματικός φιλέλληνας και είναι ο γέροντας μου. Από έκπληξη σε έκπληξη. Γέροντάς σας αυτός ο μέγας; Ναι. Και είναι πραγματικά μεγάλος, πνευματικός θεολόγος και σημειοφόρος άνθρωπος θυσίας. Σπουδαγμένος και στην ποιμαντική ψυχιατρική και στην ψυχολογική αντιμετώπιση των εθισμένων χρηστών σε ουσίες και ποτό. Αλλά όλα αυτά τα ασκούσε με απέραντη αγάπη και υπομονή. Για να κατανοήσεις το μέγεθος του ανδρός, θα σου πω μια ιστορία στην οποία ήμουν μάρτυρας, της θαυμαστής θεραπείας ενός εφήβου. Μια οικογένεια έφερε το παιδί της, 18 ετών, που έπασχε από ηβηφρενία. Η κατάσταση ήταν δύσκολη, αθεράπευτη σχεδόν. Τον παρακάλεσαν να τον δεχθεί να τον αναλάβει. Πράγματι, τον πήρε σε ένα σπίτι στην εξοχή, όπου είχε πολλά στρέμματα με σημύδες, ένα μεγάλο αγρόκτημα. Μπήκαν μέσα οι δυο τους, το αγρίμι και ο πατήρ Γεώργιος και έκλεισαν την βαριά πόρτα. Μετά από τρεις μέρες παρέδωσε το παιδί υγιές και σώφρον στους γονείς. Το παιδί αυτό σπούδασε και είναι υγιής έκτοτε και μάλιστα τώρα είναι Επίσκοπος της Εκκλησίας μας. Όταν ρώτησα, πατέρα Γεώργιε, πώς έγινε αυτό, μου είπε ότι πήρε το παιδί και του είπε: «παιδί μου, εγώ θα καθίσω σε αυτή την σημύδα, όλος ο χώρος είναι δικός σου, κάνε ό,τι θέλεις και όταν θέλεις έλα να μιλάμε». Τρεις μέρες και τρεις νύχτες έκανε ό,τι ήθελε. Κατέστρεψε το ψυγείο, τη βιβλιοθήκη μου, τα λουλούδια, και όποτε ήθελε με πλησίαζε και μιλάγαμε. Εγώ καθόμουν στης σημύδας τον κορμό και περίμενα χωρίς να ταράζομαι για ό,τι γινόταν. Τρεις μέρες εκεί δεν σηκώθηκα, δεν έφαγα, δεν ήπια νερό. Την τρίτη μέρα ήρθε το παιδί γαλήνιο, μου φίλησε το χέρι, με σήκωσε, με βοήθησε να περπατήσω γιατί ήμουν σαν πεθαμένος, ανοίξαμε την πόρτα και τον παρέδωσα στους γονείς του. Ιματισμένο και σωφρονούντα.



Πάτερ Γεώργιε, τρεις μέρες πώς κάνατε τις στοιχειώδεις ανάγκες σας; Τα έκανα πάνω μου, δεν μετακινήθηκα καθόλου. Ήθελα να δώσω μια θυσία για αυτόν στον Θεό, την υπομονή μου, την κατάργηση των συμβατικών καθημερινών πρακτικών. Δεν είναι τίποτα. Ο Θεός μου χάρισε υγιή τον άνθρωπο και δι’ αυτού μου χάρισε τη γεύση της Βασιλείας του. Τέτοιος άνθρωπος ήταν αυτός, αληθής θεολόγος, άνθρωπος της λειτουργίας αλλά και πέρα από αυτήν. Πάντα έλεγε : δίδου ημίν εκτυπώτερον, σου μετασχείν, εν τη ανεσπέρω ημέρα της Βασιλείας σου.

ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΙΕΡΕΩΣ

Από τις συζητήσεις που είχαμε καταθέτω εδώ μερικά.

«Πρόσεχε ιερεύ τον εαυτό σου. Μην ξεχάσεις να βλέπεις τον Θεό. Ορκίστηκες να έχεις το νου σου στη Σωτηρία τόσο τη δική σου όσο και των άλλων. Κάθε καιρός είναι κατάλληλος για να δώσεις το βάπτισμα και τη Θεία Κοινωνία, γιατί κάθε καιρός είναι κατάλληλος για τον θάνατο. Να θυμάσαι ότι ο άνθρωπος μπορεί να πει όχι στον Θεό, ο Θεός όμως δεν μπορεί να πει όχι στον άνθρωπο. Αυτού του Θεού είμαστε ιερείς, που επιτρέπει στο πλάσμα του να πει όχι, να μην γίνει το θέλημά σου, δηλαδή να γεννήσει την κόλαση. Στους ανθρώπους μπορείς να πεις ότι ο Χριστός κατέβηκε στον Άδη, εκεί μας αναμένει. Όσο πιο βαθύς είναι ο Άδης σου, τόσο πιο βαθιά είναι ο Χριστός. Η οδύνη είναι το ψωμί που ο Θεός μοιράζεται με τον άνθρωπο και που έχει υποχρέωση ο δούλος του ο παπάς να μοιραστεί και αυτός με τον σύνδουλό του. Στον Σταυρό ο Θεός, ενάντια σε ότι είχαμε ποτέ φανταστεί για τον Θεό, τάχθηκε με το μέρος του ανθρώπου.

Ο Θεός έγινε άνθρωπος, δηλώνει την αγάπη του, ζητά την αγάπη μας και μας απαλλάσσει από κάθε οφειλή. Ο αγώνας μας είναι η προσοχή στην πνευματική πηγή του κακού, το οποίο δεν προέρχεται από την φύση αλλά συντελείται μέσα στο πνεύμα. Αυτός που είδε την αμαρτία του είναι πιο μεγάλος από αυτούς που γνώρισαν αγγέλους. Τότε από την άβυσσο των αμαρτιών μου επικαλούμαι την άβυσσο της Χάριτός Του. Πρόοδος στον αγιασμό σου, παπά μου, φαίνεται όταν η καρδιά σου ήσυχη διαστέλλεται και ανθίζει σε κοσμική ευσπλαχνία. Έτσι, δεν μπορεί να κρίνει κανέναν, σηκώνει το κακό όλου του κόσμου, περνά τη Γεσθημανή και καλύπτει τα πάντα με τον μανδύα της αγάπης. Η αγάπη είναι ο Θεός που ρίχνει το βέλος τον Μονογενή του Υιό, αφού έβρεξε την ακίδα του βέλους με το ζωοποιό πνεύμα. Η ακίδα είναι η πίστη που όχι μόνο εισάγει το βέλος αλλά και τον τοξότη μαζί της.

Ευάγγελέ μου, αν ποτέ γίνεις ιερέας, να θυμάσαι ότι αυτό που σκανδαλίζει τους απίστους δεν είναι οι Άγιοι αλλά το αναμφισβήτητο γεγονός ότι δεν είναι όλοι Άγιοι. Η κατάσταση του κόσμου μοιάζει με αυτήν την προ του Μεγάλου Κωνσταντίνου και χειρότερη. Και τούτο γιατί τότε οι άνθρωποι ήσαν ειδωλολάτρες, ενώ τώρα είναι άθεοι. Έτσι, αντί η Εκκλησία να κρίνει τον κόσμο, η Εκκλησία κρίνεται από τον κόσμο, γιατί ο κόσμος μπορεί να την κατηγορήσει ότι μέσα σε τόσους αιώνες έχασε την ικανότητα της μαγιάς και ΑΝΤΑΝΑΚΛΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ και μάλιστα πιστά. Η Εκκλησία από αρραβωνιαστικιά έγινε ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ κοινωνία. Το Ευαγγέλιο εξεγείρει, ανατρέπει όχι τη δομή του κόσμου αλλά τη δομή του ανθρώπινου πνεύματος. Ο Χριστός εντός.

Απόχτησε την εσωτερική ειρήνη και πλήθος ανθρώπων θα βρει την ειρήνη δίπλα σου. Παπά μου, το να πλησιάσεις τον σύγχρονο άνθρωπο είναι τέχνη. Το ουσιώδες είναι να μεταφερθείς στη θέση του, να σβήσεις τον εαυτό σου και να αφήσεις τον Χριστό να μιλήσει. Όλη σου η Θεολογία που σε έμαθε σωριάζεται σαν θρύψαλα μπροστά σε έναν εγκληματία, ένα νεκρό, μια μοναξιά. Όμως η ζωντανή ζεστασιά της παλάμης σου μπορεί να κάνει ανθρώπους σβησμένους, λερωμένους και άσχημους να ακτινοβολούν ξαφνικά ακτίνες Φωτός και να ανασύρεις στην επιφάνεια αυτό που κοιμάται. Την κοινωνία.

Ο Μυστικός Δείπνος, η Θεία Κοινωνία, είναι μυστήριο εν πορεία. Για αυτό στεκόμαστε όρθιοι. Και αν ακόμη γίνουμε απόβλητοι από την κοινωνική ζωή, πρέπει να ωριμάσουμε σαν μια γενιά ομολογητών…»

Πάτερ Νικόλαε, είδα ότι είσαι άνθρωπος του Θεού. Σε παρακαλώ, πες μου ποια είναι η μυστική σου εργασία, τί μου κρύβεις;

«Ευάγγελέ μου, ήρθε η ώρα νομίζω να μάθεις όλα τα κατ’ εμέ, σαν μια παρακαταθήκη Διδασκάλου προς μαθητή. Δεν είμαι άρρωστος, τουλάχιστον δεν πάσχω από αλκοολισμό!!! Μεταξύ των σπουδών μου είναι και η ψυχολογία του χρήστη. Αφού ήρθα στην Αθήνα και κατέθεσα τα χαρτιά μου και ο καιρός περνούσε με το σήμερα αύριο, μίλησα με τον διευθυντή της κλινικής, που είναι φίλος μου από την Αμερική. Του είπα για προγράμματα στην Αμερική όπου ο γιατρός ζει μαζί με τους αρρώστους για όλο τον χρόνο του προγράμματος της αποθεραπείας τους με εξαιρετικά αποτελέσματα. Έτσι κι εγώ παρακολουθώ αυτό το πρόγραμμα. Σημασία έχει ότι κυρίως αυτοί που έφυγαν αυτό το διάστημα, δεν υποτροπίασαν».

Μα τι μου λέτε, πουλήσατε τον εαυτό σας σαν δούλο εδώ μέσα, δεν βλέπετε ούτε καν τα παιδιά σας, υποφέρετε την τρέλα του καθενός?



Ναι, αλλά έχω το δωματιάκι μου, την προσευχή μου, την πίστη μου, έχω τον καθρέφτη μου, όλους τους αδελφούς τους έγκλειστους. Εκείνο που μου ξέσκιζε τα σπλάχνα ήταν ότι δεν μπορούσα να λειτουργώ. Τώρα τελευταία παίρνω κι εγώ, όπως όλοι, μια άδεια και πηγαίνω εδώ σε ένα μοναστηράκι να λειτουργώ και επανέρχομαι.Μα δεν τρελαθήκατε εδώ μέσα, φυλακισμένος αναίτια τόσους μήνες;

Πιέστηκα, ήταν εμπειρία τάφου, αλλά όμως γνώρισα όλους τους φίλους του Χριστού τους ελάχιστους. Αυτούς που πιστεύουν ότι είναι ανάξιοι του παραδείσου, τους συμπαραστάθηκα, τους άκουσα, τους έδωσα λίγο νερό, λίγη πίστη και κυρίως επλατύνθηκα κι εγώ. Μα και πάλι δούλος αχρείος είμαι. Αναλογίζομαι την ώρα της εξόδου μου και ελπίζω στο έλεος της εκκλησίας Του και στο δικό Του. Πάτερ Νικόλαε, είστε τόσο νέος, ούτε 53.

Ήταν Τετάρτη της πρώτης των νηστειών που κάναμε αυτή την κουβέντα της καρδιάς, που μου χάρισε την καρδιά του.

«Την Παρασκευή θα πάρω άδεια, θα πάω στο μοναστηράκι που σας είπα για τους Χαιρετισμούς, και για Λειτουργία την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Ελάτε κι εσείς να σας δούμε. Πάρτε με ένα τηλέφωνο το Σάββατο να σας δούμε την ώρα της Λειτουργίας την Κυριακή.» Πράγματι, το Σάββατο των Αγίων Θεοδώρων τηλεφώνησα.

«Ευλογείτε Πάτερ.» «Ο Κύριος.» «Σας παρακαλώ θέλω να μιλήσω στον πατέρα Νικόλαο.» «Δεν γίνεται,» μου είπε. «Πότε να ξαναπάρω για τον π. Νικόλαο, πότε;» «Μόλις προ ολίγου τελείωσε τη Θεία Λειτουργία, κατέλυσε και πέθανε μπροστά στην Αγία Τράπεζα την ώρα που ασπαζόταν για να βγει. Μπήκε ο εκκλησάρης και τον βρήκε γονατιστό αλλά χωρίς πνοή. Έχει έρθει η αστυνομία, θα τον πάνε για νεκροτομή, θα τον στείλουν Αμερική.»

«Δεν ξέρω τι λέτε πάτερ, εγώ προχθές μίλησα, τέλος πάντων ήμαστε μαζί! Ήταν μια χαρά. Δεν μπορεί, δεν μπορεί να είναι αυτός!» «Όχι αυτός είναι. Έτσι το ήθελε ο Θεός.»

Έτσι τελείωσε ο Νικόλαος ο άρχων, ο εργάτης των εντολών του Χριστού ο κρυφός, ο φίλος μου ο ολιγοήμερος, ο γνήσιος ποιμένας που άφησε τα 99 για το ένα, που πουλήθηκε δούλος σαν αυτό τον Επίσκοπο του γεροντικού, ο Ιερέας του εικοστού αιώνος του απατεώνος, που τα μάτια του δεν απατήθηκαν αλλά είδε καθαρά την εικόνα του κόσμου, χωρίς φαντασία.

Ας έχουμε την ευχή του!!!

(Από το «Ενθύμιο Χειροτονίας εις Πρεσβύτερο π. Ευαγγέλου εξ ιατρών 14/11/2009»)
http://agiabarbarapatras.blogspot.com/
φωτογραφίες καί κειμενο:http://anavaseis.blogspot.com
http://orthodoxwiki.org/images/8/8c/Florovsky_book.jpg

http://blogs.sch.gr/kantonopou

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2018

7 Οκτωβρίου της Αγίας Ταρσώς δια ΧΝ Σαλής,



Απολυτίκιον Αγίας Ταρσώς δια ΧΝ Σαλής

Ήχος δ΄ :Ταχύ προκατάλαβε

Μωρίαν εκούσιον δια Χριστόν τον Θεόν
επόθησας πάνσεμνε και ακλινεί λογισμώ
Αυτώ ηκολούθησας, όθεν σοφώς βιώσασα
εν μονή Κερατέας, έσχες διακονούντας τους αγγέλους Οσία
Ταρσώ παναοίδιμε, πρέσβευε υπέρ των τιμώντων σε.


Μια  από  τις  παλιές  μοναχές  της  μονής,  η  αδελφή  Θεονύμφη,  είχε  προσέλθει  στην  μονή  το  1948  λίγους  μήνες   πριν  την  Ταρσώ.  Έζησαν  μαζί  πολύ  χρονικό  διάστημα,  ως  δόκιμες  στον  ξενώνα.  Μου  διηγήθηκε  η  ίδια  ότι  πάντα  την  απασχολούσε  το  μυστήριο  που  έκρυβε  η  Ταρσώ.  Ποτέ  δεν  κοιμήθηκε  ξαπλωμένη,  αλλά  πάντα  καθήμενη  στο  πάτωμα  του   δωματίου  που  έμεναν  οι  δόκιμες,    κι αργότερα  στα  χωράφια  κοντά  στο  πατητήρι  του  μοναστηριού.  Είχε  κάνει  εντύπωση  σε όλες,  ότι  δεν  δεχόταν  να  πλησιάσει  τους  συγγενείς  της  όταν  την  επισκέπτονταν,  αλλά  τους  έλεγε  να  αφήσουν  τα  πράγματα  που  της  έφερναν  και  να  φύγουν,  φοβούμενη  μήπως  την  πάρουν  από  το  μοναστήρι. Ενώ  ήταν  πάντα  καθαρή,  παρόλο  που  έκανε  πολλές  δουλειές,  ποτέ  δεν  την  είδαν  να  πλένει  ή  να  απλώνει  ρούχα,  και  έλεγαν  μεταξύ  τους  ότι  μάλλον  πηγαίνει  στην  θάλασσα  και  τα  πλένει.  Εκείνη  την  εποχή  η  παραλία  ήταν  εντελώς  ερημική.

 Κάποια  νύκτα  που  έπιασε  δυνατή  νεροποντή  και  το  νερό  είχε  ανεβεί  ψηλά  ώστε  να  μπαίνει  στην  κουζίνα  του  ξενώνα,  η  αδελφή  Θεονύμφη  μη  μπορώντας  να  πάει  ούτε  λίγα  βήματα  έξω  για  να  βγάλει  τα  νερά  από  την  κουζίνα,  θυμήθηκε  την  Ταρσώ  που  έμενε  έξω  στα  χωράφια  και  άρχισε  να  ανησυχεί  έντονα  γι`αυτήν.  Σε  λίγη  ώρα  που  μετριάστηκε  η  βροχή,  Την  βλέπει  ξαφνικά  να  μπαίνει  στο  δωμάτιο  κουκουλωμένη  με  ένα  κομμάτι  αδιάβροχο   και  να  βαδίζει  κατευθείαν  στην  γωνιά  της  και  όπως  πάντα  κάθησε  κατάχαμα  (στην  συνηθισμένη  στάση,  κόντρα  στον  τοίχο),  χωρίς  να  πεί  λέξη.  Η  αδελφή  χάρηκε  που  την  είδε  κι  άρχισε  να  την    παρατηρεί,   διαπιστώνοντας  με  έκπληξη  πως  ήταν  στεγνή  κι ούτε  στα  παπούτσια  δεν  είχε  βραχεί!!!  Ακόμη  ούτε  πατημασιές  υπήρχαν  στο  δωμάτιο!  Άρχισε  λοιπόν  να  της  ρωτάει   με  θαυμασμό:
-       Ταρσούλα  μου  που  ήσουν;  ανησύχησα  πολύ !
-       «Κύριε  Ιησού  Χριστέ  ελέησον  ημάς!»
-       Μα  πώς…δεν  βράχηκες;
-       «Κύριε  Ιησού  Χριστέ  ελέησον  ημάς!»
-       Αχ  Ταρσούλα  μου…
-       «Κύριε  Ιησού  Χριστέ  ελέησον  ημάς…»
      
  Αρκετά  χρόνια  μετά  την  κοίμησή  Της,  είδε  το  εξής  όνειρο:
Βρισκόταν  έξω  από  την  μονή,  σε  άγνωστο  υπαίθριο  τοπίο.  Εκεί  που  περπατούσε  βλέπει  ξαφνικά  κάποιαν  άγνωστη  ντυμένη  με  ένα  μακρύ  φόρεμα  αστραφτερό  σαν  από  κρύσταλλο  και  στο  κεφάλι  φορούσε  ένα  μεγάλο  σαρίκι  με  κόκκινες  κορδέλες  και  σταυρούς,  σαν  του  Αγίου  Ιωάννου  του  Δαμασκηνού.  Η  άγνωστη  την  κάλεσε  να  την  ακολουθήσει  :  «Έλα  πάμε!»  κι  αμέσως  κατάλαβε  από  την  φωνή  ότι  ήταν  η  Ταρσώ.  Βρέθηκαν  να  βαδίζουν  στον  αέρα  πάνω  από  μια  άβυσσο  και  η  αδ.  Θεονύμφη  άρχισε  να  βάζει  λογισμούς  ότι  μάλλον  πέθανε  και  η  ψυχή  της  ακολουθούσε  την   Ταρσώ.  Τότε  Την  άκουσε  να  της  λέει  «μη  βάζεις  τέτοιους  λογισμούς,  δεν  πέθανες  ακόμη!».  Κάποια  στιγμή  της  είπε  να  σταματήσει  εκεί  γιατί  είχε  κάποια  αποστολή  να  εκτελέσει.  Να  στείλει  δώρα  στους  κεκοιμημένους!

Βλέπει  λοιπόν  την   Ταρσώ  να  φορτώνει  δέματα  σε  ένα  άρμα  όπως  του  προφήτου  Ηλιού,  τα  οποία  έπαιρνε από  ένα  μεγάλο  σωρό  εκεί  κοντά.  Είχε  σχεδόν  γεμίσει  το  άρμα,  όταν  στην  αδελφή  Θεονύμφη    γεννήθηκε  η  επιθυμία  να  μπορούσε  να  έστελνε  κι  αυτή  κάτι  στην  μητέρα  της,  που  είχε  κοιμηθεί  πριν  από  χρόνια.  Τότε γύρισε  η  Ταρσώ  προς  το  μέρος  της,  την  κοίταξε  για  μια  στιγμή  στα  μάτια  και  φορτώνοντας  ένα   δέμα  στο  παϊτόνι  είπε  δυνατά  «αυτό  είναι  για  την  μητέρα  σου» .  Σκέφτηκε  μετά  να  μπορούσε  να  έστελνε  και  για  την  Νονά  της  που  είχε  κοιμηθεί  πρόσφατα  σε  ηλικία  105  ετών.  Βλέπει  πάλιν  την  Ταρσώ  να  παίρνει  ένα  μικρότερο  δέμα  αρκετά  περιποιημένο  και  να  της  λέγει:  «αυτό  καλό  είναι  για  την  νονά  σου;».  Μετά  της  λέγει:
-  Κατέβα  τώρα  να  γυρίσεις  πίσω.
-  Φοβάμαι!…πώς  θα  κατέβω  από  τόσο  ψηλά;  Δεν  θα  με  πάρεις  μαζί  σου; 
-  Όχι  ακόμη…
Και  κοιτάζοντας  κάτω,  ξύπνησε  ευρισκόμενη  σε  μεγάλη  ψυχική  ευφορία  και  χαρά.

Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2018

Ελένη Πολυβίου

-->


Η φιλόθεη και φιλάρετη Ελένη Πολυβίου, η «Ελού», όπως την αποκαλούσαν, είδε το φως της ζωής στις 25-4-1926 στην Λάρνακα Κύπρου. Είχε γονείς τον Κυριάκο και την Ελπινίκη, ανθρώπους φτωχούς αλλά τίμιους και πιστούς. Από τον γάμο της με τον Μιχαήλ Πολύβιο απέκτησαν εξι τέκνα: Γεώργιο, Άννα, Κυριάκο, Μιχαλάκη, Ανδρούλα και Ελπινίκη. Αξιώθηκε να ίδη την δευτερότοκη θυγατέρα της Άννα μοναχή, με το όνομα Ταξιαρχία, που μονάζει σε μοναστήρι της Ηπείρου.


 

Ελένη Πολυβίου

Εγκύκλια γράμματα έμαθε λίγα. Δεν τελείωσε το Δημοτικό σχολείο, μελετούσε όμως την Αγία Γραφή και τους Βίους των Αγίων. Είχε σύνεση και διάκριση. Ήταν απλή, ευχάριστη και άνετη στην επικοινωνία της με τους άλλους.

Η Ελένη Πολυβίου δεν ήταν ο συνηθισμένος τύπος πιστής γυναίκας. Αν την έβλεπε κάποιος εξωτερικά, θα την θεωρούσε, ίσως, αφελή και θρησκόληπτη. Αν όμως την πλησίαζε, θα ευρίσκετο μπροστά σε μία αποκάλυψη. Ιδιαίτερα ευφυής, ήξερε να κρύβη την πνευματική ζωή και τους ασκητικούς αγώνες της. Όταν ήταν λυπημένη δεν το έλεγε. Πάντα εφαίνετο χαρούμενη. Δεν την ενδιέφεραν οι συνηθισμένοι κανόνες καλής συμπεριφοράς. Τους υπερέβαινε και τους καταργούσε, θυμίζοντας κάποτε τους διά Χριστόν σαλούς Αγίους της Εκκλησίας μας.

Αγάπησε και πόνεσε πολύ στην ζωή της. Ο μεγαλύτερος πόνος της, ανάμεσα στις πολλές θλίψεις που δοκίμασε κατά τον επίγειο βίο της, ήταν η απώλεια του πρωτόκου γυιού της Γεωργίου, κατά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το καλοκαίρι του 1974. Ένας πόνος, που μέσα από την πίστη, μεταμορφώθηκε σε αληθινή αγάπη και προσευχή για όλους.

Έμαθε τον πόνο και την θλίψη της που είχε λόγω του αγνοούμενου γυιού της, να τον κάνη προσευχή και όχι κατάθλιψη και απελπισία. Και άρχισε με την συμβουλή ενός καλού Πνευματικού που είχε, να κάνη κάθε Σάββατο πρόσφορο. Και το πήγαινε πρωί- πρωί, από το χάραμα, στο Μοναστήρι και έλεγε: «Οι υπόλοιπες γυναίκες, όταν τελειώνη η Λειτουργία του Σαββάτου, θα πάνε στον τάφο του παιδιού τους, στον τάφο του ανδρός τους να κάνουν τρισάγιο. Εγώ ούτε τάφο δεν έχω για τον γυιό μου. Ούτε ξέρω αν πέθανε. Γι’ αυτό κάνω αυτό το πρόσφορο και το προσφέρω στον ιερέα για να το προσφέρη στον Χριστό μας. Και θα τον παρακαλώ: “Χριστέ μου, αν ο γυιός μου ζή, φώτισέ τον να κρατηθή στην πίστη του. Εκεί που βρίσκεται να είναι κοντά Σου. Αν έχη κοιμηθή, φώτισέ τον αιώνια και φώτισέ μας και μας να τον μνημονεύουμε.

Εσύ ξέρεις αν είναι ζωντανός η κεκοιμημένος”».

Κάποια φορά έγραψαν κάποιες εφημερίδες ότι μερικοί αγνοούμενοι ζούνε και μερικούς από αυτούς τους υποχρέωσαν οι Τούρκοι να παντρευτούν Τουρκάλες. Το διάβασε αυτό η γιαγιά η Ελού και θορυβήθηκε και είπε στον π. Νεόφυτο: «Να κάνης μία Παράκληση στον Άγιο Γεώργιο για τον Γιώρκο μου. “Ως των αιχμαλώτων ελευθερωτής…” δεν είναι; Αν ο γυιός μου είναι ζωντανός και αλλαξοπίστησε καλύτερα να τον θερίση από αυτήν την ζωή. Εγώ τον θέλω τον γυιό μου ζωντανό, αλλά Ορθόδοξο».

Φτωχή γυναίκα ήταν, ενα πρόσφορο έκανε, και έκανε και την δική της καρδιά πρόσφορο, την προσέφερε στο Χριστό και ο Χριστός έκανε τον πόνο της χαρά και όποιος την επλησίαζε εισέπραττε αυτή την χαρά από την Ελού. Και έφευγε από κοντά της αναπαυμένος και χαρούμενος. Γι’ αυτό και ήταν μαγνήτης.

Σιγά-σιγά αυτή η γυναίκα απόκτησε πολλή χαρά. Τόση χαρά απόκτησε που έλεγε: «Κύριε, έλέησον. Μα πόση χαρά εχω μέσα στην καρδιά μου. Ιδιαίτερα στην θεία Λειτουργία! Εκείνη την ώρα γεμίζει φως ο νους μου και βλέπω μέσα μου χιλιάδες ονόματα. Και αρχίζω και τα διαβάζω. Συλλαβιστά-συλλαβιστά, όπως μπορώ, να διαβάζω».

Αποτέλεσμα αυτής της χαράς που ζούσε, άρχισε να μοιράζη η ίδια χαρά στους πιστούς. Την πλησίαζαν νέοι που κατάλαβαν την αρετή της, και πήγαιναν και την φιλούσαν το χέρι. Και τους ελεγε: «Γυιέ μου, εκατομμύρια ευχές να εχετε. Εκατομμύρια εκατομμυρίων».

Μέσα στην Εκκλησία έβλεπες όλες τις γυναίκες να είναι γύρω από την Ελού. Οι νέες να την έχουν κοντά τους, να την παίρνουν στις αγρυπνίες, να την δείχνουν πολύ σεβασμό και να την έχουν ως ενα πρότυπο χαριτωμένης γυναίκας.

Κάθε Σάββατο, αλλά και άλλες μέρες, πήγαινε με τα πόδια στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου του Κοντού στην Λάρνακα, για να καθαρίση το ναό. Ο μακαριστός πατήρ Νικόλαος, ιερέας του ιερού ναού Αγίου Γεωργίου, ανέφερε στη νύφη της Στέφη ότι καθάριζε το ναό περισσότερο με τα ρούχα της, αφού ήταν γονατιστή όσο καθάριζε το πάτωμα. Όταν η ηλικία και η υγεία της δεν της επέτρεπαν να πηγαίνη περπατητή στον Άγιο Γεώργιο, ξεκινούσε και στον δρόμο πάντοτε κάποιον εύρισκε, γνωστό ή άγνωστο, που την μετέφερε. Όταν έφθανε στην πόρτα του ναού, γονάτιζε και πήγαινε γονατιστή μέχρι την εικόνα του Αγίου, όπου τον παρακαλούσε για τον αγνοούμενο γυιό της. Είχε αποθέσει όλες τις ελπίδες της για την ανεύρεση του γυιού της στον άγιο Γ εώργιο, και ο Άγιος δεν έμεινε απαθής από αυτή την συνεχή παράκληση της πονεμένης μάννας. Μία μέρα καθώς ευρίσκετο στο Μοναστήρι, είδε τον Άγιο καβάλα στο άλογό του φέρνοντας μαζί του το αγνοούμενο παιδί της για να το δή η Ελένη. Αυτό το ανέφερε σε μία γνωστή της, την οποία παρακάλεσε να μην το πή στη νύφη της για να μην στενοχωρηθή.

Άλλοτε που επέστρεψε από τον Άγιο Γεώργιο, ανέφερε στη νύφη της ότι ο Άγιος είχε μόλις επιστρέψει από το Βερούτη (Βηρυτό), και η εικόνα του ήταν ιδρωμένη από πάνω μέχρι κάτω.

Ήξερε να αγαπά χωρίς ανταλλάγματα τον άνθρωπο. Έδινε τον εαυτό της στον άλλον και σήκωσε στους ασθενικούς ώμους της τα βάσανα και τα προβλήματα των άλλων. Λόγω αυτής της ανιδιοτελούς, της χωρίς όρια αγάπης της, εγινε πόλος έλξης για πολλούς ανθρώπους που ανακούφιζε και παρηγορούσε. Όλοι αυτοί είναι οι αψευδείς μάρτυρες της αγιασμένης ζωής της.


 

Ελένη Πολυβίου

Το σπίτι της ήταν πάντα ανοικτό για γνωστούς και αγνώστους, πλούσιους, φτωχούς, νέους, ηλικιωμένους, και αξιωματούχους του κράτους. Φιλοξενούσε Μητροπολίτες, Ιερείς και Μοναχούς, πονεμένους, δυστυχισμένους, αρρώστους. Σε όλους τους κληρικούς -ακόμα και σ’ όσους ένιωθε ότι θα ακολουθήσουν αυτό τον δρόμο- τους χάρισε μαύρες πλεκτές ζακέτες.

Κάθε Κυριακή πήγαιναν στο σπίτι της ηλικιωμένοι από την γειτονική στέγη ενηλίκων, «Παναγίας Χρυσογαλακτούσης», και τους πρόσφερε πρόγευμα, γεύμα, ρούχα, αλλά κυρίως την στοργή και την αγάπη της.

Στον μπακάλη της γειτονιάς της, τον κ. Σάββα, είχε δώσει εντολή να αφήνη δύο φτωχές γυναίκες να ψωνίζουν και να τα χρεώνουν στον λογαριασμό της.

Στον κάθε ένα που περνούσε από το σπίτι, του έλεγε: «Έλα μέσα να πάρης καφέ!». Πάντα κάτι είχε να προσφέρη σε μικρούς και μεγάλους. Οι καλωσύνες της δεν είχαν τέλος.

Κάποια γυναίκα που ερχόταν σχεδόν καθημερινά στο σπίτι της, την άφηνε να μπαίνη στην κουζίνα και να παίρνη ό,τι εχρειάζετο για τις ανάγκες του σπιτιού της. Της χάρισε και το πλυντήριο ρούχων της νύφης της, που έμενε στην ίδια αυλή.

Αρκετοί από αυτούς που έρχονταν να την επισκεφτούν της έφερναν διάφορα πράγματα, όπως τρόφιμα, ρούχα και άλλα, τα οποία όμως μοίραζε αμέσως σε όσους τα εχρειάζοντο. Μία γνωστή της, έφερε ένα δοχείο με πολλά χαλούμια. Ενώ συζητούσαν, ήρθε άλλη κυρία που είχε ανάγκη, και της τα έδωσε όλα, χωρίς να κρατήση ούτε ενα.

Ένας άγνωστος την επισκέφτηκε και της ζήτησε να του δώση ένα παντελόνι. Ολοπρόθυμα του πρόσφερε δύο παντελόνια και ένα σακκάκι και δύο λίρες.

Για ένα χρόνο έρραβε στο χέρι (αφού την ραπτομηχανή της την είχε χαρίσει) ενα παλτό για τον εαυτό της, το οποίο όμως χάρισε σε μία γνωστή της επειδή είπε ότι της άρεσε πολύ.

Μετά τον πόλεμο του 1974 κρατούσαν αρκετούς Τουρκοκύπριους αιχμαλώτους σε ένα γειτονικό σχολείο. Η γιαγιά Ελένη, παρά τον πόνο του χαμένου παιδιού της, φιλοξενούσε τις Τουρκοκύπριες που πήγαιναν να δούν τους δικούς τους. Όχι μόνο δεν μνησικακούσε, αλλά τους έδινε νερό και τρόφιμα να πάνε στους αιχμαλώτους συγγενείς. Αρκετές ήταν οι φορές που η ίδια μαζί με τον σύζυγό της επεσκέπτοντο τους αιχμαλώτους.

Δεν υπολόγιζε καθόλου τον κόπο και τα ύλικά αγαθά, αλλά ούτε και τα χρήματα. Όσα λεφτά έφταναν στα χέρια της, αμέσως τα εδινε εκεί που είχαν ανάγκη.

Σε κάποιον κ. Σταύρο που την επισκέφτηκε, του έδωσε λεφτά, τον παρεκάλεσε να αγοράση ενα κιβώτιο γάλα και να το πάη σε ενα συγκεκριμένο γηροκομείο. Όταν ο κ. Σταύρος εφθασε στο Ίδρυμα, η Διευθύντρια έκπληκτη τον ρώτησε πως γνώριζε ότι δεν είχαν γάλα και ότι το εχρειάζοντο.

Κάποτε που εώρταζε ο εγγονός της, ήθελε ν’ αγοράση κάτι και δεν είχε καθόλου χρήματα. Εκεί που περπατούσε, βλέπει κάτω στην άκρη του δρόμου χρήματα, και ήταν όσα ακριβώς εχρειάζετο για ν’ αγοράση αυτό που ήθελε! Τα πήρε, και εδόξασε τον Θεό.

Μιλούσε σε αγνώστους και τους εκανε φίλους της, χωρίς να τους ξεχωρίζη για την εθνικότητα, το θρήσκευμα και το χρώμα τους. Κάποτε το Πάσχα, ενώ ετοίμαζαν το τραπέζι, είδε να περνούν έξω από το σπίτι της τουρίστες, τους κάλεσε και έφαγαν με την οικογένειά της. Μία νεαρή ψυχοπαθής ζήτησε καταφύγιο κοντά της. Αφού δείπνησαν, την πήγε στη νύφη της στο διπλανό σπίτι για να περάση το βράδυ. Κάποια άλλη, που φιλοξενήθηκε στο σπίτι της και επειδή δεν είχε άλλο κρεββάτι, της έδωσε το δικό της και ξάπλωσε η ίδια στο πάτωμα. Όταν την ρώτησε η κόρη της Ανδρούλα γιατί κοιμήθηκε κάτω, της απάντησε ότι έκανε πολλή ζέστη το βράδυ και δεν μπορούσε να κοιμηθή στο κρεββάτι.

Κάθε χρόνο στην μεγάλη εμποροπανήγυρη της Λάρνακας, φιλοξενούσε εκτός από τους υπόλοιπους ξένους, ένα λεωφορείο κόσμο από το χωριό του συζύγου της. Το σπίτι και η αυλή γέμιζαν από κόσμο. Μετά το δείπνο έστρωνε στο πάτωμα για να κοιμηθούν οι ξένοι.

Φιλοξενούσαν συχνά μία συγγενή της. Αυτή θέλησε κάποτε να καθαρίση την κουζίνα. Στην προσπάθειά της να καθαρίση και το ολοκαίνουργιο ψυγείο, το κατέστρεψε. Όλοι στενοχωρήθηκαν και την μάλλωσαν, ενώ η Ελένη της έδινε εκατομμύρια ευχές.

Ένας φίλος κάποιου νέου που χτύπησε με το μηχανάκι πολύ άσχημα, ζήτησε από την κ. Ελένη να κάνη προσευχή. Αυτή έδωσε λαδάκι από κάποιο Άγιο και ο νεαρός, αφού τον σταύρωσαν, έγινε καλά. Από τότε πολλοί μαθητές την γνώρισαν και την επισκέπτοντο συχνά. Αφού τους κερνούσε, με πολλή αγάπη τους μιλούσε και τους νουθετούσε. Με αυτόν τον τρόπο πολλοί νέοι γνώρισαν τον Θεό.

Όταν πάθαιναν κάτι οι δικοί της και ειδικά τα παιδιά της, το διαισθάνετο. Η κόρη της Ελπινίκη που μένει στην Αθήνα, έκανε επέμβαση στον εγκέφαλο για αφαίρεση καλοήθους όγκου. Για την εγχείρηση δεν είχε αναφέρει τίποτα στους γονείς της, όμως η κ. Ελένη όλη μέρα ήταν ανήσυχη και ρωτούσε τους άλλους για την κόρη της την Ελπινίκη, και ήθελε οπωσδήποτε να μιλήση μαζί της στο τηλέφωνο.

Συνεχίζεται…

 Πηγή: Ασκητές μέσα στον κόσμο, τόμος Β΄,έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος», Μεταμόρφωσης Χαλκιδικής, 2012

 http://www.pemptousia.gr

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2018

Μία απίστευτη ιστορία




 

Στις δώδεκα τα μεσάνυχτα, χτύπησαν την πόρτα στην Εκκλησία. Ήταν μια γριούλα. Και ζητούσε παπά, να πάει να κοινωνήσει έναν άρρωστο.
Ο παπάς ετοιμάστηκε και βγήκε αμέσως μαζί της. Πλησιάζουν σε ένα φτωχό σπιτάκι, τύπου παράγκας.
Η γριούλα ανοίγει την πόρτα και μπάζει τον ιερέα σε ένα δωμάτιο. Και να ξαφνικά ο παπάς ευρίσκεται εκεί μόνος με τον άρρωστο.
Ο άρρωστος του δείχνει με χειρονομίες την πόρτα και σκούζει.
– Φύγε από εδώ! Ποιος σε κάλεσε; Εγώ είμαι άθεος. Και άθεος θα πεθάνω.
Ο παπάς τα έχασε.
– Μα δεν ήλθα από μόνος μου! Με κάλεσε η γριά!
– Ποια γριά; Εγώ δεν ξέρω καμιά γριά!
Ο παπάς, καθώς στέκει απέναντί του, βλέπει επάνω από το κεφάλι του αρρώστου, μια φωτογραφία με την γυναίκα πού τον κάλεσε.
Του λέει, ενώ του δείχνει το πορτραίτο.
– Να αυτή!
– Ποια αυτή, ξέρεις, τί λες, παπά; Αυτή είναι η μάνα μου. Και έχει πεθάνει χρόνια τώρα!
Για μια στιγμή πάγωσαν και οι δύο. Αισθάνθηκαν δέος. Ο άρρωστος άρχισε να κλαίει.
Και αφού έκλαψε, ζήτησε να εξομολογηθεί. Και μετά, κοινώνησε.

Η μητέρα του είχε φροντίσει από τον ουρανό, να του δείξει τον δρόμο της σωτηρίας.

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2018

Οι λογισμοί καθορίζουν τη ζωή μας.


 


"Κάθε πραγματικός πόλεμος ξεκινά πρώτα με λογισμούς. Οι λογισμοί μας είναι πολύ διεισδυτικοί και διαθέτουν μεγάλη δύναμη. Εμφυτεύονται στον νου μας κάθε ώρα και στιγμή, απ' όλες τις πλευρές και τις κατευθύνσεις...... Αν έχουμε λογισμούς που θέλουν να διορθώσουν τα λάθη των άλλων, είναι σαν να τους χτυπάμε. Ανεξάρτητα πόσο κοντά μας είναι κάποιο πρόσωπο, θα τους νιώσει και θα απομακρυνθεί από εμάς, διότι θα του έχουμε δώσει ένα σκαμπίλι με τους λογισμούς μας. Και αυτό αληθεύει ιδιαίτερα στην περίπτωση των λογισμών των γονέων για τα παιδιά τους και αντίστροφα, με αποτέλεσμα να διαλυθούν οικογένειες από την υποβολή και μόνο κακών λογισμών. Και εμείς νομίζουμε ότι οι λογισμοί δεν είναι τίποτα! Όταν ήμουν νέος δεν ήξερα ότι δεν πρέπει να κάνουμε ούτε κακούς λογισμούς για τους γονείς μας. Δεν πρέπει να τους πληγώνουμε ούτε καν με τους λογισμούς μας.Υπέφερα πολλά εξαιτίας αυτής της άγνοιας μου ....Μην αποδέχεσαι υποβολές. Να λες στον εαυτό σου: δεν πρόκειται να το σκεφθώ, ούτε να το πράξω αυτό. Να μάθουμε όλοι να ελέγχουμε τους λογισμούς μας γιατί ο νους μας είναι μεγάλος πλάνος. Πάντοτε ταξιδεύει και δεν βρίσκει ανάπαυση....Οι λογισμοί μας καθρεφτίζουν ολόκληρη τη ζωή μας.Πρέπει να αγωνιζόμαστε έτσι ώστε να είναι ήσυχοι, ειρηνικοί, γεμάτοι αγάπη, αγαθοσύνη και αγνότητα."


Γέροντας Θαδδαίος της Βιτόβνιτσας.

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2018

Κάνοντας το Θεό να χαμογελάει..




Ἀναφέρει ὁ π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος (†1989):

«Ἐπισκέφθηκα πρό ἐτῶν μεγάλη γυναικεία Μονή. Μεταξύ τῶν μοναζουσῶν, τίς ὁποῖες γνώριζα, ἦταν καί μία σχεδόν αἰωνόβια.Ὕπαρξη ὀλιγογράμματη, ἀλλά ἁγιασμένη.
Λόγῳ τοῦ γήρατος δέν σηκωνόταν πλέον ἀπ’ τό κρεβάτι. Καθόταν μόνο πάνω σ’ αὐτό. Πῆγα στό κελλί της.

Κλαίγοντας μοῦ εἶπε τό… παράπονό της: “Ἄχ, αὐτή ἡ Γερόντισσα! Τήν παρακαλῶ νά μοῦ δίνη δουλειά νά κάνω ἐδῶ πάνω στό κρεβάτι, ἀφοῦ δέν μπορῶ νά σηκωθῶ ἄν δέν μέ κρατοῦν, καί αὐτή δέν μοῦ δίνει. Μπορῶ νά τυλίγω κουβάρια. Δέν μέ ἀφήνει, ὅμως. Μοῦ λέει ὅτι δούλεψα ὀγδόντα χρόνια στό Μοναστήρι. (Εἶχε μεταβῆ ἐκεῖ σέ ἡλίκα 16 ἐτῶν.) Ἀλλά ἔτσι ἐγώ τρώω δωρεάν τό ψωμί μου. Δουλεύουν ἄλλες καί ταΐζουν ἐμένα. Τί νά κάνω, ὅμως; Ἡ Γερόντισσα δέν ὑποχωρεῖ. Στενοχωρήθηκα τόσο πού δέν ἤθελα νά τρώω.

Ἀλλά μετά σκέφθηκα κάτι καί ἀναπαύθηκα. Σκέφθηκα νά κάνω συνέχεια προσευχή γιά ὅλους. Ἔτσι μοῦ φαίνεται σάν νά δουλεύω κι ἐγώ. Βλέπεις αὐτό τό κομποσχοίνι; (Μοῦ ἔδειξε ἕνα κομποσχοίνι πού εἶχε πολύ μεγάλους κόμπους.) Δέν τό ἀφήνω καθόλου ἀπ’ τά χέρια μου μέρα-νύκτα, ἐκτός ἀπό δύο-τρεῖς ὧρες κατά τίς ὁποῖες κοιμᾶμαι. Κάνω συνέχεια προσευχή γιά τή Γερόντισσα καί γιά τίς καλόγριες πού δουλεύουν γιά νά τρώω ἐγώ.
Ἀλλά κάνω καί γιά ἄλλους. Γιά τό Δεσπότη μας καί γιά τούς ἄλλους Ἀρχιερεῖς, γιά τούς Ἱερεῖς, γιά τούς Κήρυκες, γιά τούς Ἄρχοντες, γιά τούς Δικαστές, γιά τό Στρατό, γιά τούς Χωροφύλακες, γιά τούς Δασκάλους, γιά τούς Μαθητές, γιά τίς χῆρες, γιά τά ὀρφανά, γιά ὅλους ὅσους θυμηθῶ. Ἔτσι αἰσθάνομαι λιγότερο βάρος στή ψυχή μου πού τρώω δίχως νά δουλεύω…”.

Δακρύζω ὅσες φορές φέρνω στή μνήμη μου τή σκηνή αὐτή. Ἔκτοτε δέν ξαναεῖδα τήν ὁσία ἐκείνη Μοναχή. Μετά ἀπό λίγους μῆνες ἀπῆλθε σέ ἄλλους κόσμους, γιά νά συνεχίζη ἐκεῖ τίς “ἐκ βαθέων” προσευχές της “γιά ὅλους ὅσους θυμηθῆ” (ἐλπίζω καί γιά μένα…), ἄν καί χωρίς πλέον τό χονδρό κομποσχοίνι της, τό ὁποῖο τάφηκε μαζί μέ τό ἱερό σκῆνος της…».

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2018


Saint Silouan...


Η φοβερή αποκάλυψη στον άγιο Σιλουανό




Στην αρχή του εικοστού αιώνος “εγένετο ρήμα Κυρίου” στον μακάριο Γέροντα Σιλουανό: “Κράτα τον νουν σου στον άδη και μην απελπίζεσαι”. Την ακριβή ημερομηνία του γεγονότος αυτού δεν την έμαθα ποτέ. Ίσως να συνέβη το έτος 1906. Ένα περίπου χρόνο πριν, το 1905, έγινε γνωστή στον κόσμο η Εξίσωση του Αϊνστάϊν: E=mc2. Η τελευταία αυτή έθεσε το θεμέλιο στη σύγχρονη επιστήμη και τεχνολογία. Αφενός μεν άνοιξε κολοσσιαίες πηγές ζωτικής ενέργειας, αφετέρου δε ήταν η αφετηρία για την προετοιμασία του “αποκαλυπτικού” πυρός που είναι έτοιμο να καταβροχθίσει κάθε ίχνος ζωής επάνω στη Γη (βλ. Β’ Πέτρ. γ’ 7, Β’ Θεσσ. α’ 8, Εβρ. ι’ 27, Λουκ. κα’ 35). Ο λόγος όμως που δόθηκε στον Σιλουανό, ανυπέρβλητος κατά την αξία του, αποτελεί για πολλούς πιστούς καθοδηγητικό αστέρα προς την ασάλευτη Βασιλεία (βλ. Εβρ. ιβ’ 28). Ως προς το πνεύμα, το περιεχόμενο του λόγου αυτού μοιάζει προς τη διδασκαλία των αρχαίων Πατέρων της Αιγύπτου: Αντωνίου, Μακαρίου, Σισώη, Ποιμένος, των μεγάλων, και πολλών άλλων λιγότερο γνωστών, αλλά ίσως όχι λιγότερο μεγάλων ως προς τα έργα τους. 

Ο λόγος του Χριστού “και μην απελπίζεσαι” δόθηκε δια του Αγίου Σιλουανού στην εποχή μας, που χαρακτηρίζεται από γενική απόγνωση, εξαιρετικά βαρειά. Οι άνθρωποι του αιώνα μας συχνά, παρά τη θέληση τους, γίνονται ηθικοί συνεργοί σε ατέλειωτες τοπικές ή και παγκόσμιες ακόμη αδελφοκτονίες. Ως τέτοιοι, αμετανόητοι ηθικοί συνεργοί, στερούνται, κατά φυσικόν τρόπο, την χάρη του Αγίου Πνεύματος και δεν μπορούν πλέον να πιστέψουν στην αθανασία τους δια της αναστάσεως. Αληθινά, και ούτε την επιθυμούν. Ακριβώς σε αυτή την αυτοκαταδίκη σε πλήρη μετά θάνατον εκμηδένιση έγκειται η πνευματική ουσία της απογνώσεως. 

Όταν ο Σιλουανός έλαβε τον λόγο από τον Κύριο, τον εφάρμοσε ολοκληρωτικά στη ζωή του. Να πώς γράφει ο ίδιος γι’ αυτό: “Άρχισα να πράττω όπως διδάχθηκα από τον Κύριο, και ο νους μου καθαρίσθηκε και το Πνεύμα μαρτυρούσε τη σωτηρία”. “Αμήν αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον Μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί Με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν (ήδη) εκ του θανάτου εις την ζωήν” (Ιωάν. ε’ 24)»
“Έλεγε ο Γέροντας ότι οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που εγγίζουν τα όρια αυτά λιγοψυχούν, φρίττουν και δεν αντέχουν. Να γιατί ο Μέγας Σισώης διατύπωνε, σχετικά με αυτό, το ερώτημα: «Τις δύναται βαστάσαι τον λογισμόν Αντωνίου; Πλην οίδα άνθρωπον (πρόκειται για τον ίδιο) ότι μετά καμάτου δύναται βαστάσαι τον λογισμόν αυτού». Διευκρίνιζε ο Γέροντας Σιλουανός ότι ο Σισώης είχε υπ’ όψιν του τον λογισμό εκείνο που διδάχθηκε ο Μέγας Αντώνιος από τον τσαγκάρη της Αλεξάνδρειας: «... ως ανίσταμαι το πρωί καθίσαι εις το εργόχειρον μου, λέγω εις εαυτόν ότι πάσα η πόλις αύτη, από μικρού έως μεγάλου αυτών, εισέρχονται εις την Βασιλείαν δια τας δικαιοσύνας αυτών, εγώ δε μόνος κληρονομώ την κόλασιν δια τας αμαρτίας μου· και πάλιν οψέ, πριν κοιμηθώ, λέγω τον αυτόν λόγον· οι πάντες σώζονται, εγώ δε μόνος απόλλυμαι». Στον Μέγα Αντώνιο, τον θεμελιωτή του ανατολικού μοναχισμού και καθηγητή της ερήμου, δόθηκε μαζί με τη νόηση και η δύναμη να βαστάζει αυτό τον λογισμό. Και δίδαξε την εργασία αυτή σε ασκητές ικανούς να λάβουν όχι γάλα αλλά στερεά τροφή. 

Από αυτόν παρέλαβαν την επιστήμη αυτή και οι άλλοι μεγάλοι Πατέρες της ερήμου και την έδωσαν ως ανεκτίμητο θησαυρό, κληρονομιά στις επερχόμενες γενεές. Η εργασία αυτή παίρνει στην πρακτική κάθε ασκητή ιδιαίτερη λεκτική διατύπωση, ενώ ουσιαστικά παραμένει η ίδια. Έτσι, ο Ποιμήν ο Μέγας έλεγε στους μαθητές του: «Πιστεύσατε τέκνα! Εις τον τόπον όπου βάλλεται ο σατανάς, εκεί βάλλομαι». Έλεγε ο μακάριος Γέροντας Σιλουανός ότι πολλοί ασκητές, όταν πλησιάσουν αυτή την κατάσταση –απαραίτητη για την κάθαρση από τα πάθη– απελπίζονται, και γι’ αυτό δεν μπορούν να προχωρήσουν. Όποιος όμως γνωρίζει ότι «ο Κύριος απείρως μας αγαπά», αποδιώκει την καταλυτική ενέργεια της τέλειας απογνώσεως και γνωρίζει με σοφία να ίσταται επί του χείλους της [απογνώσεως] και με τη δύναμη των φλογών του άδη να κατακαίει μέσα του κάθε πάθος, και δεν γίνεται θύμα της απογνώσεως: «Και μην απελπίζεσαι»”.



Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2018

Πότε αγαπούμε πραγματικά τον συνάνθρωπο; Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς



Τὸ χειρότερο πρᾶγμα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους εἶναι ὁ θάνατος: τὸ νὰ γίνω λάσπη, νὰ μεταβληθῶ σὲ σκουλήκια, σὲ πηλό! Ἀξίζει τάχα νὰ εἶναι κανεὶς ἄνθρωπος; Γιατὶ νὰ σὲ ἀγαπήσω, Θεέ μου, ἀφοῦ αὔριο θὰ μεταβληθῶ σὲ σκουλήκια καὶ πηλό;
Νά, ὅμως, ποὺ ὁ Κύριος Ἰησοὺς Χριστὸς σὲ σώζει ἀπὸ τὸν θάνατο διὰ τῆς Ἀναστάσεώς Του, ἐξασφαλίζει τὴν αἰώνιο ζωὴ γιὰ τὴν ψυχή σου καὶ τὸ σῶμα, ὅταν ἐκεῖνο θὰ ἀναστηθεῖ λαμπερό καὶ θά ἐνωθεῖ μὲ τὴν ψυχή.

Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος Ἰησοὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποκαλεῖται ὁ Μόνος Φιλάνθρωπος, ὁ μόνος ἀπὸ κατασκευῆς κόσμου μέχρι τῆς Φοβερᾶς Κρίσεως.
Μονάχα ἐκεῖνος ποὺ νίκησε τὸν θάνατο εἶναι ὁ Μόνος Φιλάνθρωπος καὶ ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι ἁπλὲς φλυαρίες.
Καὶ οἱ κουλτούρες, οἱ πολιτισμοί, οἱ ἐπιστῆμες καὶ οἱ τέχνες; – Τὶ ἀστεῖα πράγματα! Μὰ τὶ νὰ τὴν κάνω τὴν τεχνολογία καὶ τὴν ἐπιστήμη ὅταν μὲ μεταβάλουν σὲ σκουλήκια καὶ λάσπη;

Ἐκεῖνος εἶναι ὁ μόνος φιλάνθρωπος, αὐτὸς ποὺ μὲ ἐλευθερώνει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τὸν θάνατο καὶ τὸν διάβολο. Γιατὶ ὁ διάβολος εἶναι ὁ ἐφευρέτης τῆς ἁμαρτίας καὶ μαζὶ μ’ αὐτὴν καὶ τοῦ κακοῦ.
Αὐτὸ εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο: ἡ λύτρωση ἀπὸ τὸν θάνατο. Λέει ἡ δεύτερη μεγάλη ἐντολή: «Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» (Ματ. 22, 39).
Πότε ἁγαποῦμε λοιπόν πραγματικὰ τὸν ἄνθρωπο; Ὅταν τὸν λυτρώνουμε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία του, ἀπὸ τὴν κόλαση… αὐτὴ εἶναι ἡ γνήσια ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο.

Ἀπατᾶ ἑαυτόν ὁποῖος νομίζει πῶς ἀγαπᾶ τὸν ἄνθρωπο ἐνῶ ἐγκρίνει τὶς ἁμαρτίες του καὶ ἀναπαύει τὰ πάθη του. Τότε ἀγαπᾶ τὸν θάνατό του καὶ ὄχι τὸν ἴδιο.
Μονάχα ὅταν ἀγαπᾶ κανεὶς τὸν ἄνθρωπο διὰ τοῦ Χριστοῦ -μέ ὅλη τὴν ψυχή καὶ τὴν δύναμή του- τότε τὸν ἀγαπᾶ ἀληθινά.
Θὰ ρωτήσει κάποιος: καὶ ἡ ἀγάπη τῶν γονέων πρὸς τὰ τέκνα; Καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ συζύγου πρὸς τὴν σύζυγο; Καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν πατρίδα; Δὲν εἶναι καὶ αὐτά ἀγάπη; Τὰ ἀνομάζουμε βέβαια ὅλα αὐτά ἀγάπη ἀλλὰ εἶναι ἄραγε ἔτσι;

Ὅλα αὐτά δὲν ἔχουν ἴχνος ἀγάπης ἐάν δὲν εἶναι ὁ Χριστὸς ἡ δύναμη ἐκείνη μέσα ἀπὸ τὴν ὁποία ἀγαπᾶμε. Ἄν ὁ πατέρας δὲν ἀγαπᾶ τὰ τέκνα του μὲ τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἄν δὲν τὰ παιδαγωγεῖ στὸ ἀγαθό, ἄν δὲν τὰ ὁδηγεῖ στὸν ἴσιο δρόμο, ἄν δὲν τὰ διδάσκει νὰ σωθοῦν ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, παρὰ μονάχα τὰ χαϊδεύει καὶ τὰ κολακεύει, τότε τὰ μισεῖ καὶ τὰ φονεύει.
Ἄν πάλι, ὁ σύζυγος ἀγαπᾶ τὴν σύζυγο μονάχα σαρκικά, γίνεται ὁ φονιάς της. Ἔτσι συμβαίνει μὲ κάθε γήινη, σαρκικὴ ἀγάπη.


Εορτολόγιο

Δημοφιλείς αναρτήσεις


Banner Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων
Ξεκινάμε μια προσπάθεια παρουσίασης Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων.
Αν δεν υπάρχει ο δικός σας, ζητάμε συγνώμη,
ενημερώστε μας και θα τον συμπεριλάβουμε.





Create your own banner at mybannermaker.com!
Πέρα από το άτομο
Make your own banner at MyBannerMaker.com!

















(υπό κατασκευή)


Τα banner μας
Αντιγράψτε τον κώδικα στη δική σας σελίδα
για να εμφανιστούν τα banner μας.
Ειδοποιήστε μας για να συμπεριλάβουμε και το δικό σας.