Δευτέρα 31 Μαΐου 2010

Μέγας Βασίλειος - Λόγος Α´ γιὰ τὴ Νηστεία

Μέγας Βασίλειος - Λόγος Α´ γιὰ τὴ Νηστεία

Ἀπόδοση στὴν ὁμιλουμένη: Δημήτριος Ἀθανασόπουλος, Θεολόγος.
 Ἐκδόσεις: Νεκτάριος Παναγόπουλος.


Ἡ νηστεία εἶναι πρόσταγμα προφητικό.
1. «Νὰ σαλπίσετε, λέγει, κατὰ τὴν πρώτη ἡμέρα τοῦ μῆνα μὲ τὴν σάλπιγγα, καθὼς καὶ κατὰ τὴν ἐπίσημη ἡμέρα τῆς μεγάλης ἑορτῆς σας» (Ψαλμ. 80, 4).
Αὐτὸ εἶναι πρόσταγμα προφητικό. Γιὰ μᾶς δὲ ἀπὸ τὴν σάλπιγγα πιὸ μεγαλόφωνο καὶ ἀπὸ κάθε ὄργανο μουσικὸ πιὸ ἐπίσημο, τὴν ἀναμενόμενη ἑορτὴ τῶν ἑορτῶν ὑποδηλώνουν τὰ ἀναγνώσματα (Ἡσ. 58, 4-6). Διότι ἐγνωρίσαμε τὴν χάρη τῶν νηστειῶν ἀπὸ τὸν Ἡσαΐα, ποὺ ἀπέῤῥιψε μὲν τὸν ἰουδαϊκὸ τρόπο τῆς νηστείας, τὴν δὲ ἀληθινὴ νηστεία σὲ μᾶς ἔδειξε. «Νὰ μὴ νηστεύετε χάριν διαμάχης καὶ ἔριδος», «ἀλλὰ νὰ καταργήσεις κάθε σύνδεσμο ἀδικίας» (Ἡσ. 63, 6). Καὶ ὁ Κύριος λέγει· «νὰ μὴ γίνεσθε σκυθρωποί, ἀλλὰ νὰ νίψεις τὸ πρόσωπό σου, καὶ νὰ ἀλείψεις τὸ κεφάλι σου» (Ματθ. 6, 16-17). Ἂς συμπεριφερθοῦμε λοιπόν, ὅπως ἐδιδαχθήκαμε, νὰ μὴ φαινόμαστε σκυθρωποὶ γιὰ τὶς ἡμέρες ποὺ ἔρχονται, ἀλλὰ μὲ φαιδρὸ πρόσωπο πρὸς αὐτές, ὅπως πρέπει στοὺς ἁγίους, νὰ συμπεριφερόμαστε. Κανεὶς ἄκαρδος δὲν στεφανώνεται, κανεὶς κατηφὴς δὲν στήνει τρόπαιο. Νὰ μὴ σκυθρωπάσεις ἐνῷ δέχεσαι περιποιήσεις. Εἶναι ἄτοπο νὰ μὴ χαιρόμαστε γιὰ τὴν ὑγεία τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ νὰ λυπόμαστε μὲ τὴν ἀλλαγὴ τῶν τροφῶν καὶ νὰ φαινόμαστε ὅτι χαριζόμαστε στὴν ἡδονὴ τῆς σάρκας, παρὰ στὴν ἐπιμέλεια τῆς ψυχῆς. Διότι ὁ μὲν κορεσμὸς σταματᾷ τὴν εὐχαρίστηση στὴν κοιλιά, ἡ δὲ νηστεία ἀνεβάζει τὸ κέρδος στὴν ψυχή. Νὰ χαίρεσαι διότι σοῦ ἔχει δοθεῖ ἀπὸ τὸν ἰατρὸ φάρμακο ποὺ καταστρέφει τὴν ἁμαρτία. Διότι ὅπως ἀκριβῶς στὰ ἔντερα τῶν παιδιῶν τὰ ἀναζωογονούμενα σκουλήκια ἐξαφανίζονται μὲ κάποια δραστικὰ φάρμακα, ἔτσι καὶ τὴν ἁμαρτία, ποὺ βρίσκεται στὸ βάθος τῆς ψυχῆς, τὴν σκοτώνει ἡ νηστεία ποὺ εἰσχωρεῖ στὴν ψυχή, ἡ ὁποία νηστεία εἶναι πράγματι ἀξία τοῦ ὀνόματός της.

Ἡ νηστεία νὰ γίνεται χωρὶς ὑποκρισία. Κάθαρση τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματα.
2. «Ἄλειψε τὸ κεφάλι σου καὶ πλῦνε τὸ πρόσωπό σου» (Ματθ. 6, 17). Σὲ μυστήρια σὲ καλεῖ ὁ λόγος. Αὐτὸς ποὺ ἀλείφθηκε ἐμυρώθηκε· αὐτὸς ποὺ ἐνίφθηκε ἐκαθαρίσθηκε. Νὰ ἐννοεῖς τὴ νομοθεσία στὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο. Νὰ καθαρίσεις τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματα. Νὰ χρίσεις τὸ κεφάλι σου μὲ χρῖσμα ἅγιο, γιὰ νὰ γίνεις μέτοχός του Χριστοῦ, καὶ ἔτσι νὰ προσέλθεις στὴ νηστεία. Νὰ μὴν ἀλλοιώσεις τὸ πρόσωπό σου ὅπως ἀκριβῶς oι ὑποκριτές. Τὸ πρόσωπο ἀμαυρώνεται, ὅταν ἡ ἐσωτερικὴ διάθεση ἐπισκιάζεται μὲ τὸ ἐπίπλαστο ἐξωτερικὸ σχῆμα, καλυπτόμενη μὲ τὸ ψεῦδος σὰν μὲ παραπέτασμα.Ὑποκριτὴς εἶναι αὐτὸς ποὺ ὑποδύεται ξένο πρόσωπο στὸ θέατρο· ἐνῷ εἶναι δοῦλος, πολλὲς φορὲς ὑποδύεται τὸ πρόσωπο τοῦ κυρίου, καὶ ἐνῷ εἶναι πολίτης, τὸ πρόσωπο τοῦ βασιλέως. Ἔτσι καὶ στὸν βίο αὐτό, σὰν στὴ σκηνὴ τῆς δικῆς τους ζωῆς, οἱ πολλοὶ παίζουν θέατρο, ἄλλα μὲν φέροντας στὴν καρδιά, ἄλλα δὲ δεικνύοντας φανερὰ στοὺς ἀνθρώπους. Νὰ μὴν ἀλλοιώνεις λοιπὸν τὸ πρόσωπό σου. Ὅποιος εἶσαι, τέτοιος νὰ φαίνεσαι· νὰ μὴν ὑποκρίνεσαι τὸν σκυθρωπό, ἐπιδιώκοντας τὴν δόξα ἀπὸ τοῦ νὰ φαίνεσαι ἐγκρατής. Διότι οὔτε εὐεργεσία ποὺ διατυμπανίζεται εἶναι ὄφελος, καὶ κανένα κέρδος δὲν προέρχεται ἀπὸ νηστεία ποὺ δημοσιεύεται. Διότι ἐκεῖνα ποὺ γίνονται ἐπιδεικτικὰ δὲν προεκτείνουν τὸν καρπὸ στὴ μέλλουσα ζωή, ἀλλὰ τὸν περιορίζουν στὸν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων. Τρέξε λοιπὸν μὲ χαρὰ στὴ δωρεὰ τῆς νηστείας. Ἡ νηστεία εἶναι ἀρχαῖο δῶρο· δὲν παλαιώνει καὶ δὲν γηράσκει, ἀλλὰ πάντοτε ἀνανεούμενο, ἀνθίζει πάντοτε γιὰ νὰ φέρει ὥριμους καρπούς.
3. Νομίζεις ὅτι ὑπολογίζω τὴν ἀρχαιότητά της ἀπὸ τὸ νόμο; Ἡ νηστεία εἶναι παλαιότερη καὶ ἀπὸ τὸ νόμο. Ἐὰν ἀναμείνεις λίγο, θὰ βρεῖς τὴν ἀλήθεια τοῦ λόγου.

Ἡ νηστεία εἶναι ἡ πρώτη ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ στὸν Παράδεισο. Ἡ παράβασή της ἀπὸ τοὺς πρωτοπλάστους εἶναι ἡ πτώση τοῦ ἀνθρωπίνου γένους στὴν ἁμαρτία.
Μὴ νομίζεις ὅτι ἡ ἡμέρα τοῦ ἐξιλασμοῦ, ποὺ ἔχει διαταχθεῖ γιὰ τὸν Ἰσραὴλ τὸν ἕβδομο μήνα (Λευϊτ. 16 - 29· 23, 27), τὴν δεκάτη ἡμέρα τοῦ μῆνα, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς νηστείας. Ἔλα λοιπόν, βαδίζοντας μέσῳ τῆς ἱστορίας, ἐρεύνησε τὴν ἀρχαιότητά της. Διότι δὲν εἶναι νεώτερο τὸ ἐφεύρημα. Τὸ κειμήλιο εἶναι τῶν πατέρων. Κάθε τί ποὺ εἶναι ἀρχαῖο, εἶναι σεβαστό. Νὰ σέβεσαι τὴν παλαιότητα τῆς νηστείας. Εἶναι συνομήλικη μὲ τὴν ἀνθρωπότητα· ἡ νηστεία ἐνομοθετήθηκε στὸν παράδεισο. Εἶναι ἡ πρώτη ἐντολὴ ποὺ ἔλαβε ὁ Ἀδάμ· «ἀπὸ τὸ δένδρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ δὲν θὰ φᾶτε» (Γεν. 2, 17). Τὸ «δὲν θὰ φάγετε» εἶναι νομοθεσία νηστείας καὶ ἐγκρατείας. Ἐὰν εἶχε νηστεύσει ἀπὸ τὸν καρπὸ τοῦ δένδρου ἡ Εὔα, τώρα δὲν θὰ εἴχαμε ἀνάγκη ἀπὸ τὴ νηστεία αὐτή. «Διότι δὲν ἔχουν ἀνάγκη ἰατροῦ οἱ ὑγιεῖς, ἀλλὰ οἱ ἄῤῥωστοι» (Ματθ. 9, 12).

Ἡ μετάνοια χωρὶς τὴν νηστεία εἶναι ἀργὴ
Ἐπάθαμε πολλὰ κακὰ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία· ἂς θεραπευθοῦμε μὲ τὴν μετάνοια. Ἡ μετάνοια δὲ χωρὶς τὴ νηστεία εἶναι ἀργή. «Καταραμένη ἡ γῆ, ἀγκάθια καὶ τριβόλια νὰ σοῦ βλαστάνει» (Γεν. 3, 17-18). Ἐπροστάχθηκες νὰ δοκιμάζεσαι, ὄχι βέβαια νὰ ζεῖς τρυφηλῶς. Μὲ τὴ νηστεία νὰ ἐξομολογεῖσαι στὸν Θεό. Ἀλλὰ καὶ ὁ τρόπος ζωῆς στὸν παράδεισο εἶναι εἰκόνα νηστείας, ὄχι μόνον διότι ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ νὰ εἶναι ὁμοτράπεζος τῶν ἀγγέλων κατώρθωνε μὲ τὴν ὀλιγάρκεια τὴν ὁμοίωση πρὸς αὐτούς, ἀλλὰ διότι καὶ ὅσα ὕστερα ἐφεῦρε ἡ διάνοια τῶν ἀνθρώπων, δὲν εἶχαν ἐπινοηθεῖ ἀκόμη ἀπὸ τοὺς τρεφομένους στὸν παράδεισο· ὄχι ἀκόμη οἰνοποσίες, ὄχι ἀκόμη ζωοθυσίες· οὔτε ὅσα θολώνουν τὸν ἀνθρώπινο νοῦ.

Μὲ τὴ νηστεία ἐπανερχόμαστε στὸν Παράδεισο.
4. Ἐπειδὴ δὲν ἐνηστεύσαμε, ἐφύγαμε ἀπὸ τὸν παράδεισο· ἂς νηστεύσουμε λοιπόν, γιὰ νὰ ἐπανέλθουμε σ᾿ αὐτόν. Δὲν βλέπεις τὸν Λάζαρο, πῶς μὲ τὴ νηστεία μπῆκε στὸν παράδεισο; (Λουκ. 16, 20-31). Νὰ μὴν μιμηθεῖς τὴν παρακοὴ τῆς Εὔας, νὰ μὴν παραδεχθεῖς τὸ φίδι πάλι σὰν σύμβουλο, ποὺ προτείνει τὴν βρώση, φροντίζοντας γιὰ τὸ σῶμα.

Στοὺς ἀσθενεῖς ἐπιβάλλεται ὄχι ἡ ποικιλία τῶν φαγητῶν ἀλλὰ ἡ νηστεία καὶ ἡ δίαιτα.
Νὰ μὴν προφασίζεσαι ἀῤῥώστια τοῦ σώματος καὶ ἀδυναμία. Διότι τὶς δικαιολογίες δὲν τὶς λέγεις σὲ μένα, ἀλλὰ σ᾿ αὐτὸν ποὺ γνωρίζει. Πές μου, δὲν μπορεῖς νὰ νηστεύεις; Μπορεῖς ὅμως νὰ παραχορταίνεις γιὰ ὅλη τὴ ζωὴ καὶ νὰ συντρίβεις τὸ σῶμα σου μὲ τὸ βάρος τῶν φαγητῶν. Καὶ ὅμως στοὺς ἀσθενεῖς ὄχι ποικιλία φαγητῶν, ἀλλὰ ἀσιτία καὶ δίαιτα γνωρίζω ὅτι ἐπιβάλλουν οἱ ἰατροί. Πῶς λοιπὸν σὺ ποῦ μπορεῖς αὐτά, προφασίζεσαι ὅτι δὲν μπορεῖς ἐκεῖνα; Τί εἶναι εὐκολότερο γιὰ τὴν κοιλιά, νὰ περάσει τὴ νύκτα μὲ τὴν λιτότητα τῆς δίαιτας, ἢ μὲ τὴν ἀφθονία τῶν φαγητῶν νὰ κείτεται βαρειά; Μᾶλλον δὲ μήτε νὰ κείτεται, ἀλλὰ νὰ πυκνοστριφογυρίζει παραφορτωμένη καὶ στενοχωρημένη μὲ κίνδυνο νὰ ἀνοίξει; Ἐκτὸς ἂν πεῖς ὅτι οἱ κυβερνῆτες σῴζουν εὐκολότερα τὸ βαρυφορτωμένο πλοῖο ἀπὸ τὸ καλὰ ἐφοδιασμένο καὶ ἐλαφρό. Διότι αὐτὸ μὲν τὸ ὁποῖο πιέζεται ἀπὸ τὸ πλῆθος τοῦ φορτίου, ἡ μικρὴ τρικυμία τὸ καταβυθίζει, ἐκεῖνο δὲ ποὺ ἔχει σύμμετρα τὰ ἐμπορεύματα εὔκολα διαπλέει τὴν τρικυμία, ἐπειδὴ τίποτα δὲν τὸ ἐμποδίζει νὰ ἀνέβει εὐκολότερα. Καὶ τὰ σώματα λοιπὸν τῶν ἀνθρώπων ὅταν παραφορτώνονται μὲ τὸν συνεχῆ χορτασμό, εὔκολα ὑποκύπτουν στὶς ἀσθένειες· ὅταν δὲ κάνουν χρήση στερεᾶς καὶ ἐλαφρᾶς τροφῆς, καὶ τὸ ἀναμενόμενο ἀπὸ τὴ νόσο κακὸ ξεφεύγουν, ὅπως τὴν κακοκαιρία τὸ πλοῖο καὶ τὸ ἤδη παρὸν ἐνοχλητικὸ τὸ ξεπερνοῦν, σὰν κάποια ἕφοδο δίνῃς. Ὅμως καὶ ἡ ἡσυχία κατὰ τὴν γνώμη σου εἶναι πιὸ κουραστικὴ ἀπὸ τὸ τρέξιμο καὶ ἡ ἠρεμία ἀπὸ τὴν πάλη, ἐὰν ἀκριβῶς ἰσχυρίζεσαι ὅτι καὶ ἡ τρυφὴ εἶναι καταλληλότερη ἀπὸ τὴν δίαιτα γιὰ τοὺς ἄσθενεις.

Ἡ πολυτέλεια καὶ ἡ ποικιλία τῶν φαγητῶν ἐδημιούργησε τὰ διάφορα εἴδη τῶν ἀσθενειῶν.
Διότι ἡ δύναμη ποὺ κυβερνᾷ τὸν ἄνθρωπο τὴν αὐτάρκεια καὶ τὴν λιτότητα εὔκολα μὲν ἐπεξεργάσθηκε καὶ τὴν ἔκαμε οἰκεία στὸ τρεφόμενο· ὅταν ὅμως παρέλαβε τὴν πολυτέλεια καὶ ποικιλία τῶν φαγητῶν, ἔπειτα ἐπειδὴ δὲν μπόρεσε πρὸς τὸ τέλος νὰ ἀντέξει, ἐδημιούργησε τὰ διάφορα εἴδη τῶν ἀσθενειῶν.

Ἡ νηστεία στὴν Π. Διαθήκη.
5. Ἀλλ᾿ ὁ λόγος ἂς βαδίζει μὲ τὴν ἱστορία, ἐξετάζοντας τὴν ἀρχαιότητα τῆς νηστείας. Καὶ ὅπως ὅλοι οἱ ἅγιοι, σὰν κάποια πατρικὴ κληρονομιά, τὴν ἐκληρονόμησαν, ἔτσι τὴν διαφύλαξαν, παραδίνοντας ὁ πατέρας στὸ παιδί, ἀπ᾿ ὅπου καὶ σὲ μᾶς διαδοχικὰ διασώθηκε τὸ κτῆμα. Δὲν ὑπῆρχε στὸν παράδεισο οἶνος· ὄχι ἀκόμη ζωοθυσίες· ὄχι ἀκόμη κρεοφαγίες. Μετὰ τὸν κατακλυσμὸ ὁ οἶνος· μετὰ τὸν κατακλυσμό, «νὰ τρώγετε ἀπὸ ὅλα, σὰν χλωρὰ χορτάρια» (Γεν. 9, 3). Ὅταν ἀποῤῥίφθηκε ἡ τελείωση, τότε ἐπιτράπηκε ἡ ἀπόλαυση. Δεῖγμα δὲ τῆς ἀπειρίας τοῦ οἴνου ὁ Νῶε ποὺ ἀγνοοῦσε τὴν χρήση τοῦ οἴνου. Διότι ἀκόμη δὲν εἶχε εἰσέλθει στὴ ζωή, οὔτε εἶχε χρησιμοποιηθεῖ στὶς συναναστροφὲς τῶν ἀνθρώπων. Ἐπειδὴ οὔτε ἄλλον εἶχε δεῖ, οὔτε ὁ ἴδιος ἐδοκίμασε, περιέπεσε ἀπρόσεκτα στὴ μέθη τοῦ οἴνου.
«Διότι ἐφύτευσε ἄμπελο ὁ Νῶε, καὶ ἤπιε ἀπὸ τὸ γέννημα τοῦ καρποῦ καὶ ἐμέθυσε» (Γεν. 9, 20-21)· ὄχι διότι ἦταν μέθυσος, ἀλλὰ διότι δὲν ἐγνώριζε τὴν μέτρια πόση. Τόσον τὸ εὔρημα τῆς οἰνοποσίας εἶναι νεώτερο ἀπὸ τὸν παράδεισο, καὶ τόσον παλαιὸς ὁ σεβασμὸς τῆς νηστείας. Ἀλλὰ ἐγνωρίσαμε ὅτι καὶ ὁ Μωύσης μὲ τὴ νηστεία ἐπλησίασε τὸ ὄρος (Ἔξοδ. 24, 18). Διότι δὲν θὰ ἀποτολμοῦσε ἐνῷ ἐκάπνιζε ἡ κορυφή, οὔτε θὰ εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ εἰσέλθει στὸν γνόφο, ἐὰν δὲν εἶχε ὁπλισθεῖ μὲ τὸ ὅπλο τῆς νηστείας. Μὲ τὴ νηστεία ὑποδέχθηκε τὸ νόμο ποὺ ἐγράφη μὲ τὸ δάκτυλο τοῦ Θεοῦ στὶς πλάκες. Καὶ ἐπάνω μὲν ἡ νηστεία ἔγινε πρόξενος τῆς νομοθεσίας, κάτω δὲ ἡ γαστριμαργία τοὺς ἐξέτρεψε σὲ εἰδωλολατρεία. «Διότι ἐκάθισε o λαὸς γιὰ νὰ φάει καὶ νὰ πιεῖ, καὶ ἐσηκώθηκαν μετὰ γιὰ νὰ διασκεδάσουν» (Ἔξοδ. 32,6).

Ἡ μέθη καταστρέφει τὴν πνευματικότητα τοῦ ἀνθρώπου.
Σαράντα ἡμερῶν προσμονὴ μὲ νηστεία καὶ προσευχὴ τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ τὴν ἀχρήστευσε μία oινοποσία. Διότι αὐτὲς τὶς πλάκες ποὺ ἔλαβε ἡ νηστεία μὲ τὸ δάκτυλο τοῦ Θεοῦ γραμμένες, αὐτὲς ἡ μέθη ἐκομμάτιασε, διότι ὁ προφήτης δὲν ἔκρινε ἄξιο νὰ νομοθετεῖται μέθυσος λαὸς ἀπὸ τὸν Θεό. Σὲ μία φευγαλέα στιγμή, μὲ τὴν γαστριμαργία, ὁ λαὸς ἐκεῖνος ποὺ εἶχε γνωρίσει τὸν Θεὸ μὲ τὰ πιὸ μεγάλα θαύματα, ἐκυλίσθηκε στὴν εἰδωλολατρικὴ τρέλα τῶν Αἰγυπτίων. Σύγκρινε καὶ τὰ δυό· πὼς δηλαδὴ ἡ νηστεία ὁδηγεῖ στὸ Θεὸ καὶ πὼς ἡ τρυφὴ προδίδει τὴν σωτηρία. Κατέβα, βαδίζοντας τὸν δρόμο πρὸς τὰ κάτω.

Τὰ εὐεργετικὰ ἀποτελέσματα τῆς νηστείας στὴν Παλαιὰ καὶ Κ. Διαθήκη.
6. Τί ἐβεβήλωσε τὸν Ἠσαῦ καὶ τὸν ἔκαμε δοῦλο τοῦ ἀδελφοῦ του; Δὲν ἦταν ἕνα φαγητό, γιὰ τὸ ὁποῖο ἐπώλησε τὰ πρωτοτόκια; (Γεν. 25, 30-34). Τὸν δὲ Σαμουὴλ δὲν τὸν ἐχάρισε στὴν μητέρα του ἡ προσευχὴ μὲ τὴ νηστεία; (Α´ Βασιλ.1, 13-16). Τί ἔκαμε τὸν Σαμψὼν ἀκαταμάχητο καὶ μεγάλο ἥρωα; Δὲν ἦταν ἡ νηστεία μὲ τὴν ὁποία συνελήφθη στὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας του; (Κριτ. 13, 14). Ἡ νηστεία τὸν ἐγέννησε, ἡ νηστεία τὸν ἐθήλασε, ἡ νηστεία τὸν ἔκαμε ἄνδρα, ποὺ τὴν διέταξε ὁ ἄγγελος στὴν μητέρα του. «Δὲν πρέπει νὰ φάει κανένα ἀπὸ τὰ προϊόντα της ἀμπέλου, καὶ οἶνο καὶ σίκερα [μεθυστικὰ ποτὰ] νὰ μὴν πιεῖ» (Κριτ. 13, 14). Ἡ νηστεία γεννᾷ προφῆτες, δυναμώνει δυνατούς· ἡ νηστεία κάνει σοφούς τους νομοθέτες, εἶναι καλὸ φυλακτήριο τῆς ψυχῆς, στὸ σῶμα ἀσφαλὴς σύνοικος, ὅπλο στοὺς ἀνδρείους, γυμναστήριο στοὺς ἀθλητές. Αὐτὴ ἀποκρούει τοὺς πειρασμούς· αὐτὴ προετοιμάζει πρὸς τὴν εὐσέβεια, συγκάτοικος τῆς νηφαλιότητας, δημιουργός της σωφροσύνης. Στοὺς πολέμους κάνει ἀνδραγαθήματα, στὴν εἰρήνη διδάσκει τὴν ἡσυχία. Τὸν ναζιραῖο [ἀφιερωμένος στὸν Θεὸ γιὰ 30 ἡμέρες μὲ ἀποχὴ φαγητῶν καὶ ποτῶν. Ἰσόβιοι ναζιραίοι ἦταν ὁ Σαμψὼν, Σαμουήλ, Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος. Στὸν χριστιανισμὸ ναζιραίοι καλοῦνται οἱ Μοναχοί] ἁγιάζει, καὶ κάνει τέλειο τὸν ἱερέα. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν χωρὶς νηστεία νὰ ἀποτολμήσει τὴν ἱερουργία· ὄχι μόνον τώρα στὴν μυστικὴ καὶ ἀληθινὴ λατρεία, ἀλλὰ καὶ στὴν τυπικὴ ποὺ γινόταν κατὰ τὸν (Μωσαϊκό) νόμο. Αὐτὴ ἔκαμε τὸν Ἠλία θεατή του μεγάλου θεάματος· διότι ἀφοῦ ἐπὶ σαράντα ἡμέρες μὲ νηστεία καθάρισε τὴν ψυχή, ἔτσι καταξιώθηκε νὰ δεῖ στὸ σπήλαιο τοῦ Χωρὴβ (Γ´ Βασιλ. 19, 8-13), ὅσον εἶναι δυνατὸν στὸν ἄνθρωπο νὰ δεῖ, τὸν Κύριο. Νηστεύοντας ἔδωσε πίσω στὴν χήρα τὸ παιδί της, ἀφοῦ ἀποδείχθηκε ἰσχυρὸς μὲ τὴ νηστεία κατὰ τοῦ θανάτου. Ἀπὸ στόμα ποὺ ἐνήστευε ἐβγῆκε ἡ φωνὴ ποὺ ἐσταμάτησε γιὰ τὸν παράνομο λαὸ τὴ βροχὴ τοῦ οὐρανοῦ γιὰ τρία χρόνια καὶ ἕξι μῆνες. Διότι γιὰ νὰ μαλακώσει τὴν ἀδάμαστη καρδιὰ τῶν σκληροτραχήλων, ἐπροτίμησε καὶ τὸν ἑαυτό του στὴν κακοπάθεια νὰ τὸν καταδικάσει μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους. Γιὰ τοῦτο «ζεῖ Κύριος, εἶπε, δὲν θὰ ὑπάρξει στὴ γῆ νερό, παρὰ μόνο μὲ τὸν λόγο μου» (Γ´ Βασιλ. 17, 1). Καὶ ἔφερε σ᾿ ὅλο τὸν λαὸ νηστεία μὲ τὴν πεῖνα, γιὰ νὰ ἐπανορθώσει τὴν κακία ποὺ εἶχε προέλθει ἀπὸ τὴν τρυφὴ καὶ τὴν μαλθακὴ ζωή. Τί λογὴς δὲ ὑπῆρξε ὁ βίος τοῦ Ἐλισσαίου; Πῶς μὲν ἐφιλοξενήθηκε ἀπὸ τὴν Σουναμίτιδα; Πῶς δὲ ὁ ἴδιος ἐδεχόταν τοὺς προφῆτες; Δὲν ἔκανε τὴν φιλοξενία μὲ ἄγρια λάχανα καὶ λίγο ἀλεῦρι; (Δ´ Βασιλ. 4, 42-44). Κι ἔτσι κάποτε μὲ τὰ χόρτα εἶχε μαζευτεῖ καὶ ἀγριοκολοκύθι, ὥστε νὰ κινδυνεύουν αὐτοὶ ποὺ θὰ ἔτρωγαν, ἐὰν μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ νηστευτῆ δὲν εἶχε ἀχρηστευθεῖ τὸ δηλητήριο. Καὶ γενικῶς, θὰ μποροῦσες νὰ βρεῖς τὴ νηστεία νὰ χειραγωγεῖ ὅλους τοὺς ἁγίους στὴν κατὰ Θεὸν πολιτεία. Ὑπάρχει κάποιο εἶδος ἀντικειμένου, ποὺ ὀνομάζουν ἀμίαντο, ἄφθορο στὴ φωτιά, ποὺ ὅταν μὲν τίθεται στὴν φλόγα φαίνεται ὅτι ἔχει ἀπανθρακωθεῖ, ὅταν δὲ τὸ βγάζουν ἀπὸ τὴ φωτιά, σὰν νὰ ἔχει λευκανθεῖ στὸ νερό, γίνεται καθαρότερο. Τέτοια ἦταν τὰ σώματα τῶν τριῶν ἐκείνων παίδων τῆς Βαβυλῶνος, ποὺ εἶχαν τὸν ἀμίαντο ἀπὸ τὴ νηστεία (Δανιὴλ 1, 8-16). Διότι στὴ μεγάλη φλόγα τῆς καμίνου, σὰν νὰ ἦσαν κατὰ τὴν φύση ἀπὸ χρυσό, ἀπεδεικνύοντο ἀνώτεροι ἀπὸ τὴν βλάβη τῆς φωτιᾶς. Δηλαδὴ ἀπεδεικνύοντο πιὸ δυνατοὶ καὶ ἀπὸ τὸν χρυσό· διότι δὲν τοὺς ἔλυωνε αὐτοὺς ἡ φωτιά, ἀλλὰ τοὺς φύλαγε ἀκέραιους. Καὶ ὅμως τίποτε δὲν θὰ συγκρατοῦσε τότε τὴν φλόγα ἐκείνη, ποὺ τὴν ἔτρεφαν νάφθα καὶ πίσσα καὶ κληματίδες, ὥστε αὐτὴ νὰ ἐξαπλώνεται σαρανταεννέα πήχεις, καὶ κατατρώγοντας τὰ γύρω ἀπ᾿ αὐτὴν πολλοὺς ἀπὸ τοὺς Χαλδαίους νὰ καταφάγει. Ἐκείνη λοιπὸν τὴν πυρκαγιὰ καταπατοῦσαν oι παῖδες, ἀφοῦ εἰσῆλθαν μὲ νηστεία, ἀναπνέοντας ἔτσι στὴν ὁρμητικὴ φωτιὰ σὰν λεπτὴ αὔρα καὶ δροσερή. Διότι ἡ φωτιὰ οὔτε τὶς τρίχες δὲν ἐπείραξε, ἐπειδὴ τὶς εἶχε ἐκθρέψει ἡ νηστεία (Δανιὴλ 3, 24- 33).
7. Καὶ ὁ Δανιήλ, ὁ ἄνδρας τῶν ἐπιθυμιῶν, αὐτὸς ποὺ τρεῖς ἑβδομάδες δὲν ἔφαγε ψωμὶ καὶ δὲν ἤπιε νερὸ (Δανιὴλ 10, 2-3) ἐδίδαξε καὶ τὰ λιοντάρια νὰ νηστεύουν, ὅταν κατέβηκε στὸ λάκκο (Δανιὴλ 6, 16-22). Διότι σὰν ἀπὸ πέτρα ἢ χαλκὸ ἢ κάποια ἄλλη στερεὰ ὕλη νὰ ἦταν κατασκευασμένος, τὰ λιοντάρια δὲν μποροῦσαν νὰ μπήξουν τὰ δόντια τους. Ἔτσι ἡ νηστεία, ἀφοῦ ἐδυνάμωσε τὸ σῶμα τοῦ ἀνδρὸς ὅπως ἡ βαφὴ τὸ σίδηρο, τὸ ἔκανε ἀδάμαστο στὰ λιοντάρια· διότι δὲν ἄνοιγαν τὸ στόμα κατὰ τοῦ ἁγίου. Ἡ νηστεία «ἔσβησε τὴν δύναμη τῆς φωτιᾶς, ἔφραξε τὰ στόματα τῶν λιονταριῶν» (Ἑβρ. 11, 33-34).

Τὰ ἀγαθὰ τῆς νηστείας.
Ἡ νηστεία ἀναπέμπει τὴν προσευχὴ στὸν οὐρανό, μὲ τὸ νὰ γίνεται σ᾿ αὐτὴν κατὰ κάποιο τρόπο φτερὸ πρὸς τὴν ἄνω πορεία της. Ἡ νηστεία εἶναι προκοπὴ τῶν οἴκων, ὑγείας μητέρα, νεότητος παιδαγωγός, στολίδι στοὺς γέροντες, καλὴ συνοδοιπόρος στοὺς πεζοπόρους, ἀσφαλὴς ὁμόσκηνος στοὺς συγκατοίκους. Ὁ ἄνδρας δὲν ὑποψιάζεται κίνδυνο τοῦ γάμου, ὅταν βλέπει τὴν γυναῖκα νὰ ζεῖ μὲ τὴ νηστεία. Δὲν λυώνει ἡ γυναῖκα ἀπὸ τὴν ζηλοτυπία, ὅταν βλέπει τὸν ἄνδρα νὰ νηστεύει. Ποιὸς ἐζημίωσε τὸ σπίτι του μὲ τὴ νηστεία; Ὑπολόγισε σήμερα τὰ πράγματα τοῦ σπιτιοῦ καὶ ὑπολόγισε τὰ καὶ μετά· δὲν θὰ λείψει τίποτε μὲ τὴ νηστεία ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντα στὸ σπίτι. Κανένα ζῷο δὲν βγάζει κραυγὲς θανάτου, πουθενὰ αἷμα, πουθενὰ ἀπόφαση, ποὺ ὑπαγορεύεται κατὰ τῶν ζῴων ἀπὸ τὴν ἄκαμπτη κοιλιά. Ἔχει σταματήσει τὸ μαχαῖρι τῶν μαγείρων· τὸ τραπέζι ἀρκεῖται στὰ πρόχειρα. Τὸ Σάββατο ἐδόθηκε στοὺς Ἰουδαίους, «γιὰ νὰ ἀναπαυθεῖ, λέγει, τὸ ὑποζύγιό σου καὶ o δοῦλος σου» (Ἔξοδ. 20, 10).

Ὁμιλεῖ γιὰ τὶς 5 ἑβδομάδες τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς.
Ἂς γίνει ἡ νηστεία ἀνάπαυση ἀπὸ τοὺς συνεχεῖς κόπους στοὺς ὑπηρέτες ποὺ ὑπηρετοῦν καθ᾿ ὅλο τὸ ἔτος. Ἀνάπαυσε τὸν μάγειρά σου, δῶσε ἄδεια στὸν τραπεζοκόμο, σταμάτησε τὸ χέρι τοῦ κεραστῆ, ἂς σταματήσει κάποτε καὶ ὁ παρασκευαστὴς τῶν ποικίλων γλυκισμάτων. Ἂς ἡσυχάσει κάποτε καὶ τὸ σπίτι ἀπὸ τοὺς μύριους θορύβους, καὶ ἀπὸ τὸν καπνὸ καὶ τὴν τσίκνα καὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἀνεβοκατεβαίνουν καὶ ποὺ ὑπηρετοῦν σὰν ἀμείλικτη κυρία τὴν κοιλιά. Πάντως κάποτε καὶ οἱ φοροεισπράκτορες ἐπιτρέπουν γιὰ λίγο στοὺς ὑποχειρίους τους νὰ ζήσουν ἐλεύθερα. Ἂς δώσει κάποια ἀνάπαυλα καὶ ἡ κοιλιὰ στὸ στόμα, ἂς κάμει γιὰ μᾶς πενθήμερες ἀνακωχές, αὐτὴ ποὺ πάντοτε ἀπαιτεῖ καὶ οὐδέποτε σταματᾷ, αὐτὴ ποὺ σήμερα παίρνει καὶ αὔριο λησμονεῖ. Ὅταν χορτάσει, φιλοσοφεῖ περὶ ἐγκρατείας, ὅταν ἀδειάσει λησμονεῖ τὶς φιλοσοφικὲς δοξασίες.
8. Ἡ νηστεία δὲν γνωρίζει τὴν φύση τοῦ δανείου· δὲν μυρίζει ἀπὸ τόκους ἡ τράπεζα τοῦ νηστευτῆ· δὲν πνίγουν τὸ ὀρφανὸ παιδὶ οἱ πατρικοὶ τόκοι τοῦ νηστευτῆ, σὰν φίδια περιπλεκόμενα. Καὶ διαφορετικὰ ἡ νηστεία γίνεται ἀφορμὴ γιὰ εὐφροσύνη. Διότι ὅπως ἡ δίψα γλυκὸ τὸ ποτὸ καθιστά, καὶ ἡ πεῖνα ποὺ προκλήθηκε κάνει εὐχάριστο τὸ τραπέζι, ἔτσι καὶ τὴν ἀπόλαυση τῶν φαγητῶν φαιδρύνει ἡ νηστεία. Διότι μὲ τὸ νὰ παρεμβληθεῖ στὸ μέσο καὶ νὰ διακόψει τὴν συνέχεια τῆς τρυφῆς, θὰ κάμει ὥστε νὰ σοῦ φανεῖ ἡ λήψη τῆς τροφῆς ἐπιθυμητὴ σὰν ἀπόδημη. Ὥστε ἐὰν θέλεις γιὰ τὸν ἑαυτό σου νὰ ἑτοιμάσεις ἐπιθυμητὴ τράπεζα, δέξου τὴν μεταβολὴ ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴ νηστεία. Σὺ δὲ περικυκλωμένος πάρα πολὺ ἀπὸ τὴν τρυφή, ἔχεις ξεχάσει τὸν ἑαυτό σου ἀμαυρώνοντας τὴν ἀπόλαυση καὶ ἀπὸ φιληδονία ἐξαφανίζοντας τὴν πραγματικὴ εὐχαρίστηση. Διότι, τίποτε δὲν ὑπάρχει τόσον ἐπιθυμητό, ὥστε νὰ μὴν καταφρονεῖται μὲ τὴν συνεχῆ ἀπόλαυση. Ἐκείνων δὲ ποὺ εἶναι σπάνια ἡ ἀπόκτηση, αὐτῶν ἡ ἀπόλαυση γίνεται περισπούδαστη. Ἔτσι καὶ ὁ κτίστης μας ἐπενόησε μὲ τὴν ποικιλία στὴ ζωὴ νὰ παραμένει σέ μας ἡ χάρη αὐτῶν ποὺ ἔχουν δοθεῖ. Δὲν βλέπεις ὅτι καὶ ὁ ἥλιος εἶναι λαμπρότερος μετὰ τὴν νύκτα; Καὶ ἡ ἀγρυπνία γλυκύτερη μετὰ τὸν ὕπνο; Καὶ ἡ ὑγεία πιὸ ἐπιθυμητὴ μετὰ τὴν πεῖρα τῶν ἀντιθέτων; Καὶ ἡ τράπεζα λοιπὸν εἶναι πιὸ εὐχάριστη μετὰ τὴ νηστεία· ὅμοια μὲν στοὺς πλουσίους καὶ σ᾿ αὐτοὺς ποὺ παρέχουν πλούσια γεύματα καὶ στοὺς λιτοὺς καὶ στοὺς πρόχειρους κατὰ τὴν δίαιτα.
9. Νὰ φοβᾶσαι τὸ παράδειγμα τοῦ πλουσίου. Ἐκεῖνον παρέδωσε στὸ πῦρ ἡ συνεχὴς τρυφή. Διότι ἂν καὶ δὲν κατηγορήθηκε γιὰ ἀδικία, ἀλλὰ γιὰ τρυφηλὴ ζωή, ἐτηγανιζόταν στὴν φλόγα τῆς καμίνου. Γιὰ νὰ σβήσουμε λοιπὸν τὸ πῦρ ἐκεῖνο, χρειάζεται νερό. Καὶ ὄχι μόνον γιὰ τὰ μέλλοντα πράγματα εἶναι ὠφέλιμος ἡ νηστεία, ἀλλὰ καὶ σ᾿ αὐτὴ τὴν σάρκα πιὸ ἐπωφελής. Διότι oι μεγάλες παχυσαρκίες ἔχουν ὑποτροπὲς καὶ μεταπτώσεις, ὅποτε ἡ φύση κάμπτεται καὶ ἀδυνατεῖ νὰ σηκώσει τὸ βάρος τῆς παχυσαρκίας.

Ἡ ἀξία τοῦ νεροῦ γιὰ τὴν ὑγεία.
Πρόσεχε μὴ τυχὸν τώρα, ἀποστρεφόμενος τὸ νερό, ἐπιθυμήσεις ὕστερα μία σταγόνα, ὅπως καὶ ὁ πλούσιος (Λουκ. 16, 24). Κανεὶς δὲν ἐμέθυσε ἀπὸ τὸ νερό. Κανενὸς δὲν ἐπόνεσε τὸ κεφάλι διότι ἐβαρύνθηκε ἀπὸ τὸ νερό. Κανεὶς δὲν ἐχρειάσθηκε ξένα πόδια πίνοντας νερό. Κανενὸς τὰ πόδια δὲν ἐδέθησαν, κανενὸς τὰ χέρια δὲν ἀχρηστεύθηκαν, ποτιζόμενα μὲ νερό. Διότι ἡ ἐλαττωματικὴ πέψη, ποὺ ἀκολουθεῖ ἀναγκαστικὰ στοὺς ζῶντες μὲ τρυφηλότητα, αὐτὴ φέρνει τὰ φοβερὰ νοσήματα στὰ σώματα. Τὸ χρῶμα τοῦ νηστεύοντος σεμνό, δὲν κοκκινίζει ἀδιάντροπα, ἀλλὰ εἶναι στολισμένο μὲ τὴν σώφρονα χλωμάδα· ὀφθαλμὸς πρᾶος, βάδισμα σεμνοπρεπές, πρόσωπο σοβαρὸ ποὺ δὲν ἀσχημίζει μὲ τὸ ἀκόλαστο γέλιο, λόγια μετρημένα, καρδιὰ καθαρή. Θυμήσου τοὺς ἁγίους ὅλων τῶν αἰώνων, «γιὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἦταν ἄξιος ὁ κόσμος» ποὺ ἐγύριζαν «φορώντας δέρματα προβάτων καὶ δέρματα γιδιῶν, ἔχοντας στερήσεις, θλίψεις, κακουχίες» (Ἑβρ.11, 37-38). Ἐκείνων νὰ θυμᾶσαι τὴν διαγωγή, ἐὰν ἀκριβῶς ἐπιζητεῖς νὰ εἶσαι μὲ τὸ μέρος τους.

Παραδείγματα νηστείας, ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής, ὁ Κύριος καὶ ὁ Ἄπ. Παῦλος.
Τί ἀνάπαυσε τὸν Λάζαρο στοὺς κόλπους τὸν Ἀβραάμ; Ὄχι ἡ νηστεία; Ἢ ζωὴ δὲ τοῦ Ἰωάννου ὑπῆρξε μιὰ συνεχὴς νηστεία· ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε κρεββάτι, οὔτε τραπέζι, οὔτε καλλιεργήσιμη γῆ, οὔτε βόδι γιὰ ὄργωμα, οὔτε ἀρτοποιό, οὔτε τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὰ πράγματα τῆς ζωῆς. Γιὰ τοῦτο «μεταξὺ τῶν γεννηθέντων ἀπὸ τὶς γυναῖκες μεγαλύτερος δὲν ἔχει ἀναφανεῖ ἄλλος ἀπὸ τὸν Ἰωάννη τὸν Βαπτιστή» (Ματθ. 11, 11). Τὸν Παῦλο μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα καὶ ἡ νηστεία, ποὺ ἀπαρίθμησε στὰ καυχήματα γιὰ τὶς θλίψεις του, τὸν ἀνέβασε στὸν τρίτο οὐρανὸ (Β´ Κορινθ. 11, 27· 12, 2). Ὁ πρῶτος δὲ γιὰ ὅσα ἔχουμε πεῖ, ὁ Κύριός μας, ἀφοῦ ὀχύρωσε μὲ νηστεία τὴν σάρκα, ποὺ ἐπῆρε γιὰ χάρη μας, ἔτσι ἐδέχθηκε σ᾿ αὐτὴ (Ματθ. 4, 2) τοῦ διαβόλου τὶς προσβολές, καὶ γιὰ νὰ μᾶς διδάσκει νὰ ἑτοιμαζόμαστε μὲ νηστεῖες καὶ νὰ γυμναζόμαστε γιὰ τοὺς ἀγῶνες κατὰ τῶν πειρασμῶν, καὶ γιὰ νὰ προσφέρει στὸν ἀντίπαλο μὲ τὴν στέρηση κατὰ κάποιο τρόπο λαβή. Ἀπρόσιτος θὰ ἦταν σ᾿ αὐτὸν λόγω τοῦ ὕψους τῆς θεότητος, ἐὰν μὲ τὴν φτώχεια δὲν εἶχε κατεβῇ πρὸς τὸ ἀνθρώπινο. Ἐπανερχόμενος λοιπὸν στοὺς οὐρανούς, ἔφαγε, γιὰ νὰ πιστοποιήσει τὴν φύση τοῦ ἀναστάντος σώματος. Σὺ δὲ παραπαχαίνοντας τὸν ἑαυτό σου καὶ ὄντας πολύσαρκος, δὲν γίνεσαι μαλθακός; Ἐξασθενίζοντας δὲ τὸ νοῦ μὲ ἀτροφία, γιὰ τὰ σωτήρια καὶ ζωοποιὰ διδάγματα μπορεῖς νὰ μιλήσεις; Ἢ ἀγνοεῖς ὅτι, ὅπως σὲ πολεμικὴ παράταξη, ἡ συμμαχία μὲ τὸν ἄλλον φέρνει τὴν ἧττα τοῦ ἀντιπάλου, ἔτσι καὶ αὐτὸς ποὺ συμμαχεῖ μὲ τὴν σάρκα, ἀνταγωνίζεται τὸ πνεῦμα καὶ αὐτὸς ποὺ πηγαίνει μὲ τὴν παράταξη τοῦ πνεύματος ὑποδουλώνει τὴν σάρκα; «Διότι αὐτὰ μεταξὺ τοὺς εἶναι ἀντίθεται» (Γαλατ. 5, 17). Ὥστε, ἐὰν θέλεις νὰ κάνεις ἰσχυρὸ τὸ νοῦ, νὰ δαμάσεις τὴν σάρκα μὲ τὴ νηστεία. Διότι αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ λέγει ὁ ἀπόστολος· ὅτι «ὅσον ὁ ἐξωτερικὸς ἄνθρωπος φθείρεται, τόσον ὁ ἐσωτερικὸς ἀνακαινίζεται» (Β´ Κορ. 4,16)· καὶ τό· «ὅταν ἀσθενῶ, τότε εἶμαι δυνατός» (Β´ Κορ. 12, 10). Δὲν θὰ περιφρονήσεις τὰ φαγητὰ ποῦ χάνονται; Δὲν θὰ ἐπιθυμήσεις τὴν τράπεζα τῆς βασιλείας, τὴν ὁποία ἐξάπαντος ἡ ἐδῶ νηστεία θὰ ἐξωραΐσει; Ἀγνοεῖς ὅτι μὲ τὴν ἀμετρία τοῦ χορτασμοῦ ἑτοιμάζεις γιὰ τὸν ἑαυτό σου παχὺ τὸν βασανιστὴ σκώληκα; Διότι ποιὸς ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ ζοῦν μὲ πλούσια τροφὴ καὶ διαρκὴ τρυφὴ ἐδέχθηκε κάποια κοινωνία πνευματικοῦ χαρίσματος; Ὁ Μωυσῆς γιὰ νὰ λάβει δεύτερη νομοθεσία ἐχρειάσθηκε μία ἀκόμη δεύτερη νηστεία. Στοὺς Νινευίτες, ἐὰν καὶ τὰ ζῷα δὲν εἶχαν νηστεύσει, δὲν θὰ εἶχαν διαφύγει τὴν ἀπειλὴ τῆς καταστροφῆς (Ἰωνὰς 3, 4-10). Ποίων τὰ σώματα ἔπεσαν στὴν ἔρημο; (Ἑβρ. 3, 17). Ὄχι αὐτῶν ποῦ ἐπιζητοῦσαν τὴν κρεοφαγία; (Ἀριθμ.11, 33). Ἐκεῖνοι μὲν ἕως ὅτου εἶχαν ἀρκεσθεῖ στὸ μάννα καὶ στὸ νερὸ ποὺ βγῆκε ἀπὸ τὴν πέτρα, ἐνικοῦσαν τοὺς Αἰγυπτίους, περπατοῦσαν μέσα ἀπὸ τὴν θάλασσα. «Δὲν ὑπῆρχε στὶς φυλὲς τοὺς κανένας ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ περπατήσει» (Ψαλμ. 104, 37)· ἐπειδὴ δὲ ἐθυμήθηκαν τὰ κρέατα στοὺς λέβητες (Ἔξοδ.16, 3) καὶ ἐστράφησαν μὲ τὶς ἐπιθυμίες τους στὴν Αἴγυπτο, δὲν εἶδαν τὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας.
Ἡ πολυφαγία ἀτονεῖ τὴν πνευματικότητα τοῦ ἀνθρώπου.
Δὲν φοβεῖσαι τὸ παράδειγμα; Δὲν φρίττεις γιὰ τὴν πολυφαγία, μήπως σὲ ἀποκλείσει ἀπὸ τὰ ἐλπιζόμενα ἀγαθά; Ἀλλ᾿ οὔτε ὁ σοφὸς Δανιὴλ θὰ ἔβλεπε τὰ ὁράματα, ἐὰν μὲ τὴ νηστεία δὲν ἔκανε καθαρότερη τὴν ψυχή. Διότι ἀπὸ τὴν παχειὰ τροφὴ κατὰ κάποιο τρόπο καπνώδεις ἀναθυμιάσεις ἀνερχόμενες, σὰν πυκνὸ σύννεφο, διακόπτουν τὶς ἐλλάμψεις ποὺ ἔρχονται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στὸ νοῦ. Ἐὰν δὲ καὶ ἀγγέλων ὑπάρχει κάποια τροφή, εἶναι ὁ ἄρτος, καθὼς λέγει ὁ προφήτης· «ἄρτον ἀγγέλων [«Εἶναι ἡ λογικὴ καὶ οὐράνιος δύναμη ποὺ διατρέφονται οἱ ἄγγελοι», ἐξηγεῖ ὁ Μ. Ἀθανάσιος (βλέπε τόμος 6ος σελ. 262. Ε.Π.Ε.). Δὲν ἔχει καμμία σχέση μὲ τὴν ὑλικὴ τροφὴ τοῦ ἀνθρώπου] ἔφαγεν ὁ ἄνθρωπος» (Ψαλμ. 77, 25). Ὄχι κρέας, οὔτε οἶνος, οὔτε ὅσα εἶναι στὴν φροντίδα τῶν δούλων τῆς κοιλιᾶς. Ἡ νηστεία εἶναι ὅπλο γιὰ τὴν ἐκστρατεία κατὰ τῶν δαιμόνων. «Διότι τὸ γένος αὐτὸ δὲν ἐξέρχεται, παρὰ μόνον μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴ νηστεία» (Μαρκ. 9, 28).

Ἡ ἐγκράτεια δὲν ὑπάρχει χωρὶς τὴ νηστεία.
Καὶ τὰ μὲν ἀγαθὰ ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴ νηστεία εἶναι τόσα πολλά· ὁ δὲ κορεσμὸς εἶναι ἡ ἀρχὴ τῶν πτώσεων. Διότι συγχρόνως εἰσορμᾶ μὲ τὴν τρυφὴ καὶ τὴν μέθη καὶ τὰ ποικίλα καρυκεύματα κάθε εἶδος κτηνώδους ἀκολασίας. Ἀπ᾿ ἐδῶ οἱ ἄνθρωποι γίνονται ἵπποι θηλυμανεῖς» (Ἱερεμ. 5, 8) ἀπὸ τὸν οἶστρο τῆς τρυφῆς ποὺ γεννᾶται στὴν ψυχή. Οἱ διαστροφὲς τῆς φύσεως προέρχονται ἀπὸ τοὺς μεθύσους, ποὺ ἐπιζητοῦν τὴν μὲν γυναῖκα στὸν ἄνδρα, τὸν δὲ ἄνδρα στὴν γυναῖκα. H νηστεία ὅμως γνωρίζει ὅρια καὶ στὰ ἔργα τοῦ γάμου καὶ τιμωρώντας τὴν ἀμετρία τῶν ἐπιτρεπομένων ἀπὸ τὸ νόμο, ἐπιφέρει σύμφωνη ἀνάπαυλα, γιὰ νὰ ἀφιερωθοῦν στὴν προσευχὴ (Α´ Κορ. 7, 5).

Ἡ ἀληθινὴ νηστεία εἶναι ἀποξένωση ἀπὸ τὰ κακά.
10. Μὴ λοιπὸν περιορίζεις τὸ καλό της νηστείας στὴν ἀποχὴ μόνον ἀπὸ τὰ φαγητά. Διότι ἡ ἀληθινὴ νηστεία εἶναι ἀποξένωση ἀπὸ τὰ κακά. «Νὰ λύσεις τὰ δεσμὰ τῆς ἀδικίας» (Ἡσ. 63, 6)· συγχώρησε τὸν πλησίον γιὰ τὴν λύπη, συγχώρησε τὸν γιὰ τὰ χρέη. «Νὰ μὴ νηστεύετε χάριν διαμάχης καὶ φιλονικίας» (Ἡσ. 63, 4). Δὲν τρώγεις κρέατα, ἀλλὰ τρώγεις τὸν ἀδελφό σου. Δὲν πίνεις οἶνο, ἀλλὰ δὲν εἶσαι ἐγκρατὴς στὶς ὕβρεις. Περιμένεις τὸ βράδυ γιὰ νὰ λάβεις τροφή, ἀλλὰ ξοδεύεις τὴν ἡμέρα στὰ δικαστήρια. «Ἀλλοίμονο σ᾿ αὐτοὺς ποὺ δὲν μεθοῦν μὲ κρασί» (Ἡσ. 28, 1).

Τί εἶναι ὁ θυμός, ἡ λύπη καὶ ὁ φόβος.
Ὁ θυμὸς εἶναι ἡ μέθη τῆς ψυχῆς, διότι τὴν κάνει παράφρονα ὅπως ὁ οἶνος. Ἡ λύπη εἶναι μέθη καὶ αὐτή, διότι καταπνίγει τὴν διάνοια. Ὁ φόβος εἶναι ἄλλη μέθη, ὅταν συμβαίνει ἐκεῖ ποὺ δὲν πρέπει. «Διότι, ἀπὸ τὸν φόβο, λέγει, τοῦ ἐχθροῦ νὰ ἀπαλλάξεις τὴν ψυχή μου» (Ψαλμ.63, 2). Καὶ γενικά, καθένα ἀπὸ τὰ πάθη ποὺ παραλογίζει τὸ νοῦ δικαίως θὰ ὀνομαζόταν μέθη. Σκέψου, παρακαλῶ, τὸν ὀργιζόμενο πὼς μεθᾷ ἀπὸ τὸ πάθος. Δὲν εἶναι ὁ ἴδιος κύριος τοῦ ἑαυτοῦ του· ἀγνοεῖ τὸν ἑαυτό του, ἀγνοεῖ τοὺς παρόντες, σὰν νὰ μάχεται μέσα στὴ νύχτα τὰ πιάνει ὅλα, σκοντάφτει σ᾿ ὅλα, δὲν ξέρει τί λέγει, εἶναι δυσκολοσυγκράτητος, ὑβρίζει, κτυπᾷ, ἀπειλεῖ, ὁρκίζεται, κραυγάζει, ξεσχίζεται. Ἀπόφυγε αὐτὴ τὴν μέθη, μήτε νὰ καταδεχθεῖς τὴν μέθη ἀπὸ τὸν οἶνο. Νὰ μὴν περιφρονήσεις τὴν ὑδροποσία ἀπὸ τὴν οἰνοποσία. Νὰ μὴν σὲ ὁδηγήσει ἡ μέθη στὴ νηστεία. Δὲν ὑπάρχει εἴσοδος στὴ νηστεία ἀπὸ τὴν μέθη· οὔτε βέβαια ἀπὸ τὴν πλεονεξία στὴν δικαιοσύνη, οὔτε ἀπὸ τὴν ἀκολασία στὴ σωφροσύνη, οὔτε, γιὰ νὰ πῶ γενικά, ἀπὸ τὴν κακία στὴν ἀρετή. Ἄλλη εἶναι ἡ θύρα γιὰ τὴ νηστεία.

Ἡ μέθη εἰσάγει στὴν ἀκολασία καὶ ἡ ἐγκράτεια στὴ νηστεία.
Ἡ μέθη εἰσάγει στὴν ἀκολασία, καὶ ἡ ἐγκράτεια στὴ νηστεία. Ὁ ἀθλητὴς προγυμνάζεται, ὁ νηστευτὴς προεγκρατεύεται. Μὴ θέτεις τὴν μέθη πρὸ τῶν πέντε ἡμερῶν, σὰν νὰ ἐκδικεῖσαι τὶς ἡμέρες, οὔτε σὰν νὰ ἐξαπατᾷς μὲ σοφίσματα τοῦ νομοθέτη. Καθ᾿ ὅσον μάλιστα ἀνώφελα κοπιάζεις, τὸ μὲν σῶμα νὰ διαλύεις, οὔτε δὲ νὰ παρηγορεῖσαι γιὰ τὴν στέρηση. Ἡ ἀποθήκη εἶναι ἀναξιόπιστη, ἀντλεῖς σὲ τρυπημένο πιθάρι. Διότι ὁ μὲν οἶνος διαῤῥέει, τρέχοντας τὸν ἴδιο δρόμο, ἡ δὲ ἁμαρτία παραμένει. Ὁ δοῦλος δραπετεύει ὅταν τὸν κτυπᾷ ὁ κύριος, σὺ ὅμως παραμένεις στὸν οἶνο, ποῦ καθημερινά σου κτυπᾷ τὸ κεφάλι; Μέτρο ἄριστό της χρήσεως τοῦ οἴνου, ἡ ἀνάγκη τοῦ σώματος (Α´ Τιμ. 5, 23). Ἐὰν δὲ φύγεις ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια, αὔριο θὰ εἶσαι μὲ βαρὺ κεφάλι, θὰ χάσκεις, θὰ ζαλίζεσαι, θὰ μυρίζεις κρασίλα· ὅλα θὰ σοῦ φαίνονται ὅτι γυρίζουν, ὅλα ὅτι κλονίζονται. Ἡ μέθη βέβαια ὕπνο μὲν φέρει, ἀδελφό του θανάτου, ἐγρήγορση δὲ ποὺ μοιάζει μὲ ὄνειρα.
11. Ἄραγε γνωρίζεις ποιὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ πρόκειται νὰ ὑποδεχθεῖς; Αὐτὸς ποὺ μᾶς ὑποσχέθηκε, ὅτι «ἐγὼ καὶ ὁ πατέρας θὰ ἔλθουμε, σ᾿ αὐτὸν καὶ θὰ κατοικήσουμε μαζί» (Ἰω. 14, 23). Γιατί λοιπὸν δείχνεις προτίμηση στὴ μέθη καὶ κλείνεις τὴν εἴσοδο στὸν Δεσπότη; Γιατί προτρέπεις τὸν ἐχθρὸ νὰ προκαταλάβει τὰ ὀχυρώματά σου; Ἡ μέθη δὲν ὑποδέχεται τὸν Κύριο· ἡ μέθη ἀπομακρύνει τὸ ἅγιο Πνεῦμα. Διότι ὁ μὲν καπνὸς ἀποδιώχνει τὶς μέλισσες, ἡ κραιπάλη ἀποδιώχνει τὰ πνευματικὰ χαρίσματα.

Ἡ κοινωνικὴ σημασία τῆς νηστείας.
Ἡ νηστεία εἶναι ἡ εὐπρέπεια τῆς πόλεως, ἡ σταθερότητα τῆς ἀγορᾶς, ἡ εἰρήνη τῶν σπιτιῶν, ἡ σωτηρία τῶν ὑπαρχόντων. Θέλεις νὰ δεῖς τὴν μεγαλοπρέπειά της; Σύγκρινε, παρακαλῶ, τὴν σημερινὴ ἑσπέρα μὲ τὴν αὔριο καὶ θὰ δεῖς νὰ μεταπίπτει ἡ πόλη ἀπὸ τὴν ταραχὴ καὶ τὴν ζάλη σὲ βαθειὰ γαλήνη. Εὔχομαι δὲ ἡ σημερινὴ νὰ μοιάζει μὲ τὴν αὐριανὴ κατὰ τὴν σεμνότητα καὶ ἡ αὐριανὴ νὰ μὴν ὑπολείπεται σὲ φαιδρότητα ἀπὸ τὴν σημερινή. Ὁ δὲ Κύριος ποὺ μᾶς ὁδήγησε σ᾿ αὐτὴ τὴν περίοδο τοῦ χρόνου, εἴθε νὰ μᾶς χαρίσει, κατὰ κάποιο τρόπο σὰν ἀγωνιστές, ἀφοῦ ἐπιδείξουμε στοὺς προκαταρκτικοὺς ἀγῶνες τὴν στερεότητα καὶ τὴν δύναμη τῆς καρτερίας, νὰ φθάσουμε καὶ στὴν κυρία ἡμέρα τῶν στεφάνων· τώρα μὲν τῆς ἀναμνήσεως τοῦ πάθους τοῦ Σωτῆρος, στὸν μέλλοντα δὲ αἰῶνα, τῆς ἀνταποδόσεως αὐτῶν ποὺ ἔχουμε ἐμεῖς ζήσει κατὰ τὴν δίκαιη κρίση αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ, διότι σ᾿ αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.

Μέγας Βασίλειος - Λόγος Β´ γιὰ τὴ Νηστεία

Μέγας Βασίλειος - Λόγος Β´ γιὰ τὴ Νηστεία

Ἀπόδοση στὴν ὁμιλουμένη: Δημήτριος Ἀθανασόπουλος, Θεολόγος. 
Ἐκδόσεις: Νεκτάριος Παναγόπουλος.

Ἡ προτροπὴ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου γιὰ τὴ νηστεία
1. «Παρηγορεῖτε, λέγει, ἱερεῖς τὸν λαό· ὁμιλήσατε στὰ αὐτιὰ τῆς Ἱερουσαλήμ» (Ἤσ. 40, 1-2). Ἡ φύση τοῦ λόγου εἶναι ἱκανή, τῶν μὲν φιλοπόνων νὰ ἐντείνει τὶς δυνάμεις, τῶν δὲ ὀκνηρῶν καὶ νωθρῶν νὰ διεγείρει τὴν προθυμία. Γιὰ τοῦτο μὲν οἱ στρατηγοί, ὅταν παρατάσσουν τὸν στρατὸ γιὰ τὴν μάχη, μεταχειρίζονται τοὺς προτρεπτικοὺς λόγους πρὶν ἀπὸ τοὺς ἀγῶνες, καὶ τόση δύναμη ἔχει ἡ παραίνεση, ὥστε σὲ πολλοὺς ἐμπνέει πολλὲς φορὲς ἀκόμη καὶ περιφρόνηση τοῦ θανάτου. Οἱ γυμναστὲς δὲ καὶ οἱ ἐκπαιδευτές, ὅταν ὁδηγοῦν τοὺς ἀθλητὲς στοὺς ἀγῶνες τῶν σταδίων, κάνουν πολλὲς προτροπὲς περὶ τοῦ ὅτι πρέπει νὰ μοχθοῦν γιὰ τὰ στεφάνια, ὥστε καὶ πολλοὶ νὰ πείθωνται μὲ τὴν φιλοτιμία στὴ νίκη νὰ περιφρονοῦν τὰ σώματα. Γιὰ τοῦτο λοιπὸν καὶ σὲ μένα ποὺ παρατάσσω τοὺς στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὸν πόλεμο κατὰ τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν καὶ ποὺ προετοιμάζω μὲ τὴν ἐγκράτεια τοὺς ἀθλητὲς τῆς εὐσεβείας γιὰ τὰ στεφάνια τῆς δικαιοσύνης, εἶναι ἀναγκαῖος ὁ προτρεπτικὸς λόγος. Τί λοιπὸν λέγω ἀδελφοί; Ὅτι αὐτοὶ ποὺ μελετοῦν τὴν τακτική του πολέμου καὶ ἀσκοῦνται στὶς παλαῖστρες, φυσικὸ εἶναι μὲ τὴν ἀφθονία τῆς τροφῆς νὰ παχαίνουν τοὺς ἑαυτούς τους, ὥστε δυναμικότερα νὰ καταπιάνονται μὲ τοὺς ἀγῶνες· αὐτοὶ δὲ «ποὺ δὲν παλεύουν μὲ αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ μὲ τὶς ἀρχές, μὲ τὶς ἐξουσίες, μὲ τοὺς κοσμοκράτορες τοῦ σκότους τούτου, μὲ τὰ πνευματικά της πονηρῖας» (Ἐφεσ.6, 12), αὐτοὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀσκοῦνται γιὰ τὸν πόλεμο αὐτὸν μὲ τὴ νηστεία καὶ τὴν ἐγκράτεια. Διότι τὸ μὲν λάδι παχαίνει τὸν ἀθλητή, ἢ δὲ νηστεία ἰσχυροποιεῖ τὸν ἀσκητὴ τῆς εὐσεβείας. Ὥστε ὅσον ἀφαιρεῖς ἀπὸ τὴν σάρκα, τόσον θὰ κάμεις νὰ ἀπαστράπτει ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὴν πνευματικὴ λαμπρότητα. Διότι ὄχι μὲ σωματικὲς δυνάμεις, ἀλλὰ μὲ τὴν καρτερία τῆς ψυχῆς καὶ τὴν ὑπομονὴ στὶς θλίψεις ἐπιτυγχάνεται ἡ κυριαρχία πρὸς τὶς ἀόρατες δυνάμεις.

Γιατί ἡ νηστεία εἶναι ὠφέλιμη
2. Ἡ νηστεία μὲν λοιπὸν εἶναι ὠφέλιμη γιὰ ὅλο τὸν χρόνο, γιὰ αὐτοὺς ποὺ τὴν προτιμοῦν (διότι οὔτε ἡ δαιμονικὴ ἐπήρεια δὲν ἀποθρασύνεται κατὰ τοῦ νηστευτῆ, καὶ οἱ φύλακες τῆς ζωῆς μας ἄγγελοι μὲ περισσότερη προθυμία παραμένουν στοὺς καθαρισμένους στὴν ψυχὴ ἀπὸ τὴ νηστεία)· πολὺ δὲ περισσότερο τώρα, ὅποτε σὲ ὅλη τὴν οἰκουμένη διαδίδεται τὸ κήρυγμα. Καὶ οὔτε κάποιο νησί, οὔτε ἤπειρος, οὔτε πόλη, οὔτε ἔθνος, οὔτε ἄκρη τῆς γῆς, ὑπάρχει ποὺ νὰ μὴν ἀκούεται τὸ κήρυγμα. Ἀλλὰ καὶ τὰ στρατόπεδα καὶ οἱ ὁδοιπόροι καὶ oι ναῦτες καὶ οἱ ἔμποροι, ὅλοι ὁμοίως καὶ ἀκούουν τὴν διδασκαλία καὶ μὲ χαρὰ τὴν ὑποδέχονται. Ὥστε κανεὶς νὰ μὴν ἑξαιρέσει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὸν κατάλογο τῶν νηστευτῶν, σ᾿ αὐτὸν συμπεριλαμβάνονται ὅλα τὰ γένη καὶ κάθε ἡλικία καὶ ὅλες οἱ διαφορὲς τῶν ἀξιωμάτων. Ἄγγελοι εἶναι ποὺ ἀπογράφουν σὲ κάθε ἐκκλησία τοὺς νηστευτές. Πρόσεχε μὴ στερηθεῖς γιὰ τὴν μικρὴ ἡδονὴ τῶν φαγητῶν τὴν ἀπογραφὴ τοῦ ἀγγέλου, ὑπόδικο δὲ κάνεις τὸν ἑαυτό σου στὸ στρατολόγο, γιὰ δίκη ἐπὶ λιποταξία. Μικρότερος εἶναι ὁ κίνδυνος κάποιου ποὺ πέταξε τὴν ἀσπίδα στὴν μάχη νὰ τιμωρηθεῖ παρὰ νὰ φανεῖ ὅτι ἀπορρίπτει τὸ μεγάλο ὅπλο τῆς νηστείας. Εἶσαι πλούσιος; Μὴν βρίζεις τὴ νηστεία, ἀπαξιώνοντας νὰ τὴν κάνεις ὁμοτράπεζο· μήτε νὰ τὴν ἀποπέμψεις ἀπὸ τὸ σπίτι σου ἀτιμασμένη ἀπὸ τὴν ἡδονή, γιὰ νὰ μὴν σὲ καταγγείλη κάποτε στὸ νομοθέτη τῶν νηστειῶν καὶ σοῦ ἐπιφέρει πολλαπλάσια τὴν στέρηση ἀπὸ καταδίκη, ἡ σωματικὴ ἀρρώστια, ἢ κάποια ἄλλη δυσχερῆ περίσταση. O φτωχὸς νὰ μὴν εἰρωνεύεται τὴ νηστεία, διότι ἀπὸ πολὺ παλαιὰ τὴν ἔχει συγκάτοικο καὶ ὁμοτράπεζο. Στὶς γυναῖκες δὲ ὅπως ἡ ἀναπνοή, ἔτσι καὶ ἡ νηστεία εἶναι οἰκεία καὶ φυσιολογική. Τὰ παιδιά, ὅπως τὰ θαλερὰ ἀπὸ τὰ φυτά, μὲ τὸ νερὸ τῆς νηστείας ἂς ποτίζονται. Στοὺς μεγαλύτερους ἐλαφρώνει τὸν κόπο ἡ παλαιὰ οἰκείωση μὲ αὐτή· διότι οἱ κόποι ποὺ ἔχουν ἐμπεδωθεῖ κατόπιν μακρᾶς συνηθείας, δὲν προκαλοῦν τόσον πόνο στοὺς γυμνασμένους. Στοὺς ὁδοιπόρους ἡ νηστεία εἶναι καλὸς συνταξιδιώτης. Διότι ὅπως ἀκριβῶς ἡ τρυφὴ τοὺς ἀναγκάζει νὰ σηκώνουν βάρη, κουβαλώντας μαζί τους τὶς ἀπολαύσεις, ἔτσι ἡ νηστεία τοὺς κάνει ἐλαφροὺς καὶ εὐκίνητους. Ἔπειτα, ὅταν ἀναγγελθεῖ ἐκστρατεία ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς χώρας, τὰ ἀναγκαία, ὄχι ἐκεῖνα ποὺ εἶναι γιὰ τέρψη, προμηθεύονται οἱ στρατιῶτες· ἐμεῖς δὲ ποὺ ἐξερχόμαστε στὸν πόλεμο κατὰ τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν καὶ μετὰ τὴ νίκη αὐτῶν τρέχουμε πρὸς τὴν οὐράνιο πατρίδα, δὲν θὰ ἁρμόζει πολὺ περισσότερο, σὰν νὰ τρεφόμαστε σὲ στρατόπεδο, νὰ ἀρκούμαστε σ᾿ αὐτὰ τὰ ἀναγκαῖα;

Νὰ ἀθλεῖσαι σὰν καλὸς στρατιώτης τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ
3. Κακοπάθησε σὰν καλὸς στρατιώτης καὶ ἄθλησε νόμιμα, γιὰ νὰ στεφανωθεῖς, γνωρίζοντας ἐκεῖνο, ὅτι κάθε ἀγωνιζόμενος, πάντοτε ἐγκρατεύεται (Β´ Τιμ. 2, 3-5· Α´ Κορ. 9, 25). Αὐτὸ ποὺ ἦλθε στὸ νοῦ μου τώρα ποὺ μιλῶ, ἀξίζει νὰ μὴν τὸ παραβλέψουμε· ὅτι δηλαδὴ στοὺς κοσμικούς μας στρατιῶτες ἀνάλογα μὲ τοὺς κόπους αὐξάνεται τὸ συσσίτιο, στοὺς πνευματικοὺς δὲ ὁπλῖτες, αὐτὸς ποὺ ἔχει τὴν λιγότερη τροφὴ ἔχει τὸ μεγαλύτερο ἀξίωμα. Διότι ὅπως ἡ περικεφαλαία μας διαφέρει κατὰ τὴν φύση πρὸς τὴν φθαρτή, διότι ἡ ὕλη αὐτῆς εἶναι ὁ χαλκός, ἡ δὲ ἄλλη ἔχει συσταθεῖ ἀπὸ τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας (Α´ Θέσσ. 5, 8)· καὶ ἡ ἀσπίδα σ᾿ ἐκείνους μὲν ἔχει κατασκευασθεῖ ἀπὸ ξύλο καὶ δέρμα, σέ μας δὲ εἶναι τὸ δόρυ τῆς πίστεως, καὶ ἐμεῖς μὲν ἔχουμε περιφραχθεῖ μὲ τὸν θώρακα τῆς δικαιοσύνης, ἐκεῖνοι δὲ περιτυλίγουν κάποιον ἁλυσιδωτὸ χιτῶνα, καὶ γιὰ μᾶς μὲν μάχαιρα πρὸς τὴν ἄμυνα εἶναι αὐτὴ τοῦ ἁγίου Πνεύματος (Ἐφεσ. 6, 16-17), οἱ δὲ προβάλλουν τὴν σιδερένια, ἔτσι εἶναι φανερὸ ὅτι οἱ ἴδιες τροφὲς δὲν δυναμώνουν καὶ τοὺς δυό· ἀλλ᾿ ἐμᾶς μὲν τὰ δόγματα τῆς εὐσεβείας μας δυναμώνουν, σ᾿ ἐκείνους δὲ τὸ γέμισμα τῆς κοιλιᾶς εἶναι ἀναγκαῖο. Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ χρόνος ποὺ γυρίζει μας ἔφερε τὶς πολυπόθητες αὐτὲς ἡμέρες, σὰν παλαιὲς τροφούς, χαρούμενoι ἂς τὶς ὑποδεχθοῦμε· μὲ αὐτὲς ἡ Ἐκκλησία μας ἀνέθρεψε στὴν εὐσέβεια. Προκειμένου λοιπὸν νὰ νηστεύσεις μὴ σκυθρωπάσεις φαρισαϊκῶς, ἀλλ᾿ εὐαγγελικῶς λάμπρυνε τὸν ἑαυτό σου (Ματθ. 6, 16- 17)· δηλαδὴ νὰ μὴν πενθεῖς γιὰ τὴν στέρηση τῆς κοιλιᾶς, ἀλλὰ νὰ χαίρεσαι ὁλόψυχα τὶς πνευματικὲς ἀπολαύσεις. Διότι γνωρίζεις ὅτι «ἡ σάρκα ἐπιθυμεῖ ἐναντίον τοῦ πνεύματος, τὸ δὲ πνεῦμα ἐναντίον τῆς σάρκας» (Γάλ. 5, 17). Ἐπειδὴ λοιπὸν αὐτὰ ἀντιτίθενται μεταξύ τους, ἂς μειώσουμε τὴν ἀδυναμία τῆς σάρκας, ἂς αὐξήσουμε δὲ τὴν δύναμη τῶν ψυχῶν, ὥστε μὲ τὴ νηστεία ἀφοῦ λάβουμε τὰ νικητήρια κατὰ τῶν παθῶν, νὰ φορέσουμε καὶ τὰ στεφάνια τῆς ἐγκράτειας.

Ἡ νηστεία χωρὶς οἰνοποσία, χωρὶς μέθη. Γι᾿ αὐτὸ στὶς ἡμέρες τῆς νηστείας δὲν ἐπιτρέπεται ἡ κατάλυση «oίνoυ καὶ ἐλαίου». Διότι ἡ νηστεία μὲ κρασί, εἶναι νηστεία κίβδηλος. Τί εἶναι ἡ μέθη
4. Ἐμπρός, κᾶμε λοιπὸν τὸν ἑαυτό σου ἄξιο γιὰ τὴν τόσο σεμνὴ νηστεία· μὴ διαφθείρεις μὲ τὴν σημερινὴ μέθη τὴν αὐριανὴ ἐγκράτεια. Κακὸς ὁ συλλογισμός, πονηρὴ ἡ σκέψη· ἐπειδή μας ἔχει προαγγελθεῖ, πέντε ἡμερῶν νηστεία, σήμερα ἂς βυθιστοῦμε στὴ μέθη. Κανείς, ἐνῷ πρόκειται νὰ νυμφευθεῖ γυναῖκα σεμνὴ σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους τοῦ γάμου, δὲν βάζει στὸ σπίτι τοῦ προηγουμένως παλλακίδες καὶ πόρνες. Διότι ἡ νόμιμος σύζυγος δὲν ἀνέχεται τὴν συνοίκηση μὲ τὶς διεφθαρμένες. Μὴ λοιπὸν καὶ σύ, ἐνῷ ἀναμένεται νηστεία, ὁδηγεῖς πρῶτα τὴν μέθη, τὴν δημόσια πόρνη, τὴν μητέρα τῆς ἀναισχυντίας, τὴν φίλη του γέλωτα, τὴν μανιακή, τὴν εὔκολη σὲ κάθε ἰδέα ἀσχημοσύνης. Δὲν θὰ μπεῖ ἡ νηστεία καὶ ἡ προσευχὴ σὲ ψυχῇ ποὺ λερώθηκε ἀπὸ τὴν μέθη. Τὸν νηστευτὴ μέσα στὶς ἱερὲς αὐλὲς προσδέχεται ὁ Κύριος, τὸν μέθυσο σὰν ἀκάθαρτο καὶ ἀνίερο δὲν τὸν δέχεται. Διότι ἐὰν ἔλθεις αὔριο μυρίζοντας κρασὶ καὶ μάλιστα χωνεμένο, πῶς θὰ ὑπολογίσω τὴν κραιπάλη σου ὡς νηστεία; Ὅτι δηλαδὴ πρόσφατα δὲν κατανάλωσες πολὺ κρασί, τοῦτο νὰ μὴν τὸ λογαριάζεις, ἀλλὰ ὅτι δὲν εἶσαι καθαρὸς ἀπὸ κρασί. Ποῦ νὰ σὲ κατατάξω; Στοὺς μέθυσους ἢ στοὺς νηστευτές; H περασμένη μέθη σύρει πρὸς τὸν ἑαυτό της· ἡ παροῦσα στέρηση ἐπιβεβαιώνει τὴ νηστεία. Ὑποκείμενος εἶσαι στὴ μέθη, ὅπως ἀκριβῶς ὁ δοῦλος, καὶ δικαίως δὲν θὰ σοῦ ἀπομακρυνθεῖ, διότι μὲ τὸ νὰ παραμείνει ἡ μυρωδιὰ τοῦ οἴνου (στὸ στόμα) ὅπως ἀκριβῶς στὸ ἀγγεῖο, παρέχει σαφεῖς ἀποδείξεις τῆς δουλείας. Εὐθὺς ἀμέσως ἡ πρώτη ἡμέρα τῶν νηστειῶν θὰ σοῦ εἶναι ἄκυρη, διότι μέσα σου μένουν τὰ ὑπόλοιπά της μέθης. Αὐτῶν δὲ ποὺ ἡ ἀρχὴ εἶναι ἄκυρη, καὶ τὸ ὅλο εἶναι φανερὸ ὅτι εἶναι ἀπόβλητο. «Οἱ μέθυσοι δὲν θὰ κληρονομήσουν τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ» (Α´ Κορ. 6, 10). Ἐὰν ἔρχεσαι μεθυσμένος στὴ νηστεία, ποιὸ εἶναι τὸ ὄφελός σου; Διότι ἐὰν σὲ ἀποκλείει ἡ μέθη ἀπὸ τὴν βασιλεία, ποῦ σοῦ εἶναι λοιπὸν χρήσιμη ἡ νηστεία; Δὲν βλέπεις ὅτι καὶ οἱ πιὸ ἔμπειροι πουλαροδαμαστές, ἐνῷ περιμένουν τοὺς ἀγῶνες, μὲ τὴν δίαιτα προετοιμάζουν τὰ ἄλογα ποῦ θ᾿ ἀγωνιστοῦν; Σὺ δὲ ἐξεπίτηδες καταπιέζεις τὸν ἑαυτό σου μὲ τὸν χορτασμό· τόσο πολὺ ξεπερνᾷς καὶ τὰ ἄλογα στὴν γαστριμαργία. Ἡ κοιλιὰ ὅμως βαρυφορτωμένη ὄχι μόνον γιὰ τὸν δρόμο, ἀλλὰ οὔτε καὶ γιὰ τὸν ὕπνο εἶναι κατάλληλη· διότι καταπιεζόμενη, ἀπὸ τὸ βάρος, δὲν μπορεῖ νὰ ἠρεμήσει, ἀλλ᾿ ἀναγκάζεται πολλὲς φορὲς νὰ γυρίζει πότε ἀπὸ τὴν μία καὶ πότε ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά.

Τὰ εὐεργετικὰ ἀποτελέσματα τῆς νηστείας
5. Ἡ νηστεία προφυλάσσει τὰ νήπια, σωφρονίζει τὸ νέο, κάνει σεβαστὸ τὸν γέροντα, διότι τὰ γεράματα εἶναι πιὸ σεβαστὰ ὅταν στολίζονται μὲ τὴ νηστεία. Γιὰ τὶς γυναῖκες στολίδι ταιριαστό, χαλινάρι τῶν ἀκμαίων, φυλακτήριο τῆς συζυγικῆς ζωῆς, τροφὸς τῆς παρθενίας. Τέτοιες μὲν εἶναι οἱ φροντίδες αὐτῆς γιὰ κάθε σπίτι. Πῶς δὲ πολιτεύεται στὴ δημόσια ζωή μας; Μὲ μίας ὅλη τὴν πόλη καὶ ὅλο τὸν λαὸ βάζει σὲ τάξη, κοιμίζει τὴν κραυγή, ἐξορίζει τὴν μάχη, κατασιγάζει τὴν ὕβρη. Ποιοῦ διδασκάλου ἡ παρουσία ἀποκαθιστᾷ ἔτσι διὰ μίας τὸν θόρυβο τῶν παιδιῶν, ὅπως ἡ νηστεία σταματᾷ τὴν ταραχὴ τῆς πόλεως ὅταν ἐμφανισθεῖ; Ποιὸς κωμῳδοποιὸς στὴ νηστεία ἐπροχώρησε; Ποιὸς ἀκόλαστος χορὸς προῆλθε ἀπὸ τὴ νηστεία; Τρυφερὰ γέλια καὶ πορνικά, τραγούδια καὶ ἔξαλλοι χοροὶ ἀμέσως ἀπὸ τὴν πόλη ἀπομακρύνονται, σὰν νὰ ἔχουν φυγαδευθεῖ ἀπὸ κάποιο αὐστηρὸ δικαστή, τὴ νηστεία.

Ἡ νηστεία εἶναι ἡ βάση τῆς εἰρήνης τοῦ κόσμου
Ἐὰν δὲ ὅλοι αὐτὴν ἐδέχοντο ὡς σύμβουλο γιὰ αὐτά, ποὺ πρέπει νὰ πράττουμε, τίποτε δὲν θὰ ἐμπόδιζε νὰ εἶναι ἄκρα εἰρήνη σὲ ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη· οὔτε τὰ ἔθνη θὰ ἐπαναστατοῦσαν μεταξύ τους, οὔτε τὰ στρατεύματα θὰ ἔρχονταν σὲ σύρραξη. Δὲν θὰ κατασκευάζονταν ὄπλα, ἐὰν ἐπικρατοῦσε ἡ νηστεία, δὲν θὰ ἐγίνονταν δικαστήρια, οὔτε θὰ ἐφυλακίζονταν μερικοί, οὔτε γενικῶς θὰ φιλοξενοῦσαν oι ἐρημιὲς κακοποιούς, ἢ οἱ πόλεις τοὺς συκοφάντες, ἢ ἡ θάλασσα τοὺς πειρατές. Ἐὰν ὅλοι ἦταν μαθητὲς τῆς νηστείας, δὲν θὰ εἶχε ἀκουσθεῖ καθόλου, κατὰ τὸν λόγο τοῦ Ἰὼβ (Ἰὼβ 3, 18), φωνὴ εἰσπράκτορα τῶν φόρων, οὔτε θὰ ἦταν τόσον πολυστένακτη ἡ ζωή μας καὶ γεμάτη ἀπὸ κατήφεια, ἐὰν ἡ νηστεία κυριαρχοῦσε στὴ ζωή μας. Διότι εἶναι φανερὸ ὅτι θὰ ἐδίδασκε σὲ ὅλους ὄχι μόνον τὴν ἐγκράτεια ἀπὸ τὰ φαγητά, ἀλλὰ καὶ τῆς φιλαργυρίας καὶ πλεονεξίας καὶ κάθε κακίας τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἀποστροφὴ καὶ ἀποξένωση. Ἐὰν αὐτὰ εἶχαν ἀποβληθεῖ, τίποτε δὲν θὰ ἐμπόδιζε μὲ βαθειὰ εἰρήνη καὶ ἀταραξία ψυχῶν τὴν ζωή μας νὰ περάσουμε.
6. Τώρα ὅμως oι μὲν ἀπορρίπτοντες τὴ νηστεία, τὴν τρυφὴ δὲ ὡς εὐτυχία τῆς ζωῆς ἐπιδιώκοντες, καὶ τὴν μεγάλη ἐκείνη ἀφθονία τῶν κακῶν ἔφεραν καὶ τὰ σώματά τους ἐπὶ πλέον διαφθείρουν. Παρατήρησε, παρακαλῶ, τὴν διαφορὰ τῶν προσώπων, καὶ αὐτῶν ποὺ θὰ σοῦ φανοῦν κατὰ τὸ βράδυ καὶ τῶν αὐριανῶν. Σήμερα πρησμένα, κατακόκκινα, ὑγρὰ ἀπὸ λεπτὸ ἱδρῶτα, μάτια ὁλόϋγρα, αὐθάδη, στερημένα τὴν ἀκρίβεια τῆς ὁράσεως ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴ συσκότιση, αὔριο δὲ ντροπαλά, σεμνά, μὲ φυσικὸ χρῶμα, γεμάτα περίσκεψη καὶ μὲ κάθε ἀκρίβεια αἰσθήσεως, ἀφοῦ καμμιὰ ἐσωτερικὴ αἰτία δὲν ἐπισκοτίζει τὶς φυσικὲς ἐνέργειες.

Τί εἶναι ἡ νηστεία
Ἡ νηστεία, εἶναι ἡ ὁμοίωση τῶν Ἀγγέλων, ἡ συγκάτοικος τῶν δικαίων, ἡ ἐγκράτεια τῆς ζωῆς. Αὐτὴ τὸν Μωϋσῆ ἔκαμε νομοθέτη· ὁ Σαμουὴλ εἶναι καρπὸς τῆς νηστείας. Ἀφοῦ ἐνήστευσε ἡ Ἄννα προσευχήθηκε στὸν Θεό· «Κύριε, Κύριε, Θεὲ τῶν Δυνάμεων, ἐὰν πράγματι εἰσακούσεις τὴν δούλη σου καὶ μοῦ δώσεις τέκνο ἀρσενικό, θὰ σοῦ τὸ ἀφιερώσω ἐνώπιόν σου» (Α´ Βασ. 1, 11). «Δὲν θὰ πιεῖ oίνο καὶ σίκερα ἕως τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου» (Κρίτ.13, 14). Αὐτὴ ἀνέθρεψε τὸν μεγάλο Σαμψῶν, καὶ ἕως τότε ποὺ ἐσυντρόφευε τὸν ἄνδρα, κατὰ χιλιάδες ἐφονεύονταν οἱ ἐχθροί, καὶ κατακρημνίζονταν οἱ πύλες τῶν πόλεων, καὶ τὰ λιοντάρια δὲν ἄντεχαν τὴν δύναμη τῶν χεριῶν τοῦ (Κρίτ.14, 6· 15, 16· 16, 3).

Ἡ ἄρνηση τῆς νηστείας, διάλυση τοῦ ἀνθρώπου
Ὅταν δὲ τὸν κατέλαβε ἡ πορνεία καὶ ἡ μέθη, αἰχμαλωτίσθηκε ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς του, καὶ ἀφοῦ τὸν τύφλωσαν ἔγινε παιχνίδι στοὺς δούλους τῶν ἀλλοφύλων. Ἀφοῦ ἐνήστευσε ὁ Ἠλίας ἐσταμάτησε τὸν οὐρανὸ ἐπὶ τρία χρόνια καὶ ἕξι μῆνες γιὰ νὰ μὴ βρέξει (Γ´ Βασιλ. 17, 1). Ἐπειδὴ δηλαδὴ εἶδε ὅτι ἀπὸ τὸν χορτασμὸ πολλαπλασιάζεται ἡ ὕβρη, ἀναγκαστικὰ ἔφερε σ᾿ αὐτοὺς τὴν ἀκούσια νηστεία τῆς πείνας. Μὲ αὐτὴν σταμάτησε τὴν ἁμαρτία τους ποὺ ξεχυνόταν ἤδη χωρὶς μέτρο, καὶ σὰν μὲ κάποιο καυτερὸ σίδερο ἢ μὲ μαχαῖρι, διέκοψε μὲ τὴ νηστεία τὴν ἐπὶ πλέον πρόοδο τοῦ κακοῦ.
7. Δεχθεῖτε αὐτήν, οἱ φτωχοί, τὴν συγκάτοικό σας καὶ ὁμοτράπεζο. Οἱ δοῦλοι, τὴν ἀνάπαυση ἀπὸ τοὺς συνεχεῖς καμάτους τῆς ὑπηρεσίας. Οἱ πλούσιοι, αὐτὴν πού σας γιατρεύει ἀπὸ τὴν βλάβη τοῦ χορτασμοῦ καὶ μὲ τὴν μεταβολὴ κάνει πιὸ τερπνὰ αὐτὰ ποὺ ἀπὸ τὴν συνήθεια περιφρονοῦνται. Οἱ ἄρρωστοι, τὴν μητέρα τῆς ὑγείας. Οἱ ὑγιεῖς, τὸ φυλακτήριο τῆς ὑγείας. Ρώτησε τοὺς ἰατροὺς καὶ θὰ σοῦ ἀπαντήσουν, ὅτι τὸ περισσότερο σφαλερὸ ἀπὸ ὅλα εἶναι ἡ ἄκρα παχυσαρκία. Γιὰ τοῦτο οἱ πιὸ ἔμπειροι μὲ τὴ νηστεία ἀφαιροῦν τὸ πλεονάζον πάχος, ὥστε νὰ μὴν συντριβεῖ ἡ δύναμη μὲ τὸ βάρος τῆς παχυσαρκίας. Διότι ἐξεπίτηδες ἀφοῦ μὲ τὴν στέρηση ἐξαφανίσουν τὴν ἀμετρία τοῦ πάχους, προετοιμάζουν στὴν θρεπτικὴ δύναμη κάποια ἄνεση καὶ ἀνατροφὴ καὶ ἀρχὴ γιὰ δεύτερη αὔξηση. Ἔτσι σὲ κάθε ἔργο καὶ σὲ κάθε σωματικὴ ἰδιοσυγκρασία βρίσκεται ἡ ὠφέλεια τῆς νηστείας καὶ σὲ ὅλα ὁμοίως ἁρμόζει, στὰ σπίτια, στὶς ἀγορές, στὶς νύκτες, στὶς ἡμέρες, στὶς πόλεις, στὶς ἐρημιές. Αὐτὴν λοιπὸν ποὺ μὲ τόσα μέσα χαρίζει σέ μας τὸ καλό, ἂς ὑποδεχθοῦμε μὲ χαρά, κατὰ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου, χωρὶς νὰ εἴμαστε κατηφεῖς, ὅπως οἱ ὑποκριτές, ἀλλὰ τὸ χαρωπό της ψυχῆς χωρὶς προσποίηση νὰ δείχνουμε (Ματθ. 6, 16-17). Καὶ δὲν νομίζω ὅτι χρειάζεται τόσον ἀγῶνα ἡ προτροπὴ γιὰ τὴ νηστεία, ὅσον τὸ νὰ μὴν περιπέσει σήμερα κάποιος στὰ κακά της μέθης. Διότι τὴ μὲν νηστεία καὶ γιὰ τὴν συνήθεια καὶ γιὰ τὴν μεταξύ μας ντροπή, oι πολλοὶ τὴν ἀποδέχονται. Φοβοῦμαι δὲ τὴ μέθη, πού, σὰν πατρικὴ κληρονομιά, οἱ φίλοι του οἴνου τὴν διασῴζουν.

Ὄχι νηστεία μὲ τὴν μέθη
Ὅπως δηλαδὴ αὐτοὶ ποὺ κάνουν μακρινὰ ταξίδια, ἔτσι καὶ μερικοὶ ἀνόητοι σήμερα πίνουν οἶνο σὲ ἀντάλλαγμα τῶν πέντε ἡμερῶν τῆς νηστείας· ποιὸς εἶναι τόσον ἀνόητος, ὥστε προτοῦ ἀρχίσει νὰ πίνει, νὰ κάνει τὶς τρέλλες τῶν μεθυσμένων; Δὲν γνωρίζεις ὅτι ἡ κοιλιὰ δὲν κάνει ἀποταμίευση; Ἡ κοιλιὰ εἶναι ὁ πιὸ ἄπιστος μεσίτης. Εἶναι ταμεῖο ἀφύλακτο, διότι, ὅταν μπαίνουν πολλά, τὴ μὲν βλάβη διατηρεῖ, τὰ φαγητὰ ὅμως δὲν διαφυλλάττει· πρόσεχε μὴ τυχὸν καὶ σὲ σένα, αὔριο ποὺ θὰ ἔλθεις ἀπὸ τὴν μέθη λεχθοῦν αὐτὰ ποὺ τώρα ἀναγνώσθηκαν. «Δὲν διάλεξα αὐτὴ τὴ νηστεία, λέγει ὁ Κύριος» (Ἡσ. 58, 5). Γιατί ἀναμιγνύεις τὰ ἄμικτα; Ποιὰ ἡ σχέση τῆς νηστείας πρὸς τὴν μέθη; Ποιὰ εἶναι ἡ σχέση τῆς μέθης πρὸς τὴν ἐγκράτεια; «Ποιὰ ἡ συμφωνία μεταξὺ τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν εἰδώλων;» (Β´ Κορινθ. 6, 16). Διότι ναὸς τοῦ Θεοῦ μὲν εἶναι αὐτοὶ στοὺς ὁποίους κατοικεῖ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ· ναὸς δὲ εἰδώλων, εἶναι αὐτοὶ ποὺ ὑποδέχονται μὲ τὴν μέθη τὸ πλῆθος τῆς ἀκολασίας. Ἡ σημερινὴ ἡμέρα εἶναι τὰ πρόθυρα τῶν νηστειῶν. Αὐτὸς δὲ ποὺ ἔχει βεβηλωθεῖ στὰ πρόθυρα βεβαίως δὲν εἶναι ἄξιος νὰ εἰσέλθει στὰ ἅγια. Κανεὶς δοῦλος θέλοντας νὰ ἐξευμενίσει τὸν κύριό του, δὲν μεταχειρίζεται τὸν ἐχθρό του σὰν προστάτη καὶ μεσίτη.

Τὸ μυστήριο τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως στὴν Ἀρχαία Ἐκκλησία
Ἡ μέθη εἶναι ἔχθρα στὸ Θεό· ἡ νηστεία δέ, ἀρχὴ τῆς μετανοίας. Ἐὰν λοιπὸν θέλεις μὲ τὴν ἐξομολόγηση νὰ γυρίσεις στὸ Θεό, νὰ ἀποφεύγεις τὴν μέθη, γιὰ νὰ μὴν σοῦ κάμει δυσκολότερη τὴν ἀποξένωση. Δὲν ἀρκεῖ βεβαίως μόνον ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τὶς τροφές, γιὰ τὴν ἐπαινετὴ νηστεία, ἀλλ᾿ ἂς νηστεύσουμε νηστεία δεκτή, εὐάρεστη στὸ Θεό. Ἀληθινὴ νηστεία εἶναι ἡ ἀποξένωση ἀπὸ τὸ κακό, ἡ ἐγκράτεια τῆς γλώσσας, ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τὸ θυμό, ὁ χωρισμὸς ἀπὸ τὶς ἐπιθυμίες, τὴν καταλαλιά, τὸ ψεῦδος, τὴν ψευδορκία. H στέρηση ἀπὸ αὐτὰ εἶναι ἀληθινὴ νηστεία. Μέσα σ᾿ αὐτὰ λοιπὸν ἡ νηστεία εἶναι ἀγαθό.

Ἡ πνευματικὴ νηστεία εἶναι ἡ ἔλλειψη τοῦ ὀρθοδόξου λόγου ποὺ κάνει τὴν ψυχὴ ἀτροφικὴ καὶ παγερή
8. Ἂς ἐντρυφήσουμε ἐν Κυρίῳ, στὴν μελέτη τῶν λόγων τοῦ Πνεύματος καὶ στὴν ἀποδοχὴ τῶν σωτηρίων νόμων καὶ σὲ ὅλα τὰ διορθωτικὰ διδάγματα τῶν ψυχῶν μας. Ἂς φυλαχθοῦμε λοιπὸν ἀπὸ τὴν πνευματικὴ νηστεία περὶ τῆς ὁποίας καὶ ὁ προφήτης ἀπεύχεται, λέγοντας· «Δὲν θὰ θανατώσει ὁ Κύριος μὲ τὴν πεῖνα τὶς ψυχὲς τῶν δικαίων» (Παροιμ.10, 3). Καὶ τό· «δὲν εἶδα δίκαιο ἐγκαταλειμμένο, οὔτε τοὺς ἀπογόνους του νὰ ζητιανεύουν ψωμί» (Ψαλμ. 36, 25). Διότι ἀσφαλῶς δὲν ἤθελε νὰ πεῖ γιὰ τοὺς αἰσθητοὺς ἄρτους αὐτὸς ποὺ γνώριζε ὅτι τὰ παιδιὰ τοῦ πατριάρχη Ἰακὼβ γιὰ τοὺς ἄρτους κατέβηκαν στὴν Αἴγυπτο, ἀλλὰ λέγει περὶ τῆς πνευματικῆς τροφῆς, κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἐσωτερικὸς ἄνθρωπος γίνεται τέλειος. Ἂς μὴν ἔλθει καὶ σέ μας ἡ νηστεία ποὺ ἀπείλησε στοὺς Ἰουδαίους ὁ Θεός. «Διότι ἰδοὺ ἔρχονται ἡμέρες, λέγει ὁ Κύριος, καὶ θὰ ἐπιφέρω σ᾿ αὐτὴ τὴν γῆ πείνα, ὄχι πεῖνα ἀπὸ ἄρτο, οὔτε δίψα ἀπὸ νερό, ἀλλὰ πείνα ἀπὸ τοῦ νὰ ἀκούσουν τὸν λόγο τοῦ Κυρίου» (Ἀμῶς 8, 11). Γιὰ τοῦτο τὴν ἔφερε o δίκαιος κριτής, ἐπειδὴ ἔβλεπε τὸ νοῦ τους νὰ λιμοκτονεῖ στὴν ἀτροφία τῶν δογμάτων τῆς ἀληθείας, τὸν δὲ ἐξωτερικό τους ἄνθρωπο νὰ ὑπερπαχαίνει καὶ νὰ γίνεται ὅλος σάρκες. Ὅλες λοιπὸν τὶς ἑπόμενες ἡμέρες θὰ σᾶς προσφέρει γεῦμα τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον καὶ μὲ πρωϊνὲς καὶ ἑσπερινὲς τέρψεις. Κανεὶς ἂς μὴ λείψει μὲ τὴν θέλησή του ἀπὸ τὴν πνευματικὴ εὐωχία. Ὅλοι ἂς κοινωνήσουμε ἀπὸ τὸ νηφάλιο ποτήριο ποὺ ἡ σοφία, ἀφοῦ ἀνέμιξε, μᾶς προσέφερε ἐξίσου, γιὰ νὰ ἀντλήσει ὁ καθένας ὅσον μπορεῖ. «Διότι ἀνέμιξε τὸν οἶνο της, καὶ ἔσφαξε τὰ θύματά της» (Πάρ. 9, 2). Δηλαδὴ τὴν τροφὴ τῶν τελείων, «αὐτῶν ποὺ ἔχουν γυμνασμένα τὰ αἰσθητήρια λόγω τῆς συνηθείας πρὸς διάκριση τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ» (Ἑβρ. 5, 14). Μὲ αὐτὰ πλούσια ἀφοῦ χορτάσουμε, εἴθε νὰ βρεθοῦμε ἄξιοί της εὐφροσύνης, καὶ στὸν νυμφῶνα μαζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, τὸν Κύριό μας, στὸν ὁποῖον ἀνήκει ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.

Παρασκευή 28 Μαΐου 2010

π. Ανανίας Κουστένης για την μετάνοια, την αγάπη Του Θεού ,την εκπαίδευση των νέων και την κατάθλιψη…

















http://oode.wordpress.com

Ο πόνος γεννά την αλήθεια

Γιατί σε μένα , Θεέ μου;




Η "ευλογία του πόνου"

Ευλογημένα γιατί! Τα καθαγίασε ο Ίδιος ο Χριστός στο σταυρό: «Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλιπες;». Θεέ μου, γιατί μου το έκανες αυτό; Τι σου έκανα; Δεν είμαι ο Υιός σου; Το ίδιο ακριβώς ερώτημα με το δικό μου και έμεινε και αυτό αναπάντητο. Έμεινε αναπάντητο στα φαινόμενα. Τα γεγονότα όμως φανέρωσαν την απάντηση.

Τέτοια πολλά «γιατί» βγήκαν και από το στόμα του πολύαθλου Ιώβ ή τη γραφίδα του τραυματισμένου Δαυίδ, δύο ανθρώπων που οι τραγικοί θάνατοι των παιδιών τους σφράγισαν το πέρασμά τους από την ιστορία και που μας παρουσιάζονται συχνά ως τα μοναδικά πρότυπα πίστης, εγκαρτέρησης και υπομονής.
Το ερώτημα αυτό το απευθύνουμε στο Θεό, το λέμε στον εαυτό μας, το επαναλαμβάνουμε στους ανθρώπους που νιώθουμε ότι ιδιαίτερα μας αγαπούν. Το λέμε κυρίως για να εκφράσουμε το μέσα μας, το λέμε όμως και προσδοκώντας το χάδι μιας απάντησης. Ποιος όμως μπορεί να δώσει μια απάντηση; Ακόμη κι αν την ξέρει, ποιος μπορεί να μας την πει;

Λέγει ο Μέγας Βασίλειος προς πενθούντα πατέρα ότι ο πόνος κάνει τον άνθρωπο τόσο ευαίσθητο, ώστε μοιάζει με το μάτι που δεν ανέχεται ούτε το φτερό. Και η πιο τρυφερή κίνηση αυξάνει τον πόνο του πονεμένου. Και η πιο διακριτική αναλογία δεν αντέχεται.

Ο λόγος που εκφέρεται ως λογικό επιχείρημα ενοχλεί αβάσταχτα.

Μόνο το δάκρυ, η κοινωνία της απορίας, η σιωπή, η εσωτερική προσευχή θα μπορούσαν να ανακουφίσουν τον πόνο, να φωτίσουν το σκοτάδι ή να γεννήσουν μια μικρή ελπίδα.

Ο πόνος γεννά αλήθεια, συμπόνια, κοινωνία

Ο πόνος δεν ξυπνάει μόνο εμάς, αλλά γεννάει και την αγάπη στους γύρω μας. Προσπαθούν να μπουν στη θέση μας. Αγωνίζονται στον καιρό της ασφάλειάς τους να μοιρασθούν τα πιο ανεπιθύμητα γι' αυτούς δικά μας αισθήματα. Και το κάνουν. Ο πόνος γεννά την υπομονή μας, ταυτόχρονα όμως γεννά και τον εξ αγάπης σύνδεσμο με τους αδελφούς μας. Ο πόνος γεννά την αλήθεια. Η συμπόνια των άλλων τη φυτεύει στη δική μας καρδιά. Εκεί διακριτικά κρύβεται και η απάντηση.
Έτσι γεννιέται στην καρδιά η παρηγοριά, της οποίας η γλύκα και η ανακούφιση είναι πολύ εντονότερες ως εμπειρίες από το βάρος του πόνου.

(Νικολάου,επισκόπου Μεσογαίας


Άνθρωπος μεθόριος,Από τα αναπάντητα διλήμματα στα περάσματα της «άλλης λογικής»
Εκδόσεις: «Εν πλω»)


http://misha.pblogs.gr

Αγίου Ανδρέα του κατά Χριστόν Σαλού (28 Μαΐου)


Η φωτογραφία είναι από το ρωσικό σάιτ www.icon-art.info.


Η καθημερινή ανάγνωση των Μαρτυρίων των Αγίων παρακινούσε τον μακάριο Ανδρέα προς μίμησή τους. Κάποια νύκτα σηκώθηκε για να προσευχηθεί. Ο φθονερός διάβολος δεν ήταν δυνατόν να τον αφήσει απείρακτο. Μόλις άρχισε την προσευχή του έρχεται με πολύ θόρυβο και του κτυπά την πόρτα. Ο μακάριος ως νέος και μή γνωρίζοντας από τις πονηρίες του διαβόλου, φοβήθηκε, σταμάτησε την προσευχή του και ξάπλωσε στο κρεβάτι του και σκεπάστηκε. Όταν είδε ο σατανάς ότι φοβήθηκε και άφησε την προσευχή χάρηκε και λέγει στον άλλο δαίμονα. «Να! ακόμα αυτός είναι βρέφος,τρέχουν τα σάλια του, και προετοιμάζεται για να κάνει πόλεμο εναντίον μας». Αφού τα είπε αυτά εξαφανίστηκε.

Ο μακάριος Ανδρέας αποκοιμήθηκε. Βλέπει τότε στον ύπνο του ότι βρέθηκε στο θέατρο της πόλεως. Από το ένα μέρος υπήρχαν πολλοί άνδρες λευκοφόροι (ασπροντυμένοι) και φωτεινοί και από το άλλο ήταν ένα πολύ μεγάλο πλήθος κατάμαυροι αιθίοπες (αράπηδες). Ζητούσαν δε και τα δύο μέρη να παλέψουν. Οι κατάμαυροι είχαν ανάμεσα τους ένα μεγαλύτερο, που ήταν χιλίαρχος, και έλεγαν πρός τους λευκοφόρους: « Όποιος θέλει από σας, ας βγεί να πολεμήσει με αυτόν».

Ενώ ο Άγιος έστεκε και άκουε τα λεγόμενα, βλέπει να κατεβαίνει από τον ουρανό κάποιος νέος πάρα πολύ ωραίος, λαμπρότερος του ήλιου στη όψη, κρατώντας στα χέρια του τρία υπέροχα στεφάνια. Το ένα ήταν στολισμένο με μαργαριτάρια, το δεύτερο με πολύτιμες πέτρες και το τρίτο με κρίνα και άνθη του Παραδείσου. Ήταν δε αυτά και αμάραντα και είχαν τόση ευωδία ώστε θαύμαζε ο μακάριος Ανδρέας και επιθυμούσε, αν ήταν δυνατόν, να πάρει κάποιο από εκείνα τα στεφάνια.

Πλησιάζει λοιπόν τον νέο και του λέει: « Στον Χριστό που πιστεύεις, πόσο πουλάς αυτά τα στεφάνια; Θέλω να μάθω. Αν και εγώ δεν μπορώ να τα αγοράσω όμως θα τρέξω γρήγορα να το πω στο αφεντικό μου για να έλθει να πάρει αυτό κάποιο από αυτά και να σου δώσει όσα χρήματα θέλεις». Αυτά αφού τα άκουσε ο νέος, ο οποίος ήταν ο ίδιος ο Χριστός, χαμογέλασε και λέει στον Ανδρέα. « Πίστεψε με στ’ αλήθεια, αγαπητέ, ότι αν μου φέρεις όλο το χρυσάφι του κόσμου, δεν δίνω ούτε ένα άνθος από αυτά τα στεφάνια ούτε σε σένα, αλλά ούτε και στο αφεντικό σου. Γιατί αυτά δεν ανήκουν στο μάταιο αυτό κόσμο, όπως νομίζεις, αλλά στους ουράνιους θησαυρούς, με τους οποίους στεφανώνονται όσοι νικήσουν εκείνους τους μαύρους. Εάν, λοιπόν, θέλεις και σύ κανένα απ’ αυτά τα στεφάνια πάλαιψε με εκείνον τον ακάθαρτο αράπη και αν τον νικήσεις όχι μόνο αυτά θα σου δώσω αλλά όσα θέλεις».

Όταν τα άκουσε αυτά ο μακάριος Ανδρέας πήρε θάρρος και λέει σ’ αυτόν· « Κύριε μου, δέχομαι να παλέψω, μόνο δίδαξε με με ποιόν τρόπο θα τον νικήσω». Είπε τότε ο Κύριος προς τον Ανδρέα: « Γνώριζε, αγαπητέ, ότι αυτοί οι αράπηδες είναι μόνο θρασείς, άλλά δεν έχουν καμιά δύναμη. Μη φοβηθείς λοιπόν που τον βλέπεις τόσον μεγάλο, διότι είναι σαν το χόρτο σάπιος και αδύνατος». Αφού δε τον ενθάρρυνε, τον έπιασε από τη μέση και του έδειξε πως να παλέψει με τον αράπη. Του παράγγειλε δε τα εξής: « Όταν σε πιάσει ο αράπης, μη φοβηθείς, αλλά αγκάλιασε τον σε σχήμα σταυρού και θα δείς τη δύναμη του Θεού».

Τότε μπήκε στη μέση του θεάτρου ο Ανδρέας και είπε με δυνατή φωνή: « Μαυρισμένε, έλα να παλαίψουμε». Όταν είδε ο αράπης εκείνος, ο χιλίαρχος των δαιμόνων, ότι τον ζητούσε ο Ανδρέας σηκώθηκε και ερχόταν με μεγάλη υπερηφάνεια να τον αρπάξει και τον φοβέριζε με το βλέμμα του. Ο Ανδρέας τον έπιασε σταυροειδώς και τον έρριξε κάτω στη γη ώστε για πολλή ώρα έμεινε άφωνος. Τότε χάρηκαν πάρα πολύ οι λευκοφόροι και αμέσως έτρεξαν, τον αγκάλιασαν και τον καταφιλούσαν και τον άλειφαν με θεϊκό μύρο. Οι δε κατάμαυροι αράπηδες έφυγαν καταντροπιασμένοι.

Αμέσως τότε ο γεμάτος δόξα εκείνος νέος έδωσε τα στεφάνια στον μακάριο Ανδρέα και καταφιλώντας τον του είπε: « Από σήμερα είσαι δικός μου φίλος. Να αγωνίζεσαι τον καλόν αγώνα γυμνός και περιφρονημένος. Γίνε σαλός για μένα, για να σε αξιώσω πολλών αγαθών στη Βασιλεία μου».



http://vatopaidi.wordpress.com

Πέμπτη 27 Μαΐου 2010

Ευλόγει η ψυχή μου, τον Κύριον και πάντα τα εντός μου το όνομα το άγιον αυτού.



Ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριον και μή επιλανθάνου πάσας τας ανταποδόσεις αυτού.
Τον ευϊλατεύοντα πάσας τας ανομίας σου, τον ιώμενον πάσας τας νόσους σου.
Τον λυτρούμενον εκ φθοράς την ζωήν σου, τον στεφανούντα σε εν ελέει και οικτιρμοίς.

Τον εμπιπλώντα εν αγαθοίς την επιθυμίαν σου, ανακαινισθήσεται ως αετού η νεότης σου.
Ποιών ελεημοσύνας ο Κύριος και κρίμα πάσι τοις αδικουμένοις.
Εγνώρισε τας οδούς αυτού τω Μωϋσή, τοις υιοίς Ισραήλ τα θελήματα αυτού.
Οικτίρμων και ελεήμων ο Κύριος, μακρόθυμος και πολυέλεος· ουκ εις τέλος οργισθήσεται, ουδέ εις τον αιώνα μηνιεί.
Ού κατά τας ανομίας ημών εποίησεν ημίν, ουδέ κατά τας αμαρτίας ημών ανταπέδωκεν ημίν.
Ότι κατά το ύψος του ουρανού από της γης εκραταίωσε Κύριος το έλεος αυτού επί τους φοβουμένους αυτόν.
Καθόσον απέχουσιν ανατολαί από δυσμών, εμάκρυνεν αφ΄ ημών τας ανομίας ημών.
Καθώς οικτείρει πατήρ υιούς, ωκτείρησε Κύριος τους φοβουμένους αυτόν, ότι αυτός εγνω το πλάσμα ημών, εμνήσθη ότι χούς έσμεν.

΄Ανθρωπος, ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού, ωσεί άνθος του αγρού ούτως εξανθήσει.

Ότι πνεύμα διήλθεν εν αυτώ και ούχ υπάρξει και ουκ επιγνώσεται έτι τον τόπον αυτού.
Το δε έλεος του Κυρίου από του αιώνος και έως του αιώνος επί τους φοβουμένους αυτόν.
Και η δικαιοσύνη αυτού επί υιοίς υιών, τοις φυλάσσουσι την διαθήκην αυτού και μεμνημένοις των εντολών αυτού του ποιήσαι αυτάς.
Κύριος εν τω ουρανώ ητοίμασε τον θρόνον αυτού και η βασιλεία αυτού πάντων δεσπόζει.
Ευλογείτε τον Κύριον, πάντες οι άγγελοι αυτού, δυνατοί ισχύϊ ποιούντες τον λόγον αυτού, του ακούσαι της φωνής των λόγων αυτού.

Ευλογείτε τον Κύριον, πάσαι αι δυνάμεις αυτού, λειτουργοί αυτού οι ποιούντες το θέλημα αυτού.
Ευλογείτε τον Κύριον, πάντα τα έργα αυτού, εν παντί τόπω της δεσποτείας αυτού· ευλόγει η ψυχή μου, τον Κύριον.

http://kirie-ihsou-xriste-eleison-me.blogspot.com

Η μέρα που ξημερώνει τού ανήκει...



Βαρυφορτωμένο ξεκίνησε το πρωί της 10ης Σεπτεμβρίου 1924 το πλοίο «Βασίλειος Δεστούνης» από το λιμάνι της Μερσίνας της Μικράς Ασίας με προορισμό την Εύβοια. Δεν μετέφερε μόνο 800 πονεμένους ρακένδυτους Μικρασιάτες πρόσφυγες. Στο αμπάρι του το πλοίο έκρυβε πολύτιμο θησαυρό. Ήταν ξύλινη (από κυπαρίσσι) λάρνακα με το τίμιο ιερό σκήνωμα του 40χρονου οσίου Ιωάννου του Ρώσου.

Οι τουρκικές αρχές είχαν απαγορεύσει αυστηρά στους Χριστιανούς τη μεταφορά του αγίου από το Προκόπιο. Είχαν μάλιστα σφραγίσει τον ομώνυμο περικαλλή ιερό Ναό του. Αλλά ο πιστός σιδηρουργός του Προκοπίου με άδεια του ευλαβεστάτου ιερέως π. Χαραλάμπους Αβερκιάδη τη νύχτα της 9ης Σεπτεμβρίου τόλμησε και παραβίασε κρυφά τον ιερό Ναό. Και ο τολμηρός Έλληνας και πιστός Μικρασιάτης Παναγιώτης Παπαδόπουλος, που επρόκειτο την επομένη να ταξιδέψει για την Ελλάδα, ανέλαβε να περιτυλίξει με κιλίμια το ιερό Λείψανο. Και με κίνδυνο της ζωής του το πέρασε από το τουρκικό τελωνείο.

Τόσο μεγάλη ευσέβεια και πίστη είχαν οι αγαπημένοι μας Μικρασιάτες πρόσφυγες. Μπορεί να έφθασαν στην μητροπολιτική Ελλάδα μας πάμφτωχοι υλικά, αλλά μας έφεραν τον ζωντανό τους πλούτο της Ορθοδόξου Παραδόσεως και ζωής όχι μόνο με το ήθος και την αρχοντιά τους, αλλά και με τα πλούσια εκκλησιαστικά κειμήλια, τις περίπυστες άγιες εικόνες και προπαντός με τα θησαυρίσματα των ιερών Λειψάνων των Αγίων τους.

Έτσι η Εύβοια χάρις στην πίστη των ευσεβών Μικρασιατών του Προκοπίου της Ανατολής απέκτησε τον θησαυρό αυτό, δηλαδή το ιερό άφθορο Λείψανο του αγίου Ιωάννου του Ρώσου. Σήμερα ευρίσκεται μέσα σε ασημένια Λάρνακα στον ομώνυμο περίλαμπρο Ναό του στο χωριό Νέο Προκόπιο στα βόρεια της νήσου.

Ποιος όμως ήταν ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσος;

Στην περιοχή της Ουκρανίας, σ’ ένα χωριό της Μικρορωσίας, εκεί όπου τα ήσυχα νερά του Δνείπερου ποταμού διασχίζουν και ποτίζουν τον μεγαλύτερο σιτοβολώνα του κόσμου, γεννήθηκε γύρω στο 1690 ο Ιωάννης. Οι γονείς του ήταν ευσεβείς, δίκαιοι και τίμιοι. Δίδαξαν στο παιδί τους από τη μικρή ηλικία τα ιερά γράμματα, την τέχνη της προσευχής και τον δρόμο της θυσίας και της αγάπης και προς τον Θεό και προς τους ανθρώπους. Ο Ιωάννης τα δεχόταν όλα με ευγνωμοσύνη. Τα εφάρμοζε με πιστότητα.

Την εποχή εκείνη τσάρος της Ρωσίας ήταν ο Μέγας Πέτρος, άνθρωπος πολεμοχαρής και σκληροτράχηλος. Ο Ιωάννης σε νόμιμη ηλικία κατετάγη στο ρωσικό στρατό. Έλαβε μέρος στον ατυχή ρωσοτουρκικό πόλεμο (1711), που διήρκεσε 7 χρόνια και είχε ως αποτέλεσμα χιλιάδες Ρώσοι στρατιώτες να συλληφθούν αιχμάλωτοι από τους Τατάρους. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και ο νέος τότε στρατιώτης Ιωάννης. Οι Τάταροι πούλησαν τον Ιωάννη σε κάποιον Τούρκο αξιωματικό του ιππικού, τον Ομέρ αγά από το Προκόπιο της Μικράς Ασίας, μια πόλη που ήταν κτισμένη σε υψόμετρο 1.200 μέτρων, 60 χιλιόμετρα έξω από την Καισάρεια της Καππαδοκίας.

Πολλοί τότε στρατιώτες αρνήθηκαν την ορθόδοξη πίστη τους πιεζόμενοι από τις απειλές των αλλόθρησκων Τούρκων. Μπροστά στα δώρα και τις υποσχέσεις των Αγαρηνών εκάμφθησαν. Αλλά ο γενναίος Ιωάννης παρέμεινε αλύγιστος στον ορθόδοξη πίστη του. Μέσα του βασίλευε η ευσέβεια και η βαθιά πεποίθηση ότι ο Θεός δεν θα τον εγκαταλείψει. Παραδίδει τη ζωή του στον Θεό με σύνθημά του: «Κύριος ποιμαίνει με, και ουδέν με υστερήσει» (Ψαλ. κβ΄ 1).

Προχωρεί γαλήνια, ατάραχα. Σηκώνει με υπομονή τον σταυρό του από τις ειρωνείες και τις περιφρονήσεις των άλλων που τον φώναζαν «κιαφίρη», δηλαδή άπιστο. Σταθερή είναι και η ομολογία του προς τον αγά του. «Είσαι αφέντης – του λέει – μόνο του σώματός μου, όχι όμως και της ψυχής μου. Είμαι πρόθυμος να υπακούω σε όλες τις διαταγές σου, εφ’ όσον με αφήσεις ελεύθερο στην πίστη μου. Διαφορετικά, εάν με πιέσεις να αλλαξοπιστήσω, ευχαρίστως σου παραδίδω την κεφαλή μου και όχι την πίστη μου. Χριστιανός γεννήθηκα, Χριστιανός θα αποθάνω. Τον Χριστό δεν πρόκειται να αρνηθώ».

Η σταθερή αυτή ομολογία του Ιωάννη συνδυασμένη πάντοτε με την εργατικότητα, την ταπεινοφροσύνη και την ευγενή συμπεριφορά του, τον έκαμαν πολύ συμπαθή στο σκληρό του αφεντικό.

Ο Ομέρ είχε αναθέσει στον Ιωάννη την ευθύνη του στάβλου του. Εκεί μέσα κάτω από ταπεινές συνθήκες, μέσα σε δυσοσμία και σε υγρό και σκοτεινό περιβάλλον ο Ιωάννης ο αιχμάλωτος και δούλος ζούσε αγία ζωή. Ήταν συνεπής και ακριβής όχι μόνο στα καθήκοντα της ευτελούς αυτής εργασίας αλλά και στα πνευματικά του καθήκοντα. Δοξολογούσε τον Θεό συνεχώς. Αναπολούσε τις ταπεινές συνθήκες κάτω από τις οποίες γεννήθηκε ο Κύριος στο σπήλαιο της Βηθλεέμ. Και Τον ευχαριστούσε, γιατί τον αξίωνε να ζει και αυτός σε τέτοιο περιβάλλον.

Σε κάποια γωνία του στάβλου ξάπλωνε ήσυχος και ειρηνικός για να ξεκουραστεί τις νύχτες. Αρκετές όμως νύχτες έφευγε. Πήγαινε στον γειτονικό αρχαίο ναό του Αγίου Γεωργίου, λαξευμένο σε βράχο, και εκεί όρθιος στον Νάρθηκα έκανε τις ακολουθίες του… Προσευχόταν με θέρμη μέσα στη νυχτερινή γαλήνη. Κάθε Σάββατο κοινωνούσε τα άχραντα Μυστήρια. Όλο και ελαμπρύνετο. Ένας ύμνος που τον εγκωμιάζει γράφει: «Καθαρός τῷ σώμματι καί τῇ ψυχῇ ὅλος γέγονας».

Το ζεύγος των αφεντικών του θαύμαζε όλο και περισσότερο τη βιωτή του απλού και ταπεινού αυτού δούλου. Του προσέφεραν λοιπόν ένα μικρό δωμάτιο για να ζει πιο άνετα. Ο Όσιος όμως ευγενικά το αρνήθηκε. Προτίμησε να ζει μέσα στην κακοπάθεια και την άσκηση παρά μέσα στη χλιδή και την άνεση. Ο ταπεινός τόπος του στάβλου «του εξασφάλιζε», όπως γράφει ο βιογράφος του, «την ευωδία του Αγίου Πνεύματος». Ζούσε λιτά, με ελάχιστη τροφή, και πλούσια προσευχή. Όλα τα δεχόταν αγόγγυστα. Και όταν ο αφέντης του πορευόταν έφιππος, εκείνος τον ακολουθούσε πεζός ταπεινά σαν σκλάβος του ψελλίζοντας λόγια του Ψαλτηρίου.

Η παρουσία του αγίου αυτού υπηρέτη και σκλάβου Ιωάννη ήταν μια συνεχής ευλογία για τον Ίππαρχο αγά του Προκοπίου. Το σπιτικό του όλο και πλούτιζε. Έγινε «ο πλουσιότερος και ο πλέον αξιοσέβαστος στον πόλη» άνθρωπος. Ο Ιωάννης είχε πλέον αποκτήσει κύρος. Όλοι τον σέβονταν. Σταμάτησαν οι ειρωνείες και οι εμπαιγμοί των άλλων.

Κάποια περίοδο που ο αγάς – σαν ευσεβής Μουσουλμάνος – είχε φύγει σε ιερή αποδημία – προσκύνημα στη Μέκκα, η γυναίκα του θέλησε να καλέσει σε φαγητό φίλους και γνωστούς για να ευχηθούν για τον ασφαλή γυρισμό και την καλή υγεία του αγά της. Καθώς έφερνε η κυρία στους συνδαιτυμόνες το γνωστό φαγητό της Ανατολής, το πιλάφι, στράφηκε προς τον Ιωάννη και του είπε: «Πόση χαρά θα ένιωθε, Γιοβάν, σήμερα ο αφέντης σου, αν γευόταν από αυτό το αγαπημένο του φαγητό.» Ο Ιωάννης με απλότητα ζήτησε ένα πιάτο με πιλάφι. Και με τη δύναμη της αδιακρίτου πίστεως και θερμής προσευχής του το πιάτο θαυματουργικώς απεστάλη στο αφεντικό του! Οι παριστάμενοι δεν πίστεψαν. Γέλασαν… Όταν όμως μετά από καιρό επέστρεψε ο αγάς και έφερε πίσω το πιάτο άδειο με το οικόσημο της μωαμεθανικής του οικογένειας, τότε πείστηκαν όλοι για τη δύναμη της πίστεως του άκακου και φιλάγαθου και φιλάνθρωπου αυτού δούλου.

Ύστερα και από το γεγονός αυτό, το ζεύγος των κυρίων πίεζε περισσότερο τον Ιωάννη να μην κατοικεί πια στον ανθυγιεινό στάβλο και του παραχώρησε δωμάτιο για να ζει με αξιοπρέπεια. Αυτός όμως και πάλι – όπως και την πρώτη φορά αρνήθηκε. Προτίμησε να ζει ως ταπεινός δούλος Ιησού Χριστού στο «ησυχαστήριο» που τόσα χρόνια είχε αγαπήσει μένοντας πιστός στα θελήματα του αγά του και στη διακονία και τις περιποιήσεις των άκακων και άλογων ζώων.

Έφθασε κάποτε η ώρα που ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσος επρόκειτο να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και να αναχωρήσει για τον ουρανό. Ο Όσιός μας αρρώστησε. Παρέμενε ξαπλωμένος με υπομονή στον ταπεινό αχυρώνα του στάβλου ευγνωμονώντας τον Θεό για όλα τα δώρα που του είχε χαρίσει. Κάποια στιγμή αισθάνθηκε ότι πλησιάζει το τέλος του και ζήτησε με ισχυρό πόθο να κοινωνήσει τα Άχραντα Μυστήρια. Και, επειδή υπήρχε την περίοδο εκείνη ατμόσφαιρα μίσους από φανατισμένους Τούρκους, ο διακριτικός και ευλαβής ιερέας π. Θεόδωρος Παπαδόπουλος έφερε τη θεία Κοινωνία με άκρα ευλάβεια μυστικά μέσα σε ένα μήλο. Με ιερή συγκίνηση ο όσιος και ομολογητής του Χριστού Ιωάννης κοινώνησε για τελευταία φορά. Και ειρηνικά παρέδωσε την αγνισμένη και φωτισμένη ψυχή του στον αγαπημένο του Κύριο Ιησού Χριστό. Ήταν 27 Μαΐου του έτους 1730. Η είδηση διαδόθηκε αστραπιαία σε όλο το Προκόπιο. Μεγάλο πένθος απλώθηκε σε όλη την περιοχή της Καππαδοκίας. Ο Ομέρ αγάς τον τίμησε και τον έκλαψε.

Στη συνείδηση όλων, Χριστιανών και Οθωμανών, ο δούλος του Θεού Ιωάννης ήταν ένας άγιος. Είχαν περάσει τριάμισι μόλις χρόνια από την κοίμηση του Αγίου. Οι Προκοπιείς έβλεπαν κάθε νύχτα «φῶς λάμπον ἅγιον τῷ τοῦ ὁσίου μνήματι». Έτσι με θαυμαστή υπόδειξη του Αγίου το Νοέμβριο του 1733 έγινε η ανακομιδή των ιερών Λειψάνων του. Έκθαμβοι οι πιστοί Χριστιανοί αντίκρισαν το ιερό Λείψανο του νέου αυτού ασκητού και ομολογητού «ἀκέραιο καί εὐωδιάζον». Με ιερό δέος το εναπέθεσαν κάτω από την Αγία Τράπεζα του Αγίου Γεωργίου (του ναού που τόσο είχε αγαπήσει ο Άγιος).

Εκατό χρόνια μετά, το 1832, ο στρατός του Ογλού Οσμάν πορευόμενος σε πολεμική αποστολή λεηλάτησε το Προκόπιο. Βεβήλωσε και λήστεψε τον ιερό ναό. Παρέδωσε το ιερό Λείψανο του αγίου Ιωάννου στις φλόγες. Αλλά ο Άγιος παρουσιάστηκε σε όραμα και φοβέρισε τους ασεβείς Οθωμανούς. Έντρομοι οι στρατιώτες εγκατέλειψαν αμέσως εκεί ό,τι είχαν κλέψει και έφυγαν διακηρύσσοντας το μεγάλο θαύμα. Το σκήνωμα του Αγίου παρέμενε άθικτο, όμως μαύρισε επιφανειακά. Το 1862 με επέμβαση θαυματουργική του Αγίου γλύτωσαν από το σεισμό είκοσι παιδάκια του ελληνικού σχολείου.

Η φήμη του οσίου Ιωάννου ως θαυματουργού είχε απλωθεί πλέον σ’ όλη τη Μ. Ασία. Πάμπολλες είναι οι μαρτυρίες για τα θαύματά του. Πλήθη λαού τον επισκέπτονται και ζητούν θεία προστασία και βοήθεια. Τον ονομάζουν «θεραπευτή Άγιο». Οι Τούρκοι τον αποκαλούν «κουλέ Γιουβάν», αιχμάλωτο Ιωάννη. Με πίστη και αυτοί λαμβάνουν «το σιφά σουγιού», το νερό του αγιάσματός του. Με αυτό θεραπεύονται, ραντίζουν τα χωράφια, σταματούν οι επιδημίες. Μια δοξολογία εξέρχεται από τα χείλη όλων. Η λάρνακα του Οσίου «ἰατρεῖον δέδεικται πάσης ἀσθενείας». Έκθαμβος ο υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας αείμνηστος π. Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης θα γράψει: «Ἰδόντες σου τήν βιοτήν καί τήν πτωχείαν τήν πολλήν οἱ Ἀγαρηνοί, Ἰωάννη, σφόδρα ηὐλαβήθησαν ἠθῶν σου τήν σεμνότητα». Και σε δόξασαν. Και με μεγάλη φωνή διέδιδαν ότι είσαι φίλος και οικείος του Θεού!

Ο Ορθόδοξος κόσμος της Ανατολής απέδειξε τη μεγάλη του ευλάβεια και την ευγνωμοσύνη του προς τον όσιο Ιωάννη και με την ανέγερση μεγαλοπρεπούς βυζαντινού ναού στη μνήμη του ονόματός του στο Προκόπιο της Μικράς Ασίας. Για την ανέγερση αυτή έγινε πανελλήνιος συναγερμός. Μεγάλη ήταν και η συνεισφορά της Ι. Μ. Αγίου Παντελεήμονος Αγ. Όρους. Εκεί, μέσα στον λαμπρό αυτό ναό διαστάσεων 50×40 και ύψους 30 μέτρων και με τα 2 καμπαναριά του, που διαλαλούσαν τη δόξα της Χριστιανοσύνης από το 1886 έως τις 9 Σεπτεμβρίου 1924 ο άγιος Ιωάννης μέσα από την ξύλινη λάρνακα δεχόταν τις παρακλήσεις του αγαπημένου του πιστού λαού. (Δυστυχώς ο ναός αυτός κατεδαφίστηκε από τα θεμέλιά του το 1950 με εντολή του φανατικού «καϊμακάμη», Τούρκου διοικητού του Προκοπίου).

Τώρα ο όσιος Ιωάννης ο Ρώσος ο ομολογητής φιλοξενείται στο χώρο της ευβοϊκής γης. Το αγιασμένο ιερό του σκήνωμα αναπαύεται πλέον μόνιμα μέσα στον καινούργιο ολόλαμπρο, περικαλλή ναό του που έκτισαν στο Νέο Προκόπιο Ευβοίας με πολλές θυσίες οι πιστοί μας πρόσφυγες μαζί με τη συνδρομή πολλών ευσεβών Χριστιανών. Συνεχίζει ο Όσιός μας και από εκεί με την ίδια, όπως πάντα, απέραντη αγάπη του και στοργή να ακούει τις δεήσεις και τις προσευχές των πιστών αδελφών του. Και να θαυματουργεί σε πολλούς. Συνεχώς καταγράφονται και νέα θαύματά του.

Ιδιαίτερη συγκίνηση προξενεί ένα ταπεινό μπαστουνάκι που παραστέκει δίπλα στην ασημένια λάρνακα του Αγίου. Βουβός μάρτυρας θαύματος. Προέρχεται από τη συγκύπτουσα γερόντισσα Μαρία Σιάκα από το Φρέναρος Αμμοχώστου (Κύπρο), η οποία στις 11.08.78 θεραπεύτηκε εκεί από τον Άγιο και με φωνή πνιγμένη από δάκρυα ευγνωμοσύνης του είπε: «Ίντα (τι) να σου δώσω, παλληκάρι μου; Άγιέ μου, είμαι φτωχιά, θα σου δώσω το μπαστούνι μου, διότι εν μου (δεν μου) χρειάζεται μέχρι να πεθάνω».

Συγκινητική είναι και η παρουσία του Αγίου τον Μάρτιο του 1999 στη Σερβία. Όπως η υπέρμαχος Στρατηγός, η Παναγία μας, ενδυνάμωσε τους στρατιώτες μας το 1940, έτσι και ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσος σε οράματα που πολλοί τον είδαν, τους βεβαίωσε: «Πηγαίνω στο Βελιγράδι, γιατί σφαγιάζεται η Ορθοδοξία». Και πράγματι· ντυμένος στρατιωτικά ο Άγιος ενίσχυε πολλούς Σέρβους την περίοδο εκείνη με τη θαυματουργική παρουσία του, όπως το κατέθεσαν αυτόπτες αξιόπιστοι μάρτυρες Σέρβοι.

Ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσος ο ομολογητής αγάπησε αληθινά, βαθιά και ισόβια τον Χριστό μας. Καμιά δυσκολία δεν στάθηκε ικανή, ώστε να χαλαρώσει τους δεσμούς της αγάπης του προς τον Κύριό μας, τον Ιησού Χριστό. Ούτε η μικρή του ηλικία τον εμπόδισε, ούτε το αρνητικό παράδειγμα της αποστασίας των συστρατιωτών του ούτε οι συνθήκες της αιχμαλωσίας ούτε οι πιέσεις και οι ειρωνείες των αλλοπίστων ούτε ο τόπος της διαμονής του. Όλα αυτά τα περιφρόνησε. Και είχε πάντοτε ως σύνθημα της ζωής του να πράττει «ό,τι αρέσει στον Βασιλέα Χριστό», οπουδήποτε και αν βρίσκεται. Γι’ αυτό με τη Χάρη του παντοδύναμου Θεού μέσα σε 40 μόλις χρόνια ολοκλήρωσε τον προορισμό του με τόσο θεάρεστη ακρίβεια. Έζησε άγια! Γι’ αυτό ο Κύριος, ο Παντοκράτωρ, τον βράβευσε με δόξα μεγάλη, με το φωτοστέφανο το τιμημένο του Αγίου!

Ας βαδίζουμε κι εμείς στα ίχνη του και με τις πρεσβείες του ας σταθεροποιούμε τις αποφάσεις μας για αγώνα αγιασμού μέχρι θανάτου.

Αναλυτική βιογραφία του Αγίου βλέπε: Αρχιμ. Χρυσοστόμου Τριανταφύλλου (νυν Μητροπολίτου Χαλκίδος), Ο όσιος Ιωάννης ο Ρώσος, Χαλκίδα 2000 (έκδ. Ιερού Προσκυνήματος «Ο όσιος Ιωάννης ο Ρώσος», Προκόπιον Ευβοίας).





Χιλιάδες τα αφιερώματα των απλών χριστιανών στον θαυματουργό αιχμάλωτο , τρόφιμο του σπηλαιώδους στάβλου της Καππαδοκικής γής.

Λαϊκή θρησκευτικότητα οι ρίζες της οποίας χάνονται στα βάθη των χιλιετιών, εκδηλώνεται σχεδόν πανομοιότυπα από τον καιρό των Ασκληπιείων μέχρι σήμερα.

Το όντως ζητούμενο όμως είναι ο Πολυτιμότατος Μαργαρίτης που βρήκε ο θαυμαστός Ιωάννης στη σπηλιά της αιχμαλωσίας του, και τον έκανε ευτυχισμένο μές στη σκλαβιά, τα βάσανα, τη φτώχεια και την καταφρόνηση των ανθρώπων.


http://www.xfd.gr

http://misha.pblogs.gr

Τετάρτη 26 Μαΐου 2010

Γιατί να πονώ Θεέ μου;




Είναι αλήθεια πως σήμερα υπάρχει άφθονος σωματικός και ψυχικός πόνος. Άλλοτε ευθύνεται γι' αυτόν ο άνθρωπος και άλλοτε όχι. Σημασία έχει την ώρα του πόνου κάποιος να τον συνδράμει. Να μη τον αφήσει ν' απογοητευθεί, να πνίγει στη μοναξιά, να πονέσει ακόμη πιο πολύ.

Με αυτή την προοπτική γράφθηκε και το κείμενο που ακολουθεί, από έναν άνθρωπο που πόνεσε πολύ. Γνωρίζω πως ο πόνος σ' έφερε στο κρεβάτι του πόνου ή σ' έκλεισε στο σπίτι σου. Η επίσκεψη του πόνου στη ζωή σου δεν είναι ασφαλώς κάτι δίχως σημασία και σκοπό. Δεν είναι καθόλου ένα τυχαίο γεγονός. Δεν πιστεύουμε στη τύχη.

Το Ευαγγέλιο λέει πως κάτω από τη ματιά του Θεού είναι και το πέσιμο του κάθε φύλλου από το δένδρο. Πόσο μάλλον από τα προβλήματα των παιδιών Του. Ο Θεός δεν παύει ποτέ να ενδιαφέρεται για τη μετάνοια και τη σωτηρία μας και προσφέρει μύριες ευκαιρίες και ανοίγει διάφορους δρόμους.

Αν την υγεία μας, αγαπητοί μου, τη σπαταλήσαμε σε ανώφελα έργα, καλούμεθα τώρα, να μελετήσουμε το παρελθόν, να δούμε βαθύτερα τον όχι και τόσο γνωστό εαυτό μας. Είναι μία μεγάλη ακόμη ευκαιρία που μας δίνει ο Πανάγαθος Θεός, για να σκύψουμε μέσα μας, να μετανοήσουμε ειλικρινά, να προσευχηθούμε θερμά, να γνωρίσουμε την ακένωτη χάρη των ιερών μυστηρίων της αγίας μητέρας μας Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Η ασθένεια δεν προέρχεται, αδελφοί μου, από την τιμωρία ενός εκδικητή Θεού. Η αντίληψη αυτή είναι ανορθόδοξη, πέρα για πέρα λαθεμένη. Ο Θεός μας μόνο αγαπά και δεν τιμωρεί τα πλάσματά Του. Ο Θεός είναι μακρόθυμος, πολυέλεος, πολυεύσπλαχνος, πανάγαθος και αληθινός.

Τ' όνομα του Θεού είναι αγάπη, λέει ο αγαπημένος του μαθητής Ιωάννης ο Θεολόγος. Παραχωρεί, επιτρέπει παιδαγωγικά προς βοήθεια την ασθένεια, για να μας φρονηματίσει, να μας διορθώσει, να μας προσγειώσει και ταπεινώσει. Ο πόνος έτσι μπορεί να γίνει αφορμή, για μία πιο ουσιαστική και βαθειά γνωριμία μας με το Θεό, και όχι να τα βάλουμε μαζί του.

Ο πόνος μπορεί να μας συνδράμει να γίνουμε πιο ανεκτικοί και συμπονετικοί με τους αδελφούς μας και να γνωρίσουμε τον άγνωστο εαυτό μας. Είπαν ορθά πως όποιος έχει υποφέρει πολύ μοιάζει μ' εκείνον που γνωρίζει πολλές γλώσσες κι έτσι μπορεί να καταλάβει πολλούς και να τον καταλάβουν πολλοί.

Αν εκμεταλλευθούμε την πράγματι σημαντική ευκαιρία, μπορεί ο σωματικός πόνος να γίνει θεραπευτής της αθάνατης ψυχής μας. Ο πόνος τότε θα γίνει ευλογία. Δεν ζητάμε βεβαίως εμείς οι πιστοί τον πόνο νοσηρά στη ζωή μας. Η Εκκλησία μας πάντοτε εύχεται υπέρ υγείας και διαφωτίσεως των τέκνων της.

Εάν έλθει όμως ο πόνος να τον υπομείνουμε καρτερικά κι ελπιδοφόρα και θα έχουμε, αλήθεια, μεγάλο κέρδος. Με τον τρόπο αυτό ο σκοπός της δοκιμασίας μας θα έχει επιτευχθεί, αφού θα έχει μαλακώσει η καρδιά μας και θα έχουμε βοηθηθεί στο να γνωρίσουμε τον πραγματικό εαυτό μας και το Θεό μας.

Είναι επίσης αλήθεια, αγαπητοί μου, πως οι πονεμένοι λειαίνονται, και αυτοί τελικά έχουν κάτι σημαντικό να πουν, ως εμπειρικό και βιωματικό. Πίσω από κάθε ανθρώπινο πόνο κρύβεται το χέρι του Θεού που ευλογεί. Μακάριοι οι πονεμένοι ως πλούσια ευλογημένοι.

Είναι ακόμη αλήθεια πως στα χείλη του κάθε πονεμένου συχνά ανεβαίνει εκείνο το γνωστό και βαθύ «γιατί σ' εμένα Θεέ μου»; Στο ανθρώπινο αυτό «γιατί» δεν νομίζουμε ότι υπάρχει μία εύκολη και γρήγορη απάντηση. Η απάντηση θα έλθει πιο αργά από τον ίδιο τον Εσταυρωμένο Θεάνθρωπο. Ο άνθρωπος αξιώνεται να συμμετέχει στο σταυρό του Κυρίου. Μη νομίζετε ότι είναι κάτι μικρό αυτό.

Μέσα από τον πόνο οι προσευχές είναι σίγουρα πιο κατανυκτικές, πιο θερμές, πιο ευπρόσδεκτες. Δίνουν κατ' αρχάς τη γαλήνη της υπομονής στη δοκιμασία, λιγοστεύουν την απαιτητικότητα, ταπεινώνουν αληθινά, χαρίζουν τη χαρά της ελπίδας και την υγεία της ψυχής. Μέσα μας θα βρούμε το Θεό. Όσο πιο γρήγορα τον συναντήσουμε τόσο πιο γρήγορα θ' απελευθερωθούμε και θα χαρούμε αληθινά.

Είπαν ωραία πως πριν μας στείλει ο Θεός το σταυρό που σηκώνουμε, τον ζύγισε, τον είδε καλά, τον εξέτασε προσεκτικά με την πανσοφία, την αγάπη και τη δικαιοσύνη Του. Το αγαθό βλέμμα Του τον παρακολούθησε και η μεγάλη Του καρδιά τον θέρμανε, αφού τον ξαναζύγισε με την άπειρη στοργή Του.

Νομίζεις πως είναι πιο βαρύς απ' ότι μπορείς να σηκώσεις, ενώ έχεις άγνωστες και ανακάλυπτες δυνάμεις μέσα σου. Μη χάνεις το θάρρος σου, μη τα βάζεις με το Θεό, γνωρίζει πολύ καλά τί κάνει. Τον ευλόγησε πριν τον θέσει τον σταυρό στους ώμους σου. Σίγουρα μπορείς να τον σηκώσεις. Μη λησμονάς πως πάντα πριν το Κενό Μνημείο είναι ο Γολγοθάς. Η Ανάσταση έπεται της Σταύρωσης.


Μοναχού Μωυσή Αγιορείτη



http://1myblog.pblogs.gr/

ένας ασκητής με την γενειάδα έως το έδαφος.




Ο ιερομόναχος Ιωακείμ Αγιαννανίτης υπήρξε συνασκητής του γέροντος Χερουβείμ,ιδρυτή της μονής Παρακλήτου.Θα μπορούσε να έχει μια καρριέρα στα ανώτατα εκκλησιαστικά αξιώματα ,όμως αυτός εγκατέλειψε την Αμερική και προσορμίσθηκε στον ιερό Άθωνα ,όπου και υποτάχθηκε στην συνοδία του γέροντος Γρηγορίου.

Εκεί έζησε με άκρα υπακοή και άσκηση μέχρι την οσιακή του κοίμηση από την νόσο της φυματιώσεως.

Παρά την ασθενική του κράση η γενειάδα του έφθανε μέχρι το έδαφος ,γεγονός εξαιρετικά σπάνιο στην εκκλησιαστική παράδοση.

Η φωτογραφία έχει ληφθεί λίγο πριν την εκδημία του το 1950 σε ηλικία μόλις 55 ετών.


http://misha.pblogs.gr

ΕΥΧΗ ΔΙΑ ΤΗΝ ΑΥΤΟΥ ΜΗΤΕΡΑ

ΟΣΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ
ΤΟΥ ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΑΛΟΥ



Θεέ μου, Σὺ ποὺ δέχτηκες τὴν θυσία τοῦ Ἀβραάμ, ποὺ εἶδες μὲ συμπάθεια τὴν ὁλοκαύτωση τὸν Ἰεφθάε, ποὺ δὲν περιφρόνησες τὰ δῶρα τοῦ Ἄβελ, ποὺ γιὰ χάρη τοῦ Σαμουὴλ τοῦ (ἀγαπητοῦ) παιδιοῦ Σου ἀνέδειξες τὴν Ἄννα προφήτιδα. Αὐτὸς Κύριέ μου, Κύριε, γιὰ χάρη ἐμοῦ τοῦ δούλου Σου, δέξου τὴν ψυχὴ τῆς καλῆς μου μάνας.
Λάβε ὑπόψη Σου, Κύριε, τοὺς κόπους καὶ τοὺς μόχθους ποὺ κοπίασε γιὰ μένα. Θυμήσου, Κύριε, τοὺς στεναγμοὺς καὶ τὰ δάκρυα, ποὺ ἔχυσε, ὅταν ἔφυγα ἀπὸ τὰ χέρια της πρὸς Ἐσένα. Θυμήσου, Κύριε, τοὺς μαστοὺς ποὺ θήλασαν ἐμένα τὸν ταπεινό, γιὰ νὰ χαρεῖ τὴ νιότη μου καὶ δὲν ἀπήλαυσε. Δέσποτα, μὴ λησμονήσεις ὅτι οὔτε γιὰ μία ὥρα δὲν μποροῦσε νὰ μὲ ἀποχωρισθῇ καὶ μὲ ἀποχωρίστηκε γιὰ πάντα. Θυμήσου, Δέσποτα, Σύ, ποὺ τὰ ξέρεις ὅλα, ὅτι, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ χαρεῖ ἀπὸ ἐμένα, τότε τῆς στέρησα τὸν ἑαυτό μου γιὰ τὸ ὄνομά Σου. Μὴ ξεχάσεις, δίκαιε, τοὺς σπαραγμοὺς τῆς καρδίας της τὴν ἡμέρα ποὺ κατέφυγα σὲ Σένα.
Γνωρίζεις Κύριε τὶς ἀγρυπνίες της κάθε νύχτα, ἐνθυμούμενη τὴ νεότητά μου ἀπὸ τότε ποὺ τὴν ἐγκατέλειψα. Σὺ ξέρεις Κύριε, πόσες νύχτες ἔμεινε ἄυπνη, ζητώντας τὸ πρόβατο, ποὺ κοιμόταν μαζί της. Μὴ λησμονήσεις φιλάνθρωπε τὸν πόνο ποὺ συνεῖχε τὴν καρδιά της, ὅταν βλέποντας τὰ ἐνδύματά μου ἔλιωνε, διότι δὲν ἔβλεπε πλέον τὸ μαργαριτάρι της ποὺ τὰ φοροῦσε. Θυμήσου Δέσποτα, ὅτι τῆς στέρησα τὴν παρηγοριὰ καὶ τὴ χαρὰ καὶ τὴν ἀγαλλίαση, γιὰ νὰ ὑπηρετήσω Ἐσένα, τὸ δικό μου καὶ δικό της Θεὸ καὶ Δεσπότη τῶν ὅλων.
Στεῖλε της ἀγγέλους ποὺ σῴζουν τὴν ψυχή της, ἀπὸ τὰ πονηρὰ πνεύματα καὶ τὰ σκληρὰ θηρία τοῦ ἀέρα τούτου, ποὺ ἐπιχειροῦν νὰ καταπιοῦν ὅσους περνοῦν ἀνάμεσά τους. Ἐξαπόστειλε σ᾿ αὐτὴν Κύριε, Κύριε, ἰσχυροὺς φύλακες, ποὺ θὰ πολεμήσουν κάθε ἀκάθαρτη δύναμη, ποὺ θὰ τὴ συναντήσουν καὶ χωρὶς λύπη καὶ βάσανο, Θεέ μου, δῶσε ἐντολὴ νὰ διαχωριστῇ ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὸ σῶμα.
Καὶ ἐὰν ὡς γυναῖκα, μὲ λόγια ἢ μὲ ἔργα ἁμάρτησε σ᾿ αὐτὴ τὴ ζωή, συγχώρησε τὴν ψυχή της ἔνεκα τῆς θυσίας, ποὺ μὲ γέννησε καὶ πρόσφερε σὲ Σένα ἐμένα τὸν ἀνάξιο δοῦλο Σου. Ναί, Κύριε, Κύριε ὁ Θεός, ὁ δίκαιος καὶ φιλάνθρωπος κριτής, μὴ ὁδηγήσεις αὐτὴν ἀπὸ τὴν θλίψη σὲ θλίψη, ἀπὸ πόνο σὲ πόνο καὶ ἀπὸ στεναγμοὺς σὲ στεναγμούς, ἀλλὰ ἀντὶ τῆς λύπης, ποὺ λυπήθηκε γιὰ τὸ μονάκριβό της, σὲ χαρά. Ἀντὶ δάκρυα σὲ ἀγαλλίαση ποὺ ἑτοίμασες στοὺς ἁγίους Σου ὁ Θεός, ὁ Θεός μου εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.

πηγη

Τρίτη 25 Μαΐου 2010

για την ΦΙΛΙΑ



Ερώτηση: Αδελφή μου, πως μπορούμε να καταλάβουμε αν κάποιος είναι πραγματικά φίλος;


Γερόντισσα Γαβριηλία: Πρέπει να δοκιμασθεί πολύ ένας άνθρωπος για να πεις ότι είναι φίλος. Πρέπει να δεις αν έχεις το πνεύμα της θυσίας. Όχι για σένα, αλλά γενικά για όλο τον κόσμο. Όταν δεις ότι ένας άνθρωπος δεν το έχει αλλά είναι εγωκεντρικός κι όλα τα γυρίζει γύρω από τον εαυτό του, τότε θα καταλάβεις ότι αυτός ο άνθρωπος δεν είναι για φίλος. Θα έχεις προσέξει, ότι καμιά φορά λές π.χ. "Δεν ξέρεις, χτες είχα έναν τέτοιο πονοκέφαλο όλη μέρα, που δεν μπορούσα να διαβάσω".... "Αχ, κι εγω, έτσι κι έτσι κι έτσι". Κι έτσι, αρχίζει και λέει το δικό του, γιατί δεν τον ενδιαφέρει τόσο ο πονοκέφαλος σου, όσο αυτός τι έχει και γι΄αυτό δεν μπορεί να ακούσει εσένα ή οποιονδήποτε άλλον....


από το βιβλίο " Η ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ" Γερόντισσας Γαβριηλίας 


http://fathers.pblogs.gr/

Ο Γερο – Κωνσταντίνος, ο δια Χριστόν σαλός.


Ο άκακος και σιωπηλός δια Χριστόν σαλός Γερο -Κωνσταντίνος (Αγγελής) γεννήθηκε στο Καλέντσι της Δωδώνης, στην Ήπειρο, στις 10-2-1898. Τον πατέρα του τον έλεγαν Σταύρο και την μητέρα του Ανθούλα. Λε­πτομέρειες από τα πρώτα χρόνια της μοναχικής ζωής του δεν γνωρίζουμε, αλλά αυτό που ξέρουμε είναι ότι είχε κά­νει παλιά στην Ι. Μονή Διονυσίου ως αρχάριος. Χρόνια όμως, συνέχεια, τον έβλεπε κανείς να εμφανίζεται γύρω στις Καρυές και να μένη σ’ ένα γκρεμισμένο Κελλί της Μονής Κουτλουμουσίου. (Παλιά ήταν το «Μονύδριο των Φιλαδέλφων» του Αγίου Γεωργίου).

Εκεί λοιπόν σε μία γωνία του γκρεμισμένου κτιρίου, που έπεφταν λιγότερα νερά από την στέγη και έμπαινε λιγότερο κρύο από τα σπασμένα παράθυρα και τις πόρτες, είχε κάτι κουρελιασμένες κουβέρτες και έμοιαζε σαν αετός στην φωλιά του.

Εξωτερικά ο Γερο – Κωνσταντίνος δεν φαινόταν τι είναι, διότι μόνο σκουφί και γένια είχε, που τον έδειχναν για Καλόγηρο. Πάντα τον σκέπαζε μια παλιά χλαίνη, με ένα σχοινί σφιχτά δεμένο στην μέση, και έδειχνε για κοσμικός. Εσωτερικά όμως ήταν ντυμένος με την Χάρη του Αγγελικού Σχήματος, η οποία ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του. Όποιος τον έβλεπε από μακριά τον Γέροντα, τον περνούσε για δυστυχισμένο φτωχό άνθρωπο ή τρελό, αλλά από κοντά, όταν έβλεπε κανείς το λαμπερό του πρόσωπο, καταλάβαινε ότι κάποιο μυστήριο κρύβεται σ’ αυτόν τον ευλογημένο άνθρωπο και δεν τον θεω­ρούσε για τρελό, αλλά τρελούς θεωρούσε εκείνους που έλεγαν τρελό τον Γερο – Κωνσταντίνο.

Ο Γερο – Κώστας (έτσι τον έλεγαν), ενώ ζούσε στις συνθήκες που ανέφερα, με τελεία εγκατάλειψη του εαυτού του, και ενώ ούτε πλενόταν, εν τούτοις ήταν καθαρός, γιατί ζούσε σαν πετεινό του ουρανού.

Με ανθρώπους σπάνια μιλούσε, ενώ με τον Θεό πάντοτε δια της αδιάλειπτου προσευχής. Πολλές φορές ηρπάζετο ο νους του, και, όταν συνερχόταν, έκανε κάτι κινήσεις με το χέρι του, «για να θολώση τα νερά», χωρίς να πη τίποτα και έφευγε. Φυσικά, για τους κοσμικούς ανθρώπους αυτή η συμπεριφορά του ήταν παρεξηγήσιμη. Ακόμη και όταν τους έλεγε κανένα προφητικό, και αυτό τους φαινόταν για ανοησία.

Όταν καμιά φορά μιλούσαν οι γύρω του, και ο Γερο – Κωνσταντίνος δεν τους παρακολουθούσε, γιατί αυτός προσευχόταν, και ο νους του ήταν στον Θεό, πάλι για αφηρημένο τον νόμιζαν. Έπρεπε να τον ρωτάη κανείς πολλές φορές τον Γερο – Κωνσταντίνο και να επιμένη για να απαντήση, και πάλι θ’ άκουγε δυό – τρία λόγια μουρμουριστά, αλλά προφητικά.

Ο Γερο Κωνσταντίνος είχε εσωτερική καθαρότητα, γι’ αυτό έβλεπε καθαρά πολύ μακριά! Δυστυχώς όμως, μερικοί από εμάς τους ταλαίπωρους «τον άνθρωπο του Θεού» τον θεωρούσαμε για ταλαίπωρο άνθρωπο, επειδή έμενε μέσα στα χαλάσματα, ενώ εκείνος εκεί στα χαλάσματα έκτιζε συνέχεια την ψυχή του, η οποία ψυχή αξίζει περισσότερο απ’ όλο τον κόσμο, καθώς μας είπε ο Χριστός.

Όπως ανέφερα, σε μια γωνιά στα χαλάσματα είχε την φωλιά του με τις κουρελιασμένες κουβέρτες και δίπλα του ένα Ψαλτήρι και ένα Ωρολόγιο της Εκκλησίας. Το δε νοικοκυριό του ήταν ένα τενεκάκι από κουτί κονσέρβας με ένα σύρμα για χερούλι! Αυτή ήταν όλη η περιουσία του!

Κάθε Σάββατο περνούσε συνήθως από δύο Κονάκια στις Καρυές, και οι Πατέρες του έβαζαν κάτι από τα περισσεύματα στο τενεκάκι του. Περνούσε πάντα σιωπηλά, χωρίς να ζητάη΄ είχε αρχοντιά. Εάν οι άλλοι ήταν απασχολημένοι, έφευγε χωρίς να πάρη τίποτα. Κάπου – κάπου περνούσε και από τα μπακάλικα και έπαιρνε μόνος του, σαν σπουργίτης, πέντε – έξι ελιές στο χέρι του και έφευγε. Οι μπακάληδες το θεωρούσαν αυτό ευλογία, γιατί τον αγαπούσαν τον Γερο – Κώστα. Εάν κανείς του έβαζε χρήματα στην τσέπη του κρυφά, τα άφηνε και αυτός κρυφά στα μπακάλικα και έφευγε.

Έτσι φρόνιμα ζούσε ο Γερο – Κώστας στο Περιβόλι της Παναγίας, σαν άκακο αρνάκι.

Δυστυχώς όμως, πριν από ένδεκα χρόνια, το 1969, επειδή έρχονταν πολλοί κοσμικοί, Ευρωπαίοι, και τον νόμιζαν για τρελό, έτσι όπως εμφανιζόταν στις Καρυές, οι Αρχές έστειλαν στο Τρελοκομείο τον άνθρωπο του Θεού! Εκεί στην κλινική, αφού τον εξέτασαν οι γιατροί, δεν του βρήκαν τίποτε. Τα μυαλά του ζύγιζαν τετρακόσια δράμια (μια οκά), αλλά εμείς οι σημερινοί άνθρωποι, oι εξωτερικοί, με την κατ’ όψιν κρίση μας, τον αδικήσαμε και στην συνέχεια. Ενώ τον βρήκαν υγιέστατο, τον έστειλαν από το Τρελοκομείο στο Γηροκομείο. Εκεί, επειδή είχε βρεθή τελείως ξαφνικά σε κοσμικό περιβάλλον – στην Θεσσαλονίκη - έπιανε μία γωνία και έλεγε την ευχή, και από τα μάτια του κυλούσαν συνέχεια τα δάκρυα σαν χάνδρες.



Όταν έμαθα ότι ο Γερο – Κώστας πέρασε αυτή την ταλαιπωρία και βρίσκεται πια στο Γηροκομείο, είπα στην αδελφή που ήταν στην Γραμματεία να τον φροντίζη. Φυσικά, ήταν καλύτερα από το Τρελοκομείο στο Γηροκομείο, αλλά όσο και καλά να ήταν, για τον φιλήσυχο Μοναχό Γερο – Κωνσταντίνο το Περιβόλι της Παναγίας ήταν καλύτερο και απ’ όλα τα παλάτια του κόσμου.

Απορούσε το καημένο Γεροντάκι και έλεγε στην α­δελφή :

-Γιατί μ’ έφεραν εδώ;

Εκεί λοιπόν πέρασε την επίλοιπη ζωή του ο «δια Χριστόν σαλός», ο οποίος ταλαιπωρήθηκε από εμάς τους κοσμικά έξυπνους.

Δεν έχει σημασία που κοιμήθηκε κι αν κοιμήθηκε στο Γηροκομείο… και όχι στο Άγιον Όρος ο Γερο – Κώστας. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι θα ξύπνησε στον Παράδεισο, ο πολύ έξυπνος, ο «δια Χριστόν σαλός» Γερο – Κωνσταντίνος. Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.

Απόσπασμα απο το βιβλίο ΑΓΙΟΡΕΙΤΑΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΑ


Γέροντος Παισίου Αγιορείτου

Κυριακή 23 Μαΐου 2010

Ευγένιος Ροντιόνωφ,ο 19χρονος νεομάρτυρας των ημερών μας


Στις μέρες που ξεπουλιούνται τα πάντα-από κορμιά μέχρι εθνική ανεξαρτησία- για μερικά ευρώ, ο 19 χρονος στρατιώτης του Χριστού Ευγένιος Ροντιόνωφ προτίμησε να αποκεφαλισθεί παρά να βγάλει από τον λαιμό του το μικρό σταυρουδάκι που τού είχε χαρίσει η μητέρα του.


Σαν σήμερα, πριν 14 χρόνια, το αίμα του χύθηκε στα βουνά του Καυκάσου για την αγάπη τού Σταυρού τού Χριστού.


Κύριε Ιησού Χριστέ ανάπαυσον τον δούλον σου Ευγένιον, και ελέησον άπαντας ημάς ταίς ευχαίς του.

O νεομάρτυς Ευγένιος Ροντιόνωφ ήταν στρατιώτης στον πρώτο πόλεμο της Τσετσενίας επί επαράτου Γέλτσιν.Συνελήφθη από τσετσένους αντάρτες,βασανίστηκε,σφάχτηκε σαν αρνί και αποκεφαλίστηκε όταν αρνήθηκε να γίνει μουσουλμάνος και να πολεμήσει εναντίον της Ρωσίας,όπως είπε ο ίδιος ο δήμιος στη μητέρα του.

Αποκεφαλίστηκε το 1996 τη μέρα που γινόταν 19 ετών.Παρόλο ότι δεν μεγάλωσε σε ένα ευσεβές περιβάλλον δεν αποχωριζόταν ποτέ τον μικρό σταυρό που του είχε χαρίσει η γιαγιά του στα 11α γενέθλια του.Από αυτό τον μικρό σταυρό αναγνώρισε η μητέρα του το σώμα του που κειτόταν σε έναν ομαδικό τάφο μαζί με τρείς άλλους συστρατιώτες του.Για την γενναία άρνηση του να αποχωριστεί αυτό το σταυρό και να απαρνηθεί την πίστη στον Εσταυρωμένο εσφάγη ως αμνός στις 10/23 Μαϊου 1996.Η κομμένη κεφαλή του είχε ταφεί από τους ισλαμιστές αντάρτες σε άλλο σημείο.

Η τραγική μητέρα άρχισε να ψάχνει μόνη της για να βρεί το γιο της αμέσως μόλις έμαθε ότι ήταν αιχμάλωτος στα μέσα Φεβρουαρίου του 1996 και επι 9 συνεχείς μήνες. Πληροφορήθηκε ότι ήταν νεκρός τον Σεπτέμβριο του 1996 .Τότε έβαλε υποθήκη το σπίτι της στη Μοσχα για να εξασφαλίσει χρήματα ,απαραίτητα για τις συναλλαγές με τους αντάρτες και άρχισε να ψάχνει τον τόπο που ετάφη ο γιός της. Από την αρχή της αναζήτησης της ήλθε σε επαφή με τους ισλαμιστές αυτονομιστές,ταλαιπωρήθηκε πολύ και απειλήθηκε η ζωή της από μύριους κινδύνους αλλά τελικά κατάφερε να μιλήσει με τον ίδιο τον φονιά του γιου της,Ruslan Khaikhoroyev.

Αυτός της είπε ότι ο Ευγένιος είχε ευκαιρία να σώσει τη ζωή του αλλά αρνήθηκε να βγάλει τον σταυρό του και να γίνει μουσουλμάνος και ότι προσπάθησε μάλιστα να δραπετεύσει μια φορά.

Η μητέρα αρνείτο να πιστέψει ότι ο γιος της δεν ζει, ακόμα και όταν αναγνώρισε τις μπότες του κατά την εκταφή. Όταν είδε όμως τον μικρό σταυρό του στο ακέφαλο σώμα του δεν άντεξε και λιποθύμησε.

Τελικά κατάφερε καταβάλλοντας «λύτρα» να της επιτρέψουν να πάρει και να μεταφέρει τα νεκρά του Ευγένιου και των συντρόφων του στη Μόσχα όπου και έγινε η κηδεία.

Ο πατέρας του Ευγένιου πέθανε πέντε μέρες μετά την ταφή τού γιού του.

Στο δεύτερο βίντεο εμφανίζεται και η μητέρα του ,η οποία είναι πια γνωστή σε μεγάλα τμήματα του ρωσικού λαού ως «η μητέρα του Ευγένιου» .

Η απόδοση τιμής στο πρόσωπο του αυξάνεται χρόνο με τον χρόνο στην Ρωσία. Ηδη έχουν δημοσιευθεί βιβλία για την ζωή και το μαρτύριο του με την ευλογία τού μακαριστού πατριάρχου Αλεξίου του Β, υπάρχει μια εκκλησία επ ονόματι του, έχει γραφεί ακολουθία και έχουν ιστορηθεί πολλές εικόνες του ,κάποιες από τις οποίες μυροβλύζουν.



Βεβαίως η Εκκλησία δεν έχει ακόμα κατατάξει στο αγιολόγιο τον νεομάρτυρα Ευγένιο αλλά αναμένεται πως κάτι τέτοιο δε θα αργήσει πολύ.

Ας ευχηθούμε να είναι αναπαυμένη η ψυχή του και ας τον παρακαλέσουμε να προσεύχεται για όλο τον κόσμο στον θρόνο του Αγίου Θεού.







http://misha.pblogs.gr

Πεντηκοστὴν εορτάζομεν



«Πεντηκοστήν εορτάζομεν, και Πνεύματος επιδημίαν, και προθεσμίαν επαγγελίας, και ελπίδος συμπλήρωσιν» (Στιχηρόν Εσπερινού Πεντηκοστής)
Φωνή Κυρίου • Πηγή ύδατος ζώντος

Σάββατο 22 Μαΐου 2010

Ο εκκλησιασμός - Μετά τον Εκκλησιασμό (μέρος 9 από 9)



Ο εκκλησιασμός
Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου


Μετά τον Εκκλησιασμό

Εμείς ας αναχωρούμε από τη θεία Λειτουργία σαν λιοντάρια που βγάζουν φωτιά, έχοντας γίνει φοβεροί ακόμα και στο διάβολο. Γιατί το άγιο αίμα του Κυρίου που κοινωνούμε, ποτίζει την ψυχή μας και της δίνει μεγάλη δύναμη. Όταν το μεταλαβαίνουμε άξια, διώχνει τους δαίμονες μακριά και φέρνει κοντά μας τους αγγέλους και τον Κύριο των αγγέλων. Αυτό το αίμα είναι η σωτηρία των ψυχών μας, μ' αυτό λούζεται η ψυχή, μ' αυτό στολίζεται. Αυτό το αίμα κάνει το νου μας λαμπρότερο από τη φωτιά, αυτό κάνει την ψυχή μας λαμπρότερη από το χρυσάφι.
Προσελκύστε, λοιπόν, τους αδελφούς μας στην εκκλησία, προτρέψτε τους πλανημένους, συμβουλέψτε τους όχι μόνο με λόγια, αλλά και με έργα. Κι αν ακόμα τίποτα δεν πεις, αλλά βγεις από την ιερή σύναξη, δείχνοντας στους απόντες -και με την εμφάνιση και με το βλέμμα και με τη φωνή και με το βάδισμα και μ' όλη σου τη σεμνότητα- το κέρδος που αποκόμισες από το ναό, αυτό είναι αρκετό για παραίνεση και συμβουλή. Γιατί έτσι πρέπει να βγαίνουμε από το ναό, σαν από ιερά άδυτα, σαν να κατεβαίνουμε από τους ίδιους τους ουρανούς. Δίδαξε όσους δεν εκκλησιάζονται ότι έψαλες μαζί με τα Σεραφείμ, ότι ανήκεις στην ουράνια πολιτεία, ότι συναντήθηκες με το Χριστό και μίλησες μαζί Του. Αν έτσι ζούμε τη θεία Λειτουργία, δεν θα χρειαστεί να πούμε τίποτα στους απόντες. Αλλά βλέποντας εκείνοι τη δική μας ωφέλεια, θα νιώσουν τη δική τους ζημιά και θα τρέξουν γρήγορα στην εκκλησία, για ν' απολαύσουν τα ίδια αγαθά, με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, αιώνια ανήκει η δόξα. Αμήν.


"Ο Εκκλησιασμός" Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου


Ολοκληρώθηκε και τω Θεώ Δόξα.

Μέρος 1 από 9 Λιμάνια πνευματικά οι ναοί 
Μέρος 2 από 9 Γιατί δεν εκκλησιάζεσαι;
Μέρος 3 από 9 Η προσέλευσή μας στο ναό 
Μέρος 4 από 9 Η αμφίεσή μας 
Μέρος 5 από 9 Προσοχή και προσευχή 
Μέρος 6 από 9 Η θεία Κοινωνία 
Μέρος 7 από 9 Κάθε πότε να κοινωνούμε; 
Μέρος 8 από 9 Παραμονή ως την απόλυση 
Μέρος 9 από 9 Μετά τον Εκκλησιασμό (Το παρόν)


Ολοκληρωμένο το θέμα στη σελίδα "Ο Εκκλησιασμός"

Παρασκευή 21 Μαΐου 2010

Ο εκκλησιασμός - Παραμονή ως την απόλυση (μέρος 8 από 9)

Ο εκκλησιασμός
Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου


Παραμονή ως την απόλυση

Ήρθες, λοιπόν, στην εκκλησία και αξιώθηκες να συναντήσεις το Χριστό; Μη φύγεις, αν δεν τελειώσει η ακολουθία. Αν φύγεις πριν την απόλυση, είσαι ένοχος όσο κι ένας δραπέτης. Πηγαίνεις στο θέατρο και, αν δεν τελειώσει η παράσταση, δεν φεύγεις. Μπαίνεις στην εκκλησία, στον οίκο του Κυρίου, και γυρίζεις την πλάτη στα άχραντα Μυστήρια; Φοβήσου τουλάχιστον εκείνον που είπε: «Όποιος καταφρονεί το Θεό, θα καταφρονηθεί απ' Αυτόν» (Πρβλ. Παροιμ. 13:13).
Τί κάνεις, άνθρωπε; Ενώ ο Χριστός είναι παρών, οι άγγελοι Του παραστέκονται, οι αδελφοί σου κοινωνούν ακόμα, εσύ τους εγκαταλείπεις και φεύγεις; Ο Χριστός σου προσφέρει την αγία σάρκα Του, κι εσύ δεν περιμένεις λίγο, για να Τον ευχαριστήσεις έστω με τα λόγια; Όταν παρακάθεσαι σε δείπνο, δεν τολμάς να φύγεις, έστω κι αν έχεις χορτάσει, τη στιγμή που οι φίλοι σου κάθονται ακόμα στο τραπέζι. Και τώρα που τελούνται τα φρικτά Μυστήρια του Χριστού, τ' αφήνεις όλα στη μέση και φεύγεις;
Θέλετε να σας πω τίνος το έργο κάνουν όσοι φεύγουν πριν τελειώσει η θεία Λειτουργία και δεν συμμετέχουν έτσι στις τελευταίες ευχαριστήριες ευχές; Ίσως είναι βαρύ αυτό που πρόκειται να πω, μα πρέπει να το πω. Όταν ο Ιούδας πήρε μέρος στον Μυστικό Δείπνο του Χριστού, ενώ όλοι ήταν καθισμένοι στο τραπέζι, αυτός σηκώθηκε πριν από τους άλλους κι έφυγε. Εκείνον, λοιπόν, τον Ιούδα, μιμούνται... Αν δεν έφευγε τότε εκείνος, δεν θα γινόταν προδότης, δεν θα χανόταν. Αν δεν ξεχώριζε τον εαυτό του από το ποίμνιο, δεν θα τον έβρισκε μόνο του ο λύκος, για να τον φάει.


"Ο Εκκλησιασμός" Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

Συνεχίζεται...

Μέρος 1 από 9 Λιμάνια πνευματικά οι ναοί 
Μέρος 2 από 9 Γιατί δεν εκκλησιάζεσαι;
Μέρος 3 από 9 Η προσέλευσή μας στο ναό 
Μέρος 4 από 9 Η αμφίεσή μας 
Μέρος 5 από 9 Προσοχή και προσευχή 
Μέρος 6 από 9 Η θεία Κοινωνία 
Μέρος 7 από 9 Κάθε πότε να κοινωνούμε; 
Μέρος 8 από 9 Παραμονή ως την απόλυση (Το παρόν)
Μέρος 9 από 9 Μετά τον Εκκλησιασμό


Ολοκληρωμένο το θέμα στη σελίδα "Ο Εκκλησιασμός"

είμαστε εδώ




ειμαστε εδω...αλλα και παντου ....και ειμαστε πολλοι....μεσα στην ευλογια....

κύριος ποιμαίνει με και ουδέν με υστερήσει ...

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ........






ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΣΤΗΝ ΕΛΕΝΑ ΜΑΣ, ΣΤΟ ΚΩΣΤΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΣΕ ΟΠΟΙΕΣ ΚΑΙ ΟΠΟΙΟΥΣ ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΝ

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ...ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΛΑ...ΧΡΟΝΙΑ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ...



Πέμπτη 20 Μαΐου 2010

Παναγίτσα, τώρα πάω φάω και μετά πάλι έρθω προσευχή



Είναι μερικοί γονείς που, αν μάθουν ότι το παιδί τους θα γεννηθεί μογγολάκι, πάνε και το σκοτώνουν. Κάνουν έκτρωση. Λες και δεν είναι άνθρωπος ή δεν έχει ψυχή… Λες και δεν μπορεί να κερδίση τον Παράδεισο… Και ξέρεις τί καλοσύνη έχουν τα καημένα. Νά, ένα πού γνωρίζω κάνει και καλή προσευχή… Κάνει και πολλές μετάνοιες… Μούσκεμα στον ίδρωτα γίνεται… Τέτοιο φιλότιμο έχει.

(θυμήθηκε κάτι και χαμογέλασε). – Μετά, όταν πεινάσει, τρίβει την κοιλίτσα του με το χέρι και λέει στην εικόνα της Παναγίας: «Παναγίτσα, τώρα πάω φάω και μετά πάλι έρθω προσευχή».

Γέλασε χαρούμενος ο γέροντας.

- Με κομποσχοίνι, γέροντα, κάνει προσευχή;

- Ναί, και με το κομποσχοίνι… Μετά, ξέρεις τί καλοσύνη έχει;… Νά, μια φορά το κοροΐδευαν κάτι παιδιά στην γειτονιά και έπιασαν να το σκουντάνε… σχεδόν το δέρναν το καημένο. Το βλέπει ο πατέρας… ορμάει… Πιάνει ένα παλιόπαιδο και, πάνω στον θυμό του, ήταν έτοιμος να το δείρει.

»Μπαίνει στη μέση το μογγολάκι, πιάνει τα χέρια του πατέρα να τον εμποδίσει, τον κοίτα στα μάτια και του λέει: «ΧΡΙΣΤΟΥΛΗΣ, ΧΡΙΣΤΟΥΛΗΣ», (δηλαδή ήθελε να πει ότι δεν μας λέει έτσι ο Χριστός)… Τον πήραν μετά τα δάκρυα τον πατέρα…

»Είδες αγάπη πού είχε!!!

»Δηλαδή οι άλλοι… οι «έξυπνοι», πού κάνουν ένα σωρό κακίες, είναι καλύτεροι;… Αυτό το παιδάκι, λοιπόν, έπρεπε να το σκοτώσουμε;…

- Όχι, γέροντα, αλλά… νά, είναι δύσκολα για τους γονείς.

- ΑΥΤΟΣ θα βάλη και τους γονείς του στον ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ… Με την υπομονή πού θα κάνουν εξ αιτίας του οι γονείς θα μπουν στον Παράδεισο.

Από το βιβλίο «Ο πατήρ Παΐσιος μου είπε» Αθανάσιου Ρακόβαλη

Δημοφιλείς αναρτήσεις