Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012

Για τις εκτρώσεις († Γέροντος Κλεόπα Ηλίε)




 Καλύτερα να μην γεννιόταν η γυναίκα εκείνη που σκοτώνει τα παιδιά της. Διότι είναι αμαρτία εναντίον του Αγίου Πνεύματος. Και έπειτα, που έπρεπε να βρίσκει ο Θεός καλύτερη κατοικία για το παιδί παρά στη κοιλία της μητέρας του; Και από ’κει το βγάζεις και το πετάς στα σκυλιά και το σκοτώνεις; «Ποια λέαινα, λέει ο άγιος Έφραίμ ο Σύρος, ποια αρκούδα θα σκότωνε ποτέ το μικρό της; Και εσύ, λογικό ον, κάνεις χειρότερα από τα άγρια ζώα, όταν έφτασες να σκοτώσεις τα παιδιά σου». Πήγαινε στο δάσος για να συναντήσεις μια αγριογουρούνα με γουρουνόπουλα. Εγώ ήμουν στο δάσος, έμεινα εννέα χρόνια και επτά μήνες μόνος μου σ’ ένα βουνό στο «Ποϊάνα Κραϊνικούλουι». ΄Ημουν μόνος μου. Όταν βρεθήκαμε αντιμέτωποι, ο Θεός φυλάξοι, γύρισα διότι είχα ένα έλατο και γαντζώθηκα απ’ αυτό. Σάν αστραπή ώρμησε πάνω μου. Όταν αγγίξεις το γουρουνόπουλο σκόνη σε έκανε˙ εκεί μπορείς να πεθάνεις. Και οι κυνηγοί τις φοβούνται. ΄Ετσι φυλάει το αγριογούρουνο τα γουρουνόπουλά του. Οι χριστιανές μητέρες μόνο σκοτώνουν τα παιδιά τους! ΄Ετσι είναι οι νόμοι της φύσης που άφησε ο Θεός˙ η μητέρα να φυλάσσει τους υιούς της. Να είναι όμως ο λογικός άνθρωπος χειρότερος από τα ζώα και τα κτήνη και να σκοτώνει τα παιδιά του; Άλλοίμονο για τέτοιες μητέρες! Θεός φυλάξοι! Όλες οι αμαρτίες είναι βαριές, αλλά αυτή είναι βαρύτερη από όλες. Γι’ αυτό οι ΄Αγιοι Πατέρες την τιμωρούν τόσο βαριά….



Ποιό είναι το σημαντικότερο και πιο ωφέλιμο επιτίμιο που πρέπει να δοθεί στην ιερά εξομολόγηση; Στους παλαιούς καιρούς, όταν οι χριστιανοί είχαν μεγάλη φιλοτιμία και ευλάβεια να κοινωνήσουν πιο συχνά με τα άγια Μυστήρια, το βαρύτερο επιτίμιο τότε ήταν η αποκοπή για συντομότερο η μακρότερο χρόνο από τη Θεία Κοινωνία. Γι’ αυτό και οι κανόνες των παλαιών Πατέρων, όπως ο Μέγας Βασίλειος, ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης κ.λπ. απαγόρευαν στους αμαρτωλούς, με βαριές αμαρτίες, την θεία Κοινωνία, ενίοτε μέχρι και 10, 15 η ακόμα 20 χρόνια» και τους εφάρμοζαν στην εξομολόγηση τα τέσσερα βήματα επιτίμησης˙ το κλαυμα στην πόρτα της εκκλησίας, το γονάτισμα στον πρόναο και η μετοχή μαζί με τους πιστούς στην εκκλησία. Μόλις στο τέλος τους δέχονταν στη θεία Κοινωνία (βλ. καν. 11 του αγ. Γρηγορίου Νεοκαισαρείας). Τώρα όμως, που η πίστη χαλάρωσε και οι περισσότεροι χριστιανοί κείνται στο βάθος της αναισθησίας και της έλλειψης ευλάβειας προς την θεία Κοινωνία με το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, νομίζω πώς το μεγαλύτερο επιτίμιο για τη διόρθωση των ψυχών τους είναι η εγκατάλειψη των εξομολογηθέντων αμαρτιών και η πάλη εναντίον τους μέχρι θανάτου. Η νηστεία, η προσευχή, η ελεημοσύνη, οι μετάνοιες και άλλες ασκήσεις να τους δίνονται κατά τη δύναμη, κατά την κατάσταση της υγείας τους και κατά τη σοβαρότητα των αμαρτιών τους, σύμφωνα με την ακρίβεια και την οικονομία των ιερών κανόνων….

Αλλά πάνω απ’ όλα να εγκαταλείψουν τις αμαρτίες, διότι η εγκατάλειψη των αμαρτιών, κατά τους αγίους Πατέρες, είναι αληθινή μετάνοια. Ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος λέει ότι˙ «το χειρότερο της αμαρτίας είναι να διάγεις στην αμαρτία, και το χειρότερο της πτώσεως είναι να μην σηκώνεσαι από την αμαρτία». Επομένως, αν το φοβερότερο πράγμα είναι να διάγει κανείς στην αμαρτία, τότε το ωφελιμότερο είναι το επιτίμιο της εγκατάλειψης της αμαρτίας. Αν το χειρότερο πράγμα της πτώσεως είναι να κείται κανείς στην πτώση του, τότε το μεγαλύτερο και ωφελιμότερο επιτίμιο είναι να σηκωθούμε από την πτώση! Οι ιεροί κανόνες, τόσο οι αποστολικοί, όσο και των οικουμενικών και τοπικών Συνόδων και των αγίων Πατέρων, ήταν πάντοτε, είναι και θα είναι κανόνες και καθοδηγοί των ψυχών, και εμείς όλοι πρέπει να υποτασσόμαστε και να φυλάσσουμε αναλλοίωτα τους ιερούς κανόνες, διότι «οποίοι δεν τους τηρούν υποβάλλονται σε φοβερές δοκιμασίες και επιτίμια»….

*****

Δέν είναι οι ιεροί κανόνες η αιτία για την απομάκρυνση των χριστιανών από την Εκκλησία του Χριστού, αλλά η μη φύλαξη της ακρίβειας και της οικονομίας των οριζομένων από τους κανόνες πραγμάτων απομακρύνει τους ιερείς και τον λαό από την Εκκλησία του Χριστού. Πάντοτε οι ιεροί κανόνες είναι προς όφελος και προς σωτηρία των ψυχών, ακόμα και εκείνοι που έχουν ιστορική μόνο αξία και δεν εφαρμόζονται πια σήμερα. Οι ιστορικοί κανόνες μας δείχνουν πως εφαρμόζονταν τότε από τους αγίους Πατέρες και από τους ηγέτες της Εκκλησίας, όταν αιρέσεις και διωγμοί επιτίθεντο κατά της Εκκλησίας. Αυτό το πράγμα δεν είναι ασήμαντο για τον προσανατολισμό εκείνων που ποιμαίνουν σήμερα την Εκκλησία του Χριστού. Οι κανόνες, οι οποίοι περιέχουν μέσα τους δόγματα και ηθικούς νόμους δεν έχασαν την αξία τους με τίποτε. Αυτοί είναι σαν φάροι φωτός της Εκκλησίας, προς καθοδήγηση του ζωντανού καραβιού που είναι η Εκκλησία του Χριστού, η οποία πλέει στα κύματα των αιώνων προς το λιμάνι της σωτηρίας. Επομένως σε κανέναν δεν επιτρέπεται να κατηγορήσει τους ιερούς και θείους κανόνες για την κακία που εξουσιάζει σήμερα εκείνους που δεν έχουν φόβο Θεού. ΄Ενα πράγμα να έχουμε στο νου μας. Οι ιερείς και οι ποιμένες να γνωρίσουν καλά την ακρίβεια και την οικονομία των ιερών κανόνων και να τους εφαρμόζουν κατά τους καιρούς και από περίπτωση σε περίπτωση στην κάθε πληγωμένη από αμαρτίες ψυχή…. * Ο πνευματικός δεν είναι παρά ένας μάρτυρας ενώπιον του Θεού, ένα όργανο διά του οποίου το Άγιο Πνεύμα ενεργεί το μυστήριο της συγχώρησης των αμαρτιών. Ο πνευματικός ερμηνεύει και εφαρμόζει τον νόμο του Θεού για την θεραπεία της ανθρώπινης ψυχής. Αν ο πνευματικός διαπιστώνει ότι κάποιος δεν είναι ειλικρινής, έχει χρέος να τον απορρίπτει από την εξομολόγηση. Αν δεν θα έκανε έτσι θα σήμαινε ότι ο πνευματικός δεν λειτουργεί στο Θεό με πίστη, με καθαρά και αφοσιωμένη καρδιά. Η μετάνοια είναι ένα από τα επτά μυστήρια που ενεργεί το Άγιο Πνεύμα κατά αόρατο τρόπο διά της ορατής λειτουργίας του πνευματικού….



Ο πνευματικός έχει το μεγάλο καθήκον να επιτηρεί τα πνευματικά του τέκνα, να τους διδάσκει αδιαλείπτως και να προσεύχεται στο Θεό για τη σωτηρία τους. Και τα πνευματικά τέκνα έχουν το χρέος να υπακούουν στις διδασκαλίες του πνευματικού τους, να του ζητούν πάντοτε συμβουλή και ευλογία για όλα, να κάνουν το οριζόμενο επιτίμιο, να κοπιάζουν για τη διόρθωση τους και να προσεύχονται για τον πνευματικό τους πατέρα. Το έργο του πνευματικού «είναι εσωτερικό δικαστήριο της χριστιανικής ψυχής, η οποία έχει μέσα της την βασιλεία του Θεού, έχοντας ως δικαστή την συνείδηση της, δηλαδή την αυτογνωσία, σε σχέση με τους νόμους του Κυρίου, με την βοήθεια των οποίων ο ιερέας μπορεί να διακρίνει ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Εφ’ όσον ο χριστιανός δεν μπορεί να γνωρίσει με ακρίβεια τον εαυτό του, ούτε τον νόμο του Θεού δεν το ξέρει πλήρως, ούτε την εφαρμογή στις δικές του πράξεις δεν μπορεί να την κάνει αμερόληπτα. Για να συμπληρώσει την εσωτερική αυτή κρίση απευθύνεται σε έναν εξωτερικό κριτή, όμοιό του, αλλά ανώτερο διά της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, τον οποίο τον συμβουλεύεται και από τον οποίο ζητάει αυτό που του λείπει, συγχώρηση, φως και αλήθεια». Η αποστολή του πνευματικού είναι να εξετάσει, να καθοδηγήσει, να κρίνει εν τω ονόματι του Χριστού, να δώσει την απόφαση της λύσεως η της μη λύσεως των αμαρτιών, με όρους η άνευ όρων. Γίνονται δε όλα στο πλαίσιο των νόμων του Θεού που τους δίνει η Αγία Γραφή και η ιερά Παράδοση, εκτός αυτών δεν μπορεί να υπάρχει δέσιμο και λύση αμαρτιών, φως και εκκλησιαστική αλήθεια (Ιω. 14, 15-30˙ 15, 1-14).

* * * *

Μπορεί κανείς να σωθή χωρίς πνευματικό και χωρίς εξομολόγηση; Όχι. Κανείς δεν μπορεί να σωθεί, ούτε λαϊκοί ούτε μοναχοί ούτε κληρικοί, χωρίς την εξομολόγηση των αμαρτιών και χωρίς τη λύση από τον πνευματικό, κατά τον λόγο του Κυρίου που λέει˙ «λάβετε Πνεύμα Άγιον, αν τίνων άψητε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς˙ αν τίνων κρατήτε, κεκράτηνται» (Ιω. 20, 23). Και σε άλλο χωρίο˙ «όσα εάν δήσητε επί της γης, έσται δεδεμένα εν τω ουρανώ, και όσα εάν λύσητε επί γης, έσται λελυμένα εν τω ουρανώ» (Ματθ. 18, 18). Επομένως πως θα μπει κανείς στη βασιλεία των ουρανών μη όντας λελυμένος στη γη από τις αμαρτίες του; Διότι η εξουσία αυτή δόθηκε μόνο στους εκλεκτούς, δηλαδή στους Αποστόλους, στους Επισκόπους και στους Ιερείς, και όχι στους λαϊκούς. Πρέπει όλοι να έχουμε τους πνευματικούς μας και να εξομολογούμεθα τακτικά, ακόμα και εκείνοι οι οποίοι νομίζουν ότι δεν έχουν αμαρτίες. ΄Ετσι μας διδάσκει ο άγιος Απόστολος και Ευαγγελιστής Ιωάννης˙ «εάν είπωμεν οτι αμαρτίαν ουκ έχομεν, εαυτούς πλανώμεν και η αλήθεια ουκ, έστιν εν ημίν. εάν ομολογώμεν τας αμαρτίας ημών, πιστός έστι και δίκαιος, ίνα άφη ημίν τάς αμαρτίας και καθαρίση ημάς από πάσης αδικίας» (Α’ Ίω. 1, 8-9). Και ο άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης δείχνει λέγοντας˙ «Όλοι πρέπει να μετανοήσουμε, και λαϊκοί και μοναχοί και ιερείς και αρχιερείς. Να μετανοήσουμε όλοι (να εξομολογηθούμε) για να σωθούμε». Χωρίς εξομολόγηση κανείς δεν μπορεί να σωθεί, επειδή «πολλά γαρ πταίομεν άπαντες» (Ιακώβ 3, 2). Πας άνθρωπος συλλαμβάνεται και γεννιέται με αμαρτίες (Γεν. 8, 21˙ Ψαλ. 50, 6˙ Ματθ. 7, 11˙ Ρωμ. 3, 11). Η Αγία Γραφή μας δείχνει ότι «η δε αμαρτία γεννά τον θάνατον» (Ιακ. 1, 15) και ότι «τίποτα ακάθαρτο δεν θα εισέλθει στη βασιλεία των ουρανών». Να ενθυμούμαστε ότι «αμαρτία είναι η καταπάτηση του νόμου του Θεού και ακαθαρσία ενώπιον Του», και ότι η οργή του Κυρίου έρχεται πάνω στους κακούς και αμαρτωλούς, οι οποίοι πεθαίνουν ανεξομολόγητοι και χωρίς μετάνοια. Οι αμαρτωλοί, δι’ εξομολογήσεως και μετανοίας, στρέφουν την δίκαια οργή του Θεού και αποκτούν την σωτηρία, των ψυχών τους….


http://vatopaidi.wordpress.com/

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΔΕΡΦΟΙ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ





"Τότε μπορούμε να βρούμε την ελπίδα μας στο θεό, 

όταν απελπισθούμε τελείως από τον εαυτό μας".

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Ευλογημένος Γάμος - Ο Κατηραμένος Γάμος.. ( Αγίου Κοσμά του Αιτωλού )



Χτες Κυριακή με πολύ χαρά παρευρεθήκαμε σ΄ ένα ευλογημένο γάμο!!
Η σεμνότητα, η πνευματική ευγένια, η εκλεπτυσμένη αρχοντιά, η Αγάπη απλόχερα διάχυτη σε όλη τη διάρκεια του μυστηρίου....

Ο κόσμος πολύς, αλλά όλοι χώρεσαν μέσα στην καρδιά των ευλογημένων γωνιών και το χαμόγελο του ζευγαριού ανταμοιβή ...!!!

με πολύ αγάπη και ευγνωμοσύνη αφιερώνουμε αυτή την ανάρτηση στο ταιριαστό όμορφο ζευγάρι, στους ευλογημένους γονείς και στους πολλούς φίλους που συναντήσαμε εκεί μετά από πολλά χρόνια....μια συνάντηση χαρμοσύνη, αγαπητική, ευλογημένη!!

Η Κυρία Θεοτόκος και όλοι οι Άγιοι να είναι προστάτες και αρωγοί στο ευλογημένο αγώνα της ζωής....!!! 

Εγεννήθη ο Κυριος , αδελφοί μου, από γυναίκα , δια να ευλογήση την γυναίκα , επειδή και η γυναίκα έλαβε πρώτον την κατάραν εις τον παρσάδεισον, η γυναίκα εκρήμνισε τον κόσμον και τον επήγε εις την κόλασιν , πάλιν η γυναίκα εγέννησε τον Χριστόν και έλαβε την ευλογίαν.

Εγεννήθηκεν ο Κυριος από αρραβωνιασμένην , δια να ευλογήση τον γάμον , επειδή και η αρραβώνα είνε αρχή του γάμου, δια να δείξη και εσένα παράδειγμα , πως το δακτυλίδι οπού πρώτον δίδει ο άνδρας εις την γυναίκα πρέπει να είνε μαλαματένιο και να το βάλη εις το δάκτυλό της η γυναίκα καθαρή ωσάν ετούτο το μάλαμα. Ε , τότες να το δεχτής και να το βάλης εις το δάκτυλό σου , και να προτιμήσης να χάσης την ζωήν σου και το κεφάλι σου παρά να καταπατήσης την τιμήν του ανδρός σου.

Ομοίως στέλνεις και εσύ η γυναίκα εις τον άνδρα ένα δακτυλίδι ασημένιο, να τον διδάξης και αυτόν. Του φανερώνεις με το δακτυλίδι και λέγεις πως ανίσως και εσύ ο άνδρας και είσαι στέρεος ωσάν το ασήμι , ε , τότες να το δεχτής και να το βάλης εις το δάκτυλό σου, και να βάνης την ζωήν σου και το κεφάλι σου δια την γυναίκά σου. Αυτό φανερώνει η αρραβώνα του γάμου. Να χαίρεστε και να ευφραίνεστε χιλιάδες φορές οι παντρεμένες τίμια δια τα πολλά καλά οπού σας εχάρισεν ο πανάγαθος Θεός· σας εχάρισε και ευλογημένον γάμον. Να κλαίετε δια τούς ασεβείς και απίστους· ανάμεσα εις τα πολλά κακά οπού έχουν , έχουν και καταφρονεμέννον γάμον.

Πως γίνεται ομοίως ο γάμος των χριστιανών ευλογημένος και πως γίνεται καταφρονημένος, ήγουν κατηραμένος , δεν είνε εδικόν μου έργον να ηξεύρω και να το διδάσκω· εγώ πρέπει να ηξεύρω την καλογερικήν μου να σωθώ. Είνε άπρεπον ο καλόγηρος να διδάσκη περί γάμων. Μα πάλιν από το άπρεπον εβγαίνομεν κέρδος. Εκείνο οπού ηθελα να σου ειπώ εγώ , παιδί μου, έπρεπεν ο πατέρας σου και η μητέρα σου να σου τα ειπή. Μα επειδή και εκείνοι δεν ηξεύρουν να σου τα ειπούν, σου λέγω εγώ παραμικρόν, ζήτησε και από λόγου σου να μάθης τα πολλά.

Άκουσε , παιδί μου· όταν θέλης να υπανδρευθής , να ζητήσης πρώτον , γυναίκα να μην είνε από την συγγένειά σου , οπού το εμπποδίζει ο νόμος της Εκκλησίας· δεύτερον, να έχη τον φόβον του Θεού εις την ψυχήν της· και τρίτον, να είνε στολισμένη με την εντροπήν. Επήρες γυναίκα πτωχή, επήρες σκλάβα· επήρες γυναίκα πλούσια , έγινες εσύ σκλάβος , επήρες ραβδί της κρεφαλής σου. Πρώτον να εξομολογήσθε και να στεφανώνεστε εις την εκκλησίαν.

Και πως πρέπει ναστεφανώνεστε; Να πάρη ο παπάς το νουνό , το γαμβρό και τη νύφη , ένα δύο ανθρώπους, να πάρη μία λειτουργία, να βάλη τα στέφανα, δύο δακτυλίδια και δύο λαμπάδες. Να πηγαίνουν εις την εκκλησίαν. Να βάνη τον άνδρα εις τα δεξιά και την γυναίκα εις τα αριστερά και να πηγαίνη μέσα εις το άγιον Βήμα ο παπάς να ανάψη τας δύο λαμπάδας και να κρεμάση τα στεφάνια εμπρός εις την αγίαν Τράπεζαν και να βάνη τα δύο δακτυλίδια επάνω, το ένα να τηράζη μέσα και το άλλο έξω, διατί φανερώνει πως όταν γυρίζη ο αρραβωνιαστικός και τηράζη την αρραβωνιαστικήν, να γυρίζη το πρόσωπόν της από το άλλο μέρος· ομοίως και η αρραβωνιαστική τον γαμβρόν. Και ωσάν τελειώση την Λειτουργίαν, να πάρη το γαμβρό και τη νύμφη να τούς βάλη αντάμα. Και να πάρη το θυμιατό και τις δύο λαμπάδες αναμμένες, να θυμιάση το γαμβρό σταυροειδώς τρεις φορές.

Το θυμιατό σημαίνει την Δεσποινα, την Θεοτόκον· τα κάρβουνα είνε μέσα στο θυμιατό και δεν καίεται· έτσι και η Δεσποινα η Θεοτόκος εδέχθηκε τον Χριστόν και δεν εκάηκε, αλλά μάλιστα εφωτίσθηκε. Το θυμίαμα σημαίνει το Πανάγιον Πνεύμα, το κούπωμα του θυμιατού σημαίνει την σκέπην του Αγίου Πνεύματος , οι τρεις αλυσίδες σημαίνουν την διδασκαλίαν των αγίων Αποστόλων. Και έτσι θυμιάζει ο ιερεύς τον γαμβρόν, τον διδάσκει λέγοντάς του: Εγώ ετούτο προσκυνώ· και αν θέλης και εσύ και είσαι χριστιανός ορθόδοξος , ετούτο προσκύνα. Και έτσι σκύφτει και προσκυνεί και ο παπάς και ο γαμβρός. Αυτό σημαίνει το θυμιατό.

Και ερωτά ο παπάς τον γαμβρόν: Θελεις την Μαρίαν δια γυναίκά σου; Ανίσως και ειπή: Την θέλω, του δίδει την λαμπάδα. Ομοίως ρωτά και την νύμφην: Θελεις εσύ, Μαρία, τον Ιωάννην δια άνδρα; Ανίσως και τον θέλη, δεν ομιλεί , μόνον σκύπτει την κεφαλήν της· ει δε και δεν τον θέλει και είνε χωρίς το θέλημά της, φωνάζει: Δεν τον θέλω. Και ωσάν ειπή πως δεν τον θέλει, ο παπάς να μη βάλη χέρι να τούς στεφανώση, διότι κολάζονται. Αν είνε με το θέλημα και των δύο, ε, τότες να του στεφανώνει. Και έπειτα από το στεφάνωμα να τούς μεταλαμνβάνη τα Άχραντα Μυστήρια. Και ανίσως έχουν κανένα εμπόδιο, ας τούς κοινωνήση το κοινόν ποτήριον. Ύστερα τούς παίρνουν ψάλλοντας, και πηγαίνοντας εις το σπίτι κάνει δέξησιν ο παπάς , ευλογεί την τράπεζαν και φεύγει.

Και ωσάν περάσουν τρεις ημρες, ε, τότες να σμίγετε το άνδρόγυνον· και να φυλάγετε τις Κυριακές, εορτές με ευγένειαν, ωσάν χριστιανοί. Δεν έδωσεν ο Θεός την γυναίκα δια πορνείαν, αλλά δια παιδιά. Και να μην κοιμάστε εις ένα στρώμα την Κυριακήν, διότι μας γκρεμνίζει ο διάβολος, και μάλιστα τις εορτές. Και εσύ ο άνδρας να φεύγης την ξένην γυναίκα καθώς φεύγεις το φίδι. Και όχι μόνον την ξένην γυναίκα, αλλ’ είνε καιρός να φεύγης και την εδικήν σου. Έτυχεν η γυναίκά σου και έχη συνήθειαν η εγγαστρώθη, πρέπει να φυλάγεσαι, η εγέννησε και δεν εσαράντισε, δεν εκαθαρίστηκε. Και εάν θέλης να σμίξης με τη γυναίκά σου, πάρε παράδειγμα· ρώτησε τον γεωργόν να ιδής πόσες φορές σπέρνει το χωράφι το χρόνο.

Μιαν φοράν και το αφήνει ως οπού γίνεται, και τότε το θερίζει· και ύστερα πάλιν, ωσάν θέλη, το ματασπέρνει. Ομοίως και εσύ , αδελφέ μου. Έσμιξες με την γυναίκά σου , εγγαστρώθηκε; Αναχώρησε έως οπού γεννήση , να σαραντίση και καθαρισθή , και τότε σπέρνεις και άλλο. Και κάμε σαράντα , πενήντα παιδιά. Ήθελα να σου ειπώ ένα λόγον, μα είνε αισχρός κομμάτι και θέλετε με κατηγορήσετε. Δεν βλέπετε τα ζώα που σμίγουν έως που εγγασρωθή το θηλυκόν και ωσάν γεννήση, ε, τότες ματασμίγουν; Και ημείς οι άνθρωποι δεν τα ντρεπόμαστε να είμαστε χειρότεροι και από τα ζώα; Μα πάλιν δεν ημπορείς να κάμνης αυτό, σου πέφτει βαρύ; Καμε άλλο· ταπεινώσου και ειπέ πως είσαι ανάξιος, αμαρτωλός και χειρότερος από τα ζώα· κατηγόρησε του λόγου σου, και έτσι ημπορεί να σε σπλαχνισθή ο Θεός να σε σώση. Αμή να κάμης την αμαρτίαν, να καυχάσαι, να λέγης πως είσαι άγιος, γίνεται τούτο να είνε; Ωσάν παιδιά μου πνευματικά σας συμβουλεύω· σας το είπα πως εις σε λόγου μου είνε άπρεπον να τα λέγω αυτά, μα τι να κάμω πάλιν; Βλέποντας το γένος μας εις ποίαν κατάστασιν ευρίσκεται, εστενεύτηκα και σας είπα αυτά, δια να ωφεληθήτε τίποτες.

Και να είνε ο άνδρας ως βασιλεύς και η γυναίκα ωσάν βεζίρης, ήτοι ο άνδρας ωσάν κεφαλή και η γυναίκα ωσάν σώμα, τότε ευλογεί ο Θεός τον άνδρα και την γυναίκα και τα παιδιά σας και δεν σας κολλά κανένα κακόν πράγμα , μήτε αμποδέματα, μήτε γητεύματα, μήτε κανένα. Έτσι περνάτε και εδώ καλά και πηγαίνετε και εις τον παράδεισον να χαίρεστε πάντοτε. Και πλέον εξουσίαν δεν έχετε να χωρίζεστε και μόνον ο θάνατος και η πορνεία σας χωρίζει. Και αν τύχη και ξεπέση η γυναίκα με άλλον άνδρα η ο άνδρας με άλλην γυναίκα, έχουν χρέος να πηγαίνουν εις τον αρχιερέα να τούς χωρίζη.

Μα πάλιν εκείνος οπού αδικηθή από την γυναίκά του, και δεν την χωρίση, έχει μισθόν εις την ψυχήν του. Αμή είνε τρόπος η γυναίκά σου να πορνεύση με άλλον και να την συγχωρήσης; Είνε. Και τι τρόπος είνε; Εσύ, παιδί μου, πηγαίνεις την ξενειτιά, εις το χωράφιον, η γυναίκά σου εξέπεσε με άλλο πρόσωπον. Ήλθες εις το σπίτι σου. Τι πρέπει να κάμη η γυναίκά σου; Πρέπει να πάρη ένα τσεκούρι και ένα ξύλο και να σου βάλη μίαν μετάνοιαν και να σου φιλήση το χέρι και να ειπή: Παρε ετούτο το τσεκούρι και το ξύλο και να με κάμης χάριν· βάλε με επάνω να με κάμης λιανά κομμάτια , ρίξέ με να με φάνε οι σκύλοι, διατί δεν είμαι άξια να βλέπω το πρόσωπόν σου , επειδή και εκαταπάτησα την τιμήν σου και από εκεί οπού ήμουν θυγατέρα του Χριστού, έγινα θυγατέρα του διαβόλου. Τι λέγεις , παιδί μου, σε βαστά η καρδιά σου να την σκοτώσης η να την συγχωρέσης; Με φαίνεται πως θα πης: ας είσαι συγχωρεμένη, μα άλλην φοράν να μη το ματακάμης. Αμή πότε την χωρίζεις; Όταν έλθης από την ξενιτειά και το μάθης από τον γείτονά σου, τότε βιάζεσαι εξ ανάκγης να την χωρίσης. Έτσι και ο Κυριος αύριον εις την Δευτέραν Παρουσίαν, ανίσως και μας εύρη ανεξομολόγητους, αμετανοήτους, αδιορθώτους, βιάζεται να μας βάλη εις την κόλασιν· ει δε όταν μας εύρη μετανοημένους, μας σπλαχνίζεται και μας βάνει εις τον παράδεισον να χαιρώμαστε πάντοτε.

Γινεται πάλιν κατηραμένος ο γάμος να πάρης γυναίκα από την συγγένειάν σου , οπού το εμποδίζει ο νόμος, και να βάνης τύμπανα και βιολιά , χορούς και τραγούδια , ντουφέκια , στολίδια , και άλλα διαβολικά καμώματα. Τοτε γίνεται κατηραμένος ο γάμος, γεννώνται τα παιδιά σας τυφλά, βουβά, κουφά , κουτσά , κακορρίζικα , σεληνιάζονται και τα βλέπετε εσείς οι γονείς και καίεται η καρδιά σας και σας θανατώνει ο Θεός παράκαιρα και σας βάνει εις την κόλασιν. Και να μην τον κάμνετε τον γάμον την Κυριακήν μόνον όποια ημέρα θέλετε της εβδομάδος. Όχι πως το εμποδίζει ο νόμος, αλλά δια τας αταξίας οπού γίνονται και μάλιστα λείπετε και από την Λειτουργίαν· και η Λειτουργία πρέπει να γίνεται ξεχωριστή δια τον γαμβρόν και δια την νύφην.

Από τις διδαχές του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού

http://orthodoxos-gamos.blogspot.gr/

Με την αμαρτία δίνουμε δικαιώματα στον πειρασμό




Πολύς δαιμονισμός υπάρχει σήμερα στον κόσμο. Ο διάβολος αλωνίζει, γιατί οι σημερινοί άνθρωποι του έχουν δώσει πολλά δικαιώματα και δέχονται δαιμονικές επιδράσεις φοβερές.

 Έλεγε ένας πολύ σωστά: «Ο διάβολος παλιά ασχολείτο με τους ανθρώπους· τώρα δεν ασχολείται! Τους έβαλε στον δρόμο και τους λέει: ‘’Ώρα καλή!’’ και τραβάνε οι άνθρωποι!».

Είναι φοβερό! Βλέπετε, τα δαιμόνια στην χώρα των Γαδαρηνών, για να πάνε στα γουρούνια, ζήτησαν άδεια από τον Χριστό, γιατί τα γουρούνια δεν είχαν δώσει δικαίωμα στον διάβολο και αυτός δεν είχε δικαίωμα να μπη σ’ αυτά.

Ο Χριστός επέτρεψε να μπη, για να τιμωρηθούν οι Ισραηλίτες, επειδή απαγορευόταν να τρώνε χοιρινό κρέας

Γεροντας Παισιος

ΝΕΑ ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΤΟΥ ΤΑΞΙΑΡΧΗ



         
                         
 Ήταν ένα γλυκό Αυγουστιάτικο βραδινό. Ο εσπερινός τελείωνε όταν μια παρέα προσκυνητές, έφτανε στο Ναό μας..

—Πάτερ, την ευχή σας. Είναι ευλογημένο να διανυκτερεύσουμε εδώ απόψε και το πρωί να εκκλησιαστούμε και να κοινωνήσουμε;

Ήταν μια νεαρή γυναίκα που ρωτούσε και που με κάποιον άλλον νεαρό, βοηθούσαν ένα παλληκάρι να στέκεται όρθιο και να βαδίζει.
—Βεβαίως. Κανένα πρόβλημα. Έχουμε χώρο για όλους σας.
—Ευχαριστούμε πολύ, να είστε καλά. Μήπως εδώ μένει ο Δεσπότης;
—Όχι, όμως αύριο το πρωί θα μας επισκεφθεί. —Αλήθεια; Ω Θεέ μου! Ανέλπιστη χαρά μας δίνετε, πάτερ μου.
—Μα τι συμβαίνει; Δεν καταλαβαίνω.
—Πάτερ μου, ο Ταξιάρχης έκανε ένα μεγάλο θαύμα στον αδελφό μου, είναι αυτός εδώ, ο Διονύσης.
Η νεαρή γυναίκα λέγοντας τις τελευταίες λέξεις στράφηκε προς το παλ¬ληκάρι που κρατούσε αγκαζέ μαζί με τον άλλο νεαρό. Με ένα τρυφερό χαμόγελο τον οδήγησε μπροστά μου, με τη βοήθεια του άλλου νέου. Το παλληκάρι έκανε μια υπόκλιση, όσο του επέτρεπε η κατάσταση του και απλώνοντας το χέρι του πήρε το δικό μου και το ασπάστηκε με σεβασμό.

—Πάτερ, είναι ο αδελφός μου ο Διονύσης, συνέχισε η νεαρή γυναίκα, ο Ταξιάρχης στην κυριολεξία τον έσωσε, σχεδόν τον ανέστησε από νεκρό. Κατά τη νοσηλεία του αδελφού μου στο Κρατικό Νοσοκομείο Νικαίας Αθηνών, πέρασαν απ’ αυτό και γνώρισαν τον αδελφό μου και είδαν την κρισιμότητα της κατάστασης του ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης σας και ο πατήρ Χρήστος, ο συνεφημέριός σας, όταν και εκείνος είχε την περιπέτεια με την πρεσβυτέρα του στο ίδιο Νοσοκομείο. Βέβαια τότε ο αδελφός μου ήταν σε βαθύ κώμα και δεν τους γνώρισε• όμως εκείνοι προσευχήθηκαν για κείνον. Καταλαβαίνετε λοιπόν, τι ευλογία, είναι για μας, όταν στην πρώτη μας ευχαριστήριο επίσκεψη προς τον Ταξιάρχη, να παρευρίσκεται ο Σεβασμιώτατος και να συμπροσεύχεται και να συνδοξολογεί τον Αρχάγγελο μαζί μας, για τη θαυμαστή Του ενέργεια στον αδελφό μου.

Μιλώντας, έρριξε μια ματιά στον Διονύση, που έδειχνε σημεία κόπωσης, λόγω του προσφάτου ατυχήματος του- και απευθυνόμενη πάλι σε μένα, συνέχισε:
—Αν είναι ευλογημένο, πάτερ μου, θα ήθελα λίγο να τακτοποιήσω τα πράγματά μας και να περιποιηθώ τον αδελφό μου, γιατί ακόμη έχει ανάγκη από εμάς, και έπειτα να έλθω στο Γραφείο και να σας εξιστορήσω, μαζί με. τον ξάδελφό μου, το θαυμαστό αυτό γεγονός με κάθε λεπτομέρεια.
—Μην ενοχλείστε, δεν πειράζει. Τακτοποιείστε τα πράγματά σας, ξεκουρα¬στείτε και αύριο μετά τη θεία λειτουργία, που θάναι εδώ και ο Δεσπότης μάς τα εξιστορείτε όλα με την ησυχία σας. Είμαι βέβαιος ότι θα χαρεί πάρα πολύ να μάθει την έκβαση αυτού του γεγονότος, από πρώτο χέρι, με κάθε λεπτομέρεια.
—Να είναι ευλογημένο, πάτερ μου. Ευχαριστούμε πολύ. Αύριο με υγεία.
Είχε τελειώσει η θεία λειτουργία και καθώς πηγαίναμε στο Γραφείο για καφέ, μαζί με την παρέα του Διονύση έφτασε ο Δεσπότης. Ήταν απερίγραπτη η χαρά όλης της παρέας μόλις τον αντίκρυσαν. Έτρεξαν όλοι κοντά του χαρούμενοι. Έβαλαν μετάνοια και του φίλησαν με σεβασμό το χέρι.
—Τι κάνετε Σεβασμιώτατε, τον θυμάστε τον Διονύση μας;
—Μα είναι δυνατόν; Είναι το παιδί, που νοσηλευόταν στο Κρατικό, με το τροχαίο;
—Μάλιστα, μάλιστα, Σεβασμιώτατε, αυτός είναι. Θαύμα, θαύμα του Ταξιάρχη!
—Δόξα σοι ο Θεός! Παιδιά μου πολύ χαίρομαι. Ξέρετε, με είχε συγκινήσει πολύ η περίπτωση του Διονύση και συχνά αναρωτιόμουν για την έκβαση της υγείας του. Και να που σήμερα τον βλέπω υγιέστατο μπροστά μου, ας είναι δοξασμένο το όνομα του μεγάλου Θεού. Παιδιά μου, θα μου επιτρέψτε να πάω μέσα, να προσκυνήσω τον Αρχάγγελο, γιατί μόλις έφτασα και έρχομαι στο Γραφείο να τα πούμε με την ησυχία μας και με κάθε λεπτομέρεια.
—Νάναι ευλογημένο, Δέσποτα.

Ο Σεβασμιώτατος, κατευθύνθηκε συγκινημένος προς τον Ναό, υμνώντας το όνομα του μεγάλου Θεού και ευχαριστώντας τον Αρχάγγελο.

Σε λίγο στο Γραφείο του Ναού, ακούγαμε όλοι κατάπληκτοι από την Ελένη και το Νίκο τα γεγονότα τα του θαύματος, να ξετυλίγονται αστραπιαία και θαυμαστά.
—Σεβασμιώτατε, ονομάζομαι Ελένη και είμαι η αδελφή του Διονύση, παντρεμένη και μένω στο Ναύπλιο, Σουλίου 8.

Το απόγευμα της Κυριακής του Θωμά, 25-4-1993, χτυπά το τηλέφωνο του σπιτιού μου,.... και πληροφορούμαι ότι ο αδελφός μου ο Διονύσης χτύπησε σε τροχαίο και βρίσκεται, στο Κρατικό Νοσοκομείο Νικαίας στην Αθήνα. Το ακουστικό έφυγε από τα χέ¬ρια μου όταν με παρότρυναν να κάνουμε όσο το δυνατόν σύντομα, γιατί ο αδελφός μου ήταν σε πολύ κακή κατάσταση. Ετοιμοθάνατος! «Τον προλαβαίνετε, δεν τον προλαβαίνετε», μου είπαν χαρακτηριστικά.

Φύγαμε αμέσως για την Αθήνα. Πώς αισθανόμουν στον δρόμο για την Αθήνα, δεν μπορώ να το εκφράσω, ήταν μια φοβερή εμπειρία! Ένοιωθα να βουλιάζει σιγά-σιγά ο κόσμος ολόκληρος. Αισθανόμουν ότι τα πάντα για μένα έχαναν ξαφνικά την αξία τους! Δεν μετρούσε για μένα τίποτα. Μόνο μέσα από ένα μεταξωτό ιστό αράχνης, αμυδρά, διέκρινα με τη φαντασία μου το Διονύση μας αιμόφυρτο και ετοιμοθάνατο. Και τότε, το μόνο που ήθελα, ήταν να βρεθώ κοντά του, να τον αγκαλιάσω, να τον φιλήσω, να τον σφίξω και να του ξαναδώσω τη δύναμη και τη ζωή. Τα λεφτά μού φαινότανε ώρες και οι ώρες αιώνες. Σε κάποια στιγμή σχεδόν λιποθύμησα, όταν μέσα στο αμάξι μύρισε, πολύ αισθητά, λιβάνι! Πάει πέθανε, σκέφτηκα και ένοιωθα να χάνω τις αισθήσεις μου.

Φτάσαμε στο Νοσοκομείο και η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο φοβερή από εκείνη της φαντασίας. Ο Διονύσης αιμόφυρτος πάνω στο κρεββάτι αναίσθητος σε αφασία. Με φώναξαν στο Γραφείο οι γιατροί και μου είπαν επί λέξει: «Κορίτσι μου, τι να σου πούμε, το παιδί είναι ξεγραμμένο. Το μυαλό του έγινε γιαούρτι. Δεν υπάρχει καμμιά ελπίδα».

Ρώτησα για κάποια εγχείριση, για κάτι άλλο που θα μας έδινε κάποιες ελπίδες. «Δεν υπάρχει καμμιά ελπίδα, δεν σηκώνει ούτε εγχείριση», μου είπαν και συνέχισαν: «Εμείς οι άνθρωποι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα».

Γονατιστοί όλη τη νύχτα στο προσκεφάλι του, παρακαλούσαμε το Θεό να τον λυπηθεί και να τον αναστήσει.
Το πρωί επισκέφθηκε τον αδελφό μου ο άριστος κρανιολόγος γιατρός κ. Μουρουζίνης. Τον εξέτασε πολύ ώρα και στο τέλος κουνώντας το κεφάλι του είπε:

«Είτε έτσι, είτε αλλιώς ο νεαρός είναι χαμένος, ας του κάνουμε μια επέμβαση στο κεφάλι του. Βέβαια οι πιθανότητες δεν είναι ούτε μία στις χίλιες, αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο καλύτερο». Το δεχτήκαμε. Πώς να κάναμε διαφορετικά; Ο αδελφός μου χανόταν!

Μπήκε στο χειρουργείο στις δώδεκα το μεσημέρι. Κατά το διάστημα της εγχείρισης, μας πήρε τηλέφωνο στο Νοσοκομείο ο ξάδελφός μας ο Νίκος και μας είπε πράγματα που μας ζωήρεψαν τις ελάχιστες και υποτονικές ελπίδες μας. Άλλα καλύτερα να σας τα εξιστορήσει αυτά ο ίδιος.

Λέγοντας αυτά η Ελένη, στράφηκε στο νεαρό δίπλα της, που βοηθούσε μαζί της τον Διονύση.

—Μάλιστα Σεβασμιώτατε. Λέγομαι Νίκος Καλογήρου. Είμαι 22 χρόνων και σπουδάζω μαζί με την αδελφή μου Ελένη στη Θεσσαλονίκη. Η διεύθυνση μας: ...... Το τηλέφωνο μας: ......

Την Κυριακή του Θωμά 25-4-1993, η αδελφή μου και γω ξεκινήσαμε να επιστρέψουμε στη Θεσσαλονίκη, απ’ την οποία είχαμε φύγει, για να περάσουμε τις διακοπές του Πάσχα κοντά στους δικούς μας. Στη Θεσσαλονίκη φτάσαμε στις 7 το απόγευμα. Αμέσως πήραμε τηλέφωνο τους δικούς μου, όπως άλλωστε συνηθίζουμε, για να ενημερώσουμε τους δικούς μας ότι φτάσαμε καλά. Συνάμα ρωτήσαμε και για κείνους, πώς είναι και αν έχουν κανένα νεότερο από το πρωί που φύγαμε για τη Θεσσαλονίκη. Μας είπαν ότι είναι όλα μια χαρά, όπως τα ξέραμε. Κουρασμένοι από το πολύωρο ταξίδι μας, πολύ νωρίς πήγαμε για ύπνο.

Τη νύχτα, ένα όνειρο με συγκλόνισε. Βρέθηκα μέσα σε ένα Νοσοκομείο, για μένα άγνωστο, και πάνω σε ένα κρεββάτι, ντυμένο στα μαύρα, τον ξάδελφό μου ξαπλωμένο. Τον ρωτάω τι έπαθε και εκείνος μου δείχνει το κεφάλι του, που ήταν γεμάτο αίματα, και μου λέει ότι χτύπησε. Τότε ακούω τη φωνή του πατέρα μου να με φωνάζει: Νίκο-Νίκο! Δεν τον έβλεπα, όμως ακολούθησα τη φωνή του και βρέθηκα σε μια μικρή Εκκλησιά, που βρισκόταν στην αυλή του Νοσοκομείου. Στο μέσον της Εκκλησίας στεκόταν ο πατέρας μου και κυττούσε προς το μέρος μου. Στα δεξιά μου βλέπω μία εικόνα της Παναγίας με τον Χριστό στην αγκαλιά της. Βγάζω το μαντήλι μου και την σκουπίζω, γιατί μου φάνηκε λερωμένη. Το μαντήλι λερώθηκε. Τότε βλέπω τον πατέρα μου να μού δείχνει την αριστερή πλευρά του Ναού και στο σημείο που βρισκόταν μια άλλη εικόνα, που όμως ήταν τόσο μαύρη, που δεν φαινόταν το πρόσωπο του εικονιζόμενου αγίου. Συγχρόνως ο πατέρας μου, με προστακτικό ύφος μού έλεγε τα εξής: Πες στην Ελένη, την ξαδέλφη σου, να την καθαρίσει. Ανήσυχος απ’ αυτά όλα το πρωί, παίρνω μια θεία μου τηλέφωνο στο Ναύπλιο να ρωτήσω. Δεν πήρα το σπίτι μου, γιατί γνώριζα ότι όλοι τους δούλευαν. Τότε μαθαίνω το θλιβερό γεγονός. Ρώτησα για την ξαδέλφη μου, την Ελένη και μού είπε ότι είναι στο Νοσοκομείο της Νικαίας. Εκεί πήρα τηλέφωνο και αφού έμαθα λεπτομέρειες και την απελπιστική κατάσταση του Διονύση, ρώτησα την Ελένη αν υπάρχει στο χώρο του Νοσοκομείου καμμιά Εκκλησιά.

Μου απάντησε ότι δεν το γνώριζε. Τότε της είπα το όνειρο και την παρότρυνα να ψάξει και αν υπήρχε, να κυττούσε στον αριστερό μπαίνοντας τοίχο της. Παρακάτω, Σεβασμιώτατε, ας συνεχίσει εκείνη.

—Όταν άκουσα αυτά από τον ξάδελφό μου Νίκο, Σεβασμιώτατε, κάποιες ελπίδες άρχισαν να αναπτερώνονται. Όταν θα βγουν σωστά τα λόγια του ξαδέλφου μου, είπα μέσα μου, τότε θα πει ότι ο Διονύσης μας θα σωθεί. Ρωτήσαμε και μάθαμε ότι υπήρχε κάτω Εκκλησία του Νοσοκομείου. Τρέξαμε με τους συγγενείς μου και ψάξαμε. Πράγματι στο αριστερό τοίχο ήταν κρεμασμένο ένα μικρό ξύλινο εικόνισμα κατάμαυρο!!! Το ξεκρεμάσαμε αλλά δεν μπορούσαμε να δούμε τι αναπαριστούσε. Πήρα βαμβάκι και οινόπνευμα και το καθάρισα. Ω Θεέ μου! Έλαμψε ολόκληρο! Αστραποβολούσε! Όμως και πάλι δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε ποιον άγιο εικόνιζε. Όταν το είδε η θεία μου. η μητέρα του Νίκου, σταυροκοπήθηκε και το καταφιλούσε, το είχε γνωρίσει! Ο Ταξιάρχης, ο Ταξιάρχης του Μανταμάδου!!! φώναζε. Είχε έλθει πριν δυο χρόνια και είχε πάρει το εικόνισμα Του και τους δυο τόμους των βιβλίων Του. Να το εικόνισμα Σεβασμιώτατε, είπε η Ελένη και ανοίγοντας το πουκάμισο του Διονύση το έβγαλε από τη θήκη του και το έδωσε στον Δεσπότη μας. Εκείνος το κύτταξε για λίγο και έπειτα με πολύ σεβασμό και ευλάβεια, το ακούμπησε στα χείλη του. Ήταν ένα ξύλινο μικρό εικονισματάκι του Ταξιάρχη μας, απ’ αυτά που έχουμε στο περίπτερο του Ναού, για τους προσκυνητές μας.

Αφού το προσκυνήσαμε όλοι μας, η Ελένη το πήρε, το έβαλε πάλι στη θέση του και συνέχισε:

—Τελείωσε η εγχείριση στον εγκέφαλο του αδελφού μου. Οι γιατροί δεν μας έδιναν περισσότερες ελπίδες απ’ ότι πριν την εγχείριση, δηλαδή μία τοις χιλίοις! «Το μυαλό του», μας έλεγαν, «είναι σα γιαούρτι- και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα παραπάνω. Ανθρωπίνως και επιστημονικώς κάναμε το καλύτερο, τώρα μόνο ένα θαύμα τον σώζει». Ζήτησα να μου επιτρέψουν να μπω στην εντατική και να του βάλω το εικόνισμα επάνω του. Μου το επέτρεψαν. Μπήκα και του το φόρεσα.
Το πρωί, 27-4-93, μας παίρνει πάλι τηλέφωνο ο Νίκος απ’ τη Θεσσαλονίκη. Και μου λέει ότι πάλι είδε όνειρο σημαδιακό και πως πρέπει να εντείνουμε τις προσευχές μας, γιατί ο Διονύσης θα γίνει καλά!

—Ναι, Σεβασμιώτατε, συνεχίζει, παίρνοντας τον λόγο ο Νίκος. Το βράδυ της 26ης προς την 27η βλέπω πάλι να βρίσκομαι στο Νοσοκομείο και να θέλουν δυο μαυροφορεμένοι άνδρες, να μας πάρουν τον Διονύση, μέσα σε ένα μαύρο μεγάλο αυτοκίνητο. Μετά από πολύ ώρα το κατώρθωσαν, αλλά το αυτοκίνητο δεν έφευγε. Κάποιος νέος, όμορφος, ξανθός, με ένα μικρό γενάκι και μέχρι τη μέση τον κατάξανθα σγουρά κυματιστά μαλλιά, εμφανίστηκε και αφού πήρε και έβαλε τον Διονύση πάνω σε ένα κρεββάτι του Νοσοκομείου, μου είπε: «Μην ανησυχείς! Ανοίξτε του μια τρύπα εδώ», δείχνοντας το λαιμό του, «βάλτε του την εικόνα της Παναγιάς στα χέρια του και αφήστε τον σε μένα». Το πρόσωπό του έχυνε μια γλυκεία λάμψη, που σε γαλήνευε, σε πλημμύριζε ευεξία και εμπιστοσύνη.

—Σκεφθείτε Δέσποτα πώς ένοιωσα, συνέχισε τώρα η Ελένη, όταν ενώ άκουγα αυτό από το Νίκο, έρχονται οι γιατροί, μπαίνουν βιαστικά στην εντατική και βγαίνοντας γρήγορα, έπαιρναν μαζί τους και τον Διονύση στο χειρουργείο για τραχειοτομή!!! Μάς είπαν επί λέξει:

«Έχει χειροτερεύσει η κατάσταση του. Τώρα έχει και πνευμονία με υψηλό πυρετό. Τον πάμε αμέσως για τραχειοτομή να τον προλάβουμε, γιατί κινδυνεύει από στιγμή σε στιγμή να πνιγεί»! Μετά από την τραχειοτομή, τον λυπήθηκε πράγματι η ψυχή μου. Δεν ζούσε. Τα μηχανήματα τον κρατούσαν φυτό!! Στο σημείο αυτό έχασα όσο θάρρος μού είχε απομείνει. Λύγισα σαν άνθρωπος και χωρίς να πω τίποτα σε κανέναν, έφυγα στο Ναύπλιο να πάρω τα ρούχα του για το επερχόμενο μοιραίο. Απ' εκεί έφερα μαζί μου και τα βιβλία του Ταξιάρχη, το Ιστορικό και τα θαύματά Του. Κάποιος, θαρρείς μέσα μου, με έσπρωχνε να τα πάρω από τη θεία μου μαζί μου! Όταν επέστρεψα και είδα τον αδελφό μου ζωντανό, μετάνοιωσα πικρά για την ολιγοπιστία μου. Ζήτησα ταπεινά συγγνώμη, για την αδυναμία μου αυτή και γονατιστή μέρα και νύχτα έξω από την εντατική, διάβαζα τα θαύματά Του και παρακαλούσα για τη σωτηρία του αδελφού μου.
Όσο διάβαζα το βιβλίο με τα θαύματα, τόσο ένοιωθα κοντά μας την παρουσία του Άγιου. Οι ελπίδες πάλι δειλά-δειλά ερχότανε να πάρουν τη θέση της απογοήτευσης και απόγνωσης και σιγά-σιγά γιγάντωναν και πολλαπλασιάζονταν. Οι ενημερώσεις των γιατρών δεν με προβλημάτιζαν πια και δεν με ενδιέφεραν πολύ, παρ’ όλο που ήτανε άσχημες! Κι αυτό γιατί τώρα γνώριζα ότι πάνω και από τους γιατρούς, βρίσκεται ο Άγιος, κι ότι Αυτός μόνο επιμελείται τον αδελφό μου. Τα βιβλία αυτά μού έδωσαν την ηρεμία, τη δύναμη, τη δυνατή πίστη, την υπομονή, την καρτερία.

Με 40 πυρετό επί 8 ήμερες στην εντατική πάλεψε με τον θάνατο ο Διονύσης, με σύμμαχο τον Ταξιάρχη. Οκτώ ολόκληρες ημέρες έμοιαζε με νεκρό. Οι γιατροί μας έλεγαν ότι: «Δυστυχώς χάνουμε ελπίδες, παρά κερδίζουμε»! Και την ογδόη, μεγάλε μου Άγιε Ταξιάρχη! Άνοιξε τα μάτια του!!! Από τότε και μετά, κάθε μέρα και ένα μηχάνημα απομακρυνόταν από τον αδελφό μου, μέχρι που έφυγε και το τελευταίο.

Οι γιατροί κατάπληκτοι έλεγαν: «Αυτό δεν μπορούσε να γίνει φυσιολογικά ή τουλάχιστον σε τέτοιο βαθμό και σε τόσο λίγο χρόνο! Το μυαλό του αδελφού σας ήταν πράγματι "γιαούρτι". Μόνο ένα θαύμα, στην κυριολεξία, θα μπορούσε να τα δικαιολογήσει όλα αυτά, μόνο ένα θαύμα»!!!

Στο διάστημα των 8 αυτών ημερών, που ο Διονύσης μας πάλευε με τον θάνατο, επισκεφθήκατε Σεβασμιώτατε την πρεσβυτέρα του πατρός Χρήστου και γνωρίσατε τον Διονύση μας. Ο πατήρ Χρήστος σας είχε μιλήσει για τα όνειρα του ξαδέλφου μου, την εύρεση της εικόνας και σεις θελήσατε να δείτε τον αδελφό μου και να τον ευλογήσετε. Να ξέρατε τότε, Σεβασμιώτατε, τι κουράγιο και δύναμη μας δίνατε, όταν μας είπατε ότι: «Αφού θέλησε ο Ταξιάρχης να τον πάρει υπό την προστασία Του, μη φοβάστε, είναι μεγάλη ευλογία και όλα θα πάνε καλά. Μόνο μη χάνετε την πίστη σας και να προσεύχεστε ζεστά, μέσα από την καρδιά σας. Ο Κύριος πάντοτε ανταποκρίνεται στις θερμές μεσιτείες του Αρχαγγέλου Του». Τα λόγια Σας αυτά, Σεβασμιώτατε, ήταν μια ακόμη επιβεβαίωση των θαυμάτων του Ταξιάρχη, που κάθε μέρα διαβάζαμε και ξαναδιαβάζαμε. Η παρουσία Σας αυτή, στις δύσκολες αυτές στιγμές της ζωής μας, ήταν ευεργετική. Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ μέσα απ’ την καρδιά μας, για όλα.

«Παιδί μου», ψέλλισε συγκινημένος ο Δεσπότης μας, «εμείς δεν κάναμε τίποτα, ενώσαμε τις προσευχές μας, όπως είχαμε υποχρέωση, μαζί με τις δικές σας. Ο Κύριος πάντοτε δίνει ό,τι του ζητούνε, με αληθινή πίστη, υπομονή και επιμονή! Και η δική σας η πίστη, η υπομονή και η επιμονή ήταν πράγματι υποδειγματική. Πας γαρ ο αιτών λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει και τω κρούοντι ανοιγήσεται (Ματθ. ζ' 8)».

—Σεβασμιώτατε, παρά λίγο να το ξεχάσω, είπε η Ελένη. Ο Αρχάγγελος έκαμε και δεύτερο θαύμα!
—Τι παιδί μου;
—Η Ελένη Μαϊοράνου, ήταν Πεντηκοστιανή. Λέω ήταν, γιατί τώρα δεν είναι. Ο Ταξιάρχης, με τις επεμβάσεις Του, την έκανε ορθόδοξη!!!

Ήταν αποκλειστική του αδελφού μου, μέσα στην εντατική. Σαν Πεντηκοστιανή δεν πίστευε στις εικόνες και επομένως ούτε και στην εικόνα του Ταξιάρχη, που βρήκαμε στην Εκκλησία του Νοσοκομείου. «Μη πιστεύετε», μας έλεγε συνεχώς, «μη πιστεύετε σε θαύματα και μάλιστα θαύματα από εικόνες άγιων. Δεν γίνονται τέτοια πράγματα».

Όταν όμως έβλεπε αργότερα, την εξέλιξη της υγείας του Διονύση, κλονίστηκε και μας είπε: «Αν πράγματι γίνει καλά εντελώς ο Διονύσης, θα πάω στον Μανταμάδο, στον Ταξιάρχη, στη θαυμαστή Του εικόνα και το δικό μου παιδί»! Το παιδί της είχε κάποια άγνωστη ασθένεια. Φύγαμε από το Νοσοκομείο και σε δυο μήνες έπρεπε να το επισκεφτούμε πάλι για αξονική εξέταση. Όταν ανεβήκαμε στην νευρολογική χειρουργική του Νοσοκομείου, βρήκαμε την Ελένη, την αποκλειστική του Διονύση. Μόλις μας είδε έμεινε άφωνη. Κάθισε για λίγο μαρμαρωμένη, σαν να έβλεπε φαντάσματα και έπειτα έτρεξε κατεπάνω μας και μας αγκάλιασε όλους δακρυσμένη. «Τι κάνεις, Ελένη;» τη ρωτήσαμε.

Εκείνη μας παρέσυρε λίγο παράμερα και μας είπε: «Τώρα πίστευω, τώρα πιστεύω. Είναι πιο φωτεινό και από τον ήλιο ότι εσείς έχετε δίκαιο, οι ορθόδοξοι. Ακούστε τι έχω να σας πω: Χθες τη νύχτα είδα στο όνειρό μου, ότι βρισκόμουν σε μια γαληνεμένη θάλασσα και ήρθε και με συνάντησε κάποιος νέος, ωραίος και μελαψός και μού λέγει: "Πήγαινε αύριο στη νευρολογική χειρουργική του Νοσοκομείου να δεις και να πιστέψεις. Σου έχω μια μεγάλη έκπληξη".

Είμαι εδώ από το πρωί, γιατί πίστευα ότι αυτός που μού μίλησε στο όνειρό μου ήταν ο Ταξιάρχης! Και να που βλέπω το Διονύση μας αναστημένο! Γιατί, για νεκρανάσταση πρόκειται. Ποτέ, μα ποτέ δεν πίστευα ότι το παιδί αυτό θα μπορούσε να γίνει καλά και μάλιστα με τέτοια διαύγεια του νου έπειτα από τέτοια κάκωση που είχε στον εγκέφαλό του. Αυτό είναι πράγματι ένα θαύμα, ένα αληθινό θαύμα του Ταξιάρχη! Τώρα πιστεύω και μετανοιώνω που τόσα χρόνια ήμουν σε τόση πλάνη!!! Με την πρώτη ευκαιρία θα πάω να προσκυνήσω την θαυμαστή εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και να Του ζητήσω να με συγχωρέσει».

—Ξέρετε, Σεβασμιώτατε, —μίλησε για πρώτη φορά ο Διονύσης—, αν οι δικοί μου χαίρονται, τόσο πολύ, για τη θεραπεία μου, άλλο τόσο εγώ χαίρομαι για την επιστροφή στην Ορθόδοξη πίστη, της κ. Ελένης. Είναι μια αξιαγάπητη κυρία και σωστός άνθρωπος. Είμαι πολύ ευχαριστημένος, που εξ αιτίας του ατυχήματός μου σώθηκε μια ψυχή. «Ουδέν κακόν αμιγές καλού», όπως έλεγαν οι πρόγονοι μας. Δόξα σοι ο Θεός!

Ο Σεβασμιώτατος σηκώθηκε. Πλησίασε τον Διονύση που με τη βοήθεια των δικών του είχε σηκωθεί. Τον ασπάσθηκε σταυρωτά και άφησε να ακουμπήσει το κεφάλι του νέου στον αριστερό του ώμο, χτυπώντας χαϊδευτικά την πλάτη του. Είχαν δακρύσει και οι δυο τους και η συγκίνηση αυτή είχε απλωθεί παντού μέσα στο χώρο του Γραφείου του Ναού και μας συνεπήρε όλους. Έπειτα, δειλά-δειλά και άχρωμα στην αρχή, ακούστηκε η φωνή του Σεβασμιωτάτου: «Των ουρανίων Στρατιών Αρχιστράτηγε...» Τον ακολουθήσαμε όλοι μαζί συγκινημένοι...

Αγιορείτικη Μαρτυρία
Τριμηνιαία έκδοσις Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου
Τεύχος 7

 impantokratoros.gr 

Μαρτυρία Μητροπολίτου Λεμεσού Αθανασίου για τη Μαρία τη ψηλή (απόσπασμα απομαγνητοφωνημένης ομιλίας)




Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Λεμεσού κ. Αθανασίου

Αυτή η κοπέλα, μια αγία ψυχή, ήταν πανύψηλη, ήταν γίγαντας. Βέβαια στο τέλος καμπούριασε, περπα-τούσε με σίδερα, μετά με καροτσάκι. Εγώ την πρόλαβα πού περπατούσε ίσια. Είχε γιγαντισμό, ήταν παραμορφωμένη. Τα παπούτσια της, έχω ένα παπούτσι της στο μοναστήρι, ήταν 57 νούμερο, τόσο πράγμα σαν βάρκα, η παλάμη της ήταν 3 φορές μεγαλύτερη από την δική μου.

Να σας πω πώς την γνωρίσαμε. Είχαμε έναν δικό μας μοναχό τον π. Νήφωνα, ο οποίος πουλούσε μήλα σε σακούλια όταν ήταν πρώτη Λυκείου και πήγε να πουλήσει μήλα. Χτύπησε την πόρτα και την άνοιξε η Μαρία, μόλις την είδε από τον φόβο το πολύ, της πέταξε τα μήλα κι όπου φύγει φύγει. Ήταν όμως η αιτία να γνωριστούν και να συνδεθούν πνευματικά και αργότερα μέσω αυτού να γνωρίσομεν και εμείς την μακαριστή Μαρία.

Αυτή η κοπέλα, ήταν μια αγία ψυχή, πραγματικά μια αγία, παρ΄όλο που ήταν ένα τέρας εξωτερικά, και το πρόσωπο της ήταν αλλοιωμένο ακόμη και τα μικρά παιδιά δεν την φοβόντουσαν. Ανέπαυε πολύ κόσμο. Ήταν δηλαδή… μια πνευματική μητέρα με όλη την σημασία της λέξεως.

Αυτή η κοπέλα ήταν μία τυπικά χριστιανή στα πρώτα χρόνια και η μητέρα της καλή χριστιανή. Ό¬ταν μεγάλωσε και μεγάλωνε και έγινε δυσθεώρητη, έγινε 2.30 μ., αφού στο Νοσοκομείο έβαλαν δύο κρεββάτια τα ένωσαν για να την χωρέσει, όταν πέθανε το φέρετρό της ήταν από εδώ μέχρι εκεί πού είναι η καρέκλα.

Την ζήτησαν στην Αμερική και πήγε, με έξοδα της Κυβερνήσεως, για εξετάσεις. Για να ερευνήσουν το φαινόμενο.

Συνήλθαν εκεί οι μεγάλοι γιατροί κ.τ.λ. κι άλλος έλεγε γιγαντισμό κι άλλος διάφορες θεωρίες. Δεν μπορούσαν όμως επακριβώς να δουν τί έπαθε η Μαρία κι έγινε τόσο μεγάλο πράγμα, τόσο μεγάλος άνθρωπος. Και βέβαια της είπαν τότε πώς είχε ένα πρόβλημα. Ό¬λο το κεφάλι της μέσα είχε όγκο, ο οποίος πίεζε τα μάτια και θα έχανε το φως της, θα τυφλωνόταν.

Οι Αμερικάνοι προσφέρθηκαν να αγοράσουν τον σκελετό της και αυτή λυπήθηκε πάρα πολύ, όταν το άκουσε, γιατί ήταν ένα φαινόμενο γι΄ αυτούς έτσι να την διατηρήσουνε για λόγους επιστημονικούς.

Σ΄ αυτήν την κατάσταση επέστρεψε στην Αθήνα μετά από την Αμερική, και μια κοπέλα της λέει εκεί, δεν πάμε να δούμε το γέρο Πορφύριο στην Πεντέλη; Η Μαρία δεν είχε ιδέα από γέροντες κι απ΄ αυτά τα πράγματα, και της λέει: τί να μου πει κι αυτός ο γέ¬ρος! Με πήγαν στην Αμερική και με είδαν τόσοι επιστήμονες, τί να μου πει κι αυτός ο γέρος! Έλα πάμε, είναι και τυφλός και δεν μιλάει και καλά. Η Μαρία είπε, είναι και τυφλός και δεν ακούει και καλά… Η Μαρία, ήταν σε μια κατάσταση απελπισίας, τέλος πάντων από δώ από κει την έπεισαν να πάει.


Πήγε λοιπόν, και μαζί της πήγε η μητέρα της πού ζει ακόμα (σημείωση VatopaidiFriend: πλέον έχει κοιμηθεί), η κ. Κωνσταντία, μια μοναχή κι η κοπέλα εκείνη πού πήγε κι άλλοι δύο άνθρωποι.

Πήγαν στο κελί του γέροντα, ήταν τυφλός ο γέροντας Πορφύριος κι όταν μπήκαν μέσα της λέει: γιατί σου έλεγε η φίλη σου να έρθεις και δεν ερχόσουν και της είπε ακριβώς τί έλεγε η Μαρία. Αύτη ντράπηκε και της λέει τί έπαθες; Λέει, γέροντα θα χάσω το φως μου κι έκλαιγε. Της λέει, όχι παιδί μου το φως σου, τα κόκκαλά σου θα σπάζουν… Του λέει, όχι γέροντα, τα κόκκαλά μου είναι γερά, δεν έχουν τίποτα τα οστά μου, το φως μου θα χάσω. Της άπαντα όχι το φως σου, τα οστά σου. Αυτή το επαναλαμβάνει τρίτη φορά, γέροντα το φως μου.
- Όχι το φως σου, τα οστά σου θα συντρίβουν. Αυτή δεν καταλάβαινε.

Της λέει ο γέροντας, γονάτισε. Γονάτισε όπως μπόρεσε κι ο γέροντας έβαλε τα χέρια του πάνω στο κεφάλι της κι άρχισε να προσεύχεται. Και μου έλεγε η Μαρία, αισθανόταν μέσα το κεφάλι της να βράζει ολόκληρο, οπότε της λέει ο γέροντας: δεν θα χάσεις το φως σου, τα οστά σου θα βγουν, θα τρίβονται τα οστά σου. Αύτη δεν πίστεψε. Λέει ο π. Πορφύριος, από που το έπαθες αυτό, σου είπαν οι γιατροί; Του απάντησε: γέροντα οι γιατροί δεν βρήκαν την αιτία, είπαν γιγαντισμός είναι, δεν βρήκαν την αιτία.

Λέει στην μητέρα της: εσύ θυμάσαι πού ήσουν έγκυος στην Μαρία; Η Μαρία ήταν 43 ετών τότε, λέει η μητέρα της ε! θυμούμαι. Της λέει θυμάσαι, όταν ήσουν δύο μηνών πού έκανες πολλούς εμετούς; Θυμά-μαι αμυδρά γέροντα. Θυμάσαι πού σε πήγε ο άντρας σου σε έναν γιατρό; πού να θυμάμαι τώρα τον γιατρό; και αρχίζει ο γέροντας να της περιγράφει: θυμήσου πού κατεβαίνατε με λεωφορείο από το χωριό σας, κατεβαίνατε σε μια πλατεία και της περιγράφει την πλατεία πριν από 42 χρόνια, σε πήρε ο άντρας σου και σε πήγε στον τάδε δρόμο κι άρχισε να της διηγείται τον δρόμο κι η Κωνσταντία άρχισε να θυμάται τον δρόμο εκείνο, σε πήγε σ΄ έναν τόπο πού η πόρτα ήταν πράσι¬νη, στο ιατρείο του ανθρώπου εκείνου.

 Μπήκες μέσα και του είπες ότι κάνεις πολλούς εμετούς από την εγκυμοσύνη και σου έδωσε ένα φακελάκι με χάπια, με 15 χάπια μέσα, τα θυμάσαι; λέει θυμάμαι γέροντα. Λέει ο Γέροντας τα χάπια εκείνα ήταν χάπια επιληψίας, έκανε λάθος ο γιατρός, τα ήπιες και παραμορφώθηκε το έμβρυο γι΄ αυτό κι έγινε έτσι η κόρη σου. Και πραγματικά, το έστειλαν το μήνυμα αυτό στην Αμερική, κι ήταν πραγματικώς επιστημονικά. Αυτή όμως μετά τελικά τί έγινε; Σταμάτησε να χάνει το φως της κι άρχισε να τρίβονται τα κόκκαλά της. Μια φορά ήμουν παρών εγώ, πού ένα κόκκαλο από την πλά¬τη της τρύπησε το δέρμα της και βγήκε έξω, συντρίβονταν τα κόκκαλά, διαλύονταν τα κόκκαλά, όπως ακριβώς της είχε πει ο π. Πορφύριος.

Ο γέροντας, όταν βγήκε η Μαρία έξω, είπε: αυτή είναι μια αγία, και περιέγραψε την Μαρία.


http://vatopaidi.wordpress.com/

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΔΕΡΦΟΙ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ




"Δεν πρέπει κανείς με την θέλησή του να εκτίθεται εις τον πειρασμόν

αλλά μόνον να υπομένει με ευχαρίστησιν αυτόν που επέρχεται κατά παραχώρησιν θεού"  

(Άγιος Βαρσανούφιος).   



Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012

παπα-Φώτης Λαυριώτης ο δια Χριστόν σαλός: “Απόσπασμα από συνέντευξη​”





Ο παπα-Φώτης Λαυριώτης αποτέλεσε αναμφισβήτητα μια εξέχουσα και ιδιάζουσα προσωπικότητα, όχι μόνον για το νησί του, την Λέσβο, άλλα και για όλον τον θρησκευτικό Ορθόδοξο και μη κόσμο. Εάν η νήσος Λέσβος καυχάται για το πρόσωπο του ζωγράφου Θεόφιλου καθώς και για το έργο του, τώρα με τον παπα-Φώτη θα πρέπει να αισθάνεται ακόμη πιο περήφανη, γιατί στη γη της ανδρώθηκε, διηκόνησε, ευλόγησε, αγίασε, διέπρεψε και τάφηκε ο πολύς, αείμνηστος πλέον, παπα-Φώτης.

Ο παπα-Φώτης υπήρξε ένας ταπεινός παραδοσιακός παπάς, μάλλον καλόγηρος, με όλη τη σημασία της λέξεως. Έζησε έναν ολόκληρο αιώνα. Από μικρός αφιερώθηκε στη διακονία της Εκκλησίας. Ξεκίνησε από το νησί του τη Λέσβο, έφθασε και ασκήτευσε στο Αγιώνυμον Όρος όπου έγινε μοναχός, διάκονος και πρεσβύτερος. Επέστρεψε στην Λέσβο και εφημέρευσε, επί μισόν περίπου αιώνα, στο αγαπημένο του χωριό τον Τρίγωνα Πλωμαρίου.

Υπήρξε άνθρωπος φιλήσυχος για τους πιστούς συνανθρώπους του, όμως αγρίευε όταν κάποιοι νεωτερίζοντες, κληρικοί και λαϊκοί, προσπαθούσαν να αλλοιώσουν ή μάλλον να αλώσουν την Ορθόδοξη Παράδοση. Ήταν ο τελευταίος «κόλλυβας» της σειράς των μεγάλων κολλυβάδων Πατέρων, όπως της σειράς του Αγίου Νικόδημου του Αγιορείτου και άλλων.

Ήταν πρόσωπο που σε πολλούς προκαλούσε την αποστροφή, λόγω του κοντού αναστήματος του, άλλα και του ατημέλητου της ενδύσεως του. Οι τρόποι του θα χαρακτηρίζονταν άκρως καλογερικοί. Δεν ήθελε τερτίπια και διπλωματίες κατά την επικοινωνία. Πιστός τηρητής των Παραδόσεων, ιδιαιτέρως των νηστειών και των προσευχών, των τυπικών διατάξεων και της ευταξίας της λατρείας, αντιστεκόταν όχι με ευγένειες και υποχωρήσεις, άλλα με δυναμικές επεμβάσεις και πολλές φορές με σκληρές εκφράσεις, ακόμη και χειρονομίες.

Την πίστη του δεν την αντάλλασσε με όλα τα καλά του κόσμου. Δεν συσχηματιζόταν με τα του κόσμου τούτου, δεν φοβόταν, ούτε σκιαζόταν τους πολιτικούς και τους άρχοντες, δεν είχε άλλη συμπεριφορά για τους μεν και άλλη για τους δε. Ήταν πηγαίος εκφραστής της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Ποτέ του δεν το έβαζε κάτω για κάτι πού ήθελε να πετύχει. Οργιζόταν όταν έβλεπε κληρικούς να μην τιμούν το ράσο τους. Κάποιες φορές ήλεγχε τους συναδέλφους του κληρικούς με λόγια σκληρά. Κι όμως εκείνη η φαινομενική καλογερική σκληρότητα δεν είχε μέσα της κακία. Όλους τους αγαπούσε, την αμαρτία των πολλών μάλλον μισούσε. Στηλίτευε άγρια, όπως έκαναν οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Επιτιμούσε και ταυτόχρονα αγαπούσε. Μάλωνε και φώναζε και συγχρόνως συγχωρούσε.

Εάν έβλεπε αμετανοησία και δαιμονικό πείσμα αποχωρούσε κι έφευγε μακρυά. Δεν του άρεσαν οι τυπικότητες στα μοναστήρια. Ήθελε μοναχούς και μοναχές να ζουν μέσα στην ανεπιτήδευτη απλότητα και αρχοντιά. Έκανε πολλά πράγματα τραβηγμένα για τον καθωσπρεπισμό, τρόπο καλής ωστόσο δυτικής συμπεριφοράς.

Γέροντας Πορφύριος: " Άλλο το κόμπλεξ, άλλο η ταπείνωση, άλλο η μελαγχολία "





Μου έλεγε ο Γέροντας Πορφύριος μια μέρα: «Ο χριστιανός πρέπει να αποφεύγει την αρρωστημένη θρησκευτικότητα: τόσο το αίσθημα ανωτερότητος για την αρετή του, όσο και το αίσθημα κατωτερότητος για την αμαρτωλότητά του.

Άλλο πράγμα είναι το κόμπλεξ και άλλο η ταπείνωση∙ άλλο η μελαγχολία και άλλο η μετάνοια. Με επισκέφθηκε κάποτε ένας κοσμικός ψυχίατρος και μου κατηγόρησε τον Χριστιανισμό, διότι, όπως είπε, δημιουργεί ενοχές και μελαγχολία. Του απάντησα: Παραδέχομαι ,ότι μερικοί χριστιανοί ,από σφάλματα δικά τους ή άλλων, παγιδεύονται στην αρρώστια των ενοχών, αλλά κι εσύ πρέπει να παραδεχθείς, ότι οι κοσμικοί παγιδεύονται σε μια χειρότερη αρρώστια, την υπερηφάνεια.

Και οι μεν θρησκευτικές ενοχές, κοντά στον Χριστό, φεύγουν με την μετάνοια και την εξομολόγηση, η υπερηφάνεια όμως των κοσμικών, που ζουν μακριά από τον Χριστό, δεν φεύγει. Με τις τοποθετήσεις αυτές του Γέροντα, ξεκαθάριζαν μέσα μου μερικές απορίες που είχα, αναφορικά με ψυχολογικά προβλήματα της χριστιανικής ζωής. Αντιλαμβανόμουν ότι ο Γέροντας ήθελε να αποφεύγουμε την υπερηφάνεια, την μεταμφιεσμένη σε αυτοδικαίωση «χριστιανικού» φαρισαϊσμού ή σε αυτοκαταδίκη «χριστιανικής» περιδεούς συνειδήσεως.

Έβλεπα, ότι η θρασύτητα των αισθανομένων ως «καθαρών» και η δειλία των αισθανομένων ως «ενόχων» δε διαφέρουν ουσιαστικά, ότι είναι δύο όψεις του αυτού νομίσματος ,της υπερηφάνειας. Διότι ο αληθινά πιστός χριστιανός ελευθερώνεται από την ενοχή με την εξομολόγηση και την άφεση και χαίρει στην ελευθερία αυτή που του χάρισε ο Χριστός ∙ γνωρίζοντας δε ότι αυτό είναι δώρο Θεού ευγνωμονεί και δεν περιφρονεί. Είναι καθαρός δια του αίματος του Χριστού και όχι από δικό του κατόρθωμα. Έτσι, χαίρει και ευχαριστεί και δεν υπερηφανεύεται και επί πλέον βλέπει και όλους τους άλλους δυνάμει καλούς δια του αίματος του Χριστού.

Ο Γέροντας μας δείχνει το δρόμο, που παράκαμπτε το κακό (αμαρτία) και το χειρότερο (υπερηφάνεια αρετής) και οδηγούσε στο καλύτερο, στην ταπείνωση. Γι’ αυτό προσπαθούσε να προστατεύσει τη γνησιότητα της ταπείνωσης από τους κινδύνους νόθευσής της. Μου έλεγε: «Να είμαστε ταπεινοί, αλλά να μην ταπεινολογούμε. Η ταπεινολογία είναι παγίδα του διαβόλου, που φέρνει την απελπισία και την αδράνεια, ενώ η αληθινή ταπείνωση φέρνει την ελπίδα και την εργασία των εντολών του Χριστού».  Ο Γέροντας ,με τη διδασκαλία του και περισσότερο με τα βιώματά του, εποίμανε τα πρόβατά του και τα οδηγούσε σε λειμώνες αγάπης και ταπείνωσης. Ζούσε ο ίδιος την ταπείνωση, πιστεύοντας ότι, εκείνος είναι το τίποτε, γιατί ο Θεός είναι , όπως έλεγε, το παν, κι ότι, ό,τι εμείς βλέπαμε πως είχε, δεν ήταν δικό του, αλλά δώρο του Θεού. 

Απόσπασμα από το Βιβλίο “Ανθολόγιο Συμβουλών” του Γέροντος Πορφυρίου Ιερομονάχου   

http://stratisandriotis.blogspot.com

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΔΕΡΦΟΙ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ




"Ο Θεός, ως απλούς κατά την ουσίαν, ιδιαιτέρως αγαπά την απλότητα
και εκείνους που ζουν με απλότητα. 

Δι' αυτό και πλουτίζει με τα αγαθά του
τους απλούς και απλώς διάγοντας".

Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Γέροντας Αιμιλιανός, Ηγούμενος της Ι.Μ. Σίμωνος Πέτρας, ομιλεί για τις σχέσεις Ηγουμένου - Μοναχών


Το πείραμα του Wörgl – Μια ιστορία σαν παραμύθι




Μια μεγάλη απόφαση
 
Το Wörgl (Βεργκλ) ήταν μια μικρή πόλη 4.500 κατοίκων στην Αυστρία όπου διεξήχθη ένα καινοτόμο οικονομικό πείραμα το 1932. Ήδη η Ευρώπη είχε χτυπηθεί από το κραχ του 1929, και το 1931 που εκλέχτηκε Δήμαρχος ο Michael Untergüggenberger (Μίκαελ Ούντεργκέγκενμπέργκερ) ήδη είχε έλθει η ύφεση με 30% ανεργία, και 10% άπορους. Ο νέος Δήμαρχος προερχόταν από φτωχή αγροτική οικογένεια, ο ίδιος κατόρθωσε να μορφωθεί μόνος του και να γίνει μηχανικός στους σιδηροδρόμους. Αν και ο ίδιος δεν ήταν μαρξιστής,  είχε συνδικαλιστική δράση και υποστήριζε τα συμφέροντα των εργαζομένων ενάντια των πλουσίων επενδυτών του σιδηροδρόμου, πράγμα που το πλήρωσε με την μη προσωπική του άνοδο στην ανώτερη ιεραρχία των σιδηροδρομικών υπαλλήλων. Ήταν ένας άνθρωπος ανοιχτόμυαλος, πρακτικός, εργατικός, δραστήριος που κέρδισε την καρδιά των συμπολιτών του, οι οποίοι τον εμπιστεύτηκαν στη θέση του Δημάρχου, γνωρίζοντας ότι δεν θα τους προδώσει.


 Ο νέος δήμαρχος είχε έναν μακρύ κατάλογο έργων που ήθελε να εκτελέσει. Έργα απολύτως απαραίτητα όπως η ύδρευση της πόλης, η ασφαλτόστρωση των δρόμων, ο οδικός φωτισμός και η φύτευση δέντρων κατά μήκος των οδών. Αλλά τα δημοτικά ταμεία ήταν σχεδόν άδεια, και οι δημότες ήταν ήδη σε δεινή οικονομική κατάσταση, αντιμετωπίζοντας αρκετοί από αυτούς πρόβλημα επιβίωσης. Ο Δήμαρχος καταλάβαινε ότι μία αύξηση της φορολογίας τους, προκειμένου να χρηματοδοτηθούν τα δημοτικά έργα, θα οδηγούσε σε περαιτέρω φτώχεια και ύφεση.

  Ο Δήμαρχος όμως είχε μελετήσει το βιβλίο «Η Φυσική Τάξη» του οικονομολόγου Silvio Gesell (Σύλβιο Γκέσελ). Ο οποίος πίστευε ότι η αργή κυκλοφορία του χρήματος είναι η κύρια αιτία για την παραπαίουσα οικονομία. Το χρήμα ως μέσο συναλλαγής ολοένα εξαφανίζεται από τα χέρια των εργατών – παραγωγών και μαζεύεται στα χέρια των λίγων που το συσσωρεύουν, εκμεταλλεύονται τους τόκους, και δεν το επιστρέφουν πίσω στην αγορά. Κατ΄ αυτόν δηλαδή, όσο περισσότερο χρήμα είχαν, όσο περισσότεροι άνθρωποι, οι οποίοι το κυκλοφορούν συνεχώς, τότε η Κοινωνία θα έχει υγιή ανάπτυξη και ευημερία.

Ο Δήμαρχος βάζοντας σε εφαρμογή την παραπάνω θεωρία, ξεκίνησε το πρόγραμμα των Δημοτικών του έργων, δίνοντας δουλειά σε πολλούς εργαζόμενους και εργολάβους, ξεκαθαρίζοντας όμως ότι η πληρωμή τους θα γινόταν με σελίνια (το νόμισμα της Αυστρίας) όχι εκτυπωμένα από την Εθνική Τράπεζα της, αλλά από τον Δήμο του Wörgl. Όντως εκτυπώθηκαν και τέθηκαν σε κυκλοφορία 32.000 σελίνια ως "Γραμμάτια Πιστοποίησης Εργασίας", κάτι σαν ένα δωρεάν χρήμα, διότι δεν είχαν αντίκρισμα σε χρυσό, απλά αναγνώριζαν την παροχή έργου προς την Κοινότητα. Κόπηκαν χαρτονομίσματα ονομαστικής αξίας στα 1, 5 και 10 σελίνια.


Τα χρήματα του Wörgl

Στις 31 Ιουλίου 1932 δόθηκαν τα πρώτα 1.800 Σελίνια για να πληρωθούν οι μισθοί των εργαζομένων, και η αξία των υλικών που αναλώθηκαν τον πρώτο μήνα στα δημοτικά έργα. Οι άνθρωποι που πήραν αυτά τα νέα σελίνια, μπορούσαν να πληρώσουν τους δημοτικούς τους φόρους, αλλά και να αγοράσουν ψωμί. Ο αρτοποιός παίρνοντας αυτά τα σελίνια μπορούσε να αγοράζει αλεύρι από τον μυλωνά. Ο μυλωνάς αγόραζε σιτάρι από τον γεωργό. Ο γεωργός αγόραζε εργαλεία από τον σιδερά. Ο σιδεράς αγόραζε παπούτσια από τον τσαγκάρη. Ο τσαγκάρης πλήρωνε τον δάσκαλο που έκανε μάθημα στα παιδιά του. Ο δάσκαλος αγόραζε ψωμί στον αρτοποιό. Και ο κύκλος κυκλοφορίας του χρήματος επαναλαμβανότανε συνεχώς και καθημερινά, σε τέτοιο σημείο ώστε ήδη την τρίτη μέρα, ο κύκλος εργασιών ολόκληρης της πόλης να είναι παραπάνω από 10πλάσιος από τα 1.800 σελίνια  που δόθηκαν στη κυκλοφορία σε σημείο το να υποπτεύονται κάποιοι ότι κάποια σελίνια είχαν πλαστογραφηθεί. Ο Δήμαρχος όμως είχε εφαρμόσει μία πρόσθετη μέθοδο για να κάνει το χρήμα να αλλάζει συνεχώς χέρια με μεγάλη ταχύτητα:


  Τα  χρήματα του Wörgl έχαναν το 1% της ονομαστικής τους αξίας κάθε μήνα. Για να αποφευχθεί αυτή η υποτίμηση ο ιδιοκτήτης του γραμματίου το δαπανούσε όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Ειδάλλως, την πρώτη μέρα του επόμενου μήνα, έπρεπε να αγοράσει ένα κουπόνι σαν γραμματόσημο, με αξία το 1% της ονομαστικής αξίας και να το κολλήσει στο χαρτονόμισμα. Υπήρχε δηλαδή μία λειτουργία  αντίθετη από τον τοκισμό, που επέτρεπε στο χρήμα να κυκλοφορεί συνεχώς.

Ο Δήμαρχος φυσικά δεν μπορούσε να προσλάβει όλους τους ανέργους της πόλης για τα δημοτικά έργα. Με την αύξηση του κύκλου εργασιών της πόλης όμως, ο αρτοποιός για παράδειγμα δεν προλάβαινε μόνος του να βγάζει τα ψωμιά που του ζητούσαν, υποχρεώθηκε λοιπόν να προσλάβει έναν βοηθό, τον οποίον πλήρωνε με τα σελίνια του Δήμου. Το ίδιο κάνανε και οι υπόλοιποι επαγγελματίες. Οι βοηθοί που προσλήφθηκαν όμως διευρύνανε την αγοραστική δύναμη της πόλης και έτσι οι επαγγελματίες είχαν να αντιμετωπίσουν μία περαιτέρω αύξηση της ζήτησης, σε σημείο που κανένας κάτοικος της πόλης να είναι άνεργος, αλλά αντίθετα να υπάρχουν παντού αγγελίες ζήτησης προσωπικού. Έτσι το σύστημα αρχίζει να αποκτάει μία δυναμική μορφή, και οι άνεργοι από τα γύρω χωριά έρχονται για να δουλέψουν στο Wörgl, επίσης οι παραγωγοί από τα γύρω χωριά που είχαν τα προϊόντα τους απούλητα (διότι μέχρι τώρα κανείς δεν είχε χρήματα για να τα αγοράσει) επιτέλους βρήκαν αγοραστές στο Wörgl, αλλά με τους νέους επισκέπτες διευρύνεται ακόμα περαιτέρω η αγοραστική δύναμη, ενώ ταυτόχρονα αυξάνεται και η παραγωγική δραστηριότητα. Οι ξένοι εργάτες παίρνοντας τα σελίνια του Wörgl, δυνάμωναν και τις δικές τους τοπικές οικονομίες, επεκτείνοντας την ανάπτυξη στα γύρω χωριά, αλλά το ίδιο το Wörgl έβγαινε αλώβητο, από αυτή την έξοδο του χρήματος. Ο Δήμαρχος είχε ένα στρατηγικό πλεονέκτημα: Ήταν αυτός που εκτύπωνε το χρήμα. Δεν ήταν ένας ιδιώτης τραπεζίτης με σκοτεινά συμφέροντα κυριαρχίας από πίσω του, αλλά ένας άνθρωπος στην υπηρεσία των πολιτών.

Η πίσω όψη κάθε γραμματίου περιείχε αυτολεξεί την ακόλουθη συγκινητική δήλωση, κάποια λόγια που φαίνονται σαν να γράφτηκαν σήμερα, και όμως γράφτηκαν το 1932:
«Προς όλους τους ενδιαφερόμενους: Ο αργός ρυθμός που κυκλοφορεί το χρήμα έχει προκαλέσει μια πρωτοφανή ύφεση του εμπορίου και βύθισε εκατομμύρια ανθρώπους σε απόλυτη εξαθλίωση.  Από οικονομικής απόψεως, η καταστροφή του κόσμου άρχισε! -Είναι καιρός, με αποφασιστική και έξυπνη δράση, να προσπαθήσουμε να συγκρατήσουμε την πτωτική βουτιά του εμπορίου και έτσι να σωθεί η ανθρωπότητα από αδελφοκτόνους πολέμους, χάος και διάλυση. Οι άνθρωποι ζουν μέσα από την ανταλλαγή υπηρεσιών τους. Η υποτονική κυκλοφορία έχει σταματήσει σε μεγάλο βαθμό αυτή την ανταλλαγή και έτσι ρίχνονται εκατομμύρια άνθρωποι που θέλουν να εργαστούν εκτός εργασίας - Πρέπει, συνεπώς, να αναβιώσουμε αυτή την ανταλλαγή υπηρεσιών και έτσι οι άνεργοι να επιστρέψουν στην παραγωγική τάξη. Αυτός είναι ο στόχος του πιστοποιητικού εργασίας που εκδίδεται από την αγορά της πόλης του Wörgl: Να μειώσει τα βάσανα και το φόβο, να προσφέρει δουλειά και ψωμί».

Η επιτυχία του Wörgl

Σε περίοδο 13 μηνών, ο Δήμαρχος εκτέλεσε όλα τα έργα που είχε σχεδιάσει: Ύδρευση, δρόμοι, φωτισμός. Επίσης κατασκευάστηκαν νέα δημόσια κτίρια, ένας ταμιευτήρας νερού, μία πίστα για σκι, και μια γέφυρα. Επίσης έγιναν αναδασώσεις, γιατί αντιλαμβάνονταν οι άνθρωποι του τότε, που ζούσαν πιο κοντά στη Φύση, το μελλοντικό κέρδος από την ύπαρξη των Δασών.
Σε έξι γειτονικά χωριά επεκτάθηκε το σύστημα με επιτυχία. Ο Γάλλος πρωθυπουργός, Eduard Dalladier, έκανε μια ειδική επίσκεψη για να δει το "θαύμα του Wörgl". Τον Ιανουάριο του 1933, το νέο οικονομικό σύστημα επεκτείνεται στη γειτονική πόλη της Kirchbühl, και τον Ιούνιο του 1933, ο Δήμαρχος του Wörgl συναντήθηκε με εκπροσώπους από 170 διαφορετικές πόλεις της Αυστρίας  που ενδιαφέρονταν για την γενικευμένη εφαρμογή του συστήματος και στις πόλεις τους.

Η παρακάτω έκθεση συντάχθηκε από τον Claude Bourdet, έναν αυτόπτη μάρτυρα Καθηγητή του Πολυτεχνείου της Ζυρίχης:

«Επισκέφθηκα το Wörgl τον Αύγουστο του 1933, ακριβώς ένα χρόνο μετά την έναρξη του πειράματος. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι τα αποτελέσματα  φτάνουν το θαύμα. Οι δρόμοι, περιβόητοι για την άθλια κατάσταση τους, συναγωνίζονται τώρα την ιταλική Autostrade (Ιταλική Εθνική Οδό). Το Συγκρότημα των Δημαρχιακών γραφείων έχει ανακαινιστεί όμορφα ως ένα  γοητευτικό σαλέ με ανθισμένες γλαδιόλες. Μια νέα τσιμεντένια γέφυρα φέρει περήφανα την  πλάκα: "Χτισμένο με δωρεάν χρήματα το έτος 1933". Παντού βλέπει κανείς νέους φανοστάτες στους δρόμους, καθώς και ένα δρόμο με το όνομά του Silvio Gesell. Οι εργαζόμενοι στα πολλά εργοτάξια είναι όλοι ένθερμοι υποστηρικτές του συστήματος του δωρεάν χρήματος.  Στα καταστήματα τα γραμμάτια είναι αποδεκτά παντού, παράλληλα με τα επίσημα χρήματα. Οι τιμές δεν έχουν αυξηθεί. Κάποιοι υποστήριξαν ότι το σύστημα που πειραματίστηκε στο Wörgl εμποδίζει την φορολογική ισότητα, γιατί ενεργεί σαν μία μορφή εκμετάλλευσης του φορολογουμένου. Φαίνεται να υπάρχει ένα μικρό λάθος σε αυτό τον τρόπο σκέψης. Ποτέ στο παρελθόν δεν είδε κανείς τους φορολογούμενους να μη διαμαρτύρονται έντονα κατά την αφαίρεση των χρημάτων τους. Στο Wörgl κανείς δεν διαμαρτύρονταν. Αντίθετα, οι φόροι (σε μορφή γραμματίων) καταβάλλονται εκ των προτέρων στον Δήμο. Οι άνθρωποι είναι ενθουσιασμένοι με το πείραμα και διαμαρτύρονται στην Εθνική τους Τράπεζα η οποία αντιτίθεται στην έκδοση των νέων αυτών χαρτονομισμάτων (των τοπικών γραμματίων). Είναι αδύνατο να αποδώσει κανείς  τη γενική βελτίωση του Wörgl μόνο στη «νέα μορφή των φόρων». Δεν μπορεί κανείς παρά να συμφωνήσει με το Δήμαρχο ότι το νέο νόμισμα εκτελεί τη λειτουργία του πολύ καλύτερα από το παλιό. 

Αφήνω στους ειδικούς για να διαπιστωθεί αν υπάρχει πληθωρισμός, παρά την κατά 100% κάλυψη των βασικών καταναλωτικών αγαθών. Παρεμπιπτόντως, αυξήσεις των τιμών, το πρώτο σημάδι του πληθωρισμού, δεν εμφανίζονται. Όσον αφορά την οικονομία, μπορούμε να πούμε ότι το νέο νόμισμα ευνοεί την εξοικονόμηση κατά κυριολεξία και όχι την αποθησαύριση του χρήματος. Δεδομένου ότι τα χρήματα χάνουν την αξία τους κρατώντας τα σπίτι, μπορεί κανείς να αποφύγει την υποτίμηση αυτή επενδύοντάς τα σε μία τράπεζα καταθέσεων. Το Wörgl έχει γίνει ένα είδος προσκυνήματος για τους μακρο-οικονομολόγους από διάφορες χώρες. Ο καθένας μπορεί να τους  αναγνωρίσει αμέσως, από τις εκφράσεις τους, κατά τη συζήτηση τους στους όμορφους δρόμους του Wörgl, ή ενώ κάθονται στα τραπέζια των εστιατορίων. Ο πληθυσμός του Wörgl με χαρά, περήφανος για τη φήμη τους, τους καλωσορίζει θερμά.»

Το τέλος

Η Κεντρική Τράπεζα της Αυστρίας πανικοβλήθηκε, στο ενδεχόμενο το πείραμα του Wörgl να επεκταθεί σε όλη την Αυστρία και αποφάσισε να διεκδικήσει τα μονοπωλιακά δικαιώματα της, απαγορεύοντας δωρεάν νομίσματα. Η υπόθεση έφτασε ενώπιον του Αυστριακού Ανώτατου Δικαστηρίου, το οποίο επικύρωσε το μονοπωλιακό δικαίωμα της Κεντρικής Τράπεζας για την έκδοση νομίσματος. Και έγινε ποινικό αδίκημα η έκδοση "νομίσματος έκτακτης ανάγκης". Το Wörgl γρήγορα επανήλθε στην ανεργία του 30%. Κοινωνική αναταραχή εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλη την Αυστρία, διότι οι απλοί άνθρωποι δεν καταλαβαίνανε γιατί η Κυβέρνησή τους και η Δικαιοσύνη, που υποτίθεται ότι εξυπηρετούν τα συμφέροντα των πολιτών, δεν τους αφήνει να εξασκούν τη δοκιμασμένη λύση που βρήκανε στην αντιμετώπιση της ύφεσης, αλλά τους επιβάλει τα δικά της μέτρα που αποδεδειγμένα όπως και πριν τους ξαναβύθισε στη φτώχεια και την ανέχεια. Το 1938 ο Χίτλερ προχώρησε στην προσάρτηση της Αυστρίας (χωρίς να βρει την παραμικρή πολεμική αντίσταση) με έναν από τους λόγους για αυτό, το ότι πολλοί άνθρωποι τον είδαν ως τον οικονομικό και πολιτικό σωτήρα τους. Ακολούθησε ο Πόλεμος, και το πείραμα του Wörgl έμεινε στην Ιστορία.  


(Βιβλιογραφία: http://www.mindcontagion.org/worgl)



Ο άγνωστος Αναχωρητής




Όταν είχα έρθει στο Άγιον Όρος για πρώτη φορά το 1950, ανεβαίνοντας από τα Καυσοκαλύβια για την Αγία Άννα, είχα χάσει το δρόμο, αντί να πάρω τον δρόμο για τη Σκήτη της Αγίας Άννης προχώρησα για την κορυφή του Άθωνα. Αφού βάδισα αρκετά κατάλαβα ότι πάω ψηλά και έψαχνα να βρω κανένα μονοπάτι να κατέβω σύντομα. Επάνω λοιπόν σ' αυτή την αγωνία μου, ενώ παρακαλούσα την Παναγία να με βοηθήσει ξαφνικά μου παρουσιάζεται ένας Αναχωρητής με φωτεινό πρόσωπο - θα ήταν γύρω στα εβδομήντα χρόνια - που έδειχνε από την ενδυμασία του να μη είχε επαφή με ανθρώπους. Φορούσε ένα ζωστικό σαν από καραβοπάνι αλλά πολύ ξεθωριασμένο και κατατρυπημένο. Τις τρύπες τις είχε πιασμένες με ξύλινα σουβλιά, όπως πιάνουν οι γεωργοί τα τρύπια σακιά, όταν δεν έχουν σακοράφα και σπάγγο. Είχε επίσης ένα τουρβά δερμάτινο, ξεθωριασμένο και τις τρύπες πιασμένες πάλι με τον ίδιο τρόπο. Στο δε λαιμό του είχε μια χονδρή αλυσίδα, που κρατούσε ένα κουτί μπροστά στο στήθος του. Φαίνεται είχε κάτι το ιερό!

Πριν λοιπόν τον ρωτήσω εγώ, μου είπε εκείνος:

-Παιδί μου δεν πάει για την Αγία Άννα αυτός ο δρόμος, και μου έδειξε το μονοπάτι.

Απ' όλο το παρουσιαστικό του φαινόταν Άγιος!

Ρώτησα μετά τον Ερημίτη:

-Που μένεις γέροντα;

Κι εκείνος μου απάντησε

-Κάπου εδώ και μου έδειχνε την κορυφή του Άθωνα.

Επειδή είχα περιπλανηθεί δεξιά και αριστερά, ψάχνοντας να βρω Γέροντα να με πληροφορεί εσωτερικά, είχε ξεχάσει και τι ημέρα είναι και πόσο έχει ο μήνας. Ρώτησα λοιπόν τον Ερημίτη και μου είπε ότι ήταν Παρασκευή. Μετά έβγαλε ένα μικρό σακουλάκι δερμάτινο, το οποίο είχε μέσα κάτι ξυλάκια με χαρακιές και από τις χαρακιές που είδε μου είπε πόσο είχε ο μήνας. Πήρα μετά την ευχή του, προχώρησα από το μονοπάτι που μου έδειξε και βγήκα στη Σκήτη της Αγίας Άννης. Ο νους μου όμως συνέχεια γύριζε στο φωτεινό πρόσωπο του Αναχωρητού, που ακτινοβολούσε.

Αργότερα όταν είχα ακούσει ότι υπάρχουν στην κορυφή του Άθωνα δώδεκα Αναχωρηταί - άλλοι έλεγαν επτά - είχα μπει σε λογισμούς και το είχα διηγηθεί σε έμπειρους Γεροντάδες αυτό που είδα, οι οποίοι μου είπαν:

-Θα ήταν και αυτός ένας από τους Οσίους Αναχωρητάς που ζουν στην αφάνεια στην κορυφή του Άθωνα!

«Αγιορείτες Πατέρες και Αγιορείτικα»

http://xristianos.gr

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΔΕΡΦΟΙ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ




"Η γυναίκα πλάστηκε από το πλευρό του άνδρα. 

Δεν δημιουργήθηκε από το μυαλό του για να τον κυβερνάει.

Ούτε από το πόδι του για να την ποδοπατάει.

Δημιουργήθηκε από το πλευρό του, για να είναι ισοδύναμη μ'αυτόν.

Κάτω από το μπράτσο του, για να την προστατεύει.

Κοντά στην καρδιά του για να την αγαπάει".

Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2012

Γέροντας Παΐσιος: "Η αγάπη δεν πουλιέται στα σούπερ μάρκετ "




Η γυναίκα έχει λιγότερη λογική και περισσότερη καρδιά.

Ό άντρας έχει περισσότερη λογική και λιγότερη καρδιά. 

Το ευαγγέλιο μόνο τη γυναίκα λέει «πόρνη» και όχι τον άντρα, διότι η γυναίκα στον έρωτα δίνει και την καρδιά της, ενώ ό άντρας δίνει μόνο το σώμα του, συνήθως για να ικανοποιήσει τις ορμές του.

Η γυναίκα θέλει αγάπη και πρέπει να της δίνουμε αγάπη. 

Ό άντρας πρέπει να δίνει αγάπη στη γυναίκα του, γιατί τα σούπερ-μάρκετ δεν πουλάνε αγάπη.


http://www.briefingnews.gr/


ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΔΕΡΦΟΙ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ




"Εκείνος που για να πιστέψει στο Θεό ζητά θαύματα, δεν έχει αρχοντιά.

 Για το Θεό αυτό έχει αξία..

Να αγαπήσουμε τον Θεό μόνο και μόνο επειδή είναι αγαθός"

  (Γέρων Παϊσιος).



Δημοφιλείς αναρτήσεις