Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Ο κρυφός γελαστός άγιος τού Αιγάλεω Γέροντας Ευμένιος Σαριδάκης: ο άγιος φίλος των λεπρών




Ο π. Ευμένιος γεννήθηκε το 1931 στην Εθιά Μονοφατσίου του νομού Ηρακλείου Κρήτης και ήταν το όγδοο παιδί μιας φτωχής & πιστής οικογένειας. Έγινε μοναχός σε ηλικία 17 χρονών, αγωνίστηκε για την καλλιέργεια της ψυχής του με αγάπη και προσευχή και δοκιμάστηκε σκληρά και από την ασθένεια της λέπρας, αλλά και αργότερα, ενώ ήταν ήδη ιερέας, από δαιμονική επιρροή, με την οποία βασανίστηκε ψυχοσωματικά και ελευθερώθηκε μετά από πολλές προσευχές, αγρυπνίες και εξορκισμούς σε μοναστήρια της Κρήτης, όπως στις μονές Κουδουμά και Παναγίας Καλυβιανής (δες παρακάτω).

Η λέπρα τον έφερε στο Νοσοκομείο Λοιμωδών στην Αγία Βαρβάρα Αθηνών. Εκεί θεραπεύτηκε αλλά, βλέποντας τον ανθρώπινο πόνο, αποφάσισε να παραμείνει στο Νοσοκομείο ως ιερέας, για να βοηθήσει όσο μπορούσε την ανακούφιση των συνανθρώπων του! Εκεί λοιπόν "θα αρχίσει το ποιμαντικό του έργο, που μπροστά του γονατίζουν οι έχοντες θεολογικά πτυχία και εκκλησιαστικά αξιώματα".

 Η αγάπη του και ο ασκητικός του αγώνας έφεραν σ' αυτόν τη χάρη του Θεού και ο ταπεινός ιερέας (λειτουργούσε στο ναό των αγίων Αναργύρων Ιατρών Κοσμά & Δαμιανού, μέσα στο Λοιμωδών) έφτασε σε μεγάλο ύψος αγιότητας -το οποίο διατηρούσε κρυφό όσο μπορούσε- και αξιώθηκε να λάβει το προορατικό χάρισμα, να ζήσει υψηλά πνευματικά βιώματα και οράματα και να βοηθήσει πάρα πολλούς ανθρώπους κάθε κοινωνικής τάξης και μορφωτικού επιπέδου, όχι μόνο με τις συμβουλές και την προσευχή του αλλά και με την αγιασμένη παρουσία του.

Ο Γέροντας αγαπούσε όλο τον κόσμο, κάθε άνθρωπο προσωπικά, και ήταν ένας ιδιαίτερα γελαστός άγιος - το τρανταχτό γέλιο του ήταν ένα από τα χαρακτηριστικά του - όπως και πολλές φορές έβγαινε από το Ιερό, κατά τη λειτουργία, με τα γένια του βρεγμένα από δάκρυα, αφού προσευχόταν για όλους τους πονεμένους και δυστυχισμένους συνανθρώπους μας και είχε προφανώς και το χάρισμα των δακρύων.
Ο παππούλης μας γελούσε, γελούσε πολύ. Γελούσε με εμάς τους ανθρώπους και μας μετέδιδε τη χαρά του. Γελούσε με τους αγίους, με την Κυρία Θεοτόκο, με τους αγγέλους, και μας μετέδιδε πάλι τη χαρά των αγίων, της Κυρίας Θεοτόκου, των αγγέλων, γι’ αυτό, όταν πηγαίναμε εκεί, μπορεί να ήμαστε στενοχωρημένοι και κουρασμένοι ψυχικά ή σωματικά, αλλά φεύγαμε… πετώντας.
Ο π. Ευμένιος γελούσε πολλές φορές και κατά τη διάρκεια των ακολουθιών, μπορεί την ώρα που διάβαζε το ιερό ευαγγέλιο ή όταν εθυμίαζε την Κυρία Θεοτόκο στην «Τιμιωτέρα» [σημαντικό τροπάριο για την Παναγία, που ψάλλεται σε ειδικό σημείο της καθημερινής πρωινής ακολουθίας (όρθρου)] ή την ώρα των παρακλήσεων [παράκληση ή "παρακλητικός κανόνας" = μουσικό + ποιητικό έργο, που αποτελεί προσευχή προς την Παναγία ή προς έναν άγιο (οι χριστιανοί συχνά διαβάζουν παρακλήσεις στο σπίτι τους, αλλά ψάλλονται & στην εκκλησία - δες πολλά δείγματα εδώ)].

[...] «Όποιος τον πλησίαζε, έβλεπε έναν ιερέα, έναν καλόγερο, με έντονη χαρά στο πρόσωπό του. Αυτή η χαρά, πολλές φορές, εκφραζόταν με πολλά γέλια, που αναμιγνύονταν με τα λόγια του ή ξεχύνονταν από τις άκρες των κλειστών χειλιών του, όταν έμενε σιωπηλός. Το καταλάβαινες ότι ήταν γέλια ενός χαριτωμένου ανθρώπου [δηλ. ανθρώπου με θεία χάρη], μιας καρδιάς ξέχειλης από αληθινή, θεία γαλήνη και χαρά, που χυνόταν έξω και δρόσιζε, ξενίζοντας [παραξενεύοντας] τους άλλους.
Ήταν εμφανές ότι ο π. Ευμένιος προσπαθούσε να συγκρατηθεί από ταπείνωση, να μη φανεί αυτή η αγία ιδιαιτερότητα, μα δεν το κατάφερνε πάντοτε.

Όποτε τον επισκεπτόμουν έπαιρνα αυτό το δώρο, τη χαρά δηλαδή και τα «αλλιώτικα» γέλια του, που κυλούσαν ως την δική μου καρδιά. Όταν φορούσε την ιερατική του στολή και έβγαινε στην Ωραία Πύλη για το «Ειρήνη πάσι» ή θυμίαζε την Παναγία μας στο τέμπλο, το πρόσωπό του, συγκρινόμενα με τα απαστράπτοντα άμφια, έλαμπε περισσότερο. Ιδιαίτερα μπροστά στην Θεοτόκο, στην Τιμιωτέρα ή στους Χαιρετισμούς, την χαιρετούσε πραγματικά πλημμυρισμένος χαρά και γελούσε μόνος αυτός, σαν να του είπε η Θεοτόκος μιαν ευχάριστη είδηση. […]» (βλ. Σίμωνος μοναχού, π. Ευμένιος - Ο κρυφός άγιος της εποχής μας, Αθήνα 2010, 2η έκδ., σελ. 137-146).

Ο Γέροντας Πορφύριος έλεγε για τον Γέροντα Ευμένιο: «Να πηγαίνετε να παίρνετε την ευχή του Γέροντα Ευμένιου, γιατί είναι ο κρυμμένος Άγιος των ημερών μας. Σαν τον Γέροντα Ευμένιο βρίσκει κανείς κάθε διακόσια χρόνια».

Στο Νοσοκομείο Λοιμωδών ευτύχησε να γνωρίσει το λεπρό άγιο μοναχό Νικηφόρο, που, αν και τυφλός από την ασθένειά του, έγινε μεγάλος πνευματικός πατέρας των χριστιανών και δάσκαλος του Γέροντα Ευμένιου.

Τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε στο Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» και την 23η Μαίου 1999 παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο και τάφηκε, σύμφωνα με την επιθυμία του, στον τόπο που γεννήθηκε (στην Εθιά).





 H προσευχή του Γέροντα ("Και εχάρη ο Θεός")

Η μυστική ζωή του αγίου Γέροντα (=οι προσωπικοί ασκητικοί αγώνες του) δεν είναι ευρύτερα γνωστή. Όμως έχει ιδιαίτερη σημασία η παρακάτω προσευχή του, που περιλαμβάνεται, μαζί με πολλά άλλα στοιχεία για τη ζωή του και μαρτυρίες πολλών ανθρώπων που τον γνώρισαν (και πολλές μαρτυρίες για τα αγιοπνευματικά [=θαυματουργικά] χαρίσματά του), στο εξαιρετικό βιβλίο του Σίμωνος Μοναχού π. Ευμένιος - Ο κρυφός άγιος της εποχής μας, σελ. 133-134 [για το βιβλίο, και αποσπάσματα, κλικ εδώ]. Διηγείται ο μητροπολίτης Μόρφου της Κύπρου Νεόφυτος.

«Ένα πολύ σημαντικό περιστατικό, που θυμούμαι από τον γέροντα Ευμένιο, είναι μία προσευχή του έκανε: "Κύριε Ιησού Χριστέ, θέλω να σώσεις όλους τους ανθρώπους".

"Κι εχάρη ο Θεός", μου έλεγε.
"Και μετά είπα: "Κύριε Ιησού Χριστέ, θέλω να σώσεις όλους τους καθολικούς. Και όλους τους προτεστάντες, Χριστέ μου, θέλω να σώσεις". Κι εχάρη ο Θεός.

"Θέλω να σώσεις και τους μουσουλμάνους και όσους ανήκουν σε όλες τις θρησκείες, και τους αθέους ακόμα θέλω να σώσεις". Κι εχάρη πολύ ο Θεός.

Και του είπα: "Χριστέ μου, θέλω να σώσεις όλους τους απ' αιώνες κεκοιμημένους από Αδάμ μέχρι τώρα". Κι εχάρη ο Θεός πολύ.

Και είπα: "Θεέ μου, θέλω να σώσεις και τον Ιούδα". Και στο τέλος είπα: "Θέλω να σώσεις και τον διάβολο". Κι ελυπήθη ο Θεός".

Του λέω: "Γιατί λυπήθηκε ο Θεός;". "Διότι θέλει ο Θεός και δεν θέλουν αυτοί" μου απάντησε, "δεν υπάρχει ίχνος καλής θελήσεως σωτηρίας στον διάβολο".

"Καλά" του είπα, "πώς κατάλαβες εσύ πότε ο Θεός χαιρόταν και πότε ελυπήθη;". Και μου λέει: "Άμα η καρδιά σου γίνει ένα με την καρδία του Χριστού, αισθάνεσαι αυτά που αισθάνεται".

Δηλαδή αντιλαμβάνεσαι τι εύρος είχεν η καρδία αυτού του ανθρώπου; Αυτό είναι από τα πιο δυνατά που έχω ακούσει και δεν το έχω ακούσει από κανέναν άλλον. Κι αυτό το καταλάβαινε από την ένταση της Χάριτος. Ανάλογα με τον βαθμό της Χάριτος αντιλαμβανόταν την λύπη ή την χαρά Του, σ' αυτό που ο ίδιος έλεγε ή έκανε».

[Χάρις: η αγαθή ενέργεια του Θεού, που εκπέμπεται σε όλα τα πλάσματα και που ανάλογα με το βαθμό, που ο άνθρωπος ανοίγεται σ' αυτήν (=την επιθυμεί και γίνεται κατάλληλος για να μπει μέσα του, καλλιεργώντας την ταπεινή αγάπη), σώζεται και γίνεται άγιος. Κατά τους αγίους Πατέρες, η Χάρις είναι "άκτιστη", δηλ. αδημιούργητη: εκπέμπεται απευθείας από το Θεό, δεν είναι δημιούργημά Του - κι έτσι, όποιος ανοίγεται και μπαίνει μέσα του η θεία Χάρις, έχει μέσα του τον Ίδιο το Θεό αυτοπροσώπως και όχι ένα δημιούργημα, ενώνεται δηλαδή με το Θεό (θέωση). Σχετικά δες εδώ & εδώ].

Αναφορά σε άλλη προσευχή του Γέροντα, με το ίδιο πνεύμα, δες και στο post μας περί αυτοκτονίας.

Η μάχη με τον εχθρό (διάβολο)

Επειδή πολλοί αναγνώστες θα θέλουν κάτι παραπάνω για το θέμα, ας αναφέρουμε επιγραμματικά λίγες πληροφορίες, προερχόμενες από το βιβλίο του π. Σίμωνα, σελ. 60-65.

Το χτύπημα του εχθρού ήρθε όταν, μετά από σειρά δαιμονικών οραμάτων με άγρια θηρία, ο Γέροντας (νέος & άπειρος ιερέας ακόμη, αν και πιστός, γεμάτος αγάπη & αγωνιστής της προσευχής) έπαψε να έχει ενοχλήσεις και ένιωσε ότι "νίκησε το διάβολο" και τον γελοιοποίησε. Η στιγμή εκείνη ήταν μια εγωιστική πτώση σε παγίδα και ο εχθρός τον χτύπησε καθώς κατέβαινε τη σκάλα του Λοιμωδών, αρχικά στο πρόσωπο και στη συνέχεια στην ψυχή.
Για την περίοδο εκείνη ο Γέροντας είχε πει: "Ήταν ο καιρός που τα δάκρυά μου έκαιγαν το πρόσωπό μου. Ζεματιστά δάκρυα". Η ταλαιπωρία του έπαψε όχι με τη βοήθεια της ψυχιατρικής, αλλά μετά από νηστείες, αγρυπνίες και πολλές επισκέψεις, με τη συντροφιά πιστών φίλων και χωριανών, στα μοναστήρια της Κρήτης. Στην Παναγία του Κουδουμά, κατά τον άγιο Γέροντα, δόθηκε η τελική νίκη κατά του εχθρού, μια νίκη της Παναγίας για χάρη του.

Σημειωτέον ότι η μονή Κουδουμά (νότια νομού Ηρακλείου) είναι μία από τις πιο σημαντικές ορθόδοξες μονές της Κρήτης και πολλοί άγιοι έχουν αναδειχθεί εκεί, όπως οι άγιοι Παρθένιος και Ευμένιος (κοιμήθηκαν αρχές του 20ού αιώνα), Ιωακείμ ο Νάνος, Γεννάδιος ο μετέπειτα ασκητής της Ακουμιανής Γιαλιάς (νομού Ρεθύμνης) κ.λ.π. [για Γεννάδιο και Ιωακείμ δες σχετικό βιβλίο].


Ένα ποίημα αφιερωμένο στο όσιο Γέροντα Ευμένιο Σαριδάκη


 Δεν θυμάμαι την ακριβή ημερομηνία.
Με τους αριθμούς άλλωστε δεν τα πάω καλά.
Έχουν πολύ λογική και με κουράζουν.
Μα εκείνο που σίγουρα θυμάμαι
είναι ότι σαν ήρθε το μακάριο λείψανο στο νησί μας
μετά από διήμερο προσκύνημα στην πρωτεύουσα,
ανέβηκα στο χωριό να δω έναν Άγιο.
Δεν είναι δα και τόσο συχνό το φαινόμενο!!!
Όταν πλησίασα κοντά του,
μια λάμψη που έκαιγε κάθε δισταγμό και λογοκρατούσα συνήθεια
φάνηκε ηχηρά στο πρόσωπό του.
Όχι !!!! Δε την έβλεπα μονάχα εγώ.
Ήταν πολλοί εκεί με αναμμένα τα κεριά
και πληγωμένη την καρδιά.
Έλαμπε!!!!!!
Μα η λάμψη αυτή δεν είχε κάτι από αυτή εδώ την κτίση.
Δεν ήταν φως σε δικό μας ουρανό.
Μήτε μορφή από εκείνες που στολίζουν τους τοίχους του χώρου και του χρόνου μας.
Δεν ήταν κορνίζα, για να ξυπνάει την λήθη και την μοναξιά του χωρισμένου.
Ήταν φως εκ φωτός. Λάμψη λαμπρής κοσμημένης.
Μα πιο πολύ από όλα, εκείνο που σταμάτησε της λογικής τους ήχους,
σώπασε και ηρέμησε,
εσώτερες φωνές των απειθών λογισμών μου,
…τα πόδια τα κουρασμένα του Αγίου.
Ήταν ζεστά και μαλακά σαν την καρδιά του,
κι όμως είχαν περάσει τρεις μέρες που είχε κοιμηθεί !!!
(π. Λίβυος)

http://www.oodegr.com/

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΔΕΡΦΟΙ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ



ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΜΟΡΦΗ ΛΕΣΒΟ...!!



ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΕΡΜΟΓΕΝΗ...ΠΑΛΙΟ ΚΑΘΟΛΙΚΟ ΣΤΗ ΣΚΗΤΗ ΜΟΝΑΧΩΝ ΠΟΥ ΥΠΗΡΧΕ ΕΚΕΙ ΜΕΧΡΙ ΣΤΟΝ ΕΙΚΟΣΤΟ ΑΙΩΝΑ...!!



ΚΑΛΗ ΔΥΝΑΜΗ ΚΑΙ ΑΣ ΜΗΝ ΑΚΟΥΜΕ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΑΠΟΓΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΠΑΝΙΚΟΥ ΠΟΥ ΗΘΕΛΗΜΕΝΑ ΣΚΟΡΠΙΖΟΥΝ ΟΙ ΕΠΙΤΗΔΕΙΟΙ!!! 



Ο ΘΕΟΣ ΜΕΘ΄ΗΜΩΝ ΚΑΙ ΟΥΔΕΙΣ ΚΑΘ΄ΗΜΩΝ!!!

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

Γιατί υπάρχουν οι δοκιμασίες και ο πόνος στη ζωή μας;



ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΙΣΙΟΥ

"Διήλθομεν δια πυρός και ύδατος"

Οι σταυροί των δοκιμασιών

        Γέροντα, το σταυρουδάκι που μου δώσατε το φορώ συνέχεια και με βοηθάει στις δυσκολίες.

        - Να, τέτοια σταυρουδάκια είναι οι δικοί μας σταυροί, σαν αυτά που κρεμούμε στον λαιμό μας και μας προστατεύουν στην ζωή μας. Τι νομίζεις, έχουμε μεγάλο σταυρό εμείς; Μόνον ο Σταυρός του Χριστού μας ήταν πολύ βαρύς, γιατί ο Χριστός από αγάπη προς εμάς τους ανθρώπους δεν θέλησε να χρησιμοποιήση για τον εαυτό Του την θεϊκή Του δύναμη. Και στην συνέχεια σηκώνει το βάρος των σταυρών όλου του κόσμου και μας ελαφρώνει από τους πόνους των δοκιμασιών με την θεία Του βοήθεια και με την γλυκειά Του παρηγοριά.

                Ο Καλός Θεός οικονομάει για τον κάθε άνθρωπο έναν σταυρό ανάλογο με την αντοχή του, όχι για να βασανιστή, αλλά για να ανεβή από τον σταυρό στον Ουρανό – γιατί στην ουσία ο σταυρός είναι σκάλα προς τον Ουρανό. Αν καταλάβουμε τι θησαυρό αποταμιεύουμε από τον πόνο των δοκιμασιών, δεν θα γογγύζουμε, αλλά θα δοξολογούμε τον Θεό σηκώνοντας το σταυρουδάκι που μας χάρισε, οπότε και σε τούτη την ζωή θα χαιρόμαστε, και στην άλλη θα έχουμε να λάβουμε και σύνταξη και «εφάπαξ». Ο Θεός μας έχει εξασφαλισμένα κτήματα εκεί στον Ουρανό. Όταν όμως ζητούμε να μας απαλλάξη από μια δοκιμασία, δίνει αυτά τα κτήματα σε άλλους και τα χάνουμε. Ενώ, αν κάνουμε υπομονή, θα μας δώση και τόκο.

                Είναι μακάριος αυτός που βασανίζεται εδώ, γιατί, όσο πιο πολύ παιδεύεται σ’ αυτήν την ζωή, τόσο περισσότερο βοηθιέται για την άλλη, επειδή εξοφλά αμαρτίες. Οι σταυροί των δοκιμασιών είναι ανώτεροι από τα «τάλαντα», από τα χαρίσματα, που μας δίνει ο Θεός. Είναι μακάριος εκείνος που έχει όχι έναν σταυρό αλλά πέντε. Μια ταλαιπωρία ή ένας θάνατος μαρτυρικός είναι και καθαρός μισθός. Γι’ αυτό σε κάθε δοκιμασία να λέμε: «Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου, γιατί αυτό χρειαζόταν για την σωτηρία μου».

Οι δοκιμασίες βοηθούν να συνέλθουν οι άνθρωποι

                - Γέροντα, μαθαίνω για την ταλαιπωρία των δικών μου. Θα τελειώσουν ποτέ τα βάσανά τους;

                - Κάνε υπομονή, αδελφή μου, και μη χάνεις την ελπίδα σου στον Θεό. Όπως κατάλαβα από όλες τις δοκιμασίες που περνούν οι δικοί σου, ο Θεός σας αγαπάει και επιτρέπει όλες αυτές τις δοκιμασίες για ένα λαμπικάρισμα πνευματικό ολόκληρης της οικογένειας. Εάν εξετάσουμε κοσμικά τις δοκιμασίες της οικογένειάς σου, φαίνεστε δυστυχισμένοι. Εάν  όμως τις εξετάσουμε πνευματικά, είστε ευτυχισμένοι, και στην άλλη ζωή θα σας ζηλεύουν όσοι θεωρούνται σε τούτη την ζωή ευτυχισμένοι. Με αυτόν τον τρόπο ασκούνται και οι γονείς σου, μια που τον αρχοντικό τρόπο, τον πνευματικό, δεν τον γνωρίζουν ή δεν τον καταλαβαίνουν. Πάντως, κρύβεται ένα μυστήριο στις δοκιμασίες του σπιτιού σου, αλλά και σε oρισμένα άλλα σπίτια, ενώ γίνεται τόση προσευχή! «Τις οίδε τα κρίματα του Θεού;»[i]. Ο Θεός να βάλη το χέρι Του και να δώση τέρμα στις δοκιμασίες.

                - Γέροντα, δεν γίνεται οι άνθρωποι να συνέλθουν με άλλον τρόπο και όχι με κάποια δοκιμασία;

                - Πριν επιτρέψη ο Θεός να έρθη μια δοκιμασία, εργάστηκε με καλό τρόπο, αλλά δεν τον καταλάβαιναν, γι’ αυτό μετά επέτρεψε την δοκιμασία. Βλέπετε, και όταν ένα παιδί είναι ανάποδο, στην αρχή ο πατέρας του το παίρνει με το καλό, του κάνει τα χατίρια, αλλά, όταν εκείνο δεν αλλάζη, τότε του φέρεται αυστηρά, για να διορθωθή. Έτσι και ο Θεός μερικές φορές, όταν κάποιος δεν καταλαβαίνη με το καλό, του δίνει μια δοκιμασία, για να συνέλθη. Αν δεν υπήρχε λίγος πόνος, αρρώστιες κ.λπ., θα γίνονταν θηρία οι άνθρωποι· δεν θα πλησίαζαν καθόλου στον Θεό.

                Η ζωή αυτή είναι ψεύτικη και σύντομη· λίγα είναι τα χρόνια της. Και ευτυχώς που είναι λίγα, γιατί γρήγορα θα περάσουν οι πίκρες, οι οποίες θα θεραπεύσουν τις ψυχές μας σαν τα πικροφάρμακα. Βλέπεις, οι γιατροί, ενώ οι καημένοι οι άρρωστοι πονούν, τους δίνουν πικρό φάρμακο, γιατί με το πικρό θα γίνουν καλά, όχι με το γλυκό. Θέλω να πω ότι και η υγεία από το πικρό βγαίνει, και η σωτηρία της ψυχής από το πικρό βγαίνει.

Με τον πόνο μας επισκέπτεται ο Χριστός

                Άνθρωπος που δεν περνάει δοκιμασίες, που δεν θέλει να πονάη, να ταλαιπωρήται, που δεν θέλει να τον στεναχωρούν ή να του κάνουν μια παρατήρηση, αλλά θέλει να καλοπερνάη, είναι εκτός πραγματικότητος. «Διήλθομεν δια πυρός και ύδατος, και εξήγαγες ημάς εις αναψυχήν»[ii], λέει ο Ψαλμωδός.

                Βλέπεις, και η Παναγία μας πόνεσε και οι Άγιοί μας πόνεσαν, γι’ αυτό και εμείς πρέπει να πονέσουμε, μια που τον ίδιο δρόμο ακολουθούμε. Με την διαφορά ότι εμείς, όταν έχουμε λίγη ταλαιπωρία σ’ αυτήν την ζωή, ξοφλούμε λογαριασμούς και σωζόμαστε. Αλλά και ο Χριστός με πόνο ήρθε στην γη. Κατέβηκε από τον Ουρανό, σαρκώθηκε, ταλαιπωρήθηκε, σταυρώθηκε. Και τώρα ο Χριστιανός την επίσκεψη του Χριστού έτσι την καταλαβαίνει, με τον πόνο.

                Όταν επισκέπτεται ο πόνος τον άνθρωπο, τότε του κάνει επίσκεψη ο Χριστός. Ενώ, όταν δεν περνάη ο άνθρωπος καμμιά δοκιμασία, είναι σαν μία εγκατάλειψη του Θεού. Ούτε ξοφλάει, ούτε αποταμιεύει. Μιλάω βέβαια για έναν ο οποίος δεν θέλει την κακοπάθεια για την αγάπη του Χριστού. Σου λέει: «Έχω την υγεία μου, έχω την όρεξή μου, τρώω, περνάω μια χαρά, ήσυχα...», και δεν λέει ένα «δόξα Σοι ο Θεός». Τουλάχιστον, αν αναγνωρίζη όλες αυτές τις ευλογίες του Θεού, κάπως τακτοποιείται η υπόθεση. «Δεν μου άξιζαν αυτά, να πη, αλλά, επειδή είμαι αδύνατος, γι’ αυτό ο Θεός με οικονομάει». Στον βίο του Αγίου Αμβροσίου[iii] αναφέρεται ότι κάποτε ο Άγιος φιλοξενήθηκε με την συνοδεία του στο σπίτι κάποιου πλουσίου. Βλέποντας ο Άγιος τα αμύθητα πλούτη του τον ρώτησε να είχε καμμιά φορά δοκιμάσει κάποια θλίψη. «Όχι, ποτέ, του απάντησε εκείνος. Τα πλούτη μου συνέχεια αυξάνονται, τα κτήματά μου ευφορούν, ούτε πόνο έχω, ούτε αρρώστια είδα ποτέ». Τότε ο Άγιος δάκρυσε και είπε στην συνοδεία του: «Ετοιμάστε τα αμάξια να φύγουμε γρήγορα από 'δω, γιατί αυτόν δεν τον επισκέφθηκε ο Θεός!». Και μόλις βγήκαν στον δρόμο, το σπίτι του πλουσίου βούλιαξε! Η καλοπέραση που είχε ήταν εγκατάλειψη Θεού[iv].

«Ον αγαπά Κύριος παιδεύει»[v]

                - Γέροντα, γιατί ο κόσμος υποφέρει σήμερα τόσο πολύ;

                - Από την αγάπη του Θεού! Εσύ σαν μοναχή σηκώνεσαι το πρωί, κάνεις τον κανόνα σου, κάνεις κομποσχοίνια, μετάνοιες κ.λπ. Για τους κοσμικούς οι δυσκολίες που περνούν είναι ο κανόνας τους, οπότε εξαγνίζονται μ’ αυτές. Τους κάνουν μεγαλύτερο καλό από την κοσμική καλοπέραση, η οποία δεν τους βοηθάει ούτε να πλησιάσουν στον Θεό, ούτε να αποταμιεύσουν μισθό ουράνιο. Γι’ αυτό πρέπει να τις δέχωνται ως δώρα από τον Θεό.

                Ο Καλός Θεός με τις δοκιμασίες παιδαγωγεί σαν καλός Πατέρας τα παιδιά Του, από αγάπη, από θεία καλωσύνη, και όχι από κακότητα ούτε από κοσμική, νομική, δικαιοσύνη, γιατί θέλει να επιστρέψουν κοντά Του. Επειδή δηλαδή θέλει να σώση τα πλάσματά Του και να κληρονομήσουν την ουράνια Βασιλεία Του, επιτρέπει τις δοκιμασίες, για να παλέψη ο άνθρωπος, να αγωνισθή και να δώση εξετάσεις στην υπομονή στους πόνους, ώστε να μην μπορή να Του πη ο διάβολος: «Πως τον ανταμείβεις αυτόν ή πως τον σώζεις, αφού δεν κοπίασε;». Τον Θεό δεν Τον ενδιαφέρει αυτή η ζωή, αλλά η άλλη. Πρώτα μας φροντίζει για την άλλη ζωή και ύστερα γι’ αυτήν.

                - Γιατί όμως, Γέροντα, ο Θεός σε μερικούς ανθρώπους δίνει πολλές δοκιμασίες, ενώ σε άλλους δεν δίνει;

                - Τι λέει η Αγία Γραφή; «Ον αγαπά Κύριος παιδεύει»[vi]. Ένας πατέρας έχει λ.χ. οκτώ παιδιά. Τα πέντε μένουν στο σπίτι, κοντά στον πατέρα τους, και τα τρία φεύγουν μακριά του και δεν τον σκέφτονται. Σ’ αυτά που μένουν κοντά του, αν κάνουν καμμιά αταξία, τους τραβάει το αυτί, τους δίνει κανένα σκαμπιλάκι· ή, αν είναι φρόνιμα, τα χαϊδεύει, τους δίνει και καμμιά σοκολάτα. Ενώ αυτά που είναι μακριά, ούτε χάδι ούτε σκαμπίλι έχουν. Έτσι κάνει και ο Θεός. Τους ανθρώπους που είναι κοντά Του και εκείνους που έχουν καλή διάθεση, αν σφάλουν λίγο, τους δίνει ένα σκαμπιλάκι και εξοφλούν ή, αν τους δώση περισσότερα σκαμπίλια, αποταμιεύουν. Σ’ εκείνους πάλι που είναι μακριά Του δίνει χρόνια, για να μετανοήσουν. Γι’ αυτό βλέπουμε κοσμικούς ανθρώπους να κάνουν σοβαρές αμαρτίες και παρ’ όλα αυτά να έχουν άφθονα υλικά αγαθά και να ζουν πολλά χρόνια, χωρίς να περνούν δοκιμασίες. Αυτό γίνεται κατ’ οικονομίαν Θεού, για να μετανοήσουν. Αν δεν μετανοήσουν, θα είναι αναπολόγητοι στην άλλη ζωή.

Ο πόνος του Θεού για τις δοκιμασίες των ανθρώπων

Πόσα βάσανα έχει ο κόσμος! Πόσα προβλήματα! Και έρχονται μερικοί εδώ να μου τα πουν σε δυο λεπτά στο πόδι, για να παρηγορηθούν λίγο. Μια βασανισμένη μάνα μου έλεγε: «Γέροντα, έρχονται στιγμές που δεν αντέχω άλλο και τότε λέω : ‘’Χριστέ μου, κάνε μια μικρή διακοπή και ύστερα ας ξαναρχίσουν τα βάσανα’’». Πόση ανάγκη από προσευχή έχουν οι άνθρωποι! Αλλά και κάθε δοκιμασία είναι δώρο από τον Θεό, είναι ένας βαθμός για την άλλη ζωή. Αυτή η ελπίδα της ανταμοιβής στην άλλη ζωή μου δίνει χαρά, παρηγοριά και κουράγιο, και μπορώ να αντέξω τον πόνο για τις δοκιμασίες που περνούν πολλοί άνθρωποι.

Ο Θεός μας δεν είναι Βάαλ, αλλά Θεός αγάπης. Είναι Πατέρας που βλέπει την ταλαιπωρία των παιδιών Του από τους διάφορους πειρασμούς και τις δοκιμασίες που περνούν και θα μας ανταμείψη, φθάνει να κάνουμε υπομονή στο μικρό μαρτύριο της δοκιμασίας ή μάλλον της ευλογίας.

- Γέροντα, μερικοί λένε: «Δεν είναι σκληρό αυτό που επέτρεψε ο Θεός; Δεν  πονάει ο Θεός;».

- Ο πόνος του Θεού για τους ανθρώπους που βασανίζονται από αρρώστιες, από δαίμονες, από βαρβάρους κ.λπ. έχει συγχρόνως και χαρά για την ουράνια αμοιβή που τους έχει ετοιμάσει. Έχοντας δηλαδή υπ’ όψιν Του ο Θεός την ανταπόδοση που θα λάβη στον Ουρανό όποιος περνάει δοκιμασίες και γνωρίζοντας τι τον περιμένει στην άλλη ζωή, αυτό Τον κάνει να μπορή να «αντέχη» τον πόνο. Εδώ επέτρεψε να κάνη τόσα εγκλήματα ο Ηρώδης[vii]. Δεκατέσσερις χιλιάδες νήπια έσφαξε και πόσους γονείς, που δεν άφηναν τους στρατιώτες να σκοτώσουν τα παιδιά τους, τους σκότωναν κι εκείνους! Οι βάρβαροι στρατιώτες, για να φανούν στους αρχηγούς τους καλύτεροι, έκοβαν τα παιδάκια κομματάκια. Όσο πιο πολύ βασανίζονταν τα παιδάκια, τόσο περισσότερο πονούσε ο Θεός, αλλά και τόσο περισσότερο χαιρόταν για την μεγαλύτερη δόξα που θα είχαν να απολαύσουν στον Ουρανό. Χαιρόταν για τα Αγγελουδάκια αυτά, που θα αποτελούσαν το αγγελικό μαρτυρικό τάγμα. Άγγελοι από Μάρτυρες!

Στις θλίψεις ο Θεός δίνει την αληθινή παρηγοριά

Ο Θεός βλέπει από κοντά τις ταλαιπωρίες των παιδιών Του και τα παρηγορεί σαν καλός Πατέρας. Γιατί, τι νομίζεις, θέλει να βλέπη το παιδάκι Του να ταλαιπωρήται; Όλα τα βάσανά του, τα κλάματά του, τα λαμβάνει υπ’ όψιν Του και ύστερα πληρώνει. Μόνον ο Θεός δίνει στις θλίψεις την αληθινή παρηγοριά. Γι’ αυτό, άνθρωπος που δεν πιστεύει στην αληθινή ζωή, που δεν πιστεύει στον Θεό, για να Του ζητήση το έλεός Του στις δοκιμασίες που περνάει, είναι όλο απελπισία και δεν έχει νόημα η ζωή του. Πάντα μένει αβοήθητος, απαρηγόρητος και βασανισμένος σ’ αυτήν την ζωή, αλλά καταδικάζει και αιώνια την ψυχή του.

Οι πνευματικοί όμως άνθρωποι, επειδή όλες τις δοκιμασίες τις αντιμετωπίζουν κοντά στον Χριστό, δεν έχουν δικές τους θλίψεις. Μαζεύουν τις πολλές πίκρες των άλλων, αλλά παράλληλα μαζεύουν και την πολλή αγάπη του Θεού. Όταν ψάλλω το τροπάριο «Μη καταπιστεύσης με ανθρωπίνη προστασία, Παναγία Δέσποινα», καμμιά φορά σταματώ στο «αλλά δέξαι δέησιν του ικέτου σου...». Αφού δεν έχω θλίψη, πως να πω «θλίψις γαρ έχει με, φέρειν ου δύναμαι»[viii]; Ψέμματα να πω; Στην πνευματική αντιμετώπιση δεν υπάρχει θλίψη, γιατί, όταν ο άνθρωπος τοποθετηθή σωστά, πνευματικά, όλα αλλάζουν. Αν ο άνθρωπος ακουμπήση την πίκρα του πόνου του στον γλυκύ Ιησού, οι πίκρες και τα φαρμάκια του μεταβάλλονται σε μέλι.

                Αν καταλάβη κανείς τα μυστικά της πνευματικής ζωής και τον μυστικό τρόπο με τον οποίο εργάζεται ο Θεός, παύει να στεναχωριέται για ό,τι του συμβαίνει, γιατί δέχεται με χαρά τα πικρά φάρμακα που του δίνει ο Θεός για την υγεία της ψυχής του. Όλα τα θεωρεί αποτελέσματα της προσευχής του, αφού ζητάει συνέχεια από τον Θεό να του λευκάνη την ψυχή. Όταν όμως οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τις δοκιμασίες κοσμικά, βασανίζονται. Αφού ο Θεός όλους μας παρακολουθεί, πρέπει να παραδίνεται κανείς εν λευκώ σ’ Αυτόν. Αλλιώς είναι βάσανο· ζητάει να του έρθουν όλα, όπως εκείνος θέλει, αλλά δεν του έρχονται όλα όπως τα θέλει, και ανάπαυση δε βρίσκει.

                Είτε χορτάτος είναι κανείς είτε νηστικός, είτε τον επαινούν, είτε τον αδικούν, πρέπει να χαίρεται και να τα αντιμετωπίζη όλα ταπεινά και με υπομονή. Τότε ο Θεός συνέχεια θα του δίνη ευλογίες, ώσπου να φθάση η ψυχή του σε σημείο να μη χωράη, να μην αντέχη την καλωσύνη του Θεού. Και, όσο θα προχωράη πνευματικά, τόσο θα βλέπη την αγάπη του Θεού σε μεγαλύτερο βαθμό και θα λειώνη από την αγάπη Του.

Οι κατά παραχώρησιν Θεού πειρασμοί και θλίψεις

                Οι δοκιμασίες που μας έρχονται είναι μερικές φορές η αντιβίωση που δίνει ο Θεός για τις αρρώστιες της ψυχής μας και πολύ μας βοηθούν πνευματικά. Τρώει ο άνθρωπος ένα μαλακό σκαμπίλι και μαλακώνει η καρδιά του. Ο Θεός ξέρει φυσικά σε τι κατάσταση βρίσκεται ο καθένας μας, αλλά, επειδή εμείς δεν ξέρουμε, επιτρέπει να δοκιμασθούμε, για να γνωρίσουμε τον εαυτό μας, να βρούμε τα πάθη που υπάρχουν κρυμμένα μέσα μας και να μην έχουμε παράλογες απαιτήσεις την ημέρα της Κρίσεως. Γιατί, και να παρέβλεπε τα πάθη μας και να μας έπαιρνε όπως είμαστε στον Παράδεισο, και εκεί πάλι θα δημιουργούσαμε προβλήματα. Γι’ αυτό ο Θεός επιτρέπει στον διάβολο να δημιουργή εδώ πειρασμούς, για να μας ξεσκονίζουν, ώστε να ταπεινωθή και να εξαγνισθή η ψυχή μας με τις θλίψεις, οπότε μετά μας χαριτώνει.

                Η πραγματική χαρά γεννιέται από την πίκρα που γεύεται κανείς με χαρά για τον Χριστό που πικράθηκε, για να μας σώση. Ο Χριστιανός πρέπει να χαίρεται ιδιαίτερα, όταν τον βρίσκη κάποια δοκιμασία, χωρίς να έχη δώσει ο ίδιος αφορμή.

                Λέμε καμμιά φορά στον Θεό: «Θεέ μου, δεν ξέρω τι θα κάνης, εν λευκώ σου παραδίδω τον εαυτό μου, για να τον κάνης άνθρωπο». Οπότε και ο Θεός πάει να με κάνη όχι μόνον άνθρωπο αλλά υπεράνθρωπο και αφήνει τον διάβολο να ‘ρθή να με πειράξη και να με ταλαιπωρήση. Τώρα με τον καρκίνο βλέπω τα τερτίπια του και γελάω. Βρε τον διάβολο! Εσείς ξέρετε με τι σαπούνι πλένει ο διάβολος τον άνθρωπο, όταν ο Θεός επιτρέπη να τον πειράξη, για να δοκιμασθή; Με τους αφρούς της κακίας του. Έχει καλό ... σαπούνι! Όπως η γκαμήλα βγάζει αφρούς, όταν θυμώνη, έτσι κάνει και ο διάβολος σε τέτοιες περιπτώσεις. Και μετά τρίβει τον άνθρωπο, όχι για να φύγουν οι λεκέδες του και να εξαγνισθή, αλλά από κακία. Και ο Θεός όμως αφήνει τον διάβολο να τρίβη τον άνθρωπο, ίσα-ίσα μέχρι να φύγουν οι λεκέδες και να καθαρίση. Αν άφηνε να τον τρίψη όπως τρίβουν τα ρούχα, θα τον ξέσχιζε.

                - Γέροντα, μπορούμε να λέμε για τους διάφορους πειρασμούς που συμβαίνουν στην ζωή μας ότι αυτό ήταν το θέλημα του Θεού;

                - Όχι, να μην μπερδεύουμε το θέλημα του Θεού με τον πειρασμό και με όσα φέρνει ο πειρασμός. Ο Θεός αφήνει τον διάβολο ελεύθερο μέχρις ενός σημείου να πειράξη τον άνθρωπο, και τον άνθρωπο τον αφήνει ελεύθερο να κάνη το καλό ή το κακό. Δεν φταίει όμως ο Θεός για το κακό που θα κάνη ο άνθρωπος. Ο Ιούδας λ.χ. ήταν μαθητής του Χριστού. Μπορούμε να πούμε ότι ήταν θέλημα Θεού να γίνη προδότης; Όχι, αλλά ο ίδιος ο Ιούδας επέτρεψε στον διάβολο να μπη μέσα του. Κάποιος είπε σε έναν ιερέα: «Πάτερ, σε παρακαλώ, κάνε ένα Τρισάγιο για τον Ιούδα». Ήταν δηλαδή σαν να έλεγε: «Εσύ, Χριστέ, είσαι άδικος· έτσι ήταν θέλημά Σου, να Σε προδώση ο Ιούδας· γι’ αυτό τώρα βοήθησέ τον».

                Μετρημένες είναι οι περιπτώσεις που επιτρέπει ο Θεός να δοκιμασθούν μερικοί ευλαβείς, για να έρθη σε συναίσθηση κάποιος που έχει άσχημη ζωή και να μετανοήση. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν διπλό μισθό. Δίνει δηλαδή ο Θεός την δυνατότητα σε μερικούς οι οποίοι με τις δοκιμασίες που περνούν εξοφλούν σ’ αυτήν την ζωή αμαρτίες και γκρινιάζουν παράλογα, να βοηθηθούν από την υπομονή αυτών που, ενώ δεν έσφαλαν, ταλαιπωρούνται, αλλά δεν γογγύζουν. Ας υποθέσουμε ότι ένας πολύ καλός, πολύ ευλαβής, οικογενειάρχης βρίσκεται στο σπίτι του με την οικογένειά του και ξαφνικά γίνεται σεισμός και πέφτει το σπίτι, πλακώνει όλη την οικογένεια και μετά από φοβερή ταλαιπωρία πεθαίνουν όλοι. Γιατί το επέτρεψε αυτό ο Θεός; Για να μη γογγύζουν οι άλλοι που φταίνε και τιμωρούνται.

                Γι’ αυτό, όσοι σκέφτονται τους μεγάλους σταυρούς των δικαίων, ποτέ δεν στεναχωριούνται για τις δικές τους μικρές δοκιμασίες. Βλέπουν ότι, ενώ έσφαλαν στην ζωή τους, εν τούτοις υποφέρουν λιγώτερο από τους δικαίους, γι’ αυτό λένε σαν τον καλό ληστή[ix]: «Αυτοί δεν έκαναν τίποτε και υπέφεραν τόσο· εμείς τι πρέπει να πάθουμε;» Δυστυχώς όμως μερικοί μοιάζουν με τον ληστή που σταυρώθηκε εξ αριστερών του Χριστού[x] και λένε: «Πήγαιναν με τον σταυρό στο χέρι και δες τι έπαθαν!»

                Υπάρχουν και περιπτώσεις – αυτές είναι πολύ σπάνιες – που επιτρέπει ο Θεός από αγάπη να βρίσκουν μεγάλες δοκιμασίες μερικούς πολύ εκλεκτούς αγωνιστές, για να τους στεφανώση. Αυτοί είναι μιμητές του Χριστού. Βλέπετε, στην Αγία Συγκλητική, επειδή βοηθούσε πνευματικά πολλές ψυχές με τις νουθεσίες της, πήγε ο διάβολος να την εμποδίση από αυτό το έργο. Τριάμισι χρόνια έμεινε άφωνη από την αρρώστια της[xi].

                Άλλοτε πάλι κάποιος πραγματικός μιμητής του Χριστού ζητάει ως χάρη από τον Θεό να συγχωρήση σφάλματα των συνανθρώπων του, να τους απαλλάξη από την δικαία Του οργή, και να τιμωρηθή αυτός αντί αυτών, ενώ δεν φταίει ο ίδιος. Αυτός πολύ συγγενεύει με τον Θεό και πολύ συγκινεί τον Θεό η μεγάλη αυτή αρχοντική αγάπη του παιδιού Του. Εκτός δε από την χάρη που του κάνει και χαρίζει τα σφάλματα των άλλων, επιτρέπει να έχη και μαρτυρικό τέλος, κατά το επίμονο αίτημά του. Συγχρόνως όμως του ετοιμάζει και το καλύτερο αρχοντικό παραδεισένιο παλάτι με ακόμη μεγαλύτερη δόξα, διότι πολλοί άνθρωποι τον είχαν αδικήσει με την κατ’ όψιν κρίση τους, που νόμιζαν ότι ο Θεός τον τιμώρησε για τις δικές του αμαρτίες.

Η αχαριστία για την αγάπη του Θεού

                - Γέροντα, οι δοκιμασίες πάντοτε ωφελούν τους ανθρώπους;

                - Εξαρτάται από το πως αντιμετωπίζει κανείς τις δοκιμασίες. Όσοι δεν έχουν καλή διάθεση, βρίζουν τον Θεό, όταν τους βρίσκουν διάφορες δοκιμασίες. «Γιατί να το πάθω εγώ αυτό; Λένε. Να, ο άλλος έχει τόσα καλά! Θεός είναι αυτός;» Δεν λένε «ήμαρτον», αλλά βασανίζονται. Ενώ οι φιλότιμοι λένε: «Δόξα τω Θεώ! Αυτή η δοκιμασία με έφερε κοντά στον Θεό. Ο Θεός για το καλό μου το έκανε». Και ενώ μπορεί πρώτα να μην πατούσαν καθόλου στην εκκλησία, μετά αρχίζουν να εκκλησιάζωνται, να εξομολογούνται, να κοινωνούν. Πολλές φορές μάλιστα, ο Θεός, τους πολύ σκληρούς τους φέρνει κάποια στιγμή με μια δοκιμασία σε τέτοιο φιλότιμο, που μόνοι τους παίρνουν μεγάλη στροφή και εξιλεώνονται με τον πόνο που νιώθουν για όσα έκαναν.

                - Γέροντα, πρέπει να λέμε «δόξα Σοι ο Θεός», όταν όλα πηγαίνουν καλά;

                - Μα, αν δεν λέμε το «δόξα Σοι ο Θεός» στις χαρές, πως θα το πούμε στις θλίψεις; Εσύ το λες στις θλίψεις και δεν θέλεις να το πης στις χαρές; Αλλά, όταν είναι αχάριστος κανείς, δεν γνωρίζει την αγάπη του Θεού. Η αχαριστία είναι μεγάλη αμαρτία. Για μένα είναι θανάσιμο αμάρτημα. Ο αχάριστος με τίποτε δεν ευχαριστιέται. Για όλα γκρινιάζει, όλα του φταίνε. Στην πατρίδα μου, τα Φάρασα, χρησιμοποιούσαν πολύ το πετιμέζι. Ένα βράδυ μια κοπέλα έκλαιγε, γιατί ήθελε πετιμέζι. Η μάνα της – τι να κάνη; - πήγε και ζήτησε από την γειτονιά. Αυτή, μόλις πήρε το πετιμέζι, έβαλε πάλι  τα κλάματα. Χτυπούσε τα πόδια της κάτω και φώναζε: «Μαμά, θέλω και γιαούρτι». «Τέτοια ώρα, παιδάκι μου, που να βρω γιαούρτι;» της λέει η μάνα της. «Όχι, θέλω γιαούρτι». Πήγε, υποχρεώθηκε η καημένη σε μια γειτόνισσα, της έφερε και γιαούρτι. Το παίρνει η κόρη και βάζει πάλι τα κλάματα. «Τώρα γιατί κλαις;», την ρωτάει η μάνα της. «Μαμά, τα θέλω ανακατεμένα». Τα παίρνει η μάνα, τα ανακατεύει. Αυτή βάζει πάλι τα κλάματα. «Μαμά δεν μπορώ να τα φάω έτσι. Θέλω να τα ξεχωρίσω!». Οπότε την περιέλαβε στα σκαμπίλια η μάνα της, και ... ξεχωρίσθηκε το πετιμέζι από το γιαούρτι!

                Έτσι, θέλω να πω, κάνουν μερικές φορές πολλοί άνθρωποι, και τότε έρχεται η παιδαγωγία του Θεού. Τουλάχιστον να αναγνωρίζουμε την αχαριστία μας και να ευχαριστούμε τον Θεό μέρα-νύχτα για τις ευλογίες που μας δίνει. Με αυτόν τον τρόπο θα πάρουμε καταπόδι τον δειλό διάβολο, ο οποίος θα συμμαζέψη τα ταγκαλάκια του και θα γίνη μαύρος καπνός, γιατί θα του έχουμε βρει πια το αδύνατο σημείο.



Να συγκρίνουμε την δοκιμασία μας με την μεγαλύτερη δοκιμασία του άλλου

                Το καλύτερο φάρμακο για την κάθε δοκιμασία μας είναι η μεγαλύτερη δοκιμασία των συνανθρώπων μας, αρκεί να την συγκρίνουμε με την δική μας δοκιμασία, για να διακρίνουμε την μεγάλη διαφορά και την μεγάλη αγάπη που μας έδειξε ο Θεός και επέτρεψε μικρή δοκιμασία σ’ εμάς. Τότε θα Τον  ευχαριστήσουμε, θα πονέσουμε για τον άλλον που υποφέρει πιο πολύ και θα κάνουμε καρδιακή προσευχή να τον βοηθήση ο Θεός. Μου έκοψαν λ.χ. το ένα πόδι: «Δόξα Σοι ο Θεός, να πω, που έχω τουλάχιστον ένα πόδι· του άλλου του έκοψαν και τα δύο». Και αν ακόμη μείνω ένα κούτσουρο, χωρίς χέρια και πόδια, πάλι να πω: «Δόξα Σοι ο Θεός, που περπατούσα τόσα χρόνια, ενώ άλλοι γεννήθηκαν παράλυτοι».

                Εγώ, από την στιγμή που άκουσα ότι ένας οικογενειάρχης έχει έντεκα χρόνια αιμορραγία, είπα: «Τι κάνω εγώ; Κοσμικός άνθρωπος αυτός και να έχη έντεκα χρόνια αιμορραγία, να έχη παιδιά, να πρέπη να σηκωθή το πρωί να πάη στην δουλειά, και εγώ ούτε επτά χρόνια δεν συμπλήρωσα που έχω αιμορραγίες!»[xii]. Αν σκέφτωμαι τον άλλον που υποφέρει τόσο πολύ, δεν μπορώ να δικαιολογήσω τον εαυτό μου. Ενώ, αν σκέφτωμαι ότι εγώ υποφέρω και οι άλλοι είναι μια χαρά, ότι σηκώνομαι την νύχτα κάθε μισή ώρα, επειδή έχω πρόβλημα με το έντερο και δεν μπορώ να κοιμηθώ, ενώ οι άλλοι κοιμούνται ήσυχα, δικαιολογώ τον εαυτό μου, αν γογγύσω. Εσύ, αδελφή, πόσον καιρό έχεις τον έρπητα[xiii];

                - Οκτώ μήνες, Γέροντα.

                - Βλέπεις; Ο Θεός σε άλλους τον αφήνει δύο μήνες, σε άλλους δέκα μήνες, σε άλλους δεκαπέντε. Καταλαβαίνω, είναι μεγάλος ο πόνος. Μερικοί φθάνουν σε απόγνωση. Ένας κοσμικός όμως που έχει έρπητα έναν-δύο μήνες και από τον πολύ πόνο απελπίζεται, να μάθη ότι ένας πνευματικός άνθρωπος τον έχει έναν χρόνο και κάνει υπομονή και δεν γογγύζει, τότε αμέσως παρηγοριέται. «Βρε, λέει, εγώ τον έχω δύο μήνες και έφθασα στην απελπισία· ο άλλος ο καημένος έναν χρόνο τον έχει και δεν μιλάει! Εγώ κάνω και αταξίες, ενώ εκείνος ζη πνευματικά!». Οπότε βοηθιέται χωρίς συμβουλή!



Οι θλίψεις που μας προξενούν οι άνθρωποι

                - Γέροντα, όταν κάποιος υπομένη κατά Θεόν τις θλίψεις και τις αδικίες που του προξενούν οι άνθρωποι, αυτή η υπομονή τον καθαρίζει από τα πάθη;

                Αν τον καθαρίζη λέει! Τον λαμπικάρει! Μα, υπάρχει ανώτερο απ’ αυτό; Έτσι μπορεί να εξοφλήση αμαρτίες. Βλέπετε, έναν εγκληματία τον δέρνουν, τον κλείνουν στην φυλακή, κάνει εκεί τον μικρό κανόνα του και, εάν ειλικρινά να μετανοήση, γλιτώνει την αιώνια φυλακή. Μικρό πράγμα είναι να εξοφλήση με αυτήν την ταλαιπωρία έναν αιώνιο λογαριασμό;

                Κάθε θλίψη να την υπομένετε με χαρά. Οι θλίψεις που μας προκαλούν οι άνθρωποι είναι πιο γλυκές από όλα τα σιρόπια που μας προσφέρουν όσοι μας αγαπούν. Βλέπεις, στους μακαρισμούς ο Χριστός δεν λέει: «μακάριοί εστε, όταν επαινέσωσιν υμάς», αλλά «μακάριοί εστε, όταν ονειδίσωσιν υμάς»[xiv], και μάλιστα «ψευδόμενοι». Όταν ο ονειδισμός δεν είναι δίκαιος, αποταμιεύει κανείς. Ενώ, όταν είναι δίκαιος, ξοφλάει. Γι’ αυτό, όχι μόνον πρέπει να υπομένουμε αγόγγυστα αυτόν που μας πειράζει, αλλά και να νιώθουμε ευγνωμοσύνη, γιατί μας δίνει την ευκαιρία να αγωνισθούμε στην αγάπη, στην ταπείνωση, στην υπομονή.

                Οι συκοφάντες βέβαια εργάζονται συνεργαζόμενοι με το ταγκαλάκι. Αλλά ο δυνατός αέρας συνήθως σπάζει και ξερριζώνει τα ευαίσθητα δένδρα που δεν έχουν βαθειές ρίζες· ενώ όσα έχουν βαθειές ρίζες, τα βοηθάει να προχωρήσουν τις ρίζες τους πιο βαθιά.

                Εμείς πρέπει να προσευχώμαστε για όλους που μας κακολογούν, και να ζητούμε από τον Θεό να τους δίνη μετάνοια, φωτισμό και υγεία και να μην αφήνουμε μέσα μας ούτε ίχνος μίσους γι’ αυτούς. Να κρατούμε μόνον την πείρα από τον πειρασμό, να πετούμε όλα τα φαρμάκια και να έχουμε υπ’ όψιν μας τα λόγια του Οσίου Εφραίμ: «Εάν συμβή σοι συκοφαντία, και μετά ταύτα φανερωθή το καθαρόν της συνειδήσεώς σου, μη υψηλοφρόνει, αλλά δούλευε τω Κυρίω εν ταπεινοφροσύνη τω λυτρουμένω σε από συκοφαντίας ανθρώπων, ίνα μη πέσης πτώμα εξαίσιον»[xv]



[i] Βλ. Ψαλμ. 35, 7.

[ii] Ψαλμ. 65, 12.

[iii] Η μνήμη του εορτάζεται στις 7 Δεκεμβρίου.

[iv] Βλ. Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, έκδ. Ματθαίου Λαγγή, τόμος 12ος, Αθήναι 1980, σ. 243-244.

[v] Παρ. 3, 12.

[vi] Ό.π.

[vii] Βλ. Ματθ. 2, 16.

[viii] Τροπάριο του Μικρού και Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος της Παναγίας: «Μη καταπιστεύσης με, ανθρωπίνη προστασία, Παναγία Δέσποινα, αλλά δέξαι δέησιν του ικέτου σου θλίψις γαρ έχει με, φέρειν ου δύναμαι των δαιμόνων τα τοξεύματα, σκέπην ου κέκτημαι ουδέ που προσφύγω ο άθλιος, πάντοθεν πολεμούμενος και παραμυθίαν ουκ έχω πλην σου, Δέσποινα του κόσμου, ελπίς και προστασία των πιστών, μη μου παρίδης την δέησιν, το συμφέρον ποίησον».

[ix] Βλ. Λουκ. 23, 39 κ.ε.

[x] Ό.π.

[xi] Βλ. Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τόμος 1ος, σ. 145-148.

[xii] Ο Γέροντας από το 1988 είχε συνεχείς αιμορραγίες από το έντερο.

[xiii] Έρπης ζωστήρ: λοιμώδες νόσημα που προκαλεί αφόρητους πόνους και διάφορες επιπλοκές στον οργανισμό, ανάλογα με την ηλικία του πάσχοντος ατόμου.

[xiv] Ματθ. 5, 11.

[xv] Οσίου Εφραίμ του Σύρου, Έργα, τόμος Α’, εκδ. «Το «Περιβόλι της Παναγίας», Θεσσαλονίκη 1988, σ. 253.


 http://oodegr.com/

Η μεταστροφή μου στην Ορθοδοξία Τού Επισκόπου Ναζιανζού Παύλου ντε Μπαγιεστέρ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2ο.

Οι συμβουλές του πνευματικού

Έρμαιο της πιο αδυσώπητης πνευματικής τρικυμίας, απευθύνθηκα στον πνευματικό μου και του εξέθεσα απλά και ανεπιτήδευτα το πρόβλημα που με απασχολούσε. Ο πνευματικός μου ήταν ένας από τους πιο μορφωμένους και συνετούς ιερωμένους του μοναστηριού και δεν άργησε να αντιληφθεί ότι η υπόθεση ήταν σοβαρή και περίπλοκη. Αφού για λίγο παραδόθηκε σιωπηλός στους στοχασμούς του, αναζητώντας μάταια μία ικανοποιητική λύση, πήρε την απόφαση να δώσει τέτοια τροπή στο ζήτημα που, ειλικρινά ομολογώ, δεν την περίμενα.

«Οι Γραφές και οι Πατέρες», μου είπε με τον πιο φυσικό τρόπο, «τάραξαν την Οσιότητά σας. Αφήστε και τα δύο κατά μέρος και περιοριστείτε στο να ακολουθείτε πιστά την αλάνθαστη διδασκαλία της Εκκλησίας μας, χωρίς να πολυεξετάζετε τα πράγματα και να πολυρωτάτε. Μην επιτρέπετε τα πλάσματα του Θεού, όποια κι αν είναι αυτά, να σκανδαλίσουν την πίστη σας στην Εκκλησία του Θεού».

Η απροσδόκητη αυτή απάντηση δεν πέτυχε τίποτα άλλο παρά να μεγαλώσει ακόμη περισσότερο την πνευματική μου σύγχυση. Πάντοτε πίστευα ότι ο λόγος του Θεού ήταν εκείνο ακριβώς το μοναδικό πράγμα που δεν μπορούσε κανείς να «βάλει κατά μέρος».

Κατά την δική μου αντίληψη, η Γραφή είναι εκείνη η οποία καθορίζει το ορθόδοξο της θέσεώς μας[1] κι όχι εμείς το ορθόδοξο της Γραφής. Και για να ακριβολογήσω, από την Γραφή ακριβώς προέρχεται η υποχρέωσή μας «να εξετάζωμεν τους εαυτούς μας, εάν εμμένωμεν εν τη πίστει»[2] ή όχι.

«Δεν θέλω να ακούσω “τι λες εσύ” και “τι λέω εγώ”», λέει ο ιερός Αυγουστίνος, «αλλά και οι δύο μας να ακούσουμε “τι λέει ο Κύριος”. Αναμφίβολα υπάρχουν Γραφές του Κυρίου, στην αυθεντία των οποίων και οι δύο μας υπακούουμε και υποτασσόμαστε. Σε αυτές λοιπόν τις Γραφές ας προσπαθούμε να βρούμε την αληθινή Εκκλησία και μόνο πάνω σ αυτές ας στηρίξουμε την συζήτησή μας» [3].

Χωρίς όμως να μου δώσει καθόλου καιρό να του προβάλω την παραμικρή αντίρρηση, ο πνευματικός μου πρόσθεσε: «Ως αντάλλαγμα, θα σάς δώσω έναν κατάλογο δικών μας συγγραφέων, στα έργα των οποίων η Οσιότητά σας θα μπορέσει να βρει και πάλι την πνευματική της γαλήνη, καθώς στα βιβλία αυτά θα μπορέσετε να βρείτε την διδασκαλία της Εκκλησίας μας χωρίς να δυσκολευθείτε καθόλου». Και ρωτώντας με αν είχα «κάτι άλλο περισσότερο ενδιαφέρον» να του αναφέρω, έθεσε τέρμα στην συνομιλία μας.

Λίγες μέρες αργότερα ο πνευματικός μου έφυγε από το μοναστήρι για μία περιοδεία κηρυγμάτων σε διάφορες εκκλησίες και μοναστήρια του τάγματός μας. Αφήνοντάς μου τον κατάλογο των βιβλίων για τα οποία μου είχε μιλήσει, μου είπε να του υποσχεθώ ότι θα του έγραφα τακτικότατα για να τον τηρώ απόλυτα ενήμερο για την πορεία των «ψυχικών μου ανησυχιών».

Παρ’ όλο που τα επιχειρήματά του δεν με είχαν πείσει καθόλου, συγκέντρωσα όλα εκείνα τα βιβλία, με την απόφαση να τα μελετήσω με την μεγαλύτερη δυνατή αντικειμενικότητα και ευσυνειδησία.

Το μεγαλύτερο μέρος από τα βιβλία εκείνα ήταν θεολογικά κείμενα και εγχειρίδια παπικών αποφάσεων και «οικουμενικών» παπικών συνόδων. Ρίχθηκα στην μελέτη τους με ειλικρινές ενδιαφέρον και χωρίς να πάρω κανένα άλλο προληπτικό μέτρο, παρά μόνο την Αγία Γραφή, την οποία είχα ανοιχτή μπροστά μου «λύχνον τοις ποσί μου και φως ταις τρίβοις μου»[4]. Ούτε ο πνευματικός μου ούτε η Εκκλησία μου ολόκληρη θα κατόρθωναν να με εξομοιώσουν με τους Ιουδαίους, τους οποίους κατέκρινε ο Κύριος γιατί «πλανώνται, μη ειδότες τας Γραφάς»[5]. Αντιθέτως, μάλιστα, θα παρέμενα πιστός, κατά το παράδειγμα εκείνων των πιστών οι οποίοι, αφού δέχθηκαν τον λόγο του Θεού «μετά πάσης προθυμίας»[6], επαινέθηκαν από τον Απόστολο, γιατί ερευνούσαν διαρκώς τις Γραφές, προκειμένου να επιβεβαιώνουν από εκεί κάθε τι που τους δίδασκε[7], ώστε να μην εξαπατώνται από «φιλοσοφίας και ματαίας λεπτολογίας κατά την παράδοσιν των ανθρώπων και ουχί του Χριστού»[8].

Όσο όμως προχωρούσα στην ανάγνωση και την μελέτη των κειμένων που μου είχε συστήσει, άρχισα, δειλά στην αρχή, αλλά με όλο και μεγαλύτερη βεβαιότητα έπειτα, να πείθομαι ότι μέχρι τότε αγνοούσα σχεδόν πλήρως την αληθινή φύση και την οργανική συγκρότηση της Εκκλησίας μου.

Αφού μυήθηκα στον χριστιανισμό και βαπτίσθηκα, κατά το τέλος των γυμνασιακών μου σπουδών παρακολούθησα μαθήματα Φιλοσοφίας. Τότε βρισκόμουν ακόμη στο κατώφλι της ρωμαιοκαθολικής θεολογίας· μίας επιστήμης που αποτελούσε για μένα τότε κάτι το εντελώς νέο και πρωτοφανές.

Μέχρι τότε χριστιανισμός και Ρωμαϊκή Εκκλησία αποτελούσαν για μένα δύο ιδέες οι οποίες εξέφραζαν την ίδια και αδιαίρετη πραγματικότητα. Μέσα στην μοναχική μου ζωή, την οποία ζούσα ήσυχα και ατάραχα, με απασχολούσε μόνο η καθαρά υπερφυσική όψη του ζητήματος.

Και καθώς η προσοχή μου ήταν απορροφημένη από τις φιλοσοφικές μου μελέτες, δεν μου είχε δοθεί ακόμη η ευκαιρία να εξετάσω σε βάθος τους λόγους και τις βάσεις της οργανικής συγκροτήσεως της Εκκλησίας μου.

Μέσα σε εκείνα ακριβώς τα επίσημα κείμενα, τα οποία ο πνευματικός μου είχε επιλέξει με τόση οξυδέρκεια, άρχισε να μου αποκαλύπτεται με την πραγματική της μορφή αυτή η παράδοξη θρησκευτικοπολιτική μοναρχική οργάνωση, η οποία ονομάζεται Ρωμαϊκή Εκκλησία. Θεωρώ ότι μία σύντομη ανασκόπηση της διδασκαλίας των βιβλίων που μελέτησα δεν θα ήταν περιττή.


Σημειώσεις

[1] Αγ. Αυγουστίνου, Epistola adversas Donatum, III, 5.

[2] Β΄ Κορ. 13, 5.

[3] Αγ. Αυγουστίνου, Epistola adversas Donatum, III, 5.

[4] Ψαλμ. 118 (119), 105.

[5] Μάρκ. 12, 24.

[6] Πράξ. 17, 11.

[7] Αυτόθι.

[8] Κολασ. 2, 8.

http://oodegr.com/

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΔΕΡΦΟΙ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ



"Ταπεινόφρων, δεν είναι εκείνος που αυτοεξευτελίζεται και ταπεινολογεί,

αλλά εκείνος που υπομένει με χαρά τους εξευτελισμούς

και τις ατιμίες που προέρχονται από τον πλησίον".   


Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

Ο Θεός και η ευσέβεια τού Παπαδιαμάντη (τού Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Αγίου Βλασίου Ιεροθέου)





(Απόσπασμα από το άρθρο -Η Ρωμιοσύνη του Παπαδιαμάντη).

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γεννήθηκε σέ μιά περίοδο πολύ κρίσιμη γιά τόν ελληνισμό, ήτοι τό 1851, καί βέβαια μεγάλωσε σέ μιά εποχή κατά τήν οποία γινόταν επίσημες διεργασίες γιά τόν πολιτιστικό εκσυγχρονισμό τής Ελλάδος, πού ταυτιζόταν μέ τόν εξευρωπαϊσμό, καί αυτός ο πολιτιστικός εκσυγχρονισμός ταυτόχρονα ήταν καί προδοσία έναντι όλου τού πολιτιστικού πλούτου τού Γένους.



…..Ενώ υπήρχε αυτός ο πολιτικός καί πολιτιστικός σχεδιασμός, εν τούτοις ταυτοχρόνως εκφραζόταν καί η μεγάλη ιδέα τού Γένους, τό οποίο Γένος ζούσε μέ τίς παραδόσεις τής Ρωμηοσύνης πού αποστρεφόταν τά ιδεολογικά καί τά θρησκευτικά ρεύματα τής Δύσεως καί είχε αναφορά στήν Κωνσταντινούπολη. Είναι χαρακτηριστικό ότι «τό 1834 ο Κωλέττης προτείνει νά μήν αποκτήσει η Ελλάδα επίσημη πρωτεύουσα, αφού η πραγματική πρωτεύουσα τού ελληνισμού ήταν η Κωνσταντινούπολη.

Στόν πρώτο εορτασμό τής 25ης Μαρτίου, τό 1836, κυριαρχεί τό σύνθημα: “στήν Πόλη”».



Η Ευθυμία Μαυρομιχάλη στό κείμενό της μέ τίτλο Οι Καλλιτεχνικοί Σύλλογοι καί οι στόχοι τους (1880-1910) εκθέτει τήν κινητικότητα πού παρατηρείται στόν χώρο τής Ελλάδος μετά τό 1870, η οποία κινητικότητα χαρακτηρίζεται ως «συλλογομανία». Κατ’ αρχάς ιδρύεται ο καλλιτεχνικός Σύλλογος μέ τήν επωνυμία «Σύλλογος τών ωραίων τεχνών» καί στήν συνέχεια «εμφανίζονται τρείς διαφορετικές συσσωματώσεις φιλοτέχνων μέ τό όνομα “Εταιρεία τών Φιλότεχνων”». Έπειτα εμφανίζεται καί ένας σύλλογος μέ τήν επωνυμία «Ένωση Καλλιτεχνών» πού τά μέλη του είναι κατ’ εξοχήν καλλιτέχνες.

Τό σημαντικό είναι ότι τά μέλη τών συλλόγων αυτών είναι επίλεκτα μέλη τής αθηναϊκής κοινωνίας, πολιτικοί, πνευματικοί άνθρωποι, οι οποίοι χαρακτηρίζουν τό έργο τών συλλόγων αυτών ως «εθνοφελές». Είναι παρατηρημένο ότι αυτή η μεγάλη άνθηση τής νεώτερης τέχνης καί τής μεταδόσεώς της μέ εκθέσεις, διά τών συλλόγων καί τών ενώσεων αυτών εντάσσεται μέσα στήν προσπάθεια προσδιορισμού τής νέας ιδεολογίας τού αρτιγέννητου ελληνικού Κράτους. Οι περισσότεροι καλλιτέχνες, κυρίως ζωγράφοι καί γλύπτες, έχουν σπουδάσει στήν Ευρώπη καί μεταφέρουν μέ τήν τέχνη τους τό νέο αυτό πνεύμα διαμορφώνοντας τήν καινούρια αυτή συνείδηση.

Ο Παπαδιαμάντης, παρά τήν έντονη αυτήν κινητικότητα πού παρατηρείται στόν ελληνικό χώρο τήν εποχή εκείνη πού γεννήθηκε καί εργάσθηκε, παρά τήν νέα διαμορφούμενη συνείδηση, παραμένει Ρωμηός, μαθητής ταπεινός τής παραδόσεως πού γνώρισε στήν Σκιάθο, τούς Κολλυβάδες Πατέρες καί τό Άγιον Όρος καί αυτήν τήν παράδοση εκφράζει. Παραμένει σταθερά προσηλωμένος καί αντίθετος μέ τήν νέα αυτήν νοοτροπία πού επικρατεί στήν Ελλάδα. Δέν επηρεάσθηκε καθόλου από αυτήν τήν νοοτροπία. Όμως τόν δικαίωσε η ιστορία, γιατί απέδειξε ότι η παράδοση τήν οποία εκπροσωπούσε είχε διαχρονική αξία, ενώ η νέα ευρωπαϊκή παράδοση, πού διαπνεόταν από τίς αρχές τού διαφωτισμού καί τού ρομαντισμού ήταν εκφράσεις ενός μέρους τού χρόνου τής ιστορίας. Τήν μεγαλωσύνη τού Παπαδιαμάντη τήν βλέπω σέ αυτήν τήν αντίστασή του πρός τήν νέα εθνική συνείδηση πού εκαλλιεργείτο καί επιβαλλόταν στήν εποχή του.

 Ο Θεός τού Παπαδιαμάντη

Ο Θεός τού Παπαδιαμάντη είναι ο Θεός τών Πατέρων καί ιδιαιτέρως τών Φιλοκαλικών Πατέρων μέ τήν εμπειρική γνώση τού Θεού καί φυσικά μέ τήν φιλοθεΐα καί φιλανθρωπία. Δέν είναι ο Θεός τού Θωμά τού Ακινάτη καί τού Άνσελμου Καντερβουρίας.
Ο Θεός τού Θωμά τού Ακινάτη είναι ένας θεός απρόσιτος, σκληρός, πού υποχρεώνει τόν άνθρωπο στήν αποδοχή τής ύπαρξής του. Στήν Σούμα Θεολογική, ο Θωμάς ο Ακινάτης, μετά τά επιχειρήματα περί τής υπάρξεως τού Θεού, φθάνει σέ αναγκαστικές δεσμεύσεις: «Ανάγκη λοιπόν νά παραδεχθώμεν πρώτην τινα ποιητικήν αιτίαν, ήν πάντες ονομάζουσι Θεόν». Καί αλλού: «Συνεπώς πρέπει νά υπάρχη όν νοούν, υφ ού πάντα τά φυσικά όντα κυβερνώνται καί κατευθύνονται πρός τόν εαυτών σκοπόν τό δ όν τούτο ονομάζομεν Θεόν». Καί αλλού: «Δέν δυνάμεθα νά διακριβώσωμεν πώς ο Θεός είνε, αλλά μάλλον πώς δέν είνε».
Ο Θεός, ακόμη, τού Άνσελμου Καντερβουρίας είναι ένας θεός φεουδάρχης ο οποίος κυριαρχείται από τρείς αρχές, ήτοι ότι είναι η υψίστη δικαιοσύνη, η υψίστη τιμή καί ότι είναι θεός τάξεως, αφού έβαλε σέ όλη τήν κτίση τήν τάξη. Οπότε, κάθε αμαρτία είναι προσβολή τής τιμής καί τής δικαιοσύνης τού Θεού, αλλά καί παράβαση τής τάξεως πού υπάρχει σέ όλη τήν δημιουργία. Γι αυτό καί ο αμαρτωλός άνθρωπος πρέπει νά τιμωρηθή, ή πρέπει νά εξιλεώση τήν δικαιοσύνη τού Θεού καί νά αποκαταστήση τήν τρωθείσα τιμή Του.
Ο Νίκος Καζαντζάκης, επηρεασμένος από αυτήν τήν δυτική θεολογική προβληματική, είχε υπ όψη του έναν τέτοιο δυνάστη θεό. Σέ μιά αλληλογραφία πού είχε μέ κάποιον ελληνοαμερικανό Ιερέα Εμμανουήλ Παπαστεφάνου φαίνεται αυτός ο επηρεασμός του. 

Γράφει κάπου:
«Ο θεός μου είναι όλο λάσπη, αίματα, επιθυμίες κι οράματα. Δέν είναι ο αγνός, άσπιλος, παντοδύναμος, πάνσοφος, δίκαιος, πανάγαθος. Δέν είναι φώς. Μέ αγώνα, μέ κάματο μετουσιώνει τή νύχτα μέσα στά σωθικά του καί τήν κάνει φώς. Ανηφορίζει αγκομαχώντας τόν ανήφορο τής αρετής. Φωνάζει βοήθεια. Δέ μάς σώζει. Εμείς τόνε σώζομε. Salvatores Dei! Τί θά πεί τόνε σώζομε; Σώζομε μέσα απ τήν εφήμερη πήλινη ύπαρξή μας τήν πνοή τήν αιώνια, μετουσιώνουμε τή σάρκα, τόν αέρα, τό νερό καί τά κάνομε πνέμα. Μέσα από τήν ύλη, στό εργαστήρι τούτο τού κορμιού μας, κατασκευάζομε πνέμα, ελεφτερόνομε τό Θεό. Άλλο σκοπό δέν έχει η ζωή μας».

Καί σέ μιά από τίς τελευταίες επιστολές του (25-4-54) γράφει:
«Τρία τά μεγάλα θεολογικά στάδια πού πέρασα:
- Θεέ μου, εσύ θά μέ σώσης
- Θεέ μου, εγώ θά σέ σώσω
- Μαζί θά συνεργαστούμε μαζί θά σωθούμε, Θεέ μου».
Ο Θεός, όμως, τού Παπαδιαμάντη είναι ο Θεός τής αποκαλυπτικής αλήθειας. Ο Παπαδιαμάντης γνώρισε τόν Θεό από νηπτικούς πατέρας, πού ονομάζονταν κολλυβάδες, τόσο στό Άγιον Όρος όσο καί στήν Σκιάθο. Είναι Θεός αγάπης, πού συμπονεί τόν άνθρωπο, πού τόν αγαπά, πού αγαπά πιό πολύ τούς αμαρτωλούς πού συναισθάνονται τήν πνευματική τους φτώχεια. Αυτό φαίνεται καθαρά σέ όλο τό έργο του. Ο Θεός, όπως έλεγε ο όσιος Σιλουανός, είναι ταπείνωση καί πραότητα πού συγχωρεί τούς αμαρτωλούς.

Γράφοντας ο Παπαδιαμάντης γιά τό καθαρτήριο πύρ τής «Παπικής Ρώμης» σχολιάζει:
«Ημείς Καθαρτήριον δέν ηξεύρομεν, πιστεύομεν όμως ότι ο Θεός εν τώ απείρω Αυτού ελέει πολλάς πολλών αμαρτίας θά συγχωρήση δεχόμενος τάς μυστικάς θυσίας καί τάς εν αυταίς γινομένας ευλαβώς μνείας τών κεκοιμημένων. Περί Καθαρτηρίου δέ καί άλλων τοιούτων δέν πολυπραγμονούμεν. Οι Δυτικοί θεολόγοι είναι δεινοί εις τό νά περιγράφωσιν επί τό φανταστικώτερον καί τάς Κολάσεις καί τά Καθαρτήρια. Ημείς γνωρίζομεν μόνον ότι αι ψυχαί τών ορθοδόξων χριστιανών, όσοι ημάρτησαν ως άνθρωποι, είναι εις τό άπειρον έλεος τού Θεού».

Ακόμη, σέ όλα τά έργα του φαίνεται διάχυτη αυτή η ευσπλαχνία τού Θεού πρός τόν άνθρωπο. Τήν Χριστίνα, τήν δασκάλα, πού ζούσε χωρίς στεφάνι, τήν βλέπει μέ συμπάθεια, γι αυτό στό τέλος τού διηγήματός του γράφει γι αυτήν: «Αλλ Εκείνος, όστις ανέστη “ένεκα τής ταλαιπωρίας τών πτωχών καί τού στεναγμού τών πενήτων”, όστις εδέχθη τής αμαρτωλής τά μύρα καί τά δάκρυα καί τού ληστού τό Μνήσθητί μου, θά δεχθή καί αυτής τής πτωχής τήν μετάνοιαν, καί θά τής δώση χώρον καί τόπον χλοερόν, καί άνεσιν καί αναψυχήν εις τήν βασιλείαν Του τήν αιωνίαν». Τόν «μπαρμπα-Γιαννιό τόν Έρωντα», πού πέθανε μπροστά στήν πόρτα τής Πολυλογούς πού αγαπούσε, καί σκεπάστηκε από τό χιόνι, τόν αφήνει στό έλεος καί τήν αγάπη τού Θεού. Γράφει: «Καί ο μπαρμπα-Γιαννιός άσπρισεν όλος, κ εκοιμήθη υπό τήν χιόνα, διά νά μή παρασταθή γυμνός καί τετραχηλισμένος, αυτός καί η ζωή του καί αι πράξεις του, ενώπιον τού Κριτού, τού Παλαιού Ημερών, τού Τρισαγίου». Τήν Φραγκογιαννού, πού καταδιωκόμενη από δύο άνδρες γιά τό έγκλημα πού έκανε καί στήν προσπάθειά της νά ανεβή τόν βράχο τού αγίου Σώστη, πνίγηκε, γράφει: «Η γραία Χαδούλα εύρε τόν θάνατον εις τό πέραμα τού Αγίου Σώστη, εις τόν λαιμόν τόν ενώνοντα τόν βράχον τού ερημητηρίου μέ τήν ξηράν, εις τό ήμισυ τού δρόμου, μεταξύ τής θείας καί τής ανθρωπίνης δικαιοσύνης».

 Η ευσέβεια τού Παπαδιαμάντη

Η ευσέβεια τού Παπαδιαμάντη δέν έχει καμμία σχέση μέ τόν καλβινιστικό πουριτανισμό, δέν διακρίνεται από κάποια πουριτανική ηθική, αλλά είναι η ευσέβεια τής ορθοδόξου παραδόσεως.
Είναι γνωστόν ότι οι Προτεστάντες καί κυρίως οι Καλβινιστές, επηρεασμένοι από τόν απόλυτο προορισμό, έφθασαν στό σημείο νά κάνουν λόγο γιά σεσωσμένους καί μή, από καθαρά ρατσιστικά κριτήρια καί, βέβαια, η σωτηρία εκδηλώνεται καί εξωτερικά, δηλαδή οι άνθρωποι πρέπει νά έχουν εκδηλώσεις γιά τήν απόδειξη τής σωτηρίας. Τά πέντε σημεία, όπως διατυπώθηκαν από τούς Καλβινιστάς στήν συνάντηση τού Dort τής Ολλανδίας τό 1618, ήτοι «η τέλεια αδυναμία ή η τέλεια διαφθορά», «η εκλογή τών σεσωσμένων από τόν Θεό χωρίς όρους», «η ειδική απολύτρωση ή η περιορισμένη εξιλέωση», πού γίνεται μέ τό απολυτρωτικό έργο τού Χριστού, «η ακατανίκητη χάρη» τού Αγίου Πνεύματος, πού οδηγεί τόν εκλεγμένο αναπόφευκτα στήν σωτηρία, «η εμμονή τών αγίων», αφού οι εκλεγμένοι είναι αιώνια σεσωσμένοι καί δέν έχουν δυνατότητα επιλογής, δημιούργησαν έναν πουριτανικό Χριστιανισμό πού βασίζεται σέ μιά ιδιότυπη ρατσιστική νοοτροπία. Οι άνθρωποι χωρίζονται σέ σεσωσμένους ή μή, ακόμη καί από εξωτερικά κριτήρια, δηλαδή από τήν επιτυχία στόν κόσμο, τήν κυριαρχία στήν κοινωνία, καί τήν απόκτηση τών υλικών αγαθών.

Μέσα στά πλαίσια αυτά πρέπει νά εξετάζουμε καί τήν προτεσταντική ηθική, πού χωρίζει τούς ανθρώπους σέ αμαρτωλούς καί αγίους, σέ ηθικούς καί ανήθικους, σέ ευσεβείς καί ασεβείς, μέ βάση εξωτερικά κριτήρια. Σέ αυτόν τόν πειρασμό έπεσε καί ο Καζαντζάκης, ο οποίος στό έργο του Ο Χριστός ξανασταυρώνεται χωρίζει τούς Κληρικούς στίς δύο αυτές κατηγορίες, αφού ο παπα-Φώτης είναι άγιος, ενώ ο παπα-Γρηγόρης είναι ο φαταούλας, ο εκμεταλλευτής, καί όσο εξυψώνει υπερβολικά τόν πρώτο, τόσο ταπεινώνει υπερβολικά τόν δεύτερο. Δέν μπορεί νά βρή καί άλλα στοιχεία στούς ανθρώπους πού περιγράφει.

Αντίθετα, ο Παπαδιαμάντης διακρίνεται από μιά ευαισθησία, σάν κι αυτή πού έχουν οι ερημίτες μοναχοί. Ποιός δέν έχει πλησιάσει τέτοιους ερημίτες καί δέν έχει αισθανθή τήν αρχοντική τους αγάπη, πού σέ θερμαίνουν μέ τήν θαλπωρή, μέ τόν ιλαρό λόγο; Αλλά καί όταν χρησιμοποιούν «σκληρό» λόγο, αυτός ο λόγος είναι θεραπευτικός, αφού προέρχεται από μιά ευαίσθητη καρδιά. Ο ασκητής είναι «ανίκανος» νά κάνη κακό στούς άλλους.

Ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης έχει αίσθηση τής αναξιότητός του, τής πνευματικής του πτωχείας, παρά τήν μεγάλη πνευματική αρχοντιά του. Στό τέλος τού έργου του Αμαρτίας φαντάσματα γράφει: «Τ ανωτέρω συνηρμολογήθησαν εκ παλαιών ατάκτων σημειώσεων τεθνεώτος ατυχούς φίλου». Προφανώς πρόκειται γιά σημειώσεις τού ιδίου τού συγγραφέα, αλλά καί άν δέν είναι δείχνει τήν ίδια νοοτροπία πού τόν διακατείχε. 

Συνεχίζει:
«Ώ, φρίκη, καί πόνος ανεκλάλητος! Είδα, είδα τό παρελθόν μου μέ τούς ιδίους μου οφθαλμούς, τό είδα ως μαύρον φάντασμα. Ολίγον ακόμη καί η καρδία μου θά έπαυε νά πάλλη. Ηισθάνθην βαθείαν συντριβήν τό φάσμα τό ίδιον μ ευσπλαγχνίσθη, καί ταχέως έγινεν άφαντον.
Έλαβα τό αγγείον μέ τό ύδωρ, καί κατήλθον μέ βήματα βραδέα, τύπτων τά στήθη, καί ψιθυρίζων. “Αμαρτίας νεότητός μου καί αγνοίας μου μή μνησθής, Κύριε…”».
Δέν χωρίζει τούς ανθρώπους σέ καλούς καί κακούς, σέ ευσεβείς καί ασεβείς, αλλά σέ όλους βλέπει ότι είναι δημιουργήματα τού Θεού. Κάθε άνθρωπος, παρά τήν πτώση του, διασώζει τό κάλλος τής δημιουργίας, παραμένει μέσα του τό κατ εικόνα έστω καί αμαυρωμένο, μαζί μέ τούς δερμάτινους χιτώνας τής πτώσεως. Καί πρέπει κανείς νά έχη ευαισθησία καρδιακή γιά νά βλέπη τήν εσωτερική αυτή δόξα μέσα στήν κατά κόσμον αδοξία.

Στήν Εξοχική λαμπρή σκιαγραφεί ανάγλυφα τό πάθος τού παπα-Κυριάκου, πού αναδύθηκε από τό πάθος τού παπα-Θοδωρή, αλλά στό τέλος ο παπα-Κυριάκος μετανοεί.
Η Χριστίνα η δασκάλα ήταν αστεφάνωτη, αλλά είχε φθάσει σέ βίωση μεγάλης αυτομεμψίας, αφού ακόμη «καί τάς καλάς ημέρας δέν είχε τόλμης πρόσωπον νά υπάγη κι αυτή εις τήν εκκλησίαν» καί όταν πήγαινε καθόταν μακρυά από τόν κόσμο. Μόνον στόν Εσπερινό τής Αγάπης «κρυφά καί δειλά εισείρπεν εις τόν ναόν, διά ν ακούση τό “Αναστάσεως ημέρα” μαζί μέ τίς δούλες καί τίς παραμάννες». Η θρησκευτική κοινότητα τήν έχει απορρίψει, αλλά αυτή όμως δέν τήν απέρριψε. Νοσταλγούσε τήν συμμετοχή της σέ λατρευτικές συνάξεις καί συμμετείχε νοερά καί εξ αποστάσεως, διακριτικά.

Περιγράφει πολύ παραστατικά ο Παπαδιαμάντης όλη τήν αυτομεμψία πού κυριαρχούσε στήν ψυχή της. Εν τούτοις αυτή η ίδια μεγάλωνε τά παιδιά πού έκανε ο άντρας της μέ τίς «ερωμένες» του. «Η ταλαίπωρος αυτή μανθάνουσα, επιπλήττουσα, διαμαρτυρομένη, υπομένουσα, εγκαρτερούσα, έπαιρνε τά νόθα τού αστεφανώτου ανδρός της εις τό σπίτι, τά εθέρμαινεν εις τήν αγκαλιάν της, ανέπτυσσε μητρικήν στοργήν, τά επονούσε». Καί όταν τά παιδιά τρία ή τέσσερα πέθαναν έως επτά ή οκτώ ετών η Χριστίνα η δασκάλα πονούσε πολύ. «Κι αυτή επικραίνετο. Εγήρασκε καί άσπριζε. Κ έκλαιε τά νόθα τού ανδρός της ως νά ήσαν γνήσια δικά της». Καί όταν ο άνδρας της δέν έλεγε νά τήν στεφανωθή, «αυτή δέν έλεγε πλέον τίποτε. Υπέφερεν εν σιωπή», παρά τήν κατακραυγή τής κοινωνίας.
Αυτό τό ίδιο περιστατικό τό βλέπουμε στόν γάμο τού Καραχμέτη.


ΠΗΓΗ.ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΙΣ

http://fdathanasiou.wordpress.com/

κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης-στην Παναγιά την Κουνίστρα





Εις όλην την Χριστιανοσύνη
μια είναι μόνη Παναγία αγνή,
κόρη παιδίσκη, Άσμα των Άσμάτων,
χωρίς Χριστόν, θείο παιδί, στά χέρια,
και τρεφομένη με αγγέλων άρτον!..

Εσύ' σαι η μόνη Παναγία Κουνίστρα,
που εφανερώθης στης Σκιάθου το νησί,
εις δένδρον πεύκου επάνω καθημένη,
κ' αιωρουμένη εις τερπνήν αιώραν,
όπως αι κορασίδες συνηθίζουν...

Εφανερώθης, κι όλος ο λαός
μετά θυμιαμάτων και λαμπάδων
εν θεία λιτανεία σε παρέπεμψε -
κ' εσήκωσεν ωραίον λευκόν ναόν,
που με πιατάκια ελληνικά σου στόλισε!..

Κι όλος ο ήλιος έλαμπεν εις τον ναόν σου,
και φως τον πλημμυρούσε μαργαρώδες,
όλα τ' άστέρια εφεγγοβολούσαν,
και η σελήνη εχάιδευε γλυκά
τα απλά της εκκλησίας σου καντιλάκια !..

Κ' είδες, η Κόρη, του λαού την πίστιν,
είδες και την πτωχείαν κ' ευσπλαχνίσθης,
όπως το πάλαι είχε σπλαχνισθή ο Υιός σου
τους προγόνους του ίδιου του λαού,
ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα...

Κι άρχισες να γιατρεύης τους αρρώστους
και να γιατρεύης τους δαιμονισμένους -
που ήρχετο ώρα κ' εις τους τοίχους εχτυπώντο
με φοβερόν συγκλονισμόν -
κι άρχισες, θεία, να θαυματουργής!..

Κ' η χάρη σου ξαπλώθηχε ως τα πέρατα
του ειρηνικού νησιού της Σκιάθου -
ω Παναγιά μου, κόρη πάναγνη, καλή!
...Κ' ίσως να φτάση κι ως εμένα και ν' απλώση
γαλήνη στην ψυχή μου, την αμαρτωλή...


http://misha.pblogs.gr/

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΔΕΡΦΟΙ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ


ΜΙΑ ΓΛΥΚΕΙΑ ΚΑΛΗΜΕΡΑ....!!

ΜΙΑ ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΒΟΗΘΕΙΑΣ  ΑΠΟ ΤΗ ΚΥΡΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟ...!!

ΝΑΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΚΑΛΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ...!!

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Οι “άνθρωποι του περιθωρίου”




(απόσπασμα συνέντευξης από τον π. Χαράλαμπο Παπαδόπουλο, γνωστό και ως “πατέρα Λίβυο”)

Στο βιβλίο σας μιλάτε- μεταξύ άλλων- για αναρχικούς, ανθρώπους του περιθωρίου, πόρνες, αλκοολικούς… Η Εκκλησία προσπαθεί να τους πλησιάσει;

«Δεν θέλω να μιλήσω για το τι κάνει η εκκλησία. Δεν είμαι αρμόδιος εγώ να κρίνω το έργο σύνολης της εκκλησίας. Μην ξεχνάτε είμαι ένας απλός παπάς σε ένα χωριό της ενδοχώρας. Σίγουρα γίνονται πολλά και σπουδαία σε ποιμαντικό επίπεδο σε όλες τις Μητροπόλεις και μπορούν να γίνουν ακόμη περισσότερα.

Εγώ αυτό που μπορώ να πω, είναι η ότι εκκλησία δεν σώζει με αυτό που κάνει αλλά με αυτό που είναι. Εάν η εκκλησία είναι όντως εκκλησία δηλαδή κοινότητα προσώπων, με όνομα και επώνυμο, που κοινωνούν οι βίοι των ανθρώπων, οι χαρές, τα βάσανα και οι καημοί τους, τα χαρίσματα και πάθη τους, και όχι ένας χώρος όπου, όπως αναφέρει σύγχρονος θεολόγος, oι άνθρωποι φροντίζουν ο καθένας τον εαυτό του, εκεί που ο καθένας κρατάει τα αγαθά του, την χαρά του, την δύναμή του, την ελπίδα του, την πίστη του, την αρετή του για τον εαυτό του και δεν την μοιράζεται με τους άλλους, τότε όλο το ονομαζόμενο «περιθώριο» όχι απλώς χωράει, αλλά θεραπεύεται και σώζεται.

Στα κείμενά μου κυριαρχούν όντως και άνθρωποι του «περιθωρίου» Δεν ξέρω, αλλά εγώ τους αγαπώ πολύ. Βρίσκω μέσα τους μια καθαρότητα που δεν υπάρχει στα μάτια πολλών «καθώς πρέπει» πολιτών.

Θεωρώ ότι μέσα στις ψυχές τους κυριαρχεί σε μεγάλο ποσοστό η ειλικρίνεια και η ταπείνωση. Σε ένα κόσμο που νομίζει ότι τα ξέρει όλα, αυτοί σου λένε δεν ξέρω τίποτα. Σε μια κοινωνία που τουλάχιστον τις τελευταίες δεκαετίες αισθανόταν «επιτυχημένη» γιατί έκανε την «αρπαχτή», αυτοί σου λένε είμαι ένα τίποτα.

Εμείς όμως βλέπετε προκλητικά ξεχνάμε ότι ο Χριστός είπε «Αμήν λέγω υμίν ότι οι τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν υμάς εις την βασιλείαν Του Θεού…». Γιατί άραγε; Μα γιατί ο Χριστός διέκρινε στις καρδιές τους τέτοια καθαρότητα και αγνότητα που δεν εύρισκες στις ψυχές των «ηθικών» και «νομοταγών» πολιτών της εποχής εκείνης.

Ξέρετε στα Εξάρχεια έζησε μια μεγάλη ιλαροτραγική μορφή διανόησης ο Νικόλας Άσιμος. Μια από τις πολλές «σαλότητες» που έκανε ήταν να φοράει δυο γραβάτες στο λαιμό του και να προκαλεί τους περαστικούς λέγοντας «κοιτάξτε εγώ φοράω δυο γραβάτες, είμαι δυο φορές κύριος». Με τον τρόπο αυτό καυτηρίαζε την κοινωνική υποκρισία και των φαρισαϊσμό της άρχουσας τάξης.

Κοιτάξτε, ο ηθικισμός ήταν και παραμένει μια μεγάλη πληγή τόσο για την κοινωνία όσο και για την εκκλησία. Διότι διαμορφώνει έναν άνθρωπο νεκρό, άνευρο, άοσμο, άγευστο και κυρίως ψευδή και υποκριτή.

Μην λησμονείτε ότι πάντοτε στην καρδιά ενός μαθητή θα κρύβεται ένας προδότης και στην καρδιά μιας πόρνης μια αγία»

 www.patris.gr/

1η Oκτωβρίου, η σύναξις της θαυματουργού εικόνος της Παναγίας της Γοργοϋπηκόου




Διήγησις περί της Θαυματουργής Εικόνος της Θεοτόκου, της καλουμένης «ΓΟΡΓΟΫΠΗΚΟΟΥ» και ευρισκουμένης εν τω ιερώ Μοναστηρίω του Δοχειαρίου.



Εν τη ιστορία του ιερού Μοναστηρίου του Δοχειαρίου, ευρισκομένη εν τω Προσκυνηταρίω του Δοχειαρίου, τυπωθέντι εν Βουκουρεστίω τω 1843, λέγονται περί της αγίας ταύτης εικόνος τα ακόλουθα :

Τι δε και περί της αγίας Εικόνος της Κυρίας και Θαυματουργού ημών Θεοτόκου Γοργοϋπηκόου, είποι τις καν; Αύτη ως άλλη σελήνη πολύφωτος έλαμψεν εν τοις εσχάτοις τούτοις καιροίς εις το ιερόν τούτο Μοναστήριον, και ως άριστος Κυβερνήτης, και σοφός οικονόμος εξοικονομεί αυτό και διακυβερνά, ανεπηρέαστους από πάσαν προσβολήν και επήρειαν τους εν αυτώ ασκουμένους Οσίους Πατέρας συντηρούσα και διαφυλάττουσα, γοργώς δε και προθύμως υπακούσασα και ελεούσα αυτούς και πάντας τους εν αυτήν μετ' ευλαβείας προσερχομένους ορθοδόξους Χριστιανούς εις πάσαν ικεσίαν αυτώ και παράκλησιν, ως κατ' έλεος δια θαύματος εκφωνήσασα τούτο εις αυτούς εχαρίσατο έχει δε τούτο το θαύμα ως εξής :

Εδώ και έμπροσθεν της κοινής τραπέζης του Μοναστηρίου ήτον εζωγραφισμένη εις τον τοίχον μία Εικών της Θεοτόκου εξ αμνημονεύτων χρόνων. Οι σεβασμιώτεροι των Πατέρων όμως και γηραλεώτεροι θέλουσιν ότι ιστορήθη επί των ημερών του αγίου Νεοφύτου, κτίτορος της ιεράς ταύτης της Μονής, ως κατά παράδοσιν έχουσι και αυτοί από άλλους πρεσβύτας και γηραιούς Πατέρας, όπου είναι από τότε και έως την σήμερον χρόνοι οκτακόσιοι πεντήκοντα της οποίας εικόνος η μορφή και το εκτύπωμα δεν διεφθάρη, αλλ' ούτε διελύθη τόσον, όσον απήτει η πολυχρονιότης και πολυκαιρία της χρονολογίας της και εκ τούτου γνωρίζεται, ότι παρά της Θείας προνοίας ήτον προωρισμένον να διαφυλαχθή χωρίς να φθαρή τόσους χρόνους, καιτοι εις συνήθη και μετρίαν τιμήν σεβόμενη δια να φανή εις τους εσχάτους καιρούς δεδοξασμένη, θαυματουργός και επίσημος, και μετά Θεόν του ιερού τούτου Μοναστηρίου προστάτις ένθερμος, και Κυβερνήτις υπέρμαχος, ως αυτή μόνη της τω τραπεζάρη εδήλωσεν, όταν κατ' οικονομίαν εις αυτόν εθαυματούργησεν.

Έμπροσθεν λοιπόν αυτής της θαυματουργού Αγίας Εικόνος ήτον διάβασις, δι' ης οι Πατέρες επήγαινον εις την τράπεζαν αλλ' ο τραπεζάρης όμως συνεχέστερον διέβαινεν εκείθεν νύκτωρ και μεθ' ημέραν, προς εκτέλεσιν των υπηρεσιών του, ως απήτει το διακόνημά του, και εν καιρώ της νυκτός δαδία αναμμένα έφερεν εις φαυσίν του.

Κατά δε το σωτήριον έτος από Χριστού χίλια εξακόσια εξήκοντα τέσσερα, διερχόμενος κατά την συνήθειάν του ο τότε τραπεζάρης Νείλος καλούμενος έμπροσθεν της Εικόνος με δαδία αναμμένα, ήκουσε τα εξής : «Άλλοτε να μη διέλθης εντεύθεν με δαδία καπνίζων την εμήν Εικόνα».

Αυτός δε μη συνιείς, ότι εκ της Εικόνος η τοιαύτη φωνή εξήλθεν, αλλ' εξ ανθρώπου υπολαβών ότι των Αδελφών τις πειράζει αυτόν, δεν εννοιάσθη τελείως, αλλ' εξηκολούθει την συνήθειάν του ημερών δε πολλών μη παρελθουσών, καθ' ην ώραν η πρώτη φωνή ηκούσθη ήκουσε και αύθις φωνής ούτω προς αυτόν φθελξαμένης «ω Μοναχέ αμόναχε, έως πότε ανευλαβώς και ατίμως καπνίζεις την εμήν μορφήν;» και συν τη φωνή αορασία αυτόν επάταξεν ως δε η οφθαλμία τον δυστυχή κατέλαβε, τότε εμνήσθη της προλαβούσης φωνής, και εγνώρισεν ότι δικαίως έπαθεν, επειδή ου προσέσχεν εις την εντολήν της Κυρίας ημών Θεοτόκου, αλλ' εξ απροσεξίας παρέβλεψε.

Πρωίας δε γενομένης εύρον οι αδελφοί αυτόν πρηνή επί το έδαφος της διαβάσεως έμπροσθεν της αγίας Εικόνος, μη δυνάμενον αυτούς ιδείν, τυφλός γαρ ην, παρ' ου πληροφορηθέντες την αιτίαν, φόβος και τρόμος συνέλαβε πάντας, όθεν μετ' ευλαβείας, πλέον εκείθεν διερχόμενοι, και κανδήλαν ακοίμητον κρεμάσαντες έμπροσθεν της αγίας Εικόνος και προσέταξαν τον νέον τραπεζάρην κατά πάσαν εσπέραν προσφέρειν θυμίαμα ο δε τυφλωθείς τραπεζάρης ουκ ηθέλησε μήτε εις τον οίκον του επελθείν, μήτε ανάπαυσιν παραμικράν εαυτώ δούναι, αλλ' εν στασιδίω παρέμεινεν έμπροσθεν της αγίας εικόνος, νύκτωρ και μεθ' ημέραν παρακαλών μετά δακρύων και οδυρμών την Υπεραγίαν Θεοτόκον να συγχωρήση, ως συμπαθεστάτη Μήτηρ του Θεού Λόγου, και μεσίτρια του ανθρωπίνου γένους, την εξ απροσεξίας αμαρτίαν του και εις σημείον της αφέσεώς του να χαρίση εις αυτόν το φως των οφθαλμών του, ίνα θεωρών την αγίαν αυτής εικόνα, δοξάζει και ανυμνή μετ' ευχαριστίας το αυτής Θεοδόξαστον πρωτότυπον αλλ' ουκ εψεύσθη όμως των χρηστών του ελπίδων, μήτε κατησχυμένος έμεινεν ύστερον από τόσας προσευχάς και οχετούς δακρύων, οπού έχυσε τόσον καιρόν έμπροσθεν της αγίας εικόνος.

Επειδή και η πηγή της ευσπλαχνίας και του ελέους, η ταχίστη αντίληψις και παραμυθία πάντων των θλιβομένων, η Κυρία ημών Θεοτόκος, κλίνασα το ους αυτής το φιλάνθρωπον υπήκουσεν ευμενώς των μετά συντετριμμένης καρδίας θερμών δεήσεων του δούλου της, εν μία των ημερών απεκάλυψε τα εξής προς αυτών, φωνήσασα ούτως εκ της Εικόνος και εκ τρίτου « ω Μοναχέ, εισηκούσθη η δέησίς σου προς με και έσο συγχωρημένος, και βλέπων ως και πρότερον ανάγγειλον δε και τοις λοιποίς ενασκουμένοις Πατράσι και συναδέλφοις σου, ότι εγώ είμαι η Μήτηρ του Θεού Λόγου, και μετά Θεόν της ιεράς ταύτης Μονής των Αρχαγγέλων σκέπη και βοήθεια και κραταιά προστασία, προνοουμένη υπέρ αυτής ως υπέρμαχος Κυβερνήτις και εις το εξής οι Μοναχοί ας καταφεύγουσι προς με δια κάθε κάθε τους ανάγκην, και γοργώς θέλω υπακούω αυτών και πάντων των μετ' ευλαβείας καταφευγόντων εις εμέ ορθοδόξων Χριστιανών, ότι Γοργοϋπήκοος καλούμαι.

Ευθύς λοιπόν με την χαριτωμένην θείαν φωνήν αυτώ των χαρμόσυνων λόγων, ηνεώχθησαν οι οφθαλμοί του Μοναχού Τραπεζάρη, με τρόπον υπερφυσικόν και θαυμάσιον, ώστε οπού κρότον έδωκεν εις όλον το Αγιώνυμον Όρος, και πολλοί των Μοναχώ, δια να γένωσιν αυτόπται του γεγονότος εν ταις ημέραις αυτών τοιούτου τεραστίου θαύματος, απήρχοντο τότε εις την ιεράν αυτήν Μονήν από όλα τα μοναστήρια, και προσκυνούντες την Υπεραγίαν Θεοτόκον την Θαυματουργόν Γοργοϋπήκοον, έβλεπον και τον τυφλωθέντα και πάλιν ομματωθέντα Μοναχόν και εθαύμαζον, ο οποίος άμα οπού εφανέρωνεν εις τους Πατέρας του Μοναστηριού τούτου όσα η Θαυματουργός Γοργοϋπήκοος επρόσταζεν αυτόν δια να τους ειπή, άπαντες ομοθυμαδόν προσήλθον έμπροσθεν εις την θαυματουργόν Αγίαν Εικόνα της Γοργοϋπηκόου, και ευχαριστίαν προσενεγκόντες μετά παρακλήσεων, θυμιαμάτων και κηρών, την εις την τράπεζαν πλέον εκείθεν διάβασιν εμπόδισαν, και περιεσφάλισαν πάνυ σεβασμίως και αξιοπρεπώς το μέρος της αγίας Εικόνος, και επειδή προς δυσμάς βλέπει, και τόπος ευρύχωρος ουκ ήτον, πλαγίως εις τα δεξιά μέρη της θαυματουργού εικόνος ανήγειραν ευθύς ιερόν Ναόν περικαλή και θαυμάσιον επ' ονόματι της Υπεραγίας Θεοτόκου της θαυματουργού Γοργοϋπηκόου, όπου ευρίσκεται διωρισμένος εις Ιερομόναχος, ο πλέον ευλαβέστερος των Πατέρων και δόκιμος, Προσμονάριος ονομαζόμενος, με το να προσμένη, και ευρίσκεται τον περισσότερον καιρόν εις το προσκυνητάριον της θαυματουργής Γοργοϋπηκόου, και ψάλλει καθ' εσπέραν και πρωί παρακλήσεις έμπροσθεν της αγίος Εικόνος.

Εν τη εσπέρα εκάστης Τρίτης και Πέμπτης, άφευκτος μετά την απόλυσιν του εσπερινού, ποιεί ο Εφημέριος ευθύς ευλογητόν ένδον του μεγάλου και Καθολικού Ιερού Ναού, και εξέρχονται κατά τάξιν όλοι οι Πατέρες μετά παρατάξεως και παρουσίας πολλής, και απέρχονται έμπροσθεν της αγίας εικόνος της Θαυματουργού Γοργοϋπηκόου, όπου ψάλλεται κοινή παράκλησις μετά μέλους και κατανύξεως παρά διωρισμένων ψαλτών του Μοναστηριού, και μνημονεύει ο Εφημέριος πάντων των ευσεβών και ορθοδόξων Χριστιανών, προσδεόμενος και υπέρ της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου ο δε Προσμονάριος, εφ' ου τελειώση η κοινή παράκλησις, και ασπασθώσιν οι Πατέρες την θαυματουργόν αγίαν εικόνα της Γοργοϋπηκόου, επισαροί και πάνυ καλώς ευτρεπίζει το ιερόν παρεκκλήσιον της Γοργοϋπηκόου, όπου δις της εβδομάδος τελείται η θεία και ιερά λειτουργία, ομοίως και το Προσκυνητάριον και φροντίζει καθ' εκάστην να ανάπτη τας κανδήλας, οπού κρέμανται έμπροσθεν της αγίας εικόνος της Γοργοϋπηκόου υπέρ τας είκοσι τον αριθμόν ούσας, όλας σε παρά των Χριστιανών αφιερωμένας δια θαυματουργίας, οπού κατά καιρούς ηξιώθησαν, εξ ων ακοίμητοι εισιν εξ, το δε έλαιον αυτών αποστέλλεται καθ' έκαστον χρόνον από εξ ευλαβείς Χριστιανούς, οπού ελυτρώθησαν από θανασίμους κινδύνους, την βοήθειαν επικαλεσάμενοι της Υπεραγίας Θεοτόκου της Θαυματουργού Γοργοϋπηκόου όσας δε ιάσεις και εξαίσια θαύματα έκτοτε εποίησε, και ποιεί καθ' εκάστην, να γραφούν είναι αδύνατον διότι ωσάν οπού ως άλλη κολυμβήθρα του Σιλωάμ ανεδείχθη θαυμασίος τυφλούς ωμμάτωσε, χωλούς ανώρθωσε, παραλύτους συνέσφιγξε, κατ' εξοχήν τας στερεούσας μητέρας εποίησεν, εκ ναυαγίου κινδύνου πολλούς διεφύλαξεν, αιχμαλώτους ηλευθέρωσε, τας ακρίδας πολλάκις απεδίωξε και κατηφάνισε, και άλλας απείρους θαυματουργίας δια παντός εντέλει προς πάντας τους μετ' ευλαβείας προς αυτήν καταφεύγοντας ορθοδόξους χριστιανούς οίτινες χαίροντες και αγαλλόμενοι κηρύττουσιν διαπρύσιοι τα μεγάλα και εξαίσια θαύματα εις πάσαν την υφήλιον, ως κήρυκες διαπρύσιοι, τα μεγάλα εξαίσια θαύματα, οπού γοργώς και ταχέως καθ' ημέραν ελεούνται και ευσπλαχνίζονται παρά της Κυρίας ημών Θεοτόκου της θαυματουργού Γοργοϋπηκόου. 


http://misha.pblogs.gr/

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΔΕΡΦΟΙ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ



ΕΙΝΑΙ ΘΕΛΗΜΑ ΘΕΟΥ Η ΕΛΛΑΔΑ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΗ....

ΕΛΕΓΕ ΕΝΑΣ ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ!!!

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΕΛΛΑΔΑ...ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΣΥΝΕΛΛΗΝΕΣ!!!

Δημοφιλείς αναρτήσεις