Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Στο Ι. Κελλί Τιμίου Σταυρού, του παπα Τύχωνα και του Γέροντα Παΐσιου....

Η ιστορία του εγκαταλειμμένου σήμερα Κελλιού, είναι συνδεδεμένη με δύο κορυφαίες μορφές του Αγιορειτικού Μοναχισμού.


Τον παπα Τύχωνα και τον Γέροντα Παΐσιο.

Ο Γέροντας Παΐσιος το 1968 συνδέεται με τον πνευματικό παπα Τύχωνα, ο οποίος έμενε στο Κελλί του Τιμίου Σταυρού. Ο τελευταίος κάνει την κουρά του Γέροντα και του δίνει το Μέγα και Αγγελικό Σχήμα. Ο π. Τύχων κοιμάται στις 10 Σεπτεμβρίου 1968 και ο Γέροντας Παΐσιος εγκαθίσταται στο Κελλί του, μέχρι τον Μάιο του 1979, οπότε πηγαίνει στην Παναγούδα.


Ο Παπα - Τύχων

O Παπα - Τύχων γεννήθηκε στη Ρωσία, στη Νόβια Μιχαλόσκα το 1884. Οι γονείς του, ο Παύλος και ή Ελένη, ήταν ευλαβείς άνθρωποι, και επόμενο ήταν και ο καρπός τους, ο Τιμόθεος κατά κόσμον, να έχη κληρονομική την ευλάβεια και την αγάπη προς τον Θεό και να θέλη να αφιερωθή στον Θεό από μικρό παιδί.

Έβλεπαν οι γονείς τον μεγάλο θείο ζήλο του παιδιού τους, αλλά δίσταζαν να του δώσουν την ευχή τους να πάη σε Μοναστήρι, επειδή το έβλεπαν εύσωμο και με ζωηρή φύση. Ήθελαν να ωρίμαση και στην σκέψη και μετά να αποφασίση μόνος του ο Τιμόθεος. Του έδωσαν όμως ευλογία να επισκέπτεται τις Μονές το διάστημα των τριών ετών, από δέκα επτά μέχρι είκοσι χρονών. Τότε έκανε τα μεγάλα και ατέλειωτα προσκυνήματα στα Μοναστήρια της Ρωσίας και πέρασε περίπου από διακόσιες Μονές. Στα Μοναστήρια πού πήγαινε, παρόλο πού ήταν κατάκοπος και εξαντλημένος από την οδοιπορία του, απέφευγε με τρόπο την φιλοξενία, για να ασκείται ο ίδιος και να μην επιβαρύνη τους άλλους.


Σε μια επαρχία όμως είχε ταλαιπωρηθή πολύ, γιατί οι κάτοικοι εκεί έτρωγαν ψωμί από βρίζα (σίκαλη). Επειδή δε ο Τιμόθεος δεν έτρωγε τίποτε άλλο εκτός από ψωμί, και το ψωμί της σίκαλης έχει συνήθως μια άσχημη μυρωδιά και είναι σαν λάσπη, δεν μπορούσε να το φάη. Γι' αυτό είχε εξαντληθή ο νέος. Πηγαίνει λοιπόν στον φούρναρη, από τον όποιο είχε ζητήσει και άλλη φορά, να τον ξαναπαρακαλέση για λίγο άσπρο ψωμί, επειδή νόμιζε ότι θα έχη για τον εαυτό του καλό ψωμί. Εκείνος όμως, μόλις είδε τον Τιμόθεο από μακριά ακόμη, του είπε να φυγή.

Λυπημένος και εξαντλημένος όπως ήταν ο νέος, έπιασε μια άκρη και με όλη την παιδική του απλότητα έκανε προσευχή στην Παναγία: «Παναγία μου, θέλω να με βοηθήσης, γιατί θα πεθάνω στο δρόμο, πρίν να γίνω Καλόγηρος, δεν μπορώ να το φάω αυτό το ψωμί». Δεν πρόλαβε να τελείωση την προσευχή του, και ξαφνικά του παρουσιάζεται μια Κόρη με λαμπερό πρόσωπο, του δίνει μια φραντζόλα άσπρο ψωμί και αμέσως εξαφανίζεται! Εκείνη την στιγμή τόχασε ο Τιμόθεος. Δεν μπορούσε να το εξηγήση αυτό το γεγονός! Του περνούσαν διάφοροι λογισμοί. Ένας λογισμός ήταν μήπως τον ακούσε η κόρη του φούρναρη και τον λυπήθηκε και είπε στον πατέρα της να του δώση λίγο καλό ψωμί. Σηκώνεται πάλι ο νέος και πηγαίνει να τον ευχαρίστηση. Άλλα ο φούρναρης νόμιζε πώς τον κορόιδευε ο Τιμόθεος, και τον έβρισε θυμωμένος.

- Άντε, φύγε από εδώ! ούτε γυναίκα έχω ούτε κόρη. Αφού έφαγε μετά από το ευλογημένο εκείνο ψωμί ο Τιμόθεος και δυνάμωσε και πνευματικά, συνέχισε το προσκύνημα του και στα επίλοιπα Μοναστήρια, άλλ' όμως το ανεξήγητο εκείνο γεγονός συνέχεια τριγύριζε στο νου του. Πέρασε αρκετό διάστημα με την απορία αυτή, αλλά αργότερα, όταν του έδωσε ένας Μοναχός ένα βιβλίο με τις θαυματουργικές εικόνες της Παναγίας της Ρωσίας, και είδε την Παναγία του Κρεμλίνου, σκίρτησε η καρδιά του από ευλάβεια, τα μάτια του πλημμύρισαν από δάκρυα ευγνωμοσύνης, και είπε: «Αυτή η Παναγία μου έδωσε το άσπρο ψωμί!» Από τότε πια την Παναγία την ένιωθε πιο κοντά, όπως το παιδί την μάνα του.



Μετά, λοιπόν, από τα Μοναστήρια της Πατρίδος του, έκανε προσκύνημα στο Θεοβάδιστον Όρος του Σινά, όπου παρέμεινε δύο μήνες, και από εκεί στους Αγίους Τόπους, όπου και ασκήτεψε ένα χρονικό διάστημα, πέρα από τον Ιορδάνη ποταμό. Ενώ τον βοηθούσε ο Άγιος Τόπος, ησυχία όμως δεν έβρισκε από το ανήσυχο κοσμικό πνεύμα της εποχής μας, πού κατέστρεψε, δυστυχώς, με τον δήθεν πολιτισμό της και τα άγια ακόμη ερημικά μέρη, πού γαληνεύουν και αγιάζουν τις ψυχές. Γι' αυτό αναγκάστηκε να φυγή για το Άγιον Όρος.

Ο πειρασμός όμως, βλέποντας με την πολυχρόνιο πείρα του ότι ο ευλαβής αυτός νέος πολύ θα προχώρηση στην πνευματική ζωή και πολλές ψυχές θα βοηθήση για να σωθούν, βάλθηκε να τον αχρηστέψη. Ενώ είχε επιστρέψει από την έρημο του Ιορδανού στην Ιερουσαλήμ, για να ετοιμασθή και να προσκύνηση για τελευταία φορά τον Πανάγιο Τάφο και να αποχαιρετήση και τους γνωστούς του, χρησιμοποίησε ο πονηρός για όργανά του δύο αθεόφοβες γυναίκες, πατριώτισσες του, οι όποιες τον κάλεσαν στο σπίτι, όπου έμειναν, για να του δώσουν δήθεν ονόματα να μνημόνευση στο Άγιον Όρος. Ο απονήρευτος Τιμόθεος, πού είχε όλο καλούς λογισμούς, το πίστεψε και πήγε. Άλλα, όταν τον έκλεισαν μέσα στο σπίτι και όρμησαν επάνω του με ανήθικες διαθέσεις, ταχασε! Κοκκίνησε και δίνει μια σπρωξιά σ' αυτές και άλλη μια στην πόρτα και ξέφυγε από τα νύχια των γερακιών, σαν νέος Ιωσήφ, και φυλάχτηκε αγνός.

Ήρθε μετά, όπως ήταν αγνό λουλούδι, και φυτεύτηκε στο Περιβόλι της Παναγίας και πρόκοψε και ευωδίασε με τις αρετές του, όπως θα ιδούμε πιο κάτω.

Ή πρώτη του μετάνοια ήταν το Κελλί του Μπουραζέρι, όπου και παρέμεινε πέντε χρόνια. Επειδή σ' αυτό δεν εύρισκε ησυχία από τους πολλούς προσκυνητάς, Ρώσους, πήρε ευλογία και πήγε στα Καρούλια και εκεί ασκήτεψε δεκαπέντε χρόνια. Όλο το διάστημα στα Καρούλια περνούσε με σκληρούς αγώνες. Το εργόχειρο του ήταν οι μεγάλες και οι μικρές μετάνοιες μαζί με την ευχή και την μελέτη. Δανειζόταν βιβλία από τις Μονές, άπ' όπου έπαιρνε και ευλογία, παξιμάδι, από τα περισσεύματα των κλασμάτων, για την οποία έκανε κομποσχοίνι. Έτσι φιλότιμα αγωνιζόταν, για να γίνη και εσωτερικά Άγγελος και όχι μόνο εξωτερικά με το Αγγελικό Σχήμα.

Μετά από τα Καρούλια ήρθε στην άκρη της Καψάλας (πάνω από την Καλιάγρα), σ' ένα Κελλί Σταυρονικητιανό, και γηροκόμησε έναν Γέροντα. Αφού πέθανε το Γεροντάκι, και πήρε την ευχή του, έμεινε μόνος του στην Καλύβη. Από τότε όχι μόνο δεν αμέλησε τους πνευματικούς του αγώνες, αλλά τους αύξησε, και επόμενο ήταν να δεχθή πλούσια την Χάρη του Θεού, αφού αγωνιζόταν φιλότιμα και με πολλή ταπείνωση.


Η Θεία Χάρις πια τον φανέρωνε στους ανθρώπους, κι έτρεχαν πολλοί πονεμένοι άνθρωποι, για να τον συμβουλευθούν και να παρηγορηθούν από την πολλή του αγάπη. Άλλοι τον παρακαλούσαν να ιερωθή, για να βοηθάη πιο θετικά με το Μυστήριο της θείας Εξομολογήσεως, αφού θα έδινε και την άφεση των αμαρτιών. Αυτή την ανάγκη, να βοηθηθούν οι άλλοι, την διεπίστωσε και ο ίδιος και δέχτηκε να χειροτονηθή.

Στο Κελλί του όμως Ναός δεν υπήρχε, ενώ ήταν πια απαραίτητος, ούτε και χρήματα είχε, αλλά είχε μεγάλη πίστη στον Θεό. Έκανε λοιπόν προσευχή και ξεκίνησε για τις Καρυές με την εμπιστοσύνη στον Θεό ότι θα του οικονομούσε τα χρήματα, πού θα χρειαζόταν για τον Ναό. Πριν φθάση ακόμη στις Καρυές, τον είδε από μακριά τον Παπα - Τύχωνα ο Δίκαιος του Προφήτη Ηλία (Ρωσικού) και τον φώναξε. Όταν πλησίασε κοντά, του είπε:

- Κάποιος καλός Χριστιανός από την Αμερική μου έστειλε μερικά δολάρια, να τα δώσω σ' εκείνον πού δεν έχει Ναό, για να κτίση. Εσύ δεν έχεις Ναό πάρ' τα και φτιάξε.

Δάκρυσε ο Γέροντας από συγκίνηση και ευγνωμοσύνη στον Θεό, ευχαρίστησε και τον Δίκαιο και είπε το «Θεός συγχωρέσοι» για τον άνθρωπο του Θεού πού του έστειλε την ευλογία. Ο Καλός Θεός, σαν καρδιογνώστης, είχε φροντίσει για τον Ναό του, πριν ακόμη Τον παρακάλεση ο Γέροντας, για να του έχη έτοιμα τα χρήματα, την ώρα πού θα Του τα ζητούσε. Επόμενο ήταν να τον ακούση ο Θεός, αφού ο Γέροντας από μικρό παιδί άκουγε και τηρούσε τις θείες εντολές του Θεού και δεχόταν ουράνιες ευλογίες.


Στην συνέχεια βρίσκει δύο Μοναχούς τεχνίτες, για να λένε και την ευχή την ώρα πού θα εργάζωνται. Όταν, λοιπόν, τελείωσε ο Ναός, τον αφιέρωσε στον Τίμιο Σταυρό, γιατί τον είχε σε ευλάβεια, αλλά και για να αποφεύγη τα Πανηγύρια με τον φυσιολογικό αυτόν τρόπο, επειδή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού νηστεύουν, και η ημέρα είναι πένθιμη.

Ό Γέροντας δεν αναπαυόταν στα Πανηγύρια, γιατί δημιουργούν ανησυχία και περισπασμό, ενώ αυτός πανηγύριζε κάθε μέρα πνευματικά με το ήσυχο Σταυροαναστάσιμο τυπικό του, με την πολλή του άσκηση και με την καθόλου σχεδόν ανθρώπινη παρηγοριά μέσα στο λάκκο της Καλιάγρας, όπου έβλεπε ουρανό και ζούσε παραδεισένιες χαρές μαζί με τους Αγγέλους και τους Αγίους. Όταν τον ρωτούσε κανείς «μόνος σου μένεις εδώ στην ερημιά», απαντούσε ο Γέροντας:

- Όχι, εγώ μένω μαζί με τους Αγγέλους και Αρχαγγέλους, με τους Αγίους Πάντες, με την Παναγία και με τον Χριστό.

Πράγματι την ένιωθε την παρουσία των Αγίων και την βοήθεια του φύλακα Αγγέλου του. Μια μέρα πού τον είχα επισκεφθη, ενώ ανέβαινε τα σκαλάκια, έπεσε ανάποδα και σφηνώθηκε στην πόρτα, γιατί φορούσε πολλά καπιά, και δυσκολεύτηκα να τον σηκώσω. Όταν τον ρώτησα μετά «τι θα έκανες, Γέροντα, μόνος σου, εάν δεν ήμουν εδώ», με κοίταξε παράξενα και μου απήντησε με βεβαιότητα:

- Ό φύλακας μου Άγγελος θα με σήκωνε.


Ενώ βρισκόταν σε έρημο τόπο, μόνος του, και το Κελλί του δεν είχε σχεδόν τίποτα, για να έχη όμως τον Χριστό μέσα του, δεν του χρειαζόταν τίποτα, γιατί όπου Χριστός εκεί Παράδεισος, και για τον Παπα - Τύχωνα το Περιβόλι της Παναγίας ήταν επίγειος Παράδεισος.

Είχε χρόνια αρκετά να βγη στον κόσμο, αλλά χωρίς να το θέλη, τον ανάγκασαν κάποτε, πού είχε γίνει πυρκαϊά στην Καψάλα, μαζί με άλλους Πατέρες να πάη κι αυτός ως μάρτυρας στην Θεσσαλονίκη. "Όταν επέστρεψε στο Άγιον Όρος ο Γέροντας, τον ρωτούσαν οι Πατέρες:

- Πώς είδες την πόλη και τον κόσμο μετά από τόσα χρόνια πού είχες να ιδής τον κόσμο;

Ό Γέροντας απήντησε:

- Εγώ δεν είδα πολιτεία με ανθρώπους, αλλά δάσος με καστανιές.

Έφθασε σ' αυτή την πνευματική αγία κατάσταση ο Γέροντας, γιατί αγάπησε πολύ τον Χριστό, την ταπείνωση και την φτώχεια. Μέσα στο κελλί του Γέροντα δεν έβλεπες ούτε ένα πράγμα της προκοπής, πού να εξυπηρετή άνθρωπο. Από αυτά πού είχε μέσα στο κελλί του έβρισκε κανείς όσα ήθελε πεταγμένα άπ' έξω, στο λάκκο. Άλλα για τους πνευματικούς ανθρώπους, ό,τι παλιό και εάν είχε ο Παπα - Τυχών, είχε μεγάλη αξία, γιατί ήταν αγιασμένο. Ακόμη και τα κουρέλια του τα έβλεπαν με ευλάβεια και τα έπαιρναν για ευλογία. Ο,τι επίσης παλιό φορούσε ή ασουλούπωτο, δεν φαινόταν άσχημο, γιατί ομόρφαινε και αυτό από την εσωτερική ομορφιά της ψυχής του. Για σκουφιά έραβε μόνος του με την σακοράφα κομμάτια ράσου, σαν σακούλες, και τα φορούσε, αλλά σκορπούσαν περισσότερη χάρη από τις πολύτιμες μίτρες τις δεσποτικές (όταν, φυσικά, δεν υπάρχη στην καρδιά του Μητροπολίτου «ο Πολύτιμος Μαργαρίτης»).


Κάποτε τον φωτογράφισε ένας επισκέπτης, όπως ήταν με την σακούλα για σκουφί και με μια πιτζάμα πού του είχε ρίξει στις πλάτες του, γιατί είδε τον Γέροντα να κρυώνη. Και τώρα, όσοι βλέπουν στην φωτογραφία τον Παπα - Τύχωνα, νομίζουν ότι φορούσε δεσποτικό μανδύα, ενώ ήταν μια παλιά παρδαλή πιτζάμα.

Πολύ αναπαυόταν στα φτωχά και ταπεινά πράγματα και πολύ αγαπούσε την άκτημοσύνη, η οποία και τον ελευθέρωσε και του έδωσε τα πνευματικά φτερά, και έτσι με φτερουγισμένη ψυχή αγωνιζόταν πολύ, χωρίς να αισθάνεται τον σωματικό κόπο, όπως το παιδάκι δεν νιώθει κούραση, όταν κάνη τα θελήματα του πατέρα του, αλλά νιώθει την αγάπη και την στοργή με τα χάδια. Φυσικά, αυτά δεν συγκρίνονται με τα θεϊκά χάδια της Χάριτος ούτε κατά διάνοια.

Όπως ανέφερα, το εργόχειρο του ήταν οι πνευματικοί αγώνες: νηστεία, αγρυπνία, ευχή, μετάνοιες κ.α. όχι μόνο για τον εαυτό του, αλλά και για όλες τις ψυχές του κόσμου (ζωντανούς και πεθαμένους).

Όταν πια είχε γεράσει και δεν μπορούσε να σηκωθή, όταν έπεφτε κάτω με τις στρωτές μετάνοιες, έδεσε ένα χονδρό σχοινί ψηλά και τραβιόταν για να σηκωθή. Έτσι, πάλι έκανε μετάνοιες και προσκυνούσε τον Θεό με ευλάβεια. Αυτό το τυπικό τηρούσε μέχρι πού έπεσε πια στο κρεβάτι, όπου ξεκουράστηκε για είκοσι μέρες, και μετά έφυγε για την αληθινή αιώνια ζωή, όπου και ξεκουράζεται πια αιώνια κοντά στον Χριστό.


Το ίδιο επίσης τυπικό της ξηροφαγίας, πού είχε από νέος, τηρούσε και στην συνέχεια μέχρι τα γεράματα του. Την μαγειρική την θεωρούσε και για σπατάλη χρόνου, εκτός πού δεν ταιριάζουν στην Καλογερική τα καλομαγειρευμένα φαγητά. Φυσικά, μετά από τόση άσκηση και τέτοια πνευματική κατάσταση δεν του έκανε καμιά αίσθηση η καλή τροφή, Αφού κατοικούσε μέσα του ο Χριστός, πού τον γλύκαινε και τον έτρεφε παραδεισένια.

Στις συζητήσεις του πάντα ανέφερε για τον γλυκό Παράδεισο, και από τα μάτια του κυλούσαν τα γλυκά δάκρυα, και δεν του έκανε καρδιά να ασχολήται με μάταια πράγματα, όταν τον ρωτούσαν κοσμικοί άνθρωποι.

Τα ελάχιστα πράγματα πού του χρειάζονταν, για να συντηρηθή, τα οικονομούσε από το λίγο εργόχειρο πού έκανε' αγιογραφούσε έναν Επιτάφιο κάθε χρόνο και τον έδινε πεντακόσιες ή εξακόσιες δραχμές και μ' αυτά τα χρήματα περνούσε ολόκληρη την χρονιά του.

Όπως ανέφερα, ήταν πολύ λιτοδίαιτος και ολιγαρκής, αφού ένα Άποστολιάτικο σύκο το έκοβε στα δύο και το έτρωγε δύο φορές. Μου έλεγε: «Πά-πά-πά, παιδί μου! αυτό είναι πολύ μεγάλο!» - ενώ εγώ, για να χορτάσω, έπρεπε να φάω ένα κιλό.


Κάθε Χριστούγεννα ο Γέροντας θα οικονομούσε μια ρέγκα, για να πέραση όλες τις χαρμόσυνες ήμερες του Δωδεκαημέρου με κατάλυση ιχθύος. Την δε ραχοκοκαλιά της ρέγκας δεν την πετούσε, αλλά την κρεμούσε με μια κλωστή και, όποτε ήταν καμιά Δεσποτική ή Θεομητορική εορτή και είχε κατάλυση ιχθύος, έβραζε λίγο νερό σ' ένα κονσερβοκούτι, βουτούσε την ραχοκοκαλιά δυο -τρεις φορές στο νερό, για να πάρη λίγη μυρωδιά, και μετά έριχνε λίγο ρύζι. Έτσι έκανε κατάλυση και κατηγορούσε και τον εαυτό του ότι τρώει και ψαρόσουπες στην έρημο! Την ραχοκοκαλιά αυτή την κρεμούσε πάλι στο καρφί και για άλλη κατάλυση, μέχρι πού άσπριζε πια και τότε την πετούσε.

"Όταν έβλεπε τους ανθρώπους να του συμπεριφέρονται με ευλάβεια, αυτό τον στενοχωρούσε και τους έλεγε:

- Εγώ δεν είμαι ασκητής, αλλά ψεύτης ασκητής.

Μόνο στα τελευταία του πια δέχθηκε λίγη περιποίηση από τους ανθρώπους πού τον αγαπούσαν ιδιαίτερα, για να μη τους λύπηση.

"Όταν του έδινε κανείς ευλογία από τρόφιμα, την κρατούσε και μετά την έστελνε σε Γεροντάκια στην Καψάλα. Εάν του έστελναν χρήματα, τα έδινε σ' έναν ευλαβή μπακάλη, για να αγοράζη ψωμιά και να τα μοιράζη στους φτωχούς.

Κάποτε του είχε στείλει κάποιος από την Αμερική μια επιταγή. Την ώρα όμως πού την έπαιρνε ο Γέροντας από το Ταχυδρομείο, τον είδε ένας κοσμικός και νικήθηκε από τον πειρασμό της φιλαργυρίας. Πήγε λοιπόν την νύχτα στο Κελλί του Γέροντα, για να τον ληστέψη, με τον λογισμό ότι θα εύρισκε και άλλα χρήματα, χωρίς να ξέρη ότι και εκείνα πού είχε πάρει ο Γέροντας τα είχε δώσει την ίδια ώρα στον κυρ - Θόδωρο, για να πάρη ψωμιά για τους φτωχούς. Αφού τον βασάνισε αρκετά τον Γέροντα - τον έσφιγγε με ένα σχοινί στον λαιμό του - διεπίστωσε ότι πράγματι δεν είχε χρήματα και ξεκίνησε να φυγή. Ό Παπα - Τυχών του είπε:

- Θεός συγχωρέσοι, παιδί μου. Ό κακοποιός αυτός άνθρωπος πήγε και σε άλλον Γέροντα με τον ίδιο σκοπό, αλλά εκεί τον έπιασε ή Αστυνομία, και ομολόγησε μόνος του ότι είχε πάει και στον Παπα - Τύχωνα. Ό Αστυνόμος έστειλε χωροφύλακα και ζήτησε τον Γέροντα για ανάκριση, επειδή θα γινόταν η δίκη του κλέφτη. Ό Γέροντας στενοχωρέθηκε γι' αυτό και έλεγε στον χωροφύλακα:

- Παιδί μου, εγώ τον συγχώρεσα με όλη την καρδιά μου τον κλέφτη.

Εκείνος όμως δεν έδινε καθόλου σημασία στα λόγια του Γέροντα, γιατί εκτελούσε ανώτερη διαταγή, και τον τραβούσε και του έλεγε: - Άντε, γρήγορα, Γέροντα! εδώ δεν έχει συγχώρεση και «ευλόγησαν».

Τελικά τον λυπήθηκε ο Διοικητής και τον άφησε από την Ιερισσό να γυρίση στο Κελλί του, επειδή έκλαιγε σαν μωρό παιδί, γιατί νόμιζε ότι θα γίνη και αυτός αιτία να τιμωρηθή ο κλέφτης.


Όταν το θυμόταν αυτό το περιστατικό, δεν μπορούσε να το χωρέση στο μυαλό του και μου έλεγε:

- Πά-πά-πά, παιδί μου! αυτοί οι κοσμικοί άλλο τυπικό έχουν" δεν έχουν το «εύλόγησον», «Θεός συγχωρέσοι» - ενώ ο Γέροντας την λέξη «ευλόγησον» την χρησιμοποιούσε πάντα και με τις πολλές καλογερικές έννοιες, όπως το «ευλογείτε» ή «ευλόγησον», όταν ζητούσε ταπεινά την ευλογία του άλλου, και μετά θα έδινε και αυτός την ευλογία του με την ευχή «Ό Κύριος να σε ευλόγηση». Μετά από τον συνηθισμένο χαιρετισμό οδηγούσε τους επισκέπτες στο Ναό και έψαλλαν μαζί το Σώσον, Κύριε, τον λαόν σου και το Άξιον εστίν και, εάν ήταν καλός καιρός, έβγαιναν έξω, κάτω από την ελιά, και καθόταν μαζί τους πέντε λεπτά, μετά σηκωνόταν με χαρά και έλεγε:

- Εγώ τώρα κεράσματα.

Έβγαζε νερό από την στέρνα και γέμιζε ένα κύπελλο για τον επισκέπτη, έβαζε και στο δικό του τενεκάκι (κονσερβοκούτι, πού το χρησιμοποιούσε και για μπρίκι) και έψαχνε μετά να βρή κανένα λουκούμι, άλλοτε κατάξηρο και άλλοτε μυρμηγκοφαγωμένο, το όποιο, επειδή ήταν ευλογία του Παπα - Τύχωνα, δεν προξενούσε αηδία. Αφού τα ετοίμαζε, έκανε τον Σταυρό του ο Γέροντας, έπαιρνε το νερό και έλεγε: «Πρώτα εγώ ευλογείτε!» και περίμενε να του πή ο επισκέπτης την ευχή «Ό Κύριος να σε ευλόγηση», αλλιώς δεν έπινε νερό. Μετά θα έδινε και αυτός την ευχή του.


Την ευχή από τους άλλους την αισθανόταν ως ανάγκη, όχι μόνο από τους Ιερωμένους ή Μοναχούς αλλά ακόμη και από τους λαϊκούς, μικρούς και μεγάλους στην ηλικία.

Μετά από το κέρασμα περίμενε να ιδή εάν έχουν κανένα θέμα. Όταν έβλεπε ότι είναι αργόσχολος άνθρωπος και ήρθε μόνο για να πέραση την ώρα του, τότε του έλεγε:

- Παιδί μου, στην κόλαση θα πάνε και οι τεμπέληδες, όχι μόνο οι αμαρτωλοί.

Εάν παρέμενε και δεν έφευγε, τον άφηνε ο Γέροντας και έμπαινε στο Ναό και προσευχόταν, και έτσι ο επισκέπτης αναγκαζόταν να φυγή. Όταν πάλι ήθελε να εκμεταλλευθή κανείς την απλότητα του Γέροντα, για να εξυπηρέτηση τον άλφα ή βήτα σκοπό του, το καταλάβαινε με την θεία του φώτιση και του έλεγε:

-Παιδί μου, εγώ Ελληνικά δεν ξέρω' πήγαινε σε κανέναν Έλληνα, για να συνεννοηθής καλά.

Φυσικά, δεν λυπόταν ποτέ τον κόπο ούτε τον χρόνο, όταν έβλεπε πνευματικά ενδιαφέροντα στους ανθρώπους. Ενώ με το στόμα συμβούλευε, με την καρδιά και τον νου προσευχόταν. Ή προσευχή του ήταν πια αυτοενέργητη, καρδιακή. Οι άνθρωποι, πού τον πλησίαζαν, το αισθάνονταν αυτό, γιατί έφευγαν πολύ δυναμωμένοι. Και ο Γέροντας τους ευλογούσε μέχρι να κρυφτούν πια.


Κάποτε τον είχε επισκεφθή ο Πατήρ Άγαθάγγελος ο Ίβηρίτης, ως Διάκος. Όταν έφευγε, ήταν σκοτάδι, δεν είχε φωτίσει ακόμη. Ό Παπα - Τυχών προεΐδε τον κίνδυνο, πού θα διέτρεχε ο Διάκος, και ανέβηκε αυτή την φορά στο τοιχάκι της μάνδρας και ευλογούσε συνέχεια. Όταν έφθασε ο Διάκος στη ράχη και είδε τον Γέροντα να εύλογη ακόμη, τον λυπήθηκε και του φώναξε να μη κουράζεται, να μπή στο κελλί του. Αυτός όμως ατάραχος με υψωμένα τα χέρια, σαν τον Μωυσή, προσευχόταν και ευλογούσε. Ενώ λοιπόν βάδιζε ξένοιαστος ο Διάκος, ξαφνικά, πέφτει πάνω σε καρτέρι κυνηγών, πού περίμεναν αγριόχοιρους. Ένας κυνηγός τράβηξε να ρίξη, αλλά οι ευχές του Γέροντα έσωσαν τον Διάκο από τον θάνατο και τον κυνηγό από την φυλακή. Γι' αυτό μου έλεγε πάντα ο Γέροντας:

-Παιδί μου, να μην έρχεσαι ποτέ την νύχτα, γιατί την νύχτα τα θηρία περπατούν, και οι κυνηγοί τα περιμένουν κρυμμένοι...

Ακόμη και για την Θεία Λειτουργία έλεγε στον Μοναχό, πού θα τον βοηθούσε και θα έκανε τον ψάλτη, να έρχεται το πρωΐ με το φώτισμα. Την ώρα δε της Θείας Λειτουργίας του έλεγε να μένη στον μικρό διάδρομο, έξω από τον Ναό, και από εκεί να λέη το Κύριε, ελέησαν, για να νιώθη τελείως μόνος του και να κινήται άνετα στην προσευχή του. Όταν έφθανε στο Χερουβικό, ο Παπα -Τυχών ηρπάζετο είκοσι έως τριάντα λεπτά, και ο ψάλτης θα έπρεπε να επαναλάβη πολλές φορές το Χερουβικό, μέχρι να ακούση τις περπατησιές του στην Μεγάλη Είσοδο. "Όταν τον ρωτούσα μετά στο τέλος «τι βλέπεις, Γέροντα», εκείνος μου απαντούσε:

-Τα Χερουβείμ και Σεραφείμ δοξολογούν τον Θεό.

Έλεγε επίσης στην συνέχεια:

- Έμενα μετά από μισή ώρα με κατεβάζει ο φύλακας μου Άγγελος και τότε συνεχίζω την Θεία Λειτουργία.

Κάποτε, τον είχε επισκεφθή ο π. Θεόκλητος ο Διονυσιάτης. Επειδή ή πόρτα του Παπα - Τύχωνα ήταν κλειστή, και από τον Ναό ακούγονταν γλυκιές ψαλμωδίες, δεν θέλησε να ενόχληση με το χτύπημα της πόρτας, αλλά περίμενε να τελειώσουν, γιατί νόμιζε ότι βρίσκονται στο «Κοινωνικό».

Σε λίγο βγαίνει ο Παπα - Τύχων και ανοίγει την πόρτα. Όταν μπήκε ο π. Θεόκλητος, δεν βρήκε κανέναν άλλον εκτός από τον Παπα - Τύχωνα.

Τότε κατάλαβε ότι οι ψαλμωδίες εκείνες ήταν Αγγελικές.

Στα γεράματα του πια, επειδή έτρεμαν τα πόδια του, έρχονταν συνήθως και λειτουργούσαν ο Παπα - Μάξιμος και ο Παπα - Αγαθάγγελος, οι Ιβηρίτες, πού ήταν πιο κοντά, και του άφηναν και Άγιον Άρτο, γιατί κοινωνούσε κάθε μέρα. Φυσικά, ήταν προετοιμασμένος κάθε μέρα με την αγία του ζωή.


Για τον Παπα - Τύχωνα όλες σχεδόν οι ημέρες του χρόνου ήταν Διακαινήσιμες, και ζούσε πάντα την Πασχαλινή χαρά. Συνέχεια άκουγε κανείς από το στόμα του το Δόξα σοι ο Θεός, Δόξα σοι ο Θεός. Αυτό συνιστούσε και σε όλους: να λέμε το Δόξα σοι ο Θεός, όχι μόνο όταν περνάμε καλά, αλλά και όταν περνάμε δοκιμασίες, γιατί και τις δοκιμασίες τις επιτρέπει ο Θεός για φάρμακα της ψυχής.

Πολύ πονούσε για τις ψυχές πού υπέφεραν στο άθεο καθεστώς της Ρωσίας. Μου έλεγε με δακρυσμένα μάτια:

-Παιδί μου, η Ρωσία έχει ακόμη κανόνα από τον Θεό' θα πέραση όμως.

Για τον εαυτό του ό Γέροντας δεν νοιαζόταν καθόλου ούτε και φοβόταν, γιατί είχε πολύ φόβο Θεού (θεία συστολή) και ευλάβεια. Επειδή αγωνιζόταν και με πολλή ταπείνωση, δεν διέτρεχε ούτε τον πνευματικό κίνδυνο της πτώσεως. Επομένως, πώς να φοβηθή και τι να φοβηθή; Τους δαίμονες, πού τρέμουν από τον ταπεινό άνθρωπο, ή τον θάνατο, πού συνέχεια τον μελετούσε και ετοιμαζόταν χαρούμενος γι' αυτόν; Μάλιστα, είχε ανοίξει και τον τάφο του μόνος του, για να είναι έτοιμος, και έμπηξε και τον Σταυρό, πού και αυτόν τον είχε κάνει ο ίδιος, και έγραψε τα εξής, αφού είχε προαισθανθή τον θάνατο του: «Αμαρτωλός Τυχών, Ιερομόναχος, 60 χρόνια στο Άγιον Όρος. Δόξα σοι ο Θεός».

Πάντα με το Δόξα σοι ο Θεός θα άρχιζε και με το Δόξα σοι ο Θεός θα τελείωνε ο Γέροντας. Είχε συμφιλιωθή πια με τον Θεό, γι' αυτό χρησιμοποιούσε περισσότερο το Δόξα σοι ο Θεός παρά το Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με. Κινείτο, όπως είδαμε, στον θείο χώρο, αφού λάμβανε μέρος και στην ουράνια δοξολογία με τους Αγίους Αγγέλους την ώρα της Θείας Λειτουργίας.

Επειδή είχε ανάψει πια η φλόγα του θείου έρωτος μέσα στην καρδιά του, γι' αυτό και δεν τον συγκινούσαν τα μάταια πράγματα, όπως ανέφερα.

Το κελλί του ήταν και αυτό μικρό. Είχε ένα τραπεζάκι πού ακουμπούσε εικόνες, καθώς και το ακοίμητο κανδήλι και το θυμιατήρι.

Δίπλα είχε το Αγγελικό του Σχήμα και το τριμμένο του ράσο. Από την άλλη πλευρά του τοίχου είχε τον Εσταυρωμένο και σε μια άκρη είχε τρεις σανίδες για κρεβάτι με μια κουρελιασμένη κουβέρτα απλωμένη για στρώμα.


Για σκέπασμα είχε ένα παλιό πάπλωμα με τα βαμβάκια άπ' έξω, από το όποιο έπαιρναν και τα ποντίκια βαμβάκι, για να κάνουν τις φωλιές τους.

Επάνω στο δήθεν μαξιλάρι του είχε το Ευαγγέλιο και ένα βιβλίο με ομιλίες του Αγίου Χρυσοστόμου. Το δε πάτωμα του κελλιού του ήταν μεν από σανίδες, αλλά φαινόταν σαν σουβαντισμένο, επειδή δεν σκούπιζε ποτέ, και οι λάσπες, πού έμπαιναν από έξω, με τα γένια και τα μαλλιά, πού έπεφταν κάτω χρόνια ολόκληρα, είχαν σχηματίσει κανονικό σουβά.

Ό Παπα - Τύχων δεν έδινε καμιά σημασία στο καθάρισμα του κελλιού του αλλά στο καθάρισμα της ψυχής του, γι' αυτό και κατόρθωσε να γίνη δοχείο της Χάριτος του Θεού. Συνέχεια έπλενε την ψυχή του με τα πολλά του δάκρυα και χρησιμοποιούσε χονδρά προσόψια, επειδή τα συνηθισμένα μανδήλια δεν τον εξυπηρετούσαν.

Είχε φθάσει σε μεγάλη κατάσταση πνευματική ο Γέροντας! Ή ψυχή του είχε γίνει πολύ ευαίσθητη, αλλά, για να βρίσκεται ο νους του συνέχεια στον Θεό, είχε φθάσει και σε αναισθησία σωματική, Αφού δεν αισθανόταν πια καμιά ενόχληση από τις μύγες, τα κουνούπια και τους ψύλλους, πού είχε χιλιάδες. Το κορμί του ήταν κατατρυπημένο και τα ρούχα του γεμάτα από κόκκινα στίγματα. Μου λέει ο λογισμός μου ότι και με τις σύριγγες να του τραβούσαν το αίμα του τα ζουζούνια, πάλι δεν θα το αισθανόταν. Μέσα στο κελλί του κυκλοφορούσαν όλα ελεύθερα, από ζουζούνια μέχρι ποντίκια.

Κάποτε του είπε ένας Μοναχός, επειδή έβλεπε τα ποντίκια να χοροπηδούν:

-Γέροντα, θέλεις να σου φέρω μια γάτα; Εκείνος απήντησε:

- Όχι, παιδί μου. Εγώ έχω μια γάτα, μιάμιση φορά μεγαλύτερη από την γάτα. Έρχεται εδώ, την ταΐζω, την χαϊδεύω, και μετά πηγαίνει στην καλύβα της κάτω στο λάκκο και ησυχάζει.

Ήταν μια αλεπού, ή οποία επισκεπτόταν τον Γέροντα τακτικά, σαν καλός γείτονας.

Είχε επίσης και μία αγριόχοιρο, πού γεννούσε κάθε χρόνο κοντά στο φράχτη του κήπου του, για να την προστατεύη ο Γέροντας. "Όταν έβλεπε κυνηγούς να περνούν από την περιοχή του, τους έλεγε ο Παπα - Τύχων:

- Παιδιά μου, εδώ δεν υπάρχουν μεγάλα γουρούνια. Φύγετε.

Οι κυνηγοί νόμιζαν ότι δεν υπάρχουν αγριόχοιροι στην περιοχή του και έφευγαν.

Ό άγιος Γέροντας σαν καλός πατέρας τους μεν ανθρώπους έτρεφε πνευματικά, τα δε μεγάλα άγρια ζώα τα ταΐζε από την λίγη τροφή πού είχε και τα χόρταινε περισσότερο από την πολλή του αγάπη, και τα μικρά ζουζούνια τ' αφήνε να θηλάζουν από το λίγο του αίμα.


Είχε γερή κράση ο Γέροντας, αλλά από την πολλή άσκηση είχε έξαντληθή. "Όταν τον ρωτούσε κανείς «τι κάνεις, Γέροντα, είσαι καλά», απαντούσε:

- Δόξα σοι ο Θεός, καλά είμαι, παιδί μου. Εγώ δεν είμαι άρρωστος, αλλά αδυναμία έχω.

Πολύ στενοχωριόταν, όταν έβλεπε καλοθρεμμένο νέο, και περισσότερο, όταν έβλεπε καλοθρεμμένο Καλόγηρο, επειδή δεν ταιριάζουν τα παχιά με το Αγγελικό Σχήμα.

Μια μέρα τον επισκέφτηκε ένας λαϊκός πολύ χονδρός και του λέει:

- Γέροντα, έχω πόλεμο σαρκικό με βρώμικους λογισμούς, πού δεν μ' αφήνουν καθόλου να ησυχάσω.

Ό Παπα - Τύχων του είπε:

- Εάν, παιδί μου, εσύ θα κάνης υπακοή, με την Χάρη του Χρίστου εγώ θα σε κάνω Άγγελο. Να λες, παιδί μου, συνέχεια την ευχή, το Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με, και να περνάς όλες τις ήμερες με ψωμί και νερό, και το Σάββατο και την Κυριακή να τρως φαγητό με λίγο λάδι. Να κάνης και από εκατόν πενήντα μετάνοιες την νύκτα και να διαβάζης μετά την Παράκληση της Παναγίας και ένα κεφάλαιο από το Ευαγγέλιο και το Συναξάρι του Αγίου της ημέρας.

Μετά από έξι μήνες, πού τον ξαναεπισκέφτηκε, ο Γέροντας δεν μπόρεσε να τον γνωρίση, γιατί είχαν φύγει όλα τα περίσσια παχιά, και με ευκολία πια χωρούσε από την στενή πόρτα του Ναού του. Ό Γέροντας τον ρώτησε:

- Πώς περνάς τώρα, παιδί μου; Και εκείνος απήντησε:

- Τώρα νιώθω πραγματικά σαν Άγγελος, γιατί δεν έχω ούτε σαρκικές ενοχλήσεις ούτε και βρώμικους λογισμούς και αισθάνομαι πολύ ελαφρός, πού έφυγαν τα πάχυ.

Με τέτοιες πρακτικές συμβουλές νουθετούσε τους ανθρώπους πού του ζητούσαν βοήθεια. Έκτος, φυσικά, από την μεγάλη πείρα πού είχε αποκτήσει, είχε λάβει και θείο φωτισμό από τους μεγάλους ασκητικούς του αγώνες. Μετά από τις νουθεσίες του επακολουθούσαν οι προσευχές του, πού τις αισθάνονταν οι επισκέπτες έντονα, όταν έφευγαν.

Το πετραχήλι σχεδόν ποτέ δεν το έβγαζε, γιατί πολλές φορές το σήκωνε από τον έναν άνθρωπο και το άπλωνε στον άλλον και έπαιρνε τις αμαρτίες από τους συνανθρώπους του και τους ξαλάφρωνε με το Μυστήριο της θείας Έξομολογήσεως. Τις εξομολογήσεις, πού του έκαναν οι άνθρωποι, τις ξεχνούσε αμέσως και έτσι έβλεπε όλους τους ανθρώπους πάντοτε καλούς και όλο καλούς λογισμούς είχε για όλους, γιατί είχε εξαγνισθή πια η καρδιά του και ο νους του.


Κάποτε τον είχε ρωτήσει ένας Ηγούμενος:

-Γέροντα, ποιος αδελφός είναι πιο καθαρός μέσα στο Κοινόβιο;

Ό Παπα - Τύχων απήντησε:

- Άγιε Καθηγούμενε, όλοι οι αδελφοί είναι καθαροί.

Ποτέ δεν πλήγωνε άνθρωπο, αλλά του θεράπευε τα τραύματα με το βάλσαμο της αγάπης του ΧρίστοΎ. Έλεγε στην πονεμένη ψυχή:

- Παιδί μου, εσένα ο Χριστός σε αγαπάει, σε συγχώρεσε. Ό Χριστός αγαπάει περισσότερο τους αμαρτωλούς πού μετανοούν και ζουν με ταπείνωση.

Πάντα τόνιζε την ταπείνωση και έλεγε χαρακτηριστικά:

- Ένας ταπεινός άνθρωπος έχει περισσότερη Χάρη από πολλούς ανθρώπους. Κάθε πρωΐ ο Θεός ευλογεί τον κόσμο με το ένα χέρι, άλλ' όταν ιδή κανέναν ταπεινό άνθρωπο, τον ευλογεί με τα δυο Του χέρια. Πά-πά-πά, παιδί μου! εκείνος πού έχει μεγαλύτερη ταπείνωση, είναι ο μεγαλύτερος από όλους.

Επίσης, έλεγε γι' αυτούς πού παρθενεύουν πώς πρέπει να έχουν και ταπείνωση, γιατί αλλιώς δεν σώζονται μόνο με την παρθενία, διότι ή κόλαση είναι γεμάτη και από υπερήφανους παρθένους.

- Όταν καυχάται κανείς ότι είναι παρθένος - έλεγε -θα του πή ο Χριστός: «Επειδή δεν έχεις και ταπείνωση, πήγαινε στην κόλαση». Ενώ σ' εκείνον πού ήταν αμαρτωλός και μετανόησε και ζή ταπεινά με συντριβή καρδίας και ομολογεί ότι είναι αμαρτωλός, θα του πή ο Χριστός: «Έλα, παιδί μου, εδώ στον γλυκό Παράδεισο».

Έκτος από την ταπείνωση και την μετάνοια τόνιζε πολύ την μελέτη του Θεού, δηλαδή ο νους του άνθρωπου να γυρίζη συνέχεια γύρω από τον Θεό. Επίσης, τόνιζε την μελέτη της Αγίας Γραφής και των Αγίων Πατέρων: Ευεργετινό, Φιλοκαλία, Άγιο Χρυσόστομο, Μέγα Βασίλειο, Γρηγόριο Θεολόγο, Άγιο Μάξιμο, Συμεών Νέο Θεολόγο, Άββά Μακάριο και Άββά Ισαάκ. «Ή μελέτη, έλεγε ο Γέροντας, θερμαίνει και την ψυχή, καθαρίζει και τον νου και έτσι ασκείται με προθυμία ο άνθρωπος και αποκτάει αρετές, ενώ, όταν δεν ασκήται, αποκτάει πάθη».


Μια μέρα με ρώτησε:

- Εσύ, παιδί μου, τι βιβλία διαβάζεις;

Του απήντησα:

-Άββα Ισαάκ.

- Πά-πά-πά, παιδί μου! αυτός ο Άγιος είναι μεγάλος! Ούτε έναν ψύλλο δεν σκότωνε ο Άββας Ισαάκ.

Ήθελε με αυτό πού είπε να τονίση την μεγάλη πνευματική ευαισθησία του Αγίου.

Ό Πάπα - Τυχών προσπαθούσε να μιμηθή τον Άγιο Ισαάκ, όχι μόνο στο ησυχαστικό του πνεύμα αλλά και στην ευαισθησία της πνευματικής του αρχοντιάς, και δεν επιβάρυνε κανέναν άνθρωπο. Έλεγε στους Μοναχούς ότι πρέπει να ζουν ασκητικά, για να ελευθερωθούν από τις μέριμνες, και όχι να δουλεύουν σαν εργάτες και να τρώνε σαν κοσμικοί. Γιατί το έργο του Μονάχου είναι οι μετάνοιες, οι νηστείες, οι προσευχές, όχι μόνο για τον εαυτό του αλλά και για όλο τον κόσμο, ζωντανούς και πεθαμένους, και λίγη δουλειά για τα απαραίτητα, για να μην επιβαρύνη τους άλλους, διότι με την πολλή δουλειά και μέριμνα ξεχνάει κανείς τον Θεό. Έλεγε χαρακτηριστικά:

- Ό Φαραώ έδινε πολλή δουλειά και πολύ φαγητό στον λαό του Ισραήλ, για να ξεχάσουν τον Θεό.

Πριν αρχίση τις συμβουλές του ο Γέροντας, είχε τυπικό να κάνη πρώτα προσευχή, να επικαλεσθή το "Αγιο Πνεύμα, για να τον φώτιση, και αυτό συνιστούσε και στους άλλους. Έλεγε: «Ό Θεός άφησε το Άγιο Πνεύμα, για να μας φωτίζη. Αυτό είναι νοικοκύρης. Γι' αυτό και ή Εκκλησία μας αρχίζει με το Βασιλεύ Ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της αληθείας».

Ενώ έλεγε αυτά για το Άγιο Πνεύμα, αλλοιωνόταν το πρόσωπο του, και πολλοί ευλαβείς άνθρωποι την έβλεπαν αυτή την αλλοίωση.

Μερικοί τον τραβούσαν και καμιά φωτογραφία κρυφά. Άλλοι του ζητούσαν ευλογία για να τον φωτογραφίσουν, και αυτός το δεχόταν απλά. Σηκωνόταν αμέσως, πήγαινε στο Ναό και φορούσε το Αγγελικό του Σχήμα. Έπαιρνε και τον Σταυρό στο ένα χέρι και με το άλλο ξέπλεκε την μεγάλη του γενειάδα, την οποία έδενε κότσο, και φαινόταν πράγματι σαν τον Πατριάρχη Αβραάμ, ιδίως στα υστερνά του, πού είχε γίνει ολόλευκος πια εσωτερικά και εξωτερικά. Αφού λοιπόν ετοιμαζόταν, στεκόταν κάτω από την ελιά, για να τον φωτογραφίσουν, και έπαιρνε μια στάση μικρού παιδιού. Είχε ωριμάσει πια πνευματικά και είχε γίνει σαν μικρό παιδί, όπως μας συνιστα ο Χριστός να γίνουμε σαν τα άκακα παιδιά.

Οι Πατέρες πού τον συμβουλεύονταν, στα γεράματα του τον επισκέπτονταν πιο τακτικά, για να του προσφέρουν καμιά βοήθεια, και τον ρωτούσαν:

- Γέροντα, μήπως θέλεις να σου κόψουμε ξύλα; Εκείνος απαντούσε:

- Κάνετε υπομονή, εάν δεν πεθάνω το καλοκαίρι, να μου κόψετε ξύλα για τον χειμώνα.

Το 1968 είχε προαισθανθή πια τον θάνατο του, γιατί συνέχεια ανέφερε για τον θάνατο. Τον είχαν εγκαταλείψει και οι λίγες σωματικές του δυνάμεις. Μετά της Παναγίας(τον Δεκαπενταύγουστο) είχε πέσει στο κρεβάτι και έπινε μόνο νερό, γιατί καιγόταν εσωτερικά. Παρόλο πού βρισκόταν σ΄ αυτή την κατάσταση, πάλι δεν ήθελε να μένη άνθρωπος κοντά του, για να μη τον περισπά στην αδιάλειπτη προσευχή του.


Όταν είχε πλησιάσει η τελευταία εβδομάδα της ζωής του επί της γης, τότε μου είπε να καθήσω κοντά του, γιατί θα αποχωριζόμασταν πια, αφού θα έφευγε εκείνος για την αληθινή ζωή. Ακόμη και αυτές τις δέκα ήμερες δεν με άφηνε να μένω συνέχεια κοντά του, αλλά μου έλεγε να πηγαίνω στο διπλανό κελλάκι, για να προσεύχωμαι κι εγώ μετά από την μικρή βοήθεια πού του πρόσφερα. Φυσικά, δεν είχα τα απαιτούμενα για να τον ανακουφίσω όσο έπρεπε, αλλά, επειδή δεν είχε ανακουφισθή ποτέ το ταλαιπωρημένο του σώμα, και ή ελάχιστη βοήθεια του φαινόταν πολύ μεγάλη.

Μια μέρα, είχα οικονομήσει δύο λεμόνια και του έκανα μια λεμονάδα.

Μόλις ήπιε λίγο δροσίστηκε και με κοιτούσε παράξενα.

-Πά-πά-πά, παιδί μου! αυτό το νερό είναι πολύ καλό! Που το βρήκες;

Ό Χριστός να σου δώση σαράντα χρυσά στεφάνια.

Φαίνεται δεν είχε πιή ποτέ λεμονάδα ή είχε πιή, όταν ήταν πολύ μικρός, και είχε ξεχάσει την γεύση της.

Επειδή ήταν ακίνητος πια στο κρεβάτι, γιατί είχε παραδώσει σ' αυτό τις λίγες του σωματικές δυνάμεις και δεν μπορούσε να σηκωθή να πάη στο Ναό του Τιμίου Σταυρού, όπου λειτουργούσε με ευλάβεια χρόνια ολόκληρα, μου ζήτησε να του φέρω τον Σταυρό από την Αγία Τράπεζα για παρηγοριά. Όταν είδε τον Σταυρό, γυάλισαν τα μάτια του και, αφού τον ασπάσθηκε με ευλάβεια, τον κρατούσε σφιχτά στο χέρι του με όλη την δύναμη πού του είχε απομείνει. Είχα δέσει και ένα κλωνάρι βασιλικό στον Σταυρό και του έλεγα:

-Μυρίζει καλά, Γέροντα; Εκείνος μου απαντούσε:

- Ό Παράδεισος, παιδί μου, μυρίζει πολύ καλύτερα.

Μια μέρα από εκείνες τις τελευταίες του, είχα βγει έξω, για να του φέρω λίγο νερό. Όταν άνοιξα μετά και μπήκα στο κελλί του, με κοιτούσε παράξενα και μου λέγει:

- Εσύ, ο Άγιος Σέργιος είσαι;

- Όχι, Γέροντα, είμαι ο Παΐσιος.

-Τώρα, παιδί μου, ήταν εδώ ή Παναγία, ο Άγιος Σέργιος και ο Άγιος Σεραφείμ. Που πήγαν; Κατάλαβα ότι κάτι γίνεται και τον ρώτησα:

- Τι σου είπε ή Παναγία;

-Θα πέραση η Πανήγυρη και μετά θα με πάρη.

Ήταν απόγευμα, παραμονή του Γενεθλίου της Θεοτόκου, 7 Σεπτεμβρίου του 1968 και μετά από τρεις ήμερες, στις 10 Σεπτεμβρίου, αναπαύθηκε εν Κυρίω.

Την προτελευταία ήμερα μου είχε πει ο Γέροντας:

- Αύριο θα πεθάνω και θέλω να μη κοιμηθής, για να σε ευλογήσω.

Εγώ τον λυπόμουνα εκείνο το βράδυ, πού κουραζόταν, γιατί συνέχεια τρεις ώρες είχε τα χέρια του επάνω στο κεφάλι μου, με ευλογούσε και με ασπαζόταν για τελευταία φορά. Για να έκφραση και την ευγνωμοσύνη του για το λίγο νερό πού του είχα δώσει στα τελευταία του, μου έλεγε:

- Γλυκό μου Παΐσιο, εμείς, παιδί μου, θα έχουμε αγάπη εις αιώνας αιώνων, η αγάπη είναι ακριβή η δική μας. Εσύ θα κάνης ευχή από εδώ, και εγώ θα κάνω από τον Ουρανό. Πιστεύω ότι θα με ελεήση ο Θεός, γιατί εξήντα χρόνια, παιδί μου, Καλόγηρος, συνέχεια έλεγα Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με.

Έλεγε επίσης:

- Εγώ θα λειτουργώ πια στον Παράδεισο. Εσύ να κάνης ευχή από εδώ, και εγώ θα έρχωμαι κάθε χρόνο να σε βλέπω. Εάν εσύ θα καθήσης στό Κελλί αυτό, εγώ θα έχω χαρά, αλλά όπως ο Θεός θέλει, παιδί μου. Σου έχω και κουμπάνια, για τρία χρόνια κονσέρβες, και μου έδειχνε, δίπλα, έξι μικρά κουτιά σαρδέλες και αλλά τέσσερα κουτιά καλαμάρια, πού τα είχε φέρει κάποιος από καιρό, και έμειναν στην ίδια θέση, όπου τα είχε αφήσει ο επισκέπτης τότε. (Για μένα αυτές οι κονσέρβες δεν έφθαναν ούτε για μια εβδομάδα).

Ξανά επανελάμβανε ο Γέροντας:

- Εμείς, παιδί μου, θα έχουμε ακριβή αγάπη εις αιώνας αιώνων, και θα έρχωμαι κάθε χρόνο να σε βλέπω, και τα μάτια του έτρεχαν δάκρυα συνέχεια.


Είναι αλήθεια ότι εκείνες οι δέκα τελευταίες ήμερες πού παρέμεινα κοντά του, ήταν η μεγαλύτερη ευλογία του Θεού για μένα, γιατί βοηθήθηκα περισσότερο από κάθε άλλη φορά, Αφού μου δόθηκε η ευκαιρία να τον ζήσω λίγο από κοντά και να τον γνωρίσω καλύτερα. Αυτό πού μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση ήταν το πόσο στα ζεστα είχε πάρει το θέμα της σωτηρίας της ψυχής! Δίπλα από το κρεβάτι του είχε έτοιμες επιστολές, για να τις ταχυδρομήσω, μόλις πεθάνη, σε γνωστούς του Επισκόπους, για να τον μνημονεύουν. Επίσης μου έδωσε εντολή να φέρω Επίσκοπο να τον διάβαση στον τάφο και να τον αφήσω εκεί - να μη του κάνω την εκταφή - μέχρι την Δευτέρα Παρουσία του Χρίστου.

Είχα ειδοποιήσει εν τω μεταξύ στο Μοναστήρι ότι είναι πια στα τελευταία του ο Παπα - Τύχων, και ήρθε ο Πατήρ Βασίλειος, για να τον ετοιμάσουμε. Έβλεπες πια σιγά - σιγά να σβήνη ο Γέροντας, σαν το κανδήλι, πού τελειώνει το λάδι από την κούπα και μένει λίγο στο φυτίλι, και κάνει τις τελευταίες του αναλαμπές.

Έτσι μας έφυγε η αγιασμένη του ψυχή και μας άφησε το σώμα του και ένα μεγάλο κενό. Τον ετοιμάσαμε οι δυο μας και ειδοποιήσαμε το πρωΐ και τους άλλους Πατέρες, και του διάβασαν την νεκρώσιμη ακολουθία οι γνωστοί του Ιερείς με ευλάβεια. Μας άφησε πόνο, φυσικά, στις ψυχές μας με τον αποχωρισμό του, γιατί ή παρουσία του έπαιρνε πόνο και σκορπούσε παρηγοριά. Τώρα πια ο Γέροντας θα μας επισκέπτεται εκείνος από τον Ουρανό και θα μας βοηθάη περισσότερο. Άλλωστε, το είχε ύποσχεθη ο ίδιος: «Εγώ θα έρχωμαι κάθε χρόνο να σε βλέπω».

Πέρασαν τρία χρόνια ολόκληρα, χωρίς να μου παρουσιασθή, και αυτό με έβαλε σε λογισμούς: «μήπως έσφαλα σε κάτι;» Μετά από τρία χρόνια μου έκανε την πρώτη του επίσκεψη. Εάν εννοούσε ο Γέροντας ότι το «...κάθε χρόνο» θα άρχιζε μετά από τα τρία χρόνια, αυτό με παρηγορεί, γιατί έτσι δεν ήμουν εγώ αίτια σ' αυτό το θέμα.

Ή πρώτη λοιπόν φορά ήταν στις 10 Σεπτεμβρίου 1971, βράδυ, μετά το μεσονύκτιο. Ενώ έλεγα την ευχή, βλέπω ξαφνικά τον Γέροντα να μπαίνη στο κελλί! Πετάχτηκα και του έπιασα τα πόδια και τα φιλούσα με ευλάβεια. Δεν κατάλαβα όμως πώς ξεγαντζώθηκε από τα χέρια μου και, καθώς έφευγε, τον είδα να μπαίνη στο Ναό, και εξαφανίστηκε. Φυσικά, τα χάνει κανείς εκείνη την ώρα, όταν συμβαίνουν τέτοια γεγονότα. Ούτε και μπορεί να τα εξήγηση αυτά με την λογική, γι' αυτό και λέγονται θαύματα. Άναψα αμέσως το κερί, γιατί μόνο το κανδήλι είχα αναμμένο, όταν συνέβη αυτό, για να σημειώσω στο ημερολόγιο την ήμερα αυτή πού μου είχε παρουσιασθή ό Γέροντας, για να το θυμάμαι. "Όταν είδα ότι ήταν ή ήμερα πού είχε κοιμηθή ό Γέροντας (10η Σεπτεμβρίου), πολύ λυπήθηκα και ελέγχθηκα, πού μου πέρασε τελείως απαρατήρητη εκείνη η ήμερα. Πιστεύω να με συγχώρησε ο καλός Πατέρας, γιατί εκείνη την ήμερα, από το φώτισμα το ηλιοβασίλεμα, είχα επισκέπτες στο Καλύβι και είχα κουραστή και ζαλιστή και ξεχάστηκα τελείως. Αλλιώς, κάτι θα έκανα για να βοηθηθώ ο ίδιος και να δώσω λίγη χαρά στον Γέροντα με ολονύκτια προσευχή.

Δεν ξέρω εάν είχε παρουσιασθη σε άλλον, πριν από την πρώτη αυτή επίσκεψη πού μου έκανε. Στο Κελλί μου πάντως είχε παρουσιασθή και σ' έναν άγνωστο Μοναχό (πρώην Καρακαλληνό), στον Πατέρα Ανδρέα, ως έξης:

Είχε έρθει στο Κελλί μου, για να τον εξυπηρετήσω σε κάτι πού ήθελε. Φυσικά, ούτε με γνώριζε ούτε και εγώ τον γνώριζα. Περίμενε λοιπόν έξω από το Κελλί μου, κάτω από την ελιά, γιατί νόμιζε ότι απουσιάζω. Εγώ ήμουν μέσα στο εργαστήρι και δεν ακουγόμουνα, γιατί βερνίκωνα εικονάκια. Όταν τελείωσα, έψαλα το Άγιος ο Θεός και! βγήκα έξω. Μόλις με είδε ο Πατήρ Ανδρέας, ξαφνιάστηκε και μου διηγήθηκε με θαυμασμό το έξης γεγονός:

«Ενώ περίμενα κάτω από την ελιά, είχαν κλείσει τα μάτια μου, αλλά τις αισθήσεις μου τις είχα. Βλέπω, λοιπόν, έναν Γέροντα να βγαίνη από εκείνα τα δενδρολίβανα και να μου λέη:

- Ποιόν περιμένεις;

Και εγώ του απήντησα:

-Τον Πατέρα Παΐσιο.

Ό Γέροντας μου είπε:

- Εδώ είναι, και έδειχνε με το δάκτυλο προς το κελλί.

Έκείνη την στιγμή πού έδειχνε, άκουσα να ψέλνης το Άγιος ο Θεός και βγήκες έξω. Αυτός, Πάτερ Παΐσιε, θα είναι κανένας Άγιος, γιατί τους καταλαβαίνω. Έχω ιδεί και άλλες φορές τέτοια!»

Τότε του διηγήθηκα μερικά για τον Γέροντα και του είπα ότι εκεί στα δενδρολίβανα είναι ο τάφος του.

Είχα φυτέψει γύρω - γύρω δενδρολίβανα, τα όποια είχαν μεγαλώσει, και δεν διακρινόταν ο τάφος, για να μη πατιέται το Λείψανο του, μια πού μου έδωσε εντολή να μη του κάνω εκταφή.

Νομίζω ότι από τα λίγα αυτά πού ανέφερα και από τα λίγα πού έγραψα γύρω από την ζωή του σεβαστού Γέροντος, πολλά θα καταλάβουν όσοι έχουν εσωτερικά βιώματα. Φυσικά, όσοι ζούνε ταπεινά και στην αφάνεια μπορούν να καταλάβουν πόσο αδικούνται οι Άγιοι, με το να βλέπουμε μόνο τις εξωτερικές αρετές των Αγίων - όσες δεν κρύβονται - και αυτές μόνο να γράφουμε, ενώ ο πνευματικός πλούτος των Αγίων μας είναι σχεδόν άγνωστος. Αυτά τα λίγα, συνήθως, πού έχουμε από τους Αγίους ή τους ξέφυγαν, διότι δεν μπόρεσαν να τα κρύψουν, ή τους ανάγκαζε η μεγάλη τους αγάπη να κάνουν αυτή την πνευματική ελεημοσύνη.

Φυσικά, μόνο ο Θεός γνωρίζει τα πνευματικά μέτρα των Αγίων. Ούτε και οι ίδιοι οι Άγιοι τα γνώριζαν, διότι οι Άγιοι μόνο τις αμαρτίες τους μετρούσαν και όχι τα πνευματικά τους μέτρα. Έχοντας λοιπόν ύπ' όψιν μου το άγιο αυτό τυπικό των Αγίων, πού δεν αναπαύονται στους ανθρώπινους επαίνους, προσπάθησα να περιοριστώ στα απαραίτητα γεγονότα.

Πιστεύω ότι είναι ευχαριστημένος και ο Παπα - Τυχών και δεν θα παραπονεθή, όπως παραπονέθηκε σ' αυτόν ο φίλος του Γερο - Σιλουανός, όταν είχε γράψει για πρώτη φορά τον Βίο του ο Πατήρ Σωφρόνιος. Είχε παρουσιασθή τότε ο Γερο - Σιλουανός στον Παπα - Τύχωνα και του είπε:

-Αυτός ο ευλογημένος Πατήρ Σωφρόνιος πολλά εγκώμια μου έγραψε, δεν το ήθελα.

Γι' αυτό φυσικά είναι και Άγιοι. Επειδή απέφευγαν την ανθρώπινη δόξα, τους δόξασε ο Θεός.

Οι ευχές του Παπα - Τύχωνα και όλων των γνωστών και αγνώστων Αγίων να μας βοηθάνε στα δύσκολα χρόνια πού περνάμε. Αμήν.


(Ακολουθεί ή προσευχή του Γέροντα, πού είχε γράψει με πολύ πόνο και πολλά δάκρυα και την έστελνε στις πονεμένες ψυχές της Ρωσίας σαν βάλσαμο από το Περιβόλι της Παναγίας).


«Δόξα εις τον Γολγοθά του Χριστού».


Ω Θείε Γολγοθά, αγιασμένε με το αίμα του Χρίστου! Σε παρακαλούμε, πες μας πόσες χιλιάδες αμαρτωλών με την Χάρη του Χρίστου, την μετάνοια και τα δάκρυα καθάρισες και γέμισες τον νυμφώνα του Παραδείσου; Ω! με την αγάπη σου την άρρητη, Χριστέ Βασιλιά, με την Χάρη Σου όλα τα ουράνια παλάτια γέμισες από μετανοούντας αμαρτωλούς. Συ και εδώ κάτω όλους ελεείς και σώζεις. Και ποιος μπορεί αντάξια να Σε ευχαρίστηση, έστω κι αν είχε Αγγελικό νουν; Αμαρτωλοί, ελατέ γρήγορα. Ό Άγιος Γολγοθάς είναι ανοικτός και ο Χριστός εύσπλαχνος. Προσπέσετε προς Αυτόν και φιλήσετε τα άγια Του πόδια.


Μόνον Αυτός σαν εύσπλαχνος μπορεί να γιατρέψη τις πληγές σας! "Ω, θα είμαστε ευτυχείς, όταν ο πολυεύσπλαχνος Χριστός μας αξίωση με μεγάλη ταπείνωση και φόβο Θεού και καυτά δάκρυα να πλύνωμε τα πανάχραντα Του πόδια και με αγάπη να τα φιλήσουμε! Τότε ο Χριστός εύσπλαχνος θα ευδοκήση να πλύνη τις αμαρτίες μας και θα μας άνοιξη τις πόρτες του Παραδείσου, όπου με μεγάλη χαρά, μαζί με τους Αρχαγγέλους και Αγγέλους, τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ και με όλους τους Αγίους, αιώνια θα δοξάζωμεν τον Σωτήρα του κόσμου, τον γλυκύτατο Ιησού Χριστό, τον Αμνό του Θεού μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την Όμοούσιο και αδιαίρετο Τριάδα.


Ιερομόναχος Τύχων - Άγιον Όρος

Γράφτηκε ο Βίος του Γέροντα στις 26 Μαΐου, μνήμη του Αγίου Αποστόλου Καρπού, το 1977, στο Σταυρονικητιανό Κελλί «Τίμιος Σταυρός». Δόξα σοι ο Θεός! Μοναχός Παΐσιος



Κείμενο: «ΑΓΙΟΡΕΙΤΑΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΑ» του Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου

http://agioritikesmnimes.pblogs.gr

Αιμιλιανός Ηγούμενος Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας



 Αιμιλιανός Ηγούμενος Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας

 Ο Γέροντας αρχιμανδρίτης Αιμιλιανός, κατά κόσμον Αλέξανδρος Βαφείδης, Καθηγούμενος της καθ΄ ημάς Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας από το 1973 εως το 2000, γεννήθηκε στην Νίκαια Πειραιώς το 1934 από ευσεβείς γονείς, η καταγωγή του όμως εχει μικρασιατικές ρίζες.

 Η εκ πατρός γιαγιά του Ευδοξία ήταν Κωνσταντινουπολίτισσα, ο δε παππούς του Αλέξανδρος κατήγετο από την Σηλυβρία της Θράκης και εφοίτησε στην περιώνυμη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Το έτος 1906 μετοίκησαν στα Σήμαντρα της ευλογημένης γης της Καππαδοκίας, όπου εχρημάτισαν δημοδιδάσκαλοι για τις ανάγκες του ελληνισμού, και στην Ελλάδα ήλθαν μετά την μικρασιατική καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών. Έγγαμοι όντες, επολιτεύοντο ως μοναχοί, αγρυπνούντες και προσευχόμενοι. Χαρακτηριστικο είναι οτι η γιαγιά εκοιμήθη ως μοναχή με το όνομα Ευταξία, η δε μητέρα του ως μοναχή Αιμιλιανή.

Ο Γέροντας εκληρονόμησε από τον παππού τα πνευματικά και σωματικά χαρίσματα του και από την γιαγιά του ανεξάλειπτα πνευματικά βιώματα. Παιδιόθεν έφερε εντός του τον πόθο της αφιερώσεως και επιδιδόταν στην μελέτη του Ευαγγελίου και πολλών πατερικών βιβλίων, καθώς και στην αδιάλειπτη ευχή του Ιησού, απ΄ όπου αρυόταν αυθεντικές απαντήσεις και θείες εμπνεύσεις για την πορεία της ζωής του.

Έλαβε την πρωτοβάθμιον εγκύκλιο παιδεία στα Σήμαντρα Χαλκιδικής, όπου είχε εγκατασταθή η γιαγιά του, ενώ την δευτεροβάθμιον στην Νίκαια Πειραιώς, όπου διέμεναν οι γονείς του, με άριστη πάντοτε επίδοση.

Τις σπουδές του συνέχισε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών αρχικώς στην Νομική Σχολή επί δύο έτη, εν συνεχεία δε στην Θεολογική, για να λάβη ανάλογη με τις εφέσεις της ψυχής του μόρφωση.

Κατά την διάρκεια των πανεπιστημιακών σπουδών, με ομάδα ομογνωμόνων και ομοφρονούντων φίλων του από τα γυμνασιακά χρόνια ανέπτυξε σπουδαία δράση, οργανώνοντας κατηχητικά, ομιλίες και άλλες εκδηλώσεις, όπου ανεδείχθησαν τα ψυχικά, πνευματικά, ηγετικά και οργανωτικά χαρίσματά του.

Όταν ολοκλήρωσε τις σπουδές, λόγω της παρεχομένης εκείνη την εποχή αγωγής και κατευθύνσεως, εσκέπτετο την ιερωσύνη, με απώτερον σκοπό την εξωτερική ιεραποστολή. Έκρινε όμως ότι θα ήταν καλύτερο να αρχίση την προετοιμασία για τον σκοπό αυτό σε ένα μοναστήρι. Απευθύνεται τότε προς τον μητροπολίτη Τρίκκης και Σταγών Διονύσιο, που μόλις είχε αναλάβει τα ποιμαντικά του καθήκοντα και είχε φήμη φιλομονάχου επισκόπου.



Η κουρά του Γέροντα Αιμιλιανού ως μοναχού

Ήλθε στα Τρίκαλα το 1960 και ανέθεσε τα καθ΄ εαυτόν στον ποιμενάρχη, ο οποίος την 9η Δεκεμβρίου 1960 τον έκειρε μοναχό με το όνομα Αιμιλιανός. Ως μοναχός ενεγράφη στο Μοναχολόγιο της Ιεράς Μονής Αγίου Βησσαρίωνος Δουσίκου. Την 11η του ιδίου μηνός ο σεβασμιώτατος τον χειροτονεί διάκονο στον Ιερό Ναό Αγίας Παρασκευής Τρικάλων και εν συνεχεία τον αποστέλλει σε διάφορες μονές των Μετεώρων, οι οποίες διήρχοντο τότε περίοδο λειψανδρίας, έως ότου τον εχειροτόνησε ιερέα στην Ιερά Μονή Βυτουμά, κατά την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, το έτος 1961.

Μετά την εις Πρεσβύτερον χειροτονία του εγκατεβίωσε στην Ιερά Μονή Αγίου Βησσαρίωνος Δουσίκου, όπου και παρέμεινε επί ένα τετράμηνο, έως τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους. Στον έρημο και απομονωμένο εκείνον τόπο έζησε σε πλήρη μόνωση και ησυχία, εκζητώντας εμπόνως και εκτενώς τον Θεόν, «τον λυτρούμενον από καταιγίδος και ολιγοψυχίας». Ο Κύριος, εν τη προνοία του, έγινε ευήκοος εις τας μυστικός κραυγάς του, επεφάνη εις τον δούλον του και μεταμορφώνοντας την ύπαρξή του εν τω φωτί, του απεκάλυψε «οδούς ζωής».

Εστράφη πλέον με όλον του τον πόθο και τις δυνάμεις στην μοναχική ζωή και μέσα από τα εναπομείναντα λείψανά της οραματίζεται με ανυπέρβλητο θάρρος και πτεροφυά ελπίδα την αναβίωση και ανακαίνιση της.


Ηγούμενος του Μεγάλου Μετεώρου και πολύπλευρη δραστηριότητά του στην Μητρόπολη Τρίκκης

Στο τέλος του 1961, έχοντας και ο μητροπολίτης Τρίκκης τον ίδιο πόθο για την μοναχική ζωή, τον μετεκάλεσε από το Δούσικο και τον κατέστησε ηγούμενο στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Μεγάλου Μετεώρου. Εκεί, μόνος κατ΄ αρχάς, παρά το πάντοτε εύθραυστον της υγείας του, ενισχύοντας τον εαυτόν του με μεγαλόθυμον υπομονή, αόκνως καλλιεργεί την ασκητική, μυστική και μυστηριακή ζωή. Αγρυπνεί, προσεύχεται αδιαλείπτως και επιδίδεται σε εμβριθέστατη και διαρκή μελέτη πατερικών, ασκητικών και εκκλησιαστικών έργων.

Με ακόρεστη δίψα αναζητεί, ευρίσκει και ερευνά κάθε κείμενο που αναφέρεται στην οργάνωση και λειτουργία του ορθοδόξου μοναχισμού και μάλιστα του κοινοβιακού, εμβαθύνοντας στους μοναχικούς θεσμούς της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας και στα τυπικά διακεκριμένων αρχαίων μονών.

Ενώ η πολιτεία του ήταν καθαρώς ασκητική, την 1η Ιανουαρίου του 1962 ο μητροπολίτης του έδωσε το οφφίκιο του αρχιμανδρίτου και του ανέθεσε την διακονία του κηρύγματος, της εξομολογήσεως και της διαπαιδαγωγήσεως της νεότητος στην επαρχία του, ορίζοντας τον προϊστάμενο στον θεομητορικό ναό αγίας Επισκέψεως Τρικάλων.

 Ήρεμος, εύχαρις πάντοτε και προσηνής, ιεροπρεπής και αρχοντικός, λειτουργεί σχεδόν καθημερινώς, έκτοτε και μέχρι της ασθενείας του, ζει και ζωογονείται εκ του Άρτου της ζωής. «Θεόν φέρων εν τοις σπλάγχνοις του και θεϊκαίς αστραπαίς εξαστράπτων», εξέρχεται εκ των σπηλαίων του ως λύχνος καιόμενος και φαίνων τοις πιστοίς, σαγηνεύοντας τον λαό του Θεού με τα πνευματέμφορα κηρύγματα του και καταρτίζοντας αυτόν «εν πάση σοφία και συνέσει πνευματική».

Στα εξομολογητήρια τον περιεκύκλωνε πλήθος νέων και παιδιών, χάριν των οποίων προσέφερε αφειδώς κόπο, χρόνο, δάκρυα, προσευχή, «έτι δε και την εαυτού ψυχήν».
 Νέα περίοδος άρχισε από τούδε στην ζωή του σεβαστού Γέροντος. Δεν είναι πλέον μόνος. Γίνεται «πατήρ» διά πολλούς «υιούς και θυγατέρας του Θεού», ζει και αισθάνεται ως αληθής απόστολος. Η ζωή του είναι αφιερωμένη στα τέκνα του μετά πάσης ελευθερίας, χωρίς να αναμένη ποτέ, έως τέλους, ούτε την ελάχιστη ανταπόδοση και ανταπόκριση.
Εκ του πλήθους αυτών αρκετοί σκέπτονται την μοναχική ζωή και, συν τω χρόνω, εδημιουργήθη ο πρώτος πυρήνας της αδελφότητος της Μονής του Μετεώρου, ενώ άλλοι στρέφονται στον κλήρο η στην οικογενειακή ζωή, όλοι πάντως ως μία ευρύτερη πνευματική οικογένεια με κέντρο το μοναστήρι.

Το 1963 εγκαταστάθηκαν στο Μεγάλο Μετέωρο οι δύο πρώτοι μοναχοί, και από το σχολικό έτος 1965-66 πλειάς μαθητών του γυμνασίου πολιτεύονται πλέον ως δόκιμοι πλησίον του. Την 6η Αυγούστου 1966 ο Γέροντας του, μητροπολίτης Διονύσιος, τον έκειρε μεγαλόσχημο μοναχό.

 Η ζωή του Μετεώρου και η πορεία του νεαρού, πλην όμως χαρισματούχου τέκνου του, κατευφραίνουν εμφανώς την καρδιά του σεβασμιωτάτου και την γεμίζουν με χρηστές ελπίδες. Στην άρχή της θεμελιώσεως της μοναχικής ζωής στα Μετέωρα συμβουλεύεται και συνάπτει πνευματικούς δεσμούς με σύγχρονες του οσιακές μορφές: Αθανάσιον Χαμακιώτη, παπα-Δημήτρη Γκαγκαστάθη, Αμφιλόχιον Πάτμου, Φιλόθεον Ζερβάκο, Σίμωνα Αρβανίτη, Δαμασκηνόν Κατρακούλη.

Την ίδια περίοδο συνδέεται με τους διαπρεπείς νυν Σέρβους ιεράρχας και φοιτητάς τότε του Πανεπιστημίου Αθηνών, πνευματικά τέκνα του αγίου Γέροντος και στύλου της σερβικής Εκκλησίας μακαριστού π. Ιουστίνου Πόποβιτς, τον οποίον θα επισκεφθει στην Σερβία (1976), ως Καθηγούμενος πλέον της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας.

Την ίδια εποχή ο Γέροντας άρχισε και τις προσκυνηματικές του πορείες στο Άγιον Όρος, για να συλλέξει πλούτον πνευματικής εμπειρίας.

 Γνωρίζεται τότε με τον αείμνηστο Γέροντα Παΐσιο και, φθάνοντας μέχρι την ακρώρεια του Άθωνος, συναντά τον μέγα αθλητή της υπακοής παπα-Εφραίμ Κατουνακιώτη. Έκτοτε, μεταξύ των δύο ανδρών αναπτύσσεται ιδιαιτέρα πνευματική σχέση, για την οποία ο οσιωθείς παπα-Εφραίμ έλεγε συχνά: «Βρήκα τον απολεσθέντα Γέροντά μου, έναν άλλο Γέρο-Ιωσήφ, τον χρυσόγλωσσο και σεβαστό Γέροντα Αιμιλιανό».

Το 1968, με την κουρά των νεαρών τότε υποτακτικών, απαρτίζει την αδελφότητά του Μετεώρου και, με βαθειά προνοητικότητα η καλύτερα προόραση, θέτει τις βάσεις της κοινοβιακής ζωής.

Με το διορατικό του βλέμμα εξ αρχής εκλέγει και προκρίνει ως διάδοχό του τον μαθητή τότε Γυμνασίου Εμμανουήλ Ράπτη, τον σημερινόν Καθηγούμενον της Ιεράς Μονής μας πανοσιολογιώτατον αρχιμανδρίτην Ελισσαίον.Κατά το έτος 1972, μετά από πολυετή δοκιμασία και δυσκολίες, είναι έτοιμος ο πρώτος πυρήνας της γυναικείας μοναστικής αδελφότητος, η οποία με Προεστώσα την νυν Γερόντισσα Νικοδήμη εγκατεστάθη προσωρινά στην Ιερά Μονή Αγίων Θεοδώρων, εγγύς των Μετεώρων.

Ενώ η γυναικεία αδελφότης ήταν ακόμη στα σπάργανα, ο σοφός Γέροντας ετοίμαζε τον εσωτερικό Κανονισμό της -πνευματική διαθήκη και το μόνο γραπτό κείμενο του-, που σε τελική μορφή παρεδόθη στις αδελφές την 5η Μαΐου 1975, όταν πλέον είχαν εγκατασταθεί οριστικά στο σημερινό Μετόχι.


Εκλογή του ως Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας

Μετά την αδόκητη προς Κύριον εκδημία του μακαριστού μητροπολίτου Διονυσίου τον Ιανουάριο του 1970, την ανάγκη εξασφαλίσεως περισσότερον ήσυχου και καταλλήλου μοναστικού τόπου για την αδελφότητα, μακριά από τον θόρυβο και τον τουρισμό, καθώς και την επίμονη παράκληση της εν λειψανδρία τότε ευρισκομένης Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας, τέλη του 1973, η αδελφότης του Μετεώρου μεταφυτεύεται στο Αγιώνυμον Όρος.
Επειδή η θέση του ηγουμένου στην Ιερά Μονή ήτο κενή λόγω κοιμήσεως του μακαριστού αρχιμανδρίτου Χαραλάμπους, ο Γέροντας την 25η Νοεμβρίου 1973 εκλέγεται από τους παλαιούς αδελφούς της Ιεράς Μονής, κατά τα αγιορείτικα τυπικά, Καθηγούμενος της Μονής και ακολούθως ενθρονίζεται την 17η Δεκεμβρίου από την Ιερά Κοινότητα. Την εγκατάσταση της Μετεωριτικής συνοδίας στον Ιερό Άθωνα εχαιρέτισαν οι Αγιορείται Πατέρες με πολλές ελπίδες. Και όντως ακολούθησαν και άλλες συνοδίες, ώστε να αυξηθούν κατά πολύ οι μοναχοί στο Άγιον Όρος.

Ο σεβαστός Γέροντας, συγχρόνως με την αγρυπνητική ζωή του, την Θεία Λειτουργία και τα λοιπά καθήκοντά του, επιδόθηκε στην αναδιοργάνωση της εσωτερικής ζωής της νέας αδελφότητος. Με σοφία και διάκριση προσλαμβάνει την αγιορείτικη παράδοση με τα υπάρχοντα τυπικά της, θέτει και την προσωπική του σφραγίδα -«στοίχων τοις θείοις Κανόσι» των αγίων Πατέρων, τους οποίους τόσο πολύ αγάπησε και με διακαή δίψα και κόπο έφερε και πάλι στο φως- και δημιουργεί το τυπικό της Μονής.

Εκκεντρίζει με σεβασμό και αγάπη στην πείρα των παλαιών γερόντων τον νεανικό ενθουσιασμό, την αφοσίωση και τον ζήλο των νεωτέρων μοναχών, αυξάνοντας κατα πολύ την αδελφότητα. Με την εν γένει χρηστή διοίκησή του και την πατρική διαποίμανση ανώρθωσε το κύρος και προέβαλε την μακραίωνα παράδοση της παλαιφάτου αυτής Ιεράς Μονής.


Οργάνωση και ενίσχυση των μετοχιών της Ι. Μ. Σίμωνος Πέτρας στην Ελλάδα και το εξωτερικό

Μετά την τακτοποίηση της συνοδίας του στο Άγιον Όρος, ενδιαφέρεται πατρικώς για την εγκαταβίωση της συμπηχθείσης γυναικείας αδελφότητος στην Ορμύλια Χαλκιδικής την 5η Ιουλίου του 1974, στο παλαιό Βατοπαιδινό μετόχι Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, το οποίο αγοράσθηκε από την Ιερά Μονή μας, και με την έγκριση του επιχωρίου επισκόπου και την συνδρομή της Ιεράς Κοινότητος κατέστη και λειτουργεί έκτοτε ως Μετόχιον αυτής.
Μύριους κόπους και πόνους κατέβαλε για την ανακαίνιση του ερειπωμένου και μικρού αυτού Μετοχίου, του οποίου κατηξιώθη να γίνη σοφός και μεγαλόφρων κτίτωρ, διότι τα πάντα έπρεπε να αρχίσει εκ του μηδενός.

Εξασφαλίζοντας την απαραίτητη για την ησυχία πέριξ του Μετοχίου έκταση, άρχισε το 1980 την κτιριακή ανοικοδόμηση, «ευδοκία και χάριτι Θεού» αλλά και με την συνδρομή του πιστού λαού, ώστε σε μία περίπου δεκαπενταετία αναπτύχθηκε ένα μεγάλο Κοινόβιο. Απερίγραπτη ήταν η χαρά και η συγκίνηση του κατά την θεμελίωση του Καθολικού του Μετοχίου την 14η Σεπτεμβρίου 1980 από τον μητροπολίτη Κασσανδρείας κυρό Συνέσιο, στο σεπτό πρόσωπό του οποίου συνήντησε τον διακριτικό και νουνεχή επίσκοπο.

Το Μετόχι, την 25η Οκτωβρίου 1991 διά Σιγιλιώδους Πατριαρχικού Γράμματος της Αυτού Θειοτάτης Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, έλαβε Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή αξία.

Ακολουθώντας το παραδείγμα των Πατέρων, των βοηθούντων τους εν ανάγκαις και ασθενείαις συνανθρώπους, ιδρύει το 1982 πλησίον του Μετοχίου το Κέντρον πνευματικής και κοινωνικής συμπαραστάσεως «Παναγία η Φιλανθρωπινή» -κληροδότημα του αειμνήστου καπετάν Ιωάννου Χατζηπατέρα-, το οποίο λειτουργεί με την εποπτεία και φροντίδα της γυναικείας αδελφότητος, ως ταπεινή και ανιδιοτελής προσφορά στον λαό της περιοχής.

Ο Γέροντας θεωρούσε ως Σιμωνόπετρα και όλα τα Μετόχια της: την Ανάληψη στην Αθήνα, τον Άγιο Χαράλαμπο στην Θεσσαλονίκη, τον Όσιο Νικόδημο στον Πεντάλοφο Γουμενίσσης. Και στην Γαλλία τον Άγιο Αντώνιο, την Μεταμόρφωση και την Αγία Σκέπη. Για όλα έδειξε ενδιαφέρον, στοργή και συμπαράσταση, διότι πολλοί συγκομίζονται εκεί, βρίσκοντας την Εκκλησία τόσο κοντά τους.

Ιδιαίτερη πρόνοια και επιμέλεια έδειξε για τους προστρέχοντας εις αυτόν ετεροδόξους αλλοδαπούς, πολλούς εκ των όποιων εκατήχησε, εβάπτισε και έκειρε. Ανάμεσα τους ξεχωριστή θέση κατέχουν οι αρχιμανδρίται π. Πλακίδας Deseille και π. Ηλίας Ragot, μαζί με τις συνοδίες τους.

Από αυτές, κατά το διάστημα 1979 έως 1984 και με την διαρκή καθοδήγηση και συμπαράσταση του Γέροντος, γεννήθηκαν, όπως αναφέραμε, τα τρία Μετόχια της Σιμωνόπετρας στην Γαλλία: ένα άνδρωο, του Αγίου Αντωνίου, και δύο γυναικεία, της Αγίας Σκέπης και της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, τα οποία αποτελούν φυτώρια του Ορθοδόξου μοναχισμού στην Δύση.

Από το 1980 μετέβη μερικές φορές στα Μετόχια της Γαλλίας, για να κατευθύνει και να ενισχύσει τις νέες αδελφότητες. Επισκέφθηκε τότε και τον μακαριστό Γέροντα Σωφρόνιο στην Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Essex Αγγλίας, με τον οποίον συνδέθηκε με αμοιβαία αγάπη και βαθειά πνευματική σχέση.

Το 1988 μάλιστα παρέστη στις εκεί τελετές αγιοποιήσεως του Γέροντος Σιλουανού και των εγκαινίων του ομωνύμου ναού του, ενώ το 1993, λίγο προ της κοιμήσεως του Γέροντος Σωφρονίου, ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση του να ευλόγηση την τελευταία κατοικία του στην νεόκτιστη κρύπτη.

Ο Γέροντας συμμετείχε ως Καθηγούμενος στα κοινά του Αγίου Όρους στις συνάξεις των ανωτάτων θεσμικών οργάνων του, της Δισενιαυσίου Ιεράς Συνάξεως και της Εκτάκτου Διπλής Ιεράς Συνάξεως, με την πείρα δε και διάκριση του συνέβαλε προθύμως στην διευθέτηση πολλών αγιορείτικων υποθέσεων. Εκπροσώπησε επίσης πολλές φορές το Άγιον Όρος στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, στην Ελληνική Πολιτεία και αλλού, ως μέλος Ιεροκοινοτικών Επιτροπών και εξαρχικών αποστολών.

Εργαζόμενος κυρίως ως πνευματικός πατήρ της Μονής του και της αδελφότητος του εν Ορμυλία Ιερού Μετοχίου, τον περισσότερο χρόνο του διέθετε τόσο στην πληροφορία της διακονίας αυτής, όσο και στην εντρύφηση της μοναχικής ζωής στην φιλτάτη του μόνωση και ησυχία. Η αγάπη του όμως για τον λαό του Θεού και την Εκκλησία τον έκανε να ανταποκρίνεται ενίοτε και στις προσκλήσεις των κατά τόπους αρχιερέων η και άλλων φορέων, για ομιλίες η συμμετοχή του σε θεολογικά-μοναχικά συνέδρια στην Ελλάδα, στην Κύπρο ή άλλου, προς καταρτισμόν του χριστεπωνύμου πληρώματος.

Προορώμενος τον Κύριον ενώπιον του διά παντός, αντιπαρήρχετο με πολλήν φυσικότητα και απόλυτον ηρεμία και χαρά κάθε δυσκολία, δεχόμενος τα πάντα ως θεία ευλογία. Με την αυτή διάθεση δέχθηκε και την μεγάλη πυρκαϊά του Αυγούστου του 1990, η οποία κατέκαυσε το Άγιον Όρος και απείλησε σοβαρά την Μονή μας.


Απόσυρση του Γέροντα Αιμιλιανού στο μετόχι της Ορμύλιας

Στις αρχές του 1995 ένας μόνιμος κλονισμός της υγείας του υποχρέωσε τον σεβαστό Γέροντα να αποσυρθεί σταδιακώς από τα ηγουμενικά καθήκοντά του και να εγκατάλειψη το περιπόθητο μοναστήρι του και το πεφιλημένο του Άγιον Όρος. Το έτος 2000 ο σεπτός Πατήρ παρέδωσε την σκυτάλη της ηγουμενίας στον νύν Καθηγούμενον της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας πανοσιολογιώτατον αρχιμανδρίτην Ελισσαίον, ο οποίος με υϊικόν σεβασμό συνεχίζει το έργο του και ο ίδιος εφησυχάζει στο Μετόχι της Ορμύλιας, «ανταναπληρών τα υστερήματα των θλίψεων του Χριστού εν τη σαρκί αυτού, υπέρ του σώματος του Χριστού, ο έστιν η Εκκλησία», με πολλή υπομονή και καρτερία.

Από τον πλούσιον πνευματικόν αμητόν του Γέροντος ελάχιστα κείμενα είδαν το φως της δημοσιότητος κατά τις ημέρες της δράσεως του, διότι ο ίδιος, έχοντας ως μόνον σκοπό τον καταρτισμό και την οικοδομή των πνευματικών του τέκνων ή του ποιμνίου της Εκκλησίας, απέφευγε ταπεινοφρόνως την έκδοσή τους.

Ο λόγος του Γέροντος Αιμιλιανού χαρακτηρίζεται από την βιωματική προσέγγιση των θεμάτων, την βαθειά ανάλυση των νοημάτων και το πηγαίον της εκφράσεως. Οι κατηχήσεις του αποτελούν πολύτιμη κληρονομιά και παρακαταθήκη για τους μοναχούς του. Κρατήρ πεπληρωμένος «οίνου άκρατου», ο οποίος με την επ΄ εσχάτων σιωπή του κατέστη «περικεχρυσωμένος και περιηργυρωμένος», διαφυλάσσεται από τις δύο αδελφότητες ως τιμαλφέστατον κειμήλιο και εκχέεται στην Εκκλησία του Θεού ως διακονία αγάπης.
Την καταγραφή των πολυπληθών κατηχήσεων και ομιλιών του ανέλαβε η γυναικεία αδελφότης του Μετοχίου Όρμυλίας, η οποία και προέβη στην έκδοσή τους το έτος 1995, εγκαινιάζοντας την σειρά «Κατηχήσεις και Λόγοι». Στα πλαίσια της σειράς αυτής έχουν κυκλοφορήσει τέσσερεις τόμοι: Σφραγίς Γνήσια (1995), Ζωή εν Πνεύματι (1998), Αγαλλιασώμεθα τω Κυρίω (1999), Θεία Λατρεία - Προσδοκία και όρασις Θεού (2001). Παράλληλα με την ελληνική έκδοση, οι Κατηχήσεις μεταφράζονται στην γαλλική, αγγλική, ρουμανική, ρωσική και σερβική γλώσσα.

Η δημοσίευση συνόλου του πνευματικού έργου του πολυφθόγγου Πατρός αποτελεί φροντίδα υϊικής αγάπης και αιωνίου ευγνωμοσύνης των τέκνων του, και αναμένεται να καλύψη σε πολλούς τόμους ποικιλία θεμάτων: ομιλίες και κηρύγματα, ερμηνεία ασκητικών Πατέρων (αββά Ησαΐου, Ησυχίου πρεσβυτέρου, Γρηγορίου Σιναΐτου, Μαξίμου του Ομολογητού, οσίου Θαλασσίου, οσίου Θεογνώστου), ερμηνεία μοναστικών κανόνων (Αντωνίου του Μεγάλου, αγίου Αυγουστίνου, αγίου Μακαρίου, αγίου Παχωμίου), μοναχικοί θεσμοί και πρακτική ζωή (μοναχισμός, μοναχικός κανών, η ζωή του μονάχου, σχέσεις Γέροντος και υποτακτικού), ερμηνεία βίων αγίων (οσίου Νείλου του Καλαβρού, οσίου Ρωμύλου), ερμηνείες Βιβλικών, υμνολογικών και θεολογικών κειμένων (ψαλμών, προφητειών, ύμνων, κ.ά.).

Η ηγουμενία του Γέροντος στην Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας αξιολογείται ήδη ως μία από τις ευλογημένες περιόδους της νεωτέρας ιστορίας της Μονής, για την οποία η ιδία σεμνύνεται, συμπίπτει δέ, θεομητορική προστασία, με την ευρύτερη αθρόα επάνδρωση και ακτινοβολία συνόλου του Αγίου Όρους.

Όπως το διατυπώνει όμως ο ίδιος, «η μοναστική αδελφότης του Κοινοβίου, ζώσα με τον ίδιον αυτής ρυθμόν, ζη ουσιαστικώς εν τη Εκκλησία διά την Εκκλησίαν, ως η καρδία η μέλος τι σώματος, και δεν εκτιμάται από την ανάπτυξιν δραστηριότητος αλλά, κυρίως, από την εραστικήν αναζήτησιν του Θεού. Ούτως οι μοναχοί αποβαίνουν θεοειδείς, ελκύοντες και τους άλλους προς την θείαν ζωήν»

(Τυπικόν Ιερού Κοινοβίου Ορμυλίας).
πηγή: http://www.pemptousia.com

πηγή φωτογραφιών με πληροφορίες: Αιμιλιανός ηγούμενος μονής Σιμωνόπετρας

agioritikesmnimes.blogspot.gr

http://anavaseis.blogspot.gr/

«Δὲν πρέπει νὰ φύγεις ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, διότι ἡ Παναγία θὰ σὲ κάνει καλὰ ἐδῶ μέσα· ἐὰν φύγεις, θὰ πεθάνεις!»




ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΙΚΗ ΙΑΣΗ ΑΡΧΙΕΡΕΩΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ*

Ἐφησυχάζοντος Μητροπολίτου Ἀντινόης
 Παντελεήμονος (κατὰ κόσμον Γεωργίου Λαμπαδαρίου).

«Γεννήθηκα στὴν Κάλυμνο, στὶς 14 Μαΐου 1955, ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς· τὸν Παντελὴ Λαμπαδάριο καὶ τὴν Καλλιόπη, τὸ γένος Ζαΐρη. Τὸ 1975 ἔγινε ἡ κουρά μου ὡς μοναχοῦ ἀπὸ τὸν σεβαστὸ Γέροντά μου ἀρχιμ. π. Ἀμφιλόχιο Τσοῦκο, σημερινὸ Μητροπολίτη Νέας Ζηλανδίας. Ἡ κουρὰ ἔλαβε χώρα στὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος Καλύμνου καὶ μετονομάστηκα Εὐθύμιος. Στὶς 20 Μαΐου 1980, ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, χειροτονήθηκα διάκονος ἀπὸ τὸν μακαριστὸ Μητροπολίτη Λέρου, Καλύμνου καὶ Ἀστυπαλαίας Ἰσίδωρο Ἀηδονόπουλο καὶ στὶς 6 Δεκεμβρίου 1983 προχειρίζομαι στὸν βαθμὸ τοῦ Πρεσβυτέρου λαμβάνοντας καὶ τὸ ὀφίκιο τοῦ ἀρχιμανδρίτη ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη
Λέρου, Καλύμνου καὶ Ἀστυπαλαίας κ. Νεκτάριο Χατζημιχάλη.

Ἕνα χρόνο μετὰ ἀπὸ τὴ χειροτονία μου, στὸ τέλος Νοεμβρίου τοῦ 1984,
αἰσθάνθηκα μεγάλους πόνους στὴ μέση μου. Νόμιζα ὅτι οἱ πόνοι προήρχοντο ἀπὸ ὑπερβολικὴ κούραση ἢ εἶχα κάποιο πρόβλημα μὲ τὰ νεφρά μου. Στὴν ἀρχὴ δὲν ἔδωσα σημασία. Ἄφησα τὸ πρόβλημα νὰ περάσει. Δὲν τὸ πῆρα στὰ σοβαρά. Νόμιζα ὅτι ἦταν κάτι τὸ περαστικό.

Ἀναχώρησα ἀπὸ τὴν Κάλυμνο στὶς 8 Ἰανουαρίου 1985 μὲ σκοπὸ νὰ δώσω ἐξετάσεις – χρωστοῦσα τρία μαθήματα τοῦ πρώτου ἔτους τῶν θεολογικῶν μου σπουδῶν. Στὴν Ἀθήνα μόλις ποὺ πρόλαβα νὰ δώσω τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ τρία μαθήματα ποὺ χρωστοῦσα. Μέσα σὲ δυὸ ἑβδομάδες, μετὰ ἀπὸ τὴν ἄφιξή μου στὴν Ἀθήνα τὰ πράγματα πῆραν ἄλλη τροπή. Οἱ
πόνοι αὐξήθηκαν τόσο πολὺ ποὺ δὲν μποροῦσα νὰ βρῶ ἀνάπαυση. Τὸ συκώτι πρήστηκε καὶ ἐγὼ ἤμουν μόνος μέσα στὸ διαμέρισμα ποὺ εἶχα ἐνοικιάσει ἀκριβῶς ἀπέναντι ἀπὸ τὴ Θεολογικὴ Σχολή.

Οἱ καλοὶ φίλοι μου μὲ πῆγαν στὸ νοσοκομεῖο τῶν κληρικῶν στὴν Ἁγία Βαρβάρα (τότε ὀνομαζόταν Ν.Ι.Ε.Ε.). Κάναμε ἐξετάσεις, ἀλλὰ δὲν μποροῦσαν νὰ ἐντοπίσουν τὸ πρόβλημα. Μέρα μὲ τὴ μέρα ἡ κατάσταση χειροτέρευε. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἕνα ἀπόγευμα θέλησα νὰ κατέβω τὴ σκάλα, ἀλλὰ κάτι μὲ ἐμπόδιζε. Αἰσθανόμουν μεγάλο φόβο. Δὲν μποροῦσα νὰ ἐλέγξω τὰ πόδια μου. Πίστευα ὅτι θὰ ἔπεφτα. Ἔτσι, γύρισα στὸ δωμάτιό μου. Τὸ βράδυ θέλησα νὰ πάω γιὰ τὴ σωματική μου ἀνάγκη. Ἐκεῖ διαπίστωσα ὅτι ἡ ὑγεία χειροτέρεψε γιὰ τὰ καλά. Πράγματι ἀπὸ ἐκείνη τὴ βραδιὰ ἄρχιζα νὰ χάνω τὴν κινητικότητα τῶν κάτω ἄκρων. Οἱ γιατροὶ ἄρχισαν νὰ ἀνησυχοῦν. Κάλεσαν κάποιο νευρολόγο καὶ ἐκεῖνος μὲ συνεργασία κάποιας γιατροῦ μοῦ ἔκαναν παρακέντηση. Ἡ γιατρὸς ἦταν ἐντελῶς ἄπειρη. Ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ θὰ ἔκανε παρακέντηση. Ἀπὸ τὴ νευρικότητά της κτύπησε τὴ ρίζα τοῦ νεύρου καὶ τὸ δεξί μου πόδι ἀντέδρασε δυναμικὰ καὶ μὲ τρομεροὺς πόνους. Οἱ πόνοι ἦσαν ἀφόρητοι καὶ ἡ ταραχή μου ἀπερίγραπτη, τόσο πολὺ ὑπόφερα ποὺ οἱ ἄλλοι ἀσθενεῖς ἀπὸ συμπάθεια δὲν μποροῦσαν νὰ μείνουν ἄλλο στὸ κοινὸ δωμάτιο καὶ βγῆκαν ἔξω. Τὰ πράγματα δὲν ἦταν εὐχάριστα. Μόλις ὁ νευρολόγος εἶδε τὴ σύριγγα εἶπε ὅτι ἡ κατάσταση χρειάζεται νευροχειροῦργο.

Στὸ μεταξὺ χρόνο φθάνει στὴν Ἀθήνα ἡ ἀδελφή μου, ἡ Θέμις. Μέχρι τὴν ἡμέρα ἐκείνη δὲν εἶχα εἰδοποιήσει κανένα ἀπὸ τοὺς δικούς μου. Δὲν ἤθελα νὰ ἀνησυχήσουν. Μετὰ ἀπὸ πολλὲς παρακλήσεις μ’ ἔπεισαν νὰ μὲ μεταφέρουν στὸ νοσοκομεῖο «Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ». Θυμᾶμαι ὅτι βγαίνοντας ἀπὸ τὸ νοσοκομεῖο Ν.Ι.Ε.Ε. τελοῦσαν Θεία Λειτουργία στὸ παρεκκλήσι. Ἦταν ἡ γιορτὴ τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους (10 Φεβρουαρίου 1985). Ἔκανα τὸν σταυρό μου καὶ παρακάλεσα τὴν Παναγία νὰ μὲ προστατεύσει.

Μὲ τὸ ἀσθενοφόρο φθάσαμε στὸ νοσοκομεῖο «Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ». Μοῦ
ἔδωσαν ἀμέσως κρεβάτι σ’ ἕνα δωμάτιο μὲ ὀκτὼ ἄτομα. Οἱ ἐξετάσεις δὲν καθυστέρησαν. Μὲ πῆραν ἀμέσως καὶ μοῦ ἔκαναν μυελογράφημα. Ἡ κατάσταση δὲν ἦταν τόσο εὐχάριστη. Προσπάθησα νὰ συνεργαστῶ, ὅσο μποροῦσα, μὲ τοὺς γιατρούς. Μόλις τελείωσαν συνεδρίασαν ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ κ. Καρβούνη. Ἡ διάγνωση δὲν ἦταν εὐχάριστη.

Προσβλήθηκα ἀπὸ τὴ σοβαρὰ ἀσθένεια μεταστατικοῦ καρκίνου τοῦ νωτιαίου μυελοῦ ποὺ προκάλεσε τὴν πλήρη παραλυσία τῶν κάτω ἄκρων. Ἤμουν μόλις 29 χρονῶν.
Μ’ ἔβαλαν σ’ ἕνα δωμάτιο, γιὰ νὰ μοῦ ποῦν τὰ ἀποτελέσματα. Ἐκεῖ ἤμουν μόνος καὶ ἀπὸ τὸ κρεβάτι παρατηροῦσα τὰ διάφορα ἐργαλεῖα. Εἶχα πλήρεις τὶς αἰσθήσεις μου καὶ δὲν ἤμουν ὑπὸ τὴν ἐπήρεια κάποιου φαρμάκου. Ἁπλῶς περίμενα ὑπομονετικὰ τὰ ἀποτελέσματα. 

Ξαφνικὰ ἀκούω μία ἀντρικὴ φωνὴ νὰ μοῦ λέγει:
-«Δὲν πρέπει νὰ φύγεις ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, διότι ἡ Παναγία θὰ σὲ κάνει καλὰ ἐδῶ μέσα· ἐὰν φύγεις, θὰ πεθάνεις!»

Στὸ ἄκουσμα αὐτῆς τῆς φωνῆς ξαφνιάστηκα καὶ γυρνοῦσα τὸ κεφάλι μου δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ γιὰ νὰ δῶ ποιός μοῦ μίλησε. Δὲν ἦταν κανεὶς μέσα στὸ δωμάτιο. Μονολογοῦσα καὶ ἔλεγα:
-«Ἡ φαντασία μου θἆταν.»
» Ἡσύχασα καὶ ἔβλεπα τὸ ταβάνι τοῦ δωματίου. Τότε, μόλις ποὺ πέρασαν λίγα λεπτά, ἡ φωνὴ ἐπαναλήφθηκε γιὰ δεύτερη φορά, καθαρά, πεντακάθαρα, ὅπως καὶ τὴν πρώτη φορά:
-«Δὲν πρέπει νὰ φύγεις ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, διότι ἡ Παναγία θὰ σὲ κάνει καλὰ ἐδῶ· ἐὰν φύγεις, θὰ πεθάνεις!»

»Δὲν πρόλαβα νὰ κοιτάξω ξανὰ καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς νευροχειρούργους μπῆκε στὸ δωμάτιο καὶ μοῦ εἶπε:
-«Πάτερ, ἀποφασίσαμε ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ σὲ χειρουργήσουμε ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα.
Ἔχομε ὑπογράψει τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Πρέπει νὰ φύγεις ἀμέσως εἴτε γιὰ Ἀγγλία, εἴτε γιὰ Ἀμερική. Ἡ ἐκλογὴ εἶναι δική σου. Ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ σὲ χειρουργήσουμε.»

Ἐγὼ ἀρνήθηκα καὶ τοῦ ἐξήγησα τί ἀκριβῶς συνέβη πρὸ ὀλίγου στὸ δωμάτιο. Ὁ γιατρός μοῦ εἶπε:
-«Πάτερ, καὶ ἐγὼ εἶμαι Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς καὶ πιστεύω στὸν Θεό, ἀλλὰ ἐδῶ παίζουμε τὴ ζωή σου. Κάθε δευτερόλεπτο ποὺ περνᾶ δὲν εἶναι σὲ βάρος τῆς ὑγείας σου, ἀλλὰ τῆς ζωῆς σου. Πρέπει νὰ φύγεις ἀμέσως.»

»Τότε, τοῦ ἀπήντησα:
-«Ὄχι, δὲν φεύγω ἀπ’ ἐδῶ. Δὲν γνωρίζω τί ἦταν ἐκείνη ἡ φωνή πού μοῦ μίλησε. Ἀλλά ἐὰν ὑποθέσουμε ὅτι ἦταν ἀπὸ τὸν Θεό, τότε δὲν θὰ τὴν παρακούσω, ἀλλὰ θὰ τὴν ὑπακούσω καὶ ἐὰν ἐσεῖς δὲν θέλετε νὰ μὲ χειρουργήσετε, τότε προτιμῶ νὰ πεθάνω.»
Οἱ γιατροὶ δὲν εἶχαν ἄλλη ἐπιλογή. Προσπάθησαν νὰ μὲ πείσουν μέσῳ τῆς ἀδελφῆς μου καὶ τοῦ θείου μου, Γιάννη Π. Ζαΐρη, ποὺ ἦταν τότε Πρόεδρος Ἐφετῶν στὴν Ἀθήνα. Ἡ ἀδελφή μου ἡ Θέμις καὶ μερικοὶ ἀπὸ στοὺς καλούς μου φίλους ἦταν πάντοτε δίπλα μου.
Ἕνας ἀπὸ τοὺς Καθηγητές μου, ὁ κ. Γεώργιος Γρατσέας ἦταν ἐπίσης κοντά μου. Ἡ ἐγχείρηση ἔλαβε χώρα χωρὶς καμμία καθυστέρηση, τὸ ἴδιο ἀπόγευμα.

Ὁ θεράπων γιατρὸς ἦταν ὁ κ. Κωνσταντῖνος Κρασανάκης, Νευροχειρουργός. Ὅταν μὲ βάλανε στὸ δωμάτιο γιὰ τὴ μεγάλη ἐγχείρηση, εἶδα ἀπέναντί μου τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου Μαρίας. Τὴν παρακάλεσα λέγοντας:
-«Παναγία μου, ἐσὺ κάνε τὴν ἐγχείρηση μὲ τὰ χέρια τῶν γιατρῶν!»
Ἡ ἐγχείρηση κράτησε ἀρκετὲς ὧρες. Ὅταν ξύπνησα ἀπὸ τὴ νάρκωση δίπλα μου ἦταν ὁ καλός μου φίλος καὶ συμφοιτητὴς π. Δημήτριος Ἀργυρός. Πάντοτε τὸν χαρακτήριζε τὸ θαρραλέο του φρόνιμα. Μοῦ ’δωσε κουράγιο. Βρισκόταν δίπλα μου στὶς πιὸ δύσκολες ὧρες τῆς ζωῆς μου, ὅπως καὶ ὁ π. Κωνσταντῖνος Ράπτης καὶ ἄλλοι.

Μετὰ ἀπὸ λίγο βρέθηκα στὸ δωμάτιό μου μὲ τὴν ἀδελφή μου. Οἱ μέρες περνοῦσαν καὶ ἀντιμετώπισα ἄλλους κινδύνους. Ὅλα τὰ ἐσωτερικὰ ὄργανα εἶχαν παραλύσει. Τίποτε δὲν λειτουργοῦσε κανονικά. Κύστη καὶ ἔντερα ἔμειναν παράλυτα καὶ ἀδρανῆ. Εὐτυχῶς ποὺ μία νοσοκόμα ἀντιλήφθηκε τὸ πρόβλημα καὶ πρόσταξε νὰ μοῦ βάλουν καθετήρα, εἰδάλλως ἡ κύστη θὰ σποῦσε.

Δὲν θυμᾶμαι πόσες μέρες πέρασαν καὶ μὲ ἐπισκέφθηκε ὁ ἰατρὸς κ. Κωνσταντῖνος Ἀλεξόπουλος, Παθολόγος- Ὀγκολόγος καὶ σήμερα Διευθυντὴς Ὀγκολογικοῦ Τμήματος Γ.Ν.Α. «Ὁ Εὐαγγελισμός». Μοῦ εἶπε ὅτι θὰ ἀρχίσει χημειοθεραπεία καὶ μὲ μετέφερε σ’ ἕνα ἰδιαίτερο δωμάτιο στὸ 10ο  ὄροφο τῆς Β΄ Παθολογικῆς. Ἐκεῖ ἔμεινα τὸ περισσότερο
διάστημα τῆς παραμονῆς μου στὸ Νοσοκομεῖο. Προϊσταμένη Νοσοκόμα τὴν περίοδο ἐκείνη ἦταν ἡ Δ/νὶς Μαρία Κτενοπούλου.

Ἦταν μία δύσκολη περίοδος, γιατί κάθε μέρα εὑρισκόμουν ἀντιμέτωπος μὲ τὸν θάνατο. Ἦταν μία πάλη μεταξὺ ζωῆς καὶ θανάτου. Ἀλλά, ποτὲ δὲν ἔχασα τὴν πίστη μου ἢ τὶς ἐλπίδες μου ἢ τὴν ἐμπιστοσύνη μου στὴν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ, ὅτι θὰ μὲ κάνει καλὰ μέσῳ τῆς  Μητέρας Του, τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο Μαρία, ὅπως μοῦ ἀναγγέλθηκε.

Στὸ μεταξὺ χρόνο ἡ ἀδελφή μου θυμήθηκε ἕνα ὄνειρο ποὺ εἶχε δεῖ στὰ μέσα τοῦ Γενάρη, ἀλλὰ δὲν εἶχε δώσει σ’ αὐτὸ σημασία. Εἶδε τὴν Παναγία ντυμένη ὡς νοσοκόμα καὶ μὲ κρατοῦσε στὴν ἀγκαλιά Της ὡς βρέφος. Λέγει στὴν ἀδελφή μου:
-«Ὁ ἀδελφός σου πεθαίνει αὐτὴ τὴν ὥρα, ἀλλὰ μὴ φοβᾶσαι, διότι ἐγὼ θὰ τὸν κάμω καλά.»
Ἡ Παναγία πῆρε στὰ χέρια Της ἕνα νυστέρι καὶ ἔκανε δυὸ ἐγχειρήσεις. Ἀκριβῶς στὰ ἴδια ἀκριβῶς σημεῖα ποὺ ἔγιναν καὶ οἱ ἐγχειρήσεις μου. Τότε πίεσε τὶς πληγὲς καὶ ἀπ’ αὐτὲς βγῆκε πύον καὶ στὸ τέλος ἕνα σκουλήκι. Καθάρισε τὶς πληγές, τὶς ἔραψε καὶ μετὰ λέγει στὴν ἀδελφή μου:
-«Ὁ ἀδελφός σου θὰ ζήσει, ἀλλὰ θὰ κάνει δυὸ χρόνια γιὰ νὰ ξαναπερπατήσει!»
Ἡ Θέμις, ὅπως μου εἶπε, εἶχε ἐντελῶς λησμονήσει τὸ ὄνειρο ἐκεῖνο καὶ μόνον ὅταν πραγματοποιήθηκε ἡ δεύτερη χειρουργικὴ ἐπέμβαση, μετὰ ἀπὸ μῆνες, τὸ ξαναθυμήθηκε.
Τὸ περίεργο εἶναι ὅτι κάθε φορὰ ποὺ ζητοῦσα ἀπὸ κάποιο ἐπισκέπτη νὰ μοῦ φέρει μία εἰκόνα, μοῦ ἔφερναν πάντοτε τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Πορταϊτίσσης τοῦ Ἁγίου Ὅρους. Ἔτσι, πίστεψα ὅτι ἦταν ἡ Παναγία ἡ Πορταΐτισσα ποὺ μὲ προστάτευε καὶ Τῆς ἔταξα, ὅτι «ἐὰν γίνω καλά, θὰ Τὴν διακονήσω».

Οἱ μέρες, οἱ ἑβδομάδες καὶ οἱ μῆνες περνοῦσαν καὶ ἐγὼ ἀκόμη βρισκόμουν στὸ κρεβάτι τοῦ πόνου χωρὶς καμμία ἀλλαγή. Οἱ ἀσθενεῖς στὸ διπλανὸ κρεβάτι ἐρχόντουσαν καὶ ἔφευγαν, καὶ ἐγὼ ἀκόμη ἐκεῖ. Χρειαζόμουν πολλὴ ὑπομονή. Παρ’ ὅλο ποὺ ἔκανα χημειοθεραπεία, ὁ καρκῖνος μεταδόθηκε σὲ ἄλλα σημεῖα τοῦ ὀργανισμοῦ (πνεύμονες, συκώτι καὶ αἷμα). Ἀπὸ ἰατρικῆς πλευρᾶς δὲν ὑπῆρχε ἐλπίδα. Ὁ Καθηγητὴς κ. Ἀλεξόπουλος, ἂν δὲν ἐπέμενε ἡ Προϊσταμένη Δ/νὶς Μαρία Κτενοπούλου, ἀρνιόταν ἀκόμα νὰ συνεχίσει τὴ θεραπεία.
-«Εἶναι ἄσκοπο νὰ συνεχίσουμε, ἔλεγε ὁ γιατρός. Δὲν ὑπάρχει ζωὴ μέσα του. Τὸ πολύ, μέσα σὲ δυὸ ἢ τρεῖς μέρες θὰ πεθάνει. Ἂς τὸν ἀφήσουμε νὰ φύγει χωρὶς ἄλλη ταλαιπωρία.»
Μάλιστα, ὁ ἴδιος τηλεφώνησε στὸν Μητροπολίτη Καλύμνου Νεκτάριο καὶ τοῦ ἀνάφερε ὅτι:
-«Ἡ κατάσταση εἶναι σοβαρή. Τὸ πολύ, σεβασμιώτατε, τὸ Σάββατο ἢ τὴν Κυριακὴ θὰ ἔχει κοιμηθεῖ. Νὰ ἑτοιμαστεῖτε νὰ τὸν ὑποδεχθεῖτε.»

Ὁ Μητροπολίτης Καλύμνου Νεκτάριος κάλεσε τοὺς ἱερεῖς τῆς Καλύμνου σὲ συνεδρίαση. Τοὺς ἀνάγγειλε τὰ ὅσα ὁ κ. Ἀλεξόπουλος τοῦ εἶπε καὶ πρότεινε νὰ προετοιμαστοῦνε κατάλληλα. Ἕνας ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς, ὁ πρωτοπρεσβύτερος π. Ἰάκωβος Συριώτης, ζήτησε τὸν λόγο. Ὁ μητροπολίτης τοῦ ἔδωσε τὴν ἄδεια νὰ μιλήσει. Ὁ π. Ἰάκωβος εἶπε:
-«Σεβασμιώτατε, δὲν νομίζετε ὅτι βιάζεστε νὰ βγάλετε συμπεράσματα. Ἐδῶ ὁ ἄνθρωπός μας δὲν πέθανε καὶ ἐσεῖς σχεδιάζετε τὴν κηδεία του. Ἐὰν ὁ κόσμος μάθει τὸ τί συζητᾶμε αὐτὴ τὴ στιγμὴ θὰ μᾶς κυνηγήσει ὅλους καὶ ἐσᾶς πρῶτα θὰ πετάξει στὴ θάλασσα. Γι’ αὐτό, ἂς περιμένουμε νὰ δοῦμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ μετὰ ἐνεργοῦμε.»

Ὁ κ. Ἀλεξόπουλος, ἐν τῷ μεταξύ , ἐνημέρωσε τὴν ἀδελφή μου γιὰ τὴν κατάστασή μου καὶ πρότεινε νὰ ἐνημερωθεῖ ἡ οἰκογένειά μου.
-«Δὲν ὑπάρχει ζωὴ μέσα του», ἔλεγε.
Πρέπει νὰ σημειώσω, ὅτι ὁ πυρετὸς ἐκεῖνο τὸ διάστημα καὶ γιὰ περισσότερο ἀπὸ ἕνα μήνα ἦταν 42.5 C. Κανένα φάρμακο δὲν βοηθοῦσε ὥστε νὰ κατέβει ὁ πυρετός. Ἐκείνην τὴν περίοδο γιὰ μία ὁλόκληρη ἑβδομάδα οἱ νοσοκόμες ἔπαιρναν τὸν πυρετὸ κάθε μία ὥρα.
Τί κουραστικὴ ἑβδομάδα ἦταν ἐκείνη! Κάθε ὥρα καὶ θερμόμετρο. Νύκτα καὶ μέρα δὲν ἔβρισκα χρόνο νὰ ξεκουραστῶ. Πρέπει νὰ ἦταν ἕνα Σάββατο στὰ μέσα τοῦ Μάη 1985. Ὁ πυρετὸς νὰ μὲ καίει καὶ ἐνῷ στὶς 06:00 τὸ πρωὶ ὁ πυρετὸς ἦταν 42.5 C, στὶς 07:00 π.μ. ἔγινε ξαφνικὰ 36.6 C. Ἡ νοσοκόμα ἔγινε ἔξαλλη γιατί νόμιζε ὅτι μετακίνησα τὸ θερμόμετρο.
-«Πάτερ, μοῦ εἶπε μὲ αὐστηρὸ τόνο, ἔχομε κι ἄλλους ἀσθενεῖς νὰ κοιτάξουμε. Βᾶλτο σωστὰ αὐτὴν τὴ φορά!»

Μά, ἐγὼ γνωρίζω καὶ δὲν σφάλλω στὴ μαρτυρία μου, ὅτι τὸ εἶχα τοποθετήσει σωστὰ καὶ ἤμουν ἀμετακίνητος. Ἡ νοσοκόμα βάζει τὸ θερμόμετρο γιὰ δεύτερη φορά. Τὰ ἴδια ἀποτελέσματα, 36,6 C! Φωνάζει τὴν ἀδελφή μου τὴ Θέμιδα. Τὸ ξαναβάζει γιὰ τρίτη φορὰ καὶ πάλι τὰ ἴδια ἀποτελέσματα, 36,6 C! Τότε φωνάζει τὴν προϊσταμένη, Μαρία
Κτενοπούλου, ποὺ ἀντὶ νὰ ἐξετάσει τὸ θερμόμετρο, τηλεφωνεῖ ἀμέσως τὸν γιατρό μου, τὸν κ. Ἀλεξόπουλο.

Ὁ γιατρὸς ἀπουσίαζε ἐκεῖνο τὸ πρωϊνό. Στὴ τηλεφωνική τους ἐπικοινωνία ἡ κ. Κτενοπούλου τοῦ ἀναφέρει γιὰ τὴν ἀπότομη ἀλλαγή. Ἐκεῖνος δὲν πίστεψε, ἀλλὰ εἶπε:
-«Κοιτᾶξτε, ἀδελφή, ἀγαπᾶμε καὶ σεβόμαστε τὸν π. Παντελεήμονα, ἀλλὰ αὐτὸς ὁ νέος δὲν ἔχει ζωὴ μέσα του. Μέσα σὲ δυὸ μέρες θὰ πρέπει νὰ πεθάνει. Πρέπει ὅλοι νὰ τὸ συνειδητοποιήσουμε.»

Ἡ κ. Κτενοπούλου καὶ πάλι ἐπέμενε νἄρθει νὰ ἐξετάσει ὁ ἴδιος.
-«Δὲν ξέρω ἂν πρέπει νὰ πεθάνει ἢ ὄχι, εἶπε, ἀλλὰ εἶναι ἡ μοναδική σου εὐκαιρία. Ἔλα νὰ δεῖς ἀπὸ μόνος σου. Ὁ πυρετὸς ἐξαφανίστηκε!»
Ἔτσι, ὁ γιατρὸς πείσθηκε καὶ ἦρθε στὸ Νοσοκομεῖο. Ὅταν ἦρθε οὔτε κἂν μὲ χαιρέτισε, ἀλλά, ὅταν ὁ ἴδιος ἔβαλε τὸ θερμόμετρο καὶ εἶδε ὅτι ἦταν στὰ φυσιολογικὰ ὅρια, δὲν πίστεψε στὰ μάτια του καὶ ξανάβαλε τὸ θερμόμετρο. Στὴ δεύτερη διαπίστωση, ποὺ κράτησε 12 λεπτά, μονολογοῦσε καὶ ἔλεγε:
-«Ἔ, εἴπαμε ὅτι πιστεύομε, ἀλλὰ ἐδῶ μέσα παραγίνεται.»

»Καὶ γυρνώντας στοὺς ἄλλους γιατροὺς εἶπε:
-«Ὅ,τι ἔγινε ἐδῶ μέσα δὲν ἦταν ἀπὸ ἐμᾶς. Μόνον ἕνας Θεὸς μπορεῖ νὰ τὰ κάνει. Ἀλλὰ εἶναι σημάδια γιά μᾶς. Γι’ αὐτὸ ἐσὺ θὰ κάνεις αὐτό, κι ἐσὺ θὰ κάνεις τὸ ἄλλο.»
Ἔδωσε τὶς κατάλληλες ὁδηγίες στὸν κάθε γιατρὸ νὰ ἐνεργήσει ἀνάλογα. Τὸ πρωὶ τῆς Δευτέρας μ’ ἐπισκέφθηκε κατὰ τὶς 08:00. Πρώτη φορὰ τέτοια ὥρα. Κάθισε δίπλα μου καὶ μὲ ρώτησε  πῶς αἰσθανόμουν.
-«Καλά, γιατρέ μου, ἀπήντησα, δόξα τῷ Θεῷ, καμμιὰ ἀλλαγή.»
»Ἐκεῖνος ἀπήντησε:
-«Ξέρεις, πάτερ, ἐσὺ εἶσαι σὰν τὸν Λάζαρο, ἀλλὰ κάπως διαφορετικά. Γιατί ἐκεῖνος πέθανε καὶ τάφηκε γιὰ τέσσερεις μέρες. Ἐσύ, ἐνῷ πέθαινες, πρὶν προλάβομε νὰ σὲ βάλουμε στὸν τάφο, πήδηξες ἔξω.»
-«Καί, λοιπόν, τί θὲς νὰ πεῖς;»
-«Νά, τὸ Σάββατο πρωὶ μεταξὺ 06:00 καὶ 07:00 κάτι συνέβη καὶ ἄλλαξε ὅλη τὴν πορεία τῆς ἀγωγῆς σου καὶ τώρα χρειαζόμαστε νὰ δοῦμε τί ἀκριβῶς συνέβη.»

Ἐγὼ ρώτησα:
-«Τί συνέβη, γιατρέ;»
»Καὶ ἐκεῖνος ἀπάντησε:
-«Δὲν ξέρω. Αὐτὸ θέλομε νὰ μάθουμε καὶ εἶναι ἡ μοναδική μας εὐκαιρία νὰ τὸ δοῦμε, ἀλλὰ πρέπει νὰ κάνουμε μερικὲς ἐξετάσεις.»
Ἐπακολούθησαν λεπτομερεῖς ἐξετάσεις. Τὰ ἀποτελέσματα ἦταν θαυμαστὰ καὶ ἐνῷ τέσσερις φορὲς ἔδειξαν κατάμεστο τὸν ὀργανισμὸ ἀπὸ καρκίνο, σ’ αὐτὸν κανένα ἴχνος δὲν βρέθηκε. Τὸ θαῦμα πραγματοποιήθηκε.



*ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ‘Ἐρῶ’ , Ε΄ ΤΕΥΧΟΣ, ΙΑΝ.-ΜΑΡ. 2011


http://www.enromiosini.gr/

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Το ισπανικό τραγούδι που έχει μόνο ελληνικές λέξεις και σαρώνει!




Ένα ισπανικό τραγούδι που περιλαμβάνει μόνο ελληνικές λέξεις κάνει το γύρο των ελληνικών social media και σαρώνει.

Πρόκειται για ένα τραγούδι που εμπνεύστηκε ο Αργεντίνος συνθέτης Ντανιέλ Αρμάντο, όταν κατά την διάρκεια επίσκεψης του στη Κούβα είδε σε ένα βιβλιοπωλείο ένα βιβλίο με τίτλο: Οι 17.000 Ελληνικές λέξεις στην Ισπανική γλώσσα.

Έτσι το τραγούδι του ενώ ακούγεται ισπανικό δεν έχει ούτε μία ισπανική αλλά μόνο ελληνικές οι οποίες λόγω της ισπανικής προφοράς ακούγονται σχεδόν ίδιες με την ελληνική προφορά!

Ο ίδιος δήλωσε ότι : Έζησα δύο χρόνια στην Ισπανία και μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι οι Ελληνικές λέξεις είναι πολύ περισσότερες. Θα μού πείτε, πού το ξέρεις, τις μέτρησες; Δεν χρειάζεται. Όλες οι λέξεις πού υποδηλώνουν κάποια έννοια επιστημονική, κοινωνιολογική, ανθρωπιστική και όχι μόνο είναι Ελληνικές. Αυτό βέβαια συμβαίνει σε όλες τις γλώσσες, είπε...

Ακολουθούν οι στίχοι του τραγουδιού του Ντανιέλ Αρμάντο (Daniel Armando).

"Armonia neurotica en el microcosmο de la metropoli cultura narcisista en una monarquia dogmatica simfonia cacofonica, pandemonium en la atmosfera melodia simbolo, melodrama y tragedia.
Orgasmo ideologico del barbarismο a la teoria politico dislexico en parodia onirica tirania fantasma, dilema megalomano de un metabolismο retorico sin tesis ni antitesis.
Este mi ultimo tango en Atenas tango lloron, que corre por mis venas. (X2)
Patriota heroicο, tragicο, sistematico hipocrecia paranoica sin dialogo esotericο teatro ironicο, sindicato plasticο y epicentro de la epidemia, una quimera, una utopia.
Energia hyperbole, antidotο democraticο Laberinto critico sin entusiasmo, sin rima musica epidermica en un pentagrama masoquista y la simetria toxica de un epilogo necrologico.
Este mi ultimo tango en Atenas tango lloron, que corre por mis venas. (X2)
Hay un oasis aromatico, paralelo, fisiologico profeta enigmatico, fenomeno cronico y ortodoxo sin racismos ni extremismos, sin tabues etnicos en lirica extasis sus praxis es el melodico y fantastico antropo.
Este mi ultimo tango en Atenas tango lloron, que corre por mis venas. (X2)"





 http://www.newsbomb.gr

Σηκώνουν ψηλά την Ελληνική σημαία στα βάθη της ερήμου (VIDEO)




Της Μαρίας Γιαχνάκη

Στο συχνό οδοιπορικό μου στους Αγίους Τόπους αντιλαμβάνομαι το μεγαλείο που νιώθει η ψυχή του ανθρώπου όταν επισκέπτεται τα μέρη της Γέννησης της Σταύρωσης και τη Ανάστασης του Κυρίου . Είναι μια αίσθηση , μια αύρα κι ένα δώρο ψυχής που δεν μπορεί κανείς να περιγράψει στον άλλο . Χρειάζεται ιδία πείρα και εμπειρία από τα άγια αυτά μέρη για να συνειδητοποιήσει κανείς τι σημαίνει να τα αφήνει όλα πίσω του και να ξεφεύγει από την καθημερινότητα την σύγχυση και τα πάθη του.

Όμως για να συνεχίσω το δημοσίευμα και το αφιέρωμα σε αυτά τα μέρη θα ήθελα να τονίσω ότι σε αυτούς τους Τόπους εκτός από την προσπάθεια που πρέπει να κάνουν οι  μοναχοί στα μοναστήρια να προστατεύσουν την ζωή τους από το μίσος των αλλόθρησκων και τις εγκληματικές ενέργειες εις βάρος τους όπως έγραψα στο προηγούμενο δημοσίευμα, κάνουν παράλληλα και ουσιαστικό έργο για να μεγαλώσουν την περιουσία των μοναστηριών τους, να τα ισχυροποιήσουν και να τα κάνουν πηγή φωτός της ορθοδοξίας.

Μία από τις περιπτώσεις αυτές είναι ο ηγούμενος της Μονής του Αγίου Γεράσιμου στην έρημο στην Ιεριχώ. Το μοναστήρι ανήκει στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων αλλά την φροντίδα του μοναστηριού την έχει αποκλειστικά ο ηγούμενος ο οποίος έχει δημιουργήσει μία όαση μέσα στην έρημο και με προσωπική εργασία αλλά και με τη βοήθεια των επισκεπτών επισκεύασε το μοναστήρι και έκανε μικρά εργαστήρια ψηφιδωτού κεριών αγιογραφίας  όπου απασχολεί νέους που επιθυμουν να εργαστούν επισκευάζοντας παράλληλα και το μοναστήρι.

Σήμερα ο μοναχός Γεράσιμος είναι μια ξεχωριστή μορφή για τον ελληνισμό και την αγιοταφική κοινότητα διότι με δύναμη ψυχής και δίνει μάχες να κρατήσει όχι μόνο το μοναστήρι του αλλά να βοηθήσει και τα υπόλοιπα μοναστήρια της περιοχής.

Το μοναστήρι που έχει ξεχωριστή αξία και ιστορία για τον μοναχισμό και τους Έλληνες ονομάζεται και το μοναστήρι της πέρδικας διότι όταν έφευγε η Αγία Οικογένεια για την Αίγυπτο πέρασε από κει και όλοι έλεγαν ότι η Παναγία έμοιαζε σαν την πέρδικα.

Σήμερα ο μοναχός Γεράσιμος φιλοξενεί σε αυτό το μοναστήρι και στους ξενώνες του δεκάδες κόσμου που θέλει να προσφέρει στο μοναστήρι εργασία και να νιώσει το μεγαλείο του διακονήματος.

Σαν Έλληνας νιώθεις περήφανος όταν βλέπεις μέσα στην έρημο ένας μοναχός να έχει εδραιώσει την ελληνική παρουσία να έχει δημιουργήσει μια ολόκληρη περιουσία και να μεγαλώνει καθημερινά και το μοναστήρι και να πληθαίνει και τον κόσμο που τον επισκέπτεται και στην Ελλάδα σήμερα όλα να καταστρέφονται και να μην μένει τίποτα όρθιο από τις καταστροφικές κινήσεις των πολιτικών.


Το τρέιλερ που ακολουθεί είναι απόσπασμα από το Ντοκιμαντέρ "Το μοναστήρι της Πέρδικας " από την Μαρία Γιαχνάκη και τον Νίκο Χρυσικάκη.


http://www.briefingnews.gr/

ο Παπάς ο άθεος ναυτικός αδερφός του και η ψυχή της παπαδοπούλας!!!!



Σ’ ένα αιγαιοπελαγίτικο νησί ζούσε προ ετών ένας ιερέας ευλαβέστατος. Η ψυχούλα του ήταν γεμάτη στοργή για το ποίμνιό του και ειδικά για τους πονεμένους. Έφτασε όμως η μέρα που δοκιμάστηκε κι εκείνος και πόνεσε πολύ.

Η κόρη του, μια εξαιρετική κοπέλα, είχε παντρευτεί πρόσφατα μ’ ένα νοικοκυρεμένο παληκάρι. Έφτασε, λοιπόν, ο καιρός να φέρει στον κόσμο το πρώτο παιδάκι της. Κατά τον τοκετό όμως, πέθανε! Πήγε Μάρτυρας να συναντήσει τον Πλάστη της, αφήνοντας πολύ πόνο πίσω της.

Ο ιερέας πατέρας της πόνεσε κι αυτός πολύ στο χωρισμό, αλλά με ακλόνητη Πίστη στο Θεό πρόσφερε δοξολογία στο άγιο όνομά Του. Την αγάπη του δε, για την θυγατέρα του εξέφραζε με θερμές προσευχές για την ψυχή της και με κρυφές ελεημοσύνες.

Ο ιερέας είχε έναν αδελφό καπετάνιο που, απόμαχος πια της θάλασσας, είχε γίνει στεριανός για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του. Είχε δημιουργήσει περιουσία κι απολάμβανε πλέον τους κόπους του. Δυστυχώς όμως ήταν σχεδόν άπιστος, παρ’ όλο που είχε καλή καρδιά. Τα βραδάκια, όταν μαζεύονταν στο φιλόξενο σπίτι του παπά μαζί με μερικούς φίλους, κάποιους αγαθούς νησιώτες που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στην εκκλησία, έπιναν το ζεστό τους φασκόμηλο και κουβέντιαζαν. Ο καπετάνιος ένα βράδυ ειρωνεύτηκε τον ιερέα και του είπε:

- Σιγά καημένε παπά, μην υπάρχει άλλη ζωή και σε βλέπει η κόρη σου τι λέμε και τι κάνουμε!

Ο ιερέας με πραότητα προσπάθησε να τον βοηθήσει ν’ αποβάλει την απιστία, γιατί ήξερε πως κατά βάθος υπέφερε η ψυχή του μέσα στη θανατερή παγωνιά της. Εκείνος όμως δε φάνηκε να επηρεάζεται.

Ένα βράδυ, λοιπόν, ο ιερέας βλέπει τη θυγατέρα του στον ύπνο του. Ήταν ολόφωτη. Λευκοντυμένη, χαρούμενη, και του λέει: “Πατέρα, σ’ ευχαριστώ για όλα. Για την αγάπη σου, τις προσευχές σου, και τις ελεημοσύνες που κάνεις για την ψυχή μου. Πες, σε παρακαλώ, και στον θείο μου (τον καπετάνιο) ότι τον ευχαριστώ για το ψάρι που μού ’στειλε!”.

Αυτά είπε κι ενώ χαμογελούσε αγγελικά, τ’ όνειρο έσβησε…

Ο ιερέας, όταν σηκώθηκε το πρωί, αισθανόταν μεγάλη χαρά και συγκίνηση.

Το βράδυ διηγήθηκε τ’ όνειρο στη συντροφιά. Όλοι συγκινήθηκαν, μόνο ο καπετάνιος κοιτούσε δύσπιστα τον αδελφό του. Όταν όμως του είπε ότι η ανιψιά του τον ευχαριστεί για το ψάρι που της έστειλε, κι ότι δεν μπορεί να εξηγήσει αυτά τα λόγια της, ο καπετάνιος τινάχθηκε όρθιος. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα και τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν. Απ’ το στόμα του βγήκε η κρυφή Πίστη της καρδιάς του:

- “Θεέ μου!”, ψιθύρισε και μια κοίταζε τον ένα και μια τον άλλον σαστισμένος.

Όλοι τον ρώτησαν τι συνέβαινε. Γιατί τόση ταραχή, γιατί τόση συγκίνηση; Εκείνος, όταν συνήλθε κάπως, ξανακάθησε στην καρέκλα του και χωρίς να εμποδίζει τα δάκρυά του να τρέχουν στο ηλιοψημένο πρόσωπό του, τους είπε με ταπεινή φωνή: “- Ναι, είναι αλήθεια, ζουν οι ψυχές και μας βλέπουν! Ανήμερα στην κηδεία της ετοιμαζόμουν να κατέβω στην εκκλησία, όπου θα την διαβάζατε. Είχα πολύ πόνο μέσα μου. Το ξέρεις, παπά, πόσο αγαπούσα αυτή τη θυγατέρα σου. Ήταν πάντα άγγελος…

Εκείνη τη στιγμή έφθασε ένας φίλος μου ψαράς κάτω απ’ τον πέρα γιαλό. Τούχα πει πως, όταν έπιανε καλό ψάρι να μου τό ’φερνε κι εγώ θα το πλήρωνα όσο-όσο. Εκείνη όμως τη στιγμή με νευρίασε η παρουσία του, καθώς κρατούσε το ροφό κρεμασμένο στο πλάι του. Του είπα λοιπόν απότομα:

- Δε θέλω ψάρια σήμερα, δεν θέλω τίποτε. Σήμερα κηδεύω την ανηψιά μου!

Ο άνθρωπος όταν τ’ άκουσε πάγωσε και με κοίταζε αμίλητος. Τον λυπήθηκα και του είπα:

- Όμως, να, στο πληρώνω και συ δώστο σε κανένα φτωχό για την ψυχή της!

Εκείνος πήρε τα χρήματα, με συλλυπήθηκε κι έφυγε γρήγορα. Το περιστατικό αυτό δεν τό ’πα σε κανέναν και το είχα ξεχάσει. Αλλά η ψυχούλα της δεν το ξέχασε και μού ’στειλε τις ευχαριστίες της”, είπε και σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού του τα δάκρυά του. Μετά χαμογέλασε γλυκά, μα τόσο γλυκά! Μέσα σ’ αυτό το χαριτωμένο χαμόγελο ο ιερέας διέκρινε το γλυκοχάραμα της αναγεννημένης Πίστεώς του. Η νύχτα της απιστίας έφυγε…


- “Δοξασμένο τόνομά Σου Πολυέλεε Κύριε”, ψιθύρισε ο ιερέας και τον αγκάλιασε με το βλέμμα του…

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

Ο Θεός εγκαταλείπει τον άνθρωπο;



Η οδός του χριστιανού σε γενικές γραμμές είναι τέτοιας λογής.

Στην αρχή ο άνθρωπος προσελκύεται από το Θεό με τη δωρεά της χάρης, κι όταν έχει πια προσελκυσθεί, τότε αρχίζει μακρά περίοδος δοκιμασίας. Δοκιμάζεται η ελευθερία του ανθρώπου και η εμπιστοσύνη του στο Θεό, και δοκιμάζεται «σκληρά».

Στην αρχή οι αιτήσεις προς το Θεό, μικρές και μεγάλες, ακόμη και οι παρακλήσεις που μόλις εκφράζονται, εκπληρώνονται συνήθως με γρήγορο και θαυμαστό τρόπο από το Θεό.

Όταν όμως έλθει η περίοδος της δοκιμασίας, τότε όλα αλλάζουν και σαν να κλείνεται ο ουρανός και να γίνεται κουφός σ' όλες τις δεήσεις.

Για το θερμό χριστιανό όλα στη ζωή του γίνονται δύσκολα. Η συμπεριφορά των ανθρώπων απέναντι του χειροτερεύει, παύουν να τον εκτιμούν αυτό που ανέχονται σ' άλλους, σ' αυτόν δεν το συγχωρούν, η εργασία του πληρώνεται, σχεδόν πάντοτε, κάτω από το νόμιμο, το σώμα του εύκολα προσβάλλεται από ασθένειες. Η φύση, οι άνθρωποι, όλα στρέφονται εναντίον του.

Παρότι τα φυσικά του χαρίσματα δεν είναι κατώτερα από τα χαρίσματα των άλλων, δεν βρίσκει ευνοϊκές συνθήκες να τα χρησιμοποίηση. Επί πλέον υπομένει πολλές επιθέσεις από τις δαιμονικές δυνάμεις και το αποκορύφωμα είναι η ανυπόφορη θλίψη από τη θεία εγκατάλειψη.

Τότε κορυφώνεται το πάθος του, γιατί πλήττεται ο όλος άνθρωπος σ' όλα τα επίπεδα της υπάρξεως του.

Ο Θεός εγκαταλείπει τον άνθρωπο; Είναι δυνατό αυτό;

Κι εν τούτοις στη θέση του βιώματος της εγγύτητας του Θεού έρχεται στην ψυχή το αίσθημα πως Εκείνος είναι απείρως, απροσίτως μακριά, πέρα από τους αστρικούς κόσμους κι όλες οι επικλήσεις προς Αυτόν χάνονται αβοήθητες στο αχανές του κοσμικού διαστήματος. H ψυχή εντείνει εσωτερικά την κραυγή της προς Αυτόν, αλλά δεν βλέπει ακόμα ούτε βοήθεια ΟΥΤΕ προσοχή. Όλα τότε γίνονται φορτικά.

Όλα κατορθώνονται με δυσανάλογα μεγάλο κόπο. H ζωή γεμίζει από μόχθους κι αναδεύει μέσα στον άνθρωπο το αίσθημα πως βαραίνει πάνω του η κατάρα και η οργή του Θεού.

Όταν όμως περάσουν αυτές οι δοκιμασίες, τότε θα δει πως η θαυμαστή πρόνοια του Θεού τον φύλαγε προσεκτικά σ' όλες τις πτυχές της ζωής του.

Χιλιόχρονη πείρα, που παραδίνεται από γενιά σε γενιά, λέει πως, όταν ο Θεός δει την πίστη της ψυχής του αγωνιστή γι' Αυτόν, όπως είδε την πίστη του Ιώβ, τότε τον οδηγεί σε αβύσσους και ύψη που είναι απρόσιτα σ' άλλους.

Όσο πληρέστερη και ισχυρότερη είναι η πίστη και η εμπιστοσύνη του ανθρώπου στο θεό, τόσο μεγαλύτερο θα είναι και το μέτρο της δοκιμασίας και η πληρότητα της πείρας, που μπορεί να φτάσει σε μεγάλο βαθμό.


Τότε γίνεται ολοφάνερο πως έφτασε στα όρια, που δεν μπορεί να ξεπεράσει ο άνθρωπος.

http://www.briefingnews.gr/

Δημοφιλείς αναρτήσεις