Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2015

ΤΗΝ ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΑ ΠΑΙΣΙΟΥ ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ ΟΛΟΙ ΜΑΣ......!!!!




Συνῆλθεν, ὑπό τήν προεδρίαν τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος εἰς τήν τακτικήν συνεδρίαν αὐτῆς σήμερον, Tρίτην, 13ην Ἰανουαρίου 2015, πρός ἐξέτασιν τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων θεμάτων.

Κατ᾿ αὐτήν, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος: α) ὁμοφώνως ἀποδεχθεῖσα εἰσήγησιν τῆς Κανονικῆς Ἐπιτροπῆς ἀνέγραψεν εἰς τό Ἁγιολόγιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τόν μοναχόν Παΐσιον Ἁγιορείτην!!!




On January 13, 2015, the Holy and Sacred Synod of the Ecumenical Patriarchate in Constantinople officially entered PAISIOS EZNEPIDIS (1924-1994) among the list of saints whose memory the Orthodox Church celebrates.

Saint Paisios pray for us!

Saint Paisios of Mount Athos was born in Cappadocia on July 25, 1924. Almost immediately his family was forced to flee with the general exodus of Greek refugees from Asia Minor. They settled in Eperos in North Western Greece. He first visited Mt. Athos in 1949 after his time in the army. He returned in 1950 and, after a short time in the neighbourhood of Karyes, settled in the Monastery of Esphigmenou. In 1954 he was tonsured there as rasophoros monk with the name Averkios. That same year he moved to the Monastery of Philotheou, which at that time was still idiorhythmic. The elder observed in later years that one could even live a more ordered and stricter ascetic life in an idiorhythmic monastery than in a cenobium if one was under close supervision of a good spiritual father. After two years he was tonsured to the small schema in Philotheou and given the name Paisios. In 1958 Fr. Paisios left the Mountain and went to the Stomio Monastery of Konitsas north of Ioaninna. He stayed there four four years and in 1962 went to Mt. Sinai where he lived in the Skete of St. Epistime on Gebel Mugufa. In the two years that he stayed there he gave himself to strict physical asceticism which he later said was the breaking of his health. In 1964 he returned to Mt. Athos and lived in the Cell of the Archangels in Iveron Skete. He was hospitalized in 1966 and while on the mainland became acquainted with the nuns of the Hesychastirion of St. John the Theologian, whom he helped greatly in years to come and where he died and was buried. In 1968 he went to Stavronikita Monastery and was tonsured to the great and angelic schema by Papa-Tychon of the Kelli of the Holy Cross. After Papa-Tychon's passing he left the kelli to Geron Paisios and the elder remained there from 1968 to 1979. In 1979 he moved to the kathisma of Koutloumousiou Monastery known as Panagouda near Karyes. At his request the kathisma was made a kelli and the elder was given an omologo/life-lease. Many of his monastic spiritual sons settled nearby in kellia or in kalyvia of Koutloumousiou Skete, but the elder lived alone. Many, many pilgrims came to visit him there. He finally died and was gathered to the Lord on July 12, 1994.

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2015

Η υπομονή Ανανίας Κουστένης


«Ο ηγούμενος και ο πασάς. (Άλλη μια συγκλονιστική ιστορία με κρυπτοχριστιανούς για πρώτη φορά στο διαδίκτυο.)




Το παρακάτω κείμενο,που δημοσιεύεται για πρώτη φορά στο διαδίκτυο, είναι απόσπασμα μιας ιστορίας με κρυπτοχριστιανούς στο Ρέθυμνο της Κρήτης.Παρόλο που η ιστορία  εκτυλίσσεται παραμονές Χριστουγέννων, συγκλονίζει τον αναγνώστη όποια χρονική στιγμή και αν την διαβάσει.

Ολόκληρο το κείμενο δημοσιεύεται στο βιβλίο του Γ.Πρίντζιπα

-ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΩΝ ΚΡΥΦΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ,με τίτλο:Ο ηγούμενος και ο Πνιγάρης.

Ο τίτλος του αποσπάσματος είναι δικός μας.

Η φωτογραφία είναι από τον Πύργο των Κερίμηδων στην Επισκοπή Ρεθύμνου  της Κρήτης ,όπου έζησαν κρυπτοχριστιανοί.

π.Δ.Α.

———————————————————————————————————————

   Αυτή τη νύχτα, που κορυφώθηκε η προσμονή, ο παπά – Ιωσήφ, γιομάτος χαρά, ζούσε την κάθε στιγμή σαν μικρό παιδί. Μαζεύτηκαν οι μέρες, η προετοιμασία ολοκληρώθηκε. Παραμονή Χριστουγέννων. Η εκκλησία πλημμυρισμένη με τη δόξα των ύμνων. Κάθε στασίδι και φλόγα. Οι καλόγεροι όλοι παρόντες. Έλειπαν μόνο όσοι ήταν στα διακονήματα. Ο τροχός του μοναστηριού δε λογά γιορτές και σχόλες. «Υπέρ των αδελφών ημών των εν ταις διακονίαις όντων». Ο διάκο – Ιωακείμ θυμήθηκε κι αυτούς κατά την τάξη.

Κόντευε να τελειώσει η Λειτουργία όταν μπήκε στο Ιερό ο Μητροφάνης ο πορτάρης. Πλησίασε στην αγία Τράπεζα και κάτι πήγε να πει στον Ιωσήφ. Εκείνος τον κάρφωσε με το βλέμμα του. όταν λειτουργούσε δεν επέτρεπε σε κανέναν να τον διακόπτει. Ο καλόγερος περίμενε πιο κει προσπαθώντας να κάνει υπομονή, μα μέσα του, η αγωνία δονούσε με γρήγορους ρυθμούς την καρδιά του. αισθανόταν να στέκεται στ’ αναμμένα κάρβουνα. Κι ο  άλλος ούτε που έλεγε να γυρίσει να τον κοιτάξει.

Τη στιγμή που τέλειωνε την ευχή τον πλησίασε.

«Γέροντα να σου μιλήσω» ψιθύρισε.

Έξω ακούστηκε ο διάκος:

«Πρόσχωμεν».

Ο Ιωσήφ:

«Τα Άγια τοις Αγίοις».

Κι ο Μητροφάνης το βιολί του.

«Γέροντα να σου μιλήσω!»

Χωρίς να δίνει σημασία ο Ιωσήφ συνέχιζε:

«Μελίζεται και διαμελίζεται ο Αμνός του Θεού».

«Άγιε ηγούμενε είναι βιαστικό», η φωνή του ξεπέρασε τα όρια του ψίθυρου.

Επιτέλους! Στράφηκε στον καλόγερο που χειρονομούσε δίπλα του δείχνοντας την πόρτα.

«Τι θες αδελφέ μου; Γιατί με διέκοψες;» Η ηρεμία του έφερε αντίθετα αποτελέσματα. Ο καλόγερος έβγαζε σκόρπιες λέξεις:

«Τούρκοι… Έξω… Πολλοί… Ηγούμενο… Θέλουν τον ηγούμενο».

Προσπάθησε να μη χάσει την ψυχραιμία του.

«Καλά Μητροφάνη. Λειτουργούμε τώρα. Πήγαινε πες τους να περιμένουν».

Ένα κακό προαίσθημα του λύγισε τα γόνατα. Τούρκοι στο μοναστήρι; Κακό σημάδι. Προσπάθησε να θυμηθεί που έθιξε την εξουσία, μα όσο κι αν έστυβε τη μνήμη του δεν έπαιρνε απάντηση.

Απ’ τους συλλογισμούς του τον έβγαλε ο διάκος.

«Ευλόγησον Δέσποτα την αγίαν ζέσιν».

Ά! Ναι. Λειτουργούν ακόμη! Η πιο φρικτή ώρα δεν έπρεπε να μολυνθεί μ’ άλλες σκέψεις.

Βγαίνοντας απ’ την εκκλησιά βρήκε όλους τους καλόγερους μαζεμένους στην αυλή, παρά το τσουχτερό κρύο. Το νέο τους είχε φοβίσει. Πλησίασε. Άρχισαν να του μιλούν όλοι μαζί, ο καθένας με τον τρόπο του. σήκωσε τα χέρια.

«Ηρεμήστε πατέρες» τους είπε. «Θα βγω να δω τι θέλουν».

Έξω περίμενε ένας αξιωματικός με πέντε στρατιώτες. «Λίγοι» σκέφτηκε. «Δεν είναι για το μοναστήρι». Μόλις τον είδε αυτός, πλησίασε.

«Ηγούμενε σε θέλει ο πασάς. Ετοιμάσου να έρθεις στο Ρέθυμνο» του είπε.

Λύθηκε λοιπόν η απορία. Θέλουν τον ίδιο.

«Καλά εφέντη μ’» απάντησε. «Σε μισή ώρα είμαι έτοιμος».

«Γρήγορα γιατί παγώσαμε».

«Πει ει (πολύ καλά)».

Μέσα η αγωνία των αδελφών είχε φουντώσει. Αμέσως τον περιτριγύρισαν κι όλοι μαζί ρωτούσαν να μάθουν τι συμβαίνει. Το ομαδικό ενδιαφέρον μάλλον τον ενόχλησε. Τους έκανε νόημα να ησυχάσουν και μετά με φωνή που μόλις ακουγόταν τους είπε:

«Εμένα ζητούν αδελφοί».

Ένα βουϊτό ακούστηκε από όλους. Αγανάκτηση!

Έδωσε εντολή να του ετοιμάσουν το μουλάρι και τους κάλεσε στο ηγουμενείο. Εκεί ζήτησε να τον συγχωρέσουν αν τους πικρανε ή αν τους στενοχώρησε. Κάτι μέσα του του έλεγε πως ήταν η τελευταία φορά που τους έβλεπε. Ένας – δυο προσπάθησαν να τον στηρίξουν να του δώσουν ελπίδα. Μάταιος κόπος. Όταν ο πασάς καλεί κάποιον δεν τον ματαβλέπουν οι δικοί του. Ναι, παλιότερα. Ο σημερινός, όμως, ο Οσμάν δεν τόχει συνήθειο. Και λοιπόν; Γιατί αυτός να διαφέρει; Όλα τα γουρούνια την ίδια μουσούδα δεν έχουν; Μα αυτός τον δέχτηκε με καλωσύνη τότε που πήγε να τον χαιρετήσει. Άλλο τότε! Σήμερα άλλαξε η διάθεσή του. Έτσι είναι οι Αγαρηνοί. Ποτέ δεν είσαι σίγουρος μαζί τους. Φαίνεται πως εκείνος ο Λασκαράκης έκανε πάλι τη διαολιά του. Δεν κατάφερε να πάρει τα χτήματα του μοναστηριού και τώρα να, πήγε στον πασά. Ποιος ξέρει πόσα άτομα πλήρωσε. Να δεις, θα πάρει το αίμα του πίσω!

Πάνω στην ώρα μπήκε ο Νεκτάριος ο βουδουνάρης.

«Άγιε ηγούμενε, έτοιμο το ζώο» τον ειδοποίησε.

Σιγή απλώθηκε στο δωμάτιο. Όλοι είχαν κατεβασμένο το κεφάλι. Μίλησε πρώτος ο Ιωσήφ.

«Καιρός του ποιήσαι τω Κυρίω αδελφοί. Ας γίνει το θέλημα Του».

Με δάκρυα στα μάτια τους ασπάστηκε, ζήτησε και πάλι συγνώμη και βγήκε ν’ ακολουθήσει το πεπρωμένο του. Πριν φύγει στάθηκε στην πύλη έκανε το σταυρό του κι έφερε ένα γύρο τα μάτια του σαν νάθελε να ξεσηκώσει τη στερνή, την τελευταία εικόνα απ’ το μοναστήρι. Μετά ανέβηκε στο μουλάρι και ξεκίνησε. Δίπλα του οι άνθρωποι του πασά του έδιωχναν και την παραμικρή σκέψη να ξεφύγει.

Στο δρόμο το μυαλό του έτρεχε στις πιο απίθανες σκέψεις. Όλοι οι φόβοι του είχαν κέντρο τον αιώνιο αντίδικο της μονής το Λασκαράκη. Έψαχνε άλλη αιτία για τη μεταστροφή του πασά, μα δεν εύρισκε. Σίγουρα αυτό ο πλεονέχτης ο άνθρωπος της εξουσίας, έχει χώσει τη μούρη του. Έτσι στρώνεται ο δρόμος για να βάλει χέρι στα χτήματα του Ταξιάρχη, όπως έκανε και στο βιός του μακαρίτη Γεωργακάκη. Ούτε το καθημερινό τους δεν άφησε στη χήρα και τα ορφανά. Σηκώθηκε τότε ο Ιωσήφ και πήγε στον καϊμακάμη. Παρά τα παρακάλια δεν κατάφερε τίποτα.

Από τότε κι η έχθρα του με δαύτον. Ένα απόγιομα τον είδε να μπαίνει στην εκκλησιά με τους μπιστικούς του, την ώρα του εσπερινού. Χωρίς να σεβαστεί τη στιγμή έβαλε τις φωνές. «Μακριά απ’ τις δουλειές μου παπά». «Το άδικον ουκ ευλογείται Νικόλαε» του απάντησε. «Να δουλεύεις τίμια, όχι με κλεψιές». Τότε αυτός αγρίεψε πιο πολύ. «Κρατήσου μακριά παπατράγο αν θες τη ζωή σου» ούρλιαξε. Χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του ο Ιωσήφ απάντησε, όσο μπορούσε πιο ήρεμα: «Ζει Κύριος ο Θεός Λασκαράκη. Σε παραδίδω στη δικαία κρίσιν του». Ακούστηκε ένα τρανταχτό γέλιο και φάνηκε να τον σημαδεύει ένα όπλο. Φοβήθηκε. Τα γόνατά του άρχιζαν να μην τον κρατούν. Αισθάνθηκε μια αβάσταχτη επιθυμία να πέσει, να σωριαστεί, όταν ακούστηκε η φωνή του παπά – Ιωασκείμ, του πιο γέρου από όλους: «Φονικό μέσα στον Ναόν του Κυρίου θα κάμεις Νικόλαε; Σε κυρίεψε ο δαίμονας παιδί μου;» Ήταν αυτός που τον βάφτισε πριν σαράντα χρόνια. Η θύμιση αυτή ή ο λόγος του γέροντα ήταν που κατέβασε το όπλο; Ο Λασκαράκης πέταξε ένα «θα τα πούμε παπά» κι έφυγε ωσάν κυνηγημένος. Έγιναν κι άλλα μεταξύ τους, μα δεν «τα είπαν». Ύστερα ήρθε η σειρά του Ταξιάρχη. Κάποιος του μήνυσε πως ο Λασκαράκης έφτασε ίσαμε τον πασά. Μετά καυχιόταν πως η υπόθεση ήταν τελειωμένη. Να, λοιπόν, που ήρθε η ώρα να «τα πουν»!

Είχε περάσει το μεσημέρι, όταν έφτασαν στο Ρέθυμνο. Όλος ο κόσμος  ήταν στην αγορά κι έκανε τα ψώνια του για την αυριανή γιορτή. Μέσα σ’ αυτό το μελίσσι ένας παπάς με έξι ζαπτιέδες, ήταν αδύνατο να μείνει αθέατος. Οι πιο πολλοί κοιτούσαν άπραχτοι. Ήταν, όμως, και μερικοί που δεν δίστασαν να βάλουν τις φωνές: «Ίντα σας πείραξε ορέ το παπαδάκι;» Αδιάφοροι οι Τούρκοι περνούσαν ανάμεσά τους κι ο Ιωσήφ σήκωσε το χέρι να τους ηρεμήσει.

Στο σεράι ο αξιωματικός τον πέρασε στο μουσαφίρ οντά. Εκεί τον άφησε μόνο να περιμένει να τον καλέσει ο πασάς. Περνούσε η ώρα και κανένα μήνυμα δεν ερχόταν. Άρχισε να μην αντέχει το ασήκωτο βάρος της αγωνίας του. Τότε θυμήθηκε το παλιό, το μοναδικό του καταφύγιο: «Κύριε ημών Ιησού Χριστέ ο Θεός ελέησον με». Χαλάρωσε λίγο το σφίξιμο που αισθανότανε στα σωθικά του, μα πάλι του ήρθε ο λογισμός: «Έφτασε το τέλος μου. Θα με χαλάσει ο πασάς ο Πνιγάρης. Δε λυπήθηκε τους δικούς του, θα λυπηθεί εμένα;».

Την ώρα εκείνη ένας θόρυβος ακούστηκε κι’ άνοιξε η πόρτα διάπλατη. Ήταν ο πασάς. Σηκώθηκε να τον χαιρετήσει κι αυτός ούτε που του έδωσε σημασία. Τον κοίταξε αυστηρά και μετά του είπε:

«Άργησες παπά. Γιατί;»

Ψέλλισε μια διακαιολογία.

«Πεινάς; Έλα μαζί μου» συνέχισε εκείνος.

Τον ακολούθησε. Πέρασαν στο διάδρομο κι ύστερα σ’ ένα μεγάλο δωμάτιο. Εκεί ένα τραπέζι γιομάτο λιχουδιές προκαλούσε την πείνα του.

«Δικά σου. Κάτσε να φας» του είπε.

Κοίταζε ο Ιωσήφ τα τόσα φαγητά κι αισθανότανε μια δύναμη να τον σπρώχνει να κάτσει στο τραπέζι. Για μια στιγμή έκανε την πρώτη κίνηση, μ’ αμέσως κρατήθηκε. «Πίσω μου σ’ έχω σατανά» αγανάχτησε με τον εαυτό του. ξέχασε πως ήταν νηστεία. Όχι, δεν θα μαγαρίσει τη μέρα!

«Άκουσε πασά μου» μίλησε με θάρρος. «Σήμερα εμεί οι χριστιανοί έχουμε παραμονή των Χριστουγέννων και νηστεύουμε ακόμη και το λάδι. Άσε με, λοιπόν, να πάω σε κανένα χάνι, να φροντίσω το ζώο μου να βρω και κάτι νηστίσιμο. Μετά έρχουμαι πίσω».

Ο Τούρκος γέλασε κοροϊδευτικά.

«Τι λες μωρέ παπά» του είπε. «Το ζώο σου; Τι το θες, εσύ το ζώο; Δεν σου κάνει αυτό το φαΐ πάμε δίπλα».

Σχεδόν τραβώντας τον έβαλε στο άλλο δωμάτιο. Εκεί τον περίμενε ένα σαρακοστιανό τραπέζι.

Άρχισε να τρώει με όρεξη. Με τη φασαρία ξέχασε πως ήταν νηστικός από χθες το μεσημέρι. Δεν το λησμόνησε, όμως το στομάχι του. Γι’ αυτό άφησε καταμέρος τους φόβους και βάλθηκε ν’ απολαμβάνει το φαγητό του. Ό, τι και να γίνει τουλάχιστο νάναι φαγωμένος. Είχε αποσώσει όταν φάνηκε ένας υπηρέτης. Απ’ την πόρτα του έκανε νόημα να σηκωθεί. Υπάκουσε. Έτσι σε λίγο νάτον πάλι μπροστά στον πασά.

«Άκου παπά» του είπε αυτός. «Έχω στο χαρέμι μου μια χριστιανή».

Έκανε μικρή παύση. «Το σκυλί» είπε μέσα του ο Ιωσήφ.

Μετά συνέχισε.

«Μ’ έχει πρήξει, λοιπόν, να της κάνω ένα χατίρι. Θέλει, λέει, τώρα τα Χριστούγεννα να φάει ένα φαγητό που φκιάνετε στις εκκλησιές. Κάτι με ψωμί και κρασί, ξέρεις. Της είπα να της δώσω όσο ψωμί και κρασί τραβάει η όρεξή της, μα αυτή δε θέλει. Λέει πως μόνο εσείς οι παπάδες ξέρετε να το φκιάνετε. Λοιπόν, κάτσε να το ετοιμάσεις, γιατί δεν μπορώ ν’ ακούω τη γκρίνια της».

«Δεν ξέρεις τι ζητάς πασά» απάντησε επιτιμητικά ο Ιωσήφ. «Το φαγητό που θέλει η δούλη σου δεν είναι άλλο απ’ το μεγαλύτερο μυστήριο της πίστης μας. Τη Θεία Κοινωνία. Δεν είναι φαγητό. Είναι το Σώμα και το Αίμα του Χριστού».

   «Αίμα;» Ένα ειρωνικό χαμόγελο άρχισε να σχηματίζεται στο πρόσωπό του. Ο Ιωσήφ αισθάνθηκε να φουντώνει απ’ την αγανάκτηση.

«Τι να καταλάβεις εσύ απ’ αυτά» συνέχισε. «Πάντως αυτό που ζητάς δεν γίνεται. Πρέπει να λειτουργήσω».

   «Λοιπόν; Τι σ’ εμποδίζει να το κάνεις; Ψωμί έχω, κρασί έχω, πάρε κι ένα ποτήρι και ξεκίνα».

   Ένα απίστευτο θάρρος άρχισε να δυναμώνει τον Ιωσήφ.

«Όχι. Δεν μπορώ».

«Μπορείς!»

Ο τρόπος του δε σήκωνε αντίρρηση. Ωστόσο ο Ιωσήφ συνέχιζε ν’ αρνιέται.

«Μα πως; Χρειάζουμαι εκκλησιά, άμφια, βιβλία, πολλά πράματα!»

Γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια. Μετά, σιγά σαν να μην ήθελε ν’ ακουστεί, του είπε:

«Έλα μαζί μου».

   Άνοιξε την πόρτα, ερεύνησε το διάδρομο κι ύστερα του έκανε νόημα να τον ακολουθήσει. Πιο κει στάθηκε σε μια ζωγραφιά.

«Βάλε σημάδι» του είπε, «τη νύχτα θα έρθεις μόνος».

Την έσπρωξε και υποχώρησε. Ήταν μια κρυφή πόρτα. Από κει ξεκίναγε μια σκάλα που τους έφερε στα θολωτά υπόγεια του σεραγιού. Μεγάλες καμάρες, που βάσταζαν όλο το βάρος, σχημάτιζαν ίσαμε πέρα μικρά δωμάτια. Σ’ ένα απ’ αυτά, το πιο μακρινό, κρεμόταν ένα σεντόνι από πάνω ως κάτω. Ο πασάς το σήκωσε απ’ τη μια του άκρη και τον κάλεσε να περάσει.

«Να παπά. Δες. Η εκκλησιά που ζήτησες!»

«Ω Θεέ μου». Ο Ιωσήφ δεν  μπόρεσε να κρύψει το ξάφνιασμα του. Εκεί μπροστά του είχε το ιερό μιας ορθόδοξης εκκλησιάς. Ένα τραπέζι στη μέση, σκεπασμένο με κόκκινο ύφασμα, ήταν η Άγια Τράπεζα. Πάνω ένα μικρό Ευαγγέλιο. Αριστερά ένα άλλο με το Άγιο Δισκοπότηρο. Η Πρόθεση. Έβγαλε το σκούφο του και προσκύνησε το Ευαγγέλιο και τότε είδε αντιμήνσιο με λείψανα. «Πως βρέθηκε δω;» αναρωτήθηκε. Με μια ματιά κατάλαβε πως δεν έλειπε τίποτα! Θυμιατό, κηροπήγια, λιβάνι, νάμα. Όλα. Και πάνω σ’ ένα ασημένιο δίσκο ήταν ένα φρεσκοψημένο πρόσφορο. Πιο κει ο πασάς ξεκλείδωνε ένα ντουλάπι, που μέσα του ήταν κρεμασμένη μια ιερατική στολή.

Γύρισε και τον κοίταξε με απορία. Εκείνος βιάστηκε ν’ απαντήσει.

«Τα έφερε ένας παπάς που τον κάλεσα πέρσυ». Και πριν προλάβει ο Ιωσήφ να πει άλλο λόγο, θυμήθηκε τον πασά.

«Έλα. Αρκετά. Πάμε πάνω» είπε και ξεκίνησε πρώτος.

Μόλις γύρισαν στο μουσαφίρ οντά χτύπησε ένα κουδούνι. Στη στιγμή παρουσιάστηκε ένας υπηρέτης στο οποίο έδωσε εντολή να οδηγήσει τον παπά στο δωμάτιό του. Ο Ιωσήφ τον ακολούθησε μα καθώς έβγαινε ο πασάς τον κράτησε απ’ το ράσο, πλησίασε στ’ αυτί και του είπε ελληνικά:

«Ν’ αρχίσεις τη δουλειά σου δυο ώρες πριν φέξει. Και να μη σε δει κανείς».

Το δωμάτιο είχε ένα κρεβάτι με χοντρό πάπλωμα, ένα μικρό τραπέζι κι ένα κομοδίνο. Γύρω οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με πολύχρωμες πάντες. Θέλησε να κάνει απόδειπνο πριν πέσει, μην ξεχάσει και τα καλογερικά, μα στα μισά άρχισε να μην μπορεί να σταθεί απ’ τη νύστα. Παράλειψε, λοιπόν, τα τελευταία, έκανε απόλυση κι έπεσε στο κρεβάτι χωρίς να γδυθεί. Ούτε που κατάλαβε πότε τον πήρε ο ύπνος. Ένα ύπνος βαρύς χωρίς όνειρα, ατάραχος.

Ξύπνησε κάποια στιγμή μέσ’ στο σκοτάδι κι αναρωτήθηκε τι ώρα νάτανε. Κάτι του έλεγε, πως ακόμη είναι νωρίς, πως έχει ώρα μπροστά του. Μπορούσε, όμως, να εμπιστευθεί τη διαίσθησή του; Καλό ήταν να σηκωθεί να κοιτάξει τον ουρανό, να καταλάβει την ώρα. Καθώς, όμως, ετοιμαζότανε να κάνει την πρώτη κίνηση, θυμήθηκε: Το δωμάτιο δεν είχε παράθυρα! Κατάρα! Και τώρα πως θα μάθει την ώρα; Βλέπεις δεν έχει ρολόι. Τι να το κάνουν άλλωστε; Έχουν τον ήλιο, την πούλια, τον αυγερινό, έργα θεϊκά. Τώρα που δεν μπορεί να δει το ρολόι του Θεού, τι κάνει;

Πάνω στην ώρα ακούστηκαν χτύποι στην πόρτα.

«Αμήν» απάντησε. Η καλογερική παρόρμηση. Κι αμέσως η διόρθωση:

«Ορίσατε», έτσι όπως συνηθίζουν στον κόσμο.

Στ’ αυτιά του έφτασε ένας ψίθυρος. Η φωνή του πασά.

«Σήκω παπά, η ώρα σου».

Αμέσως πετάχτηκε απ’ το κρεβάτι. Ετοιμάστηκε στα γρήγορα και βγήκε στο διάδρομο. Στάθηκε λίγο να προσανατολιστεί, να δει κατά που έπρεπε να στραφεί. Το λιγοστό φως των λυχναριών, που ήταν κρεμασμένα δω κι εκεί, του έδειχνε το δρόμο. Προχώρησε λίγο και βρέθηκε στο μουσαφίρ οντά. Πιο πέρα ήταν η ζωγραφιά. «Το σημάδι», όπως τούχε πει ο πασάς. Δίπλα της έκαιγε ένα λυχνάρι. Χαμογέλασε. Ο Πνιγάρης όλα τα είχε σκεφτεί. Το πήρε να του φωτίζει τη σκάλα, έσπρωξε την κρυφή πόρτα και σε λίγο ήταν στην πρόχειρη εκκλησιά.

Στάθηκε, λίγο, μπροστά στ’ απλωμένο σεντόνι, είπε ψιθυριστά «εισελεύσομαι εις τον οίκον σου, προσκυνήσω προς ναόν αγιόν σου» και το τράβηξε να φανεί το ιερό βήμα. Προσκύνησε. Άναψε τα κεριά, ένα στην Άγια Τράπεζα κι ένα στην Πρόθεση, έβαλε πετραχήλι κι άρχισε να διαβάζει τον εξάψαλμο. Μετά έψαλε τα τροπάρια στη σειρά: «Η γέννησίς σου Χριστέ ο Θεός ημών…», «Δεύτε ίδωμεν πιστοί που εγεννήθη ο Χριστός. Ά! Ήταν Χριστούγεννα. Και τα Χριστούγεννα ήταν όμορφα σ’ όλες τις εκκλησιές. Ακόμη και στα υπόγεια του σεραγιού. Το κέφι του άρχισε να φουντώνει. «Τα σύμπαντα σήμερον χαράς πληρούνται». Νοερά μεταφέρθηκε στο μοναστήρι του.

Πριν μπει στον κανόνα πήγε στην Πρόθεση να κάνει την προσκομιδή. Εκεί ήταν όλα έτοιμα. Δεν έμενε παρά ν’ αρχίσει: «Ετοιμάζου Βηθλεέμ ήνοικται πάσιν η Εδέμ…» Πήρε στα χέρια του το πρόσφορο και το σταύρωσε με τη λόγχη. «Ως πρόβατον επί σφαγήν ήχθη…». Ακριβώς τη στιγμή αυτή ήταν που ακούστηκε μια γνώριμη βαριά, μελωδική φωνή.

«Χριστός γεννάται δοξάσατε, Χριστός εξ ουρανών απαντήσατε…».

Κατάλαβε, μα δεν ήθελε να το πιστέψει. Γύρισε κι αυτό που είδε τον γέμισε θυμό. Ψάλτης ο πασάς! «Το σκυλί» ψιθύρισε, «θα μαγαρίσει τη λειτουργία». Για μια στιγμή σκέφτηκε ν’ αφήσει κατά μέρος τα παπαδικά, να ορμήσει, να τον πιάσει απ’ το λαιμό και να τον πνίξει. Και μόνο η σκέψη του λύγισε τα γόνατα. «Ήμαρτον Θέ μου κι ετοιμάζουμαι να λειτουργήσω» είπε. Μηχανικά συνέχιζε την προσκομιδή, μα η προσοχή του δεν έφευγε απ’ τον Πνιγάρη. Πόσο ωραία ψέλνει; Που να έμαθε άραγε; Μια ιδέα άστραψε στο μυαλό του. Θα είναι εξωμότης, προδότης του Χριστού.

«Ότε καιρός της επί γης παρουσίας σου πρώτη απογραφή τη οικουμενική εγενέτο».

Η ώρα του δοξαστικού. Ο πασάς φανέρωσε τη μεγάλη του τέχνη. Απ’ τη θέση του ο Ιωσήφ απολάμβανε τη μελωδία ξεχνώντας, πως πρέπει ν’ αποσώσει την προσκομιδή. Ήρθε η ώρα της δοξολογίας κι έμνησε ακόμα άπραγος. Ο άλλος σταμάτησε το ψάλσιμο και τον κοίταξε έντονα.

«Παπά δεν θα θυμιάσεις;» του φώναξε.

Σαν να ξύπνησε από λήθαργο έσπευσε να πάρει το θυμιατό. «Το σκυλί, θα μου υποδείξει τα καθήκοντά μου;» τον έπνιξε ο θυμός. Κι όμως είχε δίκιο. Ξεχάστηκε! Την ώρα της Λειτουργίας αισθανότανε μια μεγάλη, μια απέραντη ενοχή να του καίει τα σωθηκά. Ο αλλόπιστος ο προδότης, ψάλτης! Να τελειώνει, να τελειώνει, να φύγει από δω να πάψει κι η βλαστήμια.

Ώσπου ήρθε η ώρα να καλέσει το λαό να κοινωνήσει. Το λαό; Ποιο λαό; Μόνος λειτουργεί! Ίσως κάπου κει κρυμμένη στο σκοτάδι, να στέκεται η δούλη του πασά, η χριστιανή. Να, λοιπόν, ο λαός! Όπως και νάχει το πράγμα δεν μπορούσε να μην πει τα λόγια.

«Μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης προσέλθετε». Η πρόσκληση.

Περίμενε λίγο να βγει η χριστιανή όταν είδε μπροστά τον πασά. Είχε βγάλει το φέσι του και τα μακριά μαλλιά του είχαν ξεχυθεί στους ώμους του. πλησίασε έκανε το σταυρό του κι ετοιμάστηκε να κοινωνήσει.

«Όχι».

Μια άγρια φωνή ξέφυγε απ’ το στόμα του.

«Όχι προδότη. Δεν θα ρίξω τ’ άγια στα σκυλιά».

Πάνω στο θυμό του ούτε κατάλαβε τι έκανε. Κάποια στιγμή είδε τον άλλο να σηκώνεται απ’ το πάτωμα. Φοβήθηκε. «Τώρα θα με σφάξει», σκέφτηκε. Κρατώντας σφιχτά τ’ άγιο Δισκοπότηρο αισθάνθηκε μια δύναμη να τον αντρειεύει. «Θα περάσεις πρώτα πάνω απ’ το κουφάρι μου» φώναξε.

Ο πασάς συνέχιζε να μένει ήρεμος. Κοίταζε ικετευτικά κι ο Ιωσήφ, χωρίς τον πρώτο του θυμό, αρνήθηκε και πάλι:

«Φύγε, φύγε. Μακριά».

Τότε ο πασάς πλησίασε, έβαλε το χέρι στον κόρφο του και έβγαλε ένα χαρτί.

«Αδελφέ και συλλειτουργέ, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» είπε και του το έδωσε.

«Έλα Θέ μου, τ’ είναι πάλι τούτο». Ο Ιωσήφ δεν μπορούσε πια να κρύψει την έκπληξή του.

Πήρε το χαρτί με δυσπιστία και πλησίασε στο αναμμένο κερί στην Άγια Τράπεζα. Με την πρώτη ματιά γνώρισε την υπογραφή. Την είχε δει άλλωστε και σ’ άλλα έγγραφα, από κείνα που φτάνουν στο μοναστήρι. Ήταν του Πατριάρχη. Απόθεσε το Δισκοπότηρο και διάβασε: «Ο επιφέρων το παρόν χατζή Οσμάν πασάς. Ουδείς άλλος έστιν ει μη ο ημέτερος αρχιμανδρίτης Βασίλειος». Γύρισε και τον κοίταξε μ’ όλη την απορία του κόσμου στα μάτια του. Ζει στ’ όνειρο ή στην πραγματικότητα;

Ο πασάς είχε πάει κοντά του. Ακούμπησε το χέρι στον ώμο του και του είπε:

«Ναι αδελφέ μου. Είμαι ο αρχιμανδρίτης Βασίλειος».

Έκανε πολλή ώρα να συνέλθει. Ήθελε να ρωτήσει πολλά, να μάθει. Του φαινότανε παράλογο ύποπτο ένα πασάς, να λέει πως είναι παπάς. Κοίταγε το χαρτί που κρατούσε στα χέρια. Ναι, ήταν του πατριάρχη. Άρα, ήταν αλήθεια. Ο Πνιγάρης παπάς! Μυστήρια που έχει η ζωή! Κάποτε βρήκε τον εαυτό του.

«Και πως βρέθηκες εδώ;» ρώτησε.

Ο άλλος τον σταμάτησε.

«Ας τελειώνουμε και μετά τα λέμε».

Δεν πίστευε στα μάτια του όταν τον είδε να φορά ένα πετραχήλι, να βάζει μετάνοια στην Άγια Τράπεζα και μετά να γονατίζει. Του φάνηκε παραμυθένιο όνειρο όταν τον άκουσε να λέει τις ευχές. «Ιδού βαδίζω προς θείαν κοινωνίαν… Του Δείπνου σου του Μυστικού σήμερον υιέ Θεού…». Τώρα εξηγούνται όλα. Θυμήθηκε την πρώτη φορά που τον αντάμωσε. Ήταν τις πρώτες μέρες που ήρθε στα μέρη τους. πήγαν όλοι οι ηγούμενοι να τον επισκεφθούν κι αυτός τους δέχτηκε μ’ ευγένεια. Τους ρώτησε για τα μοναστήρια, για τη ζωή τους, για τους άλλους καλογέρους. Αν ήταν κοινόβια ή ιδιόρρυθμα κι ένα σωρό λεπτομέρειες. Μερικοί φοβήθηκαν. «Τούρκος και ρωτά τόσα;» έλεγαν «θ’ αυξήσει τα δοσίματα. Θα το δείτε». Κι όμως αυτός τα μείωσε.

Στο μεταξύ δίπλα του ακουγόταν η φωνή του πασά: «Μεταδίδοταί μοι Βασιλείω τω αναξίω ιερεί και μοναχώ το πανάγιον Σώμα και Αίμα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος Ιησού Χριστού».

Μετάλαβε μόνος ενώ ένα δάκρυ γυάλισε στα μάτια του. Η φανέρωση του μυστικού. Το ξεχείλισμα της καρδιάς. Έκανε το σταυρό του και πήγε πιο κει στο πρόχειρο αναλόγιο.

«Ώρα να τελειώνουμε» του είπε.

Τώρα πια η Λειτουργία έπαιρνε άλλη μορφή. Μια ηρεμία, μια ανάπαυση, μια γαλήνη κυρίεψε την καρδιά του. Το βάρος που τον βασάνιζε είχε φύγει και απολάμβανε τις τελευταίες στιγμές της. Όταν τέλειωσαν ρώτησε το Βασίλειο:

«Και πως βρέθηκες πασάς;»

Εκείνος τον κοίταξε ζωηρά. Μετά τον έπιασε απ’ το χέρι και τον έφερε μπροστά στο Ευαγγέλιο.

«Ορκίσου ενώπιον του Θεού ότι δεν θα μιλήσεις σε κανένα» του είπε.

«Ορκίζομαι» απάντησε ο Ιωσήφ έτσι, χωρίς πολλή σκέψη. Μόνο και μόνο γιατί του ήταν αφόρητη η τόση περιέργεια.

«Πάμε πάνω για καφέ και θα τα πούμε».

Είχε γίνει πάλι ο πασάς.



http://fdathanasiou.wordpress.com/

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2015

Mοναχισμός και μαρτύριο




Mοναχοί καί λαϊκοί, λοιπόν ὅλοι ὅσοι ἀγαποῦν τόν Θεό καί χθές καί σήμερα καί στίς μονές καί στίς κατοικίες καί στά σπήλαια καί στά διαμερίσματα τῶν πολυκατοικιῶν, καλούμεθα νά μή παρασυρθοῦμε ἐπικίνδυνα ἀπό τίς ἐπιταγές τῶν ἀλλαγῶν, τῶν ἀναγκῶν καί τῶν ἐργασιῶν, ἀλλά αὐτοσυγκεντρωμένοι κι ἀπέριττοι νά βροῦμε τόν χῶρο καί τόν χρόνο γιά τήν προσωπική μας τελείωση. Ὁ  λόγος αὐτός μή θεωρηθεῖ ἐγωϊστικός.


Ἡ αὐτογνωσία εἶναι τό πρῶτο πλατύσκαλο τῆς πνευματικότητος. Ἄν δέν βοηθηθοῦμε ἐμεῖς, δέν θά μπορέσουμε νά βοηθήσουμε κανένα. Ἡ καλλιέπειά μας δέν σημαίνει ἀσφαλῶς τήν προβολή μας. Ἐμεῖς πάντα νά κρυβόμαστε πίσω ἀπό τόν Θεό. Παρά τόν τόσο μόχθο γιά τήν ἀρετή ἐπικρατεῖ ἡ κακία, ὅμως οἱ ἅγιοι μένουν ὡς φωτεινά μετέωρα, τό μνημόσυνό τους αἰώνιο καί ἡ μνήμη τους ἱερή.

Oἱ ἱεροκήρυκες δέν κατάφεραν ν᾽ ἀπομακρύνουν μόνιμα τήν ἁμαρτία ἀπό τόν κόσμο, ὄχι γιατί ἀπέτυχαν ἤ ὅτι ὁ κόσμος δέν μετανόησε ἀλλά γιά νά φανερώνεται ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ κι ὄχι ἡ δική μας.

Kανείς ἀπό ἐμᾶς δέν θά σώσει τόν κόσμο παρά μόνο ὁ Θεός. Oἱ γονεῖς δέν θά σώσουν τά παιδιά τους, οἱ δάσκαλοι τούς μαθητές τους, οἱ πνευματικοί τά πνευματικοπαίδια τους, ὁ Θεός θά σώσει αὐτούς πού θέλουν νά σωθοῦν. Ὁ  Θεός εἶναι ὁ μόνος ἀληθινός σωτήρας, αὐτόν νά ἐμπιστευόμαστε καί σέ αὐτόν νά ἐλπίζουμε. Aὐτός ἐνίσχυσε τούς μάρτυρες, Aὐτός σφούγγισε τόν ἱδρώτα τῶν ὁσίων, τῶν πρεσβευτῶν τοῦ κόσμου, Aὐτός τούς πότισε ὕδωρ κατανύξεως.
Mή λησμονᾶμε εὔκολα στίς δυσκολίες τῆς ζωῆς τόν ἀγαθό Θεό. 

Mέσα ἀπό αὐτές τίς δυσκολίες ταπεινωνόμαστε κι ἁγιαζόμαστε. Ἄς ὁμολογήσουμε ὁλοπρόθυμα τήν ἧττα μας, πού συνάμα εἶναι νίκη μας κι ἄς ἀφεθοῦμε δίχως θελήματα νά συνθλιβοῦμε στήν ἀγκάλη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ἄν τά προβλήματα τῆς ζωῆς καταβάλλουν καί γεμίζουν τόν ἄνθρωπο ἄγχος, τότε σημαίνει πώς δέν τά ἐκμεταλλευόμαστε σωστά πρός πνευματική ὡρίμανση καί ὡραιοποίηση τῆς ψυχῆς. Ἕνα ἄνθρωπο πού τόν καταβάλλουν καί κάμπτουν τά προβλήματα, δέν δίνεται ἡ ἄνεση νά τόν ἐπισκεφθεῖ ὁ Θεός. Mέσα ἀπό τή στέρηση, τή θλίψη καί τήν κακουχία ὁ ἄνθρωπος δέν θά πρέπει νά στενοχωρεῖται κι ἀπελπίζεται. Ἡ ἐλπίδα θά στεγνώσει τά πικρά δάκρυα κι ἡ ἐμπιστοσύνη στόν Θεό θά νικήσει τά λάθη καί τά πάθη τῶν ἀνθρώπων καί ἡ χαρά μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ θά κερδίσουν τά πλάσματά του τά πολυαγαπημένα.

Στό Ἅγιον Ὄρος συναντήσαμε ἀληθινά χαρούμενους μοναχούς, πού μέσα στή σιωπή τους ἤ τήν ὀλιγολογία τους νίκησαν τόν φοβερό φόβο τοῦ θανάτου, τῆς μοναξιᾶς, τῆς ἀδοξίας καί τῆς στερήσεως. Mοναχοί πού ζοῦσαν μέ πολύ λίγα καί τά θεωροῦσαν πολλά, πού δέν εἶχαν σχέση μέ τά χρήματα, πού δέν ἐπανῆλθαν ποτέ στόν κόσμο, πού βίωναν μυστικά καί συνέχεια τό μαρτύριο τῆς συνειδήσεως. Ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος βγῆκαν μοναχοί, ὅταν παρουσιάσθηκε ἀνάγκη πρός πνευματική τροφοδοσία τοῦ λαοῦ κι ἐνίσχυση τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ ἅγιος Nήφων ὁ Διονυσιάτης, ὁ ἅγιος Kοσμᾶς ὁ Aἰτωλός ὁ Φιλοθεΐτης, ὁ ἅγιος Σάββας τῆς Kαλύμνου ὁ Ἁγιαννανίτης, δίνοντας τή μαρτυρία τοῦ μαρτυρίου τῆς μαρτυρικῆς ᾽Oρθοδοξίας.

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ὁμιλία «Mοναχισμός καί μαρτύριο»
στὸ βιβλίο τοῦ Μον. Μωυσέως Ἁγιορείτου
«Τὸ ἦθος καὶ τὸ ὕφος τοῦ Ἁγίου Ὄρους»,

ἐκδ. ΤΗΝΟΣ, Ἀθῆναι 1997

https://christianvivliografia.wordpress.com
 http://agioritikesmnimes.blogspot.gr

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2015

Σύναξη του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου και Βαπτιστού





Ἐμὴ σε γλῶσσα Κήρυξ πῶς ἂν αἰνέσῃ,
Ὃν γλῶσσα Χριστοῦ γηγενῶν μείζω λέγει;
Μνήμη ἐβδομάτη Προδρόμου λάχεν αἰδοίοιο.

Βιογραφία

Την επομένη ημέρα των Θεοφανίων καθιερώθηκε να εορτάζουμε, τη μνήμη του πανίερου προφήτη Ιωάννη Προδρόμου. Ο Ιωάννης ήταν γιος του ιερέα Ζαχαρία και της Ελισάβετ. Μέχρι τα τριάντα του χρόνια, ζει ασκητική ζωή στην έρημο της Ιουδαίας, αφιερωμένη ολοκληρωτικά στην προσευχή, τη μελέτη και την πνευματική και ηθική τελειοποίηση. Το ρούχο του ήταν από τρίχες καμήλας, στη μέση του είχε δερμάτινη ζώνη και την τροφή του αποτελούσαν ακρίδες και άγριο μέλι. Με μορφή ηλιοκαμένη, σοβαρός, αξιοπρεπής και δυναμικός, ο Ιωάννης φανέρωνε αμέσως φυσιογνωμία έκτακτη και υπέροχη. Είχε όλα τα προσόντα μεγάλου και επιβλητικού κήρυκα του θείου λόγου. Έτσι, με μεγάλη χάρη κήρυττε «τα πλήθη». Κατακεραύνωνε και χτυπούσε σκληρά τη φαρισαϊκή αλαζονική έπαρση, που κάτω από το εξωτερικό ένδυμα της ψευτοαγιότητας έκρυβε τις πιο αηδιαστικές πληγές ψυχικής σκληρότητας και ακαθαρσίας. Γενικά, η διδασκαλία του συνοψίζεται στη χαρακτηριστική φράση του: «Μετανοείτε· ήγγικε γαρ ή βασιλεία των ουρανών», προετοιμάζοντας, έτσι, το δρόμο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού για το σωτήριο έργο Του. Όταν ο Χριστός άρχισε τη δημόσια δράση του, ο κόσμος άφηνε σιγά-σιγά τον Ιωάννη και ακολουθούσε Αυτόν. Η αντιστροφή αύτη, βέβαια, θα προκαλούσε μεγάλη πίκρα και θα γεννούσε αγκάθια ζήλειας και φθόνου σ' έναν, εκτός χριστιανικού πνεύματος, διδάσκαλο ή φιλόσοφο. Αντίθετα, στον Ιωάννη προκάλεσε μεγάλη χαρά και ευφροσύνη. Η γιορτή αυτή του Ιωάννου του Προδρόμου, για τον όποιο ο Κύριος είπε ότι κανείς άνθρωπος δε στάθηκε μεγαλύτερος του, καθιερώθηκε τον 5ο μ.Χ. αιώνα.

Επίσης, σήμερα εορτάζουμε και το γεγονός της μεταφοράς στην Κωνσταντινούπολη της τιμίας Χειρός του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, που έγινε κατά τον ακόλουθο τρόπο: Όταν ο Ευαγγελιστής Λουκάς πήγε στην πόλη Σεβαστή, όπου τάφηκε ο Πρόδρομος, παρέλαβε από τον τάφο του το δεξί του χέρι, το μετέφερε στην Αντιόχεια, όπου χάριτι Θεού επιτελούσε πολλά θαύματα. Από την Αντιόχεια, το Ιερό χέρι, μετακομίστηκε στην Κωνσταντινούπολη το 957, από τον διάκονο Ιώβ. Εκεί ο φιλόχριστος αυτοκράτορας, αφού την ασπάστηκε με πολύ σεβασμό, την τοποθέτησε στα βασιλικά ανάκτορα. Η σύναξη των πιστών, σε ανάμνηση του γεγονότος της μετακομιδής της τιμίας Χείρας του Προδρόμου στην Κωνσταντινούπολη, ετελείτο στην περιοχή του Φορακίου (ή Σφωρακίου).

Επίσης, σήμερα εορτάζουμε και το Θαύμα του Προδρόμου στη Χίο κατά των Αγαρηνών.


Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος β’.
Μνήμη δικαίου μετ᾽ ἐγκωμίων· σοί δέ ἀρκέσει ἡ μαρτυρία τοῦ Κυρίου Πρόδρομε· ἀνεδείχθης γάρ ὄντως καί Προφητῶν σεβασμιώτερος, ὅτι καί ἐν ῥείθροις βαπτίσαι κατηξιώθης τόν κηρυττόμενον· ὅθεν τῆς ἀληθείας ὑπεραθλήσας, χαίρων εὐηγγελίσω καί τοῖς ἐν ᾅδῃ, Θεόν φανερωθέντα ἐν σαρκί, τόν αἴροντα τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καί παρέχοντα ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον
Ἦχος πλάγιος β’.
Τήν σωματικήν σου παρουσίαν δεδοικώς ὁ Ἰορδάνης, φόβῳ ἀπεστρέφετο· τήν προφητικήν δέ λειτουργίαν ἐκπληρῶν ὁ Ἰωάννης, τρόμῳ ὑπεστέλλετο· τῶν Ἀγγέλων αἱ τάξεις ἐξεπλήττοντο, ὁρῶσαί σε ἐν ῥείθροις σαρκί βαπτιζόμενον· καί πάντες οἱ ἐν τῷ σκότει κατηυγάζοντο, ἀνυμνοῦντες σέ τόν φανέντα, καί φωτίσαντα τά πάντα.

Μεγαλυνάριον
Χειρί σου βαπτίσας, ὦ Βαπτιστά, τὸν διὰ θαλάσσης, ἀγαγόντα τὸν Ἰσραήλ, Προφητῶν ἁπάντων, ὑπέρτερος ἐδείχθης· διὸ ἀνευφημοῦμεν τὴν θείαν χάριν σου.


http://www.saint.gr

ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ ΣΤΟΝ ΤΙΜΙΟ ΠΡΟΔΡΟΜΟ


Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2015

Γέροντας Πορφύριος-Ψάλλει.


Συναξαριστής 5 Ιανουαρίου: Οσία Συγκλητική


Οσία Συγκλητική

Είναι γνωστή στην Παλαιά Διαθήκη η ιστορία του πολυάθλου Ιώβ. Για κείνους που σκανδαλίζονται για την αρχή και την ύπαρξη του κακού στον κόσμο, η απάντηση υπάρχει σ' κείνη την ιστορία. Ποιά είναι η αρχή των κι από πού προέρχονται τα παθήματα των ανθρώπων στον κόσμο; Γιατί να δέρνη τους ανθρώπους η φτώχεια, η αρρώστια κι ο θάνατος; Γιατί και οι δίκαιοι να δεινοπαθούν και να υποφέρουν; Και πώς όλα τούτα συμβιβάζονται με τη δικαιοσύνη του Θεού; Ανθρώπινη απάντηση δεν υπάρχει σε τούτα τα ερωτήματα, υπάρχει όμως απάντηση του Θεού. "Μη αποποιού μου το κρίμα. Οίει δε με άλλως σοι κεχρηματικέναι ή ίνα αναφανής δίκαιος;". Ένα είναι βέβαιο, πως μέσα στα παθήματά του ο άνθρωπος παιδαγωγείται και χαλκεύεται, κι έτσι "επιτελεί αγιωσύνην", όπως η αγία Συγκλητική, της οποίας η Εκκλησία σήμερα τιμά την μνήμη.


Βιογραφία
Η Οσία Συγκλητική έζησε στον καιρό του Μεγάλου Αθανασίου. Οι γονείς της ήταν πλούσιοι, αλλά και πολύ ευσεβείς. Τα χέρια τους ήταν πάντοτε ανοιχτά προς τους φτωχούς και η μόνη ευχαρίστησή τους ήταν να μένουν στην αγάπη του Θεού και να υπηρετούν στην αγάπη των ανθρώπων. Τα πατρικά πλούτη έφερναν διακεκριμένους γαμπρούς στο σπίτι τους για την ωραία κόρη τους. Η Συγκλητική όμως, παρακάλεσε τους γονείς της να μη επιμένουν να παντρευτεί. Διότι ήθελε να αφιερωθεί στην αγάπη του πλησίον. Πράγματι, οι ευσεβείς γονείς σεβάστηκαν την απόφαση της κόρης τους. Έτσι λοιπόν η Συγκλητική αφιέρωσε τη ζωή της για την ανακούφιση των ασθενών, των λυπημένων, των ορφανών και των φτωχών. Ευχαρίστησή της ήταν να βλέπει το γέλιο, εκεί όπου δέσποζε πριν ο σπαραγμός και να σφουγγίζει τα δάκρυα, για να επανέρχεται στα μάτια η ακτινοβολία της γαλήνης και της αγαλλίασης. Ο πολύς κόπος όμως, στην Ιερή αυτή διακονία, έκαναν το σώμα της Συγκλητικής ασθενικό. Αλλά η όσια, στη δοκιμασία αυτή υπήρξε καρτερική, χωρίς ποτέ να γογγύξει προς τον Θεό. Τελικά πέθανε 80 χρονών με τη συνείδηση αναπαυμένη και τις ευχές χιλιάδων, τους οποίους βοήθησε, αλλά και υπό την ευλογία του στεφανοδότη Χριστού.


http://www.imkifissias.gr/
http://www.saint.gr/


.

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2015

Συναξαριστής 3 Ιανουαρίου: Άγιος Γόρδιος


Άγιος Γόρδιος

Η ερημία γιγαντώνει τον άνθρωπο - τον άνθρωπο, που έχει μέσα του δικό του κόσμο και δεν χάνεται μέσα στο πλήθος. Όλοι οι μεγάλοι, οι Προφήτες, οι ’γιοι, ο ίδιος ο Θεός, όταν έγινε άνθρωπος, έζησαν στην έρημο κι ήρθαν στον κόσμο από την έρημο. Έμειναν στην έρημο και μίλησαν πολύ με τον εαυτό τους κι ύστερα κατέβηκαν για να συναντηθούν με τους ανθρώπους - να κηρύξουν, να πάθουν, να σταυρωθούν, να γίνουν μάρτυρες της αλήθειας, που την έβλεπαν και την ζούσαν μέσα τους. Έρχονταν από την έρημο, για να βρούν το πλήθος στην πόλη έφευγεν από την πόλη το πλήθος, για να τους βρη στην έρημο. Ο άγιος Μάρτυς Γόρδιος, του οποίου η Εκκλησία σήμερον τιμά την μνήμη, έφυγε από τον κόσμο στην ερημία για να βρη τον εαυτό του κι ήλθε από την έρημο για να διακηρύξη την πίστη του, να συναντηθή με τον θάνατο και να βρη την δόξα του Μάρτυρος. Τον εγκωμίασε ο Μέγας Βασίλειος σ' έναν ωραίο του λόγο.


Βιογραφία
Ο Άγιος Γόρδιος καταγόταν από την Καισαρεία της Καππαδοκίας και ήταν διακεκριμένος αξιωματικός του στρατού του αυτοκράτορα της Ανατολής Λικινίου, ο οποίος το 314 ήλθε σε πόλεμο μετά του Μέγα Κωνσταντίνου. Και επειδή ο Κωνσταντίνος έδειχνε φανερή συμπάθειά προς τους Χριστιανούς, ο Λικίνιος αποφάσισε να περιποιηθεί τους ειδωλολάτρες με την προοπτική να τους κινήσει κάποια μέρα εναντίον του αντιπάλου του. Γι' αυτό, έδιωξε από την Αυλή και το στρατό, όλους τους χριστιανούς και διέταξε να κλείσουν και να γκρεμισθούν πολλές εκκλησίες. Επέβαλε μάλιστα, αυστηρές ποινές σ' όλους όσους αντιστέκονταν. Τότε λοιπόν απομακρύνθηκε και ο Γόρδιος από το στρατό. Αποσύρθηκε σ' ένα όρος, όπου περνούσε τον καιρό του με προσευχή, μελέτη και σωματική εργασία. Αλλά οι πληροφορίες που έπαιρνε ήταν, ότι ο Λικίνιος επέμενε στις σκληρές διώξεις κατά των χριστιανών. Κατέβηκε λοιπόν μια νύχτα με την απόφαση να φωνάξει εναντίον της αδικίας και υπέρ του Χριστού. Να στιγματίσει τη διαγωγή του αυτοκράτορα, ο οποίος έκανε τόσο ανίερη κατάχρηση της εξουσίας του εναντίον όχι μόνο της αλήθειας, αλλά και του ιερότατου δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας. Έτσι λοιπόν, κάποια μέρα που όλοι οι επίσημοι ήταν μαζεμένοι στο θέατρο, ο Γόρδιος έκανε πράξη όλα τα παραπάνω, με αποτέλεσμα να αποκεφαλισθεί επί τόπου. Ήταν το έτος 320 μ.Χ.




.

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2015

Άγιος Βασίλειος ο Μέγας, το συγγραφικό του έργο


Ζῇ Βασίλειος, καὶ θανὼν ἐν Κυρίῳ.
Ζῇ καὶ παρ᾽ ἡμῖν, ὡς λαλῶν ἐκ τῶν βίβλων,
Ἰανουαρίοιο θάνες, Βασίλειε, πρώτῃ.


Το συγγραφικό έργο του Άγίου Βασιλείου του Μέγα

Τα έργα του κατατάσσονται σε τέσσερεις κατηγορίες:

Δογματικά συγγράμματα.
α) «Ανατρεπτικός του Απολογητικού του δυσσεβούς Ευνομίου». Αποτελείται από τρία βιβλία και καταφέρεται ενάντια του αρχηγού των Ανομοίων Ευνομίου.
β) «Προς Αμφιλόχιον, περί του Αγίου Πνεύματος». Επιστολική πραγματεία προς τον επίσκοπο Ικονίου Αμφιλόχιο σχετικά με το Άγιο Πνεύμα.

Ασκητικά συγγράμματα.
α) «Τα Ηθικά». Συλλογή 80 ηθικών κανόνων.
β) «Όροι κατά πλάτος». Περιέχει 55 κεφάλαια με θέμα γενικές αρχές του μοναχισμού.
γ) «Όροι κατ’ επιτομήν». Περιέχει 313 κεφάλαια που αναφέρονται στην καθημερινή ζωή των μοναχών.
δ) «Περί πίστεως».
ε) «Περί κρίματος».
στ) «Περί της εν παρθενία αληθούς αφθορίας». Έργο σχετικό με την παρθενική ζωή.

Ομιλίες.
Ορισμένες από τις ομιλίες του είναι:
α) «Εις την Εξαήμερον». Συλλογή 9 ομιλιών με θέμα τη δημιουργία του κόσμου.
β) «Εις του Ψαλμούς». Συλλογή 18 ομιλιών με αφορμή το περιεχόμενο των Ψαλμών του Δαυίδ.
γ) «Περί του ουκ έστιν αίτιος του κακού ο Θεός».
δ) «Περί πίστεως».
ε) «Κατά Σαβελλιανών, Αρείου και Ανομοίων».
στ) «Προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων». Το διασημότερο από τα κείμενα του Βασιλείου, στο οποίο πραγματοποιεί προσπάθεια γεφύρωσης μεταξύ χριστιανικής και κλασσικής παιδείας.
ζ) «Προτρεπτικός εις το άγιον βάπτισμα».
η) «Εις το πρόσεχε σεαυτώ».
θ) «Προς Πλουτούντας».
ι) «Εν λιμώ και αυχμώ».
ια) «Εις την μάρτυρα Ιουλίτταν και περί ευχαριστίας».

Επιστολές.
Σώζονται 365 επιστολές με το όνομα του Μεγάλου Βασιλείου, που καλύπτουν την εικοσαετία από την επιστροφή του στην Καισάρεια από την Αθήνα έως και το θάνατό του.


http://www.saint.gr/2011/01/01/2/saint.aspx


.

Συναξαριστής 1 Ιανουαρίου: Άγιος Βασίλειος ο Μέγας


Άγιος Βασίλειος ο Μέγας

Ο Ελληνισμός - σαν τρόπος σκέψεως και σαν γλώσσα - μπολιάστηκε στον Χριστιανισμό και επέζησε. Αλλιώς ίσως θα απέθνησκε, όπως απέθαναν και άλλοι αρχαίοι πολιτισμοί. Πώς και γιατί έγινε έτσι δεν το εξετάζομε τώρα είναι πάντως έργο της Θείας Πρόνοιας. Μπορούμε όμως στο ζήτημα τούτο να εξετάζουμε τη συμβολή των ανθρώπων, που το έργο τους είναι σαν μία γέφυρα ανάμεσα στον αρχαίο και το νεώτερο κόσμο. Μία τέτοια γέφυρα είναι το έργο του Μεγάλου Βασιλείου, του οποίου σήμερα η Εκκλησία τιμά την μνήμη. Ο Μέγας Βασίλειος είναι ο εκκλησιαστικός ποιμένας και ο Οικουμενικός Διδάσκαλος, που στον βίο του και στο έργο του συνδυάζει την μεγάλη πίστη με την βαθεία γνώση, την ευσέβεια και την ελληνομάθεια. Είναι ο θεωρητικός νους και συγχρόνως ο πρακτικός άνθρωπος, ο σοφός και ο άγιος. Ο Μέγας. "Παιδείας γεγονώς απάσης έμπλεως" και "άριστος εν πάσι τοις έργοις αυτού ο Μέγας Βασίλειος".


Βιογραφία
«... τὰ τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησας». Με τη φράση αυτή, το απολυτίκιο, απόλυτα επιτυχημένα, τονίζει την κοινωνική προσφορά του Άγιου Βασιλείου, που με τη θεία διδασκαλία του στόλισε με αρετές τα ήθη και τη ζωή των ανθρώπων.

Ο Μέγας αυτός πατέρας και διδάσκαλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας γεννήθηκε το 329 μ.Χ., κατ' άλλους το 330 μ.Χ., στη Νεοκαισάρεια του Πόντου στο χωριό Άννησα και μεγάλωσε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Τα δε εγκυκλοπαιδικά λεξικά αναφέρουν σαν πατρίδα του Μ. Βασιλείου την Καισαρεία της Καππαδοκίας. Είχε 8 αδέρφια, 3 αγόρια και πέντε κορίτσια. Από τα 4 αγόρια τα 3 αγόρια έγιναν επίσκοποι (ο Βασίλειος Καισαρείας, ο Γρηγόριος Νύσσης και ο Πέτρος Σεβάστειας) και το ένα μοναχός (ο Ναυκράτιος). Από τις 5 αδερφές του η πρώτη, και συγχρόνως το πιο μεγάλο παιδί της οικογένειας, η Μακρίνα, έγινε μοναχή. Οι γονείς του Βασίλειος (και αυτός), που καταγόταν από την Νεοκαισάρεια του Πόντου και Εμμέλεια, που καταγόταν από την Καππαδοκία, αν και κατά κόσμον ευγενείς και πλούσιοι, είχαν συγχρόνως και ακμαιότατο χριστιανικό φρόνημα. Αυτοί μάλιστα έθεσαν και τις πρώτες -καθοριστικής σημασίας- πνευματικές βάσεις του Αγίου.

Με εφόδιο αυτή τη χριστιανική ανατροφή, ο Βασίλειος αρχίζει μια καταπληκτική ανοδική πνευματική πορεία. Έχοντας τα χαρίσματα της ευστροφίας και της μνήμης, κατακτά σχεδόν όλες τις επιστήμες της εποχής του. Και το σπουδαιότερο, κατακτά τη θεία θεωρία του Ευαγγελίου, που την κάνει αμέσως πράξη με την αυστηρή ασκητική ζωή του.

Ας αναφέρουμε όμως, περιληπτικά, την πορεία των δραστηριοτήτων του. Μετά τις πρώτες του σπουδές στην Καισαρεία και κατόπιν στο Βυζάντιο, επισκέφθηκε, νεαρός ακόμα, την Αθήνα, όπου επί τέσσερα χρόνια συμπλήρωσε τις σπουδές του, σπουδάζοντας φιλοσοφία, ρητορική, γραμματική, αστρονομία και ιατρική, έχοντας συμφοιτητές του τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό (τον θεολόγο) και τον Ιουλιανό τον Παραβάτη.

Από την Αθήνα επέστρεψε στην Καισαρεία και δίδασκε την ρητορική τέχνη. Αποφάσισε όμως, να ακολουθήσει τη μοναχική ζωή και γι' αυτό πήγε στα κέντρα του ασκητισμού, για να διδαχθεί τα της μοναχικής πολιτείας στην Αίγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία και Μεσοποταμία. Όταν επέστρεψε, αποσύρθηκε σε μια Μονή του Πόντου, αφού έγινε μοναχός, και ασκήθηκε εκεί με κάθε αυστηρότητα για πέντε χρόνια (357 - 362 μ.Χ.). Ήδη τέλεια καταρτισμένος στην Ορθόδοξη Πίστη, χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος από τον επίσκοπο Καισαρείας Ευσέβιο. Ο υποδειγματικός τρόπος της πνευματικής εργασίας του δεν αργεί να τον ανεβάσει στο θρόνο της αρχιεροσύνης, διαδεχόμενος τον Ευσέβιο στην επισκοπή της Καισαρείας (370 μ.Χ.). Με σταθερότητα και γενναίο φρόνημα, ως αρχιερέας έκανε πολλούς αγώνες για την Ορθόδοξη Πίστη. Με τους ορθόδοξους λόγους που συνέγραψε, κατακεραύνωσε τα φρονήματα των κακοδόξων.

Στους αγώνες του κατά του Αρειανισμού αναδείχτηκε αδαμάντινος, ούτε κολακείες βασιλικές του Ουάλεντα (364 - 378 μ.Χ.), που πήγε αυτοπροσώπως στην Καισαρεία για να τον μετατρέψει στον Αρειανισμό, ούτε οι απειλές του Μόδεστου μπόρεσαν να κάμψουν το ορθόδοξο φρόνημα του Αγίου. Υπεράσπισε με θάρρος την Ορθοδοξία, καταπλήσσοντας τον βασιλιά και τους Αρειανούς. Ακόμα, αγωνίστηκε κατά της ηθικής σήψεως και επέφερε σοφές μεταρρυθμίσεις στο μοναχισμό.

Η δε υπόλοιπη ποιμαντορική δράση του, υπήρξε απαράμιλλη, κτίζοντας την περίφημη «Βασιλειάδα», συγκρότημα με ευαγή Ιδρύματα, όπως φτωχοκομείο, ορφανοτροφείο, γηροκομείο, ξενοδοχείο και νοσοκομείο κ.ά., όπου βρήκαν τροφή και περίθαλψη χιλιάδες πάσχοντες κάθε ηλικίας, γένους και φυλής.

Ο Μέγας Βασίλειος έχει πλούσιο και σημαντικό συγγραφικό έργο. Τα κυριότερα έργα του είναι οι 9 ομιλίες στην Εξαήμερο, ομιλίες στους Ψαλμούς, πολλές και διάφορες άλλες ομιλίες, ασκητικά έργα και επιστολές. Εκτός των άλλων έργων του, έγραψε και Θεία Λειτουργία, που, μετά την επικράτηση αυτής της συντομότερης του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, τελείται 10 φορές το χρόνο: την 1η Ιανουαρίου (όπου γιορτάζεται και η μνήμη του), τις πρώτες πέντε Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής, τις παραμονές των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων, την Μ. Πέμπτη και το Μ. Σάββατο.

Στα πενήντα του χρόνια ο Μέγας Βασίλειος, εξαιτίας της ασθενικής κράσεώς του και της αυστηρής ασκητικής ζωής του (ορισμένες πηγές λένε από βαριά αρρώστια του ήπατος ή των νεφρών), την 1η Ιανουαρίου του 378 μ.Χ. ή κατ' άλλους το 379 με 380 μ.Χ., εγκαταλείπει το φθαρτό και μάταιο αυτό κόσμο, αφήνοντας παρακαταθήκη και Ιερή κληρονομιά στην ανθρωπότητα ένα τεράστιο πνευματικό έργο.


Ανάλυση & Ιστορικό Ονόματος
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ: (από το βασιλεύς, εκ του βάσις = το θεμέλιο + λαός) = ο βασιλικός, ο φερόμενος ως βασιλεύς, ο θεμελιωτής της ευτυχίας του λαού. Το όνομα αυτό, το είχαν πολλοί βασιλείς, πατριάρχες, επίσκοποι και αυτοκράτορες, με κυριώτερο τον Βασίλειο Β' τον Βουλγαροκτόνο (956 - 1025).


http://www.imkifissias.gr/
http://www.saint.gr/


.

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2014

Ι.Μ. ΣΙΜΩΝΟΣ ΠΕΤΡΑΣ - ΟΡΘΡΟΣ


Η γυναίκα της αμαρτίας και ο Ερημίτης............


Έβαλε κάποτε στο νου της μια γυναίκα της αμαρτίας καί στοιχημάτισε με τους φίλους της, πως θα το πετύχαινε να παρασύρει στα δίχτυα της τον Ερημίτη, που ζούσε στο βουνό, μακριά από την πόλη καί που όλοι έλεγαν γι’ αυτόν πως ήταν άγιος άνθρωπος.
Φόρεσε ένα πυκνό πέπλο, που έκρυβε την ομορφιά της κι’ ανέβηκε στο βουνό. Οι φίλοι της την περίμεναν στα μισά του δρόμου. Όταν βράδιασε, χτύπησε την πόρτα της σπηλιάς του Ερημίτη. Εκείνος όταν την είδε, ταράχτηκε…
Πώς βρέθηκε τάχα γυναίκα τέτοια ώρα σ’ αυτή την έρημο;
Πλάνη σου είναι τούτη, διάβολε, συλλογίστηκε.
Τη ρώτησε ποια ήταν καί τί γύρευε. Εκείνη έβαλε τα κλάματα.
— Ώρες ολόκληρες πλανιέμαι σ’ αυτές τις ερημιές, Αββά. Έχασα το δρόμο καί τη συντροφιά μου κι’ ούτε κατάλαβα πώς βρέθηκα εδώ. Μα για τ’ όνομα του Θεού, μη με αφήσεις να με φάνε τα θηρία.

Ο Ερημίτης βρέθηκε σε δίλημμα. Να βάλει γυναίκα στην κατοικία του; Τέτοιο πράγμα δεν του είχε συμβεί ποτέ. Μα ν’ αφήσει πάλι το πλάσμα του Θεού να φαγωθεί από τα θηρία; Αυτό θα ήταν απάνθρωπο, σχεδόν έγκλημα. Νικήθηκε, τέλος, από την συμπάθεια καί την έβαλε μέσα. Εκείνη τότε τράβηξε δήθεν με αφέλεια το πέπλο της καί του φανέρωσε τα θέλγητρά της. Ο πειρασμός άρχιζε να φλογίζει τον αγωνιστή, αφού η πράξη δεν ήταν πια δύσκολη. Έριξε κατά γης μερικά ξερά φύλλα κι’ είπε στη γυναίκα να πλαγιάσει, ενώ αυτός τράβηξε στο βάθος της σπηλιάς. Γονάτισε κι’ έκανε θερμή προσευχή. Απόψε συλλογίστηκε, έχω να δώσω την πιο σκληρή μάχη εναντίον του ορατού καί αόρατου εχθρού. Ή θα νικήσω ή θα χάσω όλους μου τους κόπους.

Όσο προχωρούσε ή νύχτα τόσο η φλόγα της επιθυμίας τον έκαιγε. Για μια στιγμή ένοιωσε να λυγίζει η αντίστασή του καί τρόμαξε.
Αυτοί, πού μολύνουν το σώμα με αμαρτωλές πράξεις, πηγαίνουν στην κόλαση, είπε σχεδόν φωναχτά. Για κάνε δοκιμή, αν θα αντέχεις στη βασανιστική φωτιά. Άναψε το λυχνάρι του κι’ έβαλε το δάχτυλό του στη φλόγα. Μα η άλλη φλόγα δεν τον άφηνε να νοιώσει τον πόνο από το κάψιμο. Αφού αχρηστεύθηκε το πρώτο δάχτυλο, έβαλε στη φλόγα του λυχναριού το δεύτερο, το τρίτο… Μέχρι να ξημερώσει έκαψε καί τα πέντε δάχτυλα του χεριού του.

Εκείνη η αθλία παρακολουθούσε κρυφά τον υπεράνθρωπο αγώνα του δούλου του Θεού καί, βλέποντας τον να καίει με πείσμα όλα του τα δάχτυλα το ένα πίσω από το άλλο, τόσο πολύ ταράχτηκε, που από τον τρόμο της ξεψύχησε. Οι φίλοι της στό μεταξύ έκαναν αιφνιδιασμό στη σπηλιά του ερημίτη για να γελάσουν σε βάρος του. Τον βρήκαν όμως απ’ έξω να προσεύχεται.
— Μήπως φάνηκε από δω χτες βράδυ καμιά γυναίκα; τον ρώτησαν.
— Μέσα είναι καί κοιμάται, τους αποκρίθηκε εκείνος. Μπήκαν μέσα καί τη βρήκαν νεκρή.
—Αββά, πέθανε, φώναξαν τρομαγμένοι. Εκείνος τότε ξεσκέπασε το χέρι του καί τους έδειξε τα
δάχτυλά του.
— Για δέστε δω, τί μου έκανε η θυγατέρα του διαβόλου; Η εντολή του Χριστού όμως με προστάζει να κάνω καλό αντί κακού. Στάθηκε καί προσευχήθηκε πάνω από το άψυχο σώμα καί την επανέφερε στη ζωή.

πηγή: Γεροντικό


http://vatopaidi.wordpress.com

Στείρα μουσουλμάνα γυναίκα γεννά μετά από προσευχή στον Αγ. Νικόλαο.



Μια μουσουλμάνα στη Ρωσική Δημοκρατία της Bashkiria, ο οποία είχε αποτύχει στην θεραπεία της υπογονιμότητας εδώ και 14 χρόνια, γέννησε ένα γιο, όταν προσευχήθηκε μπροστά στην εικόνα του Αγίου Νικολάου σε μια ορθόδοξη εκκλησία.
«Είμαι μουσουλμάνα, αλλά για κάποιο λόγο πίστευα ότι ο άγιος , θα με βοηθήσει », όπως λέει η ευτυχισμένη μητέρα είναι εισηγμένες από την έκδοση Ούφα του Komsomolskaya Pravda
Οι φίλοι της την συμβούλευσαν να πάει στην εκκλησία: ο γάμος της είχε σχεδόν αποτύχει και η διάγνωση ακουγόταν ως ετυμηγορία θανάτου στην ευτυχία της οικογένειας – είναι αδύνατο να γεννήσει με τέτοια πίεση.
Ήταν η πρώτη φορά που η γυναίκα ήρθε στην εκκλησία, ήταν λίγο φοβισμένη και δεν ήξερα πώς να προσευχηθεί. Οι ενορίτες της είπαν «Ειλικρινά, από την καρδιά” να ζητήσει βοήθεια από τον Άγιο Νικόλαο.

Τότε επινόησε μια απλή προσευχή: «Νικόλαε Θαυματουργέ βοήθησε με, να μας δώσεις ένα γιο, σε παρακαλώ …” Τέλος, η γυναίκα έβγαλε την αγαπημένη της χρυσή αλυσίδα και την άφησε κοντά στην εικόνα – πιστεύοντας οτι η προσευχή της είναι αποτελεσματική .
Έλαβε είδηση ότι ήταν έγκυος ένα μήνα αργότερα. Ο γιος Tamerlan έκανε τους γονείς του ευτυχής: είναι τόσο χαρούμενος και έξυπνος.

http://vatopaidi.wordpress.com/

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2014

π. Ειρηναίος Δεληδήμος. Εξέλιξη και Ορθοδοξία. 23/5/2014


ΤΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΟΥ SOLAN, GARD ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΑ (video)






Η τηλεοπτική εκπομπή της Ιεράς Μητροπόλεως Βελγίου στην Κρατική Τηλεόραση του Βελγίου, την οποία επιμελείται και παρουσιάζει ο Σεβ. Μητροπολίτης Βελγίου κ. Αθηναγόρας, παρουσιάζει το Ορθόδοξο Μοναστήρι του Solan, Gard ( Γαλλία ), μια Ιερά Μονή που ιδρύθηκε από τον Αρχιμανδρίτη Πλακίδα Deseille, μοναχό της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας (Άγιον Όρος), και εξαρτάται κανονικώς από την Ιερά Μητρόπολη Γαλλίας. Οι αδελφές ζουν εκεί στο ρυθμό της γης.

Οι μοναχές, ακολουθώντας πιστά το ότι «ο άνθρωπος είναι ο φύλακας της Δημιουργίας», φροντίζουν και προστατεύουν τη γη, δεν την εκμεταλλεύονται αλόγιστα. Στο Solan τα χημικά λιπάσματα, τα εντομοκτόνα και τα ζιζανιοκτόνα είναι άγνωστες λέξεις. Αντίθετα, χρησιμοποιούν την κοπριά και το κομπόστ. Οσο για τα ζιζάνια; Η καταπολέμησή τους γίνεται με μηχανικό τρόπο.  

Ανάμεσα στους οπωρώνες, τον λαχανόκηπο και τις... προσευχές, οι μοναχές της κοινότητας καλλιεργούν τα αμπέλια που είναι φυτεμένα με ποικιλίες όπως Cinsault, Carignan, Grenache, Sauvignon, Syrah, Cabernet Franc κ.ά. Μπορεί, όταν μετακόμισαν εκεί, να μη γνώριζαν τίποτα για το κρασί, ο Κύριος όμως, τους έδωσε ένα αμπέλι κι εκείνες έπρεπε να το καλλιεργήσουν. Τα πρώτα χρόνια έδιναν τα σταφύλια τους στον τοπικό συνεταιρισμό. Κατόπιν όμως και με την καθοδήγηση της ηγουμένης του μοναστηριού, Υπαντίας, αποφάσισαν να προχωρήσουν στην οινοποίηση του δικού τους κρασιού. 

Έκαναν συχνά ταξίδια στην περιοχή της Βουργουνδίας προκειμένου να διδαχθούν τα πάντα για την καλλιέργεια του αμπελιού τους. Κι έμαθαν ότι το μυστικό είναι στη γνώση γύρω από το terroir. Και την κατέκτησαν, με τη βοήθεια ενός γεωλόγου και ενός υδρογεωλόγου. Ξεχώρισαν 4 κύρια terroir των 35 εκταρίων, στα 5 από τα οποία βρίσκονταν φυτεμένα παλαιά κλήματα (30 - 40 χρόνων), και προχώρησαν σε τρύγο με το χέρι και σε μικροοινοποιήσεις σε χωριστά πατητήρια ανάλογα με τα κλήματα και το terroir. Το κλάδεμα, η έκθεση του φυτού στον ήλιο (palissage) και ο πράσινος τρύγος εφαρμόζονται με ευλάβεια, κι όλα μαζί συντελούν στα ιδιαίτερα κρασιά τους. 

Το μοναστήρι -με τη βοήθεια οινολόγων και αναγνωρισμένων οινοχόων- ειδικεύεται στα κρασιά από χαρμάνια. Οι ετικέτες Cuvees Saint-Martin, Saint-Ambroise και Saint-Porphyre είναι οι πιο σημαντικές της παραγωγής τους. Ποιο είναι το μυστικό των μοναχών του Solan για την παραγωγή τόσο καλών κρασιών; Η δουλειά στο αμπέλι γίνεται με στόχο τη χαμηλή απόδοση αλλά την παραγωγή υψηλής ποιότητας σταφυλιών. Ιδιαίτερη σημασία δίνουν οι αδελφές μοναχές και οι σύμβουλοί τους, στην επιλογή των βαρελιών: ξύλινα δρύινα βαρέλια, bourguignonne ή bordelaise. 

Τα βαρέλια απογεμίζονται το λιγότερο μία φορά την εβδομάδα και η τεχνική του batonnage ακολουθείται ανάλογα με τις ανάγκες. Οι δόσεις του θειώδους είναι ελαχιστοποιημένες στα απολύτως απαραίτητα επίπεδα. Το κρασί είναι πολύ ευαίσθητο -«πρέπει να το παρακολουθούμε όπως το γάλα στη φωτιά», λένε χαρακτηριστικά οι ίδιες οι μοναχές- έτσι ώστε «να αναπτύξει και να κρατήσει την πολυπλοκότητα του αρώματός του». Ο Bruno Quenioux επικεφαλής οινοχόος της κάβας του Lafayette Gourmet, δηλώνει για τα κρασιά του μοναστηριού: «Τα κρασιά του μοναστηριού του Solan πάνω απ' όλα κάνουν καλό στο σώμα και στην ψυχή, διότι είναι κρασιά με συναισθήματα. Αισθανόμαστε την αναζήτηση της καρδιάς σε αυτά ανακαλύπτοντας μία ευθύτητα, μία συνέπεια, μία αληθινή ισορροπία δομής και αρώματος».

 http://fanarion.blogspot.gr










Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2014

Χριστούγεννα ύμνους -Λυκούργος Αγγελόπουλος


Τρία άγνωστα θρησκευτικά άρθρα του Παπαδιαμάντη : "Χριστούγεννα" - "Πρωτοχρονιά" - "Φώτα"




Γιώργος Βαλέτας

Από το περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, 1941


Αγιοβασιλειάτικα

Δεν ειξεύρω ποίος περιπλανώμενος ραψωδός συνέθηκε τα νυν συνήθως υπό των παίδων αδόμενα άσματα των Χριστουγέννων, του Αγ. Βασιλείου και των Φώτων, τα οποία ακολουθούσι δήθεν κατά γράμμα την εκκλησιαστικήν παράδοσιν, βρίθουσιν όμως κακοζήλων στίχων, οίοι οι εξής:

Και επληρώθη το ρηθέν προφήτου Ησαΐου μετά των άλλων προφητών και του Ιερεμίου...(1)

ο δεύτερος ούτος στίχος είναι προδήλως δια το κεχηνός του ρυθμού

Φωνή ηκούσθη εν Ραμά, Ραχήλ τα τέκνα κλαίει,
παραμυθήν(!) ουκ ήθελεν, ότι αυτά ουκ έχει (!!).

Ή εν τω άσματι της α’ του έτους:

Σήμερον είν' περιτομή κι υμνεί η Εκκλησία,
και προσκαλείσθε άρχοντες, γυναίκες και παιδία (1)...

Τόσον αληθεύει ότι υμνεί η Εκκλησία, ώστε ένα ή δύο ύμνους μόνον έχει εις μνήμην της Περιτομής, τους λοιπούς αφιεροί εις τον Μ. Βασίλειον.

Εννοεί ο αναγνώστης ότι, θέλων ενταύθα να εκφράσω την λύπην επί τη εκθρονίσει των γνησίων ασμάτων του λαού, ην κατώρθωσαν τα κακόφωνα ταύτα ραψωδήματα, πολύ απέχω άλλως του να θαυμάσω τα εν Αθήναις ακουόμενα δημώδη άσματα:

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά
ψηλή μου δεντρολιβανιά (;)
κι αρχι καλός σας χρόνος ;
εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνος (!!)
Άης Βασίλης έρχεται
και δεν μας καταδέχεται (;!!) (2)
...................................................

ή το αδόμενον τη παραμονή των Φώτων:

Αφέντη μου, πεντάφεντε, πέντε φορές αφέντη,
έχεις και γυιο στα γράμματα και γυιό στο ψαλιτήρι (sic).

Αλλ’ υπάρχουσιν, ιδίως εις τας νήσους(3), άλλα κάλλιστα άσματα του λαού και επ’ αυτών θέλω να ενδιατρίψω ολίγον. Τινά τούτων έχουσιν υπόθεσιν αποκλειστικώς την εορτήν της ημέρας, άλλα, χωρίς να παρακολουθώσι τα ιερά κείμενα, διεξέρχονται το θέμα με ποιητικά χρώματα, και βοηθεία της δημώδους légende (4).
Εννοείται ότι τα κατωτέρω παρατιθέμενα είναι απλά αποσπάσματα, διότι τα τοιαύτα άλλως αλλαχού άδονται και πολλαχώς αλλοιούται από στόματος εις στόμα η έννοια και η λέξις. Το της εορτής των Χριστουγέννων έχει ως έξης:

Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου,
εβγάτ' ακούστε, μάθετε, τώρα Χριστός γεννιέται,
γεννιέται κι ανατρέφεται στο μέλι και στο γάλα,
το μέλι τρων οι άρχοντες, το γάλα οι αντρειωμένοι.

Το της εορτής των Φώτων:

Σήμερον τα φώτα κι ο φωτισμός
και του Ιησού μας ο βαφτισμός (5).
Σήμερα η κυρά μας η Παναγιά
σπάργανα στα τίμια χέρια κρατεί
και τον Άη Γιάνη παρακαλεί.
«Δύνεσ’, Άη Γιάννη Πρόδρομε,
για να μου βαφτίσεις Θεόν παιδί ;»
Δύνουμαι και σώνω και προσκυνώ,
για κοντοκαρτέρει ως το πουρνό,
για ν’ ανέβω απάνου στους ουρανούς,
για να ρίξω δρόσο και λίβανο,
ν’ αγιαστούν (6) οι βρύσες και τα νερά,
ν' αγιαστή(6) κι αφέντης με την κυρά».

Άλλα των ασμάτων εκφράζουσιν επί τη εορτή επαίνους και προσρήσεις. Το επόμενον τεμάχιον εκρίθη υπό πολλών απαράμιλλον το ύψος:

Σήκω, κυρά μ’, να στολιστής (7), να πας ταχιά στα Φώτα,
στα Φώτα και στον αγιασμό και στον καλό το χρόνο.
Βάλε τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι αστήθι,
και του κοράκου το φτερό βάλ'το καμαροφρύδι.

Επανερχόμενοι εις την εορτην τον Αγίου Βασιλείου (την Περιτομήν αγνοεί ο λαός, και ευλόγως), παραθέτομεν το κύριον της ημέρας ασμα:

Άης Βασίλης έρχεται από την Καισαρίτσα,
βαστάει κόλλα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι.
« Βασίλη μ’ πούθε έρχεσαι; και πούθε κατεβαίνεις;»
Από τη μάννα μ’ έρχουμαι και στο σκολειό πηγαίνω,
πάω να μάθω γράμματα, να πω την άλφαβήτα ».
Και στο ραβδί, που ήταν ξερό, χλωρά βλαστάρια πέτα (8)
κι απάνου στα ξεβλάσταρα περδίκια κελαϊδούσαν,
όχι περδίκια μοναχά, μόνε και περιστέρια.

Το άσμα τούτο μας φαίνεται θαυμάσιον εν τη αφελεία αυτού. Η έμφυτος φιλομάθεια του Ελληνικού Έθνους,εν μέσω τοσούτων διωγμών και θλίψεων επιζήσασα, μετεχειρίσθη την επί παιδεία φήμην του ελληνικωτάτου Αγίου ως προτροπήν προς τους νέους προς την σπουδήν και μάθησιν, ούτω δε και μετά πολλούς αιώνας ο μέγας της Καισαρείας φωστήρ παρίσταται οιονεί συγγράφων δευτέραν «Προς τους νέους Παραίνεσιν».
Τα άλλα άσματα της ημέρας, αποτελούντα ορμαθόν ευχών και εγκωμίων δια τα μέλη εκάστης οικογενείας, είναι οιονεί συνέχεια του πρώτου, εξαρτωμένη εκ του εν τω προτελευταίω στίχω(9), ότι τα «περδίκια κελαϊδούσαν» και ιδού τι κελαϊδούσαν:

Για βάλε το χεράκι σου

τούτο αποτείνεται προς τον οικογενειάρχην:

στην αργυρή σου τσέπη
κι αν εύρεις γρόσα δος μας τα, φλουριά μην τα λυπάσαι,
κι αν εύρεις και μισό φλουρί, κέρνα τα παλληκάρια,
κέρνα τ’ αφέντη μ’ κέρνα τα, να πιούνε στην υγειά σου,
και στην υγειά σου, αφέντη μου, και στην καλή χρονιά σου.
Να ζήσεις χρόνια εκατό, διακόσα, παραπάνου,
κι απ’ τα διακόσα κι ύστερα ν’ ασπρίσεις να γεράσεις,
ν’ασπρίσεις σαν τον Όλυμπο, σαν τ’ άσπρο περιστέρι,
σαν τ’ αηδονάκι που λαλεί, το Μάη, το καλοκαίρι.

Και τι λαλεί το αηδονάκι τούτο; Ιδού ακούσατε: Λαλεί ευχάς δια τα άλλα μέλη της οικογενείας:

Κυρά μου, τον γιόκα σου, κυρά μ', τον ακριβό σου,
τον έλουζες, τον χτένιζες (10), στο δάσκαλο τον πάϊνες,
κι ο δάσκαλος(11) τον έδερνε με δυο κλωνάρια μόσκο,
με τέσσαρα βασιλικό, με πέντε μαντζουράνα, κτλ.

Τοσαύτα περί του υιού. Ιδού τώρα και περί της θυγατρός:

Κυρά μ', τη θυγατέρα σου, κυρά μ’, την ακριβή σου,
γραμματικός την αγαπά, πραμματευτής τη θέλει (12),
κι ο δάσκαλος απ' το σκολειό (13) γυρεύοντάς (14) την στέλνει.

Δεν ενθυμούμαι δυστυχώς την συνέχειαν του άσματος τούτου(15), το οποίον ήρχισε να γίνεται περίεργον, χάρις εις τα τολμηρά διαβήματα του δασκάλου, αλλ’ εις το μέλλον ίσως δυνηθώ να συλλέξω πλείονα. Επί του παρόντος εύχομαι εις τον αναγνώστην εν υγεία και ευτυχία το Νέον Έτος.

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ
(«Εφημερίς», 1 του Γενάρη 1888, σελ. 6 β-γ.)


Σημειώσεις

1. - Τ’ αποσιωπητικά δική μου προσθήκη.

2. - Τα θαυμαστικά και ερωτηματικά είναι του Παπαδιαμάντη.

3. - Υπονοεί τη Σκίαθο, όπου στα παιδικά του χρόνια, με τους παιδικούς του φίλους και συγγενείς, το Σωτήρη Οικονόμου, τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη, τον περίφημο πλατωνιστή Σπυρίδωνα Μωραΐτη, γύριζαν τις γιορτές κι έψαλλαν τα κάλλαντα. (Βλ. σχετικά τα διηγήματα του «Της Κοκώνας το Σπίτι» και «Ο Σημαδιακός» («Μάγισσες», Φέξης, σ. 71 κ.α.).

4. - Τη λέξη αυτή προτιμά να χρησιμοποιεί πολ-λές φορές ο Παπαδιαμάντης. Πρβλ. και την απάν-τηση του Παπαδιαμάντη στο Ζερβό για τα «Θαλασσινά Ειδύλλια» («Άστυ», 28-29 Αυγ. 1891).

5. - Αντί βαπτισμός του κειμένου

6. - Αντί αγιασθούν και αγιασθή του Ππδ.

7. - Αντί στολισθής του Ππδ

8. - Αντί του πέταε του Ππδ.

9. - Το κείμενο της «Εφημερίδας» έχει ‘στίχον’.

10. - Αντί του χθένιζες του Ππδ. ( πιθανώτατα τυπογραφ. λάθος ).

11. - Αντί του δάσσκαλος του Ππδ. Το διπλό σ ίσως ηθελημένο για ν’ αποδώσει την προφορά του ‘ch’.

12. - Την θέλει (το κείμενο).

13. - Σχολειό (το κείμενο της Εφημ.).

14. - Γυρεύωντας την στέλλει (αδιανόητη γραφή στο ίδιο κείμενο).

15. - Τρόπος υπεκφυγής εκ μέρους του Παπαδια-μάντη, που προσπαθούσε στη ζωή και στην τέχνη ν’ αποφεύγει την αισχρή και πολύ συνηθισμένη δυστυχώς στα χρόνια μας εκμετάλλευση της περι-έργειας του αναγνώστη με διάφορα πορνογραφικά και τραγικά καρυκεύματα. «Η ύλη αύτη είναι ζων πυρ.. . » φωνάζει κάπου, και πετά απότομα την πέννα του, σταματώντας τη διήγησή του στη μέση. Μάθημα και παράδειγμα για μίμηση, εφ’ όσον υπάρχει καιρός. Στο «Σημαδιακό» («Οι Μάγισσες», εκδ. Φέξη, σελ. 151), εκτός απ’ την ιδιαίτερη εξύμνηση κάθε προσώπου του σπιτιού, μας δίνει ο Παπαδιαμάντης κι’ ένα ωραίο σκιαθίτικο δημοτικό της Πρωτοχρο-νιάς, που περιλαμβάνει όλα τα παιδιά, τ'αγόρια τα ξενιτεμένα στο πέλαγος και στη βιοπάλη:

Κυρά μου, τα παιδάκια σου, κυρά μου, τ’ακριβά σου,
καράβι τριοκάταρτο στο πέλαγο αρμενίζουν
και με τ’ αφέντη την ευχή γρόσα πολλά θα φέρουν.
Κι ο κυρ Βορηάς τα κύματα φυσάει και τα σπρώχνει.
Σπρώχνε, Βορηά,τα κύματα, να μώρθει το παιδί μου,
Τ’ αγαπημένο μου πουλί και το ξεπεταρούδι,
ανάθρεμμα της αγκαλιάς, της ξενιτιάς λουλούδι ...


http://www.myriobiblos.gr/

Η ΑΓΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ Γ. ΠΑΙΣΙΟΥ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΕΝΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ.ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ Π. ΑΝΑΝΙΑΣ ΚΟΥΣΤΕΝΗΣ (Αφιερωμένο σε όλους τους εν ΧΩ αδελφούς ιερωμένους και μη που αμφισβήτησαν κάποια στιγμή την ιερότητα στο πρόσωπο του Παπούλη Παίσιου!!!)


ΟΙ ΕΞΙ ΠΡΑΞΕΙΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙΚΟ ΜΑΣ. ΠΑΤΗΡ ΑΝΑΝΙΑΣ ΚΟΥΣΤΕΝΗΣ.


Π: ANANIAS Φώτης Κόντογλου Το Βλογημένο Μαντρί


Παραμονή Χριστουγέννων , Φώτης Κόντογλου διαβάζει η Τζένη Καρέζη


Δημοφιλείς αναρτήσεις