Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2015

Αρχιμ. Ανανίας Κουστένης, Άγιος Πολύευκτος


Έζησε τον 3ο αιώνα, στα χρόνια του Δεκίου και του Βαλεριανού. στην Αρμενία.

 Ήταν στρατιωτικός στη Μελιτηνή της Αρμενίας. Κι όταν οι αυτοκράτορες, αυτοί που αναφέραμε, έβγαλαν διάταγμα εναντίον των χριστιανών κι έλεγε: «Όσοι είναι χριστιανοί ν’ αλλάξουν αμέσως, αλλιώς θα τους θανατώσουμε».

 Ο Πολύευκτος, που υπηρετούσε στον ρωμαϊκό στρατό, έκανε τη θητεία του, όταν το άκουσε αυτό, τρέχει αυτόκλητος στον άρχοντα των Ρωμαίων και του λέγει: «Εγώ είμαι χριστιανός. Κι ό,τι κι αν λέτε σεις κι ό,τι κι αν κάνετε, εγώ δεν πρόκειται ν’ αλλάξω με τίποτε. Δεν πρόκειται ν’ αλλάξω». Πήγε κι από κοντά κι ο πεθερός του.

Και προσπαθούσε με επιχειρήματα να τον πείσει να μη μαρτυρήσει. «Κάθισε αδελφέ. Ας το. Ας είσαι χριστιανός μυστικά. Δεν σου είπε κανείς ν’ αλλάξεις. Και φανερά πες ό,τι θέλει ο αυτοκράτορας. Μη χάσεις τη θέση σου, μη χάσεις τη ζωή σου. Μη σε χάσομε κι εμείς.» Κι από κοντά και η γυναίκα του, με κλάματα και θρήνους. Συγκινήθηκε ο Πολύευκτος. Συγκλονίστηκε πολύ. Αλλά δεν άλλαξε. Ήταν μαζί του κι ένας μάρτυρας, ο Νέαρχος, φίλος του, που τον στήριζε. Και του λέει: «Νέαρχε, εγώ τον Χριστό δεν Τον αλλάζω με τίποτε. Ό,τι κι αν λένε όλοι.

 Κι οι αυτοκράτορες και οι συγγενείς μου και οι θρήνοι και τα κλάματα της γυναίκας μου, και τα παρακάλια και τα λογικά επιχειρήματα του πεθερού μου, εγώ δεν αλλάζω με τίποτε. Ο Χριστός μου είναι ό,τι πολύτιμο έχω και Τον ευχαριστώ, που με ενισχύει. Και θέλω, Χριστέ μου, να δώσω και το αίμα μου για Σένα. Αυτό είναι το λιγότερο, σ’ αυτό που έκανες Εσύ κι έδωσες το αίμα Σου για όλους μας. Και μας προσφέρεις τα καλά Σου. Και τα επίγεια και τα επουράνια.» Κι αφού είδαν εκεί ότι δεν αλλάζει, οι άρχοντες οι Ρωμαίοι τον υπέβαλαν στα πιο φρικτά και μεγάλα βασανιστήρια. Έχει ωραία δοξαστικά η εορτή, που ακριβώς αναφέρονται στην αντρειοσύνη, στο μεγαλείο, στην υπομονή και στην ομολογία και στην αντοχή του αγίου μεγαλομάρτυρα Πολύευκτου του εν Αρμενία.

 Είναι ο πρώτος μάρτυρας που μαρτύρησε στην Αρμενία. Ο άγιος Πολύευκτος. Πολύς και ευχές.

Κι όταν προσευχόμαστε, γινόμεθα κι εμείς πο­λύευκτοι. Είμαστε πολύευκτοι. Και στο τέλος, αφού εκείνος δεν άλλαζε με τίποτα και υπέστη όλα τα βασανιστήρια και έλαμπε ευχόμενος. Πολύευκτος όνομα και πράγμα. Διέταξε εκεί ο τύραννος τους δημίους να τον αποκεφαλίσουν. Κι εκείνος λέει: «Χριστέ μου, Σε υπερευχαριστώ, που μ’ αξιώνεις να χύσω το αίμα μου για Σένα.» Και άθλησε και έλαμψε εκεί στην Αρμενία, στη Μελιτηνή. Και ύστερα οι χριστιανοί πήραν το πολύαθλο σώμα, το έθαψαν και πάνω στον τάφο έφτιαξαν ναό, που περιέλαβε και τον τάφο του. Και κάθε χρόνο, στις 9 Ιανουαρίου, έκαναν σύναξη και τιμούσαν τον μεγαλομάρτυρα Πολύευκτο.

Κι έκανε θαύματα και εμφανιζόταν σε πολλούς και τους βοηθούσε και σκέπαζε και την περιοχή. Αλήθεια, όλη η οικουμένη, και περισσότερο τα μέρη της τότε ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, έχει τη μέγιστη ευλογία να φιλοξενεί στα σπλάχνα της και να έχει τάφους και λείψανα μαρτύρων και αγίων και ασκητών, Τους έχομε μαζί μας. Οι ψυχές τους πήγαν στον Κύριο. Τα ιερά τους λείψανα, τα υπόλοιπα, δηλαδή, της οντότητάς τους, έμειναν εδώ. Και τα έχομε για ευλογία.

Κι ο αγιασμός πέρασε σε όλη τους την ύπαρξη. Και τα ιερά οστέα τους, όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος, αναδίδουν τη χάρη του Χριστού και τη δύναμη και τη θαυματουργική του δράση.

 (Αρχ. Ανανία Κουστένη, «Χειμερινό Συναξάρι» -τ. Α΄, εκδ. Ακτή) Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

http://blogs.sch.gr/kantonopou

Οι σύντροφοι του Γέρο-Τρύφωνα................


Κάποτε ο ευλαβέστατος Γέρο-Ίωάσαφ από τον γνωστό Αγιογραφικό Οίκο των Ίωασαφαίων στο Άγιον Όρος, ο Πάππους, είχε φιλο­ξενήσει στο κελλί του μερικούς λαϊκούς, φυσικά με την Άβραμιαία φιλοξενία, πού διακρίνει τους Μοναχούς. Δυστυχώς εκείνοι, ενώ καλοπέρασαν, σκανδαλίστηκαν μετά, γιατί νόμιζαν ότι καλοπερ­νούν οι Καλόγεροι- ενώ εκείνος ζούσε απλά και καλογερικά .Επειδή όμως ήταν δύσκολο να το καταλάβουν αυτό οι κοσμικοί, θεώρησε καλό ο Γέρο-Ίωάσαφ να τους γυρίσει στα Καλύβια της Καψάλας, για να ωφεληθούν με άλλον τρόπο, μια που δεν είχαν καλούς λογισμούς. Αφού επισκέφθηκαν μερικούς Ασκητές και έμειναν έκπληκτοι οι λαϊκοί, τους πέρασε και από το Ασκητήριο του Γέρο-Τρύφωνα. Όταν είδαν το Γεροντάκι μέσα σ' εκείνη την εγκατάλειψη, τα έχασαν. Ό ταπεινόφρων Γέρο-Ίωάσαφ τους είπε:

- Εγώ πού έχω γνωριμίες με ανθρώπους, δεν έχω ούτε αύτη την
χαρά, πού έχει ο Γέρο-Τρύφων, αλλά ούτε και την γνωριμία, πού έχει
ο Γέροντας με τα άγρια ζώα και τα πουλιά του ουρανού, πού του
κάνουν συντροφιά. Για να βεβαιωθείτε, θα φωνάξω εγώ πρώτα.

και φώναξε για να μαζευτούν τα πουλιά. Άλλα τίποτα! Μετά από λίγο έκανε την εμφάνιση του και ο Γέρο-Τρύφων με ένα σταμνί στα χέρια, για να τους προσφέρει λίγο νερό.

- Τι τόπος είναι αυτός, Γέρο-Τρύφωνα; του λέει ο Γερο-Ιωάσαφ.
Δεν έχει ούτε ένα πουλί!

- Μπρε, πώς δεν έχει πουλιά, απάντησε με όλη την απλότητα ο
Γέροντας.

Σηκώνει λοιπόν το κεφάλι του προς τον ουρανό, βάζει τα χέρια του στο στόμα και φωνάζει. Αμέσως γέμισε ο τόπος από διάφορα πουλιά, πού τον τριγύριζαν. Άλλα κάθονταν στους ώμους του και άλλα επάνω στην σκούφια του. Πετούσαν, τιτίβιζαν χαρούμενα, κουνούσαν τα κεφαλάκια τους και τις ουρές τους πέρα δώθε.

Θαύμασαν οι επισκέπτες και έφυγαν ωφελημένοι πνευματικά, δοξάζοντας τον Θεό.


http://apantaortodoxias.blogspot.com

Ο χρόνος και ο κόσμος της φθοράς – ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ



Η πιο φοβερή και η πιο ανεξιχνίαστη δύναμη στον κόσμο είναι ο Χρόνος, ο Καιρός. Καλά-καλά τι είναι αυτή η δύναμη δεν το ξέρει κανένας, κι όσοι θελήσανε να την προσδιορίσουνε, μάταια πασκίσανε. Το μυστήριο του Χρόνου απόμεινε ακατανόητο, κι ας μας φαίνεται τόσο φυσικός αυτός ο Χρόνος. Τον ίδιο τον Χρόνο δε μπορούμε να τον καταλάβουμε τι είναι, αλλά τον νοιώθουμε μοναχά από την ενέργεια που κάνει, από τα σημάδια που αφήνει πάνω στην πλάση. Η μυστηριώδης πνοή του όλα τ’ αλλάζει. Δεν απομένει τίποτα σταθερό, ακόμα κι όσα φαίνονται σταθερά κι αιώνια. Μια αδιάκοπη κίνηση στριφογυρίζει όλα τα πάντα, μέρα-νύχτα, κι αυτή την άπιαστη και κρυφή κίνηση δε μπορεί να τη σταματήσει καμμιά δύναμη. Τούτο το πράγμα που το λέμε Χρόνο, το έχουμε συνηθίσει, είμαστε έξοικειωμενοι μαζί του, αλλιώς θα μας έπιανε τρόμος, αν είμαστε σε θέση να νοιώσουμε καλά τι είναι και τι κάνει. Όπως είπαμε, δουλεύει μέρα-νύχτα, αιώνες αιώνων, αδιάκοπα, βουβά, κρυφά, κι όλα τ’ αλλάζει με μία καταχθόνια δύναμη, άπιαστος, αόρατος, ανυπάκουος, τόσο, που να τον ξεχνά κανένας και να θαρρεί πως δεν υπάρχει, αυτός που είναι το μόνο πράγμα που υπάρχει και που δε μπορεί η διάνοιά μας, με κανέναν τρόπο, να καταλάβει πως κάποτε δεν θα υπάρχει, πως θα καταστραφεί, πως θα λείψει. Πως, αφού αυτό το «κάποτε» είναι ο ίδιος ο Χρόνος; Πώς μπορεί να φανταστεί κανένας πως κάποτε θα πάψει να υπάρχει αυτό το ίδιο το «κάποτε»;

Αν λείψει ο Χρόνος θα λείψουνε όλα τα πάντα. Αυτός τα γεννά, κι αυτός πάλι τα λυώνει, τα κάνει θρύψαλα, και τα εξαφανίζει. Γι αυτό οι αρχαίοι Έλληνες λέγανε στη Μυθολογία τους πώς ο Κρόνος, δηλαδή ο Χρόνος, έτρωγε τα παιδιά του. Γέννηση, μεγάλωμα, φθορά και θάνατος είναι τ ακατάπαυστα έργα του. Ενώ βρίσκεται γύρω μας, απάνω μας, μέσα μας, δεν τον νοιώθουμε ολότελα, αυτόν τον ακατανόητο άρχοντά μας, αυτόν πού είναι φίλος κ εχθρός μας, γιατί αυτός μάς φέρνει όλα τα καλά πού μάς χαροποιούνε, κι όλα τα κακά πού μάς πικραίνουνε. Μάς δίνει τη γέννηση, τη γλυκειά λέξη της ζωής, τη χαρά της νιότης, τη δύναμη της αντρείας, μάς δωρίζει παιδιά, εγγόνια, έργα λαμπρά πού μάς ξεγελούνε, κάθε λογής ευχαρίστηση κι ανάπαψη. Και πάλι, ο ίδιος μάς δίνει τις στενοχώριες, τις θλίψεις, τους πόνους, τις αρρώστειες, το απίστευτο άλλαγμα και χάλασμα του κορμιού μας και των έργων, πού κοπιάσαμε να τα κάνουμε, και στο τέλος μας ποτίζει το φαρμάκι από το ίδιο ποτήρι πού μάς πότισε το γλυκό κρασί της χαράς, δίνοντάς μας τον θάνατο, σ εμάς και στους δικούς μας.

Ω! ποιός θα πιάσει αυτόν τον κλέφτη, που μέρα-νύχτα, χειμώνα καλοκαίρι, την ώρα που κοιμόμαστε και την ώρα που είμαστε ξυπνητοί, αδιάκοπα, χωρίς να σταματήσει μήτε όσο ανοιγοκλείνει το μάτι μας, τριγυρίζει παντού, ολόγυρά μας, μέσα μας, στο φως και στο σκοτάδι, μπαίνει σε κάθε μέρος, στον ουρανό που γυρίζουνε τ’ άστρα και στα καταχθόνια, σε κάθε στεριά και σε κάθε θάλασσα, σε κάθε τρύπα, σε κάθε ζωντανό κι άψυχο, σε κάθε αρμό του βράχου, σε κάθε καρδιά, κι όλα τα παλιώνει, τα τρίβει σαν τη μυλόπετρα, τα κάνει σκόνη· και πάλι από την άλλη μεριά ο ίδιος φτιάνει κάθε λογής κτίσμα και κάθε πλάσμα, κάθε κορμί, κάθε τι που υπάρχει σε τούτον τον κόσμο!

Όπως λοιπόν όλα τα πάντα, έτσι κι εμείς οι άνθρωποι είμαστε παίγνια στα χέρια αυτού του ακαταμάχητου γίγαντα, που είναι μαζί ευεργέτης μας και τύραννός μας. Και δεχόμαστε το ποτήρι που μας κερνά με το να χέρι του και που ναι γεμάτο γλυκό κρασί, και πίνουμε, και τ’ άλλο ποτήρι που κρατά στ’ άλλο χέρι του και που έχει μέσα το πικρό φαρμάκι. Τι είναι λοιπόν αυτό το σκληρό παιχνίδι πού παίζει μ’ εμάς αυτό το τέρας, που δεν έχει μήτε μορφή, μήτε φωνή, μήτε τίποτα απ’ ό,τι έχουνε όσα πλάσματα γεννά και σκοτώνει, και που το παίζει δίχως να γελά, μήτε να κλαίει, αδιάφορος κι ανέκφραστος, κρύος σαν φάντασμα, αυτός ο ίδιος που ανάβει τη φλόγα της ζωής;

Αλλοίμονο! Αυτή την άσπλαχνη μυλόπετρα που τ’ αλέθει όλα στον κόσμο, τη γιορτάζουμε κάθε πρωτοχρονιά, και τη φχαριστούμε για όσα μας έκανε πρίν, και για όσα θα μας κάνει ύστερα, για τα πολλά κακά που θα πάθουμε απ’ αυτή, κοντά στα λίγα καλά που θα μας φέρει και που θα μας τα πάρει βιαστικά. Εμείς είμαστε σαν τους δυστυχισμένους κατάδικους που καλοπιάνουνε τον δήμιό τους, σαν τους μονομάχους της Ρώμης που χαιρετούσανε τον Καίσαρα, πριν να σφάξει ο ένας τον άλλον, κράζοντάς του: «Χαίρε, ω Καίσαρ, οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούνε»! Έτσι, κ εμείς, χαιρετάμε τον καινούριο Χρόνο που θα μας πάει πιο κοντά στο στόμα του για να μας φάγει, και χοροπηδάμε και τραγουδάμε οι δύστυχοι, σαν τα σαλιγκάρια του Αισώπου, την ώρα που ψηνόντανε.

Τούτος ο υλικός κόσμος είναι το βασίλειο του Χρόνου, που τον κάνει ν’ ανθίζει και να μαραίνεται αδιάκοπα. Η φθορά είναι ο σκληρός νόμος που έβαλε απάνω του τούτος ο τύραννος. Μ’ αυτή την άσπαστη αλυσίδα βαστά και τον άνθρωπο, σκλάβο ανήμπορον κάτω από τα πόδια του.

Μόνο μία ελπίδα υπάρχει γι αυτόν, να γλυτώσει από τη φθορά: ο Χριστός, ο λυτρωτής, ο καθαιρέτης της φθοράς. Εκείνος που πάτησε τον θάνατο και που είπε: «ο πιστεύων εις εμέ καν αποθάνη ζήσεται. Εγώ ειμι ο άρτος ο ζών, ο εκ του ουρανού καταβάς. Εάν τις φάγη εκ τούτου του άρτου, ζήσεται εις τον αιώνα»!


Ιησούς Χριστός ο Φωτοδότης (εικόνα του Φ. Κόντογλου)

Ο απόστολος Παύλος, ο κλειδοκράτορας του μυστικού κόσμου, λέγει: «Η κτίσις υποτάχθηκε στη ματαιότητα, άθελά της, με την ελπίδα πως κι αυτή η κτίση θα λευτερωθεί από τη σκλαβιά της φθοράς, στην ελευθερία της δόξας των τέκνων του Θεού. Γιατί γνωρίζουμε, πως όλη η κτίση αναστενάζει και πονά μαζί μας ως τώρα. Κι όχι μοναχά η κτίση, αλλά κι εμείς οι ίδιοι που έχουμε το Άγιο Πνεύμα μέσα μας, αναστενάζουμε, περιμένοντας την υιοθεσία (δηλ. να γίνουμε τέκνα του Θεού), ήγουν να λυτρωθεί το σώμα μας από τη φθορά». Κι αλλού λέγει: «Αν κατοικεί μέσα σας το Πνεύμα Εκείνου που ανάστησε τον Ιησού, Αυτός που ανάστησε τον Χριστό από τους νεκρούς, θα ζωοποιήσει τα θνητά σώματά σας με το άγιον Πνεύμα, που κατοικεί μέσα σας».

Ναι. Μοναχά ο Χριστός, που είναι ο Λόγος του Πατρός και που πήρε απ Αυτόν κάθε εξουσία, θα δώσει την αφθαρσία στους αγαπημένους του, καταργώντας και τον χρόνο και τον τόπο της ύλης, από τον κόσμο της φθοράς. Να, τι λέγει ο άγιος Πέτρος γι αυτή την αλλαγή: «Ήξει δε η ημέρα Κυρίου ως κλέπτης εν νυκτί, εν η ουρανοί ροιζηδόν παρελεύσονται, στοιχεία δε καυσούμενα λυθήσονται, και γη και τα εν αυτή έργα κατακαήσεται».


Και στην Αποκάλυψη είναι γραμμένα τα παρακάτω λόγια για τον καινούριο κόσμο της παλιγγενεσίας: «Και νυξ ουκ έσται εκεί, και χρείαν ουκ έχουσι λύχνου και φωτός ηλίου, ότι Κύριος ο Θεός φωτιεί αυτούς, και βασιλεύσουσιν εις τους αιώνας των αιώνων».

http://vatopaidi.wordpress.com/

Οι γενιές που θρέφουν αγίους

-->



ΤΟΥ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ,
ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

Μα εκείνο που ομόρφαινε τα βράδια τα νησιά μας ήταν οί λεγόμενες βεγγέρες. Οι νύχτες στο σκοτεινό χωρίο το χειμώνα ήταν ατέλειωτες και οι λάμπες με το 5 νούμερο γυαλί λίγο φέγγανε στο εσωτερικό του σπιτιού. Κι αυτές ήταν πάντα χαμηλωμένες, να μην κάψουν πολύ πετρέλαιο. Οικονομία παντού. Στο νερό, στα ξύλα, στο φαγητό, στα ρούχα. Πιο παλιά μήτε λάμπες δεν υπήρχαν. Ό βενετσιάνικος λύχνος έφεγγε στη μάννα να εργοχειρήση. Εκεί, μπροστά στη βενετσιάνικη λουσέρνα, όπως την έλεγαν, συναγμένοι παππούδες, γονείς και παιδιά, διάβαζαν τα συναξάρια των Αγίων, αφηγούνταν θαύματα, θαλασσινές περιπέτειες, τυραγνίες του γένους μας, πειρατικές επιδρομές στο νησί μας, όπως τίς άκουσαν από τους παλιούς.

Κι ήταν όλα μυσταγωγία για μας τα παιδιά. Από μικρός άκουγα το βίο του άγιου Ιωάννου του Καλυβίτου, τους πειρασμούς του Μεγάλου Αντωνίου, τα μαρτύρια της Αγίας Βαρβάρας. Έτσι το πρωί, αν ζητούσα κάτι άλλο, έκτος από το παρατιθέμενο, για φαγητό, ή γιαγιά: -Δεν άκουσες, παιδί μου, πόσα υπέφερε ή αγία για την αγάπη του Χριστού, κι εμείς λίγη νηστεία δε θα κρατήσουμε; Κι έτσι όχι μόνο νηστεύαμε, αλλά ποθούσαμε τη νηστεία. Μ' αυτό τον τρόπο οί απέραντες νύχτες του χειμώνα γινότανε οί ωραιότερες ώρες της ζωής. Με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση μνημονεύω όλους αυτούς που συγκροτούσανε αυτή την πνευματική πανδαισία και τους θυμάμαι έναν - έναν και τα ονόματα και τίς φυσιογνωμίες τους, αν και πέρασαν πολλά χρόνια από τότε.

Ίσως επεκτείνω το κείμενο πέραν του δέοντος, αλλά θεωρώ τον εαυτό μου χρεώστη απέναντι στις ταπεινές αυτές ψυχές, που πολλές φορές διηγούνταν κάποια διήγηση ως κομμάτι αναπόσπαστο από τον εαυτό τους. Σαν να είναι ή ίδια ή ζωή τους. Άλλωστε όλα αυτά τα θαυμάσια παραμένουν ακατάγραφα και με την πάροδο του χρόνου και τη σημερινή ψυχρότητα και αδιαφορία, σίγουρα θα λησμονηθούνε από τους επιγόνους.

Ή γριά Στυλιανή, που 'χε υπό τη φροντίδα της το δισυπόστατο ναό του Αγίου Σπυρίδωνα, διακρινόταν για την ευλάβεια της, τη σοβαρότητα και τη σεμνότητα του ήθους της. Είχε ζήσει για χρόνια στην ξενιτιά, μα τίποτα δεν είχε αλλάξει πάνω της, μήτε ή κόμμωση, μήτε ή ενδυμασία. παλιακιά γυναίκα και στην εμφάνιση και στους τρόπους. Πολλά χρόνια χήρα, μύριζε λιβάνι και κερί. Στις βεγγέρες είχε το δικό της λόγο, που δεν τον άκουσε, αλλά τον έζησε.
Διηγείτο λοιπόν: Την εποχή που ή ελονοσία μάστιζε τον κόσμο, βγήκα μια φεγγαρόλουστη νύχτα προς νερού μου. Βλέπω μπρος στα χαλάσματα του σπιτιού μας γέροντα με ψάθινο σκουφάκι να μαζεύει σκουπίδια και κάθε άχρηστο και βρώμικο πράγμα. Τον πλησίασα και σεβαστικά τον ρώτησα: «-Τι κάνεις αυτού, Γέροντα;». Και μου αποκρίθηκε: «-Καθαρίζω τον τόπο, γιατί όλοι θα απολεστείτε από τη βρομισιά. Πες στον πρόεδρο, στα στάσιμα νερά να φυτέψει ευκαλύπτους, να καθαρίση το χωριό και να ρίξει παντού άφθονο ασβέστη». «-Ποιος είσαι συ, που τόσο πολύ μας αγαπάς, που και τη νύχτα εργάζεσαι για τη ζωή μας»; «-Είμαι αυτός που φροντίζεις και κάθε απόβραδο μου ανάβεις το καντήλι. Γείτονας σαν είμαι και δε με γνωρίζεις;». Κι έγινε άφαντος. Πράγματι ή κυρά Στυλιανή είπε στον πρόεδρο ότι της συνέστησε ό Άγιος Σπυρίδων. Πολλοί από τους ευκαλύπτους υπάρχουν και σήμερα εις μαρτύριο του θαύματος του Αγίου.

Ή οσιότατη Γερόντισσα Παρθενία Άνδρομανάκου κατέθετε την πνευματική της παρηγοριά: Όταν μόναζα στη Μονή του Χριστού ένα μεγάλο πρόβλημα με απασχολούσε. Δεν ήθελα να προχωρήσω, χωρίς να λάβω πληροφορία. Πήγα στον τάφο του οσίου Αρσενίου. άφησα την- καρδιά μου να ξεχειλίσει και τα μάτια μου να λούσουνε την πλάκα του τάφου του. Στο τέλος της δέησης μου πρόσθεσα, όπως πάντοτε: «-Δι' ευχών του οσίου πατρός ημών Αρσενίου». Ευθύς άκουσα φωνή από τον τάφο: «-Αμήν, Παρθενία μου».

Και συνεχίζει ή Γερόντισσα: Ηκουσα πως στο Αγιον Όρος στις αγρυπνίες κουνούν τους πολυελέους και τα καντήλια, για να έρθει χαρά και από το ουρανό. Στο δικό μας ταπεινό ησυχαστήριο δεν τα σείουμε εμείς, αλλά ό όσιος Φιλόθεος ό Αθωνίτης. Ψαλλάμε αγρυπνία στη γιορτή του οσίου με την αδελφή μου Αναστασία μοναχή, τη χήρα Γαρυφαλιώ Τριπολιτσιώτη και τον ανιψιό μου Μανόλη. Τα πάντα τα είχαμε κλειδωμένα, γιατί ό τόπος είναι έρημος. "Έβαλα στο νου -μου να ψάλουμε και λίγους στίχους από τα Ανοιξαντάρια, όπως τα έμαθα από τη μακαρίτισσα μεγάλη Γερόντισσα Παρθενία Μάνδηλα. Ευθύς ως άρχισα, είδα το καντήλι του οσίου να κινητοί ρυθμικά μέχρι το τέλος της αγρυπνίας. Λέγω στους άλλους: «-Βλέπετε ό όσιος χαίρεται με την αγρυπνία μας, δέχεται τη δέηση μας». Ταις αυτού αγίαις πρεσβείαις ελέησαν ημάς.


ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΝΔΡΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ
ΑΝΑΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ

Κανείς δεν περνούσε μπροστά από Εκκλησία, χωρίς να σταυροκοπηθεί.
Είδα ανθρώπους, μπορώ να πω αχρήστους, το πρωί που περιδιάβαιναν τις Εκκλησιές, για να φτάσουν στη δουλειά τους, να κάνουν συνέχεια το σταυρό τους. Ήτανε το χωριό μικρό μοναστήρι, που στοιχιζότανε, όχι μόνο στις γιορτές αλλά και στην καθημερινή ζωή, στου μεγάλου Μοναστηριού την ακρίβεια. Έφερε μια κόρη τη μάννα της τη Μ. Παρασκευή να προσκύνηση το Σταυρό. Κι άρχισε ή γιαγιά να ζήτα να προσκύνηση όλες τις εικόνες. Νευρικά ή κόρη της προσπάθησε να την αποτρέψει κι ή γριά μάννα της απάντησε, με λόγια που ποτέ δε θα ξεχάσω: -Εγώ, παιδί μου, που ήρθα στην Εκκλησία σήμερα, δεν είμαι ούτε παπάς να λειτουργήσω, ούτε ψάλτης να ψάλω. Κεριά θ' ανάψω και τις εικόνες θα καταφιλήσω. Ή ζωή του νησιώτη μπορεί να ήταν περιπετειώδης, ριψοκίνδυνη με τα καράβια, τα ταξίδια και τους άπειρους κινδύνους της θάλασσας, αλλ' ήταν θεοφοβούμενος και μπορούσε να λέει το «Ήμαρτον, αλλ' ουκ απέστην από σου, Κύριε». Μου έλεγε ένας σύγχρονος νησιώτης: -Ό πατέρας μου ήτανε πολύ καλός, αλλά είχε ένα μεγάλο ελάττωμα, ήταν πολύ θεοφοβούμενος.
Είχαμε ανθρώπους που διάβαζαν τρία Καθίσματα του Ψαλτηρίου την ημέρα, όπως στα Μοναστήρια, και άλλους να δανείζουν βιβλία μεταξύ τους, όπως οί Βίοι των Αγίων, ή Αμαρτωλών Σωτηρία, ή Αποστολική Σαγήνη. Και για την Αγία Επιστολή και τον Αγαθάγγελο λόγος να μη γίνεται.

Ό νησιώτης ήταν βιαστής μεγάλος. Αυτό τον βοηθούσε να κρατά αξιοπρέπεια και να μην απλώνει εύκολα το χέρι να λαβή. Είδα ενενηκοντούτης, πριν βγει ή αγροτική σύνταξη, να σκάβει το αμπέλι του καθισμένος σε σκαμνί. -Τι κάνεις εκεί, μπάρμπα; -Προσπαθώ να καλλιεργήσω τον αμπελώνα μου, γιατί δεν έχω άλλον πόρο εκτός από το κρασί. Είδα μοναχό πέρα από τα ενενήντα να βάζει βία στη διακονία του Μοναστηρίου κι θαύμασα τον άνθρωπο που έχει βία διηνεκή, κατά τον όσιο Ιωάννη το Σιναΐτη.

Τα ήθη ήταν αυστηρά. Το ξεγλίστρημα δύσκολο, γιατί υπήρχαν φύλακες άγρυπνοι. Ή Εκκλησία ανυποχώρητη στα χοντρά λάθη. Ενθυμούμαι, κάποτε κοιμήθηκε ο πατέρας μιας γυναίκας, που εγκατέλειψε τη συζυγική στέγη και τα παιδιά της και συζούσε παράνομα. Όταν πήγαμε με τον παπα να σηκώσουμε το νεκρό, ό παπάς ζήτησε να βγει έξω από το σπίτι ή μοιχαλίδα, για να εισέλθει ό Σταυρός, τον όποιο κρατούσα και εξήλθε χωρίς άλλη κουβέντα. Της επέτρεψε ν' ακολουθήσει την εκφορά από μακριά κι όχι κοντά στο φέρετρο, όπως συνηθιζόταν, και της απαγόρεψε να είσέλθη στο ναό την ώρα της νεκρώσιμης Ακολουθίας. Στα εννιάμερα έφερε να διαβαστούνε κόλλυβα του πατέρα της. Ήταν ώρα Εσπερινού, παραμονή Θεοφανίων, και δεν έμπαινε στην Εκκλησία παρά το δριμύ ψύχος. Όταν τέλειωσε, βγήκα έξω και της λέγω: -Δεν κρυώνεις να μπεις μέσα; -Δεν κάνει, παιδί μου, πάρε τα κόλλυβα και δός τα στον παπα να τα διάβαση. Αχ, αυτή ή ελαστικότητα της Εκκλησίας σήμερα, καθόλου δεν βοήθα τον κόσμο.
Διαζύγια ένα-δύο άκουσα στα παιδικά μου χρόνια. Τώρα οί περισσότεροι γάμοι δε χρονίζουν. Υπήρχαν οικογένειες που ήταν Εκκλησιές, πιο αυστηρές από τα Μοναστήρια. Κατ' αρχήν σέβονταν τον εαυτό τους. Κανείς δεν περιφερόταν ημίγυμνος, δεν προκαλούσε ό ένας τον άλλον. Δεν επιτρέπεται να κοιμόμαστε ξέσκεποι, γιατί διώχνουμε το φύλακα άγγελο, έλεγε ή μάννα.

Τραγούδια δεν ακούγονταν. Κι αν κάποια κόρη τραγουδούσε την αγάπη της, το έκανε σεμνά κι όχι με ξετσιπωσιά. Άκουσα κόρη να τραγουδά τον εραστή της, την ώρα που σαλπάριζε το καράβι, και νόμιζα πως ψάλλει χερουβικό. Ήταν μια προσευχή και μια ευχή να γυρίσει με της Παναγιάς την προστασία.

Τα μεσημέρια, που νανούριζαν τα μωρά, ακούγονταν από τα ανοιχτά παράθυρα, συνήθως το καλοκαίρια, τα τραγούδια της κούνιας, που ήταν σαν τροπάρια Αγίων.

Ήταν σαν αγγελικός χορός, γιατί ή μάννα ή, ή μάμμη τραγουδούσε το μικρό της με όλον το πόθο της ψυχής της. Δεν έλειπαν από τα τραγούδια τα ονόματα της Παναγίας και του Χριστού μας.

Έκαναν οικογενειακά γλέντια τις καλές ήμερες, αλλά χωρίς να χάνουν την ιδιότητα του άνθρωπου και του ορθοδόξου χριστιανού. Σήμερα τα παιδιά κοιμούνται και παίζουνε με τα μπουζούκια. Καμιά μάννα δεν τραγουδά αιγαιοπελαγίτικους σκοπούς. Κι αν τραγουδήσει, θα πει της εποχής τα άνοστα κι έξαλλα τραγούδια. Για αυτό καλά θα κάνη να σιωπά.

Οί νηστείες τηρούνταν απ' όλους. Εξαίρεση αποτελούσαν αυτοί που δε νήστευαν. Τώρα σπανίζουν αυτοί που νηστεύουν. Και το τριήμερο της Μ. Τεσσαρακοστής ήταν γνωστό στους ευλαβείς νησιώτες. Έπαιρναν ψωμί για τη δουλειά και το γύριζαν άθικτο. -Τι το θες, χριστιανέ μου, του έλεγε ή γυναίκα, και το παίρνεις; -Για το λογισμό, απαντούσε ό σύζυγος. Όλη ή Μ. Τεσσαρακοστή περνούσε με αλαδία. Για την Κυριακή έβαζαν από το Σάββατο το βράδυ ρεβίθια στο φούρνο, για να έχουν ξεγνοιασιά από το φαγητό την Κυριακή στην Εκκλησία.


ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ - ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΜΙΑ ΟΜΟΡΦΗ ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΠΟΡΕΙΑ

Χρόνια κλώθω στη σκέψη μου, σαν τη νοικοκυρά που γνέθει το μαλλί στην ηλακάτη, αυτό που διάβασα κάποτε σ' ένα βιβλίο, γραμμένο από ένα κρυστάλλινο μυαλό, που δεν ήταν θεολόγος, άλλ' άνθρωπος που αγαπούσε του τόπου μας τις ομορφιές. Κάθε Μονή είναι το μεγάλο Μοναστήρι, όπου όλα είναι απόλυτα, όλα γίνονται με ακρίβεια, χωρίς οικονομίες και παρεκκλίσεις. Είναι ό παράδεισος, που καλλιεργεί τις αρετές ως τη μοναδική του επιδίωξη. Είναι το ιερό βήμα του τόπου που στέκεται. Είναι ή κατάπαυση των ανθρώπων. Εκεί κανείς σαββατίζει από τα του κόσμου βάσανα και προσμένει την ογδόη ήμερα. Το σπίτι, ή οικογένεια, είναι το μικρό μοναστήρι, που με μία ελάχιστη διαφορά προσπαθεί να βιώνει τη ζωή του μεγάλου Μοναστηρίου. Νηστεύει, προσεύχεται, λειτουργείται, εργάζεται όπως το μεγάλο Μοναστήρι. Στην καθημερινή του ζωή αυτό έχει πρότυπο και προσπαθεί να του μοιάσει. Εκεί καθρεπτίζεται, οσάκις θέλει να καμάρωση την ομορφιά του.

Ό πατέρας είναι ό Γέροντας του σπιτιού, που όλοι τον υπακούνε, και ή μάννα οικονόμησα του σπιτιού, που όλοι τη σέβονται και την αγαπάνε. Δε χάνεται ή πατρότητα κ' ή αρρενωπή αγάπη του πατέρα μέσα στα χάδια, τις τρυφερότητες και συμπάθειες της μάνας. Ό πατέρας δεν καταντάει κουβαλητής μόνο του σπιτιού, γιατί ή οικογένεια δε στοιχίζετε στου γείτονα τα ξενικά φερσίματα (δεν ακούς, έτσι κάνει κι ό γείτονας) αλλά στην αγία παράδοση του Μοναστηριού, σε δοκιμασμένο τρόπο ζωής. Κ' έλεγε κείνο το κρυστάλλινο μυαλό: Όλες οί προσπάθειες των πνευματικών ανθρώπων πρέπει να αποβλέπουνε στη συντόμευση της απόστασης μεταξύ Μονής και οικογένειας, στη γεφύρωση τον χάσματος, ώστε οι λαϊκοί και οί μοναχοί να ζούνε πολύ κοντά και μάλιστα χωρίς να προσπαθούνε να κάνουν οπαδούς, ούτε οί μοναχοί, ούτε οί πνευματικοί ταγοί, αλλά συμπόρευση στη βασιλεία των ουρανών.

Αυτό το γεφύρωμα, την παράλληλη πορεία, την έζησα πέρα για πέρα στα παιδικά μου χρόνια. Γι' αυτό και όταν εισήλθα στο Μοναστήρι, δε δυσκολεύτηκα καθόλου, ούτε να υπακούω, ούτε να αγρυπνώ, ούτε να νηστεύω, ούτε να διακονώ. Είδα το Μοναστήρι ως φυσική απόληξη των παιδικών μου χρόνων. Μου φάνηκαν από την αρχή όλα όμορφα και πανεύκολα. Ήταν ασέβεια να παρακούσω τον πατέρα, όπως οί μοναχοί το Γέροντα στο Μοναστήρι. Και ήταν αγνωμοσύνη μεγάλη να μη σεβαστώ τη μάννα που θυσιαζόταν για όλους.

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΖΩΗ - ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Αν ό ιερέας συναντούσε κάποιες λειτουργικές ή ποιμαντικές δυσκολίες, με πολλή εμπιστοσύνη αποτεινότανε στο Μοναστήρι. Όταν κοιμήθηκε κάποιος που τον κατηγορούσανε μασόνο, ό παπάς αποτάθηκε στο Μοναστήρι, αν πρέπει να κάνη κηδεία δεν το αποφάσιζε μόνος του. Και σε βεβαρημένες περιπτώσεις εξομολογήσεων τους παρέπεμπαν στο Μοναστήρι. δεν έπαιρναν ευθύνη. Άλλωστε στη συνείδηση των Παριανών κατ' εξοχήν πνευματικός είναι ό ηγούμενος ή ό παπάς του Μοναστηρίου.

Ή εκκλησιαστική ζωή στο χωριό ήταν πιστό αντίγραφο του Μοναστηρίου. Ό Όρθρος κι ό Εσπερινός τηρούνταν απαρασάλευτα. Αν στην ώρα δε χτυπούσε ή καμπάνα, όλοι ρωτούσαν: -Λείπει ό παπάς; είναι άρρωστος; γιατί δε χτύπησε Εσπερινό; Ό Εφημέριος του χωρίου ήτανε πάντα ό παπάς μας, ό δικός μας παπάς, οποίος κι αν ήτανε. Έτσι ή αγαπητική διάθεση για τον παπά εξαφάνιζε την ιεροκατηγορία. Αν κάποιος έλεγε κάτι κακό κατά του παπά, άκουγε την επιτιμητική απάντηση: -Εκεί που στέκεται ό παπάς, εμείς δεν μπορούμε να σταθούμε.

Σ' όλες τις ακολουθίες, τις καθημερινές λειτουργίες και τις προηγιασμένες έψελναν γυναίκες, που αν και ήταν απαίδευτες, διάβαζαν κι έψαλλαν σωστά, και μάλιστα διατηρούσαν το πομπώδες ύφος της Ανατολής, που ή φωνή τους γέμιζε τους θόλους των Εκκλησιών. Από τα βαθιά χαράματα, παρά τις υποχρεώσεις τους, βρίσκονταν στις Εκκλησίες, σαν τις Μυροφόρες στον τάφο του Χριστού. Και τα παιδιά δεν απουσιάζαμε από το χορό τους. Από αυτές έμαθα και να ψάλλω και να διαβάζω και να γονατίζω και να προσκυνώ και να σταυροκοπιέμαι, πότε να στέκομαι όρθιος και πότε να κάθομαι. Ήξεραν πότε πρέπει να κάμουν σταυρό και ήταν πάντα το χέρι έτοιμο να σταυροσημειωθούνε. Κουπί το χέρι για σταυρό στην ακολουθία. Το άκουσμα Χριστός, Παναγία, όνομα αγίου, είχε σταυρό. Και καθετί που πράττανε, δεν το έκαναν γιατί άπλα έτσι το παρέλαβαν, έτσι το είδαν στους παλιούς, αλλά είχανε βαθιά επίγνωση των τελουμένων στο χώρο της Εκκλησίας.

Είπα κάποτε σε γιαγιά: -Γιατί ανάβετε στο Ευαγγέλιο κεριά και κάνετε θόρυβο, που ενοχλεί τον Επίτροπο; Οί γιαγιάδες από την είσοδο τους στην Εκκλησία άναβαν και κρατούσαν δύο κεριά. ένα ν' ανάψουν στο Εωθινό κι ένα στο Ευαγγέλιο της Λειτουργίας. -Παιδί μου, ό επίτροπος τα κάνει από αγνοία, κι ενώ διαμαρτύρεται για τα δικά μας κεριά, εκείνος συγχρόνως ανάβει λαμπάδα στην Ωραία Πύλη, για να διάβαση ό παπάς το Ευαγγέλιο. Τα παλιά τα χρόνια, όταν ό ετοιμοθάνατος έγραφε τη διαθήκη στα παιδιά του, που συνήθως γινότανε νύχτα, γιατί τότε βρίσκονταν όλοι, οι παρευρισκόμενοι βαστούσαν κεριά αναμμένα. Και το Ευαγγέλιο είναι ή Διαθήκη του Θεού στον κόσμο. Πως επιγράφεται το Ευαγγέλιο; Καινή Διαθήκη. Οσάκις διαβάζεται, μη βλέπεις τον παπά που το απαγγέλλει, ό ίδιος ό Θεός μας το παραδίδει και γι' αυτό ανάβουνε κεριά οί πιστοί. Ας μας αφήσουν να κρατάμε τις παλιές παραδόσεις, για να τις βρείτε κι εσείς.

Ή παράδοση της Εκκλησίας, είτε γραπτή είτε προφορική, είναι αγία και σωτήριος. Ποιος παλιός πιστός, όταν άκουγε στη θ. Λειτουργία το «Ευλογημένη ή Βασιλεία», δεν ψιθύριζε: Μέγα το όνομα της Αγίας Τριάδος, κι όταν άκουγε, «Πρόσχομεν, τα αγία τοις αγίοις», δεν έλεγε καθ' εαυτόν: Εις βοήθειαν πάντων των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών; και στη συγχωρητική ευχή των Κολλύβων «Ό Θεός των πνευμάτων», στη φράση «ο Θεός συγχώρησαν», όλοι μαζί οί πιστοί επαναλάμβαναν: ό Θεός συγχώρησαν. Τώρα τους μοιράζεις κόλλυβα και αντί Θεός σχωρέσ' τους, σου λέγει: Ευχαριστώ!

Ποιος μεταλάμβανε, χωρίς να συνδιαλλαγή με τον αδελφό του; Είτε έφταιγε Είτε όχι, ή μετάνοια γινότανε βαθιά. Ποια γιαγιά δε στεκότανε σεβίζουσα στον Εξάψαλμο και στον Προοιμιακό και δε μετάνιζε στην «Τιμιωτέρα»; Τώρα μήτε όρθιοι στέκονται. Ή Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχει καθίσματα, αλλά στασίδια, λίγο ν' ανακούφισης τη μέση σου. Ή όρθία στάση ήταν πάντα ή στάση της προσευχής.

Κι ό χαιρετισμός μεταξύ των ανθρώπων πόση χαρά είχε! "Αν δε χαιρετούσες, δεν καλημέριζες τον πλησίον σου και τον αδελφό σου, ήτανε λόγος αποχής από τη θεία Κοινωνία! Κι εκείνος ό πασχαλιάτικος χαιρετισμός, Χριστός ανέστη! Αληθώς ανέστη!, πόσο μεγαλείο είχε! Οι βαρύτονες φωνές του γεωργού και του ψαρά έκαναν τα βουνά και τις θάλασσες ν' αντιλαλούν το Χριστός ανέστη! και το Αληθώς ανέστη! Και αυτό σαράντα μέρες διαλαλείτο από τους πιστούς. Και τώρα, μια μέρα και μόλις ακούγεται. Λες, Χριστός ανέστη! και παίρνεις την ελεεινή απάντηση, Χρόνια πολλά. Άραγε θα γυρίσουνε τα χρόνια και θα έρθουν οί καιροί της χαράς και της αγάπης; Κι ό ασπασμός όλων των ανδρών στην προσκύνηση του Ευαγγελίου την ημέρα του Πάσχα ήταν κάτι ξεχωριστό και μια ζεστασιά μεταξύ των ανθρώπων. Τώρα νεκρική παγωνιά. Ντουβάρια σηκώσαμε μεταξύ μας. Μήτε χαιρετιόμαστε, μήτε ασπαζόμαστε.

Γνώριζαν στην Απόλυση να κατεβαίνουν από τα στασίδια. Ήταν ώρα αρχοντιάς. Έπρεπε να αφανιστεί κάθε λογισμός αντιπαλότητας και να έρθει ό ένας κοντά στον άλλο και όλοι μαζί κοντά στον παπα, για να αποχαιρετιστούνε με τον παπά, μεταξύ τους, και με τους Αγίους. Ήτανε ή ώρα της μεγάλης ευχής, της μεγάλης αίτησης, το μεγάλο παρακάλιο του παπα, όλοι οί Άγιοι να δεηθούνε, να μας ελεήσει ο Θεός. Πόσο φτωχή είναι αυτή ή ευχή της Απολύσεως, όταν μνημονεύονται ελάχιστοι Άγιοι! -Μνημόνευε, έλεγαν οί παλιοί παπάδες, όλους τους Άγιους, από τους πρώτους μέχρι τους νεωτέρους, για να αποδεικνύεται πως το Πνεύμα το Άγιο υπάρχει πάντα στην Εκκλησία και αναδεικνύει Οσίους και Μάρτυρες. Κανένας δεν έστρεφε προς την πόρτα, αν δεν άκουγε το «Δι' ευχών». Άκουσα γυναίκα να παρατηρεί το σύζυγο της, που έφυγε πριν το «Δι' ευχών» από τη Λειτουργία με τα εξής λόγια: -Έφυγες προ του «Δι' ευχών» σαν τον Ιούδα, που έφυγε πριν τελείωση το μυστικό τραπέζι και μπήκε μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, για να παραδώσει το Χριστό. Ιούδας λοιπόν ό αποχωρών προ της Απολύσεως.

Μια εικόνα ακόμα, που διατηρώ πολύ ζωντανή στη θύμηση μου, είναι ό τρόπος που εκκλησιάζονταν ορισμένες άπλες ψυχές. Ούτε στους μοναχούς δε συνάντησα τόση αληθινή παρουσία στη λατρεία. Αυτοί οί ευλογημένοι, παρά το γήρας τους, έστεκαν στηριγμένοι στο ροζιάρικο ραβδί τους μπροστά στο σολέα, σα να ήτανε πρώτη φορά που άκουγαν θεία Λειτουργία. Με ανοιχτό το στόμα κι ορθάνοιχτα μάτια, καρφωμένα κυριολεκτικά στο θυσιαστήριο, παρακολουθούσαν τα τελούμενα. Τα ηλιοκαμένα και θαλασσοδαρμένα τους πρόσωπα έλαμπαν από χαρά. Όταν κάποιος παπάς στο χωριό λειτουργούσε πολύ πρωί και σχεδόν κάθε μέρα, και δινόταν έτσι ή δυνατότητα στον εργαζόμενο να παρακολούθηση τη θεία Λειτουργία, άκουσα αγρότη, μόλις κάθισε στο γαιδουράκι του, να μονολογεί τα έξης σταυροσημειούμενος: -Δόξα τω Θεώ, άκουσα και σήμερα του Αγίου Σάββα τη' Λειτουργία. Μεγάλο πράγμα να λειτουργείσαι κάθε μέρα. Γίνεσαι και συ Άγιο Βήμα, Ιερό θυσιαστήριο. Κύριε, μη μου το στερήσεις.


ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΝΔΡΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ - ΑΝΑΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ

Το απόγευμα ή καμπάνα του 'Εσπερινού ήταν για όλους σημείο - κλείσιμο της ημέρας. Ό ζευγολάτης σταματούσε τα βόδια και με το ένα χέρι βαστούσε την όχδερη και με το άλλο σταυροκοπιότανε κοιτάζοντας προς το χωριό. Και ήξερε πόσες σφύρες χωράφι έχει να κάνει ακόμα έως ότου νυχτώσει. Και ο βοσκός ξεσαλάγιασε τα ζωντανά του για να πλησιάζει στο χωριό. 

Η μάνα με τη μαμή που αυτή την ώρα συνήθως εργοχειρούσαν όταν άκουγαν διπλοκάμπανο έλεγαν: -Απόψε έχει είσοδο ό Άγιος, είναι σχόλη αύριο, και μάζευαν το εργόχειρο. Χρειάστηκε να έρθω στο Άγιο Όρος, για να καταλάβω την κουβέντα της γιαγιάς μου, έχει είσοδο ό άγιος. Και ή μέρα έκλεινε πάντα με προσευχή μπροστά στις άπειρες εικόνες του σπιτιού. Το προσκυνητάρι της οικογενείας ήταν στο δωμάτιο των γονιών. Ούτε στο χώλ, ούτε στην κουζίνα. Εκεί άναβε το καντήλι και κάπνιζε το λιβανιστήρι. Κάθε κόρη, για να παντρευτεί, έπρεπε μαζί με όλα τα αλλά να έχει προικιό καντήλι, μπρούτζινο λιβανιστήρι, σφραγίδα για τα πρόσφορα και εικόνες. Ό γαμπρός γινότανε δεκτός στο σπίτι με την εικόνα του. Κι ή πεθερά παρέδιδε στη νύφη την εικόνα με λειτουργική ευλάβεια, όπως την παρέλαβε και κείνη. -Αύτη ή εικόνα, νύφη, θέλει ευλάβεια. θα την πηγαίνεις στη γιορτή της στην Εκκλησιά, θα λειτουργείται, και θα την γιορτάζεις πάντοτε με αρτοκλασία. Το θέλει ή εικόνα, ό Άγιος. 

Μην το αμελήσεις, θα πάθεις κακό. Πίσω απ' αυτό το οικογενειακό εικόνισμα γράφονταν οί γεννήσεις των παιδιών. Τα περισσότερα μάλιστα σπίτια, επειδή το χωριό είχε πολλές Εκκλησιές, κληρονομούσανε ν' ανάβουν κι από ένα καντήλι. Αν πήγαινε άλλος να βάλει λάδι στο καντήλι, έπρεπε να πάρει αδεία από το δικαιούχο. Και αυτό ήταν μια άτυπη αλλά σεβαστή από όλους παράδοση. Έτσι κάθε σούρουπο, που φαινόταν ό αποσπερίτης, το χωριό γινότανε μοναστήρι. Κάθε νοικοκυρά με το ροΐ στο χέρι πήγαινε στην Εκκλησιά, ν' ανάψει το καντήλι. και ήταν το θέαμα εξαίσιο. ή μάννα με τις τρύπιες παντούφλες, την φθαρμένη ζακέτα και τη χιλιομπαλωμένη ποδιά, μαντηλωμένη, για να φυλαχθή από το βραδινό ψύχος, να βαστά λάδι από το υστέρημα της, για να το προσφέρει στον άγιο. Οι Εκκλησιές ήταν όλες ανοιχτές, τα καντήλια αναμμένα και το θυμιατό στο σολέα του ιερού ανέδιδε την εύωδία του μοσχοθυμιάματος κάθε βράδυ, κάθε μέρα. Τι άλλο θέλει να δη ή ψυχή, για να τραφεί πνευματικά;

Και όλες εκείνες οί αγίες εικόνες ήταν χάρμα οφθαλμών. Κρητικής τεχνοτροπίας, Ιστορημένες στα βασανισμένα χρόνια της σκληρής σκλαβιάς. Μ' ένα απλό κοίταγμα διασταυρώνονταν τα μάτια με του Χριστού, της Παναγίας και των Άγίων. Σου απορροφούσαν όλη την προσοχή. Δε χόρταινες να τις βλέπεις ήτανε το θωρεί να δεις. Ό μπάρμπα-Γιώργης ό Χατζής μου έλεγε: -Τι νά δω-»~ πότε θα 'ρθω στο Μοναστήρι του πάππου σου, να σταθώ στην εικόνα του θεολόγου, να με κοιτάξει, να τον κοιτάξω. Χάζευε ό νους σου στου Θεού τα πράγματα. Χαρά ήθελες; Τη λάβαινες. Παρηγοριά; Ακόμα περισσότερη. Έτσι οι άνθρωποι που έβλεπαν τις αγίες αυτές εικόνες είχαν ειρήνη κι ομορφιά, που φαινότανε στο πρόσωπο τους, κι ας ήταν ηλιοκαμένοι και θαλασσοδαρμένοι και ταλαιπωρημένοι.

Γινόταν έργο ή ευχή «Σημειωθήτω έφ' ημάς, Κύριε, το φως του προσώπου σου». Ρώτησα μία γερόντισσα, πως πήγε ή επέμβαση στα μάτια της, και μου απάντησε: -Το ένα μόνο μου χάρισε φως, για να βλέπω τα πρόσωπα των ανθρώπων και να δοξάζω το Θεό. Εμείς δύσκολα μπορούμε να κάνουμε σήμερα μια τέτοια ομολογία. Τώρα οι άνθρωποι βλέπουνε τέρατα στις τηλεοράσεις και αγρίεψαν, έγιναν θηριοπρόσωποι. Δεν ελπίζουν πια στους αγίους. το είναι τους είναι αφημένο στα χρήματα και στους τάχατες μεγάλους.

Μεγαλώνοντας μέσα σ' αυτό το κλίμα, με πολλή προθυμία βοηθούσαμε τους καταπονημένους γονείς μας. Προσπαθούσαμε, όσο πιο πολλά μπορούσαμε να κάνουμε, για να τους ανακουφίσουμε από τους καμάτους της αγροτικής και ποιμενικής ζωής. Προσέχαμε την απροθυμία και την αντιλογία. Ό Γέροντας Φιλόθεος πολλές φορές με διαβεβαίωσε, πως αυτά τα δύο σταυρώνουν τους γονείς και τους οργίζουν Τα παιδιά μεγαλώναμε μέσα στις Εκκλησίες , κάτω από τα καμπαναριά. Να στολίσουμε στα πανηγύρια την Εκκλησία που γιορτάζει, να ψάλουμε, να διαβάσουμε, να κοινωνήσουμε. Τα παιγνίδια μας ήταν στις αυλές του Κυρίου, κάτω από τα καμπαναριά των Εκκλησιών. Τόση ήταν ή επίδραση της εκκλησιαστικής ζωής στις παιδικές μας ψυχές, που μετά από κάθε λειτουργία και τελετή, στους δικούς μας χώρους, αντί για παιγνίδια, κάναμε λειτουργίες και λιτανείες με όλους τους Ιερατικούς βαθμούς, κι όλες τις αντίστοιχες λεπτομέρειες. Αντί για αλλά δώρα, προτιμούσαμε επιτραχήλια και ράσα. Οι βαπτίσεις στη θάλασσα χειμώνα-καλοκαίρι ήταν μέσα στο πρόγραμμα.

Στις λειτουργικές μας ανάγκες πρώτος αρωγός ήταν ό Γέροντας Φιλόθεος. Θυμιατά, λιβάνια, κεριά και εικόνες από κείνων προμηθευόμασταν. Θυμάμαι ένας μικρός παπάς είπε στην παπαδιά, να της κάνη αγιασμό και ή παπαδιά του απάντησε: -Μας έκανε ό παπάς μου. Τότε ό μικρός: -Ναι, αλλά ό παπάς σου πήρε χρήματα, εγώ δε θέλω χρήματα κι όλη ή χάρη θα είναι σ' αυτό το αγιασμένο νερό. Όλα βέβαια τα παιγνίδια μας γινότανε κάτω από το άγρυπνο μάτι της μάνας.

Όλη ή ζωή του νησιώτη γύρω από την Εκκλησία εξελισσόταν. Γι' αυτό έτρωγε ψωμί και κρεμμύδι, για να χτίση Εκκλησίες και καμπαναριά. Και δεν έκτιζε τις Εκκλησίες ό νησιώτης για να εξάλειψη τις εγκληματικές του πράξεις, κατά το «μία αμαρτία - Εκκλησία». Το κτίσιμο των εκκλησιών δεν ήταν μόνο επιτίμιο πνευματικό. Ήταν και ευλάβεια στο Θεό, ευχαριστία στον Άγιο για τις θαυματουργίες του, ή ήτανε και θεία υπόδειξη και αποκάλυψη.


ΑΠΟΛΛΩ ΜΟΝΑΧΟΣ

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ

ΔΑΦΝΗ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ



Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2015

Το τελευταίο φύλλο



Η Ιωάννα ήταν μια νεαρή γυναίκα που αρρώστησε από πνευμονία και βρισκόταν πολύ κοντά στο θάνατο. Έξω ακριβώς από το παράθυρο του δωματίου της υπήρχε ένα αμπέλι. Η Ιωάννα παρατηρούσε καθημερινά τα φύλλα του που έπεφταν. Πίστευε ότι όταν πέσει και το τελευταίο φύλλο, θα έχει φτάσει κι η ώρα να πεθάνει κι αυτή. Όμως η καλύτερη φίλη της, η Ελένη, η οποία έμενε μαζί της, προσπαθούσε να τη πείσει να σταματήσει να σκέφτεται τόσο απαισιόδοξα.

Στην ίδια πολυκατοικία ζούσε και ο Ζήσης, ένας ηλικιωμένος κύριος, αποτυχημένος καλλιτέχνης. Ισχυριζόταν συνεχώς ότι σύντομα θα ζωγραφίσει έναν πίνακα αριστούργημα, όμως ακόμα δεν τον είχε καν ξεκινήσει. Η Ελένη επισκέφτηκε τον Ζήση και τον ενημέρωσε πως η Ιωάννα είναι άρρωστη κι ότι χάνει σιγά σιγά την επιθυμία για ζωή. Του φανέρωσε κι ότι η Ιωάννα πιστεύει πως μόλις πέσει από το αμπέλι και το τελευταίο φύλλο θα πεθάνει. Ο Ζήσης χαρακτήρισε αυτό τον ισχυρισμό σαν ανοησία, όμως παρόλα αυτά πήγε να επισκεφθεί τη Ιωάννα και να δει το αμπέλι.

Την επόμενη νύχτα ξέσπασε μια μεγάλη καταιγίδα, ο άνεμος λυσσομανούσε και οι σταγόνες της βροχής χτυπούσαν ανελέητα το παράθυρο. Η Ελένη έκλεισε τις κουρτίνες κι είπε στην Ιωάννα να κοιμηθεί. Στο αμπέλι είχε πια μείνει μόνο ένα φύλλο... Αν κι η Ιωάννα επέμενε να τις αφήσει ανοιχτές, η Ελένη επέμενε να τις κλείσουν, αφού δεν ήθελε να δει η Ιωάννα την πτώση του τελευταίου φύλλου. Το πρωί αμέσως η Ιωάννα ξανάνοιξε τις κουρτίνες κι έψαχνε με το βλέμμα της το αμπέλι για να βεβαιωθεί ότι είχαν πέσει πια όλα τα φύλλα, όμως παρόλα αυτά αυτό ήταν ακόμη εκεί!

Παρόλο που η Ιωάννα εντυπωσιάστηκε από το γεγονός, συνέχισε να πιστεύει ότι θα πέσει το φύλλο μέσα στη μέρα. Αλλά αυτό δεν συνέβη. Και δεν έπεσε ούτε τη νύχτα , αλλά ούτε και την επόμενη ημέρα. Η Ιωάννα άρχισε πια να πιστεύει ότι το φύλλο παρέμενε εκεί για να της δείξει πόσο λάθος έκανε να θέλει να πεθάνει. Άρχισε να ανακτά την επιθυμία της να ζήσει, κάτι που είχε άμεσα θετικό αντίκτυπο στην υγεία της.

"Έχω κάτι να σου ανακοινώσω», της είπε η Ελένη εκείνο το απόγευμα. "Ο κ. Ζήσης πέθανε σήμερα από πνευμονία στο νοσοκομείο. Ήταν πολύ άρρωστος τις τελευταίες δύο ημέρες. Ο επιστάτης του τον βρήκε χθες το πρωί στο δωμάτιό του πεσμένο κάτω, αβοήθητο, με δυνατούς πόνους. Τα παπούτσια και τα ρούχα του ήταν υγρά και παγωμένα.

Δεν μπορούσαν να φανταστούν τι είχε γίνει εκείνη τη φοβερή νύχτα που είχε ξεσπάσει η μεγάλη καταιγίδα. Στη συνέχεια όμως βρήκαν ένα φανάρι, που ήταν ακόμα αναμμένο, μια σκάλα, μερικές βούρτσες πεταμένες απο δω κι απο κει, και μια παλέτα ζωγραφικής με πράσινα και κίτρινα χρώματα.

Για κοίταξε, έξω από το παράθυρο αυτό το τελευταίο φύλλο του αμπελιού. Δεν αναρωτιέσαι γιατί δεν κουνιέται όταν φυσάει ο άνεμος; Αχ, καλή μου, αυτό είναι το αριστούργημα του κ. Ζήση. Το ζωγράφισε εκείνο το το βράδυ που έπεσε το τελευταίο φύλλο."

~ "Το τελευταίο φύλλο" είναι μια μικρή ιστορία που δημοσίευσε το 1997 ο O. Henry


 http://proskynitis.blogspot.gr
 http://paterikos.blogspot.gr

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2015

Σέργιος και Βάκχος από τον Γέροντα π. Ανανία Κουστένη


ο Νικόλαος,ο Ιμπραήμ και ο οσιομάρτυς Γεδεών ο Καρακαλληνός


Ο μικρός Νικόλαος γεννήθηκε το 1766 στα Κάπουρνα της Μακρυνίτσας του Βόλου, και παρά το γεγονός της υποδούλωσης μας κάτω από τον τουρκικό ζυγό, οι ενάρετοι και ευσεβείς πτωχοί γονείς του τον ανέθρεψαν εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου!

Δυστυχώς όμως, στα δώδεκά του χρόνια, ο Άγιος μας, εργαζόμενος για τα προς το ζην στην πόλη του Βελεστίνου, εξαπατήθηκε από τον Αγά του Βελεστίνου Αλή, ο οποίος τον παρέσυρε και σατανική επήρεια τον έφερε στο τραγικό σημείο να αρνηθεί τον Χριστό του και να γίνει μουσουλμάνος, μετατρέποντας το όνομά του από Νικόλαος σε Ιμβραήμ.

Για δύο μήνες, ο μικρός Νικόλαος ζούσε σε άθλια ψυχολογική κατάσταση και αναρίθμητα δάκρυα έρρεαν από τα πονεμένα μάτια του.
"Αρνήθηκα το Θεό μου;"Διερωτιώταν καθημερινά.
Και το μαρτύριο της συνειδήσεως συνεχιζόταν ...;
Ώσπου μια μέρα, ο μικρός Νικόλαος έρχεται εις εαυτόν.
Αισθάνεται το μεγάλο του παράπτωμα και μετανοεί ειλικρινά για την αποτρόπαια πράξη του.
Και ο Θεός της αγάπης και της συγγνώμης τον ελεεί.
Δραπετεύει από το σπίτι του Αγαρηνού και παίρνοντας την ευχή των γονέων του,
καταφθάνει στη μεγαλόνησο Κρήτη.

Κι εκεί εργάζεται κοντά σε έναν πολύ καλό ιερέα, ο οποίος τον βοηθά να ξεπεράσει το μεγάλο του παράπτωμα και τον καθοδηγεί στην περαιτέρω πνευματική του πορεία.
Δυστυχώς όμως για το μικρό Νικόλαο, χάνει τον πνευματικό του καθοδηγητή, αφού ο Κύριος τον καλεί
στην αιώνιο ζωή, και τότε μαζί με έναν άλλο Κρητικό ιερόπαιδα παίρνουν τη μεγάλη απόφαση.
Καταφθάνουν στο Άγιον Όρος, στο Περιβόλι της Παναγίας μας, στο Όρος της σιωπής και της κατανύξεως, των δακρύων και των στεναγμών.



Και 'κει ο Νικόλαος, μέσα στο κατανυκτικό Καθολικό των Αγίων και ενδόξων πανευφήμων Αποστόλων της Ιεράς Μονής Καρακάλλου, ακούει τη φωνή του Θεού και στην συνέχεια κείρεται μοναχός, λαμβάνοντας το πανίον του μεγάλου και αγγελικού σχήματος, μετονομασθείς Γεδεών.
Για τριανταπέντε ολόκληρα χρόνια αγωνίζεται μέσα στην Ιερά Μονή της μετανοίας του, καλλιεργώντας τις μοναχικές αρετές και καταβάλλοντας μεγάλους ασκητικούς αγώνες για τη δόξα του Αγίου Θεού, για την εξιλέωσή του μπροστά στα μάτια του Δημιουργού του και εν τέλει για τη σωτηρία και τον αγιασμό του.

Θεία συγκατάβαση όμως, εξέρχεται από το Μοναστήρι του ως απεσταλμένος της Ιεράς Μονής Καρακάλλου στη μεγαλόνησο Κρήτη, όπου έζησε τις εφηβικές του στιγμές, για να διακονήσει ως Επιστάτης και Μετοχιάρης αυτή τη φορά στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως Σωτήρος, στις Μαργαρίτες της επαρχίας Ρεθύμνης (σημερινού Δήμου Γεροποτάμου), που είναι Μετόχι της Ιεράς Μονής Καρακάλλου. Για έξι ολόκληρα χρόνια ο πύρινος μοναχός Γεδεών αγωνίζεται σκληρά, με νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, με τη μελέτη του λόγου του Θεού και με πλούσια τη μυστηριακή ζωή να περάσει από το κατ' εικόνα στο καθ' ομοίωσιν, και παράλληλα γίνεται φως και οδηγός για τους Ρεθυμνιώτες αλλά και για όλους τους Κρητικούς που καταφθάνουν στο Μοναστήρι για να πάρουν την ευχή του Αγίου ανδρός.

Επιστρέφοντας στο Άγιον Όρος, μετά από μία πνευματική εξόρμηση που είχε στο Βελεστίνο και ευρύτερα στην Θεσσαλική γη, αξιώνεται ενός μοναδικού και συγκλονιστικού θείου οράματος.
να βράδυ, ενώ ήταν προσευχόμενος μέσα στο καθολικό της Ιεράς Μονής Καρακάλλου, ακούει από την Αγία Εικόνα του Παντοκράτορος Χριστού, από τον τρούλλο δηλαδή της Εκκλησίας, τη φωνή του Κυρίου να του λέει: "Ος αν αρνήσηταί με έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνήσομαι καγώ αυτόν έμπροσθεν του Πατρός μου του εν Ουρανοίς".

Αυτό ήταν! Ήταν η φωνή που περίμενε! Την είδε ως θεία ευδοκία! Και την άκουσε με την πονεμένη του καρδιά που διψούσε για μαρτύριο και θυσία. Και με την ευχή των Γεροντάδων του, αναχωρεί από το Αγιώνυμο Όρος και επανέρχεται στο Βελεστίνο και στην Αγιά Λαρίσης με μοναδικό σκοπό να κηρύξει Ιησούν Χριστόν και τούτον Εσταυρωμένον, να σκορπίσει το αληθινό Φως του Αγίου Τριαδικού Θεού στους ανθρώπους και να ξεπλύνει μ' αυτό τον τρόπο το παιδικό του αμάρτημα, αυτό της αρνήσεώς του.

Ώσπου μια μέρα, εκεί όπου ιεραποστολικά εργαζόταν κηρύττοντας το λόγο του Θεού, συλλαμβάνεται στη Λάρισα από τους Αγαρηνούς και κατευθείαν οδηγείται στον Τύρναβο, όπου βρισκόταν ο Βελή Πασάς, ενώπιον του οποίου με ιδιαίτερο θάρρος ομολογεί το παιδικό του αμάρτημα και με σθένος διακηρύσσει ότι Χριστιανός γεννήθηκε και Χριστιανός θα αποθάνει.

Μετά απ' αυτή τη δυνατή ομολογία του οδηγείται στην φυλακή, απ' όπου μετά από σύντομο χρονικό διάστημα αρχίζει το πραγματικά φρικτό μαρτύριο:
Τον διαπομπεύουν στους δρόμους του Τυρνάβου.
Του ξυρίζουν το κεφάλι και του φορούν κεφαλήν προβάτου.

Τον ανεβάζουν ανάποδα πάνω σε ζώο και τον σύρουν για πολλή ώρα , περιγελώντας τον.
Του κόβουν με το τσεκούρι τα δυο του χέρια και τα δυο του πόδια.
Και ο Άγιος, ευρισκόμενος πάνω ακριβώς στη γέφυρα του Τυρνάβου,την διπλοαιματοβαμμένη αίματι μαρτυρικώ (προ έξι μηνών στο ίδιο ακριβώς σημείο, επάνω στην γέφυρα του Τιταρήσιου, είχε μαρτυρήσει με γενναιότητα και καρτερία ο Άγιος Νεομάρτυς Γεώργιος, ο Διδάσκαλος της Ραψάνης) και μέσα σε κλίμα ψύχους,παραδίδει το πνεύμα του στον Κύριο μας Ιησού Χριστό, στις 30 Δεκεμβρίου 1818.

Αμέσως έσπευσαν οι Χριστιανοί του Τυρνάβου μαζί με το Ιερατείο της πόλεως, και αφού συνέλεξαν το ακρωτηριασμένο σώμα του Μεγάλου και Γενναίου Μάρτυρος Γεδεών, τύλιξαν αυτό σε λευκή σινδόνη και ενταφίασαν το ιερό σκήνωμα του στον Ιερό Ναό των Αγίων Δώδεκα Αποστόλων Τυρνάβου.

http://misha.pblogs.gr/

Μη γελιέσαι. Αν δεν συγχωρήσεις, δεν θα συγχωρηθείς!




Πριν υψώσουμε, λοιπόν, ικετευτικά τα χέρια μας στον ουρανό, ας βάλουμε αρχή μετάνοιας. Αλλωστε, επειδή με τα χέρια εκτελούμε πολλές πονηρές πράξεις, γι' αυτό ακριβώς έχει καθιερωθεί να τα υψώνουμε, όταν προσευχόμαστε, ώστε η υπηρεσία που προσφέρουν για την προσευχή, να τα εμποδίζει από την κακία και να τ' απομακρύνει από την αμαρτία.
Έτσι θα θυμάσαι, δηλαδή, όταν πρόκειται ν' αρπάξεις κάτι ή να χτυπήσεις κάποιον, ότι αυτά τα χέρια θα τα υψώσεις στο Θεό ως συνηγόρους σου και ότι μ' αυτά θα Του προσφέρεις την πνευματική θυσία της προσευχής.
Γι' αυτό μην τα μολύνεις, μην τα ντροπιάζεις, μην τα κάνεις ανάξια εμφανίσεως στο Θεό, με την τέλεση οποιασδήποτε ανομίας. Καθάριζέ τα με την ελεημοσύνη, με τη φιλανθρωπία, με την καλοσύνη, κι έτσι καθαρά ύψωνέ τα σε προσευχή. Αν δεν προσεύχεσαι ποτέ με χέρια λασπωμένα, πολύ περισσότερο μην το κάνεις με χέρια λερωμένα από την αμαρτία.
Γιατί κακό δεν είναι το να υψώνεις χέρια άπλυτα προς τον Κύριο· το να υψώνεις, όμως, χέρια καταμολυσμένα από αναρίθμητα αμαρτήματα, αυτό είναι φοβερό και προκαλεί την οργή του Θεού. Αλλά μόνο έτσι παροργίζουμε τον Πατέρα μας; Με πόσους τρόπους, αλήθεια, αμαρτάνουμε, ακόμα και μέσα στην εκκλησία, την ώρα της λατρείας!
Αναπολόγητοι θα είμαστε, αν ο Θεός λογαριάσει τους αισχρούς λογισμούς που έχουμε στο νου μας, τις πονηρές επιθυμίες που έχουμε στην καρδιά μας, τις κατακρίσεις που ξεστομίζουμε καθημερινά για τον πλησίον μας, τα ψεύδη και τις συκοφαντίες, τις πανουργίες και τις δολοπλοκίες, τις κακότητες και τις αδικίες μας.
Λύπη μας προξενεί η προκοπή των άλλων, ακόμα και των φίλων μας. Ευχαρίστηση δοκιμάζουμε, όταν ο συνάνθρωπός μας υποφέρει, θεωρώντας τη συμφορά εκείνου ως παρηγοριά για τη δική μας δυστυχία.
Ασύνετα ζητάμε από το Θεό πράγματα φθαρτά κι ανώφελα, πράγματα που Εκείνος πρόσταξε να τα περιφρονούμε. Αθεόφοβα καταριόμαστε τους αδελφούς μας, ενώ έχουμε εντολή να δίνουμε ευχές και στους εχθρούς μας.
Τί κάνεις, άνθρωπε μου; Ζητάς από το Θεό να σε σπλαχνιστεί, κι εσύ καταριέσαι τον άλλο; Μη γελιέσαι.
Αν δεν συγχωρήσεις, δεν θα συγχωρηθείς.

Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος)


http://1myblog.pblogs.gr

Η πνευματική ειλικρίνεια χαρακτηρίζεται από την αγάπη.



Ο κόσμος πάει άσχημα σήμερα, γιατί όλοι λένε μεγάλες « αλήθειες » ,που δεν ανταποκρίνονται όμως στην πραγματικότητα. Τα γλυκά λόγια και οι μεγάλες αλήθειες έχουν αξία ,όταν βγαίνουν από αληθινά στόματα ,και πιάνουν τόπο μόνο στους καλοπροαίρετους ανθρώπους και σε εκείνους που έχουν καθαρό νου.

- Γέροντα, υπάρχει ειλικρίνεια κοσμική και ειλικρίνεια πνευματική;

- Ναι βέβαια. Η κοσμική ειλικρίνεια έχει αδιακρισία.

- Μιλάει δηλαδή κανείς ευκαίρως - ακαίρως ;

- Εκτός από αυτό. Η αλήθεια είναι αλήθεια. Αλλά, αν πης καμμιά φορά την αλήθεια χωρίς διάκριση ,αυτό δεν είναι αλήθεια. Π.χ. είναι αλήθεια ότι ο τάδε είναι βλαμμένος. Αν πας όμως να το πης αυτό ,δεν ωφελείς.

Ή άλλος λέει: « Για να είμαι ειλικρινής, θα πάω να αμαρτήσω στην πλατεία » . Αυτό δεν είναι ειλικρίνεια. Όποιος έχει πολλή διάκριση ,έχει αρχοντική αγάπη ,θυσία και ταπείνωση ,και την πικρή ακόμη αλήθεια την λέει με πολλή απλότητα και την γλυκαίνει με την καλωσύνη του ,με αποτέλεσμα να ωφελή πιο θετικά από τα γλυκά λόγια, όπως τα πικρά φάρμακα ωφελούν περισσότερο από τα γλυκά σιρόπια.

Η αλήθεια, όταν χρησιμοποιήται χωρίς διάκριση, μπορεί να κάνει έγκλημα. Μερικοί ενεργούν εν ονόματι της αλήθειας και εγκληματούν. Όταν κανείς έχη ειλικρίνεια χωρίς διάκριση, μπορεί να κάνη διπλό κακό.

Πρώτα στον εαυτό του και ύστερα στους άλλους, γιατί αυτή η ειλικρίνεια δεν έχει σπλάχνα. Όποιος θέλει να είναι πράγματι ειλικρινής , ας ξεκινήση να είναι ειλικρινής πρώτα με τον εαυτό του, γιατί από εκεί ξεκινάει η πνευματική ειλικρίνεια.

Όταν κανείς δεν είναι ειλικρινής με τον εαυτό του, κοροϊδεύει και αδικεί τουλάχιστον μόνον τον εαυτό του. Όταν όμως συμπεριφέρεται χωρίς ειλικρίνεια προς τους άλλους, αμαρτάνει θανάσιμα, γιατί κοροϊδεύει τους άλλους.

- Μπορεί , Γέροντα, να κινήται κανείς έτσι από απλότητα;

- Τι απλότητα! Που την βρήκες σε ένα τέτοιο άνθρωπο την απλότητα! Αν είναι παιδάκι , θα έχη απλότητα . Αν είναι Άγιος ,θα έχη απλότητα. Αν είναι μεγάλος και δεν είναι καθυστερημένος στο μυαλό και κινήται έτσι, θα είναι διάβολος.

- Και πώς αισθάνεται αυτός;

- Κόλαση σωστή. Ο ένας πειρασμός διαδέχεται τον άλλο. Συνέχεια πειρασμοί.

- Γέροντα, δεν πρέπει όμως να φέρεται κανείς με ευθύτητα;

- Η ευθύτητα ,έτσι όπως την χρησιμοποιούν πολλοί, έχει ένα νομικό πνεύμα. « Είμαι ευθύς, λένε, " κηρύττω επί των δωμάτων " », και κάνουν τον άλλον ρεζίλι, αλλά τελικά γίνονται οι ίδιοι ρεζίλι.


http://1myblog.pblogs.gr/

ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΥΠΟΜΟΝΗΣ ΣΤΙΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΥΣ



Η υπομονή αποκτάται, δεν αγοράζεται έλεγε ένας ασκητής.

Είπε ένας γέρων. Η πνευματική ζωή χρήζει υπομονής, σταθεράς υπομονής. Ο άνθρωπος παθαίνει μεταβολές, αλλοιώσεις. Από την μία μέρα στην άλλη.

Όταν ρωτούσαν τον ασθενή γέροντα Νικόλαο της Νέας Σκήτης πως είναι στην υγειά του απαντούσε ο υπομονετικός γέρων.
Δόξα το Θεό. Και αλλά μου πρέπουν.
Όταν εκοιμήθη το πρόσωπο του έλαμψε!!

.Ρώτησε ένας ιερέας γέροντα ασθενή Μοναχό. Πως είστε στην υγειά σας πάτερ; Ε, καλά. Τώρα μου παρουσιάστηκαν και άλλες παθήσεις. Όλα όμως χρειάζονται. Πως θα πάω Εκεί πάνω, παπά μου με άδεια χέρια;

« Κύριε μου, γιατί να υποφέρω τόσο πολύ;» παραπονιόταν κάποτε ο ασθενής ενάρετος γέρων Αρτέμιος ο Γρηγοριάτης. Τότε είδε τον Δεσπότη Χριστό, ο οποίος του έδειξε τα χέρια του και την πλευρά του και του έλεγε.
Κοίταξε πόσο υπομονή έκανα. Εσύ για την αγάπη μου δεν υπομένεις;

Είπε ένας γέρων μοναχός.
Η ασθένεια είναι θεία επίσκεψη. Η ασθένεια είναι μέγιστο Δώρο του Θεού.
Αυτό που μπορεί να δώσει ο άνθρωπος στο Θεό είναι ο πόνος.

Γέροντα έχω τόσα χρόνια στο Άγιο Όρος και δεν είδα καμία οπτασία ή κανένα όραμα ή δεν είχα κάποια πληροφορία πνευματική, έλεγε στον γέροντα πατέρα Ιωακείμ ο τώρα στην Αγγλία, Αγιορείτης Ρώσος ιερομόναχος Σωφρόνιος, ο κτήτορας της εκεί ιεράς Μονής και ο συγγραφέας του βίου του αγίου Σιλουανού.
Του απάντησε ο γέρων Ιωακείμ.
Ποιος σου χάρισε υπομονή και κάθεσαι στο Όρος και μάλιστα στα φρικτά Καρούλια, παρά ο Θεός.
Θα μπορούσες να μείνεις χωρίς εμφανή την Χάρη του Θεού;
Άλλο θαύμα μεγαλύτερο από αυτό μην ζητάς και χάρισμα ψηλότερο μην θέλεις.

Ένας νέος μοναχός πήγε στον αββά Ζωσιμά τον Καρουλιώτη και του είπε.
Γέροντα, έχω πειρασμό.
Παιδί μου του απάντησε εκείνος ο πειρασμός υπάρχει παντού.
Στο φαγητό πειρασμός, στον ύπνο πειρασμός.
Θυμήσου τι λέει το Γεροντικό.
Πάρε τους πειρασμούς και κανένας δεν σώνεται.
Και έτσι παρηγορήθει ο αγωνιστής.

Ζούσε στην σπηλιά του όσιου Πέτρου του Αθωνίτου ο γέρων Χρυσόστομος και ο μοναχός Σέργιος.
Τον Σέργιο τον πολεμούσε ο σατανάς να φύγει από τον ασκητικό του στίβο και να εγκαταλείψει τον αγώνα.
Κάποτε επισκέφτηκε ένα γέροντα στις Καρυές, που με άφθαστη αυταπάρνηση και υπομονή είχε γηροκομήσει και θάψει τέσσερις γεροντάδες.
Πως μένεις τώρα μόνος σου εδώ χάμω; Τον ρώτησε ο Σέργιος.
Με πολεμάει και εμένα ο διάβολος να φύγω, αλλά ξέρεις τι με κρατάει; Απάντησε ο ηρωικός γέρων.
Έλα να σου δείξω τους θησαυρούς μου.
Ποιοι είναι οι θησαυροί σου; Δεν βλέπω τίποτα.
Τον πήρε τον πήγε σε ένα δωμάτιο, που είχε παλιά παπούτσια, τρύπια πόσων ετών….., παλαιά ζωστικά, και παλαιούς σκούφους των γεροντάδων του αλλά και του εαυτού του, δείγματα αμέτρητων αγώνων και θυσιών….
Να οι θησαυροί μου.
Πες μου, πώς να τους εγκαταλείψω;
Διδάχτηκε ο π. Σέργιος περισσότερο από κάθε άλλη διδασκαλία, από αυτούς τους σιωπηλούς θησαυρούς και διδασκάλους.

http://www.pigizois.net/

Για την καταλαλιά και κατάκριση



Ηρώτησαν Γέροντα, τί διαφέρει η καταλαλιά από την κατάκρισιν; και ο Γέρων απεκρίθη: «Η καταλαλιά λέγεται εις τα ιδιώματα της ψυχής, καθώς όταν λέγης. ο δείνα είναι καλός, αλλά πεισματάρης ή αδιάκριτος. Η δε κατάκρισις λέγεται εις τας πράξεις όπως παραδείγματος χάριν όταν λέγης: εκείνος έκαμεν απάτην ή αρπαγήν. Και βέβαια, εννοείται, ότι η κατάκρισις είναι χειρότερη από την καταλαλιάν».

* * *

* Είπε Γέρων: Εάν καταλαλήσης του αδελφού σου και σε τύπτει η συνείδησίς σου, πήγαινε βάλε μετάνοιαν εις αυτόν και είπε του: «Σε κατηγόρησα». Και φυλάξου εις το εξής να μη ξαναγελαστής διότι η καταλαλιά είναι θάνατος της ψυχής.

* * *

* Εάν καταλαλήση αδελφός αδελφόν έμπροσθέν σου, πρόσεξε μην παρασυρθής και ειπής, ναι, έτσι είναι. αλλά ή σώπασε, ή πες του: «Εγώ, αδελφέ, είμαι κολασμένος και δεν ημπορώ να κρίνω άλλον». Κι' έτσι θα σωθήτε και συ και εκείνος.

* * *

* Ας αποφύγωμεν, αδελφοί, τον ψιθυρισμόν, διά να μη στερήση ημάς του Παραδείσου και μας ρίξη μέσα εις την γέενναν του πυρός. Διότι ο όφις ψιθυρίσας, έδιωξε την Εύαν από τον Παράδεισον.

* * *

* Δεν υπάρχει ποτέ καταλαλιά η οποία να γίνεται από ευθύτητα καρδίας. Διότι δεν είναι ανάγκη να κρημνίσης το ιδικόν σου σπίτι διά να κτίσης του άλλου.

* * *

* Είπε Γέρων: «Καθώς εκείνος που δέχεται μέσα εις τον κόλπον του φωτιάν, καίεται από αυτήν, έτσι και όποιος δέχεται τας συναναστροφάς των πολλών, δεν θα αποφυγή την καταλαλιάν».

(Γεροντικόν).

* * *

* Η κατάκρισις είναι γέννημα της υπερηφανείας, γι' αυτό ταπεινός είναι μόνον εκείνος που δεν κατακρίνει τους άλλους.

* Ποτέ να μη κατακρίνουμε τον συνάνθρωπόν μας, για να μη έχουμε κατήγορό μας τον Θεό. Να θεωρούμε όλους καλύτερους από εμάς και μόνο τον εαυτόν μας αμαρτωλό. Η κατάκρισις δεν γίνεται μόνο με το λόγο, αλλά και με τον νου και με την εσωτερική διάθεσι της καρδιάς. Να είμεθα συγκρατημένοι στις κρίσεις μας για να μην πέσουμε στην κατάκρισι. Το καλύτερο απ' όλα είναι να συνηθίσουμε στην κατάκρισι του εαυτού μας, και να πάψουμε να ασχολούμεθα με τους άλλους, (π. Παΐσιος).

* Ο εκνευρισμός και η κατάκρισι είναι πάθη, με τα οποία θα παλεύουμε σε όλη μας την ζωή.

* Τον άνθρωπο, που εμπιστεύεται στις υποβολές του Πονηρού, να έχη υπόνοιες, τον εξουσιάζει ο διάβολος. Όταν ο διάβολος μας δείχνει τις ελλείψεις των άλλων και τις αδυναμίες και μας σπρώχνει στην κατάκρισι, να λέμε στον εαυτόν μας ότι είμεθα χειρότεροι από άλλους.

* Εάν εκείνος που θα πη τον αδελφόν του μωρόν είναι άξιος της εσχάτης κολάσεως, λέγει ο άγιος Χρυσόστομος, κακούργον και βάσκανον και ευτελή και κενόδοξον και μυρία άλλα παρόμοια κατηγορεί, πόσον εις τον εαυτόν του θα συγκεντρώση πυρ γεέννης!

* * *

Να μάθουμε να κρίνουμε με επιείκεια τους άλλους. Αποτελεί και ένα καθρέπτη, που αποκαλύπτει στους άλλους την αλήθεια για τους εαυτούς μας.

Ας μη ξεχνούμε ότι τελώνες και πόρνες έχουν μετανοήσει και σωθεί, ενώ Γραμματείς και Φαρισαίοι, που τους κατέκριναν, δεν σώθηκαν. Δεν μας έχει ανατεθεί από κανένα ο ρόλος του κριτού, που ανήκει αποκλειστικά στον Θεάνθρωπο και Σωτήρα μας Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, ο Οποίος και θα μας κρίνη όλους κατά τα έργα μας στην Δευτέρα Του ένδοξη παρουσία. Για τον λόγο αυτόν δεν πρέπει να προεξοφλούμε το αιώνιο μέλλον κανενός από τους συνανθρώπους μας, αλλά να προσέχουμε τους εαυτούς μας, και να είμεθα αυστηροί κριταί στους εαυτούς μας και επιεικείς στους άλλους.

Μόνο με το άγιο και φωτεινό παράδειγμά μας, με τον καλό λόγο και την πειθώ είναι δυνατό να βοηθήσουμε τους καλοπροαίρετους συνανθρώπους μας, ποτέ με τον κακό λόγο και τον θεατρισμό τους.

Αντί, αγαπητοί, να ασχολούμεθα με τις κακίες των άλλων είναι προτιμότερο να προσπαθούμε να ανακαλύπτουμε τις αρετές, οι οποίες είναι συνήθως κρυμμένες. Να συλλέγουμε τα πολύτιμα πετράδια των αρετών που θα διακρίνουμε σε συνανθρώπους μας και όχι ρακοσυλλέκτες των κακιών τους στο σκουπιδοτενεκέ της ανθρωπίνης αθλιότητος. Ας μιμηθούμε τις μέλισσες που πηγαίνουν στα λουλούδια και όχι τις μυίγες που αναπαύονται σε βρωμιές.

Ο Μέγας Βασίλειος μας τονίζει τα εξής αξιοπρόσεκτα: Οι άνθρωποι που επιζητούν διαρκώς να ασχολούνται με το σάπιο, το κακό, την αμαρτία των ανθρώπων, μοιάζουν σαν τα όρνεα που περνούν πάνω από πολλά λιβάδια και πολλούς ωραίους και μοσχομύριστους τόπους για να σπεύσουν προς τα βρωμερά πτώματα.

Προκειμένου να κρίνουμε τους συνανθρώπους μας να θυμώμαστε τα τρία κόσκινα του Σωκράτη, εάν δηλαδή αυτά που θα πούμε είναι αλήθεια, αναγκαία και ωφέλιμα. Σε διαφορετική περίπτωσι ας σιωπούμε προσευχόμενοι να μας ελεήση ο Θεός, γιατί αν παρατηρήση τις αμαρτίες μας ποιος μπορεί να ισχυρισθή ότι είναι απηλλαγμένος; Κανείς.

Επίσης να μη λησμονούμε τα «πάντα» του Αποστόλου Παύλου. «η αγάπη πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει, η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει» (Α' Κορινθ. 13, 7).

Όπως τους αρχαιολόγους που ασχολούνται με την αναστήλωσι των παλαιών ερειπίων για να τα αποκαταστήσουν στην αρχική τους μορφή, έτσι και εμείς να προσπαθούμε με την καλή μας χριστιανική ενάρετη ζωή και τα καλά μας λόγια να αναστηλώσουμε και να αποκαταστήσουμε τα ανθρώπινα ερείπια που υπάρχουν γύρω μας. Μην αντιγράφουμε την τακτική των γελοιογράφων, που εξογκώνουν κάτι για να το σατυρίσουν, αλλά να μιμούμεθα την ευγένεια του ζωγράφου, ο οποίος διορθώνει κάτι για να το κάνη όμορφο.

* Όπως ακριβώς στο ψωμί (είναι απαραίτητο) το αλάτι, έτσι και ανάμεσα στις αρετές η αγάπη. Χωρίς αυτή δεν μπορεί κανείς να πραγματοποιήση όπως πρέπει τις αρετές, αφού κάθε αρετή με την αγάπη και την ταπεινοφροσύνη επιβεβαιώνεται.

Η ταπεινοφροσύνη, από το ένα μέρος, ανεβάζει τον κάτοχό της σε ύψη κατορθωμάτων. Και η αγάπη, από το άλλο μέρος, τον κρατάει γερά και δεν τον αφήνει να πέση από κει... Ας αγωνιστούμε λοιπόν, αγαπητοί, κατά τη δύναμί μας, να την αποκτήσουμε, ώστε να μη μας αιχμαλωτίσουν οι εχθροί μας (Άγ. Ευθύμιος).

* Από τον πλησίον μας εξαρτάται η ζωή και ο θάνατός μας. Γιατί, αν κερδίσουμε τον αδελφό, κερδίζουμε τον Θεό. Και αν σκανδαλίσουμε τον αδελφό, αμαρτάνουμε στο Χριστό (Μ. Αντώνιος).

* Όταν αρχίσει κανείς να αισθάνεται στην ψυχή του έντονα την αγάπη του Θεού, τον ίδιο καιρό αρχίζει να αγαπά και τον πλησίον με αίσθηση πνευματική.

* Κανείς δεν μπορεί ν' αγαπάει ή να πιστεύει ειλικρινά, αν έχει κατήγορο τη συνείδησή του, μας βεβαιώνει ο άγιος Διάδοχος Φωτικής.

* Αδύνατον είναι να αποκτήσει σταθερή αγάπη (προς τον Θεό), όποιος έχει κάποιαν εμπαθή κλίση σε οτιδήποτε γήινο.

* Εάν εκείνος που έχει όλα τα χαρίσματα του Πνεύματος, αγάπην όμως δεν έχει τίποτα δεν ωφελείται, κατά τον θείον Απόστολον Παύλον, πόση οφείλομε να επιδείξουμε επιμέλεια, διά να την αποκτήσωμε αυτήν, μας λέγει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής.

Μη αμελήτε των αδελφών των υμετέρων, αλλ' έκαστος σπουδαζέτω τον πλησίον εξαρπάζειν της του διαβόλου φάρυγγος», μας κηρύττει ο Άγιος Χρυσόστομος.

* Όταν δεν κατορθώσωμε την προς τον Θεόν και τον πλησίον αγάπην εις μάτην το να σεμνυνόμεθα για την νηστεία και αγρυπνία και ακτημοσύνη και ανάγνωση των Γραφών, μας διδάσκει ο Αββάς Κασσιανός.

* Ο δε άγιος Ιωάννης της Κλίμακος μας βεβαιώνει ότι, εάν λείψη η αγάπη από τον άνθρωπο, να μην αγαπά τον Θεό και τον αδελφόν του χριστιανόν, δεν ωφελεί η πίστις και η ελπίς...

«Η προς τον Θεόν αγάπη ενός πιστού είναι λανθασμένη, όταν είναι η ίδια με την αγάπη προς τον πλησίον, διότι έτσι εξισώνεται ο Πλάστης με το πλάσμα. Η προς τον Θεόν αγάπη είναι ορθή, όταν ο Δημιουργός αγαπάται και τιμάται πάνω από κάθε δημιούργημα», μας διδάσκει ο Άγιος Δημήτριος Ροστώφ.

http://www.oodegr.com/

Πνευματικὲς Νουθεσίες τοῦ Ὁσίου Γέροντος Παχωμίου τοῦ ἐν Χίω*



Τοῦτο καὶ μόνον εἶναι, Κύριε, φώτισόν με νὰ γνωρίσω τὸ θέλημά σου, καὶ δῶσε μου ἰσχὺν νὰ τὸ τελειώσω, οἴμοι τοῦ μιαροῦ καὶ ἀκαθάρτου.

Ὅ,τι καλὸν κάνεις εἰς τοὺς ἀδελφούς σου, ὁ Χριστὸς τὸ ἀναδέχεται εἰς τοῦ λόγου του.

Ὅποιος ἀκούσῃ κανένα καὶ λέγει κατὰ τοῦ ἄλλου ἀδελφοῦ, ὀπίσω του, καὶ ὑπάγῃ καὶ τὸ φανερώσῃ, νὰ εἶναι ἐδῶ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι ἀσυγχώρητος.

Πάντοτε νὰ ἐξουθενῇς τὸν ἐαυτόν σου καὶ μὴ δικαιώνεσαι, νὰ ῥίπτῃς τὸ σφάλμα ἐπάνω σου καὶ θὰ ἀναπαύεσαι.

Τὸν κανόνα σου μὲ προσοχὴν μεγάλην νὰ κάμνῃς.

Μὲ ἁπλότητα νὰ πορεύεσαι, δηλαδὴ σοῦ εἶπε ἕνας τινὰ λόγον νὰ ὑπομείνῃς ἢ σὲ ὕβρισεν ἢ σὲ ἐξουδένωσεν, νὰ μὴ ἀνταποδίδῃς ἢ νὰ βαστᾷς κακίαν.

Νὰ εἶσαι στρογγυλός.

Νὰ λέγῃς φανερὰ τοὺς λογισμούς σου.

Μὲ ταπείνωσιν νὰ παρακαλῶ τὸν Θεὸν νὰ μὲ φυλάξῃ καὶ νὰ μὴ πιστεύω τὸν λογισμόν μου.

Νὰ φυλάξῃς τὴν προσοχὴν τοῦ νοός σου.

Προσοχὴ ὀνομάζεται νοὸς τήρησις, καρδιακὴ φυλακή, νῆψις, νοερὰ ἡσυχία.

Ὅταν προσεύχεσαι νὰ ἐννοῇς τὰ λεγόμενα.

Φύλαττε συστολήν, ἡ ὁποία εἶναι ἀνωτέρα της σιωπῆς, συστολὴ δὲ εἶναι νὰ μὴ γελᾷς, νὰ μὴν ἀργολογῇς καὶ νὰ μὴ καταλαλῇς.

Κανένα πρᾶγμα δὲν εἶναι τὸ νὰ φεύγῃ τὶς τὴν ἁμαρτίαν ὡς ἡ ἐνθύμησις τοῦ θανάτου.

Ἀρετὴ χωρὶς ταπείνωσιν δὲν εἶναι ἀρετή.

Ὅ,τι καὶ νὰ κόμης, ὅταν δὲν ἔχῃς ταπείνωσιν, καὶ κυρίως ἀγάπην, δὲν εἶναι τίποτε.

Ἡ ταπείνωσις εἶναι νὰ μὴν ἔχῃ τις κακίαν, μὲ κανένα.

Πάντοτε νὰ λέγωμεν τὴν εὐχήν, ὅπου κι ἂν εἴμεθα.

Ὅταν μέμφεσαι τὸν ἐαυτόν σου μὴ φοβᾶσαι νὰ πλανηθῇς.

Ὄχι τὸ θέλημά μου, ἀλλὰ τὸ τοῦ Κυρίου ἡμῶν.

Νὰ εἶμαι ἕτοιμος πάντοτε διὰ τὸν θάνατον, ὡσὰν νὰ εἶναι ἡ τελευταία ἡμέρα τῆς ζωῆς μου, οὕτω νὰ πορεύωμαι.

Νὰ λέγω τὴν εὐχὴν ταπεινὰ ὡς εἰς αὐτί.

Νὰ προτιμῶ τοὺς μεγαλύτερούς μου πάντοτε.

Νὰ κόπτω τὸ θέλημά μου, ὅταν μοῦ ἔρχεται ὁ λογισμὸς νὰ ἰδῶ τι, ἐγὼ νὰ μὴ βλέπω· ἢ εἰπὲ τοῦτον τὸν λόγον νὰ μὴ τὸ λέγω.

Ἀκαταπαύστως νὰ μέμφωμαι τὸν ἐαυτόν μου.

Ὅταν σὲ ἐπαινοῦν νὰ μὴ τοὺς πιστεύῃς, διότι σὲ καταρῶνται.

Ἀδύνατον εἶναι εἰς ἐκεῖνον, ὁποῦ πασχίζει ἐν ἀλήθειᾳ νὰ σωθῇ, νὰ μὴ τὸν ἐλεήσῃ ὁ Θεός.

(*) Περιοδ. «Ἅγιος Κυπριανός», ἀριθ. 329 / Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2005, σελ. 256. Ἀντωνίου Ν. Χαροκόπου,


Ὁ Γέροντας Παχώμιος - Ἱδρυτὴς τῆς Ἱερᾶς Σκήτης τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Χίου (1839-1905), σελ. 189-194, Ἀθῆναι 2003.


πηγή

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2015

Ό βλάσφημος ψαράς



Πίσω Λιβάδι της Πάρου, προπαραμονή Δεκα¬πενταύγουστου 1931, βρίσκονταν τρεις ομάδες ψαράδων, πού ψάρευαν τίς νύχτες με τα γρι-γρι στο στενό μεταξύ Πάρου καί Νάξου.

Εκείνη τη νύχτα ή μία ομάδα έμεινε στο μικρό λιμάνι. Οι ψαράδες το έριξαν στο πιοτό, το πιοτό έφερε το κέφι, κι εκείνο παρεξηγήσεις καί βαρείες κουβέντες.

Ούτε την Παναγία δεν σεβάστηκαν οι βλάσφημοι. Του κάκου προσπαθούσαν ό λιμενοφύλακας καί ό μαγαζάτορας του μικρού λιμανιού να τους συγκρατήσουν.

Απότομα ό ουρανός βάρυνε. Ή θάλασσα άρχισε να μουγκρίζει. Σέ μισή ώρα το κύμα σηκώθηκε βουνό, παρασύροντας το ψαροκάικο καί τίς βάρκες με τίς λάμπες, μέχρι πού τίς πέταξε σπασμένες στη στεριά. Κατόπιν ή θάλασσα γαλήνεψε, κι ένα καΐκι από τη Νάξο φάνηκε να μπαίνει στο λιμανάκι. Ό καπετάνιος του απόρησε βλέποντας τα συντρίμμια στη στεριά.

- Πώς έγινε αυτό; ρώτησε. Εγώ ταξίδευα με θάλασσα γυαλί!

- Ήταν θαύμα της Παναγίας, εξήγησε ένας από τους ψαράδες του γρί-γρί.

Οί περισσότεροι συμφώνησαν. Δυό-τρεις όμως μίλησαν ειρωνικά κι έδωσαν άλλη εξήγηση:

- Ήταν ανεμοστρόβιλος. Καλά πού δεν μας σήκωσε στον ουρανό τίς βάρκες.

Ένας μάλιστα, ό Γρηγόρης Λιάκουρας, πρόσθεσε:

- "Αντε μωρέ, πού ήταν θαύμα! Όρεξη δεν είχε ή Παναγιά - να μην τη στολίσω καί τώρα - να καταπιάνεται με μας τους ψαράδες.

Αυτά είπε καί πήγε να δει τη ζημιά πού είχε πάθει ή δική του ψαρόβαρκα. Τη βρήκε σμπαραλιασμένη. Έφτυσε τότε έξαλλος πάνω στα συντρίμμια, βλαστήμησε πάλι την Παναγία καί αποσύρθηκε να κοιμηθεί.

Μόλις ξάπλωσε, είδε ολοζώντανη την Παναγία, - σαν σε όνειρο, σαν σε ξύπνιο - να τον πλησιάζει καί να τον ερωτά:

- Γιατί, παιδί μου, δεν με σέβεσαι;

- Τί εϊν' αυτά πού μου λες, κυρά μου; θύμωσε εκείνος. Δεν σε ξέρω καθόλου. Πότε δεν σε σεβάστηκα;

- Δεν με ξέρεις; Τότε γιατί όλο με βλαστημάς;

Στά λόγια αυτά τινάχτηκε όρθιος. Έκανε να φωνάξει, να τρέξει, αλλά δεν μπορούσε. Τα πόδια του είχαν βυθιστεί ως τα γόνατα στην άμμο. Έκανε τον σταυρό του. Καί τότε είδε πάλι, ξεκάθαρα πια, την Παναγία καί την άκουσε να του λέει:

— Έλα στο σπίτι μου, στην Έκατονταπυλιανή, στην Παροικία της Πάρου. Έλα εκεί να με προσκυνήσεις.

Ό Διάκουρας έφυγε την ίδια στιγμή σχεδόν τρέχοντας. Έφθασε στην Έκατονταπυλιανή λίγο μετά την ανατολή του ηλίου. Έτρεξε γρήγορα στο εικόνισμα της Θεοτόκου. Στή θεία της μορφή αναγνώρισε τη γυναίκα του οράματος του. Γονάτισε καί προσευχήθηκε ώρες ολόκληρες. Ύστερα γύρισε στο Πίσω Λιβάδι. Εκεί διαπίστωσε ένα καινούργιο θαύμα: Οι βάρκες καί το ψαροκάικο έστεκαν στη στεριά χωρίς καμιά ζημιά!


http://agioritikovima.gr/

ΚΡΑΤΗΣΕ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΣΟΥ ΚΑΙ ΜΗΝ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΕΣΑΙ ΚΑΙ ΟΛΑ ΘΑ ΓΙΝΟΥΝ ΚΑΛΥΤΕΡΑ!




Κάποτε ένας ναυτικός βρέθηκε ναυαγός σ΄ένα ακατοίκητο τροπικό νησί μόνος κι έρημος. Με πολλούς κόπους, χωρίς εργαλεία εργαζόμενος μόνο με τα χέρια του κατάφερε να φτιάξει μια ξύλινη καλύβα για να μπορέσει να προστατευτεί κατά την περίοδο των βροχών.

Πράγματι είχε μόλις τελειώσει την καλύβα οταν άρχισε να βρέχει ασταμάτητα. Όμως την δεύτερη κιόλας μέρα ένας κεραυνός εκαψε την καλύβα του και την έκανε στάχτη. Ο ναυαγός, που πρώτα δόξαζε το Θεό για τη σωτηρία του ξέσπασε σε δάκρυα.

“Γιατί Θεέ μου”, άρχισε να λέει και να παραπονιέται για την καταστροφή ενώ η απελπισία πλημμύριζε την καρδιά του ακουσε από το πέλαγος το σφύριγμα ενός μεγάλου πλοίου.

Σε λίγο μια βάρκα ήταν στην παραλία.

“Πως με βρήκατε σε τούτη την ερημιά”; τους ρώτησε.
“Είδαμε, του είπαν, το σινιάλο του καπνού απ’ την φωτιά που άναψες”!

Όταν βλέπεις τα όνειρα, τις επιδιώξεις και τα έργα σου κάποιες φορές να γίνονται στάχτη κι αποκαΐδια, μην απελπίζεσαι.
Περίμενε και θα προβάλει ανέλπιστα το υπερωκεάνιο του Θεού.

Γιατί στ΄ αλήθεια:
“Τοις αγαπώσι τον Θεόν πάντα συνεργεί εις αγαθόν” (Ρωμ. 8, 28).

pentapostagma.gr

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2015

Εἶναι λίγες οἱ λέξεις γιά νά περιγράψεις μιά γυναὶκα πού θύμιζε τήν Παναγία





Μικρό συναξάρι 
  
Εἶναι λίγες οἱ λέξεις γιά νά περιγράψεις μιά γυναὶκα πού θύμιζε τήν Παναγία. Δυό λόγια θά πῶ γιά μνημόσυνο.
Ὁ πρῶτος γιός της γενήθηκε ἀνάπηρος, μέ πόδια ἀτροφικά.Ὅλη της τήν ζωή  τήν ξόδεψε νά τόν ὑπηρετεῖ, γιατί ἐκεῖνος δέν μποροῦσε νά περπατήσει.  Ἡ κ. Δέσποινα διακονοῦσε τόν γιό της μόνη της. Δέν ἤθελε νά τόν ἀφήσει σέ ἵδρυμα. Ἑξήντα πέντε χρόνια δέν βγῆκε ἀπό τό φτωχικό της. Τό ἀπέριτο σπιτάκι της ἤτανε ὁ παράδεισος ὁλόκληρης τῆς γειτονιᾶς. 

Κάποτε καί ἡ κ. Δέσποινα ἀνήμπορη κι ἐκείνη ἔβαλε τό κρεββάτι της δίπλα στόν γιό της. Ὅταν κοιμότανε, τά κεφάλια τους σχεδόν ἀκουμπούσανε. Πρίν λίγο καιρό μοῦ εἶπε ἐτούτη τήν κουβέντα συγκινημένη. Γάννη, μιά ζωή διακονοῦσα τόν γιό μου, μά τώρα μέ ἀξίωσε ὁ  Θεός καί τόν ἔχω συντροφιά. Κάθε βράδυ μοῦ χαϊδεύει μέ τό χέρι του τό κεφάλι μου. Ποιός ἄλλος ἀξιώθηκε τέτοια χάρη ; Δόξα σοι ὁ Θεός. 


Ὁ γιός της, χαριτωμένος καί αὐτός, κάποτε μοῦ εἶπε ἐτούτο τόν ἀπίστευτο λόγο... Εἶμαι πολύ εὐχαριστημένος ἀπό τήν ζωή μου, ἀδερφέ. Ποτέ δέν περπάτησα καί ἔτσι ὁ Θεός δέν μοῦ στέρησε τίποτα στήν ζωή μου.

Τό δωμάτιο τῆς κ. Δέσποινας ἤτανε γιά μένα καί γιά πολλούς ἄλλους τόπος ἀναπαύσεως, γαλήνης, καταφύγιο, ἀληθινό σχολεῖο, ἕνα πραγματικό νοσοκομεῖο γιά ὅλες τίς ἁρρώστιες τῆς ζωῆς.

Κοιμήθηκε τήν Β' Κυριακή τῶν Νηστειῶν, σέ ἡλικία 98 ἑτῶν. Αἰωνία της ἡ μνήμη.




 http://palimpsiston.blogspot.gr
 http://proskynitis.blogspot.gr

ΕΦΡΑΙΜ ΑΡΙΖΟΝΑΣ-ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΜΟΥ


Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2015

ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 2015 - Φοβερά Προστασία


Χρόνια Πολλά Παππούλη..την Ευχή Σου να έχουμε!!!




Ο Ιησούς μας, καθώς πλησίαζε στην Ιεριχώ, ένας τυφλός, που καθόταν στον δρόμο και ζητιάνευε, Του ζήτησε θεραπεία (Λουκά, κεφ. ΙΗ’, 35-43).

Ήταν τυφλός και φτωχός, είχε όμως τα μάτια της ψυχής του ανοιχτά και πίστη μεγάλη. Καθώς άκουσε, λοιπόν, θόρυβο, ρώτησε τι συμβαίνει και του είπαν πως περνά από κει ο Ιησούς ο Ναζωραίος. Κι εκείνος αμέσως εφώναξε μ’ όλη του την ψυχή και μ’ όλη του την πίστη: ''Ιησού, Υιέ του Δαβίδ, ελέησόν με''.

Και οι προπορευόμενοι τον μάλωναν για να σιωπήσει, για να μην ανησυχήσει και προσβάλει τον υψηλό Επισκέπτη, ή να μην Τον διακόψει από την ομιλία Του, αν ομιλούσε. Εκείνος, όμως, όχι μόνο δεν σταμάτησε και δε συμμορφώθηκε με τη σύστασή τους, αλλά φώναζε πολύ περισσότερο: ''Ιησού, Υιέ του Δαβίδ, ελέησόν με''.

Αυτό έδειχνε τη μεγάλη και βαθιά πίστη του στον Μεσσία Χριστό, στον ενανθρωπήσαντα Κύριο. Και αυτό στάθηκε ικανό να σταματήσει ο Ιησούς, να διακόψει την πορεία Του, πιθανόν και τη διδασκαλία Του και να παρακαλέσει αυτούς που ήταν κοντά του να τον φέρουν πλησίον Του.

Και καθώς έφτασε κοντά Του ο τυφλός, κατευθυνόμενος από τους ανθρώπους του Ιησού, τον ρώτησε Εκείνος: ''Τι θέλεις να σου κάμω;''. Και ο τυφλός απάντησε: ''Κύριε, θέλω να ξαναδώ''. Στην αρχή οι άνθρωποι τον είπαν ''Ναζωραίο Ιησού''. Εκείνος τον είπε ''Υιό του Δαβίδ'', ένδοξο απόγονο του Δαβίδ. Και τώρα τον λέει ''Κύριο''. Τί μεγαλείο πίστεως! Τί θέρμη πίστεως και τι βάθος αγάπης, και τι μεγαλείο ψυχής! Τί μάτια ολάνοιχτα της ψυχής του!

Και ο Κύριος στη συνέχεια του λέει ένα ρήμα: ''Ανάβλεψον''. ''Να ξαναδείς''. Και ο λόγος του Κυρίου έγινε έργο. Μέσα στον Θείο Του λόγο ήταν και το φως του τυφλού. Και ανέβλεψε. Και του είπε: ''Η πίστη σου σε έσωσε''. Δεν του ζήτησε πίστη, γιατί όλα αυτά τα οποία έκανε ήταν πίστη. Πίστη βαθιά και ουσιαστική.

Και τι έκανε στη συνέχεια; Δεν έφυγε. Όχι! Ακολούθησε τον Ιησού. Ακολούθησε τον Ιησού και Τον δοξολογούσε, και χαιρότανε και ευφραινότανε. Κι ο κοσμάκης που το είδε ''έδωσε'', λέει, ''αίνον τω Θεώ'', δηλαδή ανύμνησε. Δοξολογούμε τον Θεό για τη δύναμή Του, και Τον ανυμνούμε και Τον επαινούμε για την αγαθότητά Του. Ο Κύριος έρχεται πάντα κοντά μας, περνάει δίπλα μας, είναι μαζί μας. Εμείς, όμως, έχοντας ψυχική τύφλωση, πολλές φορές δεν μπορούμε να αισθανθούμε την παρουσία Του, να δούμε τα μεγαλεία Του και να ανυμνήσομε τα θαύματά Του.

Γι’ αυτό ο τυφλός, ο τέως τυφλός, είναι εικόνα της Ανθρωπότητος, η οποία είναι τυφλή Πνευματικά κατά κανόνα και ζητιάνα. Δεν βλέπει το φως του κόσμου αλλά το ζητάει. Κι ο Κύριος, που έρχεται αυτεπάγγελτος βοηθός, μας θεραπεύει.
Ας Τον παρακαλούμε ν’ ανοίγει της ψυχής μας τα μάτια, να θεραπεύει την ψυχική μας τύφλωση και ν’ ανοίγει και των άλλων τα μάτια, όλων των ανθρώπων, για να ερχόμεθα κοντά Του, να γινόμαστε δικοί Του και να αυξάνομε και τη χαρά Του και τη χαρά μας.

Γέροντας Ανανίας Κουστένης.

Δημοφιλείς αναρτήσεις