Κυριακή 15 Μαΐου 2016

Ομιλία εις την Κυριακήν των Μυροφόρων , Άγιος Γρηγόριος o Παλαμάς



(Όπου και αναφέρεται ότι πρώτη ή Θεοτόκος είδε τον Κύριο μετά την εκ νεκρών ανάστασί του)
Η ανάστασις του Κυρίου είναι ανανέωσις της ανθρωπίνης φύσεως. Και για τον πρώτο Αδάμ, πού λόγω της αμαρτίας καταπόθηκε από τον θάνατο και δια του θανάτου επέστρεψε στην γη, από οπού πλάσθηκε, είναι αναζώωσις και ανάπλασις και επάνοδος προς την αθάνατη ζωή.
Εκείνον λοιπόν στην αρχή κανένας άνθρωπος δεν τον είδε να πλάθεται και να παίρνει ζωή (αφού κανένας άνθρωπος δεν υπήρχε ακόμη εκείνη την ώρα). Όταν όμως έλαβε την πνοή της ζωής με το θείο εμφύσημα, πρώτη από όλους τους άλλους τον είδε μια γυναίκα (διότι ή Εύα στάθηκε ό πρώτος άνθρωπος μετά από εκείνον).
Με τον ίδιο τρόπο λοιπόν και τον δεύτερο Αδάμ, δηλαδή τον Κύριο, όταν ανίστατο από τους νεκρούς, κανένας άνθρωπος δεν τον είδε (αφού κανείς δικός του δεν παρευρισκόταν εκεί και οι στρατιώτες πού φύλαγαν το μνήμα, ταραγμένοι από τον φόβο, είχαν γίνει ωσεί νεκροί). Μετά την ανάσταση όμως, πρώτη από όλους τους άλλους τον είδε μία γυναίκα, όπως ακούσαμε να μας ευαγγελίζεται σήμερα ό Μάρκος. Διότι λέγει: αναστάς ο Ιησούς πρωί πρώτη Σαββάτου εφάνη πρώτον Μαρία τη Μαγδαληνή.
Βέβαια ό Ευαγγελιστής φαίνεται σαν να δήλωσε σαφώς και την ώρα πού αναστήθηκε ό Κύριος, δηλαδή το πρωί, και ότι πρώτα εμφανίσθηκε στην Μαρία την Μαγδαληνή και ότι εμφανίσθηκε την ίδια την ώρα της αναστάσεως. Όμως δεν λέει έτσι, όπως θα γίνει φανερό αν προσέξουμε λίγο. Διότι λίγο πιο πάνω και σε συμφωνία με τους άλλους Ευαγγελιστές λέγει κι αυτός ότι αυτή ή ίδια Μαρία έχοντας μαζί της και τις άλλες Μυροφόρες ήλθε και νωρίτερα στον τάφο και τον είδε αδειανό και έφυγε.
Αρα ό Κύριος αναστήθηκε πολύ νωρίτερα από το πρωί πού τον είδε αύτη. Επισημαίνοντας μάλιστα και την ώρα εκείνη ό Ευαγγελιστής, δεν είπε απλώς πρωί, όπως εδώ, αλλά λίαν πρωί. Επομένως ανατολή ηλίου ονομάζει εκεί το αμυδρό φως πού πρωτοεμφανίζεται στον ορίζοντα, το οποίο υπονοώντας και ό Ιωάννης λέγει ότι ή Μαρία ή Μαγδαληνή ήλθε πρωί σκοτίας έτι ούσης εις το μνημείον και είδε τον λίθον ηρμένον εκ του μνημείου.
Και κατά τον Ιωάννη, αυτή τότε δεν ήλθε μόνο προς το μνήμα, άλλα και έφυγε από το μνήμα, χωρίς να εχη δει ακόμη τον Κύριο. Διότι τρέχει και έρχεται προς τον Πέτρο και τον Ιωάννη και αναγγέλλει όχι ότι αναστήθηκε ό Κύριος, αλλά ότι τον πήραν από τον τάφο. Αρα δεν γνώριζε ακόμη την ανάστασι. Συνεπώς ή Μαρία δεν ήταν άπλα ή πρώτη στην οποία εμφανίσθηκε ό Κύριος, αλλά ή πρώτη μετά την πλήρη έλευση της ημέρας.
Υπάρχει λοιπόν κάτι πού αναφέρεται συγκεκαλυμμένα από τους Ευαγγελιστές, το όποιο και θα αποκαλύψω στην αγάπη σας. Διότι το ευαγγέλιο της αναστάσεως του Κυρίου, πρώτη από όλους τους άλλους ανθρώπους, όπως ήταν και πρέπον και δίκαιο, ή Θεοτόκος το δέχθηκε από τον Κύριο και αυτή πριν από όλους Τον είδε αναστημένο και απόλαυσε τη θεία Του ομιλία. Και όχι μόνο τον είδε με τα μάτια της και τον άκουσε με τα αυτιά της, αλλά και άγγισε, πρώτη αυτή και μόνη, τα άχραντα πόδια Του, έστω κι αν δεν τα λένε φανερά όλα αυτά οί Ευαγγελιστές, μη θέλοντας να παρουσιάσουν την μητέρα σαν μάρτυρα της αναστάσεως και δώσουν έτσι αφορμή υποψίας στους απίστους.
Εμείς όμως τώρα με την χάρι του Άναστάντος ομιλούμε σε πιστούς και ή υπόθεσης της εορτής μας αναγκάζει να διευκρινίσουμε τα σχετικά με τις Μυροφόρες. Για αυτό, αφού μας παρέχει την άδεια του λόγου εκείνος πού είπε ουδέν κρυπτόν ό ου φανερόν γεννήσεται, θα κάνουμε ώστε και αυτό το κρυπτόν νά φανερωθή.
Μυροφόρες είναι λοιπόν οί γυναίκες πού ακολουθούσαν μαζί με την Μητέρα του Κυρίου και παρέμειναν μαζί της κατά τον καιρό του σωτηρίου πάθους και φρόντισαν να αλείψουν με μύρα το σώμα του Κυρίου.
Τον καιρό δηλαδή πού ό Ιωσήφ και ό Νικόδημος ζήτησαν και έλαβαν από τον Πιλάτο το δεσποτικό σώμα, το ξεκρέμασαν από τον σταυρό, το περιέκλεισαν σε σάβανα μαζί με πολύ παχύρρευστα αρώματα, το τοποθέτησαν μέσα σε λαξευτό μνημείο κι έβαλαν μία μεγάλη πέτρα πάνω στη θύρα του μνημείου, παρευρίσκονταν εκεί κατά τον Ευαγγελιστή Μάρκο και παρακολουθούσαν ή Μαρία ή Μαγδαληνή και ή άλλη Μαρία καθήμεναι απέναντι του τάφου. Με την φράση και ή άλλη Μαρία υποδηλώνεται αναμφίβολα ή Θεομήτωρ.
Διότι αυτή εκαλείτο και Ιακώβου και Ίωση μήτηρ, επειδή εκείνοι ήταν γιοι του Ιωσήφ του Μνήστορος.
Δεν παρευρίσκονταν δε μόνο αυτές εκεί παρατηρώντας, όταν ενταφιάζονταν ό Κύριος, άλλα και άλλες γυναίκες, όπως εξιστόρησε ό Λουκάς γράφοντας: κατακολουθήσασαι δε γυναίκες, αίτινες ήσαν συνεληλυθυίαι ούτω εκ της Γαλιλαίος, εθεάσαντο το μνημείον και ως ετέθη το σώμα αυτού· ήσαν δε ή Μαγδαληνή Μαρία και Ιωάννα και Μαρία Ίακώβον και αι λοιποί συν αυταίς.
Αφού δε επέστρεψαν, λέει, αγόρασαν αρώματα και μύρα. Διότι ακόμη δεν είχαν καταλάβει ακριβώς ότι Αυτός είναι στ' αλήθεια ή οσμή της ζωής για όσους τον πλησιάζουν με πίστη (όπως ακριβώς είναι και οσμή θανάτου για όσους μένουν έως τέλους απειθείς), και οσμή ιματίων αυτού, δηλαδή του ιδίου του σώματος Του, είναι όπερ πάντα τα αρώματα και μύρον εκκενωθέν όνομα αυτώ, με το οποίο και γέμισε από θεία εύωδία την οικουμένη.
Αλλά ετοιμάζουν μύρα και αρώματα, άφ' ενός μεν για να τιμήσουν τον κείμενο νεκρό, άφ' ετέρου δε επινοώντας με το άλειμμα αυτό και κάποια παρηγοριά γι' αυτούς πού θα ήθελαν να παραμείνουν κοντά στο σώμα, καθώς αυτό θα ανέδιδε την δυσωδία της σήψεως.
Αφού λοιπόν ετοίμασαν τα μύρα και τα αρώματα, το μεν Σάββατο ησύχασαν κατά την εντολή . Διότι ακόμη δεν είχαν καταλάβει τα αληθινά Σάββατα ούτε είχαν γνωρίσει εκείνο το υπερευλογημένο Σάββατο πού μεταβιβάζει την ανθρώπινη φύση μας από τα σπήλαια του Αδη στο ολόφωτο και θειο και ουράνιο ύψος.
Τη δε μια των Σαββάτων, όρθρου βαθέως, όπως λέγει ό Λουκάς, ήλθον επί το μνήμα, φέρουσαι α ετοίμασαν αρώματα. Ό δε Ματθαίος λέγει: όψε Σαββάτων, τη επιφωσκούση εις μίαν Σαββάτων και ότι δύο ήταν αυτές πού προσήλθαν ενώ ό Ιωάννης: πρωί σκοτίας έτι ούσης και ότι μία, ή Μαγδαληνή Μαρία, ήταν αυτή πού προσήλθε ό δε Μάρκος: λίαν πρωί της μιας Σαββάτων και ότι τρεις ήταν αυτές που προσήλθαν.
«Μίαν Σαββάτων» λοιπόν ονομάζουν όλοι οι ευαγγελιστές την Κυριακή. «Οψέ Σαββάτων» δε και «όρθρον βαθύν» και «λίαν πρωί» και «πρωί σκοτίας έτι ούσης» ονομάζουν περίπου τον χρόνο του όρθρου, όταν το φως είναι ανάμικτο με το σκοτάδι.
Είναι δε όρθρος από την στιγμή που θα αρχίσει να φωτίζει το ανατολικό μέρος του ορίζοντος προαναγγέλλοντας έτσι τον ερχομό της ημέρας. Αυτό το σημείο παρατηρώντας κανείς από μακριά, μπορεί να το δη να αρχίζει να ροδίζει με φως γύρω στην ενάτη ώρα της νυκτός, έτσι ώστε μέχρι την πλήρη ήμερα να υπολείπονται άλλες τρεις ώρες.
Βέβαια κατά κάποιο τρόπο, οι ευαγγελιστές φαίνονται να διαφωνούν μεταξύ τους, τόσο για την ώρα, όσο και για τον αριθμό των γυναικών. Κι αυτό, γιατί όπως είπα, και πολλές ήταν οι Μυροφόρες, και ήλθαν στον τάφο όχι μια φορά, άλλα και δεύτερη και τρίτη, και καθ' ομάδας μεν, άλλ' όχι πάντοτε οί ίδιες, και όλες μεν κατά τον όρθρο, όχι όμως την ίδια ακριβώς στιγμή ή Μαγδαληνή δε ξεχώρισε και ήλθε και πάλι μόνη της και έμεινε περισσότερο.
Λοιπόν κάθε ευαγγελιστής αναφέρει μία προσέλευση κάποιας ομάδος και παραλείπει τις άλλες. Όπως δε εγώ αναμετρώ και συμπεραίνω από όλους τους ευαγγελιστές και όπως το είπα και προηγουμένως, πρώτη από όλες τις άλλες ήλθε στον τάφο του Υιού και Θεού της ή Θεοτόκος, έχοντας μαζί της και την Μαγδαληνή Μαρία. Και αυτό κυρίως το συμπεραίνω από τον ευαγγελιστή Ματθαίο.
Διότι αυτός λέγει: ήλθε ή Μαγδαληνή Μαρία και ή άλλη Μαρία (ή οποία ασφαλώς ήταν ή Θεομήτωρ) θεωρείσαι τον τάφον. Και ιδού σεισμός εγένετο μέγας· άγγελος γαρ Κυρίου καταβάς εξ ουρανού προσελθών απεκύλισε τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου και εκάθητο επάνω αυτού· ην δε ή ιδέα αυτόν ως αστραπή και το ένδυμα αυτού λευκόν ώσει χιών· από δε του φόβου αυτού εσείσθησαν οί τηρούντες και εγένοντο ώσει νεκροί .
Όλες λοιπόν οί άλλες γυναίκες ήλθαν μετά τον σεισμό και την φυγή των φυλάκων και βρήκαν τον τάφο ανοιγμένο και τον λίθο παραμερισμένο.
Ενώ ή Παρθενομήτωρ ήταν εκεί την στιγμή πού γινόταν ό σεισμός και παραμεριζόταν ό λίθος και ανοιγόταν ό τάφος και παρευρίσκονταν οί φύλακες (αν και συγκλονισμένοι βέβαια από τον φόβο γι' αυτό και μετά τον σεισμό, μόλις συνήλθαν, κοίταξαν αμέσως πώς να φύγουν και έτσι ή Θεομήτωρ απολάμβανε πιο άφοβα τη θέα).
Έμενα δε μου φαίνεται ακόμη ότι γι' αυτήν πρώτη ανοίχθηκε εκείνος ό ζωηφόρος τάφος (διότι γι' αυτήν πρώτη και δι' αυτής όλα μας ανοίχθηκαν, όσα είναι επάνω στον ουρανό και όσα είναι εδώ κάτω στη γη) και ότι γι' αυτήν έλαμψε έτσι ό άγγελος ώστε αυτή δηλαδή, αν και ήταν ακόμη σκοτεινά, με πλούσιο το φως του αγγέλου, όχι μόνο τον τάφο να δη κενό, άλλα και τα εντάφια τακτοποιημένα, έτσι πού να μαρτυρούν με κάθε τρόπο την έγερση του ενταφιασθέντος.
Προφανώς δε ό ευαγγελιστής άγγελος ήταν αυτός ό ίδιος ό Γαβριήλ. Διότι μόλις την είδε να σπεύδει έτσι προς τον τάφο, αυτός πού παλιότερα της είχε πει, μη φόβου, Μαριάμ ευρες γαρ χάριν παρά τω Θεώ, σπεύδει και τώρα και κατεβαίνει να πει και πάλι το ίδιο στην Αειπάρθενο και να της ευαγγελιστεί την εκ νεκρών άνάστασι εκείνου πού γεννήθηκε άσπορος από αυτήν να σήκωση τον λίθο, να επίδειξη κενό τον τάφο και τα εντάφια και έτσι να την διαβεβαίωση για την χαρμόσυνη είδηση.
Διότι λέγει: αποκριθείς ό άγγελος είπε ταίς γυναιξί: μη φοβήσθε υμείς· Ιησούν ζητείτε τον εσταυρωμένον; ήγέρθη, ίδε ό τόπος όπου εκείτο ό Κύριος. Δηλαδή με αλλά λόγια: Αν και βλέπετε τους φύλακες συγκλονισμένους από τον φόβο, εσείς όμως μη φοβήσθε. Διότι γνωρίζω ότι ζητείτε τον Ιησούν, πού σταυρώθηκε.
Σηκώθηκε, δεν βρίσκεται εδώ. Διότι αυτός, όχι μόνο δεν κρατιέται από του αδη και του θανάτου και του τάφου τις κλειδαριές και τους μοχλούς και τις σφραγίδες, αλλά είναι και Κύριος ημών των αθανάτων και ουρανίων αγγέλων και μόνος αυτός είναι Κύριος του σύμπαντος. Διότι, λέγει, ίδετε τον τόπον όπου εκείτο ό Κύριος και ταχύ πορευθείσαι είπατε τοις μαθηταίς αυτού ότι ηγέρθη από των νεκρών.
Εξελθούσαι δε, λέγει, μετά φόβου και χαράς μεγάλης. Έμενα μου φαίνεται και πάλι ότι τον μεν φόβο τον είχαν ακόμη ή Μαγδαληνή Μαρία και οί άλλες γυναίκες πού είχαν έως τότε συγκεντρωθεί. Διότι αυτές δεν κατάλαβαν την σημασία των λόγων του αγγέλου ούτε μπόρεσαν να προλάβουν καλά-καλά το φως, ώστε να δουν και να αντιληφθούν με ακρίβεια το γεγονός.
Ενώ την μεγάλη χαρά την δέχθηκε ή Θεομήτωρ, διότι κατενόησε τα λόγια του αγγέλου και δόθηκε ολόκληρη σ' εκείνο το φως (ως άκρως κεκαθαρμένη πού ήταν και θεϊκώς κεχαριτωμένη) και από όλα αυτά γνώρισε με βεβαιότητα την αλήθεια και πίστεψε στον αρχάγγελο, αφού αυτός και από πολύ παλιότερα της είχε φανεί αξιόπιστος με τα έργα. Πώς άλλωστε από τέτοια γεγονότα στα όποια παρευρέθηκε, να μη καταλάβει ή θεόσοφος Παρθένος το τι είχε συντελεστεί;
Όταν είδε σεισμό, και μάλιστα μεγάλο; Όταν είδε άγγελο να κατεβαίνει από τον ουρανό, και μάλιστα αστραποβόλο; Όταν είδε τη νέκρωση των φυλάκων και του λίθου την μετακινήση και την κένωση του τάφου και το μεγάλο θαύμα των ενταφίων, που παρέμεναν αξετύλιχτα και συγκρατημένα από την σμύρνα και την αλόη και φαίνονταν σαν αδειανά από το σώμα; κι όταν ακόμη είδε την χαρμόσυνη εμφάνιση και αγγελία του αγγέλου προς αυτήν;
Αλλά αφού βγήκαν έξω μετά από αυτήν την χαρμόσυνη είδηση, ή μεν Μαγδαληνή Μαρία, σαν να μην είχε καν ακούσει τον άγγελο (αφού άλλωστε κι εκείνος δεν μίλησε γι' αυτήν), διαπιστώνει μόνο την κένωση του τάφου, χωρίς καθόλου να ενδιαφερθεί για τα εντάφια, και τρέχει προς τον Σίμωνα Πέτρο και τον άλλο μαθητή, όπως λέγει ό Ιωάννης.
Ή δε Θεομήτωρ Παρθένος, αφού ενώθηκε με άλλο όμιλο γυναικών, επέστρεφε πάλι εκεί από όπου είχε έλθει. Και ιδού, όπως λέγει ό Ματθαίος, ό Ιησούς υπήντησεν αυταίς λέγων, χαίρετε. Βλέπετε λοιπόν ότι πριν κι από την Μαγδαληνή Μαρία ή Θεομήτωρ είδε αυτόν που για την σωτηρία μας έπαθε σωματικά και ενταφιάστηκε και αναστήθηκε;
Αί δε προσελθούσαι, λέγει, εκράτησαν αυτού τους πόδας και προσεκύνησαν αύτω. Όπως δε, όταν ή Θεοτόκος άκουσε μαζί με την Μαγδαληνή Μαρία την χαρμόσυνη είδηση της αναστάσεως από τον άγγελο, μόνη αυτή κατάλαβε την σημασία εκείνων των λόγων, Έτσι και τώρα, που ήταν μαζί με τις άλλες γυναίκες, όταν συνάντησε τον Υιό και Θεό της, πρώτη από όλες τις άλλες είδε και αναγνώρισε τον άναστάντα και προσπίπτοντας άγγισε τα πόδια του και έγινε απόστολος του προς τους Αποστόλους.
Ότι δε ή Μαγδαληνή Μαρία δεν ήταν μαζί με τη Μητέρα του Θεού, όταν την συνάντησε και της εμφανίσθηκε και της μίλησε ό Κύριος, καθώς επέστρεφε από τον τάφο, το διδασκόμαστε από τον Ιωάννη.
Διότι λέει: τρέχει αυτή προς Σίμωνα Πέτρο και προς τον άλλον μαθητή όν εφίλη ό Ιησούς και λέγει αυτοίς: ήραν τον Κύριον εκ του μνημείου και ουκ οίδαμεν πού έθηκαν αυτόν. Αν πράγματι τον είχε δει και τον είχε αγγίσει με τα χέρια της και τον είχε ακούσει να μιλά, πώς θα έλεγε τέτοια πράγματα; ότι δηλαδή τον σήκωσαν και τον μετέθεσαν, το που όμως δεν το γνωρίζουμε; Άλλα και μετά το τρέξιμο του Πέτρου και του Ιωάννη προς τον τάφο και την εκεί θέα των οθονίων και την επιστροφή τους λέγει: Μαρία δε ειστήκει προς τω μνημείω κλαίουσα έξω. 
Βλέπετε ότι όχι μόνο δεν τον είχε δει ακόμη, αλλά ούτε και εξ ακοής δεν είχε πληροφορηθεί τίποτε; Και όταν την ρώτησαν οι εμφανισθέντες άγγελοι: γύναι, τι κλαίεις, εκείνη αποκρίνεται και πάλι σαν να επρόκειτο για νεκρό. Και όταν πάλι στράφηκε και είδε τον Ιησού, ούτε και τότε δεν κατάλαβε, άλλα ερωτώμενη από αυτόν γιατί κλαίει απαντά παρομοίως.
Εως ότου εκείνος καλώντας την με το όνομα της , της έδειξε ότι είναι αυτός ό ίδιος. Τότε λοιπόν προσπίπτοντας και αυτή και ζητώντας να προσφέρει τον ασπασμό στα πόδια του, άκουσε από αυτόν τις λέξεις: μη μου άπτου.
Από το όποιο μαθαίνουμε ότι, όταν προηγουμένως φάνηκε στην Μητέρα και τις γυναίκες πού ήταν μαζί της, σε εκείνη μόνη επέτρεψε να αγγίσει τα πόδια του (παρ' όλο πού ό Ματθαίος το αναφέρει αυτό γενικά και για τις άλλες γυναίκες, μη θέλοντας για τον λόγο πού είπαμε στην αρχή να προβάλει φανερά την Μητέρα σ' ένα τέτοιο θέμα).
Και αφού πρώτη ήλθε στον τάφο ή αειπάρθενος Μαρία και πρώτη δέχθηκε το μήνυμα της αναστάσεως, έπειτα ήλθαν και άλλες, πού ήταν πολλές μαζί, και είδαν κι εκείνες τον λίθο μετατοπισμένο και άκουσαν τους αγγέλους και, καθώς επέστρεφαν μετά από αυτό το άκουσμα και την θέα, διαμοιράστηκαν.
Άλλες, όπως λέγει ό Μάρκος, έφυγαν οπό του μνημείου και ειχεν αύτάς φόβος και έκστασις και ουδενί ουδέν ειπών, εφοβούντο γαρ. Άλλες ακολούθησαν την Μητέρα του Κυρίου, οι οποίες και αξιώθηκαν της θέας και συνομιλίας του Δεσπότου.
Ή δε Μαγδαληνή πήγε στον Πέτρο και τον Ιωάννη, μαζί με τους οποίους έρχεται και πάλι αυτή μόνη προς τον τάφο. Κι όταν εκείνοι αναχώρησαν, αυτή παραμένοντας εκεί αξιώνεται της θέας του Δεσπότου και αποστέλλεται και αυτή προς τους Αποστόλους και έρχεται πάλι προς αυτούς, για να αναγγείλει σε όλους, όπως λέγει ό Ιωάννης, ότι έώρακε τον Κύριον και ταύτα ειπεν αυτή.
Αυτή λοιπόν ή εμφάνισις λέγει και ό Μάρκος ότι έγινε το πρωί, δηλαδή κατά την πλήρη έναρξη της ημέρας και αφού είχε περάσει ολόκληρος ό όρθρος, χωρίς όμως να ισχυρίζεται ότι τότε έγινε και ή άνάστασις του Κυρίου ή πρώτη εμφάνισις του.
Λοιπόν έχουμε τώρα τα περί των Μυροφόρων εξηγημένα με σαφήνεια, καθώς και την περί αυτών συμφωνία των τεσσάρων Ευαγγελιστών πού ζητούσαμε στην αρχή. Οι δε μαθητές, όταν κατ' αυτή την ίδια μέρα της αναστάσεως άκουσαν από τις Μυροφόρες και τον Πέτρο και τον Λουκά και τον Κλεόπα ότι ό Κύριος ζή και τον είδαν, απίστησαν.
Γι' αυτό και ονειδίζονται από αυτόν, όταν υστέρα τους εμφανίσθηκε, καθώς ήταν συγκεντρωμένοι. 'αφού δε μέσω πολλών προσώπων και με πολλούς τρόπους φανέρωσε τον εαυτό του ότι ζή, όχι μόνο πίστεψαν όλοι, αλλά και κήρυξαν παντού: Εις πάσαν την Γήν έξήλθεν ό φθόγγος αυτών και εις τα πέρατα της οικουμένης τα ρήματα αυτών, του Κυρίου συνεργούντος και τον λόγον βεβαιούντος δια των επακολουθούντων σημείων.
Διότι, έως ότου κηρυχθεί ό λόγος σε όλη τη γη, τα θαύματα ήταν αναγκαιότατα.
Και χρειάζονται μεν σημεία και υπερφυσικά θαύματα, για να φανεί και να βεβαιωθεί ή αλήθεια του κηρύγματος. Χρειάζονται δε «σημεία», όχι όμως και υπερφυσικά θαύματα, για να φάνουν εκείνοι πού δέχθηκαν τον λόγο κατά πόσον δηλαδή πίστεψαν με βεβαιότητα. Και ποια είναι αυτά τα «σημεία»;
Τα σημεία των έργων. Διότι λέγει: δείξον μοι την πίστιν σον εκ των έργων σου, και τίς πιστός, δειξάτω εκ της καλής αναστροφής τα έργα αυτού . Διότι ποιος να πιστεύση για κάποιον, ότι έχει πράγματι θείους και μεγάλους και υψηλούς και θα λέγαμε ουράνιους λογισμούς (πού ακριβώς τέτοια είναι ή ευσέβεια), όταν αυτός επιδίδεται σε έργα ανήθικα και είναι προσηλωμένος στη γη και στα γήινα;
Δεν ωφελεί λοιπόν τίποτε, αδελφοί, το να λέγει κανείς ότι έχει πίστη θεϊκή και να μην εχη έργα πού να ταιριάζουν στην πίστη του. τι ωφέλησαν οί λαμπάδες στις μωρές παρθένες, την στιγμή πού δεν είχαν έλαιο, έργα δηλαδή αγάπης και συμπαθείας; τι ωφέλησε σ' εκείνον τον πλούσιο, πού τηγανιζόταν στην άσβεστη φλόγα εξ αιτίας της ασυμπαθείας του προς τον Λάζαρο, το ότι κάλεσε τον Αβραάμ «πατέρα»; τι ωφέλησε σ' εκείνον τον άνθρωπο, πού δεν είχε αποκτήσει δια των καλών έργων ένδυμα κατάλληλο για τον θείο γάμο και τον νυμφώνα εκείνο της αφθαρσίας, ή δήθεν ευπείθεια προς την πρόσκληση;
Προσκλήθηκε μεν και προσήλθε (διότι αναμφιβόλως πίστεψε) και παρεκάθησε μαζί με τους αγίους εκείνους συνδαιτυμόνες. Όταν όμως ξεσκεπάστηκε και καταισχύνθηκε, γιατί ήταν ντυμένος την αθλιότητα των ηθών και των πράξεων του, δένεται χωρίς έλεος χειροπόδαρα και ρίχνεται στη γέεννα του πυρός, οπού είναι ό κλαυθμός και ό βρυγμός των οδόντων.
Αυτήν είθε να μη την δοκιμάσει κανένας από μας πού καλούμεθα Χριστιανοί, αλλά επιδεικνύοντας βίο ανάλογο προς την πίστη μας, να εισέλθουμε στον νυμφώνα της άφθαρτης ευφροσύνης και να ζήσουμε αιωνίως μαζί με τους Αγίους εκεί οπού είναι ή κατοικία όλων των ευφραινομένων. Αμήν.

Σχόλια στην Κυριακή των Μυροφόρων



Ξεχωρίζω μια ωραία ερμηνεία στο ευαγγέλιο του Μάρκου.Ο Μάρκος μας λέει πώς οι μυροφόρες επισκέφτηκαν τον Τάφο, "ανατείλαντος του ηλίου". Έτσι είναι ο μόνος πού διαφέρει κάπως από τον Ματθαίο και τον Λουκά , πού μας λένε για επίσκεψη αξήμερωτα στον τάφο. Αλλά οι Πατέρες έρχονται και μας λένε: Ποιού ηλίου; Του νοητού ηλίου της δικαιοσύνης, του Χριστού! Όταν ανέτειλε από τον τάφο, τότε ήρθαν οι μυροφόρες.
Υπάρχει βέβαια και η αρχαιότατη παράδοση της Εκκλησίας πού μνημονεύει τρεις ή τέσσερις διαφορετικές επισκέψεις γυναικών και αποστόλων στο μνημείο. Κάθε ευαγγελιστής διασώζει από μία. Ο δε Ιερώνυμος σχολιάζει και λέει πώς οι Μυροφόρες γυναίκες δεν έπαψαν όλη την νύχτα να επισκέπτονται το μνημείο, από ανησυχία, για να μην συλήσουν οι εχθροί του Χριστού, τον Τάφο του διδασκάλου τους. Εκεί είχαν και τις διάφορες οπτασίες. Και την νύχτα την βαθιά , ενώ δεν είχε χαράξει, ο Ματθαίος μας λέει για σεισμό και αποκύλιση του λίθου και κατάβαση Αγγέλου και νέκρωση των φρουρών. Και αυτόπτες μάρτυρες ήταν η Θεοτόκος και η Μαγγδαληνή, έναντι του τάφου. Η Θεοτόκος πρώτη άκουσε το ευαγγέλιο της ανάστασης από τον άγγελο και επιστρέφοντας στην Ιερουσαλήμ, συνάντησε με τις συνοδούς της τον Κύριο, πού τους είπε το Χαίρετε. Ο δε Λουκάς μνημονεύει μεγάλη συνοδεία μυροφόρων, πού ξεκίνησαν με βοηθούς μαζί τους να πάνε στον τάφο όρθρου βαθέως και εκεί είδαν δύο αγγέλους, πού τις επιτήμησαν γιατί έψαχναν τον ζωντανό ανάμεσα στους νεκρούς και δεν πίστεψαν στην Γραφή. 
 Και οι μυροφόρες γίνονται ευαγγελίστριες στους μαθητές. Τότε ο Πέτρος τρέχει στο μνημείο και βλέπει τα εντάφια ενδύματα μόνα. Με το Λουκά συμφωνεί και ο Ιωάννης, ο οποίος κάνει τον ευαγγελισμό των Μυροφόρων πιό προσωπικό και εστιάζει στην εμπειρία της Μαγδαληνής.Πρωΐ λοιπόν πήγε στον τάφο και τον είδε κενό και έτρεξε στον Πέτρο και τον Ιωάννη και ήρθαν στον τάφο και είδαν και επίστευσαν. Και εκείνη έμεινε εκεί όπου είχε οπτασία δύο αγγέλων και του ιδίου του Αναστημένου Χριστού. Ο Ιωάννης άλλωστε προτιμά την προσωπική αποκάλυψη του Αναστημένου σε συγκεκριμένα πρόσωπα: στην Μαγδαληνή, στον Θωμά και τον Πέτρο και δεν είναι παράδοξο πού εστιάζει στην Μαρία.Ο Μαρκος συμφωνεί με αυτόν, αφού λέει πώς η πρώτη πρωϊνή εμφάνιση έγινε στην Μαγδαληνή και έπειτα παραθέτει έναν κατάλογο εμφανίσεων. Επίσης ο Μάρκος αναφέρεται σε επίσκεψη των μυροφόρων, αφού έχει ξημερώσει, στην αγωνία τους ποιός θα αποκυλίσει τον λίθο και στον ευαγγελισμό τους από έναν άγγελο εντός του μνημείου.
Είναι ευδιάκριτο πώς πρόκειται για διαφορετικές πορείες των Μυροφόρών. Αλλάζει ο χρόνος, ο αριθμός των αγγέλων, η τοποθέτηση τους εντός και εκτός του μνημείου, μόνο τα ευαγγέλια, δηλαδή η αναγγελία της Ανάστασης παραμένει ίδια στις εκφράσεις και έχει να κάνει με την αρχαία πίστη της Εκκλησίας και τις πηγές της. Και είναι μία η αναγγελία της Ανάστασης, γιατί είναι κοινή η χαρμόσυνη είδηση. Ο Λουκάς διαφέρει ολίγον τί, αλλά και αυτός όχι και τόσο από τους άλλους.
Τέλος, υπάρχει και η συνθετική ερμηνεία πού μιλάει για μία και μόνη επίσκεψη των Μυροφόρων, για αξιοποίηση παραδόσεων πού έχει ο κάθε ευαγγελιστής και για διαφορές όχι στην ουσία, αλλά στα σημεία, πού εξυπηρετούν την θεολογία και οικονομία των ευαγγελίων τους. Το μόνο σίγουρο είναι πώς η Ανάσταση πρώτον αποκαλύφθηκε στην Γυναίκα. Γιατί η Γυναίκα αγάπησε και δεν έδειξε φόβο πρώτον και δεύτερον επειδή αυτή άκουσε πώς με πόνο θα γεννάει και πώς εξ αιτίας της πτώσης της εισήλθε ο Θάνατος στους ανθρώπους και πώς από τον απόγονο της θα προέλθει ο Νικητής του δράκοντα του αρχαίου, άξιζε πρώτη να ακούσει και τα ευαγγέλια της Ανάστασης και την αναγγελία της σωτηρίας.
 Oι ραββίνοι και οι αρχιερείς του Ισραήλ, γέρασαν πάνω στην ανάγνωση και ερμηνεία του Νόμου και θεωρούνταν σπουδαίοι στον Ισραήλ και κάτοχοι της γνώσης. Μερικοί, από αυτούς, οι σαδδουκαίοι, έφτασαν από τα πολλά γράμματα και την αλαζονεία τους να μην πιστεύουν σε ανάσταση νεκρών και ύπαρξη πνευμάτων. Διάβαζαν τον Ησαΐα, τον Σοφονία, τον Ιωνά, τον Δανιήλ, τους Ψαλμούς, την Πεντάτευχο και τους άλλους προφήτες και δεν εννόησαν ποτέ πώς ο Μεσσίας θα ανασταίνοταν από τον Τάφο την τρίτη ημέρα. Διάβαζαν αλλά δεν εννοούσαν. Ερμήνευαν και πίστευαν πώς ουσία του νόμου ήταν να τρώς με καθαρά πιάτα και με καθαρά χέρια ή να κάνεις προσφορές στο θησαυροφυλάκιο του Ναού. Και από την πολλή σοφία τους, παρέδωσαν τον Αδελφό τους στους ανόμους για να Τον σταυρώσουν, ξεχνώντας πώς από τον Νόμο τους είναι καταραμένος όποιος κρεμάται επί ξύλου και παραδεχόμενοι πώς βασιλιάς τους δεν είναι ο Κύριος Σαβαώθ , αλλά ο Καίσαρας!
Και ενώ ο Χριστός τους συγχώρησε πάνω στον Σταυρό, ενώ είδαν τα σημεία και αργότερα και τα σημεία των Αποστόλων,ενώ οι απόστολοι τους εξέθεσαν πώς έχουν τα πράγματα περί Μεσσία, βασιζόμενοι στις Γραφές, αυτοί άκουγαν ανάσταση νεκρών και δαιμονίζοταν και ήθελαν και την απώλεια των αποστόλων, για να σιγήσει η φωνή τους και να μην ελέγχει την εξουσία και την σοφία τους, ένα τέτοιο κήρυγμα.
Και ο μεν λαός, όσοι δεν έγιναν χριστιανοί , υπολήπτονταν τους μαθητές. Οι δε αρχιερείς και οι διδάσκαλοι του Νόμου τους εδίωξαν, και τους φυλάκισαν και τους σκότωσαν και συμμάχησαν με τους βασιλείς και τους Ρωμαίους για τον θάνατο και τον διωγμό τους.
 Γι αυτό και ο Χριστός εξουθενώνοντας την σοφία και την γνώση των σοφών του κόσμου και καταργώντας αυτούς πού είχαν δύναμη και εξουσία, διάλεξε τις αγράμματες και αδύναμες γυναίκες της Γαλιλαίας των Εθνών, τα μωρά και τα μη όντα πού λέει ο Παύλος, για να τους αποκαλύψει την Ανάσταση. Και δεν εμφανίστηκε στον Ναό ή στο συνέδριο, αναστημένος, αλλά ενώπιον των απλών ψαράδων και πάνω από πεντακόσιους αδελφούς στην περιοχή των ειδωλολατρών. Και μας λένε οι Πατέρες στην Γαλιλαία τους προάγει και όχι στα Ιεροσόλυμα, αλλά εκεί πού ζούσαν τα έθνη, για να αναδείξει οικουμενικό το κήρυγμα της Ανάστασης.
Και ο μεν λαός ο απειθής των Γραμματέων και των Φαρισαίων πού πρόδωσε τον Θεό των Πατέρων του και σκότωσε τον Μεσσία , εγκαταλείφθηκε έρημος. Και οι Ρωμαίοι ισοπέδωσαν την Ιερουσαλήμ και την Ιουδαία και διεσπάρησαν οι εβραίοι στα έθνη, σε αυτούς πού σιχαίνοταν και τους θεωρούσαν ακάθαρτους και ταπεινώθηκαν, επειδή δεν αναγνώρισαν την επίσκεψη του Θεού των προφητών ανάμεσα τους!Και όχι μόνο δεν Τον αναγνώρισαν αλλά και τον παρέδωσαν σε ατιμωτικό θάνατο.



Κυριακή των Μυροφόρων Κήρυγμα Αρχιμανδρίτου Ιωήλ Κωνστάνταρου

-->


Υπάρχουν ψυχές, οι οποίες εν αντιθέσει προς το πνεύμα του κόσμου και των χλιαρών Χριστιανών, έχουν καλλιεργήσει τις δωρεές του Θεού και μέσα στην καρδιά τους συνυπάρχουν η θερμή αγάπη του Ιησού αλλά και το θάρρος της ομολογίας.
Αυτές ακριβώς τις όντως θαυμαστές προσωπικότητες εορτάζει η αγία μας Εκκλησία την Κυριακή των Μυροφόρων κατά την οποία, όπως χαρακτηριστικά καταγράφεται στο εορτολόγιο:  «Κυριακή Γ΄ από του Πάσχα εν η των αγίων γυναικών Μυροφόρων εορτή εορτάζομεν, έτι δε μνείαν ποιούμεθα Ιωσήφ του εξ’ Αριμαθαίας, ος ην μαθητής κεκρυμμένος, και του νυκτερινού μαθητή Νικοδήμου».
Αλλά τί ήταν οι Μυροφόρες; Και γιατί ονομάστηκαν έτσι;
Ήταν ευσεβείς υπάρξεις, οι οποίες ακολουθούσαν και διακονούσαν τον Κύριο μας Ιησούν Χριστόν, στην τριετή περίοδο της δημοσίας δράσεώς Του. Ήταν γυναίκες που είχε βοηθήσει ο Κύριος Ιησούς, αλλά και γνωστές της Παναχράντου Μητρός Του, και οι οποίες προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες, κυρίως όταν ο Ιησούς ήταν εντελώς απορροφημένος από το έργο του Θείου κηρύγματός Του και των θαυμάτων Του.
Οι Ιεροί Ευαγγελιστές κάνουν συχνά λόγο γι’ αυτές, στα κεφάλαια του θείου πάθους μα κυρίως στο μοναδικό γεγονός της ενδόξου Αναστάσεως.
Πόσα, πράγματι, διδάγματα μας υπογραμμίζει η αγία βιωτή τους, αλλά και αυτή η συγκλονιστική στάση τους, κατά την ημέρα της Κυριακής «της μιάς των Σαββάτων», που ετοιμάστηκαν να πάνε τα μύρα (εξ’ου και Μυροφόρες εκλήθησαν) στον «όλβιον τάφον» Του Αναστάντος!
Θα πρέπει να μελετήσει κανείς τα όσα γράφουν οι Ιεροί Ευαγγελιστές, για να μείνει εκστατικός μπροστά στο φίλτρο της Θεϊκής αγάπης που φλόγιζε την καρδιά τους...Μόνο μέσα από αυτό το πάναγνο αίσθημα της θερμής αγάπης προς τον Ιησού μπορεί να κατανοηθεί το τόλμημά τους, να πλησιάσουν δηλ. τον φρουρούμενο υπό των στρατιωτών τάφο. Μόνο όταν η καρδιά ξεχειλίσει από την αγάπη του Χριστού, η ψυχρή λογική προσφέρει τον πρώτο λόγο στην πράξη που μπορεί να οδηγήσει ακόμα και στην θυσία!
Και ενώ οι μαθητές είναι κλειδαμπαρωμένοι έχοντας χάσει το θάρρος τους, οι απλές αυτές γυναίκες, όπως και ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, αποδεικνύουν ότι η αγάπη «έξω βάλει τον φόβον».
Ο Ιωσήφ, όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Ιερός Ευαγγελιστής Μάρκος: «τολμήσας, εισήλθε προς Πιλάτον και ητήσατο το σώμα του Ιησού» (Μαρκ. ΙΕ΄ 43). Δηλ. ο Ιωσήφ έλαβε την τόλμη και παρουσιάστηκε στον Πιλάτο και ζήτησε το σώμα του Ιησού.
Αυτή η λέξη «τολμήσας», αστράφτει ως αστραπή μέσα στο πυκνό σκοτάδι των φοβερών γεγονότων, φωτίζει τις ψυχές και συνάμα χαρίζει το θάρρος της ομολογίας το οποίο εξαφανίζει το δαιμόνιο της δειλίας.
Πόσο λυρικά ο υμνογράφος της Μεγάλης Εβδομάδος αποδίδει αυτή την αλήθεια: «Πέπαυται τόλμα μαθητών, Αριμαθαίας δε αριστεύει Ιωσήφ...»
Και ενώ ο Ιωσήφ ζητά από τον Πιλάτο το νεκρό σώμα του Ιησού, που δεν έπαυσε ποτέ να είναι ενωμένο με την Θεότητα, για να το τοποθετήσει στο «μνημείο ο ην λελατομημένον εκ πέτρας», η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία του Ιωσή «εθεώρουν που τίθεται».
Έχει λεχθεί και είναι φυσικά αλήθεια ότι η γυναίκα μπορεί να επιφέρει μεγάλο κακό, αλλά ταυτοχρόνως να προσφέρει και μεγάλο καλό. Να δωρίσει μεγάλο καλό στην οικογένεια και γενικώς στην κοινωνία αλλά και στην Εκκλησία. Είναι ή δύναμις ή αδυναμία...
Πόσο έχουν να ωφεληθούν οι νέες κυρίως γυναίκες, από το δυναμικό παράδειγμα των αγίων Μυροφόρων; Αξιώνονται να δουν όχι μόνο τον φωτεινό Άγγελο «επι τον λίθον του μνήματος», μεταδίδοντάς τους το χαροποιό μήνυμα της Αναστάσεως, αλλά και Αυτόν τον Αναστάντα Ιησούν. Έτσι οι γυναίκες, που δεν θα τους έδινε ίσως κανείς καμμία σημασία, ευλογούνται και χρηματίζουν Ευαγγελίστριες και αυτών των ίδιων Αποστόλων και Ευαγγελιστών!
            Αλλά και πόσο έχουν να διδαχθούν από την θαρραλέα συμπεριφορά του Ιωσήφ, του «ευσχήμονος βουλευτού» όσοι ασχολούνται με τα κοινά, και αρκετές φορές ενώ γνωρίζουν το πανάγιο και σωστικό θέλημα του Θεού, δειλιάζουν και δεν τολμούν να υποστηρίξουν την αλήθεια και το ορθό, με αποτέλεσμα τελικώς να ψηφίζονται αντιχριστιανικοί νόμοι, ακριβώς διότι απουσιάζει από την καρδιά το θάρρος της Χριστιανικής ομολογίας.
Μα και πόσο, τέλος, είναι ανάγκη τα πρόσωπα που αποτελούν την διοίκηση της Εκκλησίας μας να παραδειγματιστούν, όχι από τη δειλία των μαθητών στην προκειμένη περίπτωση, αλλά από την τόλμη και το θάρρος του Ιωσήφ. Να «τολμούν». Ας παύσει επιτέλους να καλύπτεται με ένα διάτρητο μανδύα «συνέσεως» η δειλία της ολιγοπιστίας. Ας ξεριζωθεί από τις κλονισμένες συνειδήσεις το κακώς νοούμενον «φιλάδελφον», που κάνει τελικώς τον Καίσαρα να αποδίδει δικαιοσύνη...Τα υπεύθυνα πρόσωπα ας ορθοτομούν τον λόγον της αληθείας για τον οποίον έχουν ταχθεί, και επιτέλους έχουν λόγο υπάρξεως, ώστε το καύχημα να μη περιορίζεται μόνο στο «θρόνον διάδοχοι», αλλά ταυτοχρόνως να υπογραμμίζεται το «τρόπων μέτοχοι»...
Είθε να κατανοήσουμε όλοι μας, εκτός των άλλων, ότι η αυθεντικότητα δεν είναι απλώς ένα «Βυζαντινό τυπικό», ούτε πάλι μια φολκλορική φιέστα που αρκετές φορές, πρέπει να ομολογήσουμε, εκνευρίζει «τοις νουν έχουσι» και σκανδαλίζει το απλό ποίμνιο, αλλά μια δυναμική, μέσα στην αλήθεια, στάση ζωής που οδηγεί αν χρειαστεί και σε αυτή τη θυσία. «Κραταιά ως θάνατος αγάπη» (Άσμα Ασμάτων Η΄ 6).  Προϋποτίθεται φυσικά όλων αυτών, το ξεχείλισμα της καρδιάς μας, από το μύρο της αγάπης του Λατρευτού μας Κυρίου Ιησού Χριστού.
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!-ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ!



Σάββατο 14 Μαΐου 2016

Πήγαινε με τα πόδια στον Ταξιάρχη.........

Άσχημο τέλος είχε μια 80χρονη γυναίκα από την Αγιάσο, που τα ξημερώματα της Κυριακής βρήκε το θάνατο σε τροχαίο δυστύχημα στο δρόμο Μυτιλήνης - Μανταμάδου.


Η Μυρσίνη Ανεμέλλη, γεννηθείσα το 1930 στην Αγιάσο, συνήθιζε να πηγαίνει με τα πόδια από το χωριό της μέχρι τον Ταξιάρχη στο Μανταμάδο και να επιστρέφει με τον ίδιο τρόπο. Ωστόσο, την περασμένη Κυριακή κι ενώ βρισκόταν στο 34ο χιλιόμετρο Μυτιλήνης - Μανταμάδου, τραυματίστηκε θανάσιμα από αγροτικό Ι.Χ., που δεν την είδε και έπεσε πάνω της. Η 80χρονη, που πέθανε ακαριαία, διεκομίσθη αμέσως στο Κέντρο Υγείας Καλλονής όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός της και στη συνέχεια στο Νοσοκομείο Μυτιλήνης για νεκροψία-νεκροτομή. Κατόπιν ενημέρωσης και του εισαγγελέα, η 32χρονη οδηγός του αγροτικού οχήματος, σε βάρος της οποίας έχει σχηματισθεί δικογραφία, αφέθηκε ελεύθερη.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η άτυχη γυναίκα, που ήταν χωρισμένη και δεν είχε παιδιά, συνήθιζε να περιπλανάται πεζή τόσο μέσα όσο και έξω από το χωριό της, ενώ η ηλικία της ενδέχεται να είχε επηρεάσει τη νοητική της κατάσταση.

http://www.emprosnet.gr




…αυτό διαβάσαμε στην εφημερίδα και μείναμε με ανοιχτό το στόμα.....Η κυρά Μυρσίνη, του Μυσρινέλ, έφυγε.....την πήρε ο Ταξιάρχης που τόσο λάτρευε....στο δρόμο για την προγραμματισμένη συνάντηση τους...που η μεν Μυρσίνη πήγαινε στο τάμα της, αλλά Εκείνος την πήρε ολοκληρωτικά κοντά Του.

Πέρυσι σαν τέτοιες μέρες την φιλοξενήσαμε σπίτι μας, καθώς γύρναγε από τον Ταξιάρχη του Μανταμάδου και νυχτιάτικε στη πόλη.

Ταπεινή… αγαπητική… χαρούμενη …χαμηλών τόνων που μόνο αν ερχόταν η κουβέντα για τον Αγαπημένο της Ταξιάρχη, άστραφταν τα μάτια της, το χαμόγελο της μεταμορφωνόταν σε ένα τρανταχτό γέλιο οικειότητας και η χαρά της μεγάλη όταν εξιστορούσε τα "τρελά" του Ταξιάρχη...

κάποια από αυτά...

είχε τάμα κάθε χρόνο να πηγαίνει στο Ταξιάρχη με τα πόδια από το σπίτι της φορτωμένη τις περισσότερες φόρες με ένα τενεκέ λάδι που "ζητιάνευε" κατά το έθιμο από το κόσμο...

μια φορά έφτασε κοντά στο Μανταμάδο αλλά εξουθενωμένη από τη κούραση κάθισε στο πεζούλι του εξωκλησιού του Αγίου Γεωργίου και γυρνά με τη παρρησία που της έδινε η μεγάλη αγάπη προς τον Αρχάγγελο και του λέει....τέρμα δεν αντέχω άλλο Ταξιαρχέλι μ δεν μπορώ να συνεχίσω κάνε κάτι...και την πήρε ο γλυκός ύπνος της κούρασης!

όταν ξύπνησε, μας εκμυστηρεύτηκε, ήταν στην αυλή της εκκλησίας του Ταξιάρχη στο Μανταμάδο..και διηγώντας το, το πρόσωπο της έλαμπε..

μια άλλη φορά καθώς ήταν φτωχή δεν είχε ειδικά παπούτσια με αερόσολες για το περπάτημα αλλά αυτά τα απλά που φοράνε οι γριούλες, με δερμάτινη και απλό πάτο...μέχρι λοιπόν να φτάσει το Μανταμάδο μια απόσταση 40 χιλιομέτρων τα παπούτσια διαλύθηκαν και τα πέταξε λέγοντας πάλι στον προστάτη της πολύμοχθου ζωής της...ε Ταξιάρχη μ,  βρε μι παπούτσια αξπόλτ (ξυπόλητη) θα παγαίνου(πηγαίνω)?...
…ε μέχρι να βγει από το ναό βρέθηκε μια χριστιανή και της έδωσε 2 ζεύγη παπουτσιών που της περίσσευαν και από μακριά είδε ότι θα ήταν στο νούμερο της

άλλη μια φορά είχε πρόβλημα οικονομικό, αλλά το τάμα το έκανε όπως πάντα, φτάνοντας λοιπόν στην εκκλησία και αφού τελείωσε το προσκύνημα της, βγαίνοντας από την εκκλησία λέει με απλότητα στον Άγιο της...Ταξιάρχη μου εγώ ήρθα ...ε εσύ επέστρεψε με σπίτι μου,........ και όντως βρέθηκε ένας προσκυνητής και της έδωσε ευλογία 50 ευρώ...

τελικά ο καλός Θεός και οι Άγιοι Του δεν αφήνουν ποτέ τα παιδιά τους που με απλότητα και πλήρη φυσική εμπιστοσύνη εγκαταλείπονται στα χέρια τους!!

Θεοσχωρέσει του Μυσρινέλ τη "κόρη" του Ταξιάρχη όπως λένε... την ευχή της νάχουμε και καλό Παράδεισο…

Ahdoni.blogspot.com

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2ο


Κυριακή 1 Μαΐου 2016

Hristos Anesti! !!! Valaam


ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ - From lebanon


Ένα μοναδικό βίντεο για τους ύμνους της Ανάστασης και τη λιβανέζικη Πασχαλινή μουσική παράδοση


Πασχα στον Αγιον Ορος...









Χριστός Ανέστη Ελληνικά, Αραβικά, Αγγλικά, Γαλλικά και Ρωσικά


Άγιον Όρος • Ακολουθία Αναστάσεως • Mount Athos • Resurrection


Πάσχα Κυρίου Πάσχα....


Σάββατο 30 Απριλίου 2016

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΘΕΟΣΟΜΟΝ ΤΑΦΗΝ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΝ ΤΩ ΑΔΗ ΚΑΤΑΒΑΣΙΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΠΑΡΑΔΟΞΩΣ ΓΕΝΟΜΕΝΗΝ





Αγίου Επιφανίου Κύπρου

   (...) Γιατί απέραντη σιωπή βασιλεύει σήμερα στη γη; μεγάλη σιωπή και πολλή ηρεμία. Μεγάλη σιωπή, γιατί ο βασιλεύς κοιμάται. Η γη φοβήθηκε και ησύχασε, γιατί ο Θεός με το σώμα κοιμήθηκε. Ο Θεός με το σώμα πέθανε και ο Άδης ετρόμαξε. Ο Θεός για λίγο κοιμήθηκε και αυτούς που κοιμόνταν αιώνες, από τον Άδη ανέστησε (...).

Σήμερα σώζονται και αυτοί που ζουν επάνω στη γη και αυτοί που αιώνες τώρα βρίσκονται κάτω από τη γη. Σήμερα σώζεται όλος ο κόσμος, ορατός και αόρατος. Σήμερα είναι διπλή η παρουσία του Δεσπότου Χριστού. Διπλή ευσπλαχνία. Διπλή κατάβασις μαζί και συγκατάβασις. Διπλή φιλανθρωπία. Διπλή επίσκεψις στους ανθρώπους. Από τον ουρανό στη γη και από τη γη στα κατοχθόνια κατεβαίνει ο Χριστός. Οι πύλες του Άδου ανοίγονται. Χαρήτε όλοι εσείς που κοιμάσθε από τους πανάρχαιους αιώνες. (...).

          Χτες εζήσαμε στην υποταγή Του, σήμερα την κυριαρχία Του. Χθες φανερώθηκαν τα σημάδια της ανθρώπινής Του φύσεώς και σήμερα της θεϊκής. Χθες τον ερράπιζαν και σήμερα με την αστραπή της θεότητος σχίζει το σκοτεινό κατηκητήριο του Άδου. Χθες τον έδεναν και σήμερα δένει Αυτός τον τύραννο διάβολο με άλυτα δεσμά (...).Εκείνος που χθες, μέσα στην άπειρη συγκατάβασί Του, δεν εκαλούσε να τον βοηθήσουν οι λεγεώνες των Αγγέλων, λέγοντας στον Πέτρο, ότι είναι στο χέρι μου να παρατάξω τώρα αμέσως περισσότερες από δώδεκα λεγεώνες Αγγέλων, σήμερα κατέρχεται με τον θάνατο Τον κατά του Άδου και του θανάτου, του τυράννου, όπως ταιριάζει σε Θεό και Κυρίαρχο, επί κεφαλής των αθανάτων και ασωμάτων στρατευμάτων και των αοράτων ταγμάτων, όχι με δώδεκα μόνο λεγεώνες, αλλά με μύριες μυριάδες και χίλιες χιλιάδες Αγγέλων, Αρχαγγέλων, Εξουσιών, θρόνων, Εξαπτερύγων, Πολυομμάτων, τα οποία, ως βασιλέα και Κύριο τους, προπέμπουν, δορυφορούν και τιμούν τον Χριστό (...).

          Και καθώς συμβαίνει όταν παρουσιασθή μια φοβερή, αήτητη και παντοδύναμη βασιλική στρατιωτική παράταξι, φρίκη μαζί και τρόμος και ταραχή και οδυνηρός φόβος κυριεύει τους εχθρούς του ακαταγώνιστου Στρατηγού, το ίδιο έγινε ξαφνικά, μόλις παρουσιάσθηκε τόσο παράδοξα ο Χριστός στα καταχθόνια του Άδη. Από επάνω μια δυνατή αστραπή ετύφλωνε τα πρόσωπα των εχθρικών δυνάμεων του Άδη και ταυτόχρονα ακούονταν βροντερές στρατιωτικές φωνές που διέταζαν: Άρατε πύλας• όχι ανοίξετε, αλλά ξερριζώστε τις από τα θεμέλια, βγάλτε τις τελείως από τον τόπο τους. ώστε να μην μπορούν πια να ξανακλείσουν. Άρατε πύλας οι άρχοντες υμών, όχι γιατί δεν μπορεί να τις ανοίξη ο Κύριος μας, που όταν θέλη, διατάζει και μπαίνει με κλεισμένες τις πόρτες, αλλά σας διατάζει, σαν δραπέτες δούλους, να σηκώσετε και να μεταφέρετε αυτές τις προαιώνιες πύλες. Για τούτο και δεν διατάζει τους όχλους σας, αλλά σας που παρουσιάζεσθε σαν αρχηγοί τους: άρατε πύλας, οι άρχοντες υμών. Από τώρα και έπειτα δεν θα είσθε πια άρχοντες κανενός, παρ' όλο που κάκιστα κυριαρχήσατε πάνω στους μέχρι τώρα κεκοιμημένους. Ούτε αυτών θα είσθε πλέον άρχοντες, ούτε άλλων, ούτε των εαυτών σας ακόμη. Άρατε πύλας, γιατί ήρθε ο Χριστός, η ουράνια θύρα. Ανοίξετε δρόμο σ' Αυτόν που έβαλε το πόδι Του στη φυλακή του Άδη (...).

          Και μόλις οι αγγελικές δυνάμεις εβόησαν, την ίδια στιγμή άνοιξαν οι πύλες! Την ίδια στιγμή έσπασαν οι αλυσίδες και οι μοχλοί. Έπεσαν τα κλειδιά και συγκλονίσθηκαν τα θεμέλια της φυλακής. Οι εχθρικές δυνάμεις ετράπησαν σε άτακτη φυγή, ο ένας έσπρωχνε τον άλλο, άλλος μπερδευόταν στα πόδια του άλλου και καθένας φώναζε στο διπλανό του να φεύγη γρήγορα. Έφριξαν, συγκλονίσθηκαν, τα έχασαν, εταράχθηκαν, άλλαξε το χρώμα τους, φοβήθηκαν, στάθηκαν και απόρησαν, απόρησαν και τρόμαξαν (...).

          Κι ενώ αυτά διεδραματίζοντο στον Άδη και εσείοντο τα πάντα, ο δε Κύριος επλησίαζε να φθάση στα πιο έσχατα βάθη, ο Αδάμ ο πρωτοδημιούργητος και πρωτόπλαστος και πρωτόθνητος που βρισκόταν δεμένος γερά και βαθύτερα από όλους, άκουσε τα βήματα του Κυρίου, που ερχόταν στους φυλακισμένους και αμέσως ανεγνώρισε την φωνή Του, καθώς επερπατούσε μέσα στη φυλακή. Στράφηκε τότε προς όλους τους επί αιώνες συγκροτούμενους του και τους φώναξε: «Ω φίλοι μου! Ακούω να πλησιάζη σ' εμάς ο ήχος των βημάτων Κάποιου. Εάν πραγματικά μας αξίωσε να έρθη έως εδώ, τότε είμαστε ελεύθεροι! Εάν τον ιδούμε ανάμεσά μας, σωθήκαμε από τον Άδη!».

          Και την ώρα που ο Αδάμ έλεγε αυτά προς τους συγκαταδίκους του, εισέρχεται ο Κύριος, κρατώντας το νικηφόρο όπλο του Σταυρού. Μόλις τον αντίκρυσε ο Αδάμ, χτύπησε το στήθος από την χαρούμενη έκπληξι και φώναξε προς όλους τους επί αιώνες κεκοιμημένους: «Ο Κύριος μου ας είναι μαζί με όλους»! Και ο Χριστός απάντησε στον Αδάμ: «Και μετά του πνεύματός σου».
Ύστερα τον πιάνει από το χέρι, τον σηκώνει επάνω και του λέει: Σήκω συ που κοιμάσαι και ανάστα από τους νεκρούς, γιατί σε καταρτίζει ο Χριστός! Εγώ ο Θεός, που για χάρι σου έγινα υιός σου, έχοντας δικούς μου πλέον και σένα και τους απογόνους σου, με την θεϊκή εξουσία μου δίνω ελευθερία και λέω στους φυλακισμένους: εξέλθετε. Σένα. Αδάμ, σε προστάζω: σήκω από τον αιώνιο ύπνο σου. Δεν σε έπλασα, για να μένης φυλακισμένος στον Άδη. Ανάστα εκ των νεκρών. Γιατί εγώ είμαι η ζωή των θνητών. Σήκω επάνω, πλάσμα δικό μου, σήκω επάνω συ που είσαι η μορφή μου, που σε δημιούργησα κατ' εικόνα μου. Σήκω να φύγουμε από εδώ. Γιατί συ είσαι μέσα σε μένα και εγώ μέσα σε σένα! Για σένα ο Κύριος έλαβε τη δική σου μορφή του δούλου. Για δική σου χάρι, εγώ που βρίσκομαι ψηλότερα από τους ουρανούς, κατέβηκα στη γη και πιο κάτω από τη γη. Για σένα τον άνθρωπο έγινα σαν ένας ανυπεράσπιστος άνθρωπος, βρέθηκα χωρισμένος κι εγώ από τη ζωή, ανάμεσα σ' όλους τούς άλλους νεκρούς. Για σένα που βγήκες μέσα από τον κήπο του παραδείσου, μέσα σε κήπο παραδόθηκα στους Ιουδαίους και μέσα σε κήπο εσταυρώθηκα.

          Κύτταξε στο πρόσωπο μου τα φτυσίματα, που καταδέχθηκα προς χάριν σου, για να σε αποκαταστήσω στην παλαιά σου δόξα, που σου είχα δώσει με το εμφύσημά μου. Κύτταξε στα μάγουλά μου τα ραπίσματα που καταδέχθηκα, για να επανορθώσω την διεστραμμένη μορφή σου και να την φέρω στην όψι που είχε σαν εικόνα μου. Κύτταξε στη ράχη μου τη μαστίγωσι που καταδέχθηκα, για να διασκορπίσω το φορτίο των αμαρτημάτων σου. Κύτταξε τα καρφωμένα χέρια μου, που τα άπλωσα καλώς επάνω στο ξύλο του Σταυρού, για να συχωρεθής συ που άπλωσες κακώς το χέρι σου στο απαγορευμένο δένδρο. Κύτταξε τα πόδια μου που καρφώθηκαν και τρυπήθηκαν στον Σταυρό, για να εξαγνισθούν τα δικά σου πόδια που έτρεξαν κακώς στο δένδρο της αμαρτίας (...). Η πληγωμένη πλευρά μου εθεράπευσε τον πόνο της πλευράς σου. Ο δικός μου ύπνος θα σε βγάλη από τον ύπνο σου μέσα στον Άδη. Η ρομφαία που χτύπησε έμενα, σταμάτησε τη ρομφαία που στρεφόταν εναντίον σου. Γι' αυτό σηκωθήτε, ας φύγουμε από εδώ. Από τον θάνατο στη ζωή. Από την φθορά στην αφθαρσία. Από το σκοτάδι στο αιώνιο φως. Από την οδύνη στην ελευθερία. Από τη φυλακή του Άδη στην άνω Ιερουσαλήμ. Από τα δεσμά στην άνεσι. Από τη σκλαβιά στην τρυφή του Παραδείσου. Από τη γη στον ουρανό.

          Γι' αυτόν τον σκοπό ο Χριστός απέθανε και ανέστη, για να γίνη Κύριος και νεκρών και ζώντων. Σηκωθήτε, λοιπόν. Ας φύγουμε από εδώ. Ο ουράνιος Πατέρας περιμένει με λαχτάρα το χαμένο πρόβατο. Τα ενενήντα εννέα πρόβατα των αγγέλων περιμένουν τον σύνδουλό τους Αδάμ, πότε θα αναστηθή, πότε θα ανέλθη καί θα επανέλθη προς τον Θεό. Ο Χερουβικός θρόνος είναι έτοιμος. Αυτοί που θα σας ανεβάσουν είναι γρήγοροι και βιάζονται. Ο νυμφικός θάλαμος έχει προετοιμασθή. Το μεγάλο εορταστικό δείπνο είναι στρωμένο. Τα θησαυροφυλάκια των αιωνίων αγαθών άνοιξαν. Η Βασιλεία των Ουρανών έχει ετοιμασθή «από καταβολής κόσμου». Αγαθά που μάτια δεν τα είδαν και αυτιά δεν τα άκουσαν περιμένουν τον άνθρωπο.

          Αυτά και άλλα παρόμοια είπεν ο Κύριος. Και αμέσως ανασταίνεται μαζί Του ο ενωμένος σ' αυτόν Αδάμ και μαζί τους και η Εύα. Ακόμη δε και «πολλά σώματα δικαίων, που είχαν πεθάνει πριν από αιώνες, αναστήθηκαν» διακηρύσσοντας την τριήμερο Ανάστασι του Χριστού. Αυτήν ας την υποδεχθούμε και ας την αγκαλιάσουμε οι πιστοί με πολλή χαρά, χορεύοντες με τους αγγέλους και εορτάζοντες με τους αρχαγγέλους και δοξάζοντες τον Χριστό, που μας ανέστησε από την φθορά. Εις Αυτόν αρμόζει η δόξα και η δύναμις, μαζί με τον αθάνατο Πατέρα και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό και ομοούσιο Πνεύμα, εις όλους τους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Μετάφραση Αρχιμανδρίτου Ιγνατίου (Ιερά Μονή Παρακλήτου Αττικής)
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΣΥΝΑΞΗ» ΤΕΥΧΟΣ 3



Μ Σάββατο πρωί Ιερά Μονή Ξενοφώντος Άγιον Όρος


ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ ΠΡΩΙ ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΣ ΣΤΑΝΙΤΣΑΣ


ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΜΗΛΕΣΙ ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ !


Κυριακή 24 Απριλίου 2016

Ἐπίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος Ware :Το Μυστήριο τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου




«Μιὰ ψυχὴ φτιαγμένη κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ
εἶναι πιὸ πολύτιμη στὸ Θεὸ
ἀπ᾿ ὅτι δέκα χιλιάδες κόσμοι
μὲ ὅλα ὅσα περιέχουν»

Ἀποφθέγματα Πατέρων τῆς Ἐρήμου

Τὸ ἀληθινὸ θαῦμα

«Μίλησέ μας γιὰ τὶς θεῖες ὀπτασίες ποὺ ἔχεις», εἶπε κάποτε ἕνας μοναχὸς στὸν Ἀββᾶ Παχώμιο (286-346). «Ἕνας ἁμαρτωλὸς σὰν ἐμένα δὲν περιμένει νὰ ἔχει καμιὰ ὀπτασία ἀπὸ τὸ Θεό», ἀπάντησε ὁ Παχώμιος. «(...) Ἐπίτρεψέ μου ὅμως νὰ σοῦ πῶ γιὰ μιὰ μεγάλη ὀπτασία. Ἂν δεῖς ἕναν ἅγιο καὶ ταπεινὸ ἄνθρωπο, αὐτὸ εἶναι μιὰ μεγάλη ὀπτασία. Γιατί ποιὰ ἄλλη μεγαλύτερη ὀπτασία ἀπ᾿ αὐτὴ μπορεῖ νὰ ὑπάρξει: νὰ δεῖς τὸν ἀόρατο Θεὸ νὰ φανερώνεται στὸ ναό του, σ᾿ ἕνα ὁρατὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο»;[1]
Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνώτερη ὀπτασία ἀπὸ ὅλες, τὸ ἀληθινὸ θαῦμα: μιὰ ἀνθρώπινη ὕπαρξη φτιαγμένη κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν Θεοῦ. «Ἐξομολογήσομαί σοι, ὅτι φοβερῶς ἐθαυμαστώθην» (Ψαλμ. 138:14). Στὴν πνευματικὴ ζωὴ τοῦ καθενὸς ἀπὸ μᾶς ἴσως δὲν ὑπάρχει καθῆκον πιὸ ἐπιτακτικὸ ἀπὸ αὐτό: νὰ ἀνανεώνουμε τὸ αἴσθημα τοῦ θαυμασμοῦ καὶ τῆς ἔκπληξης μπροστὰ στὸ θαῦμα καὶ τὸ μυστήριο τοῦ δικοῦ μας προσώπου. Ἡ λέξη μυστήριον, ἰδιαίτερα, χρειάζεται ἔμφαση. Ποιὸς εἶμαι; Τί εἶμαι; Ἡ ἀπάντηση δὲν εἶναι καθόλου εὔκολη. Γνωρίζω μόνο ἕνα πολὺ μικρὸ μέρος τοῦ ἐαυτοῦ μου. Τὰ ὅρια τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου εἶναι ἀπίστευτα πλατειά. Ἐκτείνονται κατὰ ὕψος καὶ κατὰ πλάτος στὸ χῶρο καὶ πέρα ἀπὸ τὸ χρόνο, στὸ ἀτελεύτητο. Προεκτείνονται μπροστὰ καὶ πίσω μέσα στὸ χρόνο καὶ πέρα ἀπὸ τὸ χρόνο, στὴν αἰωνιότητα. Στὸ βάθος τοῦ ἐαυτοῦ μου κρύβονται ἀνεξιχνίαστα βάθη ποὺ διαφεύγουν τῆς δικῆς μου ἀντίληψης.
Μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ μυστήριο ἀνθρώπινο πρόσωπο, ποὺ εἶναι φτιαγμένο κατ᾿ εἰκόνα τοῦ ζῶντος Θεοῦ, ὑπάρχουν τέσσερα στοιχεῖα ξεχωριστῆς σημασίας: ἐλευθερία, εὐχαριστία, κοινωνία καὶ ὡρίμανση.

Ἐλευθερία

Ὁ Δημιουργὸς Θεὸς εἶναι ἐλεύθερος: μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ τὰ ἀνθρώπινα δημιουργήματα ποὺ εἶναι φτιαγμένα κατ᾿ εἰκόνα του εἶναι προικισμένα μὲ ἐλευθερία. Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ κάνει τὰ ἀνθρώπινα ὄντα νὰ ξεχωρίζουν, μὲ ἕνα τρόπον ποὺ ὑπερέχει, ἀπὸ τὰ ἄλλα ὄντα; Πέρα ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα, εἶναι ἡ αὐτοσυνειδησία, ἡ φωνὴ τῆς συνείδησης, ἡ δύναμη τῆς ἐλεύθερης ἀπόφασης, ἡ ἱκανότητα τῆς ἠθικῆς ἐκλογῆς. Ἐνῶ τὰ ἄλλα ὄντα ἐνεργοῦν ἀπὸ ἔνστικτο, τὸ ἀνθρώπινο ὂν στέκεται εὐσυνείδητα ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ - στέκεται μὲ πλήρη ἐπίγνωση στὸ σημεῖο τοῦ καιροῦ, στὴ στιγμὴ τῆς κρίσης καὶ τῆς εὐκαιρίας - καὶ διαλέγει. Ὁ Θεὸς κάθε μέρα ἀπευθύνεται στὸν ἄνθρωπο λέγοντάς του: «Τὴν ζωὴν καὶ τὸν θάνατον δέδωκα πρὸ προσώπου ὑμῶν, τὴν εὐλογίαν καὶ τὴν κατάραν· ἐκλέξαι...» (Δευτ. 30:19). Μόνο μὲ τὴν ἄσκηση αὐτῆς τῆς δύναμης, τῆς ἐλεύθερης ἐκλογῆς, ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἄνθρωπος πραγματικά.
Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ὁριστεῖ ὡς ἕνα ἐλεύθερο ὄν. Αὐτὸ τὸ σημεῖο τονίζεται ἔντονα ἀπὸ τὸν Ντοστογιέφσκι στὴ διήγηση τοῦ Μεγάλου Ἱεροεξεταστῆ, στὸ ἔργο Ἀδελφοὶ Καραμαζώφ. Αὐτὸ ποὺ ὁ Χριστὸς προσέφερε στὸν ἄνθρωπο, ὅπως ἀναγνωρίζει ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής, εἶναι ἀκριβῶς τὸ δῶρο τῆς ἐλευθερίας: ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἦρθε γιὰ νὰ μᾶς ἐλευθερώσει (Ἰω. 8:36). Αὐτὴ ἡ ἐλευθερία ὅμως, στὰ μάτια τοῦ γηραιοῦ καρδιναλίου, εἶναι πολὺ βαρειά, ἕνα φορτίο δυσβάστακτο γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἕνα ἐπικίνδυνο κοφτερὸ σπαθί· τὸ ἀνθρώπινο γένος θὰ ἦταν εὐτυχέστερο ἂν τοῦ ἀφαιροῦσαν αὐτὸ τὸ δῶρο. «Ἐμεῖς διορθώσαμε τὸ ἔργο σου», λέει ὁ Ἱεροεξεταστὴς στὸν Ἰησοῦ. Ἀπὸ μία σκοπιὰ ἔχει δίκιο: ἡ ἐλευθερία μας πολὺ συχνὰ ἀποδεικνύεται ἕνα ἄσχημο δῶρο. Ὅμως ἂν ὁ ἄνθρωπος εἶναι κάτι λιγότερο ἀπὸ ἐλεύθερος, τότε γίνεται κάτι λιγότερο κι ἀπὸ ἄνθρωπος.
Ἡ ζωτικὴ σημασία τῆς ἐλευθερίας μπορεῖ νὰ φανεῖ στὴν περίπτωση τῆς εὐλογημένης Παρθένου Μαρίας, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἡ εἰκόνα τοῦ τί σημαίνει νὰ εἶσαι γνήσιος ἄνθρωπος. Στὸν Εὐαγγελισμό, ὁ Ἀρχάγγελος δὲν ἐπληροφόρησε ἁπλῶς τὴν Παναγία γιὰ τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ περίμενε τὴν ἐλεύθερη καὶ ἐθελοντική της ἀπάντηση: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου» (Λουκ. 1:38). Θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε ἀρνηθεῖ. Ὁ Θεὸς λαμβάνει τὴν πρωτοβουλία, ὅμως ἡ ἐθελοντικὴ συνεργασία τῆς Παναγίας εἶναι ἐπίσης ἀπαραίτητη. Δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα παθητικὸ ἐργαλεῖο ἀλλὰ ἕνας ἐνεργητικὸς μέτοχος στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας. Ἡ ἀπάντησή της μὲ κανέναν τρόπο δὲν ἦταν ἕνα ἐκ τῶν προτέρων γνωστὸ συμπέρασμα· σ᾿ αὐτὴ τὴν ἐλεύθερα δοσμένη ἀπάντηση κρεμόταν ὁλόκληρο τὸ μέλλον τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας.
Σ᾿ ἕναν κόσμο ποὺ ὁλοένα γίνεται πιὸ ἀπάνθρωπος - σ᾿ ἕναν κόσμο ποὺ φαινομενικὰ ἐλέγχεται ἀπὸ τοὺς ψυχαναλυτές, τὶς στατιστικὲς καὶ τὶς μηχανὲς - ἡ ἀνάγκη γιὰ Χριστιανοὺς ποὺ ἐπιμένουν στὴν ὑψίστη ἀξία τῆς ἐλευθερίας, εἶναι ἄμεση. Σ᾿ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα, τίποτα δὲν εἶναι πιὸ ἀποφασιστικῆς σημασίας ἀπὸ τὶς ἐλεύθερες πράξεις ἐκλογῆς ποὺ γίνονται ἀπὸ πρόσωπα προικισμένα μὲ λόγο καὶ συνείδηση. Ὡς ἀνθρώπινες ὑπάρξεις ἐπηρεαζόμαστε ἀπὸ τὸ περιβάλλον καὶ τὶς ἀσυνείδητες διαθέσεις μας, ὅμως ποτὲ δὲν ὑποδουλωνόμαστε τελειωτικὰ σ᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα. Παραμένουμε ἐλεύθεροι. Ὁ Θεὸς ἔθεσε τὸν καθένα ἀπό μας σὰν βασιλιὰ πάνω στὴ γῆ καὶ τοῦ ἔδωσε ἐξουσία ἐπὶ «πάντων τῶν κτηνῶν» (Γεν. 1:28). Ἂς μὴν παραιτούμαστε ἀπὸ αὐτή μας τὴ βασιλικὴ ἐξουσία ἀπὸ δειλία ἢ ἔλλειψη φαντασίας.
Ἐδῶ ἐξάγεται ἕνα σημαντικὸ συμπέρασμα. Ἡ ἐλευθερία δείχνει ὅτι σὰν ἄνθρωποι εἴμαστε διάφοροι, ξεχωριστοί. Ἐφόσον καθένας ἀπὸ μᾶς εἶναι ἐλεύθερος, ὁ καθένας ἐκφράζει τὸ κατ᾿ εἰκόνα μὲ τὸ ὅποιο εἶναι προικισμένος μὲ τὸ δικό του ἣ δικό της μοναδικὸ καὶ ἀνεπανάληπτο τρόπο. Καὶ ὁ καθένας, ἐφόσον εἶναι μοναδικός, ἔχει ἀνεκτίμητη ἀξία· ὁ καθένας εἶναι τὸ τέρμα καὶ ὁ σκοπὸς κι ὄχι τὸ μέσο γιὰ κάποιον ἄλλο σκοπό. Ὁ σύγχρονος πολιτισμὸς μᾶς κάνει νὰ σκεφτόμαστε μὲ τρόπο στερεότυπο, ἔτσι ποὺ νὰ φαίνεται ὅτι ὅλα μετροῦνται καὶ κατατάσσονται στατιστικὰ ἢ «προγραμματίζονται» σ᾿ ἕνα κομπιοῦτερ. Ὡς χριστιανοὶ ἀνθρωπιστὲς ἔχομε κάθε λόγο νὰ ἀρνηθοῦμε μία τέτοια τάση. Εἶναι καθῆκον μας νὰ προσβλέπουμε πάντα πέρα ἀπὸ τὸ ἐπίπεδό της ἐπιπολαιότητας, ὅπου οἱ ἀνθρώπινες ὑπάρξεις κατατάσσονται σὲ ὁμάδες, πρὸς τὸ ἐπίπεδό της γνήσιας προσωπικότητας, ὅπου κανένας δὲν εἶναι κουραστικός. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καθιστώντας μας ἐλεύθερους, κάνει τὸν καθένα μας διαφορετικό· τὸ ἴδιο καὶ οἱ πνευματοφόροι ἢ ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι ἀποκαλύπτουν σὲ μᾶς τὰ πραγματικὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, πάντοτε ἐπιδεικνύουν τὴν ἄκρα ποικιλία. Δὲν εἶναι ἡ ἁγιότητα ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία ποὺ εἶναι μονότονη.

Εὐχαριστία

Κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ, προικισμένος μὲ αὐτοσυνειδησία καὶ ἠθικὴ ἐκλογή, ὁ ἄνθρωπος δὲν βρίσκεται σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο κάνοντάς του χρήση ὅπως τὰ ὑπόλοιπα ὄντα. Τὸ ἀνθρώπινο ὂν μπορεῖ ἐπιπλέον νὰ δοξάζει τὸ Θεό, ἀντιπροσφέροντας τὴ δημιουργία στὸ Δημιουργό με εὐχαριστία· καὶ σ᾿ αὐτὴν τὴν πράξη τῆς προσφορᾶς ὁ καθένας γίνεται πραγματικὸς ἄνθρωπος, πραγματικὸ πρόσωπο. Αὐτὸ εἶναι τὸ δεύτερο οὐσιῶδες στοιχεῖο τῆς ἀνθρώπινής μας ὕπαρξης. Ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα ἐλεύθερο ὂν ἀλλὰ ἕνα εὐχαριστιακὸ ὄν. Ὁ καθένας εἶναι καὶ βασιλιὰς καὶ ἱερέας.
Αὐτὸ τὸ σημεῖο μπορεῖ καὶ πάλι νὰ τονιστεῖ μὲ κάτι ἀπὸ τὸν Ντοστογιέφσκι. Ὁ ἥρωας, ἢ μᾶλλον ὁ ἀντί-ἥρωας, λέει στὶς Σημειώσεις ἀπὸ τὸ Ὑπόγειο:

«Κύριοι, ἂς ὑποθέσουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι βλάκας... Ὅμως ἂν δὲν εἶναι βλάκας, εἶναι τερατωδῶς ἀγνώμων. Εἶναι ἀγνώμων μ᾿ ἕνα τρόπο πρωτοφανῆ. Ἀκόμη νομίζω ὅτι ὁ καλύτερος ὁρισμὸς γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι: ἕνα δημιούργημα μὲ δυὸ πόδια καὶ καθόλου αἴσθηση εὐγνωμοσύνης...
Μόνο ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ προφέρει κατάρες: εἶναι τὸ προνόμιό του καὶ αὐτὸ κυρίως τὸν κάνει νὰ ξεχωρίζει ἀπὸ τὰ ἀλλὰ ζῶα».

Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀναμφίβολα ὀρθὰ γιὰ τὸ μεταπτωτικὸ ἄνθρωπο, γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸ Θεό. Ὅμως στὴν περίπτωση τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως ἀρχικὰ ὁ Θεὸς τὸν ἤθελε νὰ εἶναι, καὶ ὅπως λυτρώθηκε ἐν Χριστῷ, αὐτὲς οἱ θέσεις πρέπει νὰ ἀντιστραφοῦν. Ὁ καλύτερος ὁρισμὸς τοῦ ἀνθρώπου, τὸ κύριο χαρακτηριστικό του, αὐτὸ ποὺ τὸν κάνει νὰ εἶναι ὁ ἐαυτός του, εἶναι ἡ εὐγνωμοσύνη ἢ εὐχαριστία. Αὐτὸ ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ διαφέρει ἀπὸ τὰ ἄλλα ζῶα, τὸ προνόμιό του σὰν ἱερέας τῆς κτίσης, εἶναι νὰ εὐλογεῖ τὸ Θεὸ καὶ νὰ ἐπικαλεῖται, τὴ θεία εὐλογία γιὰ τὰ ἄλλα πρόσωπα καὶ πράγματα.
Ὅπως καὶ πρίν, ἔτσι καὶ τώρα, τὸ παράδειγμα τῆς Θεοτόκου στὸν Εὐαγγελισμὸ μπορεῖ νὰ σταθεῖ τὸ πρότυπό μας. Ὅταν πῆρε τὸ μήνυμα τοῦ ἀρχαγγέλου, ἀπάντησε μὲ μία πράξη εὐχαριστίας: «Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμα μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτῆρι μου» (Λουκ. 1:46-7).

Ἡ διάθεσή της εἶχε τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς χαρᾶς, τῆς εὐχαριστίας τῆς δοξολογίας.

Ἄν, λοιπόν, πρόκειται νὰ εἴμαστε πραγματικὰ ἄνθρωποι στὴν ἐσωτερική μας ζωή, ἡ προσευχή μας πρέπει νὰ διαπνέεται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς εὐχαριστίας. «Προσευχὴ εἶναι ἡ κατάσταση τῆς συνεχοῦς εὐχαριστίας», τονίζει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης (1829-1908). Καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος (7ος αἰώνας) σημειώνει:
«Πρὸ πάντων ἐν τῷ τῆς ἡμετέρας δεήσεως χάρτη εὐχαριστίαν εἰλικρινῆ κατατάξωμεν· ἐν δευτέρῳ δὲ στίχω, ἐξομολόγησιν καὶ συντριμμὸν ψυχῆς ἐν αἰσθήσει· εἶθ᾿ οὕτω τὴν αἴτησιν ἡμῶν τῷ παμβασιλεῖ γνωρίσωμεν».[2]
Εὐχαριστία, ἐξομολόγηση, αἴτηση - αὐτὴ εἶναι ἡ βασικὴ σειρὰ ποὺ πρέπει νὰ ἀκολουθοῦμε ὅταν προσευχόμαστε. Δὲν πρέπει νὰ ἀρχίζουμε ἐξομολογούμενοι τὶς ἁμαρτίες μας. Πρὶν σκύψουμε πρὸς τὰ κάτω γιὰ νὰ δοῦμε τὴν ἐσωτερική μας ἀσχήμια, πρέπει νὰ ὑψώσουμε τὸ βλέμμα πρὸς τὰ ἔξω καὶ πρὸς τὰ πάνω γιὰ νὰ ἀτενίσουμε τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὅποιο ὁ εἰκοσιτετράωρος λατρευτικὸς κύκλος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἀρχίζει κάθε μέρα μὲ τὸν ἑσπερινὸ ὅπου διαβάζεται ὁ ψαλμὸς 103 ποὺ εἶναι ἕνας ὕμνος δοξολογίας γιὰ τὴ δημιουργία:

«Εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον· Κύριε ὁ Θεός μου, ἐμεγαλύνθης σφόδρα, ἐξομολόγησιν καὶ μεγαλοπρέπειαν ἐνεδύσω (...) ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε· πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας».

Μὲ παρόμοιο τρόπο ἀρχίζει καὶ ἡ Θεία Λειτουργία, ὄχι μὲ μιὰ πράξη ἐξομολόγησης ἀλλὰ μὲ μία προκήρυξη γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ: «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος...». Ὡς ὁ περιούσιος λαὸς τοῦ Θεοῦ, ἀρχίζουμε πρῶτα-πρῶτα εὐλογώντας αὐτὸν γιὰ τὴ χαρὰ τῆς Βασιλείας του.

Κοινωνία

Πέρα ἀπὸ τὸ ὅτι εἴμαστε ἐλεύθερα ὀντὰ καὶ εὐχαριστιακὰ ὄντα, ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐπίσης κοινωνικὸ ὄν. Αὐτὸ εἶναι τὸ τρίτο χαρακτηριστικό του στοιχεῖο. Εἶναι, σύμφωνα μὲ τὸ χαρακτηρισμὸ τοῦ Ἀριστοτέλη, ἕνα «πολιτικὸ ζῶο», γιατί ὄντως πραγματώνει τὸν ἑαυτό του, γίνεται ὄντως ἄνθρωπος, ἐφόσον ζεῖ σὲ μία πόλη, σ᾿ ἕνα κοινωνικὰ ὀργανωμένο χῶρο. Ἀκόμη καὶ οἱ ἐρημίτες πρέπει νὰ προετοιμάσουν τὸν ἑαυτό τους γιὰ τὴ μόνωση, ἀφοῦ ζήσουν ἀρχικὰ στὴν κοινωνικὴ ζωὴ μιᾶς μοναχικῆς ἀδελφότητας. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι διαλογικός. Γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε τὰ λόγια του John Macmurray «δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἄνθρωπος μέχρι ποὺ νὰ βρεθοῦν δυὸ τουλάχιστον σὲ κοινωνία».

«Καὶ εἶπεν ὁ Θεός, ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν» (Γεν. 1:26). Αὐτὸ τὸ «ποιήσωμεν ἄνθρωπον», ὅπως παρατηροῦν οἱ Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, δείχνει ὅτι τὰ τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος ἔκαναν συμβούλιο μεταξύ τους.[3] Ὁ ἄνθρωπος εἶναι φτιαγμένος σύμφωνα μὲ τὴν εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος - δηλαδὴ σύμφωνα μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνας, ἀλλὰ ἕνας ἐν τρισὶν ὑποστάσεσι. Ὁ ἄνθρωπος λοιπὸν καλεῖται νὰ πραγματώσει τὸν ἑαυτὸ τοῦ καθ᾿ ὁμοίωσιν Θεοῦ, σὲ κοινότητα ἢ κοινωνία. Ὅπως ἀκριβῶς ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μία ἀπομονωμένη μονάδα, ἀλλὰ μία ἕνωση τριῶν προσώπων ποὺ ἀλληλοπεριχωροῦνται μέσῳ μιᾶς ἀκατάπαυστης ἀμοιβαίας ἀγάπης, ἔτσι καὶ ὁ ἄνθρωπος, πραγματώνει πλήρως τὸν ἑαυτό του - γίνεται ὁλοκληρωμένος ἄνθρωπος σύμφωνα μὲ τὴ θεία εἰκόνα - μόνο ὅταν ζεῖ μέσα στοὺς ἄλλους καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους. Γίνεται ἄνθρωπος ὅταν ξέρει νὰ μοιράζεται.

Ὁ Ντοστογιέφσκι μας προσφέρει ἀκόμη μιὰ πετυχημένη εἰκόνα αὐτῆς τῆς πραγματικότητας. Στοὺς Ἀδελφοὺς Καραμάζωφ περιλαμβάνεται, μιὰ λαϊκὴ ἱστορία ποὺ ἄκουσε κάποτε, σχετικα μὲ μία ἡλικιωμένη γυναίκα ποὺ δὲν ἔζησε σωστὰ καὶ μετὰ θάνατο βρέθηκε σὲ μία λίμνη ἀπὸ φωτιά. Ὁ φύλακας Ἄγγελός της προσπαθοῦσε νὰ κάνει ὅ,τι μποροῦσε γιὰ νὰ βοηθήσει. Ἡ μόνη καλὴ πράξη ὅμως ποὺ θυμόταν ὅτι ἔκανε αὐτὴ ἡ γυναίκα ὅταν ζοῦσε, ἦταν ποὺ εἶχε δώσει κάποτε ἀπὸ τὸν κῆπο της ἕνα κρεμμύδι, σὲ μιὰ ζητιάνα. Πῆρε λοιπὸν ὁ ἄγγελος τὸ κρεμμύδι, εἶπε στὴ γυναίκα νὰ πιαστεῖ ἀπ᾿ αὐτὸ κι ἄρχισε νὰ τὴν τραβᾷ ἔξω ἀπὸ τὴ λίμνη. Μέσα στὴ λίμνη ὅμως δὲν ἦταν μόνη της. Ὅταν οἱ ἄλλοι εἶδαν τί συνέβαινε, μαζεύτηκαν τριγύρω καὶ κρεμάστηκαν πάνω της μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ συρθοῦν κι αὐτοὶ ἔξω μαζί της. Τότε ὅμως ἡ γυναίκα, μὲ τρόμο καὶ ἀγανάκτηση, ἄρχισε νὰ τοὺς κλωτσᾷ. «Ἀφῆστε με», φώναξε. «Ἔμενα τραβᾷ ἔξω, ὄχι ἐσᾶς. Δικό μου εἶναι τὸ κρεμμύδι, ὄχι δικό σας». Τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ εἶπε αὐτό, τὸ κρεμμύδι ἔσπασε στὰ δυὸ καὶ ἡ γυναίκα ἔπεσε πίσω, μέσα στὴ λίμνη. Καὶ ἐκεῖ μέσα καίγεται μέχρι σήμερα.

Ἐὰν ἡ ἡλικιωμένη γυναίκα ἔλεγε μόνο, «αὐτὸ εἶναι τὸ κρεμμύδι μας», δὲν θὰ ἀποδεικνυόταν ἄραγε ἀρκετὰ δυνατὸ γιὰ νὰ τοὺς τραβήξει ὅλους ἔξω ἀπὸ τὴ φωτιά; Μόλις ὅμως εἶπε «εἶναι δικό μου, ὄχι δικό σας», ἔγινε κάτι λιγότερο ἀπὸ ἄνθρωπος. Μὲ τὸ νὰ ἀρνηθεῖ τὸ μοίρασμα, ἀρνήθηκε τὴν προσωπικότητά της. Ὁ γνήσιος ἄνθρωπος, πιστὸς στὴν εἰκόνα τῆς τρισυπόστατης Θεότητας, εἶναι αὐτὸς ποὺ πάντοτε λέει ὄχι «ἐγώ», ἀλλὰ «ἐμεῖς», ὄχι «δικό μου» ἀλλὰ «δικό μας». Ἡ προσευχὴ ποὺ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ μας δίδαξε ἀρχίζει μὲ τὸ «Πάτερ ἡμῶν» κι ὄχι «Πάτερ μου». Αὐτὸ ποὺ ἔκανε τὴν πρώτη ἀποστολικὴ κοινότητα τῶν Χριστιανῶν στὰ Ἱεροσόλυμα νὰ ξεχωρίσει, ἦταν ἀκριβῶς ἡ πράξη τῆς μοιρασιᾶς. «Ἦσαν δὲ προσκατεροῦντες τῇ διδαχῇ τῶν ἀποστόλων καὶ τῇ κοινωνίᾳ καὶ τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου καὶ ταῖς προσευχαῖς (...) πάντες δὲ οἱ πιστεύοντες ἦσαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ εἶχον ἅπαντα κοινά» (Πράξ. 2:42-4). Ὡς Χριστιανοὶ δεκαεννιὰ αἰῶνες ἀργότερα, πόσο ἀπεγνωσμένα χρειαζόμαστε νὰ ἀνακτήσουμε αὐτὴ τὴν αἴσθηση τῆς κοινωνίας, νὰ ξαναμάθουμε πῶς νὰ μοιραζόμαστε τὸ κρεμμύδι.
Τὸ πρότυπό μας σ᾿ αὐτὸ τὸ μοίρασμα εἶναι καὶ πάλι ἡ Παναγία. Ὅταν δέχθηκε τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἡ ἄμεση ἀντίδρασή της ἦταν νὰ πορευθεῖ «εἰς τὴν ὀρεινὴν μετὰ σπουδῆς» γιὰ νὰ μοιραστεῖ τὴν καλὴν εἴδηση μὲ τὴν ἐξαδέλφη της Ἐλισάβετ (Λουκ. 1:39-40). Μὲ σπουδὴ καὶ αἴσθημα βιασύνης: ἔνιωθε ὅτι δὲν μποροῦσε νὰ κρατήσει τὴ χαρὰ γιὰ τὸν ἑαυτό της.

Ὅπως δείχνει ἡ παραβολὴ τῶν προβάτων καὶ τῶν ἐριφίων (Ματθ. 25:31-46), τὸ κριτήριο τῆς θείας κρίσης στὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ, δὲν θὰ εἶναι οἱ ἐσωτερικές μου σκέψεις καὶ τὰ αἰσθήματα, οἱ θεῖες ὀπτασίες καὶ οἱ ἐκστάσεις μου. Οὔτε θὰ ἐρωτηθῶ γιὰ τὴ μοναχική μου ἄσκηση, τὶς νηστεῖες καὶ τὶς μετάνοιες. Θὰ μοῦ ζητηθεῖ ὅμως νὰ πῶ ἂν ἔδωσα τροφὴ στοὺς πεινασμένους, ἂν ἐπισκέφθηκα τοὺς φυλακισμένους καὶ τοὺς ἄρρωστους, ἂν φιλοξένησα τοὺς ξένους. Γι᾿ αὐτὰ ὅλα θὰ ἐρωτηθῶ. Μὲ ἄλλα λόγια, πῶς ἦσαν οἱ σχέσεις μου μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους; Ἤξερα νὰ μοιράζομαι; Ἤμουν ἁπλῶς ἕνα ἄτομο, κλεισμένο στὸν ἑαυτό μου; Ἢ ἤμουν ἕνα αὐθεντικὸ πρόσωπο ποὺ ζοῦσα σὲ κοινωνία μὲ τοὺς ἄλλους; Δὲν εἶναι συμπτωματικὸ ποὺ ἡ λέξη πρόσωπο σημαίνει, ἐπίσης καὶ «ὄψη». Εἶμαι ἕνα ζωντανὸ πρόσωπο, ποὺ ξεχωρίζω ἀπὸ τὰ ἄλλα, μόνο ὅταν στέκω ἀπέναντί τους, τὰ ἀντικρύζω, τὰ κοιτάζω μέσα στὰ μάτια καὶ αὐτὰ κοιτάζουν ἐμένα. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ κατοικεῖ μέσα στὴν καρδιά μας εἶναι Πνεῦμα κοινωνίας: κάνοντάς μας διαφορετικούς, μᾶς κάνει ὅλους ἕνα.

Ζωντας σὲ μία κοινωνία ποὺ μεγαλώνει ὁλοένα πιὸ ψυχρὰ καὶ ἀδιάφορα, εἶναι χριστιανικό μας καθῆκον νὰ ἐπαναβεβαιώσουμε τὸ νόημα τῆς προσωπικῆς κοινωνίας. Δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψουμε στὶς μηχανὲς νὰ κυριαρχήσουν. Ὑπάρχει μία ἱστορία ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ πῆγε νὰ δεῖ ἕναν ψυχίατρο. «Βρῆκα σὰν πιὸ εὔκολο τρόπο γιὰ νὰ συγκεντρώνομαι», εἶπε ὁ ψυχίατρος, «τὸ νὰ μὴ σὲ κοιτάζω στὸ πρόσωπο. Γι᾿ αὐτὸ ξάπλωσε στὸν καναπὲ καὶ ἐγὼ θὰ καθήσω στὴ γωνιά, πίσω ἀπὸ τὴν κουρτίνα». Ἀφοῦ πέρασε λίγη ὥρα ὁ ἄνθρωπος παραξενεύθηκε γιατί ἐπικρατοῦσε μία ὕποπτη ἡσυχία πίσω ἀπὸ τὴν κουρτίνα. Περπάτησε στὶς ἄκρες τῶν ποδιῶν τοῦ ὡς τὴ γωνιὰ καὶ κοίταξε προσεκτικὰ πίσω ἀπὸ τὴν κουρτίνα. Οἱ ὑποψίες του ἐπιβεβαιώθηκαν. Εἶδε μία καρέκλα καὶ πίσω της μιὰ πόρτα· ὅμως πουθενὰ ὁ ψυχίατρος. Στὴν καρέκλα ὑπῆρχε ἕνα κασεττόφωνο. Ὁ ἄνθρωπος δὲν τὰ ἔχασε. Εἶχε πεῖ τὴν ἱστορία του πολλὲς φορὲς σὲ διαφορετικοὺς ψυχίατρους καὶ τὴν εἶχε γραμμένη σὲ κασέττα. Πῆρε λοιπὸν ἕνα κασεττόφωνο ἀπὸ τὴν τσάντα του, ἔβαλε μέσα τὴν κασέττα, τὸ ἄφησε στὸν καναπὲ καὶ τὸ ἔβαλε σὲ λειτουργία. Ὕστερα κατέβηκε κάτω γιὰ νὰ πάρει ἕνα καφέ. Στὴν καφετερία ὅμως συνάντησε τὸν ψυχίατρο ποὺ ἐπίσης ἔπαιρνε τὸν καφέ του. Ὁ ἄνθρωπος κάθησε στὸ ἴδιο τραπέζι μαζί του. «Πρόσεξε», διαμαρτυρήθηκε ὁ ψυχίατρος, «δὲν ἔπρεπε νὰ βρίσκεσαι ἐδῶ· ὄφειλες νὰ μείνεις πάνω, ξαπλωμένος στὸν καναπέ, νὰ λὲς τὴν ἱστορία σου». «Πολὺ σωστά», ἀπάντησε ὁ ἄνθρωπος. «Τὸ δικό μου κασεττόφωνο μιλᾶ στὸ δικό σου».
Ὡς Χριστιανοὶ βρισκόμαστε ἐδῶ γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσουμε τὴ μεγάλη ἀξία τῆς ἄμεσης ἐπικοινωνίας καὶ συνάντησης - ὄχι μηχανὴ πρὸς μηχανή, ἀλλὰ πρόσωπο πρὸς πρόσωπο, ἐνώπιος ἐνωπίῳ.

Ὡρίμανση

Τέτοιο εἶναι τὸ ἀληθινὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο: ἐλεύθερο, εὐχαριστιακό, κοινωνικό - αὐτὸ πού, σύμφωνα μὲ τὸ παράδειγμα τοῦ στάρετς Ζωσιμᾶ τοῦ Ντοστογιέφσκι, καθιστᾶ τὸν ἑαυτό του «ὑπεύθυνο γιὰ ὅλους καὶ γιὰ ὅλα». Σ᾿ αὐτὰ τὰ τρία χαρακτηριστικὰ πρέπει νὰ προστεθεῖ καὶ ἕνα τέταρτο: ἡ ὡρίμανση, ἡ πορεία πρὸς τὰ ἐμπρός, ἡ συνεχὴς πρόοδος. «Ἀγαπητοί, νῦν τέκνα Θεοῦ ἐσμέν, καὶ οὔπω ἐφανερώθη τί ἐσόμεθα» (Α´ Ἰω. γ:2). Τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο δὲν εἶναι στατικὸ ἢ στάσιμο, ἀλλὰ εἶναι δυναμικό. Εἶναι ἕνας ὁδοιπόρος, ἕνας ταξιδευτὴς - homo viator.
Αὐτὴ ἡ δυναμικὴ ὄψη τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας συχνὰ ἐκδηλώνεται κάνοντας μία διάκριση μεταξὺ τῆς εἰκόνας καὶ τῆς ὁμοίωσης τοῦ Θεοῦ. Ὁ συγγραφέας τῆς Γεν. 1:26, ὅταν ἔγραψε τὶς λέξεις «κατ᾿ εἰκόνα ἡμέτεραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν» πιθανὸν δὲν εἶχε τὴν πρόθεση νὰ δημιουργήσει ἀντίθεση μεταξὺ τῶν δυὸ ὅρων. Ἁπλῶς ἐκατανοοῦντο ὡς δυὸ παράλληλοι. Οἱ Ἕλληνες ὅμως Πατέρες - ἰδιαίτερα ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος, ὁ Ὠριγένης, ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός[4] - τοὺς ἑρμηνεύουν ὡς νὰ ἔχουν διαφορετικὸ νόημα. Ἡ εἰκόνα, σύμφωνα μὲ τὴ δική τους ἐξήγηση, δηλώνει αὐτὸ ποὺ ὁ ἄνθρωπος κατέχει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ καὶ τὸ ὁποῖο, παρὰ τὴν Πτώση, ποτὲ δὲν χάθηκε ἐντελῶς. Ἡ «ὁμοίωση» δηλώνει τὸν ἔσχατο σκοπό μας, τὴν πληρότητα τοῦ ἁγιασμοῦ καὶ τῆς ζωῆς ἐν Θεῷ, τὴ θέωση. Εἰκόνα εἶναι τὰ ἀρχικὰ χαρίσματα ποὺ δόθηκαν στὸν ἄνθρωπο κατὰ τὴ δημιουργία, ὁμοίωση ὁ τελικὸς σκοπὸς ποὺ πρέπει νὰ ἐκπληρωθεῖ μέσῳ τῆς ὀρθῆς χρήσης τῆς ἐλευθερίας, μὲ τὴ χάρη πάντοτε τοῦ Θεοῦ. Εἰκόνα εἶναι ἡ δυνατότητα γιὰ πραγματοποίηση τῆς ὁμοίωσης, ἡ ἀφετηρία καὶ τὸ τέρμα. Ἡ Εἰκόνα δὲν εἶναι ποτὲ αὐτάρκης. πάντοτε κοιτᾶ πρὸς τὰ ἐμπρός, κατευθύνεται πάντα πρὸς τὴν ὁμοίωση γιὰ νὰ ἐκπληρωθεῖ. Ὁ ἄνθρωπος ταξιδευτής, ὁ homo viator, σὲ ὅλη του τὴ ζωὴ βρίσκεται σ᾿ ἕνα ταξίδι ἀπὸ τὴν εἰκόνα στὴν ὁμοίωση.

Οἱ χριστιανοὶ συγγραφεῖς συχνὰ μίλησαν γιὰ τὸ «πρωτόκτιστον κάλλος» τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, στὸν Παράδεισο. Ὁ Ἀδὰμ κατὰ τὴ δημιουργία του, μὲ μιὰ τέτοια θεώρηση, προικίστηκε μὲ ὅλο τὸ πλήρωμα τῆς ἁγιότητας καὶ τῆς γνώσεως. Γιὰ μᾶς σήμερα εἶναι ἐξαιρετικὰ δύσκολο νὰ ἀντιληφθοῦμε τί σημαίνει αὐτό. Εἶναι λοιπὸν σημαντικὸ νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι στὴν πραγματικότητα δὲν εἶναι ὁ μοναδικὸς τρόπος ποὺ ἐξετάζεται ἡ προπτωτικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου στὴ χριστιανικὴ παράδοση. Ὑπάρχει ἀκόμη μιὰ προσέγγιση ποὺ βρίσκεται σὲ συγγραφεῖς τοῦ δευτέρου αἰώνα, ὅπως γιὰ παράδειγμα οἱ Θεόφιλος Ἀντιοχείας καὶ Εἰρηναῖος, καὶ ἡ ὁποία προσαρμόζεται πολὺ καλύτερα στὴ δυναμικὴ διάκριση ποὺ κάναμε μεταξὺ εἰκόνας καὶ ὁμοίωσης. Ὁ ἄνθρωπος στὴν πρώτη δημιουργία, εἰσηγοῦνται αὐτοὶ οἱ συγγραφεῖς, ἦταν σὰν νήπιο - τέλειος ὄχι τόσο ἐνεργείᾳ, ὅσο δυνάμει. Δὲν ἦταν προικισμένος μὲ τὴν πληρότητα τῆς σοφίας καὶ τῆς δικαιοσύνης ἀλλὰ βρισκόταν ἁπλῶς σὲ μιὰ κατάσταση ἁπλότητας καὶ ἀθωότητας. «Ἦταν ἕνα παιδὶ ποὺ δὲν εἶχε ἀκόμη ἀναπτυγμένη τέλεια τὴν ἀντίληψή του», σημειώνει ὁ Εἰρηναῖος. «Ἀπαραίτητα ἔπρεπε νὰ ὡριμάσει καὶ νὰ φτάσει στὴν τελειότητα».[5] Ὁ Δημιουργὸς Θεὸς ἔβαλε τὰ πόδια τοῦ Ἀδὰμ στὸ σωστὸ δρόμο, ὅμως ὁ Ἀδὰμ εἶχε μπροστά του πολλὴ ἀπόσταση νὰ διανύσει ὥσπου νὰ φτάσει στὸ τέρμα τοῦ ταξιδιοῦ του. Ὁ homo viator δὲν ταξιδεύει σ᾿ ἕνα κλειστὸ κύκλο ἀλλὰ κατὰ μῆκος μιᾶς γραμμῆς ποὺ ὁδηγεῖ πρὸς τὰ πάνω.
Αὐτὸ τὸ σημεῖο δικαιώνεται ἂν δοθεῖ ἡ πραγματικὴ βαρύτητα στὴν Ἐνσάρκωση τοῦ Χριστοῦ. Λαμβάνοντας τὴ δική μας ἀνθρώπινη φύση στὴ δική του κατὰ τὴν ἐνσάρκωση καὶ «θεώνοντας» τὴν κατὰ τὴ Μεταμόρφωση, Ἀνάσταση καὶ Ἀνάληψη, ὁ Λόγος εἰσήγαγε στὴν ἀνθρωπότητα ἕνα νέο στοιχεῖο, μιὰ πιὸ πλήρη διάσταση ποὺ δὲν ὑπῆρξε σ᾿ αὐτὴν ἀπὸ τὴν ἀρχή. Δὲν ἀποκατάστησε ἁπλῶς τὴν εἰκόνα ἀλλὰ χάρισε στὸ καθ᾿ ὁμοίωση πλατύτερες δυνατότητες. Τὸ τέλος ἀξίζει περισσότερο ἀπὸ τὴν ἀρχή· ἐσχατολογία δὲν εἶναι ἁπλῶς ἀρχαιολογία.

Ὅμως ὅλα δὲν σταματοῦν ἐδῶ. Σύμφωνὰ μὲ τὸ Βίο τοῦ Μωυσέως τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης (330-395), ἡ πορεία τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὰ ἐμπρὸς καὶ ἡ συνεχὴς ὡρίμανσή του - ὁ Γρηγόριος τὴν ἀποκαλεῖ ἐπέκταση, ποὺ σημαίνει τὴν κίνηση εἰς τὸ πέραν, πέρα ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ βρίσκεται μπροστὰ (ἰδὲ Φιλ. 3:13) - θὰ συνεχιστεῖ ἀδιάκοπα ὄχι μόνο σ᾿ αὐτὴ τὴ ζωὴ ἀλλὰ καὶ στὴν ἄλλη, στὴν αἰωνιότητα. Ὄχι μόνο στὴ γῆ, ἀλλ᾿ ἐξ ἴσου στὸν οὐρανό, ἡ ὡρίμανση εἶναι ἕνα χαρακτηριστικὸ τῆς ἀνθρώπινής μας προσωπικότητας. Ἀφοῦ ὁ θεὸς εἶναι ἀτελεύτητος, πιστεύει ὁ Γρηγόριος, ἡ σεσωσμένη ἀνθρώπινη φύση δὲν θὰ πάψει ποτὲ νὰ μετέχει ἔτι καὶ ἔτι πληρέστερον στὴν ἀπέραντη δόξα καὶ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἡ γνώση μας γι᾿ αὐτόν, ἐνῶ συνέχεια αὐξάνεται ποτὲ δὲν θὰ ἐξαντληθεῖ. Ἡ οὐσία τῆς τελειότητας συνίσταται παραδόξως στὸ γεγονὸς ὅτι ποτὲ δὲν γινόμαστε τέλειοι ἀλλὰ συνεχίζουμε νὰ μεταμορφωνόμαστε ἀπὸ «δόξης εἰς δόξαν» (Β´ Κορ. 6:18). Ὅπως γράφει ὁ Jean Danielou, «κάθε τέλος εἶναι μία καινούργια ἀρχή, καὶ κάθε ἄφιξη εἶναι μοναχὰ μιὰ νέα ἀναχώρηση».[6] Κάθε σύνορο, στὴ σκέψη τοῦ Γρηγορίου, προϋποθέτει ἕνα πέραν· κάθε περιορισμὸς συνεπάγεται, ὅτι ὁ ἴδιος εἶναι πεπερασμένος[7]. Ἡ αἰωνιότητα ὅπως καὶ ἡ ἱστορία δὲν εἶναι ἕνας κύκλος ἀλλὰ μία πορεία πρὸς τὰ πάνω. Δὲν εἶναι ἕνα γεωμετρικὸ σημεῖο ἀλλὰ μία ἑλικοειδὴς ἄνοδος.
Αὐτὸ λοιπὸν σημαίνει νὰ εἶσαι γνήσιος ἄνθρωπος: νὰ ἐκλέγεις, νὰ εὐχαριστεῖς, νὰ μοιράζεσαι, νὰ ὡριμάζεις. Gloria enim, Dei vivens homo, βεβαιώνει, ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος: «Ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ζωντανὸς ἄνθρωπος».[8] Ἂς ἀγωνιστοῦμε νὰ κάνουμε αὐτὴ τὴ δόξα ὁλοένα καὶ πιὸ ἐμφανῆ στὸν ἑαυτό μας. Ἂς γίνουμε περισσότερο ὅμοιοι τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ νὰ γινόμαστε ἀκόμη περισσότερο ἄνθρωποι.


Ὑποσημειώσεις:

1. Βίος τοῦ Ἁγίου Παχωμίου 18, ἔκδ. Halkin, σσ. 30-31.
2. Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, Κλίμαξ, Βαθμίδα 28, P.G. 88, 1132A
3. Αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία ξεκινᾶ ἤδη ἀπὸ τὸν 2ο αἰώνα. Πρβλ. Θεοφίλου Ἀντιοχείας, Πρὸς Αὐτόλυκον, ΙΙ18· ἰδὲ ἐπίσης Ἐπιστολὴ τοῦ Βαρνάβα, V.5, VI.12· Ἰουστίνου Μάρτυρος, Διάλογος πρὸς Τρύφωνα, 1 XII.2.
4. Ἰδὲ Εἰρηναίου, Κατὰ τῶν αἱρέσεων, V.i.3 καὶ V.vi.1· Ὠριγένους, Περὶ Ἀρχῶν, ΙΙΙ.vi.1· Μαξίμου, Περὶ Ἀγάπης, iii.25· Θεολογικὰ Κεφάλαια, i.13· Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Περὶ Ὀρθοδόξου Πίστεως, ii.12. Ἡ διάκριση ἐπίσης βρίσκεται στοὺς Κλήμη Ἀλεξανδρείας, Μεθόδιο, Κύριλλο Ἱεροσολύμων, Ἰωάννη Χρυσόστομο καὶ Διάδοχο Φωτικῆς. Σὲ ἄλλους ὅμως Πατέρες, ὅπως τοὺς Ἰππόλυτο, Ἀθανάσιο, Γρηγόριο Ναζιανζηνό, Γρηγόριο Νύσσης, Κύριλλο Ἀλεξανδρείας, Θεόδωρο Μοψουεστίας καὶ Θεοδώρητο Κύρου, ἡ διάκριση εἴτε ἀπορρίπτεται εἴτε δὲν ἐξετάζεται μὲ καθαρὸ καὶ συγκεκριμένο τρόπο.
5. Ἐπεξήγησις Ἀποστολικοῦ Κηρύγματος, 12· πρβλ. Θεοφίλου, Πρὸς Αὐτόλυκον, ii.24 καὶ 27.
6. J. Danielou καὶ H. Musurillo, From Glory to Glory: Texts from Gregory of Nyssa's Mystical Writtings, London 1962, σελ. 69.
7. Εἰς τὸ Ἆσμα Ἀσμάτων, P.G. 44, 1024 BCD.
8. Κατὰ τῶν αἱρέσεων, IV.xx[xxxiv].7.

Πηγή: «Ἄνθρωπος καὶ Κοινωνία», Δοκίμια γιὰ τὴ θέση τοῦ ἀνθρώπου στὸν σύγχρονο κόσμο, ἐκδόσεις Ἱερᾶς Βασιλικῆς καὶ Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Ἁγ. Νεοφύτου, Πάφος 1991


Πηγή: http://www.phys.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/explanatory/kallistos_ware_mysthrion_proswpoy.htm

 http://vardavas.blogspot.gr

Δευτέρα 18 Απριλίου 2016

Ανατροπή στην «αποδόμηση μύθων». Ο πρόλογος του βιβλίου: «Το Κρυφό Σχολειό. Το χρονικό μιας Ιστορίας»




Το βιβλίο του Γιώργου Κεκαυμένου, παλαιού συνεργάτη του Αντίβαρου, «Το Κρυφό Σχολείο, το χρονικό μιας ιστορίας» αποτελεί μία ανατρεπτική παρέμβαση στην καρδιά του άξονα σκέψης της σχολής των αναθεωρητών. Πλέον, δεν μπορούν να ακροβατούν και να συνεχίσουν να καλλιεργούν μία στερεοτυπική ανάγνωση της Ιστορίας με μοναδικό θεμέλιο ένα βιβλίο χωρίς πηγές (Άλκης Αγγέλου: «Το Κρυφό Σχολειό, το χρονικό ενός μύθου»). Παραπέμπονται λοιπόν στις εκατοντάδες πηγές, τις οποίες αγνοούν και τις οποίες ανασύρει στο προσκήνιο ο Γιώργος Κεκαυμένος στην εξαιρετική του μελέτη. Η έκδοση του βιβλίου από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις του Γ. Καραμπελιά, είναι το επιστέγασμα προσπαθειών ετών από την πλευρά μας. Ακολουθεί ο πρόλογος του βιβλίου.

Πρόλογος του Ανδρέα Σταλίδη στο βιβλίο του Γ. Κεκαυμένου, Το Κρυφό Σχολείο, το χρονικό μιας ιστορίας, που θα κυκλοφορήσει από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις την Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2012.

Οι πηγές της μελέτης του Κεκαυμένου

Μία από τις φράσεις που μου έκανε μεγάλη εντύπωση, όταν την άκουγα μικρός, ήταν «μα εγώ θα αλλάξω τον κόσμο;» Δικαίως, νομίζω, αναρωτιόμουν: «και γιατί όχι;» Από τότε λοιπόν απαντούσα στους γύρω μου ότι «η σωστή απάντηση στην ερώτηση “εγώ θα αλλάξω τον κόσμο;” είναι “ναι”». Ανεξάρτητα, βέβαια, από το τι θα πετύχει κανείς στο τέλος.

Η ανά χείρας μελέτη είναι όντως ανατρεπτική! Ο Γιώργος Κεκαυμένος, τον οποίο ποτέ δεν γνώρισα εκ του σύνεγγυς, όμως μου στέλνει τα τελευταία χρόνια ορισμένα άρθρα του σε ηλεκτρονική μορφή για δημοσίευση στο «Αντίβαρο», επιχειρεί «να αλλάξει τον κόσμο». Να αλλάξει τα δεδομένα. Η αλλαγή είναι μία λέξη. Όμως να επιτύχει κανείς την αλλαγή είναι άθλος.

Το θέμα του μελετητή είναι το κρυφό σχολειό (πρώτη του δημοσίευση http://www.antibaro.gr/article/436 και δεύτερη http://www.antibaro.gr/article/3441). Ο τίτλος, «Κρυφό Σχολειό. Το Χρονικό μιας Ιστορίας», είναι παράφραση ενός παλαιότερου συγγράμματος, της μίας και μοναδικής πηγής στην οποία παραπέμπουν όλοι ανεξαιρέτως οι θιασώτες της άποψης ότι το κρυφό σχολειό είναι απλά ένας μύθος και τίποτα παραπάνω. Το σύγγραμμα εκείνο είχε μόνο μία ιστορική πηγή προ του 1821. Από αυτήν, χρησιμοποιήθηκε μόνο ο τίτλος. Η ραχοκοκαλιά της σχολής σκέψης, την οποία παρήγαγε εκείνο το βιβλίο και τελικά κυριάρχησε οριζόντια σε όλες τις γωνιές της κοινής γνώμης, είναι περίπου η εξής:

«Κρυφό σχολειό δεν υπήρξε ποτέ, διότι δεν υπήρξε ποτέ η ανάγκη του κρυφού σχολειού. Δεν υπήρξε η ανάγκη του κρυφού σχολειού, διότι ποτέ δεν διώχθηκε η παιδεία των υπόδουλων Ελλήνων. Δεν διώχθηκε ποτέ η παιδεία διότι αυτός ο τομέας δεν βρισκόταν στο ενδιαφέρον των Οθωμανών κατακτητών. Το ενδιαφέρον τους εστιάζονταν μόνο στη φορολογία. Επίσης, δεν υπάρχει καμία πηγή για το κρυφό σχολειό, ενώ ταυτόχρονα γνωρίζουμε ορισμένα ονομαστά σχολεία της εποχής. Το ότι ήταν λιγοστά είναι αποτέλεσμα έλλειψης χρημάτων και όχι αποτέλεσμα διωγμών. Παρόλο λοιπόν που δεν υπήρξε ποτέ κρυφό σχολειό, βόλευε να πλάσουμε τον μύθο του, διότι έτσι εμφανίζεται η Εκκλησία ως ευεργέτιδα του έθνους. Συνεπώς, συντελεί ο μύθος στη δημιουργία της εθνικής μας ταυτότητας. Ήρθε όμως η ώρα να τον αποδομήσουμε. Μπορούμε σήμερα να ζούμε και χωρίς μύθους».

Αυτά λένε λίγο-πολύ, με διάφορες παραλλαγές, ανάλογα με τον βαθμό αντικληρικαλισμού, αναθεωρητισμού, μεταμοντερνισμού ή, έστω, αδιαφορίας, του καθενός.

Η απάντηση του Γιώργου Κεκαυμένου, στην παρούσα μελέτη του, είναι εν περιλήψει η εξής:

«Υπάρχει πληθώρα πρωτότυπων ιστορικών πηγών, σύμφωνα με τις οποίες η παιδεία των υποδούλων πράγματι διώκονταν και αυτό συνέβαινε σχεδόν σε όλη τη διάρκεια των αιώνων της Τουρκοκρατίας. Συνεπώς, ανάγκη πράγματι υπήρξε, και μάλιστα ανάγκη μεγάλη και επιτακτική σε όλη τη γεωγραφική έκταση της οθωμανικής Αυτοκρατορίας και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά. Επίσης, υπάρχουν δεκάδες γραπτές μαρτυρίες αμερόληπτων ιστορικών και ξένων περιηγητών της εποχής που συνηγορούν σε αυτό. Υπάρχουν μαρτυρίες για κρυφά σχολειά, ακόμα και για κρυφές εκκλησιές. Η αγριότητα των Τούρκων ήταν πασιφανής για τους ανθρώπους της εποχής».

Πριν δώσω μία σύνοψη των πηγών της παρούσης μελέτης, θα δώσω ένα τεκμήριο της έλλειψης αυτοπεποίθησης της λεγόμενης αναθεωρητικής σχολής. Σε μία εκπομπή του τηλεοπτικού σταθμού ΣΚΑΙ, ο Αλέξης Παπαχελάς ρώτησε τον Θάνο Βερέμη για το κρυφό σχολειό. Στο πάνελ βρισκόταν και ο Χρήστος Γιανναράς, ενώ σε τηλεοπτικό «λινκ» βρισκόταν και ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Άνθιμος. Απαντώντας λοιπόν ο Θάνος Βερέμης, παραδέχτηκε ότι «το κρυφό σχολειό υπήρξε σε περιόδους συγχρονισμένων εξισλαμισμών, όπως για παράδειγμα στην Ήπειρο κατά την περίοδο του Κοσμά του Αιτωλού». Προσέξτε τον πληθυντικό αριθμό των «περιόδων». («Νέοι Φάκελοι», ΣΚΑΙ 28.02.2011 http://www.youtube.com/watch?v=tV05BClVfoY ).

Ακολουθεί κατά χρονολογική σειρά μία ενδεικτική λίστα των μαρτυριών, οι οποίες παρουσιάζονται στο βιβλίο. Οι μαρτυρίες είναι πολυάριθμες και έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και βαρύτητα.

Περί απαγόρευσης της παιδείας και της θρησκευτικής ελευθερίας από τους Τούρκους

    • 1460, Πατριάρχης Γεννάδιος. Επιστολή του παραθέτει ο Θεοδόσιος Ζυγομαλάς προς τον Μαρτίνο Κρούσιο, περίπου 100 χρόνια αργότερα.
    • 1570-1580, Θεοδόσιος Ζυγομαλάς αρχιγραμματέας του Οικ. Πατριαρχείου. Πλειάδα διαφορετικών επιστολών του αρχινοτάριου προς τον Γερμανό καθηγητή, Μαρτίνο Κρούσιο. Οι δυο τους είχαν τακτική επικοινωνία. Ο Γερμανός εξέδωσε έναν τόμο μυριάδων επιστολών, στοιχείων και ντοκουμέντων, το 1584, με τον τίτλο Turcograecia, το οποίο αποτελεί ζωτικής σημασίας πρωτότυπη ιστορική πηγή για την εποχή εκείνη. Ολόκληρο το βιβλίο είναι διαθέσιμο στο διαδίκτυο και είναι δίγλωσσο: γραμμένο στα λατινικά και στα ελληνικά.
    • 1598, Μελέτιος Πηγάς, Πατριάρχης Αλεξανδρείας.
    • 1607, Χριστόφορος Άγγελος λόγιος. Το βιβλίο του εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο του πανεπιστημίου της Οξφόρδης, το 1617.
    • 1610, George Sandys, Άγγλος περιηγητής.
    • 1620, Κύριλλος Λούκαρης, Οικουμενικός Πατριάρχης.
    • 1627, Μητροφάνης Κριτόπουλος, Πατριάρχης Αλεξανδρείας. Επιστολή στον Γερμανό καθηγητή Bernegger.
    • 1631, Γεράσιμος Α΄, Πατριάρχης Αλεξανδρείας. Αλληλογραφία με Αρχιμανδρίτη Αρσένιο.
    • 1650, François Richard, Ιησουΐτης ιερωμένος.
    • 1660, Νεκτάριος, Πατριάρχης Ιεροσολύμων.
    • 1675, Σουλτανικό φιρμάνι.
    • 1678, Sir Paul Rycaut, Άγγλος Διπλωμάτης. Επίσημη αναφορά προς τον Βασιλιά Κάρολο Β΄ για την κατάσταση στην περιοχή.
    • 1680, Thomas Smith, Άγγλος Θεολόγος, Κοσμήτορας και αντιπρόεδρος του Magdalen College της Οξφόρδης.
    • 1688, Ηλίας Μηνιάτης, Επίσκοπος Κερνίκης και Καλαβρύτων.
    • 1760, Γεώργιος Φατζέας, μητροπολίτης Φιλαδελφείας (στη Βενετία).
    • 1801, Αδαμάντιος Κοραής.
    • 1866, Κρήτες Επαναστάτες.

Πηγές σχετικές με σχολεία τα οποία έκλεισαν οι Τούρκοι

    • 1777, Κωνσταντίνος Κούμας, από τους πιο πιστούς μαθητές του Κοραή.
    • 1820, Noehden, Άγγλος καθηγητής κλασικής φιλολογίας (άρθρο του στο The Classical Journal, το 1820).
    • 1821, Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων.
    • 1821, Αλληλοδιδακτικά Σχολεία Χανίων και Ρεθύμνου.
    • 1856, Σουλτανικό φιρμάνι Χάττι Χουμαγιούν και νεώτερο, το 1867.

Μαρτυρίες για κρυφό σχολειό πριν το 1821

    • 1743, Μακάριος Χριστιανόπουλος (Μαριδάκις), ιεροκήρυκας Οικουμενικού Πατριαρχείου.
    • 1771, Ευγένιος Βούλγαρις.
    • 1785, Μάρκος Δραγούμης.

Μαρτυρίες για το κρυφό σχολειό από το 1821 έως την απελευθέρωση

    • 1821, Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων.
    • 1822, Στέφανος Κανέλλος. Επιστολή στον Γερμανό λόγιο, C. Iken.
    • 1826, Ιάκωβος Ρίζος-Νερουλός.

Μαρτυρίες για κρυφό σχολειό μετά την απελευθέρωση

    • 1837, Μισαήλ Αποστολίδης, καθηγητής Θεολογικής σχολής.
    • 1849, Γεώργιος Μαυροκορδάτος, καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
    • 1863, Κωνσταντίνος Φρεαρίτης, καθηγητής Νομικής.
    • 1873, Φώτιος Χρυσανθόπουλος (Φωτάκος), πρώτος υπασπιστής του Κολοκοτρώνη.
    • 1881, Γεώργιος Χασιώτης, ιστορικός της εκπαίδευσης.
    • 1913, René Puaux (Πυώ), Γάλλος δημοσιογράφος και περιηγητής (στην Ήπειρο).

Τα παραπάνω διανθίζονται από πλήθος άλλων μαρτυριών ή δευτερογενών πηγών, της ίδιας εποχής ή ακόμη και σύγχρονων, από ανθρώπους δηλαδή οι οποίοι εξήγαγαν παρόμοια συμπεράσματα μελετώντας τις πηγές.

Επιπλέον, οι αναφορές στις περιόδους ακμής της ελληνικής παιδείας, –χρονολογικά και ανά περιοχές (Πελοπόννησο, Κρήτη, Επτάνησα)– συνιστούν έμμεσα τεκμήρια περί του διωγμού της παιδείας, σε προγενέστερες ιστορικές περιόδους, και ολοκληρώνουν το βιβλίο του Κεκαυμένου.

Πρόκειται τελικά για σημαντικό έργο, το οποίο δεν είναι δυνατόν να περάσει απαρατήρητο και θα συμβάλει αποφασιστικά στην ανατροπή κυρίαρχων αλλά αστήρικτων παραδοχών. Τα τεκμήρια και η παράθεση πηγών και μαρτυριών είναι πανίσχυρα, και είμαι ευτυχής που αυτή η μελέτη εκδίδεται σε έντυπη μορφή από τις «Εναλλακτικές Εκδόσεις».

Ανδρέας Σταλίδης
Δημιουργός του ηλεκτρονικού περιοδικoύ

Η μεγάλη, αόρατη απειλή για την υγεία: ουσίες που ξεγελούν τα ανθρώπινα κύτταρα!


Δημοφιλείς αναρτήσεις