Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2017

Να ξεκαθαρίζουμε το λόγο της προσέλευσής μας στην εξομολόγηση



 
π. Ανδρέα Αγαθοκλέους

Ο γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης έχει πει το εξής σημαντικό, τόσο για τους πνευματικούς όσο και για τον κόσμο που απευθύνεται στους πνευματικούς: «Πολλές φορές πηγαίνουμε στον πνευματικό, για να λύσουμε το πρόβλημά μας. Αυτό σημαίνει: Σε παρακαλώ μη μου μιλήσεις τώρα για τον Θεόν, μόνο βοήθησέ με να προσαρμοσθώ στη ζωή αυτή, να τακτοποιήσω τα θέματά μου, ώστε να μην υποφέρω, βοήθησε με, να συνδυάσω αυτό που θέλω, που σκέπτομαι ή που αγαπώ, με την δυσκολία που έχω.
Δεν πηγαίνουμε διότι μας ενδιαφέρει ο Θεός, παρ’ ότι εξομολογούμαστε, αλλά διότι μας ενδιαφέρει πώς να βρεθεί λύση».

Το «σημαντικό» βρίσκεται στο ότι μας αποκαλύπτεται η πραγματικότητα. Ασφαλώς, δεν είναι επιλήψιμο να καταφεύγουμε στους πνευματικούς για να εκθέσουμε το πρόβλημά μας, αναμένοντας κάποια λύση που θα δώσει φως στο σκοτάδι μας. Γιατί όμως να μπλέκουμε τη μετάνοια, που η εξομολόγηση ως μυστήριο την εκκλησιοποιεί γι’ αυτό και την ολοκληρώνει, με τα διάφορα προβλήματα της ζωής που μας ταλαιπωρούν μεν αλλά δεν είναι απαραίτητα αμαρτίες, ώστε να χρειάζεται το «πετραχείλι του παπά»;

Νομίζω είναι ουσιαστικό να ξεκαθαρίζουμε το λόγο της προσέλευσής μας, παρά να υποφώσκει η ανάγκη μας για ομαλή πορεία της ζωής πίσω από το λόγο μας «θέλω να εξομολογηθώ». Γιατί ο λόγος αυτός σημαίνει: «θέλω να βρω το Θεό μου που έχασα μέσα από τις αμαρτίες μου. Θέλω να επανέλθω στην «οικία του Πατρός» ως ο άσωτος υιός και να καθίσω στο Πατρικό τραπέζι, στηριζόμενος στην αγάπη Του που η δική μου μετάνοια θα ενεργοποιήσει εντός μου».

Ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ είπε πως «στους χίλιους που εξομολογούνται είναι ζήτημα αν οι πέντε μετανοούν». Δεν είναι αλήθεια;
Βέβαια, αρκετές φορές διάφορα προβλήματα της ζωής είναι αποτέλεσμα του λανθασμένου τρόπου ζωής, της αμαρτωλής δηλαδή κατάστασής μας. Όπως ένας ο οποίος κάνει καταχρήσεις (φαγητού, ύπνου, εργασίας κλπ) κι ο οργανισμός του κάποια μέρα αντιδρά με ασθένεια που τα συμπτώματα (πόνος, πυρετός κ.ά.) δείχνουν.

Αν η προσέλευσή μας στον πνευματικό πηγάζει από την ανάγκη να θεραπεύσουμε την ασθένεια – αμαρτωλός τρόπος ζωής – κι όχι μόνο να κατασταλούν προσωρινά τα συμπτώματα (να φύγει το άγχος και η αναστάτωση), τότε υπάρχει δυνατότητα για όντως νέα ζωή.
 Πόσο όμως είμαστε έτοιμοι κι αποφασισμένοι γι’ αυτή τη νέα ζωή που το ευαγγέλιο επαγγέλλεται; Αυτό θα το δείξει η εμπιστοσύνη και η αφοσίωση στο λόγο του πνευματικού, που θα πρέπει να δει πίσω από τα φαινόμενα τα γινόμενα και να δείξει οδόν σωτηρίας. Να αποκαλύψει π.χ. ότι πίσω από τις οικογενειακές συγκρούσεις κρύβεται το πείσμα να γίνει το δικό μας θέλημα· ότι το άγχος και το υπερβολικό στρες κρύβει απιστία· ότι οι σωματικές ασθένειες μπορούν να εκφράζουν ανεξομολόγητες αμαρτίες· ότι τα όποια προβλήματα μπορεί να τα δημιουργεί ο εγωκεντρισμός μας, η φιλαυτία μας.

Τελικά, το να πηγαίνεις στον πνευματικό μπορεί να σημαίνει αρχή νέας ζωής ή κρίση και κατάκριση, καθώς η προσέλευσή μας στο ποτήριο της Ζωής, τη θεία Κοινωνία, μπορεί να γίνει ή «εις άφεσιν αμαρτιών και ζωήν αιώνιον» ή «εις κρίμα ή εις κατάκριμα».



 https://proskynitis.blogspot.gr/

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΚΑΛΕΙ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΕΚΤΑΡΙΟ ΣΕ ΕΝΑ ΠΙΣΤΟ . ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ ΘΑΥΜΑ.


Χερουβείμ και Σεραφείμ,αφήστε λίγο τον Παράδεισο και ελάτε λίγο κοντά μου.




Είπε ό Γέροντας σε κάποιον:
- Νά μή στενοχωριέσαι. Θά κάνεις τις προσευχές σου, θά λες γλυκόλογα του Χριστού. Θά ζητάς άνυψώσεις μέσω των άγιων άγγέλων («τίς δώσει μοι πτέρυγας ώσεί περιστεράς και πετασθήσομαι καί καταπαύσω;» Ψαλμ. 54, 7).

Μεταφέρουν τον άγιασμό οί άγγελοι. Μόνο αυτοί μπορούν νά δοξάζουν τόσο τον Θεό.Είναι ειδικά φώτα, του πρώτου φωτός δεύτερα, πού ανακλούν τό πρώτο φώς. Έχουν:
α'. ιδιότητα να υμνούν τον Θεό.
β’. ιδιότητα να υπηρετούν τούς ανθρώπους («ό ποιών τούς άγγέλους αυτού πνεύματα καί τούς λειτουργούς αυτού πυρός φλόγα», Ψαλμός 103,4.
«Ούχί πάντες είσί λειτουργικά πνεύματα εις διακονίαν άποστελλόμενα διά τούς μέλλοντας κληρονομειν σωτηρίαν;»,Έβρ. 1, 14»).

Αυτά να σκεφτείς καί να τά επικαλείσαι. Όταν τα καλείς θα έρχονται. Είναι ή φύσις τους να μάς άγαπάνε.
Γιατί χαίρονται όταν τά καλούμε.Έχουν τέτοια λεπτότητα πού καί στην προστασία τους θέλουν να κάνουν μόνο οτι θέλει ό άνθρωπος.

Απαντούν στον διάβολο:
«Μέ επικαλέστηκε» καί τρέχουν όλο χαρά. Να τά επικαλείσαι, γιατί είναι πολύ άγιο πράγμα. Ή αγάπη τους είναι και θεραπευτική.

Όταν κάνεις τό βράδυ την προσευχή σου θα βάλεις καί ψαλμωδία κι όταν ή καρδιά σου γίνει άγαπητική να επικαλείσαι τίς μεγάλες δυνάμεις, Πανάγια Χερουβείμ -να δονείται ή καρδιά σου-  αφήστε λίγο τον Παράδεισο και ελάτε λίγο κοντά μου.

Μιμούνται τον Δεσπότη στήν άγαθοδωρία.Ή παρουσία τους εκπέμπει τέτοια ανάλαφρη μακαριότητα καί χαρά.

Ο γλυκύτατος Άγιος Νεκτάριος





Η τελευταία φώτογραφία του αγίου Νεκταρίου, 47 μέρες πριν την κοίμησή του, αποχωρώντας από το Μοναστήρι του και μεταβαίνοντας στο Αρεταίειο Νοσοκομείο

Απο τη ζωή του Αγίου Νεκταρίου


Τετάρτη 8 Νοεμβρίου 2017

ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ: ΤΑΠΕΙΝΩΘΕΙΤΕ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΧΩΜΑ ΚΑΙ ΘΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΤΕΛΕΙΟΙ!




Σκοπός τής ζωής μας είναι νά γίνουμε τέλειοι καί άγιοι. Νά αναδειχθούμε παιδιά τού Θεού καί κληρονόμοι τής βασιλείας τών ουρανών. Άς προσέξουμε μήπως, γιά χάρη τής παρούσας ζωής, στερηθούμε τή μέλλουσα, μήπως, από τίς βιοτικές φροντίδες καί μέριμνες, αμελήσουμε τό σκοπό τής ζωής μας.

Η νηστεία, η αγρυπνία καί η προσευχή από μόνες τους δέν φέρνουν τούς επιθυμητούς καρπούς, γιατί αυτές δέν είναι ο σκοπός τής ζωής μας, αποτελούν τά μέσα γιά νά πετύχουμε τό σκοπό.

Στολίστε τίς λαμπάδες σας μέ αρετές. Αγωνιστείτε ν’ αποβάλετε τά πάθη τής ψυχής. Καθαρίστε τήν καρδιά σας από κάθε ρύπο καί διατηρήστε τήν αγνή, γιά νά έρθει καί νά κατοικήσει μέσα σας ο Κύριος, γιά νά σάς πλημμυρίσει τό Άγιο Πνεύμα μέ τίς θείες δωρεές.

Παιδιά μου αγαπητά, όλη σας η ασχολία καί η φροντίδα σ’ αυτά νά είναι. Αυτά ν’ αποτελούν σκοπό καί πόθο σας ασταμάτητο. Γί’ αυτά νά προσεύχεστε στό Θεό. Νά ζητάτε καθημερινά τόν Κύριο, αλλά μέσα στήν καρδιά σας καί όχι έξω από αυτήν. Καί όταν Τόν βρείτε, σταθείτε μέ φόβο καί τρόμο, όπως τά Χερουβείμ καί τά Σεραφείμ, γιατί η καρδιά σας έγινε θρόνος τού Θεού. Αλλά γιά νά βρείτε τόν Κύριο, ταπεινωθείτε μέχρι τό χώμα, γιατί ο Κύριος βδελύσσεται τούς υπερήφανους, ενώ αγαπάει καί επισκέπτεται τούς ταπεινούς στήν καρδιά.

Άν αγωνίζεσαι τόν αγώνα τόν καλό, ο Θεός θά σέ ενισχύσει. Στόν αγώνα εντοπίζουμε τίς αδυναμίες, τίς ελλείψεις καί τά ελαττώματά μας. Είναι ο καθρέφτης τής πνευματικής μας καταστάσεως. Όποιος δέν αγωνίστηκε, δέν γνώρισε τόν εαυτό του.

Προσέχετε καί τά μικρά ακόμα παραπτώματα. Άν σάς συμβεί από απροσεξία κάποια αμαρτία, μήν απελπιστείτε, αλλά σηκωθείτε γρήγορα καί προσπέστε στό Θεό, πού έχει τή δύναμη νά σάς ανορθώσει.

Μέσα μας έχουμε αδυναμίες καί πάθη καί ελαττώματα βαθιά ριζωμένα, πολλά είναι καί κληρονομικά. Όλα αυτά δέν κόβονται μέ μία σπασμωδική κίνηση ούτε μέ τήν αδημονία καί τή βαρειά θλίψη, αλλά μέ υπομονή καί επιμονή, μέ καρτερία, μέ φροντίδα καί προσοχή.

Η υπερβολική λύπη κρύβει μέσα της υπερηφάνεια. Γί’ αυτό είναι βλαβερή καί επικίνδυνη, καί πολλές φορές παροξύνεται από τό διάβολο, γιά ν’ ανακόψει τήν πορεία τού αγωνιστή.

Ο δρόμος πού οδηγεί στήν τελειότητα είναι μακρύς. Εύχεστε στό Θεό νά σάς δυναμώνει. Νά αντιμετωπίζετε μέ υπομονή τίς πτώσεις σας καί, αφού γρήγορα σηκωθείτε, νά τρέχετε καί νά μή στέκεστε, σάν τά παιδιά, στόν τόπο πού πέσατε, κλαίγοντας καί θρηνώντας απαρηγόρητα.
Αγρυπνείτε καί προσεύχεστε, γιά νά μήν μπείτε σέ πειρασμό.

Μήν απελπίζεστε, άν πέφτετε συνέχεια σέ παλιές αμαρτίες. Πολλές απ’ αυτές είναι καί από τή φύση τους ισχυρές καί από τή συνήθεια. Μέ τήν πάροδο τού χρόνου, όμως, καί μέ τήν επιμέλεια νικιούνται. Τίποτα νά μή σάς απελπίζει.

Από τή σειρά τών φυλλαδίων «Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ» τής Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού Αττικής

http://www.agioritikovima.gr/

Ύμνος στους Αγίους αρχιστρατήγους και τις λοιπές ουράνιες Δυνάμεις (Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)




Ουράνιοι Αρχιστράτηγοι,
εσείς που άνωθεν επιβλέπετε με μεγάλη στοργή,
σκεπάστε μας με τις φτερούγες σας,
προστατέψτε μας με τη δύναμή σας.


Είσαστε οπλισμένοι με τη δύναμη του Θεού,
στεφανωμένοι με τη δόξα Του,
κρατάτε πύρινες ρομφαίες
για να θερίζετε τους δαίμονες.


Αστραπιαία, σαν ακτίνες φωτός
διασχίζετε τα σύννεφα,
τα σύννεφα του αέρα, όπου δίνετε μάχες,
παλεύοντας υπέρ του Θεού.


Ακούραστοι, άγρυπνοι φρουροί, χαριέστατοι,
ακαταπαύστως υπερίπτασθε
πάνω από τους ανθρώπους και όλη την κτίση,
πάνω από αναρίθμητους κόσμους.


Όλες οι κραταιές στρατιές του ουρανού
– οι ενάρετες λεγεώνες
με τα αγαθοποιά τάγματα των αγγέλων –
δικές σας είναι,
αδελφοί μας, κατά τον κοινό μας Πλάστη!


Θείοι αρχιστράτηγοι των ουρανίων Δυνάμεων,
οδηγήστε μας εκεί όπου πρέπει να αρθούμε,
στον θρόνο του Υψίστου Θεού,
ο Οποίος τα πάντα δημιούργησε εκ του μηδενός!


Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Ο Πρόλογος της Αχρίδος» -Νοέμβριος, εκδ. Άθως

 https://proskynitis.blogspot.gr/

ΠΩΣ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ Ο ΘΥΜΟΣ ΚΑΙ ΠΩΣ ΘΕΡΑΠΕΥΕΤΑΙ


Τρίτη 7 Νοεμβρίου 2017

Ένα από τα φοβερότερα Θαύματα του Ταξιάρχη Μανταμάδου .......


Ήταν ένα ανοιξιάτικο πρωινό στή μακρινή χώρα κάτω, στο Σουδάν. Στό αεροδρόμιο της πρωτεύουσας παρατηρείτο μια ασυνήθιστη κίνηση. Εκτός των κανονικών δρομολογίων, ανέμελα νιάτα, μαθητές, με τους εκδρομικούς σάκους των, είχαν γεμίσει τις αίθουσες του αερολιμένα. Μια σχολική εκπαιδευτική, αεροπορική εκδρομή, είχε προγραμματιστεί για την ημέρα αυτή. Σχολικά τραγούδια και χαρούμενες φωνές έσπαγαν το μονότονο βουητό των αεροπλάνων, που απογειωνόταν και προσγειωνόταν εις τον αερολιμένα. Και ξάφνου τα μικρόφωνα ανήγγειλαν;..
.
«Οι εκδρομείς και οι κύριοι συνοδοί αυτών να επιβιβαστούν εις το σκάφος. Το σκάφος σε 5 λεπτά απογειώνεται». Ένας χείμαρρος από νέα παιδιά όρμισε στον αερολιμένα και κατευθύνθηκε προς το αεροσκάφος. Σέ τρία λεπτά όλα ήταν έτοιμα για την απογείωση.

Ο Κυβερνήτης, ένας αθλητικός νέος, πού δεν απείχε πολύ στην ηλικία από τους νέους επιβάτες του, αλλά αριστούχος και ίσως ο καλύτερος και ο πλέον δοκιμασμένος της Εταιρείας, τους καλωσόρισε στο σκάφος και τους υποσχέθηκε ένα ωραίο ταξίδι. Όλα ήταν έτοιμα. Ο Κυβερνήτης έριξε μια -τυπική- τελευταία ματιά στά όργανα του σκάφους, δια του ασυρμάτου είπε ατό κέντρο το «Οκέϋ» καί έβαλε σε κίνηση τους κινητήρες. Το κέντρο του είπε τις τελευταίες πληροφορίες της μετεωρολογικής υπηρεσίας, πού ήταν πάρα πολύ καλές και του ευχήθηκε καλό ταξίδι. Σέ δύο λεπτά το αεροπλάνο φιλούσε για τελευταία φορά τη γη και ορμούσε με δύναμη στους αιθέρες, σαν ένα μεγάλο αρπακτικό πουλί, για να καταβροχθίσει την απόσταση των 500 μιλίων πού τους χώριζε με το αεροδρόμιο του προορισμού τους.

Το αεροσκάφος είχε διανύσει περίπου τα 100 μίλια και όλα έδειχναν ότι συμβάλλουν εις ένα ωραίο αεροπορικό ταξίδι, μέσα σε ένα καταγάλανο ουρανό. Οι επιβάτες δε, χόρταιναν να απολαμβάνουν το ωραίο θέαμα πού τους προσέφερε το μεγάλο ύψος. Κάτω από τα πόδια τους ένας πελώριος ανάγλυφος χάρτης, ζωντανός, με χωριά, βουνά, ποταμούς και πεδιάδες απλωνόταν. Η αεροσυνοδός δεν έπαυε να τους ξεναγεί και να τους ενημερώνει συνεχώς. Ο Κυβερνήτης έπαιρνε σειρά στο δικό του μικρόφωνο για να πιάσει συζήτηση με τους επιβάτες και να τους λέει τα μυστικά του αεροπλάνου και της τεχνικής του. Ήταν πράγματι ένα υπέροχο ταξίδι. Ο Κυβερνήτης άνοιξε τον ασύρματο και ζήτησε από το κέντρο το στίγμα του και τον καιρό. Αυτό με την σειρά του, του απάντησε και τον πληροφόρησε ότι μέχρι τέλους του ταξιδιού τους δεν προβλέπεται καμιά αλλαγή του καιρού. Έκλεισε τον ασύρματο και ζήτησε με το μικρόφωνο να μιλήσει με τους επιβάτες, όταν εμπρός του διέκρινε ένα κατάμαυρο σύννεφο. Έκλεισε το μικρόφωνο και έσφιξε το πηδάλιο να οδηγήσει το σκάφος κάτω από το σύννεφο και να μη χάσουν οι επιβάτες την οπτική επαφή τους με τη γη.


Ήταν κάτω από το σύννεφο όταν εμπρός του εμφανίστηκε δεύτερο, πλέον κατάμαυρο, με βροντές και αστραπές. Είχε πέσει σε καταιγίδα! Έδωσε ύψος στο σκάφος για να ξεφύγει, το ρολόι έδειχνε 8.000 πόδια, η καταιγίδα όμως δεν σταματούσε. Έδωσε και άλλο ύψος. Το ρολόι έδειχνε 10.000 πόδια, το μάξιμουμ της αντοχής του αεροπλάνου του, οι επιβάτες άρχισαν να θορυβούνται. Η ορατότης ήταν μηδέν. Το χαλάζι κτυπούσε σαν σφαίρες στα παράθυρα του σκάφους. Οι κεραυνοί και οι αστραπές φώτιζαν μόνον τον ουρανό σαν εχθρικό πυροβολικό που προσπαθούσε να τους καταρρίψει. Η αεροσυνοδός προσπαθούσε με ψυχραιμία να τους καθησυχάσει.

Το σκάφος σαν παιχνιδάκι μέσα στην φοβερή αγκαλιά της καταιγίδας, άρχιζε να τρίζει και το ρολόι έδειχνε 12.000 πόδια. Ο Κυβερνήτης ψύχραιμος άρχισε να κατεβάζει το σκάφος χαμηλά. 8.000πόδια, 6,000 πόδια, 5.000 πόδια, 4.000 πόδια, 3.000 πόδια, 2.000 πόδια, η ίδια κατάστασις! Στό φόβο μήπως προσκρούσει σε καμιά κορυφή βουνού, άρχισε πάλι να ανεβαίνει. Φτάνει στα 8.000 πόδια και ανοίγει τον ασύρματο να μάθει από τον πύργο ελέγχου το στίγμα του, πού βρίσκεται και να τους πληροφορήσει ότι έχει πέσει σε καταιγίδα, παρά τις καλές μετεωρολογικές ειδήσεις, αλλά διαπίστωσε ότι δεν λειτουργεί. Άνοιξε αμέσως το ραδιόφωνο, η ίδια σιγή. Ένα κρύο χέρι έσφιξε την καρδιά του. Άνοιξε το χάρτη και προσπάθησε μόνος του να προσδιορίσει τη θέση του.

Μάταιος κόπος. Με την προσπάθεια να ξεφύγει από την καταιγίδα είχε χάσει τον προσανατολισμό του. Στά μάτια του συγκυβερνήτου του άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια του πανικού. Ο Κυβερνήτης διάβασε μέσα στα μάτια του βοηθού του την αγωνία καί πριν του μιλήσει έκαμε ακόμα μία προσπάθεια με τον ασύρματο και το ραδιόφωνο. Μάταιος κόπος, η μεγάλη καταιγίδα παραδόξως τα είχε καταστρέψει! Προσπάθησε πάλι με τον χάρτη, το αυτό αποτέλεσμα. Σέ παρόμοιες καταστάσεις, το θάρρος και η ψυχραιμία του Κυβερνήτου, φέρουν καλά αποτελέσματα. Γύρισε στον συγκυβερνήτη του που τον κοίταζε ακίνητος, μαρμαρωμένος καί του ζήτησε ψυχραιμία, διότι η κατάστασή τους είναι πολύ κρίσιμη και πρέπει να αποφευχθεί ο πανικός των επιβατών. Ο πανικός όμως δεν απείχε πολύ από τους επιβάτες. Η αεροσυνοδός μη ξέροντας απολύτως την κρισιμότητα της κατάστασης, κατέβαλε κάθε φιλότιμη προσπάθεια να τους καθησυχάσει.

Πράγματι, η κατάσταση ήταν πάρα πολύ κρίσιμη. Ο κυβερνήτης, χωρίς προσανατολισμό, ασύρματο, ραδιόφωνο και στίγμα, μέσα στη φοβερή θύελλα που δεν είχε τέλος, δε μπορούσε να πιλοτάρει το σκάφος με σιγουριά. Άρχισε να κάμει κύκλους και να ανεβοκατεβαίνει, προσπαθώντας να βγει μέσα από την θύελλα. Το σκάφος τυφλά οδηγείτο από τον ψύχραιμο μέχρι στιγμής Κυβερνήτη. Όμως οι ώρες περνούσαν, θα έπρεπε να είχαν προσγειωθεί προ δυόμισι ώρες περίπου και ακόμη βρισκόταν στα ύψη. Τα καύσιμα άρχισαν να λιγοστεύουν επικίνδυνα. Καμιά βοήθεια, κανένα φωτεινό σημείο. Οι επιβάτες γνωρίζοντας εκ των προτέρων το χρόνο πού εχρειάζετο το ταξίδι τους και βλέποντας ότι έχουν καθυστερήσει πάρα πολύ, ξέσπασαν σε κλάματα και υστερισμούς, Ακόμη και η αεροσυνοδός έχασε τον έλεγχό της και δεν μπορούσε να προσφέρει καμιά βοήθεια στους επιβάτες.


Μάταια ο κυβερνήτης προσπαθούσε με το μικρόφωνο να τονώσει το ηθικό τους. Ο συγκυβερνήτης, ένα ράκος, ανίκανος να προσφέρει την παραμικρή βοήθεια. Μέσα στην αγωνία του ο κυβερνήτης ρίχνει την ματιά του στόν πίνακα των καυσίμων. Κρύος ιδρώτας τον περιέλουσε. Είχανε δεν είχανε ακόμη 20 λεπτά καύσιμα. Από την στιγμή αυτή άρχισε να κάμπτεται και αυτός. Του ήλθε να κλάψει! Κρατήθηκε. Σχεδόν ήτανε βέβαιος για την καταστροφή. Έβαλε τον αυτόματο πιλότο, έσκυψε πάνω στο πηδάλιο και αφέθηκε στο μοιραίο.

Σάν κινηματογραφική ταινία, στις τελευταίες αυτές στιγμές, περνούσαν από το μυαλό του όλα τα γεγονότα της ζωής του, από τα παιδικά του χρόνια. Σέ μια στιγμή ταράχτηκε. Μα βέβαια. Στήν οθόνη των σκέψεων του παρουσιάστηκε η Ελλάδα, η Μυτιλήνη, η Συκαμνιά. Ήταν Έλληνας και η μητέρα του κατάγεται από την Συκαμνιά της Μυτιλήνης, Θυμήθηκε που μικρός ήλθε στην γενέτειρα της μητέρας του, στήν Συκαμνιά, να γνωρίσει τη γιαγιά του, τους συγγενείς του. Θυμήθηκε ακόμη ότι η ευσεβής μητέρα του, του μιλούσε συνεχώς για τον θαυματουργό Ταξιάρχη του Μανταμάδου. Θυμήθηκε ότι μαζί της πήγε στον Μανταμάδο μικρός, για να προσκυνήσουν την θαυματουργό εικόνα του Ταξιάρχη.

Ένοιωσε το ρίγος που τότε ένοιωσε, όταν αντίκρισε την ανάγλυφη εικόνα του Αρχαγγέλου. Στ' αυτιά του, ζωηρά ακούγονται και τώρα τα λόγια, τότε, των γερόντων πού του έλεγαν: «ο Αράπης, παιδί μου, όταν τον καλέσεις με πίστη, (έτσι ακόμη και σήμερα λένε τον Ταξιάρχη, λόγω της μελανής εικόνας του), είναι πάντοτε κοντά σου, πρόθυμα να σε βοηθήσει, χειροπιαστά θαύματα έχουμε εμείς στους πολέμους». Αναρίγησε! Αναθάρρησε! Πίστευσε πραγματικά στον Μεγαλόχαρο και σηκώνοντας τα χέρια του ψηλά, μέσα από την καρδιά του φώναξε με δύναμη «Ταξιάρχη μου, Αράπη μου, σώσε μας, σώσε μας και εγώ λαμπάδα ίση με το μπόϊ μου θα Σου ανάψω καί ολόχρυσο ομοίωμα του αεροπλάνου μας θα Σου κρεμάσω».

Την στιγμή αυτή, μέσα στό Γραφείο της Εκκλησίας των Ταξιαρχών, όπου μου αφηγείται τα περιστατικά ο Νικόλαος Χατζόγλου, ο κυβερνήτης του αεροσκάφους, σηκώνεται όρθιος, κατακίτρινος και τρέμοντας κάνει τον σταυρό του. Ζει ακόμη μια φορά τα περιστατικά τα μοναδικά της ζωής του και με κόπο συνεχίζει: «Τότε, εμπρός μου άνοιξαν τα κατάμαυρα σύννεφα και φάνηκε ο καταγάλανος ουρανός και όπως ανοίγει η αυλαία και φαίνεται το σκηνικό του θεάτρου, έτσι κάτω από τα πόδια μας, μέσα στον ήλιο λουσμένο φάνηκε το αεροδρόμιο του προορισμού μας. Έπιασα το πηδάλιο χαρούμενος και σε λίγο προσγειωνόμασταν ατό αεροδρόμιο. Έριξα μια ματιά στα καύσιμα και παρατήρησα ότι μας είχαν απομείνει ακόμη 5 λεπτά βενζίνη περίπου.



Με την πρώτη ευκαιρία πήρα την άδειά μου και σήμερα είμαι εδώ, Πάτερ μου, για να αποδώσω στον Άγιο, σωτήρα μας, την ευγνωμοσύνη και την λατρεία μας και να αποθέσω εμπρός Του με ευλάβεια το τάμα μου.

Στά χέρια του, που έτρεμαν, εμφανίστηκε ένα ολόχρυσο ομοίωμα αεροπλάνου. Ήταν το μεγάλο του τάμα. Τον κοίταξα με συγκίνηση. Στά δακρυσμένα μάτια του διέκρινες την ικανοποίηση πού νοιώθει κανείς όταν πραγματοποιεί μία μεγάλη του υποχρέωση. Ένιωσα τη γλώσσα μου βαριά για να μιλήσει. Τα μάτια μου να πονούν καθώς προσπαθούσα να συγκρατήσω τα δάκρυα. Αρκέσθηκα μόνον να ψελλίσω το:

"Εχων Σέ προστάτην και βοηθόν,
φύλακα καί ρύστην της ψυχής μου της ταπεινής,
Μιχαήλ Πρωτάρχα καί Μέγα Ταξιάρχα,
εν ώρα του κινδύνου, Σύ μοι βοήθησαν".

Από το βιβλίο του πρωτοπρεσβυτέρου Ευστρατίου Δήσσου «Το ιστορικό και τα θαύματα του Ταξιάρχη Μανταμάδου»

http://stratisandriotis.blogspot.com

Το Μοναστήρι του Ταξιάρχη Μανταμάδου στη Λέσβο



Πασίγνωστος είναι ο Μανταμάδος για το μεγάλο προσκύνημα του Ταξιάρχη του. Η εκκλησία του Αγίου βρίσκεται σε μικρή απόσταση απ' το χωριό, σ' ένα ανοιχτό, ολόφωτο χώρο από ελιές και πεύκα. Ο αρχικός ναός χτίστηκε πριν από το 1700. Το 1879 ανοικοδομήθηκε εκ βάθρων. Το εικόνισμα του Αγίου είναι ανάγλυφο, κατασκευασμένο από άγνωστο υλικό. Ο θρύλος αναφέρει ότι το φιλοτέχνησε ένας μοναχός, από πηλό και αίμα. Στην περιοχή υπήρχε παλιό μοναστήρι. Σε μια επιδρομή τους Σαρακηνοί πειρατές έσφαξαν τους μοναχούς. Γλίτωσε μονάχα ένας που είχε σκαρφαλώσει στη στέγη. Οι Αγαρηνοί τον κυνήγησαν. Αλλά όταν τον πλησίασαν είδαν μπροστά τους να έρχεται μια μανιασμένη θάλασσα που απειλούσε να τους καταπιεί. Τρομαγμένοι άφησαν τον καλόγερο και έφυγαν. Ο μοναχός, που απέδωσε τη σωτηρία του στον Ταξιάρχη, μάζεψε πηλό και με το αίμα των σκοτωμένων συνάδελφων του έφτιαξε το εικόνισμα του Αγίου.
Ο Ταξιάρχης είναι ο προστάτης Άγιος της περιοχής αλλά και όλης της Λέσβου. Ιδιαίτερα τον σεβόταν οι Τούρκοι για τα πολλαπλά του θαύματα. Φορούσε σιδερένια παπούτσια και έτρεχε παντού να προστατεύσει τους χριστιανούς. Η μορφή του εβένινου εικονίσματος πείθει ότι είναι έργο μιας φλογερής πίστης, ενός απλού ανθρώπου. Το σκοτεινό πρόσωπο είναι γεμάτο δύναμη καθώς προβάλλει μέσα απ' το αστραφτερό ασημένιο πλαίσιο. Ο Ταξιάρχης του Μανταμάδου είναι το μοναδικό ανάγλυφο, εικόνισμα της Λέσβου. Ακόμα και σήμερα οι προσκυνητές τρέφουν ανάμεικτα συναισθήματα για αυτή τη μοναδική εικόνα. Άλλοτε αντικρίζουν το πρόσωπο του Αγίου πολύ άγριο και απόμακρο και άλλοτε πολύ ήρεμο και οικείο, πιστεύοντας ό,τι κατά αυτό τον τρόπο ο Άγιος προσπαθεί να τους περάσει διάφορα μηνύματα.
Στην εκκλησία του Αγίου φυλάγεται, σαν εθνικό και θρησκευτικό κειμήλιο, ο αρχιερατικός σάκος του εθνομάρτυρα Οικουμενικού Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε. Τον σάκο αυτό αγόρασε σε δημοπρασία ο μανταμαδιώτης μητροπολίτης Πορφύριος Φωτιάδης ο οποίος κατά τον απαγχονισμό του Πατριάρχη ήταν Πρωτοσύγκελος των Πατριαρχείων. Μετά τον θάνατό του οι συγγενείς του τον δώρισαν στο Προσκύνημα. Υπάρχουν ακόμα, παλιό χρυσοκέντητο επιτραχήλιο του 1656, παλιά ευαγγέλια και εκκλησιαστικά βιβλία. Ανάμεσα στις εικόνες του ναού, αρκετές είναι του 16ου αιώνα. Η πηγή απ' την οποία αναβλύζει τα αγίασμα, θεωρείται απ' τις πιο αρχαίες της Λέσβου. Στο προσκύνημα υπάρχει και ο τάφος του μητροπολίτου Πορφυρίου με εντοιχισμένη πλάκα.

Το πανηγύρι του Ταξιάρχη γίνεται την Κυριακή των Μυροφόρων και παίρνει μεγάλη θρησκευτική λαμπρότητα. 



Χιλιάδες πιστών συρρέουν απ' όλα τα μέρη του νησιού με τις τεράστιες λαμπάδες τους και τα αναθήματά τους για να ευχαριστήσουν τον Άγιο. Το Πανηγύρι συνδέεται και με το αρχαιολατρικό έθιμο της ζωοθυσίας. 



Το ζώο σφάζεται αφού ευλογηθεί απ' τον παπά, πράο, χωρίς να προβάλλει καμία αντίσταση! 



Το έθιμο δείχνει πόσο παλιά είναι η λατρεία του Αγίου. Η εκκλησία γιορτάζει και στις 8 Νοεμβρίου.


αφιερώματα απο τους βοσκούς στον Αγιο Ταξιάρχη



http://www.zoiforos.gr/ για το κείμενο 

Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2017

Ἡ κραυγή τῆς σαλῆς: «Βγάλτε αὐτές τίς μεγάλες πέτρες!»




Ο λόγος για την περίφημη και περιλάλητη οσία Ταρσώ (4/7/1910–7/10/1989), την δια Χριστόν Σαλή που έζησε στην Κερατέα Αττικής, στη σύγχρονη βαβελική εποχή μας, με μία αφάνταστη και αδιανόητη για τους πολλούς ζωή και πολιτεία. Μια ζωή κυριολεκτικά γεμάτη εκούσιο μαρτύριο, θλίψη, πόνο, καρτερία, αφάνεια, αδοξία, φτώχεια, στέρηση, κατατρεγμό αλλά, και απερίγραπτο μεγαλείο αγιότητας και Χάριτος Θεού. Στην περίπτωση της Ταρσώς και στον πολύ συγκεκριμένο τρόπο που βίωνε εσωτερικά την «ζωοποιόν νέκρωσιν» του εαυτού της, φαίνεται να πραγματοποιείται ο αποκαλυπτικός λόγος του Κυρίου προς τον Άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη (†1938): «Κράτα το νου σου στον άδη και μην απελπίζεσαι!». Όπως ο Άγιος Σιλουανός, έχοντας στη ψυχή του άσβεστη την φλόγα της αγάπης για τους κεκοιμημένους, αισθανόταν την ανάγκη της αδιάλειπτης προσευχής υπέρ των νεκρών που «ὑπῆρχαν ἐν βασάνοις», έτσι ακριβώς και η Ταρσώ, σε όλη τη διάρκεια της ζωής της και, μάλιστα, από την αρχή των νεανικών της χρόνων, είχε ζωντανή την αγάπη και έκδηλη την αγωνία της για τους κεκοιμημένους που υπόκεινται στα βάσανα της κολάσεως.
Συχνά, με όλη την δύναμη της ασθενικής της φωνής, έλεγε: «Τρύπα, αδελφοί μου!!… Ανοίξτε τρύπα, αδελφοί μου!!… Είναι ψυχές, από κάτω!!… Πολλές ψυχές!!… Από ’δω, μέχρι εκεί κάτω!!… (και έδειχνε ίσαμε κάτω την θάλασσα). Πλήθος!!… Οι πεθαμένοι, είναι απ’ όλα!!… Απ’ όλα, είναι!!… («Απ’ όλα»: δηλαδή, απ’ όλα τα κοινωνικά στρώματα αυτού του παροδικού κόσμου). Στα έγκατα του άδη, είναι!!… Δεν έχουν καλή στάση και πρέπει να τους βοηθήσουμε!!… Απ’ όλα, είναι: βουλευτές, γουναράδες, τσαγκάρηδες, έμποροι!!… Μη γελάτε!!… Οι ψυχές τους, ζητούν ν’ αναπνεύσουν, ν’ αναπαυθούν!!…».

Μ’ αυτόν τον έντονο και παραστατικό τρόπο, προέτρεπε να προσευχόμαστε για τις ψυχές των κεκοιμημένων. Πολλοί, μάλιστα, επισκέπτες της είχαν ακούσει τη στεντόρεια προτροπή της: «Να!!… Εδώ!!… Κάτω από το χώμα σκάψτε!!… Είναι ψυχές και φωνάζουν!!… Βγάλτε αυτές τις μεγάλες πέτρες!!… Εδώ, σκάψτε!!… Είναι ψυχές και φωνάζουν!!… Βγάλτε αυτές τις μεγάλες πέτρες!!… Εδώ, σκάψτε!!… Ανοίξτε χώρο, οι ψυχές υποφέρουν!!… Θα σκάσουν αν δεν κάνουμε έστω μια τρυπούλα να παίρνουν αέρα!!… Θα με βοηθήσεις, αδελφούλη μου;!…».
 
Η αγάπη, η μέριμνα, η αγία και καλή αγωνία της Ταρσώς για τους κεκοιμημένους και τα αθέατα βάσανά τους, ήταν συγχρόνως και ένας τρόπος να συντηρεί την επαφή της με τη χώρα των αθέατων νεκρών και να συμβιώνει μαζί τους τις εμπειρίες του άδη. Κρατούσε –όπως και ο Άγιος Σιλουανός– το νου της στο βασίλειο του άδη, προσπαθώντας να «δει» από ’κει μέσα και τον εαυτό της. Με τον τρόπο αυτό, βίωνε την σωτήρια «νέκρωση» σε δύο επίπεδα: (1) στο χώρο των κεκοιμημένων αδελφών της και (2) στον καθημερινό χώρο των ζωντανών, στη ζωή της δικής της σαλότητας. Δύσκολα και ακατανόητα κεφάλαια για τον γλοιώδη και τρυφηλό προτεσταντικό χριστιανισμό που κυριαρχεί σήμερα, παντού!
Η οσία Σαλή του Χριστού Ταρσώ μ’ αυτό το σπαραξικάρδιο και δραματικό τρόπ
ο, προσπαθούσε να γίνει όσο το δυνατόν πιο εύηχη και πιο αντιληπτή στον υπναλέο κόσμο μας. Στον κόσμο, που υφαίνει η δική μας αναισθησία και αδιαφορία. Η ασίγαστη σάλπιγγα του φιλάνθρωπου λόγου της, είχε σαν σκοπό να καταρρίψει τα μεγάλα και αγέρωχα τείχη της Ιεριχούς: την υπερηφάνεια, την αναλγησία, την αναισθησία και την έπαρση της σύγχρονης ασυναίσθητης ζωής μας. Ο λόγος της, λειτουργεί αφυπνιστικά και εγερτικά. Μας εισάγει κατευθείαν μέσα στο Μυστήριο του Θανάτου και της Ζωής. Μας δείχνει ξεκάθαρα εκείνο τον συγκεκριμένο τρόπο της Χάριτος που, προφανώς εκλείπει από πολλούς σήμερα, φιλοτιμώντάς μας να γίνουμε άνθρωποι της αγάπης. Της αγάπης, που έχει και είναι μνήμη. Μνήμη, όχι εγωική, φίλαυτη, κενόδοξη, επιδερμική, υποκειμενική, φανταστική, στοχαστική και φιλοσοφική. Αλλά, μνήμη ουσιαστική, εσωτερική, πνευματική, προσευχητική, έμπρακτη. Μνήμη που, «ἐν τῶ Χριστῷ», σπάει το θλιβερό φράγμα του θανάτου. Διανέμει ζωή, φωτίζοντας κάθε ερεβώδη γωνιά του άδη· αυτής της κρυψώνας του νικημένου θανάτου. Μνήμη, που ταπεινή ρίζα και δοξασμένη κορφή της έχει την Θεία Ευχαριστία. Μνήμη, που βλασταίνει και πληροφορεί την καρδιά μέσα στην «ευχόμενη εκκλησία», μέσα στην Θεία Λειτουργία. Μόνο μέσα στη λειτουργική κιβωτό, όλα τα αγαπημένα μας πρόσωπα –είτε ζώντα είτε κεκοιμημένα είναι αυτά– καθώς και οι σχέσεις μας με αυτά, αποκτούν παλμό, ζωή, νόημα, ουσία, έννοια, προοπτική, ανάπλαση και αποκατάσταση.

Εγγίζουμε με λυτρωτική αίσθηση το επέκεινα (προς–)κομίζοντας με κάθε νοσταλγική και πεφιλημένη εγκαρδίωση το όνομά τους στην Αγία Πρόθεση, πριν την Θεία Λειτουργία. Ώστε να προσκομιστούν οι ψυχές τους, μία–μία, ονομαστικά, μέσα στο Άγιο Ποτήριο. Για να ενωθούν με τον Χριστό, τον Νικητή του Θανάτου και τον Αρχηγό της Ζωής. Γιατί, μόνο «διὰ τοῦ Χριστοῦ», «ἐν τῷ Χριστῷ» και «ἐκ τοῦ Χριστοῦ», θα δοθεί και θα παρασχεθεί το έλεος, η άνεση, η ανάπαυση, η απολύτρωση, η σωτηρία σε όλους αυτούς, που εμείς σκεφτόμαστε, αναπολούμε, θυμόμαστε, τιμούμε και σεβόμαστε. Και ενίοτε, καλώς ή κακώς, δικαιολογημένα ή όχι, απωθούμε, αρνούμαστε και εχθρευόμαστε.

Μόνο, λοιπόν, με την Αγάπη, τη Χάρη και το έλεος του Χριστού, αυτές οι τύμβιες παγερές «πέτρες» που βρίσκονται επάνω από τους προσφιλείς κεκοιμημένους μας, αίρονται, σηκώνονται, φυγαδεύονται, ελαφρύνονται, εξαϋλώνονται, εκμηδενίζονται. Μόνο με το αγαπητικό, το φιλάδελφο και φιλάνθρωπο «σκάψιμο» που παρέχει η ιερή μνήμη της Θείας Λειτουργίας και της δικής μας εγκάρδιας προσευχής, ανοίγονται όλες οι καταχθόνιες «τρύπες» και οι νεκροί μας μπορούν πια να «αναπνέουν», όπως έλεγε και η μακαρία Σαλή Ταρσώ. Και έτσι, αναπαύονται αιώνια. Και, μαζί τους, χαιρόμαστε αιώνια κι εμείς. Και κανείς δε λείπει σε κανέναν. Και όλοι συναντάνε όλους. Γιατί όλοι «ἐν Χριστῷ», είναι παρόντες, εκκλησιαζόμενοι και ενωμένοι, ζώντες και αθάνατοι, συγχωρεμένοι, άλυποι, χαρούμενοι, χαριτωμένοι και φωτοφόροι!…

[Ιωάννου Κ. Κορναράκη:
«Ταρσώ, η δια Χριστόν Σαλή»,
κεφ. στ΄, σελ. 129–131,
έκδοση Ιερού Κελλίου Αγίου Νικολάου Μπουραζέρη,
Άγιον Όρος, 20031.]

ΠΗΓΗ
http://www.paterikiorthodoxia.com

Κυριακή 5 Νοεμβρίου 2017

Ο ΟΣΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΣΛΙΔΗΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ Ο ΕΝ ΔΡΑΜΑ (1901-1959) Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΣΤΙΣ 4 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ




Σε μία εποχή πού επικρατεί τόσο βαθύ σκοτάδι με έντονη διαφθο­ρά και υποκρισία, ή άγια μας Ορ­θόδοξη Εκκλησία δεν παύει τα­πεινά και αθόρυβα να καλλιεργεί πνευ­ματικά τα μέλη της, νά τα οδηγεί και νά τα μορφώνει εν Χριστώ και νά δημι­ουργεί τελικά τούς άγιους της. Αυτούς πού στηρίζουν και αρωματίζουν με τη ζωή τους τη μολυσμένη ατμόσφαιρα της κοινωνίας μας. Όχι μόνο κατά τούς παλαιούς χρόνους άλλά και σήμερα ή Εκκλησία μας συνεχίζει το έργο αυτό. Ιδιαίτερα καυχάται για τούς οσίους και ομολογητές της. Ένας από αυτούς και σύγχρονος είναι και ο ιερομόναχος και ομολογητής π. Γεώργιος Καρσλίδης από τον Πόντο, τον οποίο λίγους μήνες πριν - στις 18 Μαρτίου 2008 - ή άγια μας Εκκλησία με ειδική Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη ενέταξε επίσημα στο Εορτολόγιο της με τον τίτλο του οσίου και αγίου. Και πλέον θα τον τιμούμε κάθε χρόνο στις 4 Νοεμβρίου, ήμερα τής έκδημίας του. Εφέτος ο πρώτος ε­πίσημος εορτασμός τής μνήμης του τε­λέστηκε με ξεχωριστή λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια στην Ιερά Γυναικεία Μονή τής Αναλήψεως του Σωτήρος στο χωριό Σίψα τής Δράμας, την οποία είχε ο ίδιος ιδρύσει και όπου έζησε τα τελευταία 30 χρόνια τής ζωής του και όσιακά έκοιμήθη και ετάφη.

  Ό όσιος και ομολογητής Γεώργιος Καρσλίδης είχε την καταγωγή του από τα αγιασμένα χώματα τής Ανατολής. Γεννήθηκε στις αρχές του 20οΰ αιώ­να, το 1901, στην Αργυρούπολη του μαρτυρικού μας Πόντου. Έζησε συνο­λικά 58 χρόνια ομολογίας, θυσίας και προσφοράς έχοντας ως σύνθημα τής ζωής του «νά μη ζει για τον εαυτό του άλλά για τον Θεό και τούς ανθρώπους». Γονείς είχε τούς ευλαβείς Σάββα και Σοφία. Από αυτούς διδάχθηκε τη θε­οσέβεια. Νωρίς όμως έμεινε ορφανός και από τούς δύο γονείς του - ο πα­τέρας του σκοτώθηκε σε κάποια μάχη. Έτσι τον μικρό Αθανάσιο (αυτό ήταν το βαπτιστικό όνομα του Άγιου) ανέλαβε νά τον προστατέψει ή πιστή γιαγιά του. Αυτή του ενέπνευσε την αγάπη προς τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας και τη συνειδητή πνευματική ζωή. Με αυτή την ευλαβέστατη γιαγιά του σε ηλικία 7 ετών ο Αθανάσιος επισκέπτεται για πρώτη φορά την ιστορική Μονή της Παναγίας στον Σουμελά του Πόντου. Και εκεί το μικρό παιδί εναποθέτει την ελπίδα της ζω­ής του. Σύντομα ό­μως και ή γιαγιά του άνεχώρησε για τον ουρανό αφήνοντας του πολύτιμη κλη­ρονομιά μαζί με τη θεοσέβεια και μία φιλντισένια εικόνα τής Παναγίας - σε μορφή επιστήθιου εγκολπίου - την ό­ποια πλέον έφερε πάντα πάνω του ως οικογενειακό κειμή­λιο ευλάβειας και προστασίας.

  Ή σκληρή και βά­ναυση συμπεριφο­ρά του μεγαλυτέρου αδελφού του τον ανάγκασαν μαζί με τον παππού του νά φύγουν για τη Θεοδοσιούπολη τής Μεγάλης Αρμενίας. Δεν θα παραμείνει όμως για πολύ εδώ.

 Αισθάνεται μέσα του βαθιά δίψα για τον Θεό. Αυτόν ποθεί και σ' Αυτόν ε­πιθυμεί ν' αφιερωθεί. Ξεκινά λοιπόν μό­νος το μεγάλο του ταξίδι με όπλο του την πίστη, έχοντας μαζί του έκτος από την εικόνα τής Παναγίας, ένα σταυρό, ένα θυμιατό και το πιστοποιητικό τής γεννήσεως του. Διήνυσε περιπετειώδη πορεία μέσα από δύσβατα μονοπάτια και χιονισμένες εκτάσεις του Καυκάσου. Ό Κύριος τον προστάτευε συνεχώς. Αλλά και οι Άγιοι πού έπεκαλεΐτο και τούς ονόμαζε φίλους του, ήταν πάντα κοντά του και τον συνόδευαν, και κυρί­ως ο άγιος Γεώργιος.

Έφθασε στην Τιφλίδα τής Γεωργίας. Και από εκεί ή θεία Πρόνοια οδήγησε τα βήματα του σε γειτονικό μοναστήρι τής Ζωοδόχου Πηγής. Με ευγνωμοσύ­νη προς τον άγιο Θεό εισήλθε στον ά­γιο αυτό χώρο. Στο­λισμένος με την α­θωότητα, τη σύνε­ση, την αδιάκριτη πί­στη και τον φόβο του Θεού απέσπασε την αγάπη και τον σε­βασμό των συμμοναστών του. Στα διακονήματα πού του ανέθεσαν, τής ρα­πτικής, τής υφαντι­κής και τής μαγειρι­κής, υπήρξε υποδει­γματικός με ζηλευτή φιλεργία και αποδο­τικότητα. Αγαπούσε όμως πολύ και την αυστηρή άσκηση στον εαυτό του και την κακοπάθεια. Ζούσε για τον Θεό και χαιρόταν για ό­σα απολάμβανε εκεί. Και έλεγε: «Εγώ έτσι θα περάσω στη ζωή μου».

  Στις 20 Ιουλίου 1919 ο Αθανάσιος κείρεται μοναχός και λαμβάνει το όνο­μα Συμεών. Κατά την ιερή εκείνη ώρα τής κουράς του οι καμπάνες τής Μο­νής κτύπησαν από μόνες τους. Και θε­ωρήθηκε αυτό το γεγονός θείο σημείο τής εύνοιας του Θεού προς τον πιστό δούλο του, τον μελλοντικό Άγιό του. Ό μοναχός Συμεών πλημμυρισμένος από τη χάρη του Θεού συνεχίζει τώρα την άσκηση του ακόμη πιο υπεύθυνα, τηρώντας με ακρίβεια τις ιερές υπο­σχέσεις πού έδωσε στην κουρά του για αυστηρή παρθενία, αδιάκριτη υπακοή και πλήρη ακτημοσύνη.

  Όμως από το 1917 στη Ρωσία άρ­χισε νά μαίνεται ισχυρός ο άνεμος των διωγμών εναντίον τής Εκκλησίας του Χριστού από το αθεϊστικό καθε­στώς. Ό Χριστός «ξανασταυρώνεται» με τόσο σκληρά διατάγματα και διαγ­γέλματα, ώστε νά λένε: «Εμείς θα δι­ορθώσουμε τα λάθη του Διοκλητιανού και του Νέρωνος». Εκκλησίες βεβηλώ­νονται ή ισοπεδώνονται. Μοναστήρια πυρπολούνται ή κατεδαφίζονται. Μο­ναχοί και ιερωμένοι άλλά και λαϊκοί φυλακίζονται και βασανίζονται σκλη­ρά, γιατί παραμένουν πιστοί στην ορ­θόδοξη πίστη. Οι πρώτοι μάρτυρες κα­ταγράφονται στα Μαρτυρολόγια τής Ρωσικής Εκκλησίας. Ήρθε όμως και ή σειρά τής Γεωργίας. Το Μοναστήρι τής Ζωοδόχου Πηγής λεηλατήθηκε. Οι μοναχοί συνελήφθησαν. Τούς έκλει­σαν σε υγρή και σκοτεινή φυλακή, ό­που ήταν αναγκασμένοι νά ξαπλώ­νουν σε μία σανίδα κάτω ακριβώς από την όποια αναδύονταν οι οσμές ακα­θαρσιών από διερχόμενο υπόνομο.

  Ό ηγούμενος τής Μονής δεν άντεξε. Υπέ­κυψε και πέθανε μέσα στη φυλακή. Τον μοναχό Συμεών τον διαπόμπευσαν κάποια μέρα στους δρόμους και τον περιέφεραν δεμένο και χωρίς ρούχα, φωνάζοντας ειρωνικά γι' αυτόν: «Νά ο προφήτης!». Σταθεροί στην πίστη οι έγκλειστοι μοναχοί θέλησαν κάποιο Πάσχα και έψαλαν δυνατά μέσα στη φυλακή όλοι μαζί το «Χριστός Ανέστη». Ό διοικητής εξαγριωμένος διέταξε την καταδίκη τους. Αφού τούς φόρεσαν λευκούς χιτώνες, τούς οδήγησαν δεμέ­νους στην άκρη απόκρημνων βράχων. Και από εκεί τούς γκρέμισαν, Αφοί προηγουμένως τούς πυροβολούσαν ασταμάτητα. Ό μοναχός Συμεών δέ­χθηκε τρεις σφαίρες. Μία τον χτύπησε στο σιδερένιο περίβλημα τής εικόνας τής Παναγίας πού φορούσε, ή άλλη τον πήρε επιδερμικά στο λαιμό και ή τρίτη στα πόδια. Ό Όσιος σώθηκε θαυ­ματουργικά. Και τελικά του χάρισαν τη ζωή, γιατί υπήρχε νόμος πού έλεγε: «Νά αθωώνεται κάθε κατάδικος πού δέχεται τρεις σφαίρες όχι θανάσιμες».

    Όμως oi εχθροί της πίστεως δεν ησύχασαν. Απαιτούσαν από τον Άγιο να αρνηθεί την Ορθοδοξία του. Και ο Συμεών απάντησε με έντονη φωνή χτυπώντας το χέρι του στο τραπέζι του διοικητή: «Εσύ δεν έχεις εξουσία περισσότερη από τον Θεό». Γι’ αυτό φυλάκισαν τον Όσιο και πάλι, τώρα σε σκληρότερες και πιο απάνθρωπες συνθήκες. Εκεί μέσα στη φυλακή ο Άγιος ασθένησε βαριά, του έπεσαν τα δόντια και υπέφερε φρικτά στα πόδια του.
Ό πανάγιος Θεός όμως επεμβαίνει θαυματουργικά, και με παρέμβαση ευ­γενών ανθρώπων τής περιοχής εκείνης αποφυλακίζει τον δούλο του. Εξέρχεται ο Όσιος με τα «στίγματα» του μάρτυ­ρος και του όμολογητού. Με μορφή κα­ταπονημένη άλλά φωτεινή. Περιφέρεται τώρα ως διωκόμενος μοναχός. Ζει με εράνους...

Ό Κύριος καλεί τώρα τον πιστό δούλο του στο υπούργημα τής ίερωσύνης.

Χειροτονείται πρώτα διάκονος και στις 8 Σεπτεμβρίου 1925 χειροτονείται ιερεύς στον Άγιο Μηνά στη Γρούζια Σχέτα λαμβάνοντας το νέο του όνομα: Γεώρ­γιος. Με το όνομα αυτό θα δοξάσει τον Θεό τον υπόλοιπο χρόνο τής ζωής του. Ό όσιος ιερεύς π. Γεώργιος ήταν για όλους τούς ανθρώπους φως, δύναμη και παρηγοριά. Προικισμένος με το χά­ρισμα τής διορατικότητος απεκάλυπτε τα προβλήματα των ανθρώπων. Έδινε σοφές συμβουλές σε όλους και τούς καθοδηγούσε προς τον Χριστό. Ή φή­μη του ως άγιου άρχισε από εκεί νά α­πλώνεται... Και όταν από την Τιφλίδα ήρθε στο Σοχούμ, και εδώ ο κόσμος τον αγάπησε πολύ. Δεν έπαυσε δε ο όσιος Γεώργιος παρά τη φιλάσθενη κράση του νά συνεχίζει την ασκητική του ζωή μέσα στην πόλη μένοντας σε ένα απέριττο δωμάτιο πάμφτωχος και απαρνούμενος τις περιποιήσεις του κόσμου. Παρέμενε φτωχός άλλά ήταν πάντα πλούσιος σέ αγάπη και σε κα­λοσύνη, πού αντλούσε από τον μεγάλο Διδάσκαλο της αγάπης, τον Κύριο μας Ιησού Χριστό!

Το 1929 ο όσιος Γεώργιος έρχεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, πού τόσο αγαπούσε και επιθυμούσε. Αποβιβά­ζεται στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.

Και το 1930 εγκαθίσταται μόνιμα στο χωριό Σίψα (σήμερα Ταξιάρχες) της Δράμας. Εδώ ο πολύπαθος όσιος και ομολογητής ιερομόναχος π. Γεώργι­ος θα παραμείνει μέ­χρι το τέλος της ζωής του βαστάζοντας «έν τω σώματι του τά στί­γματα του Ιησού Χρι­στού».

Το 1939 έχτισε το τα­πεινό μοναστήρι του με τον ιερό ναό της Αναλήψεως και ένα φτωχό κελλάκι γι' αυ­τόν. Το 1941 τον συν­έλαβαν οι Βούλγαροι και τον οδήγησαν σε εκτέλεση. Τον άφησαν όμως ελεύθερο και έ­φυγαν έντρομοι, κα­θώς τον έβλεπαν εξαϋλωμένο νά προσ­εύχεται πριν τον θανατώσουν.

Καθώς περνούσαν τα χρόνια, στη συν­είδηση των ανθρώπων ο ιερομόναχος π. Γεώργιος Καρσλίδης έπαιρνε τη θέ­ση τού οσίου και του αγίου. Πλήθος κό­σμου, πολλοί μάλιστα από τη Δράμα, βαδίζοντας με τα πόδια έφθαναν στο Μοναστήρι τής Αναλήψεως. Άλλά και από πολλά μέρη τής Μακεδονίας και τής Θράκης κατέφθαναν εκεί άλλοι για νά ζητήσουν την ευχή τού Γέροντα και άλλοι νά αναπαυθούν κοντά του στο Μυστήριο τής ιεράς Εξομολογήσεως. Φωτισμένος από το Πανάγιον Πνεύμα, εξαγνισμένος από τη μακροχρόνια ά­σκηση και το μαρτύριο στον Πόντο, «πλημμυρισμένος από γνήσια και κα­θαρά αισθήματα αγάπης προς τον συν­άνθρωπο», μπορούσε νά καθοδηγεί με ασφάλεια τον απλό και κουρασμένο κόσμο και νά τον οδηγεί στη σωτηρία. Μιλούσε άπλά και σταθερά. Και φύτευε στις καρδιές των ανθρώπων την αγάπη προς τον Χριστό και την Εκκλησία. Ιδιαίτερα τόνιζε την άξια τής συγχωρητικότητος. Χτυπούσε κάθε μορφή διχόνοιας και καλούσε τούς αν­θρώπους νά συμφι­λιωθούν μεταξύ τους και με τον Θεό. Στον λόγο του πάντα συν­δύαζε την αυστηρότη­τα με την αγάπη χωρίς νά έχει ποτέ αστεία. Ή­ταν βαθιά ταπεινός στο φρόνημα του, άκακος και πραότατος.

Καλλιεργούσε το φιλακόλουθο πνεύμα τε­λώντας με ακρίβεια και ιεροπρέπεια κάθε ιε­ρή Ακολουθία τής Εκκλησίας μας. Κα­τά την ώρα τής θείας Λειτουργίας ήταν πάντα μεταρσιωμένος και συμβούλευε τούς πιστούς «νά είναι απερίσπαστοι και προσηλωμένοι στα τελούμενα, για νά αξιώνονται νά βλέπουν τα μεγαλεία τού Θεού».

Το κύριο χαρακτηριστικό τού Αγίου ήταν ή αγάπη. Γι' αυτό τον ονόμαζαν «ο άνθρωπος τής αγάπης». Ήταν ο ελεήμων και ο φιλόξενος. Συμμετείχε στα πένθη με παρήγορο και ενισχυτικό λόγο, διένεμε φαγητό σε φτωχούς, κάποτε ύφαινε ο ίδιος με τα χέρια του ρούχα για τούς άπορους.

Μαζί δε με αυτά δεν παρέλειπε ποτέ και την προσωπική του άσκηση και την κακοπάθεια, τη νηστεία του και τη μακρά και θερμή προσευχή του, παρ' όλο πού ήταν φιλάσθενος και έπασχε από χρόνια κρυολογήματα.

Ήρθε όμως και ή μεγάλη ώρα για νά αναχωρήσει ο Άγιος από τον κόσμο αυτό. Προαισθάνθηκε το τέλος του. Γα­λήνιος και ειρηνικός, αφού προσέφερε όλο τον εσωτερικό του πλούτο στους ανθρώπους, γεμάτος από την παρουσία του Θεού και αφού ατένισε με ευλάβεια την εικόνα τής Παναγίας και τής είπε: «Τής ευσπλαχνίας την πύλην άνοιξον ήμίν, ευλογημένη Θεοτόκε», άφησε την πνοή του στον Πλάστη του και πέταξε στον ουρανό στις 4 Νοεμβρίου 1959. Είχε διανύσει ο Άγιος 58 ολόκληρα χρόνια μαρτυρίας, ομολογίας, ασκή­σεως, αγάπης, αυτοθυσίας...

Κηδεύθηκε στη Μονή του με δάκρυα από τον πολυπληθή και ευγνώμονα λαό του Θεού. Και ετάφη δίπλα στον Ιερό Ναό τής Αναλήψεως πού ο Ίδιος εκεί με κόπο είχε κτίσει. Στις 9 Φεβρουαρίου 2006 έγινε ή ανακομιδή των ιερών χα­ριτόβρυτων λειψάνων του από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Δράμας κ. κ. Παύλο, τα όποια ετέθησαν σε ιερή λει­ψανοθήκη για τον αγιασμό των πιστών. Πάμπολλα είναι τα θαύματα πού ο Κύριος με τις πρεσβείες του επιτελεί. Εκατοντάδες είναι οι προσκυνητές πού καταφθάνουν για νά αφήσουν στον Άγιο ικετευτικές δεήσεις για τα θέματα τους και ευχαριστήριες προσευχές για τα θαύματα του.

Ή ζωή του νέου Όσιου μας και όμολο-γητού άγιου Γεωργίου του Καρσλίδη συνεχίζει και στις μέρες μας νά μας συγκινεί και νά μάς διδάσκει. Μας καλεί νά βαδίσουμε και μείς τον δρόμο τής άγιότητος όπως ακριβώς και εκείνος τον έβάδισε μέσα από τον αγώνα τής ασκήσεως, την ομολογία τής πίστεως και τής έμπρακτης αγάπης. Αυτό μάς ζητεί ο Άγιος. Μην του το αρνηθούμε. Αυτό θέλει και από μάς ο Θεός μας.


Βιβλιογραφία: Μοναχού Μωυσέως Άγιορείτου, Ό μακάριος γέροντας Γεώργιος Καρσλίδης (1901-1959), Έκδοσις Ί. Μονής Αναλήψεως του Σωτήρος, Ταξιάρχαι (Σίψα) Δράμας.

ΝΥΜΦΟΔΩΡΑ ΜΟΝΑΧΗ ΕΚ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ






Από το Μοναχολόγιο της Ιεράς Μονής Βηθανίας αντιγράφουμε ακριβώς ότι μιας απέστειλαν:
«Η Αδελφή Νυμφοδώρα έφθασε στη Βηθανία μαζί με τη Γερόντισσά της, Μοναχή Πελαγία, αλλά τελικά πήγαν στον Άγιο Αβραάμ (δίπλα στο Ναό της Αναστάσεως), όπου εργάστηκαν αρκετά χρόνια, ράβοντας ιερατικά άμφια και βοηθώντας στο πλύσιμο των ρούχων και σε άλλες εργασίες των Ναϊτών Πατέρων. Η Αδελφή Νυμφοδώρα ήταν όμορφη και σε μικρή ηλικία και η Γερόντισσά της την πρόσεχε πολύ, αλλά δυστυχώς, είχε ξεπεράσει το μέτρο! Παράδειγμα, της μουτζούρωνε το πρόσωπο με κάρβουνο όταν ήταν να πάει για δουλειά έξω, τη χτυπούσε, την έκλεινε στο κελί της. Το αποτέλεσμα ήταν, η Νυμφοδώρα να χάσει το λογικό της. Γυρνούσε στα Νεκροταφεία της περιοχής, ώσπου μια ημερα βρέθηκε έξω από την πόρτα του Μοναστηριού της Βηθανίας.
Ο Γέροντας είπε ότι ο Θεός την έφερε τη λυπήθηκε και την έβαλε μέσα, με δυο όρους που έβαλε η ίδια! Να μην πηγαίνει ούτε στην εκκλησία, ούτε στην τράπεζα! Έτσι καί έγινε.

Έμεινε σε ένα σπίτι μονή της. Φόρτωνε πέτρες στην πλάτη της με τον τενεκέ. Έπαιρνε δύο πέτρες και χτυπούσε το σώμα της και τα πόδια της αλύπητα. Έπαιρνε σχοινιά και έσφιγγε τους μηρούς της, με αποτέλεσμα να τρέχουν υγρά από τα πόδια της. Πήγαινε μια Αδελφή και την περιποιόταν. Επίσης, κοιμόταν έξω στο μπαλκόνι, στο κρύο τον χειμώνα! Το βράδυ έπαιρνε τη σκούπα και σκούπιζε το Μοναστήρι. Συνέχεια μιλούσε μόνη της, γελούσε, φώναζε…
Όταν της πήγαινε η Αδελφή το δίσκο με το φαγητό, από μακριά την έδιωχνε και της πετούσε πέτρες.
Ο Γέροντας  πήγαινε ντυμένος με τα άμφια για να την κοινωνήσει, με το ζόρι. Της διάβαζε εξορκισμούς. Αγωνίστηκε πολύ να γαληνέψει την ταραγμένη ψυχή της.

Τα πόδια της έφτασαν σε άσχημη κατάσταση και αναγκάστηκε ο π. Θεοδόσιος να την πάει στο Νοσοκομείο Γηροκομείο, στη Σύξη, για να την περιποιηθούν νοσοκόμες. Εκεί έμεινε αρκετό καιρό.
Γιατρεύτηκαν τα πόδια της. Έμαθε να περιποιείται τον εαυτό της και να μην τον ταλαιπωρεί.
Ερχόταν στο Μοναστήρι τις γιορτές.
Όταν είδε ο Γέροντας ότι είναι καλύτερα και μπορεί να ζήσει με τις Αδελφές που την περιποιούνταν, την κράτησε για πάντα στο Μοναστήρι.
Η Αδελφή Νυμφοδώρα σε πολλούς ανθρώπους έδινε την εντύπωση της κατά Χριστόν σαλής. Μιλούσε αλληγορικά ή μιλούσε μόνη της.

Γελούσε. Λερωνόταν πολλές φορές ή έκανε ζημιές, Ίσως για να τη μαλώσουν. Περπατούσε μέχρι τα τελευταία της. Λίγες ώρες πριν πεθάνει, έλεγε: Έχω υποχρέωση στον Θεοδόσιο»! Μια Αδελφή διάβαζε πλάι της
τους Χαιρετισμούς της Παναγίας και η Νυμφοδώρα έλεγε το, «Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε » και το «Αλληλούια». Είχε το λογικό της έως το τέλος.

Ήταν του Αγίου Γρηγοριου του Θεολόγου, Ημέρα Σάββατο (25 Ιανουάριου 1998) και κόντευε 2:15 μ.μ. περίπου, Την ώρα που στην Ιερουσαλήμ ετοιμάζονταν οι Πατέρες να κατεβούν στο Ναό της Αναστάσεως για τον Εσπερινό και να χτυπήσουν οι καμπάνες. Τότε παρέδωσε την ψυχή της στο Θεό. Ήρεμη, γαλήνια και το κελί της μύρισε ευωδία! Ο Φύλακας στον Πανάγιο Τάφο εκείνη την ώρα μύρισε νεκρολίβανο και είπε: «Κάποιος
πέθανε!».

Η Νυμφοδώρα δεν πάγωσε! Την ξημερώσανε  οι Αδελφές όλο το βράδυ στην εκκλησία και την άλλη ημέρα, τρεις Ιερείς και ένας Διάκονος έψαλαν τη Νεκρώσιμη Ακολουθία.
Πέθανε ως Μοναχή. Πολλοί πιστεύουν ότι ήταν σαλή. Η ίδια έλεγε πολλές φορές: «Πού σε πάνε τέσσερις και τρεις στραβοπαπάδες». Και γελούσε… Ήταν τυχαίο άραγε που είχε τρεις Ιερείς στην κηδεία της;
Όταν την κράτησε ο πατήρ Θεοδόσιος στο Μοναστήρι, αφού την πήρε από το Νοσοκομείο, ποτέ της δεν έχανε την ακολουθία και την κοινοβιακή τράπεζα! Δεν ήθελε να τρώει μόνη της.

Οι Αδελφές είδαν να επαληθεύονται τα λόγια που έλεγε. Τρεις φορές προείπε σε μια Αδελφή για κάποια δοκιμασία που πέρασε. Της είπε συγκεκριμένα: «Τι θα κάνεις; Υπομονή θα κάνεις «. Και τη χάιδευε. Επίσης, και σε κάποιο προσκυνητή που δεν τον γνώριζε, του είπε ποιο μάτι του δεν έβλεπε από προβλήματα υγείας! Σε έναν άλλον είπε μια ημέρα: Όσος είσαι στο ύψος, είσαι και στο βάθος». Και τον έκανε να αισθανθεί έλεγχο συνειδήσεως… Μια άλλη φορά, επιτίμησε αυστηρά μια φιλοξενούμενη καλόγρια που κατηγορούσε το Γέροντά της. «Το γονιό σου!» της έλεγε, «Ντροπή σου, ταπεινώσου». Πολλές φορές έπαιρνε τη ζώνη του πατρός Θεοδοσίου και τη φορούσε. Αυτός, όμως, διασκέδαζε με τον τρόπο της Αδελφής και χαμογελούσε. Αν τη ρωτούσαν από πού είναι η για τη ζωή της, νεύριαζε, δε συζητούσε. Όταν ζητούσαν την ευχή της, έλεγε
«Του σπιτιού», δηλαδή του Μοναστηριού.

Μετά, όταν κοιμήθηκε ο Γέροντας και πήγαινε στον τάφο του (όπως όλες οι Αδελφές), για να πάρει την ευχή, φιλούσε πολλές φορές τον τάφο του και του μιλούσε στην δική της γλώσσα: «Τρέξε, τρέξε… Μην κάθεσαι», του έλεγε.
Όλες οι Αδελφές την αγαπούσαν και αυτή αγαπούσε όλη την αδελφότητα. Όταν ήρθε η Γερόντισσά της στο Μοναστήρι – ήταν μετά από αρκετό καιρό που είχε έρθει η Νυμφοδώρα – δεν την ήθελε στην αδελφότητα. Μια ήμερα της είπε:
«Τρέλανες εμένα, θα τρελάνεις και αυτές;».
Ήταν πράγματι Μοναχή! Δεν τη αναζητούσε κανείς συγγενής της, ούτε με το τηλέφωνο, ούτε με γράμμα. Μόνο μία φορά ένας ανιψιός της την είδε για λίγα λεπτά, σαν περαστικός προσκυνητής.
Οκτώ ημέρες πριν την κοίμησή της είχε αλλάξει ο τρόπος της. Σε ότι τη ρωτούσαν για τη ζωή της απαντούσε! Όταν τη ρωτούσαν, όμως, «Πόσο χρονών είσαι;», εκείνη έλεγε «Είκοσι»! Ίσως, σε αυτή την ηλικία να είχε μπει στο Μοναστήρι.

Ήταν άραγε τυχαίο ότι είχε αλλάξει η συμπεριφορά της ή γνώριζε από Θεία πληροφορία ότι ήρθε η ώρα να αποχαιρετήσει το μάταιο και απατεώνα κόσμο και να περάσει στην αιωνιότητα;…
Η Αδελφή Νυμφοδωρα εκοιμηθη 25 Ιανουάριου του 1998. Το πρωί είχαμε Θεία Λειτουργία και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων! Ήταν ημέρα Σάββατο. Την Κυριακή εψάλη η Νεκρώσιμος Ακολουθία της».

http://apantaortodoxias.blogspot.gr

Τρίτη 24 Οκτωβρίου 2017

Η αγρυπνία του μοναχού στο κελί του




Αφού είδαμε μέχρι τώρα τι ζητάμε από τον Θεόν στην αγρυπνία μας, για να είναι ένα σάλτο προς τον Θεόν και όχι ένα σκοτάδι, ένα μαρτύριο, τώρα ας πλησιάσωμε περισσότερο την ώρα αυτή της αγρυπνίας.
Είμαστε μόνοι στο κελλί, δεν υπάρχουν άλλα πρόσωπα, ούτε μεταφέρομε μέριμνες ή λογισμούς. Όταν όλα τα θέτωμε εκποδών από το μυαλό και την καρδιά μας, δεν ευρίσκουν κάποιο σημείο για να κολλήσουν. Ό,τι είναι ξένο προς την ζωή μας, δεν έχει καμιά όρεξι να μπή στον νου ή στην καρδιά μας· μόλις πλησίαση, φεύγει ευθύς αμέσως. Οτιδήποτε κολλάει στο μυαλό μας, σημαίνει ότι το θέλομε, το αγαπούμε, υπάρχει ήδη στο βάθος της ψυχής μας. Βεβαίως, ο Θεός επιτρέπει στον σατανά να βάλη κάτι πειραστικό μέσα στον άνθρωπο, αλλά μόνον σε έναν πνευματικό άνθρωπο, για να αποκτήση περισσότερη δόξα, τιμή και απόλαυσι. Γενικώς όμως, όλα όσα έχομε στον νου, προέρχονται από τον βαθύτατο χώρο της βουλήσεως και της καρδιάς μας. Εάν αυτά τα αποβάλωμε με μία βουλητική διάθεσι, τότε μένομε ελεύθεροι και μπορούμε να γεμίσωμε με ό,τι θέλομε την ώρα και τον νου μας. Με τί θα γεμίσωμε λοιπόν την λειτουργία μας; Με ποιούς θα ασχοληθούμε;

Εφ’ όσον είμαστε μόνοι μας, το πρώτο που θα κάνωμε είναι να φέρωμε κοντά μας, με το δικαίωμα που μας δίνει ο ίδιος ο Θεός, τον Θεόν μας. Δεν χρειάζεται να κουρασθούμε, διότι ο Θεός είναι παρών. Δεν ζητάμε από τον Θεόν τίποτε, παρά μόνον να νοιώσωμε και να πιστεύσωμε αυτό που είναι αληθές. Ότι είναι παρών. Ακόμη και να θέλωμε, δεν είναι δυνατόν να απιστούμε στην παρουσία και στην οντότητα του Θεού. Κοι¬τάζομε μέσα στο σκοτάδι; Εκεί είναι ο Θεός. Κοιτάζαμε την εικόνα, τον τοίχο; Εκεί είναι ο Θεός. Παντού είναι ο Θεός.
Καμιά φορά η μιζέρια μας, ο αυθεντισμός μας, η αδράνειά μας, η ραθυμία μας, μας κάνουν να αναρωτιώμαστε πού είναι ο Θεός, διότι έτσι καλύπτεται η συνείδησίς μας και βολευόμαστε στην καθημερινότητά μας. Με την σκέψι ότι ο Θεός είναι μακριά μας, η ζωή μας ρυθμίζεται πολύ καλά και δεν έχομε καμία αγωνία. Αφ’ ης στιγμής όμως θέλομε να είμαστε συνεπείς με την αλήθεια ότι ο Θεός είναι ο εγγύς, ο ων, από την στιγμή εκείνη ο τα πάντα πληρών πρέπει να γίνη το πλήρωμα και του δικού μου κελλιού.

Ο πρώτος λοιπόν που γεμίζει το κελλί μου είναι ο Θεός. Ίσταμαι ενώπιον του Θεού, τον αγαπώ, τον αγκαλιάζω νοερώς ή αισθαντικώς, τον φιλώ, του χαμογελώ, του υπόσχομαι, τον παρακαλώ, τον βάζω να μου υπόσχεται, όπως έκαναν οι άγιοι της Εκκλησίας, γονατίζω μπροστά του, κλαίω, και σιγά- σιγά αρχίζω νοιώθω ότι ανοίγει για μένα η πύλη του ουρανού, ότι δεν είμαι τόσο τυφλός. Αν και τα νοερά μου μάτια έχουν ακόμη πολλή αμβλυωπία, η καρδιά μου, που είναι πιο ευαίσθητη, λυγίζει ευκολώτερα και μπορεί να αντιλαμβάνεται τον Θεον ταχύτερα. Αρχίζω τώρα να του μιλάω, να του εμπιστεύωμαι, να του ανοίγω την καρδιά μου, να του ζητώ, να του απαιτώ, και εκείνος, έχω την αίσθησι ότι με ακούει, διότι πάντοτε έχει την ευαισθησία να ακούη. Ο Θεός πάντοτε είναι πλήρης ακοής· κατά τον προφήτη σκύβει το ους του επάνω μας.

Εάν ο Θεός σκύβη, για να μας μιλήση, για να μας δώση τον λόγο του, πόσο μάλλον σκύβει για να ακούση την κραυγή της καρδιάς μας που πάσχει από την δική του απουσία. Έτσι, η οροφή μας γίνεται ένα άνοιγμα, ένα παράθυρο, και εγώ δεν είμαι μόνος, σπάει η παγωνιά της μοναξιάς. Μπορώ τώρα ό,τι κάνω να το κάνω με μεγαλύτερη επίγνωσι ότι το κάνω γι’ αυτόν. Ακόμη και αν θα έκανα ακροβατισμούς, είμαι βέβαιος ότι θα ένοιωθε τι ήθελα να του πω με αυτούς, πολλώ μάλλον με όλες αυτές τις προσπάθειες της ψυχής μου. Ζω κάτι πολύ ήρεμο, πολύ γλυκύ, κάτι που το αρχίζω μετά από την γαλήνη και την ησυχία, που τα επεδίωξα και τα πέτυχα. Με μία σωματικο-πνευματική προσπάθεια αμέσως το επιτυγχάνομε αυτό. Πρέπει να είναι κανένας πολύ ανήμπορος, ακρωτηριασμένος πνευματικά, αχρηστεμένος, για να μην μπορή να το πετύχη. Αλλά όλοι μας δεν προλάβαμε ακόμη να αχρηστευθούμε τόσο πολύ, ώστε να μην μπορούμε να ονομάσωμε τον Θεόν μας Θεόν ζώντα και άληθινόν.
Κατά κανόνα, ο Θεός είναι πολύ άμεσος στις απαντήσεις του, μόνο που θέλει το κάθε τι να γίνεται με την απλότητα ενός μικρού παιδιού. Όπως το παιδάκι φωνάζει τον πατέρα του, έτσι να φωνάζωμε και εμείς τον Θεόν. Αν έχω αυτή την ταπείνωσι και αυτή την ελπίδα και την πίστι εν τη απιστία μου, ο Θεός οπωσδήποτε θα μου εμφανισθή. Ουδείς ποτέ ζήτησε τον Θεόν και αστόχησε.

Εν συνεχεία βάζομε στο κελλί μας την Αγία Γραφή και τους Πατέρες. Η Αγία Γραφή είναι γεμάτη από αποκαλύψεις του Θεού. Θέλοντας και μη, διαβάζοντάς την δεν κάνομε τίποτε άλλο, παρά να συναντάμε τον Θεόν. Ο Θεός, ο ων, παρίσταται μυστικώς και μας μιλάει διά μέσου των Γραφών. Έτσι, από την μια έχομε την εσωτερική μυστική αποκάλυψι του Θεού, και από την άλλη το ζωντανό και απλό αυτό γεγονός, ο Θεός να μας αποκαλύπτεται -ποιός μπορεί να δυσπιστήση σε κάτι τέτοιο;- μέσα από τις γραμμές της Αγίας Γραφής. Αυτή η αποκάλυψις είναι πιο πολύ στα μέτρα μας, αισθητή. Βλέπομε άλλοτε να κινήται ο Θεός προς τον άνθρωπο, άλλοτε ο άνθρωπος προς τον Θεόν ή μακράν του Θεού· άλλοτε ο Θεός να απειλή, άλλοτε να συμβουλεύη ή να αγαπά. Μιλάει ο Θεός, μιλούν οι άγγελοι, μιλούν οι άγιοί του. Και όλα αυτά τα γεγονότα είναι δικά μας, τα ζούμε, τα οικειοποιούμαστε. Βλέπομε την αμαρτωλότητά μας συγκρίνοντας την ζωή μας με την ζωή των αγίων σχεδόν δεν περνάει σελίδα που δεν βρίσκομε τον εαυτό μας. Όταν διαβάζωμε την Αγία Γραφή επικαλούμενοι τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, όσο χοντροκομμένη και να είναι η ψυχή μας, αυτά τα νοιώθει, τα χαίρεται· η Αγία Γραφή γίνεται ένας διάλογος με τον αληθινόν Θεόν.

Οι ψαλμοί παίζουν σημαντικό ρόλο στην αγρυπνία, όταν μάλιστα διαρκή αρκετές ώρες. Σιγά- σιγά μαθαίνομε τα νοήματά τους, μπαίνουν μέσα στην καρδιά μας, μαλακώνουν τα σπλάγχνα μας και μας γεμίζουν. Το Ψαλτήρι είναι από τα πλέον πνευματοφόρα βιβλία της Εκκλησίας μας. Έτσι, η μελέτη της Αγίας Γραφής γίνεται ένα θαυμάσιο και πολύ εύκολο μέσο κοινωνίας με τον Θεόν γίνεται μία προσευχή, αλλά και μία προετοιμασία για την προσευχή. Με την μελέτη αυτή ανανεώνομε τις σχέσεις μας και τις υποσχέσεις μας με τον Θεόν, θυμόμαστε και πάλι τις επαγγελίες του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και αποκτούμε προσωπική σχέσι με την ιστορία της Εκκλησίας μας και με τον ίδιον τον Θεόν. Μπορούμε να μελετούμε ακόμη και ερμηνείες της Αγίας Γραφής. Αυτό μπορεί να γίνη την νύκτα, μπορεί και την ήμερα.
Συνεχίζομε με οποιαδήποτε άλλη πνευματική μελέτη, η οποία όμως δεν μας χαλάει την ατμόσφαιρα αυτή, δεν μας βγάζει από το κελλί μας, αλλά μας κρατάει γονατιστούς ενώπιον του Κυρίου.
Όταν κανείς έχη περισσότερες ώρες για κανόνα, μπορεί να χρησιμοποιή ταυτοχρόνως ένα εργόχειρο, να πλέκη ένα κοαποσχοίνι ή να κάνη οτιδήποτε άλλο. Μπορεί ακόμη, όταν οι ώρες είναι ατέρμονες, να διανθίζη την ώρα του με μια γραφική εργασία, που δεν τον αποσπά άλλα είναι ένα διάλειμμα, με την επίγνωσι ότι εδώ καθίζει τον Θεόν και εκείνος γράφει ή κάνει την συγκεκριμένη δουλειά. Είμαι ποιμήν; Κάνω την ποιμαντική μου εργασία ή μελετώ τους κανόνες της Εκκλησίας. Είμαι υποτακτικός; Κάνω κάτι σχετικό με την υποτακτική μου δουλειά ή μελετώ ένα θεολογικό βιβλίο.

Εάν είμαι περισσότερο αδύνατος, με ευλογία μπορώ να κάνω αντί για προσευχή οποιαδήποτε δουλειά· στην ανάγκη κάτι είναι και αυτό· και εάν θυμηθώ, έστω και μια φορά, ας πω το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Εάν το ξεχάσω, όταν τελειώσω, ας πω, δόξα σοι ο Θεός που μου έδωσες απόψε αυτή την αγρυπνία. Και έτσι, το δόξα σοι ο Θεός σφραγίζει όλη αυτή την ταλαιπωρία της νύκτας και πάω και κοιμάμαι ήσυχος, γιατί εγώ έκανα αυτό που μπορούσα να κάνω σήμερα, και ο Θεός ας κάνη το δικό του. Εγώ, σαν άνθρωπος αγωνίσθηκα, σαν άνθρωπος πόνεσα, σαν άνθρωπος αδύνατος και αμαρτωλός αμάρτησα, σαν άνθρωπος έκλαψα, σαν άνθρωπος συντετριμμένος μετανόησα, και ο Θεός, σαν άγιος, σαν πολυεύσπλαχνος, σαν ελεήμων, σαν πατέρας στοργικός, ας μου δώση εκείνο που μπορεί να μου δώση.
Επίσης, μπορώ να διαβάζω ορισμένες ακολουθίες. Όταν ακόμη είμαι σε ένα στάδιο που χρειάζεται να καταλάβω τον εαυτό μου, οι Ώρες μπορούν να μου καλύψουν ένα χρονικό διάστημα, διότι έχουν ψαλμούς και τροπάρια γεμάτα από νοήματα της Αγίας Γραφής, είναι δηλαδή παρμένες από την ζωή και την αποκάλυψι του Θεού, από την παρουσία του Αγίου Πνεύματος, την σταύρωσι και την ταφή του Χριστού. Όλα αυτά με ενισχύουν.
Μπορώ λοιπόν να διαβάζω, να προσεύχωμαι, να κάνω έργα των χειρών μου, να πλουτίζω τον χρόνο μου, αρκεί να μη σταματώ να είμαι ενώπιον του Θεού.
Μεγάλη σημασία για τον κανόνα μου έχει και το να βάζω στο κελλί μου τους αγίους. Οι άγιοι μου κάνουν πιο εύκολο τον αγώνα μου, μου γεμίζουν τον χώρο, διότι είναι χιλιάδες χιλιάδων και μυριάδες μυριάδων. Αν αναλογισθώ και τους αγγέλους και τους αρχαγγέλους, και αν οι άγιοι για μένα δεν είναι απλώς νοητά πρόσωπα, αλλά είναι και λείψανα και εικόνες, που η καθεμιά είναι ένα σημάδι της αληθινής παρουσίας του Θεού, τότε η βοήθεια είναι πολύ μεγάλη. Σχεδόν παύει το κελλί μου να έχη τόπο αισθητώς άδειο, το γεμίζει ο Θεός. Αλλά τί παθαίνομε εμείς οι άνθρωποι! Νοιώθομε πιο κοντά μας τους αγίους, και θα έλεγε κανείς ότι αυτό το κάνει ο πονηρός. Όχι· ο Θεός, η ανθρώπινη φύσις μάς κάνει να νοιώθωμε περισσότερο εγγύς τον άγιο, γιατί και αυτός ήταν σαν και εμάς, ασθενής, αδύνατος• πάλεψε, αμάρτησε, σηκώθηκε όπως και εμείς. Ήταν σύμφυτος με την αμαρτία και εν συνεχεία έγινε σύμφυτος της ζωής του Χριστού.

Καλούμε λοιπόν τους αγίους, τους αγγέλους, που και αυτοί έχουν κάποια παχύτητα, όπως παραδέχεται η δογματική της Εκκλησίας μας, ή έχομε τα απτά σημάδια της παρουσίας τους, τις εικόνες και τα λείψανά τους. Καλόν είναι οι εικόνες που βάζομε στο κελλί μας και οι άγιοι που καλούμε να έχουν κάποια σχέσι με την ζωή μας· κάποιο περιστατικό, κάποια αρρώστια, κάποιος φωτισμός, κάποια ζωηρή ανάμνησις, κάποιο εσωτερικό ή εξωτερικό, ψυχικό ή σαρκικό βίωμα να μας έχη συνδέσει μαζί τους. Αν δεν έχωμε κάτι τέτοιο, τουλάχιστον να το επιθυμούμε· κάτι είναι και αυτό και μπορεί κάτι να μας δώση. Έχω, λόγου χάριν, το όνομα του αγίου Νικόδημου. Δεν μου μιλάει ο άγιος Νικόδημος, αλλά είναι ο άγιός μου. Θα τον καλέσω, θα τον βάλω στο κελλί μου. Διαβάζω τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και μου κάνουν εντύπωσι. Διαβάζω τον Μέγα Βασίλειο και μου μιλάει. Αυτούς τους αγίους θα τους καλέσω στο κελλί μου, και θα τους αφήσω να μιλούν συνεχώς στην ψυχή μου.
Αφού καλέσω τους αγίους, βάζω τον καθένα στην θέσι του. Εδώ τον άγιο που τον αγαπώ περισσότερο, εκεί τον άγιο που μου αρέσει να τον βλέπω συχνότερα με τα μάτια της σαρκός μου ή της ψυχής μου. Μπροστά μου εκείνον για τον οποίο έχω την πείρα πως ό,τι του ζητώ μου το δίνει, οπότε και τώρα, εάν του ζητήσω κάτι, θα μου το δώση. Αν σήμερα νοιώθω βαρύς, αν βλέπω τον ουρανό σκοτεινό, αυτός ο άγιος έχω την πείρα ότι θα με βοηθήση. Και πράγματι, αν βρούμε τα κουμπιά ενός αγίου, διαπιστώνομε ότι ο άγιος μάς λύνει τα πάντα, μας βάζει στην ζωή του και μπαίνει και μέσα μας. Ο κάθε άγιος μπορεί να εχη κάτι να μας δώση. Αν κάποιος είναι πτωχός στην ζωή του, δηλαδή στα μυαλά του, θα έχη λίγους αγίους. Άλλος μπορεί να έχη πολλούς ή να πάρη όσους θέλει. Αρκεί να ξέρη να συνάπτη δεσμούς με τους αγίους, διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας την ζωή τους.

Όταν κάποιος μάς απωθή ή είναι στενοχωρημένος μαζί μας, τον πλησιάζομε, τον ερωτούμε γιατί είναι στενοχωρημένος, μήπως έχη κάτι μαζί μας, του πάμε ένα δώρο για να τον γλυκάνωμε, τον χαροποιούμε, κοιτάζαμε τι θέλει για να μας αγαπάη περισσότερο ή για να τον αγαπήσωμε· και είναι ένας άνθρωπος θνητός, μπορεί και αμαρτωλός. Πολύ περισσότερο πρέπει να κάνωμε κάτι τέτοιο με έναν άγιο. Χρειάζεται να συσχετισθούμε μαζί του, για να μπορούμε να έχωμε την άνεσι και την ευχέρεια να του ζητάμε ό,τι θέλομε. Ο άγιος πάλεψε στην ζωή του, έζησε με έναν συγκεκριμένο τρόπο, κουράσθηκε για τον Χριστόν, γι’ αυτό δεν ανέχεται να του αποσπάσωμε τα μυστικά χωρίς να κουρασθούμε. Εκείνος είναι βέβαιος ότι και εμείς κοπιάζοντας μπορούμε να επιτύχωμε, διότι γνωρίζει εξ ιδίας πείρας την αγάπη και την ετοιμότητα του Θεού να μας πλουτίζη. Όμως θέλει να καταβάλωμε και εμείς τον δικό του μόχθο, να κάνωμε τις δικές του ασκητικές δοκιμές. Αυτό είναι μία απαίτησις του πνευματικού νόμου της σχέσεώς μας με τους αγίους. Επομένως, πρέπει να αποκτήσωμε προσωπικά νήματα με τους αγίους. Αν δεν αποκτήσωμε με πολλούς, τουλάχιστον ας αποκτήσωμε με έναν. Προκειμένου να είμαστε μόνοι, καλύτερα να είμαστε και με έναν άλλον.

Ας σχετισθούμε με τον άγιο που φέρομε το όνομά του ή με τον άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή, που είναι πολύ πρόχειρος και εύκολος· ακόμη και τους μουσουλμάνους ακούει. Ας σχετι¬σθούμε με τον άγιο Νικόλαο, που πηγαίνει και στους αμαρτωλούς και στους εγκληματίες και τους σώζει. Ας σχετισθούμε με την Παναγία. Ποιός μίλησε στην Παναγία και αστόχησε, δεν άκουσε την φωνή της, δεν δέχθηκε το χάδι της; Την Παναγία ακόμη και μέσα από την κόλασι την φωνάζουν· πόσο μάλλον εμείς που είμαστε έξω από την κόλασι. Ας έχωμε, όσο μπορούμε, τους δικούς μας μεσίτες. Και αναμφιβόλως, ποιός αγνοεί ότι οι άγιοι είναι πρόσωπα ζωντανά, ότι ευρίσκονται «εν χειρί Θεού» και επομένως μπορούν να ενεργούν οι ίδιοι;
Πώς όμως ενεργούν; Διά του Αγίου Πνεύματος, διά των αγγέλων και διά μυρίων άλλων τρόπων. Εν Αγίω Πνεύματι μπορούν να γίνουν ορατοί. Αυτό είναι βέβαιο, το λένε και οι Πατέρες μας. Έτσι, τα δυό χέρια γίνονται αμέσως τέσσερα. Τα δυό μάτια γίνονται τέσσερα μάτια. Τα δυό πόδια γίνονται τέσσερα πόδια, η μια καρδιά γίνεται δυό καρδιές. Και ένας άλλος ζη μαζί με μένα και κυριαρχεί και αγωνίζεται για το θέμα της υγείας μου, των αναγκών μου, για να καταλάβω κάτι, να νοιώσω κάτι, σε κάτι να διαφωτισθώ.

Άραγε, τί μπορώ να του ζητήσω; Οτιδήποτε, προπάντων όμως την σωτηρία μου, την αποκάλυψι του θελήματος του Θεού, ή να μου δώση τον Χριστόν που αυτός κατέχει. Ένας τέτοιος κόπος και μια τέτοια προσπάθεια μας γεμίζει με αναμνήσεις. Μία φορά στις εκατό να πετύχωμε κάτι, αυτή η μία φορά είναι δυνατόν να μας θρέφη για ένα, δέκα, είκοσι, πενήντα χρόνια. Πολλές φορές ακούμε να λένε: «Υπάρχει άγιος! θυμάμαι όταν ήμουν παιδάκι -τώρα είναι υπέργηρος και ακόμη ζη το γεγονός αυτό- βράδιασα στο χωράφι και άρχισα να φοβάμαι. Τότε φώναξα δυνατά: Άγιε μου Νικόλαε. Και αμέσως ο άγιος με άρπαξε από το χέρι και με έφερε στο χωριό». Είμαστε πιο κοντά με τους αγίους, καταλαβαίναμε ότι είναι πιο πρόθυμοι να έλθουν, ότι μας νοιώθουν περισσότερο, ότι μας αγαπούν πιο εύκολα, ότι είναι επιεικέστεροι μαζί μας, γιατί είναι του αυτού φυράματος με μας. Έτσι, μπορούμε να περάσωμε περίφημα την βραδιά μας. Όταν μάλιστα ασχολούμαστε και με την ζωή τους και προσπαθούμε να τους μιμηθούμε, τότε γίνεται καλύτερη η βραδιά μας.

Οι άγιοι λοιπόν πρεσβεύουν συνεχώς στον Χριστόν. Δεν θα χρησιμοποιήσω αυτόν που είναι αυτόβουλος και αυτοδύναμος και αυτενέργητος; Θα είναι πολύ αφελές εκ μέρους μου. Και αν ακόμη ο άγιος δεν έχη πάρει από τον Θεόν το δώρημα που του ζητώ, διότι ο καθένας έχει το δικό του δώρημα, μπορεί και μεσιτεύει. Και μια μεσιτεία δεν πάει ποτέ χαμένη.
Κάποιος μοναχός παρακαλούσε επίμονα για κάτι τον άγιο Σίμωνα, τον κτίτορα της Σιμωνόπετρας, αλλά φαινόταν αδύνα¬τον να πραγματοποιηθή. Πήγε τότε στον παπα-Εφραίμ και του παραπονέθηκε ότι πήγαν χαμένες οι προσευχές του. «Άντε, του λέγει εκείνος, φύγε» ποτέ δεν πάει η προσευχή χαμένη, και θα πάη χαμένη η μεσιτεία ενός αγίου που προσεδρεύει πρόσωπο με πρόσωπο στο θυσιαστήριο του Θεού, και μπορεί να συμπαρασύρη στην μεσιτεία όλους τους αγίους που είναι τριγύρω του;

(Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου. «Νηπτική ζωή και Ασκητικοί κανόνες», εκδ. Ίνδικτος- Αθήναι 2011, σ. 472-482)
ΠΗΓΗ: Πεμπτουσία


 http://athonikoipateres.gr/

Δημοφιλείς αναρτήσεις