Τρίτη 16 Αυγούστου 2016

Ο σκοπός του Ιερέα-Πνευματικού στην Ορθοδοξία μας

-->

-Ποιά είναι η έννοια της πνευματικής πατρότητας;
-Ποιο είναι το πνευματικό παιδί;
-Υπάρχει προσωπική σχέση μεταξύ πνευματικού πατέρα και παιδιού εκτός Εκκλησίας;
-Το μυστήριο της εξομολόγησης πότε και πώς λειτουργείται;
-Πότε συγχωρούμασθε;
-Μετράει η πνευματικότητα του εξομολόγου ιερέα στο μυστήριο;
-Υπάρχουν έκτακτοι πνευματικοί χαρισματούχοι;
-Ποια η έννοια της πνευματικής καθοδήγησης;
-Πρέπει να υπακούμε τυφλά στον πνευματικό;

†. ΠΕ 06-03-2014, Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΟΥ ΙΕΡΕΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ

Ακούμε στο ηχητικό βίντεο αγαπητοί μου αναγνώστες και το διαβάζουμε σε κείμενο ένα απομαγνητοφωνημένο απόσπασμα ομιλίας του πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, που έγινε στα πλαίσια των κατηχητικών αναλύσεων της Β' προς Τιμόθεον επιστολής του Αποστόλου Παύλου, στο χωρίο κεφάλαιο 2, στίχος 3, στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου, Δικηγορικών Γλυφάδας, την Πέμπτη 13-03-2014.

«Στον πρώτο στίχο ακούσαμε τις λέξεις «συ ουν, τέκνον μου ενδυναμού εν τη χάριτι τη εν Χριστώ Ιησού». Όπως έχετε καταλάβει στην ερμηνευτική μας προσέγγιση η έμφαση σε μας δίνεται στις λέξεις, γιατί οι λέξεις οικοδομούν το νόημα· δεν μπορώ να αναλύσω το νόημα, αν δεν ξέρω τις λέξεις· απ᾽ τις λέξεις, αναλύοντας αυτές, θα αναδυθεί το νόημα της περικοπής, το οποίο αναλύουμε. Τώρα εδώ λέει «συ ουντέκνον μου», εσύ, λοιπόν, παιδί μου, λέει. Bέβαια κατά τα μέτρα της πνευματικής ζωής και της χριστιανικής ποιμαντικής ζωής αυτό το τέκνον είναι κατανοητό· βέβαια σε δεδομένα προχριστιανικά αυτό δεν είναι πολύ εύκολο να γίνει κατανοητό. Ακόμη και οι δάσκαλοι, οι φιλοσοφικές σχολές κ.λπ. που χαν μαθητές δεν φαίνονται να αποκαλούν τους μαθητές τους τέκνον μου· θα ήταν μαθηταί μου.

Οι λέξεις δεν είναι συνήθεις, αλλά αυτή η λέξη αναδύεται μέσα από την έννοια της πνευματικής πατρότητας, η οποία αναδεικνύεται στο χώρο της Εκκλησίας μας και βλέπετε τέκνον μου τον λέει ενώ δεν είναι φυσικό του τέκνο, δεν είχε τέκνα, δεν ήταν παντρεμένος, αλλά επειδή μέσα από την πνευματική ζωή, το ξέρετε όλοι αυτό, αλλά να σταθώ λίγο στην ανάλυση, κάποιος ζώντας πνευματικά γεννιέται εν Αγίω Πνεύματι. Γεννιέται, βρίσκει τον εαυτό του και πάλι, καθαρίζει τον εαυτό του και θεωρείται η Εκκλησία, η οποία έχει λειτουργήσει σε αυτό το έργο της βαθιάς, βαθιάς αναγεννήσεως του ανθρώπου, προσέξτε αναγέννηση [σημαίνει] είναι βαπτισμένος μεν αλλά δεν το είχε χρησιμοποιήσει· σου έδωσε ένα δώρο και δεν το χρησιμοποίησες και έρχεται η ώρα που τώρα [θα] το χρησιμοποιήσεις. Προσέξτε τον όρο και το τονίζω και το διαφοροποιώ από οποιαδήποτε έννοια αναγεννήσεως, η οποία αναδύεται στο χώρο της προτεσταντικής θεολογίας και στο χώρο μερικών ομάδων πεντηκοστιανών κ.λπ., που μιλάνε για μια αναγέννηση άλλου τύπου όμως.

Προσέξτε εμείς γεννόμεθα μέσα στην κολυμβήθρα, αυτή είναι η μήτρα μας και εκεί μας δίνεται το μεγάλο δώρο του να ζήσουμε χριστιανικά και να λειτουργήσουμε το έργο του προσωπικού αγιασμού μας εν Αγίω Πνεύματι· εκεί είναι άλλο πράγμα, εκεί σου λέει τώρα γεννιέσαι, τώρα που γνώρισες το Χριστό· ήσουνα βαπτισμένος, αλλά τώρα που Τον γνώρισες, με την πίστη μόνο, γεννιέσαι· εδώ είναι η διαφοροποίηση γι᾽ αυτό σου λένε έλα να γεννηθείς. Άλλο πράγμα το ένα και άλλο τ᾽ άλλο· άλλο να έχεις ένα θησαυρό και να μην τον χρησιμοποιείς και άλλο να λένε που τον είχες αλλά ήταν άκυρος αφού δεν τον χρησιμοποιούσες και τώρα θα βρίσκεις μια καινούργια γέννηση. Είναι λεπτές διαφοροποιήσεις οι οποίες δημιουργούν τρομερές αιρέσεις.

Έτσι λοιπόν, η έννοια της πνευματικής πατρότητας ανήκει, προσέξτε, στην Εκκλησία· η Εκκλησία κάνει όλους τους ανθρώπους που βαπτίζει και οι οποίοι είναι κοντά Της, τους κάνει τέκνα Της γιατί ακριβώς γεννιόνται μες στην Εκκλησία· γεννήθηκαν στην κολυμβήθρα και συνεχίζουν αυτή τη γέννηση αν λειτουργήσουν τα δεδομένα της Εκκλησίας μας, άρα η έννοια τέκνον αρμόζει σε όλους τους πιστούς που είναι κοντά στην Εκκλησία.

Όλοι οι υπόλοιποι που λειτουργούν αυτή τη γέννηση είναι οι πνευματικοί, που είναι ιερείς, οι οποίοι δεν είναι έργο προσωπικό τους, λειτουργούν το έργο της Εκκλησίας. Οι επίσκοποι, οι πρεσβύτεροι, οι πάντες μες στην Εκκλησία λειτουργούν το έργο της Εκκλησίας· είναι διάκονοι της Εκκλησίας, δεν είναι κάτι δικό τους, κάτι προσωπικό τους, άρα η επίκληση τέκνον μου είναι γιατί μετέχει στην Εκκλησία και μέσα από την Εκκλησία αποκτούμε μια προσωπική σχέση, ενώ η Εκκλησία δίνει αυτή τη χάρη και στην Εκκλησία μέσα όλα γίνονται και προσωπικά ταυτόχρονα αλλά το τέκνον μου δεν είναι κάτι ιδιοτελές εγώ και εσύ· εν τη Εκκλησία μέσα ζεις και εγώ, επειδή είμαι διάκονος της Εκκλησίας και υπηρέτης της Εκκλησίας, σε λέω τέκνον μου.

Βλέπεις, λες ο ασθενής μου· ο γιατρός θα πει ο ασθενής μου. Ασθενής του είναι αλλά δεν είναι δική του ιατρική, έχει μια ιατρική, η οποία του δίνει οδηγίες πως να κάνει καλά τον ασθενή· είναι ασθενής του, βέβαια, είναι προσωπική η σχέση, αυτός και εκείνος, αλλά δεν τον γιάτρεψε απλώς ο ίδιος, τον γιάτρεψε η επιστήμη της ιατρικής και αυτός ο γιατρός, αν ήταν σωστός γιατρός, ήξερε καλά την επιστήμη της ιατρικής και γιάτρεψε κάποιον. Μπορεί να μην έκανε καμιά ανακάλυψη ιατρική, απλώς ήξερε καλά την ιατρική· άρα προσέξτε διαφοροποιείστε αυτή την έννοια του γενικού και του προσωπικού και στην Εκκλησία μέσα ποτέ δεν παύει να υπάρχει το προσωπικό, [κάποια στιγμή ο Απόστολος Παύλος], λέει το ευαγγέλιόν μου· δεν είναι δικό του το ευαγγέλιο, αλλά αυτός το ζει προσωπικά και αυτό μεταδίδει. Λέει το ευαγγέλιόν μου!

Άρα κρατήστε στην Εκκλησία μέσα, που η Εκκλησία κάνει τα πάντα, αλλά δεν καταλύεται το προσωπικό μέγεθος, δηλαδή είμαστε άνθρωποι κι έχουμε πρόσωπο και γνωριζόμαστε, αλλά αυτό δεν λειτουργεί δεσμούς οι οποίοι είναι ανεξάρτητοι από την Εκκλησία δηλαδή· αν ήταν οι δεσμοί ανεξάρτητοι από την Εκκλησία, αυτός θα ήταν ένας καθαρός γκουρουδισμός, είναι του γκουρού, είναι αυτή η έννοια, δεν έχει κάποια ιδεολογία πίσω του. Μπορεί να έχει μια γενική θρησκεία, αλλά ασκεί δικά του γεγονότα και κάνει τους ανθρώπους αυτό που θέλει εκείνος, το δικό του σύστημα, γι᾽ αυτό και τον ακολουθούν πιστά. Δεν είναι το τι λέει ένα δόγμα, [αλλά] το τι λέει αυτός.

Στην Εκκλησία υπάρχουν η αλήθεια και τα δόγματα και δεν μπορεί κανένας πνευματικός να τα καταλύσει αυτά τα μεγέθη, αλλά υπάρχει η θεολογία, υπάρχει Εκκλησία· άρα στην Εκκλησία μέσα δεν μπορούν να δεχτούν γκουρού, γιατί κανείς δεν μπορεί να πει μια δική του μεθοδολογία, ενώ στο χώρο του γκουρουδισμού, επειδή είναι πολυποίκιλες οι ματιές που κάνει ο καθένας σε αυτά τα θέματα, ο κάθε γκουρού έχει ένα δικό του κοίταγμα· άρα πρέπει ο κάθε μαθητής του να ακολουθεί το δικό του κοίταγμα, άρα πρέπει σε αυτόν να υπακούει και [μάλιστα] τυφλά να υπακούει. Στην Εκκλησία δεν υπακούμε τυφλά. Εμείς υπακούμε στην Εκκλησία και όντας μέσα στην Εκκλησία, για να βοηθηθούμε να ακολουθήσουμε το δρόμο μας, κάποιος πνευματικός μας βοηθά να καταλάβουμε το ευαγγέλιο και πως ζούμε χριστιανικά, αλλά δεν ακολουθούμε τον πνευματικό, ούτε τις διδαχές του.

Ακολουθούμε τη διδαχή της Εκκλησίας, γι᾽ αυτό κανένας πνευματικός δεν μπορεί να έχει δικές του διδαχές, δεν είναι δυνατό αυτό· λειτουργεί σε αυτό που είναι η Εκκλησία. Δεν μπορεί λοιπόν στην Εκκλησία μέσα να λειτουργηθούν οι γκουρουδισμοί· γι᾽ αυτό στην Εκκλησία μέσα, εφόσον και αν όλοι οι πνευματικοί της Εκκλησίας ακολουθούν την ίδια θεολογία, δεν υπάρχει διαφοροποίηση. Δεν υπάρχει διαφοροποίηση, είναι το ίδιο πράγμα· και γι᾽ αυτό μεταδίδει την ίδια αλήθεια. [Άρα είναι λάθος] όταν ακούμε μερικές φορές που [λένε ότι] ένας πνευματικός [γι᾽ αυτό το θέμα] έχει άλλη άποψη. Μπορεί να υπάρχουν διάφορες απόψεις, ξέρω γω, για μια παιδαγωγία αλλά για χοντρά πράγματα, πράγματα τα οποία απαγορεύονται από την Εκκλησία, [δεν μπορεί να υπάρχει διαφοροτική άποψη].

Για παράδειγμα δεν μπορεί ένας πνευματικός να πει σε κάποιον, σου επιτρέπω να κλέψεις γιατί πεινάς· δεν το επιτρέπει η Εκκλησία, μέσα από τους κανόνες, μέσα από την Αγία Γραφή δεν μπορεί να πει «εγώ κάνω συγκατάβαση να κλέψεις» και [να κάνει την] δική του παιδαγωγία. Τον οδηγεί [έτσι] στην αμαρτία, δεν μπορεί να πει τίποτε δικό του, πρέπει να ακολουθήσει την Εκκλησία. Άλλο η εφαρμογή ή η συγκατάβαση η ελαφρά ή πιο σκληρότερη εφαρμογή, που είναι ένα ποίκιλμα, όπως γίνεται στην παιδαγωγία, ένα παιδί που είναι πολύ άτακτο αλλιώς του φέρεσαι, ένα παιδί που δεν είναι άτακτο αλλιώς του φέρεσαι· αλλά η προοπτική είναι μία να κάνεις παιδαγωγία στο παιδί. Κρατήστε αυτό το μέγεθος για να μη νομίζει κανείς που μέσα στην Εκκλησία υπάρχουν ανεξάρτητες νησίδες γκουρού πνευματικών που ακολουθούν τη δική τους μεθοδολογία.

Είναι Εκκλησία και ο δικός σας έλεγχος, επειδή μέσα στην Εκκλησία δεν χάνετε την προσωπικότητά σας, δεν είστε δηλαδή μαθητές ενός γκουρού, έχετε προσωπικότητα και συνεχώς αυτά τα οποία ακούτε, όσο μπορείτε τα μελετάτε στο νου σας, αν αρμόζουν με το ευαγγέλιο· αν σου πει λοιπόν πήγαινε να κλέψεις, ξέρεις ότι είναι εκτός ευαγγελίου. Εκεί δεν κάνεις υπακοή, όποια αιτία και να σου πει δεν κάνεις καμία υπακοή, γιατί σε οδηγεί στην αμαρτία. Η υπακοή είναι άνευ αμαρτίας και αιρέσεως, άρα αυτή η διπλή ιδιότητα του άνευ αμαρτίας και αιρέσεως οδηγεί στην πλήρη ελευθερία του προσώπου, που μπορεί να ελέγχει τουλάχιστον άνευ αμαρτίας και αιρέσεως αυτά τα οποία ακούει απ᾽ τον πνευματικό του· άρα με αυτά τα απλά που σας λέγω καταλύεται, καταργείται δηλαδή η έννοια της ιδιωτικότητας της προσωπικής σχέσης και είναι έννοια εκκλησιαστική αυτή η σχέση, αποκτά κάλλος μες στην Εκκλησία.

Χωρίς να είναι στην Εκκλησία ο πνευματικός και ο εξομολογούμενος δεν έχει κανένα νόημα. Τότε πραγματικά είμαστε γκουρού και ένας ο οποίος είναι αποκομμένος από την Εκκλησία και ας ήταν παλιά πνευματικός, αν έχει αποκοπεί από την Εκκλησία, αν έχει αποσκιρτήσει, αν έχει φύγει, ξέρω γω, αν έχει καθαιρεθεί, δεν έχει τη δυνατότητα να έχει πνευματικά παιδιά, υπό την έννοια ότι επειδή εξέπεσε βαθύτατα δεν μπορεί να καθοδηγήσει. Μπορεί να παραμένει όποιος είναι μέσα στην Εκκλησία, αλλά δεν μπορεί να εξομολογήσει· βλέπετε είναι ένα θέμα εκκλησιολογικό, γι᾽ αυτό πολλές φορές μερικοί με ρωτάνε «μπορώ να πάω σε άλλον πνευματικό», φυσικά αν δεν είναι αιρετικός και αν δεν διδάσκει αμαρτίες γιατί όχι δεν υπάρχει θέμα· δηλαδή η Εκκλησία είναι Μία.

Προσέξτε κάτι άλλο, δεν υπάρχουν έκτακτοι πνευματικοί χαρισματούχοι. Όλοι οι πνευματικοί, εφόσον έχουν την άδεια της εξομολογήσεως και το μυστήριο της ιεροσύνης, είναι χαρισματούχοι. Όλοι έχουν χαρίσματα μέσα στην Εκκλησία και το χάρισμα της ιεροσύνης, άρα όλοι είναι χαρισματούχοι. Υπάρχει μια ιδιοτροπία στο λαό να ψάχνει τον πιο χαρισματούχο· δεν είναι αυτή ιστορία, εφόσον έχει το χάρισμα του εξομολογείν και συγχωρείν σημαίνει ότι το μυστήριο της δικής μας μετανοίας θα λειτουργηθεί μέσα από τα χέρια αυτού του πνευματικού, που δεν τον κρίνουμε εμείς σαν χαρισματούχο. Δεν ξέρω ποιό λόγο έχετε να μην τον κρίνετε σαν χαρισματούχο, αλλά το μυστήριο της δικής μας μετανοίας, εφόσον έχει ευλογία από την Εκκλησία θα λειτουργηθεί και το μυστήριο, αν αφορά την εξομολόγηση, είναι μυστήριο το οποίο είναι μετανοίας. Τι σχέση έχει; Άμεση σχέση· ένας ιερέας που είναι καλός ή κακός στα μάτια σας ή στα μάτια μας, αν κάνει βάπτισμα, το ίδιο βάπτισμα κάνει. Άλλο αν κάνει το βάπτισμα με αιρετικό τρόπο, αν δεν κάνει [για παράδειγμα] τριττή κατάδυση, ή [κάνει] άλλα [δικά του] πράγματα, άλλο πράγμα [αυτό] και άλλο το ότι όποιος και να ναι ο πνευματικός [ιερέας], [αυτός] είναι στρατιώτης του Χριστού και επειδή έχει την άδεια από την Εκκλησία, λειτουργεί το χάρισμα. Δεν διαφοροποιείται λοιπόν. [Συνεπώς είναι λάθος η έκφραση]: θα πάω να κάνει το βάπτισμά μου ένας ιερέας πνευματικός. Τι σημαίνει ιερέας πνευματικός; Η φράση είναι κολασμένη. Υπάρχει ιερέας που δεν είναι πνευματικός ή χριστιανός που δεν είναι πνευματικός, που δεν έχει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος; Η Εκκλησία, αν δει τέτοιο πράγμα, αν δει ότι καταστρέφει τους ανθρώπους θα τον καθαιρέσει ή [απλά] δεν θα του δώσει άδεια να εξομολογεί και να τελεί τα μυστήρια.

Προσέξτε αυτό το λεπτεπίλεπτο σημείο, γιατί αν δεν το καταλάβουμε δημιουργούνται τάσεις γκουρουδισμού μες στην Εκκλησία και είναι πάρα πολλές αυτές οι επικίνδυνες οι τάσεις και προσέξτε, το ξαναλέω, η μετάνοια είναι δική μας. Πόσο βάθος μετανοίας έχουμε, έτσι θα συγχωρηθούμε και δεν είναι το θέμα ποιός πνευματικός μας εξομολογεί· άλλο μια πνευματική συμβουλή ή όχι, αλλά το κέντρο είναι η δική μας μετάνοια. Χωρίς να έχουμε εμείς μετάνοια και ο καλύτερος, ο πιο άγιος πνευματικός κατά τα μέτρα του Θεού, δεν τα ξέρω, να μας εξομολογήσει, δεν αλλάζει τίποτε, αν εμείς δεν μετανιώσουμε, δεν αλλάζει τίποτε.

Κρατήστε αυτά τα μεγέθη γιατί πολύ το φοβάμαι, επειδή οι χριστιανοί λίγο έχουμε για κάποιες έτσι σχέσεις και πολύ το προσωπικό, το έχουμε πάρα πολύ έντονο το προσωπικό, να υπάρχει προσωπική σχέση, είμαι εγώ και εσύ, βλέπετε λέει το ευαγγέλιό μου αλλά το ευαγγέλιο είναι του Χριστού, η ιατρική είναι του Χριστού, η μεθοδολογία είναι Χριστού, η θεραπευτική είναι του Χριστού και εμείς εφαρμόζουμε αυτό το ευαγγέλιο και αυτή τη μεθοδολογία, αυτή την πρακτική, γι᾽ αυτό δεν μπορεί κανένας να πει μια καινούργια πρακτική πέρα από αυτό που λέει η Εκκλησία. Παρακαλώ κρατήστε το γιατί δημιουργούνται παρενέργειες στην Εκκλησία μέσα, οι οποίες βαθύτατα με στεναχωρούν και η σχέση παραμένει προσωπική, αλλά δεν μπορεί να γίνει γκουρουδική η σχέση.

Σας παρακαλώ γι᾽ αυτό στην προσωπική σας ζωή έχετε και ελευθερία για πράγματα τα οποία δεν είναι αμαρτία· έχετε ελευθερία να κινηθείτε από δω ή από κει, η καθοδήγηση έρχεται στο δρόμο που μπορεί να δημιουργήσει αμαρτία, να ξέρουμε τι θα κάνουμε, μην πέσουμε σε παγίδα του διαβόλου και αμαρτήσουμε, αλλά η καθοδήγηση δεν είναι σε καθημερινά πράγματα· έχουμε και μια δυνατότητα δηλαδή να σκεφτόμασθε μερικά πράγματα· άλλο η συγκατάβαση η οποία είναι όταν ξεπερνάμε έναν κανόνα, κάνουμε [τότε] συγκατάβαση και άλλο κάτι άλλο. Κοιτάξτε τώρα, βλέπετε το θέμα της νηστείας, παράδειγμα είναι αυτό, πολύ απλό δηλαδή και δεν είναι καίριο, το φέρνω σαν παράδειγμα επειδή είναι επίκαιρο. Η Εκκλησία λέει αυτή είναι η νηστεία, τέρμα.

Αν πρόκειται να την κάνεις δεν χρειάζεται να ρωτήσεις τίποτα. Με ρωτάνε «να κάνω νηστεία;»· μα αυτό εννοείται, αυτό λέει το ευαγγέλιο του Χριστού, εγώ θα σου πω αν θα κάνεις νηστεία ή όχι; Άλλο αν για κάποιους λόγους υγείας κ.λπ. ή άλλους λόγους δεν μπορούμε, τότε ναι, καθοδηγούμασθε πως θα το κάνουμε. Διαφοροποιείστε το, δεν χρειάζεται να ρωτάτε κάτι περιττό, αφού το λέει η Εκκλησία είναι ερώτημα να νηστέψω ή όχι; Δεν χρειάζεται καθόλου. Αν όμως πούμε, να νηστέψουμε παραπάνω από αυτό που λέει η Εκκλησία, πρέπει να πάρουμε άδεια. Η υπέρβαση ή η μείωση ενός κανόνος χρειάζεται κάποια άδεια, γιατί μπορεί να είναι προσωπική και εγωιστική μας ιδιοτροπία· αλλά εκείνο που λέει η Εκκλησία το λέει η Εκκλησία, το ξέρουμε, διαβάζοντας έχουμε αυτή την ελευθερία.

Προσέξτε, κρατήστε ένα απλό σχήμα που θα σας πω τώρα, είναι πολύ απλό το σχήμα, αλλά θα το καταλάβετε και μάλιστα το κάνω σε μια συγκριτική διαφοροποιήσεως της ορθοδόξου και μοναδικής Εκκλησίας με τα μορφώματα τα χριστιανικά του Βατικανού ή του προτεσταντισμού· εμείς, κοιτάξτε, έχουμε μέσα στην Εκκλησία προσωπική σχέση και έχουμε και έναν πνευματικό, που σημαίνει κάνουμε υπακοή στην Εκκλησία και δια του πνευματικού, αλλά ταυτόχρονα έχουμε μια ελευθερία σκέψεως και μπορούμε να πούμε εγώ θα νηστέψω, δεν χρειάζεται να πάρουμε άδεια από τον πνευματικό αφού θα νηστέψουμε· άρα υπάρχει η άμεση σχέση με τον Θεό και η άμεση σχέση με την Εκκλησία. Είναι διττό δηλαδή το σχήμα, η άμεση σχέση με τον Θεό, με την Εκκλησία και άμεση σχέση δια του πνευματικού και τα δύο υπάρχουν.

Στο χώρο της βατικανίου σκέψεως υπάρχει μόνο το ένα, είναι μόνο δια του πνευματικού, κάθετα. Καταρχήν, δεν υπάρχει άμεση σχέση με την Εκκλησία και εκεί μάλιστα το θέμα είναι πάρα πολύ κορυφαίο και κολασμένο, γιατί η σχέση πια του κάθε πιστού με την Εκκλησία είναι σχέση του πιστού με τον Πάπα. Είναι πολύ πιο ακραίο εκεί πέρα το έγκλημα, άρα καταργείται αυτό το διπολικό σχήμα, δηλαδή εγώ και ο Χριστός, εγώ κι η Εκκλησία· για να λειτουργήσει η ελευθερία, μα αυτή είναι η ελευθερία. Στο χώρο λοιπόν της βατικανίου σκέψεως καταργείται αυτή η έννοια, γίνεται μονομερής και μάλιστα ούτε καν ο πνευματικός μας που έχουμε, αλλά μέσα, δια του Πάπα σωζόμαστε, μονομερής σχέση. Στην άλλη μεριά του προτεσταντισμού, υπάρχει πάλι μονομέρεια απ᾽ τη άλλη μεριά· εγώ και ο Θεός μόνο, τίποτε άλλο· γι᾽ αυτό και δεν υπάρχει πνευματικός. Καταλάβετε αυτές τις απλές διαφοροποιήσεις.

Στην ορθόδοξη Εκκλησία κρατούμε αυτό το σύστημα της βαθιάς σκέψεως. Εγώ μες στην Εκκλησία είμαι, μες στην Εκκλησία πάντοτε κάνω αυτό που λέει η Εκκλησία και εφαρμόζω για τη σωτηρία μου αυτά που λέει ο πνευματικός μου, για να μην αμαρτάνω και ταυτόχρονα, όμως, διατηρώ την προσωπική μου ελευθερία να διαβάζω και το ευαγγέλιο, να μπορώ να το μελετώ και να λέω τώρα έχει νηστεία, θα νηστέψω, δεν χρειάζεται να πούμε μπορώ να μην κλέβω, μα τόσο αυτονόητο είναι· διάβασε τι λέει η Εκκλησία μας, μπορώ να μην μοιχεύω; Ε, αφού το λέει δεν χρειάζεται, τόσο αυτονόητο είναι.

Πιστεύω να κρατάτε αυτό το απλό σχήμα που δημιουργεί τρομερές παρενέργειες και εφόσον δηλαδή τόσο βαθιά υπάρχει αυτή η διαστροφή και η αίρεση μόνο στα δύο σχήματα που είπα, ξέρω γω, βατικάνιο σχήμα ή προτεσταντικό, πόσω μάλλον σε δεκάδες άλλα σχήματα που δημιουργούν παρενέργειες· και η Ορθοδοξία έχει αυτό το μοναδικό κάλλος, είναι η ελευθερία του προσώπου το οποίο καταξιώνεται ότι ακούγοντας το ευαγγέλιο μπορείς να αλλάξεις. Βλέπετε ακόμη και στην αλλαγή μας, στη μετάνοιά μας, για πρώτη φορά που μετανοούμε και δεν έχουμε πνευματικό, μας καλεί η χάρις του Θεού δηλαδή· δεν παίρνουμε άδεια να πάμε σε πνευματικό, η χάρις του Θεού μας καλεί αμέσως και πάμε μετά να συγχωρεθούμε και να μπούμε στην υπακοή της Εκκλησίας, δεν χρειάζεται κάτι άλλο. Καταλάβετε το σχήμα, λοιπόν, για να ολοκληρώσω τη φράση το τέκνον μου.

Άρα μες στην Εκκλησία όλοι οι άνθρωποι, επειδή γεννιόνται μες στην Εκκλησία και συνεχίζουν αυτή την αναγέννηση, συνεχίζουν δεν είναι πρωτογενής μες στην Εκκλησία, τους λέει τέκνον μου και αυτή η λέξη ξεπερνά ακόμη και τη λέξη τέκνον μου της πατρικής και μητρικής ιδιότητας· δεν καταργείται αυτή η λέξη, αλίμονο αλλά αποκτά ένα μεγαλύτερο κάλλος, γίνεται μια πολύ βαθιά πνευματική πατρότης, γιατί πολύ σωστά οι γονείς διασώζουν και διατηρούν τη ζωή μας να είμαστε καλοί άνθρωποι, να σπουδάσουμε, να μεγαλώσουμε και μακάρι να έχουν και έννοιες βαθιές πνευματικές, αλλά υπάρχει και μια βαθύτερη πατρότητα που είναι η πατρότητα εν Αγίω Πνεύματι, που είναι μες στην Εκκλησία, γιατί όλοι είμαστε παιδιά του Θεού, υπακούοντας σε έναν πνευματικό που έχουμε και με αυτόν προσωπική σχέση.

Κρατήστε αυτό το σχήμα για να ολοκληρώσω όσο μπορώ αυτό το πολύ μεγάλο θέμα του τέκνον μου που λέει εδώ.

Ερώτηση: Είπατε ότι στην εξομολόγηση δεν μετράει ποιόν πνευματικό θα βρείτε, αλλά αυτό που μετράει είναι η μετάνοια. Γιατί τότε πολλοί άγιοι γεροντάδες λένε ότι πρέπει να ψάχνουμε να βρίσκουμε προσευχόμενους πνευματικούς, ώστε την ώρα εκείνη του μυστηρίου να συμβάλλει η ευχή του πνευματικού στη δική μας μετάνοια;

Απάντηση: Το μπλέξατε, είναι τελείως μπλεγμένη η σκέψη σας, τελείως μπλεγμένη σκέψη. Η εξομολόγηση είναι μυστήριο μετανοίας· εμείς μιλάμε, [και] κανονικά ο πνευματικός σωπαίνει, ακούει· και λέμε τις αμαρτίες μας και δηλώνουμε τη βαθιά μετάνοιά μας, την καρδιακή μετάνοιά μας, το συγκλονισμό μας, ακόμη και με δάκρυα και αν μετανιώσουμε μας συγχωρεί ο Θεός· και μετά υπάρχει το άλλο στάδιο, [αυτό] της πνευματικής καθοδηγήσεως. Άλλο πράγμα είναι αυτό. Ο πνευματικός θα ακούσει και θα μας διαβάσει μια ευχή εφόσον μετανόησαμε και [εκεί] ολοκληρώθηκε το μυστήριο. Εκεί έληξε το μυστήριο· και το άλλο είναι μια πορεία πνευματικής καθοδηγήσεως, που δεν είναι θέμα μιας στιγμής, [αλλά θέμα] μιας ολόκληρης ζωής. Η Εκκλησία ολόκληρη [με ο,τι κάνει] καθοδηγεί βλέπετε. Γι᾽ αυτό οι πιστοί, βλέπουν κάτι και ρωτούν· τι γίνεται εδώ; [Μαθαίνουν] για τα προσκυνήματα, για τις γιορτές· μπορεί τα πάντα να μας τα μάθει [σε μία] στιγμή ο πνευματικός, όλα στη ζωή μας; Ενώ η εξομολόγηση είναι μυστήριο μετανοίας. Γι᾽ αυτό προσέξτε όταν προσέρχονται κάποιοι για εξομολόγηση τους ρωτάω: θες να εξομολογηθείς ή να κουβεντιάσουμε; [Αυτό] μετράει. Μερικοί δεν ξέρουν γιατί ήρθαν· αν μου πουν [ήλθαν] για εξομολόγηση πρέπει να μιλήσουν αυτοί, να μη μιλάω εγώ και πρέπει να μιλήσουν και να πουν τις αμαρτίες τους και την βαθιά μετάνοιά τους. Αυτή είναι η εξομολόγηση. Είναι άλλη, παράλληλη ιστορία, αυτή της πνευματικής καθοδηγήσεως, μην τα μπλέκετε τα πράγματα.

Άρα εφόσον, λοιπόν, η δική μας μετάνοια μετράει, ο ιερέας δεν θα διαβάσει μια καλύτερη ευχή και ο χειρότερος ιερέας να [είναι], αν υπάρχει τέτοιο πράγμα, την ίδια ευχή διαβάζει, δεν αλλάζει τίποτα εδώ. Προσέξτε, αν μπω σε ένα κατάστημα με φαγητά που έχει κι ένα γκαρσόνι. Το γκαρσόνι πως θα είναι, αν είναι έτσι, αν είναι κακομούτσουνο, αν είναι καλό ή αμαρτωλό γκαρσόνι, το μενού παραμένει ίδιο και το ίδιο φαγητό θα δώσει, έτσι δεν είναι; Άλλο πράγμα λοιπόν [η εξομολόγηση και άλλο] η πνευματική καθοδήγηση. Άλλο [πράγμα δηλαδή] είναι το γκαρσόνι, [που δεν έχει καμμία σχέση με το φαγητό] και άλλο να πας στο σεφ για να μάθεις τη συνταγή· άλλο πράγμα είναι αυτό, έτσι; Διαφοροποιείστε τα και μην τα μπλέκετε. Άρα να έχετε μετάνοια, [διότι η εξομολόγηση] είναι η ιστορία, της μετανοίας.

Ειδάλλως καταφεύγουμε να ψάχνουμε να εξομολογηθούμε στον καλύτερο πνευματικό. Που θα τον βρούμε, και πως θα τον κρίνουμε; Μπορούμε να κρίνουμε ποιός είναι ο καλύτερος πνευματικός με τα μάτια μας; Ξέρουμε τι έχει στην καρδιά του, που τον ξέρουμε; Επειδή έτσι [νομίζουμε] και τον κρίνουμε; Και αν μας πλανάει, αν [μας] κάνει [καλό] μάρκετινγκ, αν αυτοδιαφημίζεται; Που το ξέρουμε που είναι καλός πνευματικός, που τον γνωρίζουμε; Ίσα-ίσα αν είναι και χαρισματούχος άνθρωπος, κρύβεται κιόλας· και πολλοί άγιοι καταλήγουν να μιλούν και να λένε: ε, γιατί ήρθες εδώ πέρα, τι ήρθες να κάνεις εδώ; Και [μετά όσοι πήγαν να τους δουν] λένε: α, εγώ πήγα να του μιλήσω και μου είπε τι ήρθες να κάνεις; [Βλέπετε] αυτοί οι άνθρωποι δεν αυτοδιαφημίζονται· σας παρακαλώ εδώ έχουμε άλλα μεγέθη. Να έχετε καθαρό μυαλό και να έχετε μετάνοια. Αν στην πορεία [ο πνευματικός] σας λέει πράγματα τα οποία είναι εκτός παραδόσεώς μας, να πείτε εδώ είναι λάθος αυτός, [διαφορετικά] πως τον κρίνετε τον πνευματικό;

Πόσες φορές [με] παίρνουν τηλέφωνο -αυτά τα οποία με τρελαίνουν- και μου λένε, πάτερ να εξομολογηθώ· λέω, βεβαίως· μου λένε, έχετε χάρισμα; Λέω, είμαι ιερέας, έχω τη χάρη της ιεροσύνης· μου λένε, όχι αυτό. Λέω, τι άλλο θέλετε; Μου λένε, είστε διορατικός; Μα τι μου λέτε; Διορατικός; [Τώρα εσείς] θα έρθετε να εξομολογηθείτε ή θα έρθετε να σας πω εγώ τις αμαρτίες σας κι εσείς να πείτε ω, μου τα είπε όλα!; Όχι δεν είμαι τίποτε [απ᾽ όλα] αυτά! Είμαι μόνο πνευματικός, όπως μ᾽ έκανε ο Χριστός και τίποτε άλλο! Τι θα πει διορατικός δηλαδή; [Θέλουμε] να μας πείτε κάτι βαθύτερο· τι βαθύτερο να σας πω; Να έχετε βαθιά μετάνοια. Πόσες φορές απ᾽ το τηλέφωνο, πάτερ βγάζετε δαιμόνια; Λέω, δεν ξέρω, αν εγώ εξομολογώ κάποιον και μετανιώσει και φύγουν τα δαιμόνια, δεν ξέρω, εγώ δεν είμαι δαιμονολόγος, δεν θα ασχοληθώ εγώ με τα δαιμόνια.

Πόσα τέτοια ερωτήματα συνεχώς! Τίποτε, είμαι ένας απλός πνευματικός· [που] εξομολογώ, [κι εσείς παρακαλώ] ελάτε μετανιωμένοι. Τι τον θέλετε τον διορατικό κ.λπ.; Και που θα βρει όλη η Ελλάδα τους καίριους, [διορατικούς πνευματικούς]; [Πιστεύετε ότι] όλοι θα βρουν και θα καταλάβουν τον άγιο Πορφύριο; Ε, πιστέψτε με, τόσα χρόνια κάθισα μαζί του, δεν κατάλαβα τίποτε που ήταν Άγιος, τόσο πολύ το έκρυβε ο άνθρωπος. Ιδέα δεν είχα πάρει, και δεν είχα πάρει ιδέα ευτυχώς, [γιατί] θα το είχα βάλει στα πόδια! Γιατί αν συναντούσα έναν που μου έλεγε ότι είναι άγιος, θα το έβαζα στα πόδια. Θα φοβόμουν να έχω έναν άγιο πνευματικό, τον μπελά μου να βρω; Κι [επειδή νόμιζα πως δεν ήταν], ακριβώς γι᾽ αυτό πήγα. Ένα απλό γεροντάκι μου είπαν ότι είναι. Είχα πνευματικό που είχε αρρωστήσει [και δεν μπορούσε πια να εξομολογεί], και μου λένε πως υπάρχει ένα απλό γεροντάκι· λέω που; Στην Πεντέλη· τους λέω, χαμένος; Χαμένος. Λέω, γνωστός; Άγνωστος μου λένε· και έτσι πήγα, στην Πεντέλη. Ένα άγνωστο γεροντάκι που δεν πήρα είδηση τίποτα, καθήμενος οχτώ-εννέα χρόνια μαζί του, δεν πήρα [είδηση] τίποτε· στο τέλος κάτι μυρίστηκα· αν καταλάβαινα που είναι διάσημος κ.λπ. θα το είχα βάλει στα πόδια, πιστέψτε με. Αυτή ήταν η δική μου εμπειρία, σας το λέω έτσι πολύ απλά. Τελικά, ο άνθρωπος ήταν Άγιος και τώρα απεδείχθη, αλλά το 'κρυβε! Αυτό δεν είναι το ωραίο, ε;»

 http://sophia-siglitiki.blogspot.gr/



Κυριακή 14 Αυγούστου 2016

Εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον

Λόγος στην Κοίμηση της Θεοτόκου Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας



https://www.google.gr/url?sa=i&rct=j&q=&esrc=s&source=images&cd=&cad=rja&uact=8&ved=0ahUKEwiZkLqlrMHOAhXG0RQKHVbtBHMQjRwIBw&url=http%3A%2F%2Fenoriakampis.blogspot.com%2F2014%2F08%2Fblog-post_13.html&psig=AFQjCNEFPFs5tM49WuKNpp1vrQ3S0JpuyQ&ust=1471279195551181


ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΙΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Τον καθένα από μας τον βασανίζει το ερώτημα: τι θα γίνει με μας και τι μας περιμένει μετά το θάνατο; Μία σαφή απάντηση σ' αυτό το ερώτημα μόνοι μας δεν μπορούμε να την βρούμε. Αλλά η Αγία Γραφή και πρώτα απ' όλα ο λόγος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού μας αποκαλύπτουν αυτό το μυστικό. Μας το αποκαλύπτουν επίσης το απολυτίκιο και το κοντάκιο της μεγάλης αυτής γιορτής της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου και οι εκκλησιαστικοί ύμνοι που ψάλλονται σ' αυτή τη γιορτή.

Θέλω όλοι σας να καταλάβετε, γιατί ο θάνατος της Υπεραγίας Θεοτόκου και Παρθένου Μαρίας λέγεται Κοίμησή της. Ο μέγας απόστολος Ιωάννης ο Θεολόγος στο 20ο κεφάλαιο της Αποκαλύψεως μιλάει για τον πρώτο και το δεύτερο θάνατο. Ο πρώτος μόνο θάνατος, ο οποίος είναι αναπόφευκτος για όλους τους ανθρώπους, περιμένει και τους αγίους και τους δικαίους. Αλλά ο δεύτερος, ο φοβερός και αιώνιος θάνατος, περιμένει τους μεγάλους και αμετανόητους αμαρτωλούς, οι οποίοι αρνήθηκαν την αγάπη και την δικαιοσύνη του Θεού και είναι καταδικασμένοι να βρίσκονται αιωνίως σε κοινωνία με το διάβολο και τους αγγέλους του.

Στο Ευαγγέλιο του ίδιου μεγάλου αποστόλου και ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου διαβάζουμε τα λόγια του Χριστού, τα οποία είναι πολύ στενά συνδεδεμένα με όσα γράφει η Αποκάλυψη: «αμήν αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ίωάν. 5, 24).

Το ακούτε, το καταλαβαίνετε; Νομίζω ότι ακόμα και θα πρέπει να σας κινήσει την περιέργεια το γεγονός ότι όλοι όσοι υπακούουν στο λόγο του Χριστού και πιστεύουν στον Ουράνιο Πατέρα του, ο οποίος τον έστειλε, αμέσως μετά το θάνατο τους θα περάσουν στην αιώνια ζωή. Δεν υπάρχει λόγος να δικαστούν αυτοί που έχουν ζωντανή πίστη στο Θεό και υπακούουν στις εντολές του.

Και στους μεγάλους δώδεκα αποστόλους είπε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός: «αμήν λέγω υμίν ότι υμείς οι ακολουθήσαντές μοι, εν τη παλιγγενεσία, όταν καθίση ο Υιός του ανθρώπου επί θρόνου δόξης αυτού, καθίσεσθε και υμείς επί δώδεκα θρόνους κρίνοντες τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ» (Ματθ. 19, 28). Δικαστές και κατήγοροι θα είναι κατά την Φοβερά Κρίση του Θεού οι Απόστολοι του Χριστού και, βεβαίως, είναι τελείως αδύνατο να φανταστούμε να δικάζονται η Υπεραγία Θεοτόκος και Αειπάρθενος Μαρία, ο Βαπτιστής του Κυρίου Ιωάννης, οι μεγάλοι προφήτες του Θεού, ο Ηλίας και ο Ενώχ τους οποίους ζωντανούς τους πήρε ο Θεός στον Ουρανό, όλο το αμέτρητο πλήθος των μαρτύρων του Χριστού, οι δοξασμένοι από τον Θεό άγιοι αρχιερείς και θαυματουργοί με επί κεφαλής τον άγιο Νικόλαο, αρχιεπίσκοπο Μύρων της Λυκίας.
Είναι αδύνατον ακόμα και να περάσει από το μυαλό μας η σκέψη πως θα δικαστούν αυτοί, οι όποιοι άκουσαν από το στόμα του Χριστού: «Η βασιλεία του Θεού εντός υμών εστίν» (Λκ. 17, 21). Σ' αυτούς τους μεγάλους αγωνιστές του Χριστού, σαν σε πολύτιμους ναούς κατοικούσε το Άγιο Πνεύμα. Ακόμα και ζώντας στη γη, αυτοί βρισκόταν στην άμεση κοινωνία με τον Θεό, επειδή έτσι είπε ο Κύ¬ριος μας Ιησούς Χριστός: «Εάν τις αγαπήση με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυ¬τόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ' αυτώ ποιήσομεν» (Ίωάν. 14, 23).

Ή Υπεραγία Παρθένος Μαρία υπήρξε άχραντος ναός του Σωτήρος και σ' αυτήν κατοίκησε το Άγιο Πνεύμα και από την αγιότατη μήτρα της έλαβε το ανθρώπινο σώμα ο Υιός του Θεού, ο Οποίος κατέβηκε από τους Ουρανούς. Γι' αυτό ο σωματικός της θάνατος δεν ήταν θάνατος αλλά Κοίμηση, δηλαδή ένα άμεσο πέρασμα από τη Βασιλεία του Θεού εντός της στη Βασιλεία των Ουρανών και την αιώνια ζωή.

Μού ήρθε τώρα στο μυαλό και κάτι καινούριο. Σ' ένα από τα προηγούμενα κηρύγματα μου σάς έλεγα, ότι έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε, ότι και το σώμα της Υπεραγίας Θεοτόκου με τη δύναμη του Θεού έγινε άφθαρτο και ανελήφθη στους ουρανούς. Αυτό μάς λέει και το κοντάκιο της μεγάλης γιορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου: «Την εν πρεσβείαις ακοίμητον Θεοτόκον, και προστασίαις αμετάθετον ελπίδα, τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν ως γαρ ζωής Μητέρα, προς την ζωήν μετέστησεν, ο μήτραν οικήσας αειπάρθενον».

Προσέξτε: «τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν». Σκεπτόμενοι αυτό, ας θυμηθούμε και τι γράφει η Αγία Γραφή για το θάνατο του μεγαλυτέρου προφήτη της Παλαιάς Διαθήκης, του Μωυσή στο 34ο κεφάλαιο του βιβλίου του Δευτερονομίου, ότι πέθανε σύμφωνα με το λόγο του Θεού στο όρος Νεβώ και τάφηκε στη γη Μωάβ. Ο τάφος του μεγάλου αυτού προφήτη έπρεπε να είναι για πάντα τόπος προσκυνήματος για όλο το λαό του Ισραήλ. Όμως στη Βίβλο διαβάζουμε, ότι: «ουκ οίδεν ουδείς την ταφήν αυτού έως της ημέρας ταύτης» (Δευτ. 34, 6). Όμως κατά τη Μεταμόρφωση του Κυρίου στο όρος Θαβώρ εμφανίστηκε ο Μωυσής στον Κύριο και Δεσπότη του τον Ιησού μαζί με τον προφήτη Ηλία, ο οποίος αρπάχτηκε ζωντανός στους ουρανούς.

Νομίζω ότι δεν θα είναι αμαρτία αν θα πούμε, ότι το σώμα του μεγάλου Μωυσή, όπως και το σώμα της Υπεραγίας Θεοτόκου, με τη δύναμη του Θεού, έμεινε άφθαρτο. Γι' αυτό και ο τάφος του είναι άγνωστος.

Να σκεφτόμαστε, αδελφοί και αδελφές μου, την μακάρια Κοίμηση της Υπεραγίας Παρθένου Μαρίας και να θυμόμαστε τα λόγια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού: «Αμήν αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ίωάν. 5, 24). Να μάς αξιώσει ο Θεός να γευθούμε και εμείς οι αμαρτωλοί τη μεγάλη αυτή χαρά, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, φ η δόξα και το κράτος συν τω ανάρχω αυτού Πατρί και τω Παναγίω Αυτού Πνεύματι εις τους αιώνας. Αμήν.

ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΡΙΜΑΙΑΣ
ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΕΣ
ΤΟΜΟΣ Γ'
ΕΚΔΟΣΕΙΣ "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ"

http://www.impantokratoros.gr

Περιγραφή της εικόνας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου

Η αγία εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι πολυπρόσωπη. Δύο όμως πρόσωπα ξεχωρίζουν στην όλη παράσταση: Ο Χριστός και η Παναγία. Ο Ιησούς με το ηγεμονικό του παράστημα που κρατεί την ψυχή της Παναγίας, βρέφος φασκιωμένο, και το λιπόσαρκο σκήνωμα της Παναγίας.



«Στην εικόνα δεσπόζει το νεκρικό κρεβάτι, στολισμένο με πλούσια ποδέα, όπου αναπαύεται η Παναγία με τα χέρια σταυρωμένα. Μπροστά στερεωμένο σε ένα απλό κηροπήγιο καίει ένα χοντρό κερί. Πίσω από το νεκρικό κρεβάτι και στη μέση ακριβώς στέκει ο Χριστός με το σώμα σε περίεργη στροφή προς τα δεξιά, προς την κεφαλή της Μητέρας του. Στα χέρια του απλωμένα στην ίδια κατεύθυνση, κρατεί την ψυχή της, που έχει τη μορφή φασκιωμένου μωρού με τα χέρια σταυρωμένα. Τον τριγυρίζει δόξα. Μέσα σ’ αυτήν είναι ζωγραφισμένοι στην κορυφή ένα εξαπτέρυγο και σε μονοχρωμία τέσσερις άγγελοι που πλαισιώνουν το Χριστό με χειρονομίες και έκφραση λύπης στα πρόσωπά τους... Πάνω ακριβώς από το Χριστό στην κορυφή του τόξου της εικόνας έχουν ανοίξει οι πύλες του ουρανού και φαίνονται δύο άγγελοι, πάλι σε μονοχρωμία, να σκύβουν με σκεπασμένα χέρια για να πάρουν με τη σειρά τους την ψυχή. Στην κεφαλή και στα πόδια του νεκρικού κρεβατιού είναι μαζεμένοι οι δώδεκα απόστολοι με εκφράσεις, στάσεις και χειρονομίες που δείχνουν βαθειά λύπη. Ο Πέτρος θυμιατίζει στην κεφαλή της Παναγίας και ο Παύλος σκύβει στα πόδια της. Πιο πίσω είναι τρεις ιεράρχες με ανοιχτά βιβλία και στα αριστερά, στο βάθος, θρηνούν τρεις γυναίκες. Τη σύνθεση κλείνουν στο βάθος, πίσω από τις ομάδες των μαθητών, δύο συμβατικά αρχαιόπρεπα κτήρια. Ανάμεσα σ’ αυτά διαβάζεται η επιγραφή Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ Θ(ΕΟ)ΤΟΚΟΥ» (Α. Καρακατσάνη). Οι τέσσερις (εικονίζονται οι τρεις) ιεράρχες που παραβρέθηκαν στην Κοίμηση, ήταν: ο Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, ο Ιερόθεος, ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης και ο Τιμόθεος.

Σ’ όλα τα πρόσωπα διακρίνεται η θλίψη, ανάμικτη όμως με τη γλυκιά ελπίδα. Είναι η «χαρμολύπην», το «χαροποιόν πένθος», γνώρισμα των πιστών που ζουν με την προσμονή της ανάστασης. Τούτο βλέπουμε και στα τροπάρια της εορτής, που άλλοτε τονίζουν τον τρόμο και το δέος των αποστόλων, τους οποίους παρουσιάζουν να δακρύζουν και άλλοτε τονίζουν τη χαρά τους, που την εκδηλώνουν με ψαλμούς και ύμνους. Παραθέτουμε δύο αποσπάσματα «Ότε η μετάστασις του αχράντου σου σκήνους ηυτρεπίζετο, τότε οι Απόστολοι περικυκλούντες την κλίνην τρόμω εώρων σε» (Στιχηρό ιδιόμελο όρθρου). «...Και το ζωαρχικόν και θεοδόχον σου σώμα κηδεύσαντες έχαιρον, πανύμνητε» (Δοξαστικό αποστίχων εσπερινού).

Σε μερικές εικόνες εικονίζονται στον ουρανό σύννεφα, που μετέφεραν τους αποστόλους στην Ιερουσαλήμ. Σε πολλές εικόνες της Κοίμησης ζωγραφίζεται και το επεισόδιο του αγγέλου και κόβει με το ξίφος του τα χέρια του Ιεφονία. (Πρόκειται για κείνον τον Εβραίο πο αποπειράθηκε να ρίξει στο έδαφος το λείψανο της Θεοτόκου).

Ένα εγκώμιο προς τη Θεοτόκο.


Από τα εγκώμια των Πατέρων της Εκκλησίας στην πάνσεπτη Κοίμηση της Θεοτόκου παραθέτουμε ένα απόσπασμα από τον Γ΄ εγκωμιαστικό λόγο του αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού. Σ’ αυτό μάς καλεί ο ιερός Πατήρ να περιστοιχίσουμε το φέρετρο της Θεοτόκου, να την υμνήσουμε και να εκδημήσουμε νοερά μαζί της.

«Δεύτε, πάντες νοερώς εκδημούση συνεκδημήσωμεν. Δεύτε, πάντες καρδίας πόθω προς τον τάφο κατιούση συγκαταβώμεν. Περιστοιχίσωμεν το ιερώτατον κράβατον. Ύμνους ιερούς άσωμεν ωδε πως επιμελωδούντες, Χαίρε, κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου. Χαίροις, η προωρισμένη μήτηρ του Θεού. Χαίροις, η προωρισμένη μήτηρ του Θεού. Χαίροις, η προεκλελεγμένη τη προ αιώνων βουλή του Θεού, γης θειότατον βλάστημα, πρυός θείου κατοικητήριον, Πνεύματος αγίου ιερώτατον άγαλμα, ύδατος ζώντος πηγή, παράδεισος του της ζωής ξύλου, θείου βοτρύος κλήμα έμψυχον νέκταρ και αμβροσίαν πηγάζοντος, ποταμός πλήρης των αρωμάτων του Πνεύματος, άρουρα (= γη) του θείου αστάχυος, ρόδον τη παρθενία φανότατον και πνέον τη ευωδία της χάριτος, κρίνον του βασιλικού αμφιάσματος, αμνάς η τεκούσα τον αμνόν του Θεού τον αίροντα την αμαρτίαν του κόσμου, το της σωτηρίας ημών εργαστήριον, αγγελικών υπερτέρα δυνάμεων, δούλη και μήτηρ Θεού» (Γ’, 5).

Από το βιβλίο
«Ο μυστικός κόσμος των Βυζαντινών Εικόνων»
τόμος α’
Χρήστου Γ. Γκότση
Εκδ. Αποστολική Διακονία



Πηγή

Η Κοίμηση Της Υπεραγίας Θεοτόκου


Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ +Πρωτοπρεσβυτέρου Αλεξάνδρου Σμέμαν


Τον Αύγουστο η Εκκλησία τιμά το τέλος της επίγειας ζωής της Παρθένου Μαρίας, τον θάνατο της, την κοίμηση της όπως είναι πια γνωστή και σε αυτή τη λέξη περικλείονται το όνειρο, η ευλογία, η ειρήνη, η ηρεμία και η χαρά.

Δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες για τις συνθήκες της κοίμησης της Παναγίας, της Μητέρας του Κυρίου. Διάφορες ιστορίες και διηγήσεις, γεμάτες αγάπη και τρυφερότητα διασώθηκαν μέχρι τις μέρες μας από την εποχή της πρώτης Εκκλησίας, ακριβώς όμως λόγω της ποικιλότητας τους, δεν είμαστε υποχρεωμένοι να υποστηρίξουμε την «ιστορικότητα» καμιάς από αυτές. Με τη γιορτή της Κοιμήσεως η μνήμη και η αγάπη της Εκκλησίας επικεντρώνονται όχι στην ιστορικότητα και πραγματικότητα του γεγονότος, την ήμερα και τον τόπο όπου αυτή η μοναδική γυναίκα, η Μητέρα όλων των μητέρων συμπλήρωσε την επίγεια ζωή της. Όπου και όποτε και αν συνέβη, η Εκκλησία αντίθετα τονίζει την ουσία και το νόημα του θανάτου της, μνημονεύοντας τον θάνατο αυτής της οποίας ο Υιός, σύμφωνα με την χριστιανική μας πίστη, νίκησε τον θάνατο, αναστήθηκε εκ των νεκρών και υποσχέθηκε σε μας την τελική ανάσταση και τη νίκη της αιώνιας ζωής.

Ο θάνατος της ερμηνεύεται με τον καλύτερο τρόπο μέσα από την εικόνα της Κοιμήσεως που τοποθετείται στα προσκυνητάρια των εκκλησιών μας εκείνη την ημέρα, ως το κέντρο της όλης γιορτής. Η Μητέρα του Θεού έχει πεθάνει και βρίσκεται ξαπλωμένη στο νεκροκρέβατο. Οι απόστολοι του Χριστού είναι συγκεντρωμένοι γύρω της και πάνω ψηλά, στο κέντρο, βρίσκεται ο Χριστός, ο οποίος κρατά στα χέρια του τη Μητέρα του, ζωντανή και αιώνια ενωμένη μαζί του. Εδώ βλέπουμε μαζί τον θάνατο και αυτό που ξεπεράστηκε με τον συγκεκριμένο θάνατο της Θεοτόκου: όχι το διχασμό αλλά την ένωση· όχι τη λύπη αλλά τη χαρά και κυρίως όχι τον θάνατο αλλά τη ζωή. «Εν τη γεννήσει την παρθενίαν εφύλαξας, εν τη κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες Θεοτόκε…»., ψάλλει η Εκκλησία ατενίζοντας αυτή την εικόνα.

Μου έρχονται στο μυαλό τα λόγια του βαθύτερου και πιο ωραίου ύμνου που απευθύνεται στην Θεοτόκο: «Χαίρε, αυγή μυστικής ημέρας!» (Ακάθιστος Ύμνος). Το φως που εκχύνεται από την Κοίμηση προέρχεται ακριβώς από αυτή την ατελεύτητη, μυστική ήμερα. Μελετώντας αυτό τον θάνατο και βλέποντας αυτό το νεκροκρέβατο καταλαβαίνουμε ότι πλέον δεν υπάρχει θάνατος, ότι το γεγονός του θανάτου ενός προσώπου έγινε γεγονός ζωής, είσοδος εκεί όπου βασιλεύει η ζωή. Αυτή που έδωσε τον εαυτό της ολοκληρωτικά στο Χριστό, που τον αγάπησε μέχρι τέλους, συναντιέται μαζί του μπροστά στις λαμπρές πύλες του θανάτου και τότε ο θάνατος μετατρέπεται σε ευφρόσυνο συναπάντημα, η ζωή θριαμβεύει, η χαρά και η αγάπη κυριαρχούν πάνω σε όλα.

Για αιώνες η Εκκλησία ατενίζει και εμπνέεται από το θάνατο εκείνης που στάθηκε η μητέρα του Ιησού, που έδωσε ζωή στο Σωτήρα και Λυτρωτή μας, που έδωσε τον εαυτό της ολοκληρωτικά σ’ εκείνον μέχρι το τέλος, μένοντας μόνη κάτω από το σταυρό. Μελετώντας την Κοίμηση της η Εκκλησία ανακαλύπτει και βιώνει τον θάνατο όχι πλέον ως φόβο και τρόμο και τέλος, αλλά λαμπρή και αυθεντική αναστάσιμη χαρά «Εν τη γεννήσει σου σύλληψις άσπορος, εν τη κοιμήσει σου νέκρωσις άφθορος…». Εδώ, σ’ ένα από τους πρώτους ύμνους του όρθρου της γιορτής, βλέπουμε να εκφράζεται η ουσία αυτής της χαράς: «νέκρωσις άφθορος». Ποιό είναι όμως το νόημα αυτής της αντίθεσης των λέξεων; Κατά την Κοίμηση της Θεοτόκου, αποκαλύπτεται σε μας και γίνεται δική μας χαρά όλο το ευφρόσυνο μυστήριο αυτού του θανάτου, διότι η Παναγία, η Παρθένος Μαρία είναι μια από μας.

Αν θάνατος είναι ο φόβος και η θλίψη του χωρισμού, η κάθοδος στην απαίσια μοναξιά και το σκοτάδι, τότε τίποτα από όλα αυτά δεν τα συναντούμε στο θάνατο της Παναγίας, αφού η Κοίμησή της, όπως και ολόκληρη η ζωή της ήταν συνάντηση, αγάπη, κίνηση προς το αμάραντο και άδυτο φως της αιωνιότητας και είσοδος μέσα σ’ αυτό. Η τελεία αγάπη «έξω βάλλει τον φόβον», γράφει ο Ιωάννης ο Θεολόγος, ο ευαγγελιστής της αγάπης (Α’ Ιωάν. δ’ 18). Συνεπώς δεν υπάρχει φόβος στην άφθορο και αθάνατο κοίμηση της Παρθένου Μαρίας. Εδώ, ο θάνατος κατέρρευσε εκ των ένδον, απαλλάχτηκε από όλα αυτά που τον γεμίζουν με τρόμο και απελπισία. Ο ίδιος ο θάνατος μετατρέπεται σε θρίαμβο ζωής. Ο θάνατος γίνεται «αυγή μυστικής ημέρας». Γι’ αυτό η γιορτή δεν έχει καθόλου πόνο, νεκρώσιμους θρήνους και θλίψη, αλλά μόνο φως και χαρά. Είναι σαν να πλησιάζουμε τις θύρες του δικού μας αναπόφευκτου θανάτου και ξαφνικά τις βρίσκουμε ορθάνοικτες, γεμάτες φως από τη νίκη που πλησιάζει, από την ανατολή της βασιλείας του Θεού που είναι εγγύς.

Στη λάμψη αυτού του ασύγκριτου εόρτιου φωτός, σ’ αυτές τις αυγουστιάτικες μέρες που ο φυσικός κόσμος φτάνει στο αποκορύφωμα της ομορφιάς του και γίνεται ύμνος δοξολογίας και ελπίδας, σημείο του ερχομού ενός άλλου κόσμου, αντηχούν τα λόγια από τους ύμνους της Κοίμησης. «Νενίκηνται της φύσεως οι όροι εν σοι, παρθένε άχραντε· παρθενεύει γαρ τόκος, και ζωήν προμνηστεύεται θάνατος. Η μετά τόκον παρθένος και μετά θάνατον ζώσα, σώζοις αεί, Θεοτόκε, την κληρονομίαν σου» (Ωδή θ’). Ο θάνατος δεν είναι πια θάνατος. Ο θάνατος καταυγάζεται από την αιωνιότητα και την αθανασία. Ο θάνατος δεν είναι πια διχασμός αλλά ένωση, όχι λύπη αλλά χαρά, όχι ήττα αλλά νίκη. Αυτό λοιπόν γιορτάζουμε την ήμερα της Κοίμησης της πανάχραντου Μητέρας, αληθινή προτύπωση και πρόγευση και σκίρτημα χαράς για την ανατολή της μυστικής και ατελεύτητης ημέρας.

Μετάφραση: ΝΙΚΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Θεολόγος, Εκπαιδευτικός

http://vatopaidi.wordpress.com/

Τετάρτη 10 Αυγούστου 2016

Η διαθήκη της μάνας. Μία συγκινητική αληθινή ιστορία.



- Αγαπημένα μου παιδιά, (καί τούς αναφέρει έναν έναν, τά παιδιά της, τούς γαμπρούς, τήν νύφη καί όλα τά εγγονάκια, 25 ονόματα). Σάς φιλώ καί σάς αποχαιρετώ.
Αυτό τό γράμμα θά τό ανοίξετε καί θά τό διαβάσετε μετά τόν θάνατό μου…

Η πρώτη σας δουλειά, μόλις σηκωθήτε τό πρωί, είναι νά πλυθήτε, νά ανάψετε τό καντηλάκι σας καί νά θυμιάσετε όλο τό σπίτι. Κατόπιν θά κάνετε τήν προσευχή σας, όπως σας τήν έμαθα από τόν Συνέκδημο. Τό ίδιο θά κάμουν -άν θέλουν- καί οί άνδρες σας καί ή νύφη μου καί όλα τά εγγονάκια μου. Κι ύστερα όλοι στίς δουλειές σας. Μόνο έτσι θά σκεπάζει καί θά ευλογή ό Θεός καί τήν δουλειά καί τήν οικογένειά σας.

Κάθε Κυριακή πρωί όλοι σας στήν Εκκλησία, τό ίδιο καί κάθε μεγάλη γιορτή. Κάθε βράδυ, μικροί-μεγάλοι, πρίν από τόν ύπνο θά διαβάζετε τό Απόδειπνο, τούς Χαιρετισμούς, τήν Καινή Διαθήκη, τό Ψαλτήρι καί τήν “Αμαρτωλών Σωτηρία”.

Μήν ξεχνάτε καί τίς νηστείες, νά τίς κρατάτε όλες, όπως σάς τίς βαστούσα κι εγώ, από 6 χρονών καί μετά. Όλα αυτά, αγαπημένα μου παιδιά καί εγγόνια, όταν θά τά κρατάτε, θά είναι σάν νά μού ανάβετε κάθε μέρα ένα κεράκι.

Θά είναι γιά μένα τό καλύτερο καθημερινό μνημόσυνο.

Νά τηρήτε τά θρησκευτικά έθιμα τής πατρίδας μας καί νά ακολουθήτε τά ουράνια, γιατί όλα τά εγκόσμια είναι πρόσκαιρα καί μάταια. Τά καλά έργα καί τίς κρυφές ελεημοσύνες θά τά έχετε στήν αιωνιότητα. Όλα τά άλλα σάν όνειρο θά σβήσουν.

Μαζί σας δέν θά πάρετε τίποτε, ούτε πλούτη, ούτε δόξες, ούτε σπίτια. Μόνο τά καλά σας έργα καί τήν υπομονή.

Νά έχετε τήν ευχή μου καί νά είστε αγαπημένοι, πρώτα μεταξύ σας ώς αδέλφια καί ύστερα μέ τίς οικογένειές σας, αλλά καί μέ τούς συγγενείς καί μέ τούς γείτονες καί μέ τόν κόσμο όλο.

Όσο μπορείτε καλά έργα νά κάμετε καί από τήν Εκκλησία νά μή λείπετε. Κι αυτούς πού θέλουν τό κακό σας, νά τούς συγχωράτε. Αυτά θά μείνουν κι εδώ κάτω στήν γή καί στόν ουρανό. Όσα χρόνια κι άν ζήσουμε, θά είναι σάν χθές. Γι’αυτό έργα καλά καί κρυφά. Αδικίες καί ψέματα σέ κανέναν, ούτε καί στόν εχθρό σας.

Τήν Εκκλησία καί τόν καλό Πνευματικό νά μήν αφήσετε.

Όλα αυτά θά τά διαβάζετε όλοι σας καί μπροστά στά παιδιά σας, κάθε φορά πού θά συμπληρώνεται χρόνος από τόν θάνατό μου, μετά από τό Τρισάγιο πού θά κάνετε.

Αυτό θά είναι καί τό μνημόσυνό μου.

Σάς δίνω τήν ευχή μου, σάς φιλώ, σάς αποχαιρετώ καί καλήν αντάμωση στόν Παράδεισο.





http://www.briefingnews.gr/

Ψηλάφηση της Αγιορείτικης διάστασης του Ν. Γ. Πεντζίκη




Μεγάλος αριθμός Νεοελλήνων καλλιτεχνών και ανθρώπων των γραμμάτων επισκέφθηκαν το Άγιον Όρος κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα. Το 1900 επισκέπτεται τον Άθω ο διηγηματογράφος Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, ο οποίος εξεμέτρησε τον ζην ως μοναχός Ανδρόνικος. Ακολουθούν, μεταξύ άλλων, οι Νίκος Καζαντζάκης, Άγγελος Σικελιανός, Τάκης Παπατσώνης, Φώτης Κόντογλου, Σπύρος Παπαλουκάς, Στρατής Δούκας, Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Πολύκλειτος Ρέγκος, Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Γιώργος Παραλής, Κώστας Ταχτσής, Γιώργος Θεοτοκάς, Νίκος Καρούζος. Ανάμεσά τους, η περίπτωση του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη (1908-1993) κατέχει ιδιαίτερη θέση, όχι μόνο επειδή κατά την διάρκεια του βίου του επισκέφθηκε το Άγιον Όρος ενενήντα τέσσερις φορές, όπως ο ίδιος εκαυχάτο, αλλά κυρίως επειδή όλοι οι άλλοι, με εξαίρεση ίσως τον Κώστα Ταχτσή, επισκέφθηκαν τον Άθω έχοντας παγιώσει και καθιερώσει την ατομική τους δημιουργική έκφραση, ενώ ο ΝΓΠ επισκέπτεται το Άγιον Όρος για πρώτη φορά δύο χρόνια πριν πρωτοεμφανιστεί στα γράμματα με το μυθιστόρημα «Αντρέας Δημακούδης, ένας νέος μονάχος» (1935) και ένδεκα χρόνια πριν από την πρώτη δημόσια έκθεση εικαστικών του δημιουργιών (1944).

Καταλυτικοί δεσμοί

Ο ΝΓΠ επισκέπτεται για πρώτη φορά το Άγιον Όρος σε ηλικία 23 ετών, το 1933. Έχοντας σπουδάσει Οπτική Φυσιολογία, Βοτανική και Φαρμακευτική στο Παρίσι και στο Στρασβούργο, ο ΝΓΠ διαχειριζόταν τότε το φαρμακείο που είχε ιδρύσει στην Θεσσαλονίκη, το 1887, ο πατέρας του Γαβριήλ Πεντζίκης (1868-1927). Ήταν το πρώτο επιστημονικό φαρμακείο της πόλης και ίσως του ευρύτερου βαλκανικού χώρου, και το 1933  προμήθευε ήδη επί ένα τέταρτο του αιώνος και πλέον φαρμακευτικά είδη και σκευάσματα σε πολλές αγιορείτικες μονές. Οι επαγγελματικοί αυτοί δεσμοί υπήρξαν οπωσδήποτε καταλυτικοί στην διαμόρφωση της συχνότητας των επισκέψεων του ΝΓΠ στο Άγιον Όρος και της συναναστροφής του με τους Αγιορείτες μοναχούς. Θα μπορούσε μάλιστα κανείς να χωρίσει την αγιορείτικη συναναστροφή του ΝΓΠ σε δύο περιόδους, πριν και μετά το 1953, έτος κατά το οποίο ο ΝΓΠ αποδεσμεύτηκε από το πατρικό φαρμακείο.

Καταληκτική κορωνίδα της πρώτης περιόδου αποτελεί η εικοσαήμερη παραμονή στο Άγιον Όρος του ΝΓΠ και του φίλου ζωγράφου Γιώργου Παραλή, το καλοκαίρι του 1952. Κατά την διάρκειά της ο ΝΓΠ κρατά σημειώσεις και κάνει σχέδια, βάσει των οποίων ζωγραφίζει 17 πίνακες με αγιορειτικά θέματα που θα αποτελέσουν τον πυρήνα της δεύτερης ατομικής του έκθεσης ζωγραφικής, τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς. (Το «Αγιορειτικό Σημειωματάριο, 1952» του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη θα εκδοθεί προσεχώς από τις Εκδόσεις Ίνδικτος).

Τα εγκαίνια της έκθεσης αυτής προλόγισε ο ΝΓΠ με την ομιλία του «Προσεγγίσεις στο Άγιον Όρος», που αργότερα δημοσιεύτηκε στο περ. «Μορφές», και αποτελεί κατά κάποιον τρόπο την εσωτερική κατάθεση του συγγραφέα ζωγράφου της πρώτης περιόδου.

Αντίστοιχα, το κείμενο «Άθως, η δεύτερη πανοπλία», που πρωτοδημοσιεύτηκε στον τόμο «Χριστιανικό Συμπόσιο» τα Χριστούγεννα του 1969 και αναδημοσιεύεται εδώ, δικαιολογημένα μπορεί να θεωρηθεί ως εμβληματικό της δεύτερης περιόδου.

Ανάμεσα χρονικά στα δύο αυτά κείμενα βρίσκεται το δοκίμιο «Έρως της Εκκλησίας» (1962), που ο συγγραφέας αργότερα ενσωμάτωσε στην συλλογή κειμένων «Προς εκκλησιασμό» (1970, και Εκδόσεις Ίνδικτος, 2007). Εκεί ο ΝΓΠ με συγκλονιστική ειλικρίνεια περιγράφει το πρώτο του ταξίδι στο Άγιον Όρος και τα οφέλη που άντλησε και συναποκόμισε από την μακρόχρονη συναναστροφή του με την Εκκλησία ως κτίσμα και ως Σώμα Χριστού:

Ανθρώπινη ανάγκη είναι να μπαίνουν σ’ ένα δρόμο τα πράγματα. Φόβοι και δισταγμοί και μέχρι της στιγμής που γράφω αναστέλλουν κάθε σαφή τοποθέτηση. Ακούω μία φωνή, που προσπαθεί να με πείσει ότι τοποθετούμενος θα πάψω να υφίσταμαι, θα κονιορτοποιηθώ τελείως. Χρόνια τώρα σφυρηλατήθηκα απ’ αυτή την αίσθηση της κονιορτοποιήσεως. Πιθανόν να είναι συγγενής στον άνθρωπο. Πάντως, όταν το καλοκαίρι του 1933 πρωτοπήγα στο Άγιον Όρος, διατηρούσα εισέτι πολλές βεβαιότητες δια το συμπαγές σχήμα του εγώ. Εξαιτίας αυτού, θυμάμαι, έκλεισα αμέσως τον Συναξαριστή, που είχα πάρει να διαβάσω, χαρακτηρίζοντας τα γραφόμενα ως μωρολογίες, όταν συνάντησα την φράση πως ένας Άγιος από βρέφος έδειχνε ότι θα γινόταν ευσεβής, αποποιούμενος τον μαστό της μητέρας του και νηστεύοντας κάθε Τετάρτη και Παρασκευή.

Αλλά ήδη από το 1937 δεν εκφραζόμουν πια κατά τον ίδιον τρόπο. Διέβλεπα στην παραπάνω φράση και σε άλλες ανάλογες μία αλήθεια, που, μην ξέροντας πως να την αποδείξω, γινόμουνα πεισματάρης, νιώθοντας, παράλληλα προς το πείσμα μου και ίσως εξαιτίας αυτού, μια μεγάλη ντροπή, που δεν μπορούσα λογικά να κυριαρχώ των συζητητών, αλλά το εναντίον, διαρκώς ηττώμην. Η συνεχής ήττα αντίκρυ στους υποστηρίζοντας σαφώς και με λογική τα περί κόσμου, μόνο και μόνο για να διατηρήσω το παράλογο που μέσα μου ένιωθα να μεγαλώνει, αποτελώντας όλη μου την χαρά και την ζωή, την ώρα που, μετά από μία συναισθηματική κρίση, διατεινόμουν δίχως κανείς να με πιστεύει, πως ήμουν ένας πεθαμένος άνθρωπος, με πλησίαζε ολοένα εγγύτερα προς τους τρελούς, που βλέπουμε να καταφεύγουν, ξένοι προς τον τριγύρω κόσμο, στο πλήθος των ναών και παρεκκλησίων, που κοσμούν την ελληνική γη.

Ενώ είχα αρχίσει να περιηγούμαι, μάλλον σαν τουρίστας, τα μνημεία, που άφησε η ορθόδοξος χριστιανική πίστη, των αειμνήστων βυζαντινών μας πατέρων, συν τω χρόνω διαφοροποιούμην. Αρχιτεκτονική, ζωγραφικός διάκοσμος των ναών, ποίηση και μουσική των εν αυτοίς τελουμένων, χωρίς την σοβαρότητα της αντικειμενικής επιστημονικής ερεύνης, που θα μπορούσε να με ξεκουράσει με τον τίτλο του βυζαντινολόγου, χωρίς την τάξη του πιστού εκ παραδόσεως, που λυτρώνεται παρακολουθώντας τακτικά την λειτουργία, ενούμενα με τον πυρήνα του παράλογου εντός μου, σιγά-σιγά άρχισαν να μου επιτρέπουν την επικοινωνία μ’ έναν άλλο κόσμο. Παρ’ όλο που ο φόβος, μήπως χαρακτηρισθώ ως εξοφλημένο από τη ζωή γραΐδιον η σωστά τρελός, από τους συνοδεύοντας την εκφορά των κεκοιμημένων, δεν μου επέτρεπε τον κόσμο αυτό τον νέον, να τον ομολογήσω σαν βεβαίωση της ενταύθα ζωής, δια της οποίας και πάλιν αυτός βεβαιούται. Πέρα όμως από κάθε φόβο, μ’ ενθουσίαζε στην Εκκλησία η καταξίωση του παράλογου. Ένιωθα με ικανοποίηση ότι, εις τους κόλπους της, ο καθένας μπορούσε να ’χει την θέση του, και μάλιστα ανεξάρτητα προς το υπ’ αυτού εκτελούμενον έργο και μόνον εκ της προαιρέσεώς του.

Πρέπει να ομολογήσω ότι, πτωχός στο πνεύμα, πολλαπλώς δια της Εκκλησίας ενισχύθην. Εκ της μελέτης των μνημείων της θρησκευτικής μας παραδόσεως, εξήγαγα συμπεράσματα περί του συμμετρικώς ασυμμέτρου, περί του ότι ορθότερον γεωμετρικώς είναι το πρακτικώς μη ακριβώς τετράγωνον, περί της εννοίας του ρυθμού σαν βασικού ερμηνευτικού στοιχείου του κόσμου και της ανθρωπίνης ζωής, περί της σημασίας της εκλογής όσον γίνεται μικρότερης μονάδος, για να είναι το σύνολο δίκαιο, περί των ορίων του προσωπικού και του ότι τούτο μπορεί ενίοτε να εκφρασθεί καλύτερα δια της αντιγραφής, ότι το ωραίο, όταν υπάρχει προς τούτο συγκίνηση, μπορεί να κομματιαστεί και να μεταφερθεί έξω από την ενότητα που το γέννησε, σε άλλη και άλλη, μέχρι που να μπορεί έως σήμερα να περιβληθεί την μυθική αλουργίδα των επών του Ομήρου και, ενδεδυμένος τα παλαιά, να παρουσιάζεται συγχρονισμένος, προς τις πιο επίκαιρες φιλοσοφικές απόψεις. Έφτασα έτσι να δικαιώσω τα λόγια της μητέρας της μητέρας μου, όταν μωρό παιδί μ’ άλλαζε εσώρουχα: «“Αλλάζει ο Χριστός κι η Παναγιά και τ’ αποφόρια τα φορεί ο εγγονός μου”».

Κοινωνός εμπειρίας

Αντίθετα από άλλους ομοτέχνους του, όπως οι Τ. Κ. Παπατσώνης και Ζαχαρίας Παπαντωνίου, που ξεκινούν την καταγραφή της αθωνικής εμπειρίας τους με μακροσκελείς παρεμβολές περί αλπικών ασμάτων και Βούδα, στο «Προσεγγίσεις στο Άγιον Όρος» ο ΝΓΠ ξεκινά παραθέτοντας πληροφορίες για το πως φτάνει κανείς στην Τρυπητή και παίρνει το καραβάκι για την Δάφνη.

Η διάχυτη αίσθηση που συναποκομίζει ο αναγνώστης του πεντζίκειου έργου, ότι ο συγγραφέας τον αρπάζει από το χέρι και βιάζεται να τον καταστήσει κοινωνό μιας εμπειρίας που συχνά είναι υπέρ λόγον, στα κείμενα σχετικά με το Άγιον Όρος καθίσταται απτή σχεδόν και ανάγλυφη. Ο ΝΓΠ ακολουθεί την φράση του Αββά Ισαάκ του Σύρου: «Διότι γέγονα μωρός, ουχ υπομένω φυλάξαι το μυστήριον εν σιωπή, αλλά γίνομαι άφρων δια την των αδελφών ωφέλειαν», και συχνά μετέρχεται τρόπους σαλότητας για να μιλήσει για τον Άθω· η ομιλία «Προσεγγίσεις στο Άγιον Όρος» τελειώνει με την ακόλουθη διήγηση:

Κατά την διαμονή μου σ᾽ ένα μοναστήρι, συνήθιζα να πηγαίνω και να κάθουμαι στον μικρό ναό του κοιμητηρίου, μέσα στους μπαχτσέδες. Τελειώνοντας θα σας διηγηθώ κάτι που είδα εκεί ένα πρωί.

Από την μικρή πόρτα του περιβόλου, απ᾽ όπου βγάνουν ραμμένους στο ράσο τους τους μοναχούς για να τους θάψουν, είδα να ᾽ρχεται ένας μισότυφλος ηλικιωμένος καλόγερος. Προχώρησε ίσαμε την άκρη του κήπου όπου ήταν μια τριανταφυλλιά ξηρή σχεδόν, δίχως άνθη. Φτάνοντας εκεί άφηκε ανάμεσα στ᾽ άνανθα κλαδιά και φύλλα ένα άνθος που κράταγε και είπε: «“Πάρε να ᾽χεις και συ, να μη σε καταφρονέσουν”». Άκουσα κι ο νους μου πήγε στον μόχθο του ανθρώπου να ομορφύνει την ζωή».

Κείμενο εμβληματικό της δεύτερης περιόδου συναναστροφής του ΝΓΠ με το Άγιον Όρος, το δοκίμο «Άθως, η δεύτερη πανοπλία» εγκαινιάζει μια περίοδο που ο ΝΓΠ αποκτά στενή πνευματική συναναστροφή με Αγιορείτες γέροντες και πατέρες, και οι επισκέψεις στον Άθω είναι πυκνές. Το δοκίμιο εντάσσεται στην αρχή της ενασχόλησης του συγγραφέα με τον «Συναξαριστή» του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου. Η ενασχόληση αυτή ξεκίνησε έπειτα από μια εμπειρία νέκρωσης εν τω κόσμω που είχε ο συγγραφέας το 1967, οδήγησε στην σύνταξη περιλήψεων του κειμένου του Αγίου Νικοδήμου και αποτέλεσε αφετηρία του συνόλου της μεταγενέστερης εικαστικής και συγγραφικής του δημιουργίας. Απόσταγμα αυτής της καθημερινής συναναστροφής του ΝΓΠ με τον «Συναξαριστή» μπορεί να θεωρηθούν τα δύο ποιήματα «Απριλίου Τρεις» και «Σκάφος Μέγα», που δημοσιεύτηκαν το 1980. Το πρώτο αναφέρεται στο μαρτύριο του Αγίου νεομάρτυρος Παύλου του Ρώσου του Απελευθέρου. Το δεύτερο αναφέρεται στο μαρτύριο των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων των Ρωμαίων, πυρί τελειωθέντων, στην μνήμη των οποίων ο Άγιος Νικόδημος συνέθεσε το δίστιχο: «Πυρ πεντέπεντε, πεντέπεντε γεννάδας (ήτοι είκοσι) | Και πεντεπέντε και πέντε φλέγει (ήτοι είκοσιν)».  Τρία χρόνια μετά την δημοσίευση των δύο αυτών ποιημάτων, σε συνέντευξη που έδωσε στο περ. «Η λέξη», ο ΝΓΠ ερωτάται: «Αφού ο κύριος άξονας της δουλειάς σας είναι η ζωή των μοναχών, σκεφτήκατε ποτέ στα σοβαρά να τα παρατήσετε όλα και να πάτε να γίνετε κι εσείς μοναχός;» και απαντά: «Ναι, το σκέφτηκα, αλλά σύντομα άλλαξα γνώμη. Κάποτε μάλιστα μου έκαναν και πρόταση να γίνω μοναχός και να μείνω στην Θεσσαλονίκη, εξακολουθώντας τον κανονικό ρυθμό της ζωής μου. Αυτό θα ήταν μια τιμή που θα μου γινόταν και για την οποία θα αισθανόμουν υπερήφανος. Αλλά εγώ δεν θέλω να είμαι υπερήφανος. Θα είχα ένα ατού να λέω ότι είμαι καλόγερος και θα έγραφα αλλιώς, όπως γράφουν οι σημερινοί καλόγεροι που δεν έχουν κοινωνική θέση».

Οπτικός και απτικός

Η γόνιμη εικαστική δημιουργία του ΝΓΠ και οι λεπτομερείς περιγραφές ανθρώπων, τόπων και πραγμάτων συνεργούν, ώστε να τον αντιλαμβανόμαστε και να τον προσλαμβάνουμε ως συγγραφέα κατ᾽ εξοχήν οπτικό, που υπηρετεί την όραση, αίσθηση στην οποία οι Βυζαντινοί έδιναν το πρωτείο. Ωστόσο, μια προσεκτικότερη ανάγνωση του έργου του μας επιτρέπει να διαπιστώσουμε ότι ο ΝΓΠ στον βαθμό που είναι οπτικός είναι και απτικός. Στην μελέτη του για τα γλυπτά του ντανταϊστή καλλιτέχνη Χανς Αρπ, ο συγγραφέας μιλά για την στέρηση της όρασης με τον παιγνιώδη τρόπο της τυφλόμυγας και την αποκλειστική πρόσληψη δια της αφής, ενώ στο κείμενο «Ημερομηνίες» (1970) διαβάζουμε:

«Η συσχέτιση, στην συνείδηση του κυρίου Εμμανουήλ, των όρχεων προς τους βολβούς των ματιών και του γεννητικού σπέρματος προς τα δάκρυα, γονιμοποιά ενός άλλου κόσμου αδήλου και ασαφούς, μας οδήγησε στις παραπάνω αναφορές. Τα άδηλα αισθητοποιούνται δια μιας συγχύσεως της συνήθους φυσιολογίας και τάξεως των αισθήσεων. Στα κείμενα των Νηπτικών Πατέρων της Ορθοδοξίας γίνονται σαφείς υπαινιγμοί επ’ αυτού. Αναφέρεται ότι το στάδιο της εκστάσεως και ταυτίσεως με τον αγαπώμενο Θεό εκδηλούται συν τοις άλλοις με το γεγονός ότι το άτομο, παραδείγματος χάριν, ακούει τότε με τις χούφτες των χεριών. Τουλάχιστον ο έχων το γενικό πρόσταγμα της ομάδος καλλιτεχνών, που φιλοτέχνησε το θαυμάσιο ψηφιδωτό της κόγχης του ιερού, του επ’ ονόματι του εκ Θεσσαλονίκης Οσίου Δαυίδ ναϋδρίου της άλλοτε Μονής Λατόμου, με τον Ιησού Χριστό Έφηβο μεταξύ των συμβόλων των τεσσάρων ευαγγελιστών, σύμφωνα με όσα εν εκστάσει ευρισκόμενος είπε ο Προφήτης Ιεζεκιήλ, οπωσδήποτε θα έπρεπε να ήξερε για την αναφερομένη από τους Αγίους Νηπτικούς σύγχυση μεταξύ αφής και ακοής και γι’ αυτό τον απεικόνισε τόσο παράξενα, με τις παλάμες των δυό χεριών στην θέση από τ’ αυτιά, τον Προφήτη της εν τω κόσμω ελεύσεως του Σωτήρος Χριστού.

Γράφοντας για τον «Συναξαριστή» του Αγίου Νικοδήμου στο «Προς εκκλησιασμό», ο ΝΓΠ μιλά για το «χέρι ενός Αγίου Μάρτυρος, πεταμένο στα σκυλιά ως άνευ σημασίας πράγμα και τελείως περιττό και άχρηστο, που περισυλλέγοντάς το μια εκ γενετής τυφλή ανέβλεψε» και για τους Οσίους Ιερείς, Ιεράρχες, «που αρνήθηκαν τα εν τω βίω για να μεταμορφωθούν στα γράμματα του Ευαγγελίου της πίστεως». Θα μπορούσε κανείς να πει ότι όλο το έργο του ΝΓΠ δεν είναι παρά καταγραφή μιας άσκησης απέκδυσης της ατομικότητας, ώστε να μπορέσει ο καλλιτέχνης συγγραφέας να μεταμορφωθεί σε δάχτυλο (ανατομικό άκρο και ποιητικό μέτρο) του εκκλησιάσματος που ψηλαφεί ευλαβικά τον ανάγλυφο περίτεχνο διάκοσμο των αγιορείτικων λειψανοθηκών. Και ας μην λησμονούμε ότι με την ψηλάφηση του Θωμά που κλείνει την Διακαινήσιμο Εβδομάδα πιστοποιήθηκε η ζείδωρος Ανασταση του Κυρίου, η οποία -όπως και η σωτηριώδης Γέννησή Του- υπήρξε ύπεράνω πάντων των βροτείων οφθαλμών.

Εν Κυρίω

Το τελευταίο προσκύνημα του ΝΓΠ στο Άγιον Όρος ήταν το 1992, την Κυριακή των Μυροφόρων, εορτή που τιμούσε ιδιαίτερα και δεν έπαυε να τονίζει ότι στις γυναίκες πρωτοεμφανίστηκε ο αναστάς Κύριος. Ο ΝΓΠ ήταν τότε 84 ετών και το βήμα του δεν ήταν πλέον σταθερό. Στους δύο μοναχούς, που τον κρατούσαν από το χέρι και τον βοηθούσαν στο καλντερίμι, είπε: «Τώρα με πάτε δύο, την άλλη φορά θα με πηγαίνετε τέσσερις». Αγαπημένο λογοπαίγνιο του συγγραφέα ήταν ότι όλοι οι μεταστάντες Αγιορείτες πατέρες αναπαύονται στην νήσο Κω (εν Κω).

Tόν Ιανουάριο 1993 ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης ανεπαύθη κι αυτός εν Κυρίω και ετάφη στο κοιμητήριο του Ιερού Κοινοβίου του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, μετόχι της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας, στην Ορμύλια.  Στον επικήδειο που εξεφώνησε τότε ο νυν καθηγούμενος της Ιεράς Μονής, αρχιμανδρίτης Ελισσαίος, ανέφερε μεταξύ άλλων:

Κάποτε, ύστερα από πολλή προσευχή αισθάνθηκε το χερι της μακαρίτισσας της μητέρας του να τον χαϊδεύει στην καρδιά, και η καρδιά του να σκιρτά και να χορεύει, παρόμοιο αίσθημα με αυτό που περιγράφει ο Άγιος Νικόδημος, ο φίλος του ο Αγιορείτης, για το άλμα καρδίας στην νοερά προσευχή.

Την τελευταία φορά μας έκανε δημοσία εξομολόγηση στο Συνοδικό της Μονής μας – ήτο η Κυριακή των Μυροφόρων και σχεδόν όλη νύκτα έμεινε στην αγρυπνία. Μας ζήτησε μάλιστα το βιβλίο να παρακολουθεί από μέσα, αλλά σε μια στιγμή το έκλεισε. Ήταν η ώρα των πολυελέων και ήλθε μαζί μας στο αναλόγιο – χοροβατών, και ενώ εμείς ψάλλαμε, έψαλλε κι αυτός, αλλά αυτός έβλεπε και μέσα από τα γράμματα. Το μυστήριο της αφής της Αγίας Μαγδαληνής, που θησαυρίζεται στην Σιμωνόπετρα, αυτός το είχε από πολύ παλιά διδαχθεί.

30 Απριλίου 2008

Μνήμη της Αγίας Νεομάρτυρος Αργυρής.

ΝΙΚΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ

(1908-1993)

Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη, όπου και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Σπούδασε στο Παρίσι Οπτική Φυσιολογία, Βοτανική και Φαρμακευτική, και διατηρούσε για πολλά χρόνια ένα πασίγνωστο φαρμακείο, όπου πραγματοποιήθηκαν πολλές λογοτεχνικές «συνάξεις». Αποτελεί μία ξεχωριστή μορφή των ελληνικών γραμμάτων, καθώς τα γραπτά που μας άφησε χαρακτηρίζονται από μία ιδιαίτερη προσέγγιση, όπως άλλωστε και οι πίνακές του. Στο κείμενο που ακολουθεί, ο Ν. Γ. Πεντζίκης αυτοβιογραφείται…

Γεννήθηκα στα 1908. Πήγα σχολείο μονάχα στην ΣΤ’ Δημοτικού, διδαχθείς κατ’ οίκον. Οι οικοδιδάσκαλοί μου μου εμφύτευσαν την αγάπη στην γεωγραφία και το δημοτικό τραγούδι.

Δεκατεσσάρων χρονών έγραψα μια Παγκόσμια Γεωγραφία. Εν συνεχεία άρχισα να γράφω εκφραζόμενος προσωπικά πάνω στο σχήμα «Η Λαφίνα» και του «Κίτσου η μάνα». Θαύμαζα τον Καρκαβίτσα για το ότι μνημόνευε και εκμεταλλευόταν πάρα πολλές παραδόσεις μας.

Φοιτητής στο Παρίσι, η νορβηγική και γενικότερα η σκανδιναβική συμβολιστική λογοτεχνία μ’ επηρέασε και άρχισα να κινούμαι σε άλλο επίπεδο. Τότε ήταν που διάβασα και το θεατρικό έργο του Λουίτζι Πιραντέλλο «Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα».

Στο Στρασβούργο, συνεχίζοντας τις σπουδές μου, μου επεβλήθη ο Γάλλος Κλωντέλ. Από το 1936 και μετά, πέρασα σε άλλον κόσμο με τους Βυζαντινούς χρονογράφους.

Από τους αρχαίους Έλληνες, επειδή ποτέ δεν υπήρξα ευφυής και έξυπνος, εκτός από τον Πίνδαρο και προπαντός τον Όμηρο, σε κανέναν άλλον απάνω δεν στηρίχτηκα.

Μιας εξαρχής η τάση μου ήταν μυθικής και παραμυθικής ερμηνείας των εγκοσμίων. Τα βιβλία που εξέδωσα, ορίζουν σειρά συναισθηματικών απογοητεύσεων. Αυτό, άλλωστε, μ’ έκανε ολοένα και φανατικότερο υπηρέτη και μιμητή των βυζαντινών συγγραφέων.

Από το 1967 καθημερινά εργάζομαι πάνω στον συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου. Έκανα μια μικρή, μεσαία και μεγάλη περίληψη του Συναξαριστή.

Από τότε μέχρι σήμερα, ο,τι κι αν επιχειρώ να γράψω, βασίζεται στην αριθμητική και ψηφαριθμητική επεξεργασία του συναξαρίου της ημέρας.

Τα βιβλία μου που κυκλοφόρησαν (και πρέπει να σημειωθεί ότι εκδότης σπάνια δεχόταν να μου εκδώσει βιβλίο και πολύ περισσότερο διευθυντής περιοδικού να δημοσιεύσει κείμενό μου) είναι:

Ο Ανδρέας Δημακούδης (1935), το πρώτο μου μυθιστόρημα. Στον Ανδρέα Δημακούδη δίνεται μία εικόνα της ερωτικής απαλλοτριώσεως του εγώ. Στον «Πεθαμένο και Ανάσταση» (1944), το απαλλοτριωμένο νεκρό εγώ ανασταίνεται χάρις σε στοιχεία επαφής με τον τόπο.

Αρχινώ ταυτόχρονα τότε να καταγίνομαι με την ζωγραφική. Με τον Στρατή Δούκα, τον Παπαλουκά και τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα, διδασκόμενος.

Στην ποιητική συλλογή «Εικόνες» (1944) το νόημα αποδίδεται με τη φράση: «Η αγάπη πρέπει να μας μάθει και τα κόπρανα ν’ αγαπάμε του άλλου». Η «Πραγματογνωσία» (1950) περιγράφει τα γεγονότα ενός γάμου μιας πεντάμορφης νεαράς κόρης μ’ έναν σαραβαλιασμένο, με το ’να πόδι ξύλινο, ναυτικό. Η «Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής» (1953/1963) είναι μια προσπάθεια μνημικής ταύτισης ζώντων και νεκρών. Το «Μυθιστόρημα της Κυρίας Έρσης» (1952/1966) γράφτηκε όταν είχα πια παντρευτεί.

Από το 1969 και μετά, χάρις στην προβολή που μου έκανε στο Γερμανικό Ινστιτούτο Γκαίτε ο κ. Σαββίδης, άρχισαν να βγαίνουν συχνά τα βιβλία μου. Συλλογή διηγημάτων αποτελεί η «Συνοδεία» (1970), η «Μητέρα Θεσσαλονίκη» (1970), είναι κείμενα σε πεζό, με κέντρο την αγάπη μου για την πόλη όπου γεννήθηκα και ζω.

Το «Προς εκκλησιασμό» (1970) είναι μια σειρά ομιλιών, χαρακτηριστική της προσπάθειάς μου για ένταξη στην εκκλησία. Σε ανάλογο επίπεδο, όχι όμως θεωρητικό, κινούνται οι «Σημειώσεις εκατό ημερών» (1973) και τα «Ομιλήματα» (1972).

Στο Αρχείον (1974), που είναι ένα βιβλίο έμμεσου έρωτος, η έννοια του χρόνου καταλύεται και οριστικά θεμελιώνεται η εσωτερική μου μυθολογία. Μια εικόνα μυθολογικής αντιλήψεως είναι, τέλος, το βιβλίο μου «Πόλεως και νομού Δράμας παραμυθία» (1983).


http://www.pemptousia.gr/

Τρίτη 9 Αυγούστου 2016

Η ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜAΡΙΑΜ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΜΟΝΗΣ...... ΣΕ ΜΙΑ ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΝΕΑ ΜΟΝΗ



«Δεν μπορούν όλοι οι άνθρωποι να γίνουν καλόγεροι, δεν πρέπει όμως κιόλας»

Όλοι την ξέρουμε σαν την γερόντισσα της Νέας Μονής.

Όλους μάς έχει καλοδεχτεί στον ιερό χώρο που υπηρετεί το Θεό από το 1958. Ενώ όμως όλοι την ξέρουμε εξ όψεως, δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα για εκείνη. Σήμερα, μας αποκαλύπτεται. Κι είναι πολύ σημαντικό αυτό γιατί ελάχιστοι την έχουν ακούσει να τους εξομολογείται την ιστορία της, που είναι συνυφασμένη με τη Νέα Μονή.

Δεν περιορίζεται βέβαια μόνο σε αυτό. Μας άνοιξε την ψυχή της και μας εξέπληξε με την πνευματικότητα και την ευρύτητα του πνεύματός της. Η γερόντισσα Μαριάμ, κατά κόσμο Δέσποινα Μανιού, γεννήθηκε το 1922 στο χωριό Μεσαγρός, στη Γερα της Λέσβου.
Γιώργος o πατέρας της και Μαγδαληνή η μητέρα, η οποία κι αυτή στα τελευταία χρόνια της έγινε μοναχή και υπηρέτησε την Ορθοδοξία στη Νέα Μονή, μαζί με την κόρη της. Θεωρούμε ότι αυτή η παρουσίαση έχει ιδιαίτερη αξία.

 Η ζωή της

Αρχίσαμε να ξετυλίγουμε από την αρχή το κουβάρι της ζωής της. Όπως μας αποκαλύπτει, δεν έγινε από μικρή καλογριά. Μεγάλη κοπέλα ήταν όταν μια παρέα Μυτιληνιές αποφάσισαν να γίνουν καλογριές. Η τωρινή ηγουμένη του Αγίου Ραφαήλ, Ευγενία Κλειδαρά, πήγαινε στο Μεσότοπο και την εύρισκε. «Εκείνη είχε γίνει πιο μπροστά από μένα καλογριά. Ερχόταν στα χωριά μας, μας πήγαινε η μητέρα μου η Μαγδαληνή στο Σκόπελο και εκείνη μας έκανε κηρύγματα. Σιγά – σιγά μαζευτήκαμε πολλές κοπέλες, γίναμε καλόγριες και σκορπίσαμε αλλού».

Στη Χίο

 Ήλθε στη Χίο το 1958. Μαζί με την Ευγενία, σημερινή ηγουμένη του Αγ. Ραφαήλ στη Μυτιλήνη. Ρηνούλα λεγόταν τότε. «Τότε ξεκινήσαμε από τη Γέρα και ήλθαμε πρώτα στην Αγία Σκέπη. Αργότερα ο Δεσπότης Παντελεήμων Φωστίνης, έκανε γυναικεία μονή τη Νέα Μονή και μας έφερε εδώ να κρατήσουμε το Μοναστήρι. Ήταν ακόμη μερικοί γέροι καλόγεροι. Ο πάτερ Κορνήλιος, ο πάτερ Μελέτιος και άλλοι.
Εκείνοι μας είπαν ότι εδώ υπήρχαν πολλοί πλούσιοι τάφοι, έρχονταν μεγιστάνες από την Κωνσταντινούπολη, τους διακονούσαν και τους κήδευαν εδώ. Όμως, δεν ξέρω που».
Τότε ζούσαν στη Νέα Μονή 17 καλόγριες. Η Ματρώνα η Χάλακα, ήταν η τελευταία που ζούσε μαζί της έως πριν λίγα χρόνια. Μυτιληνιά κι εκείνη, από το Πλωμάρι. Η Θεοκτίστη η Βολάκη, η άλλη Θεοκτίστη που δεν έβλεπε, κι άλλες αρκετές, πέρασαν μαζί πολλά χρόνια του μοναχικού βίου τους.

 Η Ευγενία

 «Η Ευγενία ύστερα έφυγε από εδώ, πήγε και σπούδασε. Το γιατί έφυγε είναι μεγάλη ιστορία. Ας σας την πει εκείνη. Έβγαλε την Πάντειο, πήγε και σε άλλα μοναστήρια, έχει γίνει πια μεγάλη ηγουμένη, έχει γράψει βιβλία, έχει κάνει μεγάλα έργα. Εγώ μπροστά της δεν έχω κάνει τίποτα. Εκείνη έφτιαξε τη Μονή του Αγ. Ραφαήλ» Η γερόντισσα τη θυμάται και συγκινείται, ολοφάνερα.

 Τίποτα

 Όπως λέει, δεν της έχει λείψει τίποτα έως τώρα στη ζωή της από τα εγκόσμια. Θέλει όμως να βρει την παρρησία και την αγαθή τύχη στην άλλη ζωή, να ζήσει κοντά στο Χριστό. «Αυτή είναι η ευτυχία. Να μας ελεήσει ο Κύριος να βρούμε μία θέση στο πλάι του. Ο Άγιος Αντώνιος ξέρετε τι έλεγε σε έναν πονηρό που τον πείραζε και του έλεγε: «Αντώνιε, εσύ τώρα είσαι πια στον παράδεισο;» Του ‘λεγε, «κάτσε πρώτα να βάλω το ποδάρι μου και θα σου πω μετά». Κανείς δεν μπορεί να πει ότι έχει εξασφαλισμένο τον παράδεισο, ότι είναι μέσα στον παράδεισο. Μόνο όταν πάμε εκεί θα το μάθουμε».

 Νέα Μονή

 Έζησε και ζει τη Νέα Μονή σε καλές και κακές εποχές. Τώρα ζει την εγκατάλειψη. Ζει στο χώρο μαζί με τον πάτερ Διονύσιο. «Αγαπώ τη Νέα Μονή. Είναι η ζωή μου. Την γνωρίζω πετραδάκι – πετραδάκι. Θα ζήσει αιώνες ακόμη. Η Νέα Μονή κάθε μέρα μας αποκαλύπτεται. Υπήρχε πολύ πριν από τον Κωνσταντίνο Μονομάχο. Εκείνος απλά την αξιοποίησε και την ανέδειξε, τη μεγάλωσε. Εδώ ζούσαν 800 καλόγεροι και χωριστά οι δόκιμοι που κατοικούσαν στα εξωτερικά κτίσματα. Αν δεν τους δοκίμαζαν τρία χρόνια, δεν τους βάζανε μέσα στη Μονή. Ζούσαν καλλιεργώντας τα χωράφια έξω».

 Η πίστη

Μη σας φανεί παράξενο. Κι όμως η Γερόντισσα είναι ενημερωμένη για ό,τι συμβαίνει στον έξω κόσμο. Δίνει, βέβαια, τη δική της ερμηνεία. Σε ένα μεγάλο καλάθι είναι στοιβαγμένος ο τοπικός τύπος κι όχι μόνο. Διαβάζει πολύ επιμελώς τα νέα. Για ό,τι συμβαίνει αυτό το τελευταίο διάστημα στην Εκκλησία, κι ειδικά στους Αγίους Τόπους, υποστηρίζει απλοϊκότατα ότι είναι δάκτυλος του Αντιχρίστου. «Όμως επέτρεψε τα πάντα ο Κύριος γιατί δοκιμάζει τους πάντες».
Διαισθάνεται ότι υπάρχει σχέδιο των εχθρών της Ορθοδοξίας να μας κάνουν να την εγκαταλείψουμε και να γίνουμε ένα με τις άλλες Εκκλησίες. Όπως τονίζει όμως, αυτό δεν είναι αρεστό. «Εμείς από μιας αρχής πιστεύουμε το σωστό. Ό,τι δίδαξαν οι Απόστολοι. Ότι λένε οι ευχές της Ορθοδοξίας που διαβάζονται από τους ιερείς στο νάρθηκα της Εκκλησίας».

 Τα ουράνια

 Είναι άυλα τα Ουράνια, μας υπενθυμίζει. Μας μιλάει για τους επτά ουρανούς, που είναι από πάνω μας. «Όταν οι άνθρωποι καταλάβουν τι είναι οι επτά ουρανοί, θα λυτρωθούν».
Η ίδια δεν πιστεύει ότι οι άνθρωποι πήγαν στο φεγγάρι. «Είναι αδύνατον. Που να το βρουν το φεγγάρι; Πήγαν σε ένα βράχο γυαλιστερό, από αυτούς που έχει δισεκατομμύρια η γη. Σε έναν τέτοιο πήγαν και είπαν πως είναι το φεγγάρι. Η γη έχει πάνω της εκατομμύρια είδη βράχων κι άστρα κι άλλα σώματα ουράνια. Όμως όλα τα εξουσιάζει ο Χριστός κι όχι ο άνθρωπος.
Όλοι είμαστε καλεσμένοι από το Χριστό για να πάμε στη Βασιλεία των Ουρανών. Δεν υπάρχει θάνατος. Μόνο στο σημερινό μας σώμα φαίνεται. Θα ζήσουμε εδώ. Δεν μας εμποδίζει κανένας να φάμε και να πιούμε ό,τι είναι ευλογημένο».

 Η φιλοσοφία της

 Μας υπενθυμίζει κάτι που είναι μια ολόκληρη φιλοσοφία. «Η γέννα είναι ευλογημένη από το Θεό. Γεννιέται το παιδί, παπάς το διαβάζει. Γίνεται σαράντα ημερών, το πάνε στην Εκκλησία. Τα αγοράκια στην Αγία Τράπεζα, τα κοριτσάκια στο εικόνισμα της Παναγίας. Η Εκκλησία ευλογεί βάπτισμα, κοινωνία, στεφάνωμα.
Όταν κάποιος γεννιέται, είναι και τα λεπτά που θα ζήσει γνωστά και μετρημένα. Λένε όταν χτυπήσει κάποιος, όταν πεθαίνει, ότι δεν πρόλαβε να κάνει πολλά. Κι όμως, έκανε ό,τι ήταν γραμμένο να κάνει. Την ώρα του θανάτου γίνεται ο απολογισμός της εγκόσμιας ζωής και κλείνει το επίγειο ταμείο».

 Οι... φευγάτοι

 Χαρακτηρίζει το σημερινό κόσμο πολύ φευγάτο. Ιδιαίτερα τους νέους που, όπως λέει, νομίζουν οι περισσότεροι ότι ο Χριστός ήταν άνθρωπος σαν κι εμάς. «Ό,τι λένε οι Πατέρες κι οι 7 Σύνοδοι είναι αληθινά. Το πιστεύω μας, τα ευαγγέλια είναι η πίστις μας η αληθινή, η Ορθοδοξία».
Δεν διστάζει να τα βάλει και με τις τελετές της Ολυμπιάδας. «Δεν μπορούν σήμερα να καταλάβουν το λάθος που κάνουν. Ακόμη και στην Ολυμπιάδα ήταν όλες οι τελετές ειδωλολατρικές. Επικαλούνταν τον Απόλλωνα οι ιέρειες στην Ολυμπιάδα. Εγώ πήρα τηλέφωνο και το Δήμαρχο και το είπα. Ήταν λάθος ο τόσο εκτεταμένος ειδωλολατρισμός. Η Ορθοδοξία έλειπε από παντού».

Τονίζει ότι όλα αυτά δεν καλαρέσουν του Χριστού μας. «Γι’ αυτό έχουν γίνει όλα άνω κάτω. Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Ο Κύριος λέει ότι ούτε μία τρίχα από την κεφαλή μας δεν πέφτει, ούτε ένα στρουθίον από τη στέγη, αν δεν το ξέρει, αν δεν το εγκρίνει ο επουράνιος Πατήρ μας. Αρνηθήκαμε και πάλι το Χριστό, αναδείξαμε τον Απόλλωνα πάλι, επικαλεστήκαμε τη φλόγα, κι η φλόγα έφερε στη συνέχεια όλα τα προβλήματα. Ακόμη και της Εκκλησίας τα πρόσφατα. Όλη την ανακατωσούρα. Παπάδες, Δεσποτάδες, Πατριάρχες ανακατεύτηκαν κι η Εκκλησία κλονίστηκε.

Όλοι οι χριστιανοί Ορθόδοξοι που έρχονται εδώ, μου λένε ότι μιλάω σωστά. Όμως, όλοι τρέχανε πίσω από τη φλόγα. Άλλοι από περιέργεια, άλλοι από μισαλλοδοξία. Κραυγάζανε. Δεν εννοούν να καταλάβουν ότι όλοι είμαστε θνητοί. Κι οι πρωταθλητές πόσο θα ζήσουν; Και τα αρχαία χρόνια υπήρχαν πρωταθλητές. Ζει κανένας; Πόσοι τους γνωρίζουν; Έχουν μείνει όμως στην ιστορία κι είναι γνωστοί όσοι αγωνίστηκαν για την πίστη και την πατρίδα».

 Η Βασιλεία των ουρανών

 Μας οδηγεί εκείνη όπου θέλει. Μας περνάει σε άλλες σφαίρες. Ισχυρότατη προσωπικότητα.
«Πρέπει με κάθε τρόπο να κερδίσουμε μία θέση στη Βασιλεία των Ουρανών Είπε ο κύριος ότι καλεί τους πάντες στη σωτηρία, δεν καλεί μόνο τους εκλεκτούς. Καλεί τους πάντες. Το διαβάζουμε κάθε ώρα και στιγμή, εν παντί καιρώ.
Ο Χριστός είναι ζωντανός κι είναι ανάμεσά μας. Είναι ολοφάνερος. Εγώ τον είδα ολοφάνερο. Τον είδα πάνω από το κελί μου. Είχε τη λάμψη του φεγγαριού, το τετράγωνο πλαίσιο μέσα στο οποίο καθόταν. Είχε ένα γαλήνιο πρόσωπο, τόσο που δεν το έχει αποδώσει καμία εικόνα, σαν τον Άγιο Μαντήλιο. Γαλήνη ξεχυνόταν από το πρόσωπό του, ένα χαμόγελο, ένα βλέμμα αξέχαστο που με κοίταξε... Σαν ακτίνες κατέβαιναν κάτι φωτεινές λάμψεις προς εμένα, σαν να μου έλεγε, μην αμφιβάλλεις ότι είμαι ζωντανός. Όποιος πιστεύει δεν αμφιβάλλει.
Κάποιοι που αμφισβητούν την παρουσία του, λένε γιατί ο Χριστός επιτρέπει να γίνονται σεισμοί, λιμοί, καταποντισμοί; Αυτά τα κάνουν οι αμαρτίες μας. Οι Άγιοι Πατέρες μου λέγανε παλιά ότι η ψυχή που πηγαίνει πάνω από τέτοια γεγονότα, δεν παθαίνει τίποτα. Πηγαίνει ίσια στους ανοικτούς ουρανούς».

 Η .... άλλη Αγία Τριάδα

Υψώνει τη φωνή και τονίζει ότι πρέπει να σωθούν η πίστη, η ορθοδοξία κι η ελληνική γλώσσα. Θυμάται ένα περιστατικό μέσα στο ναό, το ζωσμένο με τις σκαλωσιές. «Ήλθαν δύο ξένοι. Νόμιζα ότι δεν θα συνεννοηθώ μαζί τους. Ξαφνικά μου λέει ο ένας: «Ανέλθω εις κλίμακαν;» «Ουχί» του λέει ο άλλος και του κάνει νόημα ότι δεν επιτρέπεται. Οι ξένοι ξέρουν αρχαία ελληνικά και κάποιοι Έλληνες θέλουν να τα καταργήσουν. Χωρίς αρχαία Ελληνικά τι θα γίνει; Θα καταργήσουν τα Ευαγγέλια, τις Αγίες Γραφές;» Και στο τέλος προσθέτει: «Εγώ είμαι μία αγράμματη και ζητάω συγνώμη για ό,τι λέω και όπως τα λέω. Είμαι του Δημοτικού και μιλώ από την καρδιά μου».

 Ο συνεχιστής

 Αναπόφευκτα η κουβέντα οδηγήθηκε και στον άνθρωπο που θα είναι ο συνεχιστής της.
Αναγνωρίζει ότι ο πάτερ Διονύσιος, με τον τρόπο του έχει τραβήξει πολύ κόσμο κοντά στο μοναστήρι, έχει κάνει πολλούς να ενδιαφερθούν, με τη βοήθεια του Χριστού και της Παναγίας πάντα που βοηθάνε. «Αν δεν βοηθούσε, δεν θα μπορούσαμε τόσα χρόνια να καθόμαστε εδώ. Από αυτό το μοναστήρι περάσανε κόρες, Άγιοι, Πατριάρχες. Ο Άγιος Νικηφόρος, ο Άγιος Νεκτάριος της Αίγινας έζησε εδώ τρία χρόνια. Επειδή ήταν μορφωμένος, ήταν δάσκαλος κι ήξερε γράμματα, τον είχαν γραμματέα». Ποιος το ήξερε αυτό; Από εδώ πέρασε κι ο Άγιος Παρθένιος.

 Η χάρη του Αγίου Πνεύματος

 Μας εξήγησε και το γιατί κατά την άποψή της καλόγεροι και καλόγριες πηγαίνουν και ζουν στα μοναστήρια και προσπαθούν με νηστεία και προσευχή να κατεβάσουν τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιο Πνεύμα, η αγιοσύνη, σώζει την ψυχή τους. «Οι άνθρωποι τρέχουν στα μοναστήρια στενοχωρημένοι και θλιμμένοι και φεύγουν ανακουφισμένοι. Γιατί η χάρη του Αγίου Πνεύματος κατεβαίνει. Κι όταν κατέβει σκιάζει το μοναστήρι και με αυτήν τη δύναμη θαυματουργούν οι εικόνες. Έρχονται λαϊκοί και κάνουν παρακλήσεις, αφήνουν τάματα. Όλα αυτά είναι πόνος και δύναμη ψυχής. Είναι πίστη και αγάπη. Δίνουν και εισπράττουν αγάπη.»

Τα λεφτά

 Η γερόντισσα δεν αποφεύγει τις κακοτοπιές. Έτσι, δεν αποφεύγει να μιλήσει με το δικό της τρόπο και για υλικά βάσανα της Εκκλησίας. «Λένε ότι οι παπάδες κι οι Δεσποτάδες έχουν πολλά λεφτά. Τους κατηγορούν γι’ αυτό». Εκείνη το αντιστρέφει, και λέει το άλλο. «Εσείς οι λαϊκοί, γιατί πάτε και τους τα δίνετε; Έρχονται άνθρωποι, που ενώ παπάς αρνείται να πάρει τα δώρα τους, πιέζουν πολύ και παρακαλούν να τα πάρουν, γιατί λένε ότι αλλιώς δεν θα πιάσει το τάμα. Και μετά πολλοί από αυτούς βγαίνουν και κατηγορούν τους παπάδες γιατί παίρνουν λεφτά».
Με υπερηφάνεια λέει, ότι στη Νέα Μονή δεν παίρνει κανένας χρήματα. Συμβουλεύει μάλιστα όλους όσους συμμετέχουν σε τέτοιες διαδικασίες, «να τα βάλουν όλα κάτω πια, να τα βρουν, να τα μαζέψουν και να χτίσουν το τάμα που έχουν κάνει».

Δεν μπορούν

Η επικοινωνία μας ολοκληρώνεται με μία πολύ ιδιαίτερη επισήμανσή της.
«Κάποιοι λένε ότι μπορούν να πιστεύουν και πιστεύουν, αλλά είναι δύσκολο να πιστέψουν όπως οι άνθρωποι που έχουν τη δύναμη να αφιερωθούν στο Θεό. Δεν μπορούν όλοι οι άνθρωποι να γίνουν καλόγεροι, δεν πρέπει όμως κιόλας. Ό,τι μπορεί ο καθένας κάνει κι ο Χριστός τους δέχεται όλους, εκτιμά ό,τι μπορεί να Του προσφέρει ο καθένας μας».

 Τα έργα και η τύχη της Μονής

 Η ίδια λέει ξεκάθαρα ότι δεν ήθελε να γίνουν αυτά τα έργα που έχει ξεκινήσει η Αρχαιολογία στη Μονή. Τελικά ο πάτερ Διονύσιος βρήκε τη λύση και μετέτρεψε προσωρινά σε ιερό τον ξενώνα. Τώρα, της αρέσει που προχωράνε κι έρχεται πολύς κόσμος και θαυμάζει το μοναστήρι. «Είμαι ικανοποιημένη γιατί ξέρω πια ότι όταν φύγω, αφήνω πίσω μου κάποιους ανθρώπους που θα συνεχίσουν το έργο που πρέπει».

Προσθέτει μάλιστα ότι οι υψηλά ιστάμενοι έπρεπε να είχαν φροντίσει να φέρουν νέους καλόγερους από αλλού, να βάλουν νέους ηγουμένους, να στηρίξουν καλά τα μοναστήρια που σβήνουν. «Αν δεν γίνει έτσι, θα μας τα πάρουν κάποια στιγμή. Η πολιτεία θα τα κάνει κοσμικά. Πρέπει να μπαίνουν ηγούμενοι, που είναι οι στηλοβάτες των μοναστηριών. Εδώ, τώρα υπάρχει ο πάτερ Διονύσιος, στα Ψαρά είναι ο πάτερ Ιωακείμ, στο Μερσινίδι ο πάτερ Βικέντιος, αυτά τα μοναστήρια θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Δεν θα χαθούν οι περιουσίες τους. Η πνευματική και υλική τους δύναμη. Πολλοί εποφθαλμιούν να πάρουν τις περιουσίες των μοναστηριών αλλά δεν θα το καταφέρουν όσο ζει κι ένας μοναχός, μία καλόγρια μέσα σε αυτά».
  

http://www.politis-chios.gr
  

Δημοφιλείς αναρτήσεις