Πέμπτη 5 Οκτωβρίου 2017

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς- Η τέλεια αγάπη




 (Λουκ. στ’ 31-36)
Όταν οι άνθρωποι έχουν παντοτινή επίγνωση της φιλανθρωπίας του Θεού προς αυτούς, θα είναι φιλάνθρωποι κι ο ένας προς τον άλλον. Δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο που να κάνει τους ανθρώπους άσπλαχνους προς τους άλλους, όσο η πεποίθηση πως κανένας δε θέλει να δώσει και στους ίδιους. Κανένας; Και πού είναι ο Θεός τότε; Δε μας αποζημιώνει κάθε μέρα και κάθε νύχτα ο Θεός με την ευσπλαχνία Του, σε αντίθεση μ’ εμάς που είμαστε άσπλαχνοι;  Δεν είναι πιο σπουδαίο για μας να μας ευεργετήσει ο Βασιλιάς στην αυλή Του με την ευσπλαχνία Του, αντί να μας ευεργετούν οι δούλοι Του; Τί μας ωφελεί αν μας ευεργετούν όλοι οι δούλοι Του, αλλά ο Βασιλιάς είναι συγκρατημένος απέναντι μας;
Οι άνθρωποι γίνονται ανελεήμονες όταν περιμένουν από τους άλλους να τους ελεήσουν, ενώ οι άλλοι περιμένουν το ίδιο απ’ αυτούς. Σ’ αυτήν τηναμοιβαία αναμονή , στο να περιμένει δηλαδή ο ένας από τον άλλον να τον ελεήσει, όλοι οι άνθρωποι, σαν ένας γενικός κανόνας, γίνονται άσπλαχνοι κι ανελεήμονες. Η ελεημοσύνη όμως δεν είναι παθητική αρετή, αλλά ενεργητική. Πώς θα γνώριζαν οι άνθρωποι τη φιλανθρωπία, αν ο Θεός δεν την είχε πρώτος ασκήσει σ’ αυτούς; Η φιλανθρωπία του Θεού απαιτεί τη φιλανθρωπία των ανθρώπων. Αν ο Θεός δεν είχε πρώτος δείξει τη φιλανθρωπία Του, ο κόσμος δε θα ήξερε τι ήταν.
Εκείνος που κατανοεί πως η φιλανθρωπία είναι ενεργητική αρετή  κι όχι παθητική, κι αρχίσει να την εφαρμόζει μ’ αυτόν τον τρόπο, σύντομα θα διαπιστώσει πως ο ουρανός κι η γη αποκαλύπτονται μπροστά του με νέα χρώματα. Σύντομα θα κατανοήσει τόσο του Θεού τη φιλανθρωπία όσο και του ανθρώπου.
Η φιλανθρωπία  είναι όπως η θραύση πέτρας με πέτρα, που πάντα παράγει σπινθήρα. Αυτός που παράγει το σπινθήρα αυτόν κι ο άλλος που τον δέχεται, νιώθουν κι οι δυο τους την παρουσία του Θεού. Τη στιγμή εκείνη νιώθουν το χέρι του Θεού να θωπεύει τις καρδιές τους. Γι’ αυτό είπε ο Κύριος: «Μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί ελεηθήσονται » (Ματθ. ε’ 7).
Η ευσπλαχνία είναι ανώτερη από τη συμπόνια, που οι ινδουιστές θεωρούν ως τη μεγαλύτερη αρετή . Ο άνθρωπος μπορεί να νιώσει συμπόνια για έναν επαίτη, αλλά και να τον προσπεράσει. Ο φιλάνθρωπος όμως θα νιώσει συμπάθεια για τον επαίτη και θα τον βοηθήσει . Το να δείξεις φιλανθρωπία στον επαίτη δεν είναι ούτε το πιο δύσκολο ούτε το ανώτερο πράγμα στο Νόμο του Χριστού. Μεγάλο πράγμα είναι να δείξεις αγάπη στους εχθρούς σου. Η ελεημοσύνη είναι ανώτερη από τη συχώρεση των προσβολώνΗ συχώρεση των προσβολών είναι το πρώτο μισό του δρόμου προς το Θεό. Η τέλεση έργων αγάπης είναι το δεύτερο μισό.
Είναι απαραίτητο να το πούμε πως η αγάπη είναι ανώτερη από την κοσμική δικαιοσύνη ; Αν δεν υπήρχε η αγάπη, όλοι οι άνθρωποι θα ήταν θύματα της κοσμικής νομικής δικαιοσύνης. Χωρίς αγάπη ο νόμος δεν μπορεί να περιφρουρήσει αυτό που ήδη υπάρχει. Η αγάπη όμως δημιουργεί καινούργια και μεγάλα έργα στον κόσμο. Ολόκληρο τον κόσμο τον δημιούργησε η αγάπη. Γι’ αυτό και είναι καλλίτερο στους ανθρώπους ν’ ασκούνται από τη παιδική τους ηλικία στη γνώση της γλυκύτητας που προσφέρει η αγάπη κι η φιλανθρωπία, παρά να μάθουν τη σκληρότητα του νόμουΤο νόμο τον μαθαίνει κανείς οποτεδήποτεΌταν όμως η καρδιά σκληρυνθεί, είναι δύσκολο να ξαναγυρίσει και να γίνει σπλαχνικήΌταν οι άνθρωποι είναι ελεήμονες δε θ’ αμαρτήσουν ενάντια στο νόμο. Όταν όμως τηρούν το νόμο αλλά τους λείπει η φιλανθρωπία, διακινδυνεύουν να χάσουν το στεφάνι της δόξας που υποσχέθηκε ο Κύριος στους φιλάνθρωπους.
***
Το σημερινό ευαγγέλιο μιλάει για την ύψιστη μορφή αγάπης: την αγάπη για τους εχθρούς.  Ο Κύριος Ιησούς έδωσε την εντολή – όχι συμβουλή αλλά εντολή  — ν’ αγαπάμε τους εχθρούς μας. Η εντολή Του αυτή δεν είναι περιστασιακή και σποραδική, όπως είχε γίνει πριν από την έλευσή Του σε κάποιες σπάνιες περιπτώσεις. Η εντολή της αγάπης για τους εχθρούς μαςτοποθετείται στην ύψιστη θέση στο ευαγγέλιο.
Είπε ο Κύριος: «Και καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοί­ως » (Λουκ. στ’ 31). Αυτά είναι τα λόγια του σημερινού ευαγγελίου που μας εισάγουν στην αγάπη για τους εχθρούς μας. Αν δε θέλετε να γίνουν εχθροί σας οι άνθρωποι, πρώτ’ απ’ όλα φροντίστε να μη γίνετε εσείς εχθροί τους. Αν είναι αλήθεια πως κάθε άνθρωπος σ’ αυτόν τον κόσμο έχει εχθρούς, αυτό σημαίνει πως είσαι εχθρός κάποιου. Πώς τότε απαιτείς από έναν άνθρωπο να γίνει φίλος σου, αφού είσαι εχθρός του;Πρώτα λοιπόν ξερίζωσε την έχθρα από την καρδιά σου κι υστέρα να μετρήσεις τους εχθρούς σου στον κόσμο. Στο μέτρο που θα ξεριζώσεις από την καρδιά σου την πονηρή αυτή ρίζα κι αποκόψεις όλα τα κλαδάκια που πετούν απ’ αυτήν, θα βρεις και λιγότερους εχθρούς να μετρήσεις. Αν μετά θελήσεις να γίνουν φίλοι σου οι άνθρωποι, πρέπει εσύ πρώτα να πάψεις να είσαι εχθρός τους και να γίνεις φίλος τους. Όσο γίνεσαι φίλος με τους άλλους, τόσο ο αριθμός των εχθρών σου θα μειώνεται και στο τέλος θα μηδενιστεί.
Αυτό όμως δεν είναι το κύριο θέμα. Το κύριο θέμα είναι πως σ’ αυτήν την περίπτωση θα έχεις φίλο σου το Θεό . Είναι πολύ πιο σπουδαίο για τη σωτηρία σου να μην είσαι εχθρός κανενός, να μην έχεις καθόλου εχθρούς. Αν είσαι εχθρός άλλων, τόσο εσύ όσο κι οι άλλοι είστε εμπόδια στη σωτηρία σου. Όταν είσαι φίλος με τους άλλους, τότε οι εχθροί σου, έστω και ασυνείδητα, βοηθούν στη σωτηρία σου. Ας σκεφτόταν αλήθεια κάθε άνθρωπος τον αριθμό των ανθρώπων τους οποίους εχθρεύεται ο ίδιος, κι όχι εκείνους που είναι εχθροί του. Τότε το σκοτεινό πρόσωπο αυτού του κόσμου θα άστραφτε μέσα σε μια μέρα σαν τον ήλιο.
Η εντολή του Χριστού πως πρέπει να κάνουμε στους άλλους αυτό που ζητάμε κι εμείς απ’ αυτούς είναι τόσο φυσική και τόσο σαφής και καλή, που είναι να θαυμάζει και ν’ απορεί κανείς πως δεν έχει γίνει από παλιά μια καθημερινή συνήθεια στους ανθρώπους . Κανένας άνθρωπος δε θέλει να τον βλάψουν οι άλλοι. Επομένως ας μη βλάψει κι αυτός τους άλλους. Κάθε άνθρωπος θέλει να του φέρονται καλά. Επομένως ας φέρεται κι αυτός καλά στους άλλους. Κάθε άνθρωπος θέλει να του συχωρούν τις αμαρτίες του. Ας συγχωρεί κι αυτός τις αμαρτίες των άλλων. Κάθε άνθρωπος θέλει να συμπάσχουν οι άλλοι στις λύπες του και να χαίρονται στη χαρά του. Ας συμπάσχει κι αυτός με τις λύπες των άλλων κι ας χαίρεται με τις χαρές τους. Κάθε άνθρωπος θέλει ν’ ακούει καλά λόγια από τους άλλους. Θέλει να τον τιμούν, να τον ταΐζουν όταν πεινάει, να τον επισκέπτονται όταν είναι άρρωστος και να τον προστατεύουν όταν τον κυνηγούν. Ας κάνει κι αυτός τα ίδια στους άλλους.
Αυτό ισχύει τόσο για τους ανθρώπους ατομικά, όσο και για ομάδες ανθρώπων, γειτονικές φυλές, έθνη και κράτη. Αν την εντολή αυτή την υιοθετούσαν σαν κανόνα όλες οι τάξεις, τα έθνη και τα κράτη, θα έπαυε αμέσως κάθε κακία και σύγκρουση ανάμεσά τους, θα εξαλειφόταν κάθε έχθρα και πόλεμος. Αυτό είναι το φάρμακο για κάθε παρόμοια αρρώστια, δεν υπάρχει κανένα άλλο.
Και συνεχίζει ο Κύριος: «Και ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τους αγαπώντας αυτούς αγαπώσι. και εάν αγαθοποιήτε τους αγαθοποιούντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί το αυτό ποιούσι. και εάν δανείζητε παρ’ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ αμαρ­τωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν ίνα απολάβωσι τα ίσα » (Λουκ. στ’ 32-34). Αυτό πάει να πει: Αν περιμένετε από τους άλλους να σας κάνουν καλό και την καλοσύνη αυτή να την ανταμείψετε και σεις με καλό, δεν κάνετε κάτι επαινετό. Περιμένει ο Θεός ανταμοιβή για τη θερμότητα του ηλίου, για να δώσει εντολή στον ήλιο να λάμψει; Ή μήπως ενεργεί από ευσπλαχνία κι αγάπη; Το ξαναλέμε πως η ευσπλαχνία είναι ενεργητική αρετή, όχι παθητική. Αυτό το έκανε σαφές ο Θεός από τότε που δημιούργησε τον κόσμο. Μέρα με τη μέρα από την αρχή του κόσμου ο Κύριος μοίραζε απλόχερα τα πλούσια τα δώρα Του σ’ όλα τα πλάσματά Του. Αν περίμενε πρώτα από τα πλάσματά Του να του ανταποδώσουν κάτι, ούτε ο κόσμος ούτε ένα μοναδικό πλάσμα δε θα υπήρχε σ’ αυτόν. Αν αγαπάμε μόνο αυτούς που μας αγαπάνε, είμαστε έμποροι και κάνουμε ανταλλαγές. Αν κάνουμε το καλό μόνο στους ευεργέτες μας, είμαστε οφειλέτες και επιστρέφουμε το χρέος μαςΗ ευσπλαχνία δεν είναι κάποια αρετή που απλά αποπληρώνει τις οφειλές της, αλλά που πάντα δανείζει. Η αγάπη είναι αρετή που δανείζει συνέχεια χωρίς να ελπίζει σε επιστροφή της οφειλής. Αν δανείζουμε εκείνους που ελπίζουμε πως θα μας τα επιστρέψουν, ποία ημίν χάρις εστί; Τί καλό κάνουμε; Μεταφέρουμε τα χρήματά μας από μια κάσα σε μιαν άλλη, αφού αυτό που δανείζουμε το θεωρούμε δικό μας, όπως κι όταν ήταν στα δικά μας χέρια.
Θα ήταν παραφροσύνη να σκεφτούμε πως με τα παραπάνω λόγια ο Θεός μας διδάσκει να μην αγαπάμε εκείνους που μας αγαπάνε, να μην κάνουμε το καλό σ’ αυτούς που μας ευεργετούν . Θεός φυλάξοι! Αυτό που θέλει να πει, είναι πως αυτή είναι μια κατώτερη αρετή , που μπορούν να την ασκήσουν ακόμα κι οι αμαρτωλοί. Είναι το ελάχιστο μέτρο του καλού, που φτωχαίνει τον κόσμο αυτόν και περιορίζει τους ανθρώπους, τους κάνει στενόμυαλους. Ο Θεός θέλει ν’ αναβιβάσει τον άνθρωπο στα ανώτερα ύψη των αρετών, απ’ όπου θεωρεί κανείς όλα τ’ αγαθά του Θεού, όλους τους κόσμους Του, εκεί που η τρομοκρατημένη και περιορισμένη καρδιά του δούλου γίνεται απεριόριστη κι ελεύθερη καρδιά του υιού και κληρονόμου. Η αγάπη προς αυτούς που μας αγαπάνε είναι μόνο το πρώτο μάθημα στο απέραντο βασίλειο της αγάπης. Η ανταπόδοση του καλού σ’ αυτούς που μας αγαπάνε, είναι μόνο το στοιχειώδες σχολείο, μπροστά στη μακρά σειρά σπουδών στα καλά έργα. Ο δανεισμός σ’ εκείνους που θα ξεπληρώσουν το χρέος τους δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό. Είναι μόνο το πρώτο δειλό βήμαπρος το μέγιστο καλό, που δίνει χωρίς να περιμένει επιστροφή.
Ποιοί είναι εκείνοι που εδώ αποκαλεί αμαρτωλούς ο Θεός;  Πρώτα είναι οι ειδωλολάτρες , στους οποίους δεν έχει αποκαλυφθεί η πληρότητα του μυστηρίου της αλήθειας και της αγάπης του Θεού. Είναι αμαρτωλοί επειδή αποστράφηκαν την πρωταρχική αλήθεια και την αγάπη Του. Επειδή στη θέση του Θεού έχουν προσλάβει ως νομοθέτη αυτόν τον κόσμο, που τους διδάσκει πως πρέπει ν’ ανταποδίδουν αγάπη μόνο σ’ αυτούς που τους αγαπάνε, να ευεργετούν μόνο εκείνους από τους οποίους δέχονται το καλό. Το μέγα μυστήριο της αλήθειας και της αγάπης του Θεού αποκαλύπτεται μέσω του Κυρίου Ιησού Χριστού, τώρα μάλιστα με πολύ μεγαλύτερη ενάργεια και λαμπρότητα απ’ ότι στην αρχή της δημιουργίας. Αρχικά αποκαλύφθηκε μέσω του Ιουδαϊκού λαού. Απ’ αυτούς, αν κι όχι μόνο γι’ αυτούς, αλλά για όλους τους λαούς της γης.
Όπως ο Θεός προετοίμασε τους Ιουδαίους χιλιάδες χρόνια για να κατανοήσουν και να δεχτούν την πλήρη αποκάλυψη του μυστηρίου , με το Νόμο και τους προφήτες Του, έτσι κι ο Κύριος χρησιμοποιεί εδώ τη λέξη «αμαρτωλοί» για άλλους λαούς, που έχουν βυθιστεί στην ειδωλολατρεία. Με την λέξη «αμαρτωλοί» όμως και μάλιστα μεγαλύτεροι αμαρτωλοί από τους ειδωλολάτρες, εννοεί κι όλους εκείνους στους οποίους αποκαλύφθηκε το μέγα μυστήριο της αλήθειας και της αγάπης αλλά δεν έμειναν πιστοί σ’ αυτό, παρά ξαναγύρισαν στο κατώτερο επίπεδο του αγαθού, «ώσπερ κύων επιστρέψας επί το ίδιον εξέραμα» (Β’ Πέτρ. β’ 22). Κι υπάρχουν πολλοί τέτοιοι ανάμεσά μας, χριστιανοί κατ’ όνομα, που με τα έργα τους φανερώνονται οι πιο πρωτόγονοι ειδωλολάτρες.
Τί όφελος έχουμε αν αγαπάμε αυτούς που μας αγαπούν και κάνουμε το καλό σ’ εκείνους που μας ευεργετούν; Δεν επιστρέφουμε στη θέση του αυτό που λάβαμε; Την ανταπόδοσή μας την λάβαμε. Έπαινος αξίζει στα έργα που, σε μικρή κλίμακα, μοιάζουν στα έργα της αγάπης του Θεού .
«Πλην αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε και δανείζετε μηδέν απελπίζοντες, και έσται ο μισθός υμών πολύς, και έσεσθε υιοί υψίστου, ότι αυτός χρηστός εστιν επί τους αχαρίστους και πονηρούς, γίνεσθε ουν οικτίρμονες, καθώς και ο πατήρ υμών οικτίρμων εστί » (Λουκ. στ’ 35-36). Αυτά είναι τα ύψη στα οποία θέλει ο Θεός να εξυψώσει τους ανθρώπους. Αυτή ήταν μια διδαχή ανήκουστη πριν από την έλευσή Του. Αυτό είναι το ύψος της αξίας του ανθρώπου, που ούτε κι ο μεγαλύτερος σοφός στην ιστορία του κόσμου δεν είχε ονειρευτεί ως τότε. Κι αυτή είναι η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο, που αλλοιώνει την καρδιά του ανθρώπου και την μετατρέπει σε ποταμό δακρύων.
Αγαπάτε τους εχθρούς υμών Δε λέει « μην ανταποδίδετε κακό στο κακό». Αυτό δεν είναι σπουδαίο πράγμα. Αυτό είναι απλά ανοχή. Ούτε και λέει «αγαπάτε εκείνους που σας αγαπούν».
Αυτή είναι μόνο παθητική αγάπη.  Ο Χριστός λέει αγαπάτε τους εχθρούς υμών. Όχι απλά να τους ανέχεστε, όχι να είστε παθητικοί, αλλά να τους αγαπάτε. Το ξαναλέμε και πάλι, πως η αγάπη είναι ενεργητική αρετή.
Η αγάπη για τους εχθρούς δεν είναι αφύσικη;  Η αντίρρηση αυτή προβάλλεται πολύ έντονα από τους μη χριστιανούς Δε βλέπουμε πως πουθενά στη φύση δεν υπάρχει παράδειγμα αγάπης για τους εχθρούς, παρά μόνο αγάπης για τους φίλους; Αυτή είναι λοιπόν αιτία αμφισβήτησηςΤι έχουμε ν’ απαντήσουμε σ’ αυτό;
Πρώτ’ απ’ όλα η πίστη μας αναγνωρίζει  δύο φύσεις: μία άφθαρτη, φωτεινή και άτρεπτη στο κακό από την αμαρτία, σαν κι αυτήν που είχε ο Αδάμ στον παράδεισο· κι άλλη μια διεστραμμένη, σκοτεινή κι επιρρεπή στο κακό και την αμαρτία, σαν κι αυτήν που αντιμετωπίζουμε διαρκώς σ’ αυτόν τον κόσμο.
Στον κύκλο της πρώτης φύσης, η αγάπη για τους εχθρούς είναι απόλυτα φυσική . Στη φύση αυτή η αγάπη είναι σαν τον αέρα που ανασαίνουν όλα τα πλάσματα και ζουν. Αυτή είναι η αληθινή φύση που δημιούργησε ο Θεός. Απ’ αυτήν η θεϊκή αγάπη λάμπει στη φύση μας όπως οι ακτίνες του ήλιου μέσα από τα σύννεφα. Οτιδήποτε στη γη έχει αληθινή αγάπη, προέρχεται από την αγάπη αυτή.
Στον κύκλο της δεύτερης, της επίγειας φύσης, η αγάπη για τους εχθρούς είναι σπάνια και θα μπορούσε να θεωρηθεί αφύσικη Δεν είναι πραγματικά αφύσικη . Σε σχέση με την επίγεια φύση μας είναι στην ουσία υπερφυσική ή, καλύτερα, προ-φυσική, καθώς η αγάπη φτάνει στην αμαρτωλή φύση μας από την πρωταρχική, αναμάρτητη κι αθάνατη φύση που προϋπήρχε της δικής μας.
Η αγάπη για τους εχθρούς είναι τόσο σπάνια  ώστε θα μπορούσε να κληθεί αφύσικη, λένε άλλοι αντιρρησίες. Αν τα πράγματα είναι έτσι, τότε και το μαργαριτάρι είναι αφύσικο, όπως και το διαμάντι κι ο χρυσός. Αυτά είναι όλα σπάνια αντικείμενα. Ποιός όμως μπορεί να τα ονομάσει αφύσικα; Όπως υπάρχουν φυτά που ευδοκιμούν μόνο σε μία περιοχή, έτσι γίνεται και με το σπάνιο αυτό φυτό, τη σπάνια αυτή αγάπη. Φυτρώνει κι αναπτύσσεται μόνο στην Εκκλησία του Χριστού. Για να πειστεί κάποιος από τα πολυάριθμα παραδείγματα του φυτού αυτού και του κάλλους του, πρέπει να διαβάσει τους βίους των αποστόλων του Χριστού, των πατέρων και των ομολογητών της χριστιανικής πίστης, των μαρτύρων της μεγάλης αλήθειας κι αγάπης του Χριστού.
Μια τρίτη ομάδα αντιρρησιών  ισχυρίζεται πως αν δεν είναι αδύνατη, η αγάπη αυτή είναι τουλάχιστο εξαιρετικά δύσκολη. Είναι αλήθεια πως δεν είναι εύκολη, κυρίως για εκείνον που διδάσκεται την αγάπη μακριά από το Θεό, από τον οποίο ενισχύεται και τροφοδοτείται η αγάπη αυτήΠώς όμως δεν μπορούμε ν’ αγαπήσουμε αυτούς που αγαπάει ο Θεός; Ο Θεός δεν αγαπά περισσότερο εμάς απ’ όσο αγαπά τους εχθρούς μας και μάλιστα όταν είμαστε εχθροί άλλων. Ποιός από μας μπορεί να ισχυριστεί πως δεν υπάρχει κανένας στον κόσμο που να τον αποκαλεί εχθρό του; Αν ο ήλιος του Θεού ζέσταινε κι η βροχή έπεφτε μόνο σ’ εκείνους που κανένας δεν τους λογάριαζε εχθρούς του, δύσκολα θά ‘φτανε κάποια ακτίνα στη γη ή θά ‘πεφτε κάποια σταγόνα βροχής στο χώμα. Ο άνθρωπος φορτώνεται από μόνος του μεγάλο φορτίο έχθρας. Η αμαρτία δημιουργεί φόβο στον άνθρωποΚι ο φόβος αυτός με τη σειρά του τον κάνει να υποπτεύεται εχθρούς σ’ όλα τα πλάσματα γύρω του. Ο Θεός όμως είναι αναμάρτητος κι άφοβος κι επομένως δεν υποπτεύεται κανέναν, αλλά τους αγαπά όλους. Μας αγαπά τόσο πολύ ώστε, όταν μας κυκλώνουν εχθροί χωρίς να φταίμε σε τίποτα, πρέπει να πιστεύουμε πως αυτό γίνεται σε γνώση Του και για το καλό μας.
Ας είμαστε δίκαιοι. Ας ομολογήσουμε πως οι εχθροί μας μάς βοηθούν πολύ στην πνευματική μας πορεία . Αν δεν υπήρχε έχθρα στους ανθρώπους, πάρα πολλοί από εκείνους που ευαρέστησαν στο Θεό δε θα είχαν γίνει φίλοι Του. Ακόμα κι η έχθρα του σατανά μπορεί να βοηθήσει εκείνους που είναι ζηλωτές των ιερών πραγμάτων του Θεού και της ψυχικής τους σωτηρίας. Ποιός ήταν περισσότερο ζηλωτής των ιερών του Θεού πραγμάτων ή είχε μεγαλύτερη αγάπη για το Χριστό από τον απόστολο Παύλο; Ο ίδιος απόστολος όμως λέει πως επέτρεψε ο Θεός στο διάβολο να τον πειράξει, όταν του αποκαλύφθηκαν πολλά μυστήρια: «Και τη υπερβολή των αποκαλύψεων ίνα μη υπεραίρομαι, εδόθη μοι σκόλοψ τη σαρκί, άγγελος σατάν, ίνα με κολαφίζη ίνα μη υπεραίρομαι» (Β’ Κορ. ιβ’ 7).
Όταν ο διάβολος ο ίδιος χωρίς να το θέλει βο­ηθάει τον άνθρωπο, πώς δεν μπορούν οι άνθρωποι να βοηθούν το συνάνθρωπό τους, που είναι οπωσδήποτε λιγότερο εχθρός από τους δαίμονες; Θα τολμούσε να πει κανείς πως οι φίλοι του ανθρώπου ζημιώνουν περισσότερο την ψυχή του από τους εχθρούς του . Ο ίδιος ο Κύριος είπε πως «εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυτού» (Ματθ. ι’ 36). Εκείνοι που ζουν κάτω από την ίδια στέγη μαζί μας, που ενδιαφέρονται πολύ για τις σωματικές ανάγκες και τις ανέσεις μας, συχνά γίνονται εχθροί της σωτηρίας μας. Η αγάπη κι η φροντίδα τους δε στοχεύει στην ψυχή αλλά στο σώμα μας. Πόσοι γονείς δεν έχουν κάνει ανυπολόγιστη ζημιά στις ψυχές των γιων τους κι αδέρφια στ’ αδέρφια τους, καθώς και σύζυγοι στους συζύγους τους; Κι όλ’ αυτά από αγάπη!
Η πραγματικότητα αυτή που διαπιστώνεται καθημερινά είναι μια ακόμα αιτία για να μας κάνει να μη δοθούμε ολοκληρωτικά στην αγάπη προς τους συγγενείς και τους φίλους μας, ούτε και να μειώσουμε την αγάπη προς τους εχθρούς μας. Είναι ανάγκη να το ξαναπούμε, πως συχνά, πολύ συχνά, οι εχθροί μας είναι στην ουσία πραγματικοί φίλοι; Οι τρόποι που χρησιμοποιούν για να μας αναστατώσουν, μας βοηθούν Οι τρόποι με τους οποίους μας απορρίπτουν, υπηρετούν τη σωτηρία μαςΟι τρόποι με τους οποίους πιέζουν την εξωτερική, τη φυσική ζωή μας, μας ωθεί ν’ αποσυρθούμε μέσα μας, στον εαυτό μας, να βρούμε την ψυχή μας και να ζητήσουμε από το Θεό να τους σώσειΟι εχθροί μας είναι πραγματικά εκείνοι που μας σώζουν από την καταστροφή που μας ετοιμάζουν αθέλητα οι οικείοι μας, που φροντίζουν το σώμα μας σε βάρος της ψυχής μας και χαλαρώνουν το χαρακτήρα μας.
Αγαθοποιείτε και δανείζετε μηδέν απελπίζοντες , λέει ο Κύριος. Αγαθοποιείτε, κάνετε το καλό σ’ όλους τους ανθρώπους αδιάκριτα, είτε σας αγαπούν είτε όχι. Ακολουθήστε το παράδειγμα του Θεού που τους ευεργετεί όλους, είτε φανερά είτε κρυφά. Αν η ευεργεσία σας δε θεραπεύει το μίσος του εχθρού σας, πολύ λιγότερο θα το θεραπεύσει η έχθρα σας. Γι’ αυτό κάνετε το καλό ακόμα και σε κείνους που ούτε το ζητούν ούτε το περιμένουν από σας . Δανείζετε όλους εκείνους που σας ζητούν. Δανείζετε όμως σα να δίνετε, σα να επιστρέφετε κάτι που ανήκει σε άλλον, όχι κάτι δικό σας. Λέει ο όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: «Ελεήμων άνθρωπος είναι εκείνος που δίνει, χαρά στους άλλους μ’ αυτά που ο ίδιος έλαβε από το Θεό: ψωμί, φαγητό, εξουσία, ένα λόγο προσευχής· που λογαριάζει τον εαυτό του οφειλέτη, αφού έλαβε παραπάνω απ’ όσα χρειάζεται. Μέσω του αδελφού του είναι σα να του ζητάει ο Θεός και γίνεται έτσι οφειλέτης του».
Αν ο εχθρός δε δεχτεί την ευεργεσία σου, δε σ’ εμποδίζει μ’ αυτό από το να συνεχίσεις να του δίνεις. Ο Κύριος είπε, «προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς και διωκόντων υμάς » (Ματθ. ε’ 44). Κάνε και συ λοιπόν προσευχή για τους εχθρούς σου, ευεργέτησέ τους. Αν ο εχθρός σου δε δεχτεί κάποιο είδος καλοσύνης ή εξυπηρέτησης από μέρους σου, ο Θεός θα δεχτεί την προσευχή που θα κάνεις γι’ αυτόνΟ Θεός θα μαλακώσει την καρδιά του και θ’ αλλάξει τη διάθεσή του για σένα. Δεν είναι τόσο δύσκολο στο Θεό να κάνει έναν εχθρό φίλο, όσο φαίνεται στους ανθρώπους. Αυτό είναι ίσως αδύνατο στους ανθρώπους, μα δυνατό στο Θεό. Εκείνος που ξανακάνει την παγωμένη γη εύφορη κοιλάδα, όπου αναπτύσσονται πανέμορφα λουλούδια, μπορεί να λιώσει και τον πάγο της έχθρας της ανθρώπινης καρδιάς και να κάνει να ευδοκιμήσουν σ’ αυτήν τα ευωδιαστά λουλούδια της φιλίας.
Βέβαια, το σπουδαιότερο πράγμα δεν είναι να γυρίσει ο εχθρός σου και να γίνει φίλος σου χάρη στην καλοσύνη σου, αλλά να μη χάσει την ψυχή του λόγω του μίσους του για σένα . Περισσότερο πρέπει να προσεύχεται κανείς γι’ αυτό το τελευταίο, παρά για το πρώτο. Για τη δική σου σωτηρία δεν παίζει κανένα ρόλο αν σ’ αυτή τη ζωή έχεις περισσότερους φίλους ή εχθρούς. Παίζει πολύ σπουδαίο ρόλο όμως το να μην είσαι εχθρός κανενός, αλλά να είσαι φίλος με όλους με την καρδιά σου, με τις προσευχές και τις σκέψεις σου.
Αν το κάνεις αυτό, η ανταπόδοσή  σου θα είναι μεγάλη. Από ποιόν; Σε κάποιο βαθμό ίσως από τους ανθρώπους, κυρίως όμως από το Θεό. Τί είδους ανταπόδοσή θα έχεις; «Έσεσθε υιοί του Υψίστου», θ’ αξιωθείτε ν’ αποκαλέσετε το Θεό «Πατέρα», «και ο πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρύπτω, αποδώσει σοι εν τω φανερώ» (Ματθ. στ’ 6). Αν δε γίνει σήμερα αυτό, θα γίνει αύριο. Αν όχι αύριο, τότε στο τέλος του κόσμου, ενώπιον αγγέλων και ανθρώπων. Ποιά μεγαλύτερη ανταπόδοση θα μπορούσαμε να περιμένουμε από το να κληθούμε παιδιά του Υψίστου, να ονομάζουμε τον Ύψιστο Πατέρα μας;
Προσέξτε. Ο ένας και μοναδικός Υιός του Υψί­στου είναι ο Κύριος Ιησούς. Έως τώρα μόνο Αυτός ονόμαζε το Θεό Πατέρα Του. Και τώρα την ίδια τιμή υποσχέθηκε ο Θεός σ’ εμάς, τους αμαρτωλούς και παραστρατημένους Τί σημαίνει η τιμή αυτή για μας; Πώς θα είμαστε μαζί Του στην αιωνιότητα (βλ. Ιωάν. ιδ’ 3), κοντά στη δική Του δόξα, όπου βασιλεύει χαρά χωρίς τέλος. Σημαίνει πως η αγάπη του Θεού Πατέρα θα είναι πάντα μαζί μας. Ακόμα κι όταν διερχόμαστε όλες τις δοκιμασίες και τις δυσκολίες σ’ αυτή τη ζωή, όλα θ’ αντιστραφούν και θα καταλήξουν στο καλό μας. Σημαίνει πως όταν πεθάνουμε δε θα παραμείνουμε στον τάφο, αλλά θ’ αναστηθούμε, όπως Εκείνος αναστήθηκε εκ νεκρών. Σημαίνει πως σ’ αυτή τη γη τοποθετηθήκαμε προσωρινά. Στο σπίτι του ουράνιου Πατέρα μας όμως μας περιμένει κάλλος αθάνατο, τιμή και δόξα.
Θα μπορούσαμε ν’ απαριθμήσουμε όλα τ’ αγαθά που περιμένουν έναν ορφανό αν τον υιοθετήσει κάποιος επίγειος βασιλιάς; Είναι αρκετό να πούμε πως το ορφανό αυτό το υιοθέτησε ένας βασιλιάς κι όλοι θα καταλάβουν πόσα αγαθά θ’ απολαύσει το ορφανό αυτό. Η δική μας υιοθεσία δεν έγινε από ανθρώπους αλλ’ από το Θεό, αφού θα γίνουμε υιοί του Υψίστου, του Οποίου Υιός είναι ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς. Θα γίνουμε υιοί του αθάνατου Βασιλιά, του Βασιλιά των βασιλιάδων. Μας υιοθετεί ο Θεός όχι για χάρη μας, αλλά για χάρη του Μονογενούς Του Υιού,  όπως λέει ο απόστολος: «Πάντες γαρ υιοί Θεού εστε διά της πίστεως εν Χριστώ Ιησού» (Γαλ. γ’ 26). Ο Χριστός μας υποδέχεται σαν αδελφούς Του. Ο Θεός Πατέρας επομένως μας δέχεται σαν υιούς Του.
Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει περίπτωση να μας αξίζει να λεγόμαστε «υιοί του ζώντος Θεού». Είναι αστείο και να σκεφτούμε ακόμα πως θα μπορούσαμε με οποιοδήποτε έργο μας, ακόμα κι αν ασκούσαμε τη μεγαλύτερη αγάπη για τον εχθρό μας, ν’ αξίζαμε ν’ ανταμειφθούμε με αυτό που υποσχέθηκε ο Κύριος Ιησούς στους πιστούς δούλους Του.  Αν δίναμε όλα τα υπάρχοντά μας στους φτωχούς, αν νηστεύαμε όλες τις μέρες της ζωής μας κι αν στεκόμασταν στην προσευχή σαν αναμμένες λαμπάδες ως το τέλος του χρόνου· αν χωρίζαμε πνευματικά το πνεύμα από το σώμα μας, σα νά ‘ταν ψυχρή πέτρα κι αν η ψυχή μας ήταν απαθής προς τον υλικό κόσμο· αν αφήναμε τον εαυτό μας να τον φτύνουν και να τον ποδοπατούν όλοι οι άνθρωποι ή ακόμα κι αν παραδινόμασταν τροφή στα πεινασμένα θηρία·ακόμα κι αν τα κάναμε όλ’ αυτά, δε θα ήταν παρά μια απειροελάχιστη τιμή για όλα τ’ αγαθά, τη δόξα και την ανέκφραστη ευφροσύνη που συνοδεύουν την υιοθεσία του Θεού. Δεν υπάρχει ευσπλαχνία στη γη ούτε αγάπη στο θνητό άνθρωπο που θα μπορούσε να τον αξιώσει να γίνει «υιός Θεού», αθάνατος πολίτης της ουράνιας Βασιλείας. Η αγάπη του Χριστού όμως αναπληρώνει αυτό που δεν μπορεί να κάνει ο άνθρωποςΑς μην ισχυριστεί κανένας μας πως μπορεί με τη δική του αγάπη να σωθεί, με τη δική του αξία ν’ ανοίξει τις πύλες του παραδείσου για να μπει μέσα.
Η εντολή της αγάπης για τον πλησίον επομένως, όσο μεγάλη και δύσκολη κι αν μας φαίνεται, είναι μόλις ένα μικρό νόμισμα  που ζητάει ο Θεός από μας για να μας φέρει πιο κοντά Του στην υπέροχη και πανένδοξη βασιλεία Του. Δε μας ζητάει να τηρήσουμε την εντολή αυτή για να κερδίσουμε με την αξία μας τη Βασιλεία και την υιοθεσία Του, αλλά μόνο να επιθυμήσουμε πάνω απ’ όλα τη Βασιλεία και την υιοθεσία Του. Από μας ζητάει μόνο να πιστεύουμε τα λόγια Του και να υπακούμε τον Κύριο Ιησού.
Από ποιά άποψη ο Αδάμ ήταν άξιος για τον Παράδεισο; Από καμία. Ο Παράδεισος του δόθηκε από την αγάπη του Θεού. Τί έκανε τον Αδάμ να παραμείνει στον Παράδεισο ως την πτώση του; Η υπακοή του στο Θεό, μόνο η υπακοή του . Όταν όμως ο ίδιος κι η σύζυγός του άρχισαν ν’ αμφισβητούν την εντολή του Θεού, και μόνο η αμφισβήτηση αυτή παραβίασε την εντολή κι έπεσε στη θανάσιμη αμαρτία της παρακοής.
***
Στη Νέα Κτίση ο Κύριος Ιησούς ζητάει από μας το ίδιο πράγμα που ζήτησε από τον Αδάμ και την Εύα στον Παράδεισο: πίστη και υπακοή Πίστη πως κάθε εντολή που μας έδωσε, είναι για τη σωτηρία μας· απροϋπόθετη υπακοή σε κάθε μία από τις εντολές Του . Μας έδωσε όλες τις εντολές, μαζί κι αυτήν για ν’ αγαπάμε τους εχθρούς μας, για νά ‘χουμε πίστη στα λόγια Του και υπακοή. Αν κάποια από τις εντολές Του δεν ήταν καλή και δεν υπηρετούσε τη σωτηρία μας, δε θα μας την έδινε. Εκείνος ήξερε πολύ καλύτερα αν η εντολή αυτή ήταν φυσική ή αφύσικη, δυνατή ή αδύνατη. Το πιο σπουδαίο πράγμα για μας είναι πως ο Θεός μας έδωσε την εντολή αυτή κι εμείς, αν θέλουμε το καλό μας, πρέπει να την τηρήσουμε. Όπως ο άρρωστος παίρνει το φάρμακο από το χέρι του γιατρού με πίστη και κάνει υπακοή, είτε το φάρμακο είναι γλυκό είτε πικρό, έτσι κι εμείς, αδύναμοι από την αμαρτία και με σκοτισμένο νου, πρέπει να τηρούμε με πίστη κι υπακοή όλες τις εντολές που μας έδωσε ο καλός Ιατρός των ψυχών μας και Κύριος της ζωής μας, Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος.
Σ’ Εκείνον πρέπει δόξα και αίνος, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Δευτέρα 2 Οκτωβρίου 2017

Ιερομόναχος Θεοδόσιος Καρουλιώτης (1869 - 2 Οκτωβρίου 1937)





Γέροντας Θεοδόσιος-Ο ασκητής των Καρουλίων

Γεννήθηκε στην επαρχία Σαράτοφ της Ρωσίας το 1869. Από μικρός αγάπησε την προσευχή, την οποία δίδασκε και στους συνομίληκούς του, αγόρια και κορίτσια, που τον σέβονταν ως Γέροντα του μικρού «κοινοβίου» τους. Αγάπησε τη μάθηση κι έφθασε ν’ αποφοιτήσει από τη θεολογική Ακαδημία του Καζάν. Εκεί εκάρη μοναχός και χειροτονήθηκε ιερεύς.
Το 1901 ήλθε στο Άγιον Όρος και αγωνίσθηκε σε διάφορα Κελλιά και Καλύβες της Καψάλας και του Αγίου Βασιλείου. Από το 1913 εγκαταστάθηκε στα Καρούλια. Αγαπούσε ιδιαίτερα τη μελέτη του μυροβόλου Συναξαριστή. Αγωνιζόταν σθεναρά να μιμηθεί τους άγιους, να νικήσει τον θυμό, που τον ταλαιπωρούσε, να φθάσει στην απάθεια. Εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός από τον Γέροντα Ιγνάτιο τον Πνευματικό (†1927).
Τα τελευταία οκτώ έτη της ζωής του έζησε με τον υποτακτικό του Νικόδημο (†1984). Η συμβίωση βοήθησε πνευματικά και τους δύο στον προσευχητικό τους αγώνα.

 Ο Γέροντας Θεοδόσιος ήταν Γέροντας και των 35 περίπου Ρώσων Γερόντων των Καλυβών των Καρουλίων, τους οποίους καθοδηγούσε πνευματικά.
 Ένας από αυτούς κάποτε δεν μπορούσε να ξεψυχήσει. Παρακάλεσαν τον Γέροντα Θεοδόσιο να προσευχηθεί προς τούτο. Προσευχήθηκε μυστικά, μόνος του, στην Παναγία την Πορταΐτισσα και σύντομα ο ετοιμοθάνατος εκείνος αναπαύθηκε. Η αδελφή του είχε γίνει μοναχή, λόγω όμως του διωγμού του καθεστώτος στη Ρωσία, έβγαλε τα ράσα και ζούσε απρόσεκτη ζωή. Ο Γέροντας δεν έπαυσε να της γράφει και να προσεύχεται. Λίγο πριν τον θάνατό του έλαβε επιστολή της, που έγραφε πως μετανόησε και ξαναφόρεσε τα ράσα και διαβάζει όλο το Ψαλτήρι καθημερινά. Ο Γέροντας χάρηκε που εισακούσθηκαν οι προσευχές του. Την ίδια χαρά είχε όταν με τις προσευχές του έναν ανυπάκουο και αμελή μοναχό τον έκανε να μεταμεληθεί. Αυτά διηγείται ο π. Νικόδημος.
 Το κύριο μέλημα του Γέροντος ήταν η προσευχή. Έλεγε λίγο προ του τέλους του: «Όταν βλέπεις την αδυναμία σου, τότε, μετά την ταπείνωση και την αποδοκιμασία του εαυτού σου, έρχεται απροσδόκητα η χάρις του Θεού, η οποία στηρίζει την αδυναμία σου και σε προστατεύει από το αίσθημα της απελπισίας. Αλλά όταν βλέπεις τι φαίνεται ότι είναι πρόοδος, τότε εξ αιτίας της αυτοϊκανοποιήσεως και της εμπιστοσύνης στον εαυτό σου, ακολουθεί η στέρηση της Χάριτος του Θεού, η οποία σε κρατάει ταπεινό και σε προστατεύει στο μέλλον από την υψηλοφροσύνη και την πλάνη, η οποία αναπόφευκτα σε ακολουθεί. Έχω μόνο ένα συναίσθημα: Δόξα τω Θεώ για ό,τι το ελάχιστο έχω πετύχει με τη βοήθεια του Θεού.

Πρώτα, είναι η αναγνώριση της αδυναμίας μου και των παθών της ψυχής μου: στη μικρότερη αποδυνάμωση της προσοχής μου ο νους μου γρήγορα αποστρέφεται όχι αυτό που είναι συνολικά αμαρτωλό, όπως οι ακάθαρτοι ή εχθρικοί λογισμοί, αλλά κυρίως τις μάταιες σκέψεις. Δεύτερον, υπάρχει ειλικρινής ευχαριστία στον Θεό, καθώς είναι έτοιμος να βοηθήσει στην πιο αναγκαία εργασία της σωτηρίας μας, την προσευχή, το μόνο πράγμα που είναι αναγκαίο για όλους τους χριστιανούς, ιδιαίτερα για μας τους μοναχούς. Και ο Κύριος με βοήθησε σε αυτό».

 Προείδε το τέλος του και το προείπε. Εκοιμήθη στις 2.10.1937 λέγοντας την ευχή του Ιησού. Εξέπνευσε στα χέρια του καλού του υποτακτικού Νικοδήμου λέγοντας τη λέξη της ευχής «ελέησόν με».
Η κηδεία του ήταν αναστάσιμη στο ναό της Αγίας Τριάδος, όπου χρόνια προσευχόταν.
 Ο Γέροντας Σωφρόνιος (†1993) έλεγε: «Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως τέτοιοι ασκητές σαν τον Γέροντα Θεοδόσιο αναπαύονται στη χορεία των αγίων».Θα τελειώσω τη γραφή αυτή μ’ ένα λόγο του Γέροντος Θεοδοσίου που με συγκίνησε αφοπλιστικά: «Ο Χριστός αγαπούσε τους γραμματείς και τους Φαρισαίους. Η καταγγελία του ήταν αποτέλεσμα της αγάπης του γι’ αυτούς. Ο Χριστός δεν επέκρινε τις ψυχές αυτών των Φαρισαίων, αλλά τον φαρισαϊσμό τους, ο οποίος είναι το κακό από το οποίο οι ίδιοι βασανίζονταν και ακριβώς με αυτό τον τρόπο σε αυτό βρισκόταν η αγάπη του γι’ αυτούς! …».

Ένα απόσπασμα:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ’
Η Κοίμησή του:
Το Σεπτέμβριο του 1937, ενώ πνευματικά πορευόταν κατά αυτό τον τρόπο, ο Γέροντας προσβλήθηκε από την ασθένεια που του πήρε την ζωή. Ο π. Νικόδημος περιγράφει τις τελευταίες μέρες και την κοίμηση του γέροντα:
«Μετά τις 19 Σεπτεμβρίου, ο Γέροντας, δεν έγραφε πλέον στο σημειωματάριό του και σταμάτησε να κάνει τον συνηθισμένο κανόνα του. Ασθένησε και έπεσε στο κρεβάτι.Από εκείνη τη μέρα δεν ανάρρωσε ποτέ, μέχρι την κοίμησή του.
«Η ασθένειά του άρχισε στις 7 Σεπτεμβρίου με ένα κρύωμα. Πριν από αυτό ο Γέροντας καθόταν δυό ώρες μεταξύ γεύματος και εσπερινού για γράψιμο, το όποιο αφορούσε, την επιτομή των βίων των αγίων. Εκείνη την ημέρα, άνοιξε και τα δύο παράθυρα στο κελλί του, για να μπει η δροσιά μέσα ώστε να μην είναι τόσο αποπνιχτικά. Αν και η δροσιά ήταν ελαφριά και όχι τόσο κρύα, πάντα ήταν λίγο αδύναμος και κρύωσε.
Μετά από αυτό θα αισθανόταν λίγο εμπύρετος κάθε μέρα, κατά την διάρκεια της νύχτας θα είχε ρίγος, και μετά τη νύχτα πυρετό. Αλλά δεν σταμάτησε να κάνει τον κανόνα του μέχρι που έπεσε τελείως στο κρεβάτι.
Στο πυρετό προστέθηκε ένας στομαχόπονος με οξύ κοιλόπονο. Μια που και ο γιατρός ζούσε μακριά από την έρημό μας και δεν υπήρχε τρόπος να τον φωνάξουμε, ο Γέροντας ούτως ή άλλως δεν είχε διάθεση να τον συμβουλευτεί και καθώς δεν υπήρχε κανένα φάρμακο διαθέσιμο, υπέφερε, στερούμενος οποιασδήποτε αγωγής. Είχε μεγάλη επιθυμία να πεθάνει χωρίς κανένα δίπλα του, και γι’ αυτό το λόγο μού είπε να μην πω τίποτα σε κανένα ότι είναι άρρωστος μέχρι θανάτου. 

Είχε εσωτερική πληροφορία πως θα πέθαινε στην εορτή της Σκέπης της Θεοτόκου. Μία εβδομάδα νωρίτερα, μετά που είχαν ολοκληρώσει το ευχέλαιο στον άρρωστο μαθητή του Μοναχό Αλύπιο, του είπε: «Θα πεθάνω στην εορτή της Αγίας Σκέπης, και θα πεθάνεις την Τρίτη μέρα μετά από εμένα». Και πράγματι έτσι έγινε.
«Ετοιμαζόμενος για την κοίμησή του, για κάθε μέρα από τις τελευταίες δέκα μέρες κοινωνούσε τα Άχραντα Μυστήρια, Το Σώμα και Αίμα του Κυρίου μας. Δεν μπορούσε πλέον να πηγαίνει στην εκκλησία. Αλλά εγώ, σαν υποδιάκονος, θα μπορούσα να του φέρω τα Άγια Δώρα στο κελλί του και θα κοινωνούσε.
Δεν μπορούσα να ξεκουραστώ και κουράστηκα πάρα πολύ από την έλλειψη ύπνου, υπηρετώντας τον γέροντα μόνος. Γι’ αυτό πέντε μέρες πριν από την κοίμησή του πιέστηκα να φωνάξω κι άλλους να βοηθήσουν, κι έτσι αλλάζαμε βάρδιες και του παραστεκόμασταν μέρα και νύχτα. Τέλος, άρχισε να έχει πόνο και στο στήθος και στο επιγάστριο, με αποτέλεσμα να έχει σχεδόν συνεχόμενο βήχα και λόξυγκα, ενώ κατά την διάρκεια της νύχτας συνέχιζε ο πυρετός και ο ιδρώτας. Η καρδιά του έφτασε εκατόν δέκα χτύπους Το λεπτό. Αλλάζαμε τα κλινοσκεπάσματα τακτικά. Σαν αποκορύφωμα δεν μπορούσε να υπομείνει σε μία θέση για παραπάνω από δέκα λεπτά, και αυτό απαιτούσε από μας να τον αλλάζουμε κάθε δέκα λεπτά, πρώτα στην μία πλευρά, μετά στην άλλη, μετά στην πλάτη του, και μετά έπρεπε να τον καθίσουμε στο κρεβάτι, ακουμπώντας Το κεφάλι του στο τραπέζι. Με τη βία μπορούσε να κοιμηθεί λίγο.

«Στις 28 Σεπτεμβρίου, από τις 1.00 π.μ. μέχρι τις 5.00 π.μ., αγιορείτικη ώρα, ο γέροντας αναπαυόταν, αλλά στις πέντε άρχισε να έχει δυνατό πυρετό και άρχισε να έχει ρίγη. Έπεσε να κοιμηθεί στις 6.00 και κοιμήθηκε μέχρι Το πρωί. Το πρωί ήπιε τρία ποτήρια τσάι και παρέμεινε ήρεμος. Αργότερα ήρθε και ο πνευματικός του. Αφού μίλησε μαζί του για λίγο, είπε πώς ήταν δύσκολο γι’ αυτόν να συνεχίσει την συζήτηση. Μετά από την αναχώρηση του πνευματικού του ο Γέροντας θυμήθηκε πώς είχε ξεχάσει να του πει πώς είχε δει τον ίδιο τον διάβολο ενώ ήταν ξύπνιος.

Μού είπε να του πω: «Αυτή η δαιμονική παρουσία στεκόταν ενώπιόν μου. Το ίδιο σαν ένα κακό θηρίο, σαν λιοντάρι η σκύλος με εκφοβιστικά μάτια – με μεγάλη κακία ήθελε να πεταχτεί πάνω μου και να με καταβροχθίσει, αλλά η χάρις του Θεού δεν το επέτρεπε. Αυτό συνέβη για ένα η ενάμιση λεπτό».
Ρώτησα, τον παππούλη, πώς είδε αυτό το δαίμονα, με τα μάτια τα φυσικά ή με τον νου;»
Είπε: «Με τα φυσικά μου μάτια».
Το βράδυ, κατά τις οκτώ ώρα είχε λόξυγκα, ο οποίος συνεχίστηκε μέχρι τις έντεκα. Γυρνώντας σε μένα, ο Γέροντας είπε, «χάνω τις φυσικές μου δυνάμεις», και με ρίγη άρχισε να μιλά για τον πνευματικό του με ένα είδος εχθρότητας, και ρώτησε μήπως αυτό ήταν πειρασμικό. Του απάντησα,
-«Ναι, παππούλη  δεν είναι αυτό καλό. Στην κατάστασή σου δεν θα έπρεπε να διαφωνείς για τίποτα, αλλά θα έπρεπε να προσεύχεσαι μόνο, αλλιώς ο εχθρός θα σε συγχύσει». Υπάκουσε και ηρέμησε, ακόμη και ο λόξυγκας σταμάτησε. Με έντονη προσοχή άκουγε την προσευχή μου,ούτε καν σάλευε, σαν να είχε πεθάνει. Κατά τη διάρκεια της αρρώστιας του, καθόμουν δίπλα του, λέγοντας την ευχή του Ιησού – την σύντομη εκδοχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» λέγοντας τη κάθε λέξη χωριστά, βοηθώντας τον να την επαναλαμβάνει μετά από μένα νοερά. Τον ρώτησα αν συγκεντρωνόταν στην ευχή και μου απάντησε
-«Mόλις».

«Σε κάποια άλλη στιγμή ο διάβολος παρουσιάστηκε στον Γέροντα με ένα υπερήφανο λογισμό, επιδιώκοντας να τον αρπάξει με την υψηλοφροσύνη. ο Γέροντας μου είπε, «υποφέρω με τέτοια ασθένεια, που αντέχω ότι άντεξε ο Χριστός στο Σταυρό». Διαπιστώνοντας πώς αυτό συνέβαινε σε αυτόν εξαιτίας της αδυναμίας του νου, του είπα.
-«Τι λες, παππούλη; Απομάκρυνε κάθε τέτοιο λογισμό. Αυτός ο λογισμός προέρχεται από τον εχθρό. Πώς μπορείς να σκέφτεσαι ότι είναι πιο δύσκολο για σένα από ότι ήταν για τον Κύριο στο Σταυρό; Εκτός των άλλων, όλοι Τον εγκατέλειψαν -υπέφερε μόνος Του.Κανένας δεν Τον βοήθησε. Αλλά εγώ σε διακονώ επιμελώς και σε ρωτάω πώς μπορώ να σε βοηθήσω».

 Με αυτά τα λόγια ο Γέροντας ηρέμησε και έκλαψε για λίγο. Αυτό συνέβη την παραμονή της εορτής της Αγίας Σκέπης, την δεύτερη επίσημη εορτή της Καλύβης μας. Μετά από αυτό ο Γέροντας έχασε την ομιλία του και μιλούσε μόνο με το νου του, και ήμουν ο μόνος που καταλάβαινε τα πάντα. Με αυτόν τον ίδιο τρόπο ο Άγιος Τύχων του Ζαντόνσκ μιλούσε με το νου του λίγο πριν από την κοίμησή του, και μόνο με τον συνασκητή του Ιωάννη.

«Εκείνη την ημέρα όλα τα πνευματικά του παιδιά ήρθαν να τον αποχαιρετήσουν. Ο καθένας ρωτούσε ότι τον απασχολούσε και έδινε σε αυτούς τις τελευταίες συμβουλές μέσω έμού. Μού μιλούσε με το νου, και όλα ήταν αντιληπτά σε μένα, και μετά μετέφερα τα λόγια του στον καθένα. Αυτό ήταν ένα αληθινό θαύμα. Κατά τη δύση του ηλίου το ρολόϊ μου σταμάτησε και δεν ξέραμε τι ώρα ήταν Αφού ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος.
Ρωτήσαμε, «Τι ώρα είναι;»
Και ο Γέροντας μού απάντησε, «Ρύθμισέ το στις έντεκα». Όταν το ελέγξαμε την επόμενη ημέρα σύμφωνα με τον ήλιο, ήταν εντάξει. Όταν ο γέροντας ευλογούσε τον καθένα τελείωνε με μένα ευλογώντας με για τελευταία φορά, και άρχισα να φοβάμαι πώς ο γέροντας θα πέθαινε χωρίς να έχει χρόνο να με ευλογήσει ξανά. Έπειτα δεν τολμούσα να του πω:-
-«Παππούλη, φοβάμαι πώς θα πεθάνεις και δεν θα με ευλογήσεις», αλλά διαβάζοντας τη σκέψη μου απάντησε, «θά’ χω χρόνο».
«Την παραμονή της εορτής ο Γέροντας δεν είχε πυρετό, αλλά ήταν πολύ εξουθενωμένος. Μας παρότρυνε να τελειώσουμε την αγρυπνία νωρίς και αμέσως να λειτουργήσουμε ώστε να κοινωνήσει πριν να κοιμηθεί. Λίγο Αργότερα ο Γέροντας με έστειλε να τούς πω να τελειώσουν την αγρυπνία όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και να αρχίσουμε την λειτουργία. Συχνά με έστελνε να ελέγχω αν άρχισαν την Λειτουργία. Όταν η Λειτουργία άρχισε ο Γέροντας με έβαλε να διαβάσω τρεις ευχές Πριν την Θεία Μετάληψη και μόλις τις τελείωσα μού είπε εν πνεύματι, «Καλά ας δώσουμε τον ασπασμό της αγάπης».
Δεν το κατάλαβα αμέσως και το επανέλαβε, και μετά δώσαμε ο ένας στον άλλον τον ασπασμό. Με ευλόγησε και μου έδωσε τρεις ευχές.
«Αφού κοινώνησε, ξάπλωσε ήρεμα και δεν έφαγε ούτε ήπιε τίποτα. Όλα τα κοντινά του πνευματικά παιδιά και εκείνα που είχαν έρθει από μακριά για την εορτή δεν ήθελαν να φύγουν. Είχαν ενημερωθεί εκ των προτέρων για τον άρρωστο Μοναχό, από τον π. Αλύπιο, στον όποιον ο Γέροντας του είχε πει πώς θα άφηνε αυτόν τον κόσμο κατά την εορτή της Αγίας Σκέπης της Θεοτόκου, και ήθελαν να περιμένουν την κοίμησή του.

 Το πρωί ο Γέροντας ήθελε να του διαβάσουν το πάθος του Κυρίου από το κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο, αρχίζοντας με τα λόγια: «νυν εδοξάσθη ο υιός του ανθρώπου και ο Θεός εδοξάσθη εν αυτώ.
Αφού το άκουσε όλο ζήτησε να του ανάψουν ένα κερί και να διαβάσει κάποιος τον κανόνα για το χωρισμό της ψυχής από το σώμα. Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης ο Γέροντας στηριζόταν στην πλάτη του με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος του, κρατώντας το αναμμένο κερί. Διάβασαν όλο τον κανόνα μέχρι το τέλος και έψαλλαν το κοντάκιο «Μετά των αγίων ανάπαυσον…». Αλλά ο γέροντας δεν κοιμήθηκε.
Δίνοντας πίσω το κερί, είπε, «Πάρε το». Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι δεν παρέδωσε την ψυχή του ο Γέροντας επειδή τον ενοχλούσε ο κόσμος που παραβρισκόταν. «Ήθελε να πεθάνει χωρίς ανθρώπους γύρω του, και έτσι ο Θεός πραγματοποίησε την επιθυμία του.

Την επόμενη ημέρα, στις 2 Οκτωβρίου, κοιμήθηκε χωρίς κανένα γύρω του. Μου ζήτησε να κοινωνήσει και την επόμενη αλλά φοβόμουν μήπως δεν μπορούσε να καταπιεί την Θεία Κοινωνία. Δεν μπορούσε πλέον να καταπιεί νερό ούτε με κουτάλι, όπως έκανε τις τρεις τελευταίες μέρες, Αφού έβηχε μόλις κατάπινε.
«Καλά», μού είπε, «δώσε μου λίγο νερό με ένα κουτάλι κάτω από τη γλώσσα μου». Αρκετά σίγουρος γι’ αυτό ένα λεπτό αργότερα το κατάπιε χωρίς βήχα. Τότε μού είπε: «Πες στον πνευματικό μου πώς όταν με κοινωνήσει να βάλει τη Θεία Κοινωνία κάτω από την γλώσσα μου. Μην ξεχάσεις να τον προειδοποιήσεις».
Κατά αυτό τον τρόπο κοινώνησε πριν από την κοίμηση του.

«Είχε μία πολύ δύσκολη νύχτα, αν και δεν είχε πυρετό. Όλη την νύχτα ζητούσε να του αλλάξω θέση πότε πάνω με την πλάτη στον τοίχο, πότε κάτω και η νύχτα πέρασε χωρίς να καθίσει με πάνω από δέκα λεπτά στην ίδια θέση. Κατά το πρωί κοινώνησε. Μετά την λειτουργία αφού έφυγε ο πνευματικός του, έμεινα μόνος με τον Γέροντα, και μού ζήτησε να τον βοηθήσω να καθίσει πάνω στο κρεβάτι όπως πριν, ακουμπώντας το κεφάλι του σε ένα μαξιλάρι πάνω στο τραπέζι κατά τέτοιο τρόπο που να μπορεί να αναπνέει από τη μύτη και το στόμα. Παίρνοντας το αριστερό του μπράτσο στο χέρι μου και κρατώντας το αριστερό μέσα στο δικό μου, άρχισα να κάνω νοερά προσευχή σύμφωνα με τούς σφυγμούς του. Ο σφυγμός του ήταν ήρεμος και σταθερός, όπως σε έναν υγιή άνδρα. Άκουγα την αναπνοή του και παρατήρησα ότι συγχρονιζόταν με τη δική μου, και όταν εξέπνεε ψιθύριζε «…ελέησόν με».

 Με αυτό τον τρόπο, προσαρμόζοντας τον εαυτό του πάνω μου, έλεγε την ευχή του Ιησού. Αυτό συνεχίστηκε για δέκα λεπτά. Μετά ο σφυγμός του έγινε αξιοπρόσεκτα ασταθής και αδύναμος. Εκείνη την ώρα ο π. Ιωήλ μπήκε στο κελί. Του είπα, «Πάτερ, άναψε το λαδοκέρι, μόλις έσβησε. Μόλις το άναψε ο Γέροντας αναστέναξε βαθιά. Παρατηρώντας το αυτό, φώναξα: π. Ιωήλ, ο Γέροντας πεθαίνει!» Άλλη μία ανάσα ακολούθησε και τότε η ψυχή του ειρηνικά έφυγε μακριά από το σώμα του. Κι έτσι κοιμήθηκε στα χέρια μου, ειρηνικά, χωρίς κανένα ρίγος.
«Ο πνευματικός, αφού κοινώνησε τον Γέροντα, επέστρεψε στο κελλί του. Δεν είχε προχωρήσει πέντε λεπτά και μόλις είχε διασχίσει την αυλή του όταν άκουσε το κτύπημα της καμπάνας, σημαίνοντας τον θάνατο του Γέροντα. Όταν όλοι συγκεντρώθηκαν, η κηδεία άρχισε, και όταν τελείωσε όλοι ένιωσαν ένα είδος ευφορίας, σαν μία μέρα γιορτής».
«Ο γέροντας κοιμήθηκε το εξηκοστό ένατο έτος της ζωής του (2 Οκτ. 1937). Ας είναι αιωνία η μνήμη του. Είθε ο Κύριος να αναπαύσει τη ψυχή του μετά των αγίων, σε τόπο αναπαύσεως των δικαίων. Είθε ο Κύριος, δι’ ευχών του Γέροντός μου να δείξει έλεος και σε μένα τον αμαρτωλό υποτακτικό του».


Πηγές-Βιβλιογραφία:
Παϊσίου Νεοσκητιώτου μοναχού, Γέροντας Θεοδόσιος ο ασκητής των Καρουλίων, Άγιον Όρος 2007.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Α’ – 1901-1955, σελ. 309-312, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

Πλήρη βιογραφία του οσίου γέροντος Θεοδοσίου, γνωστού Καρουλιώτου  ασκητή, έχει εκδόσει ο Μοναχός Παΐσιος Νεοσκητιώτης, Γέροντας της Ιεράς Καλύβης Αγίου Ιωάννου Θεολόγου, Νέας Σκήτης Αγίου Όρους.
ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΚΑΛΥΒΗΣ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ ΝΕΑ ΣΚΗΤΗ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ, 2007. 


 https://proskynitis.blogspot.gr

Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2017

Ο Χριστιανισμός είναι.......

Ο Χριστιανισμός είναι η υπερβολή όλων των υπερβολών, το πιό απίστευτο από όλα τα απίστευτα. Για τούτο η πόρτα που μπαίνει κανένας στην εξωτική χώρα του Χριστού, είναι μιά μοναχά, η πίστη!

κυρ Φώτης Κόντογλου.

Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2017

Πως ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός συνέγραψε θεία άσματα, μελωδήματα, Λόγους και άλλα ψυχωφελή


Κάποτε απέθανε κάποιος γείτονας του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, ο δε αδελφός του νεκρού πικραινόταν και παρεκάλει τον Άγιο να συνθέσει κανένα τροπάριο κατανυκτικό για να παρηγορηθεί στην λύπη του. Ο δε Άγιος ευλαβείτο τον Γέροντά του και δεν ήθελε να παραβεί την εντολή του. Επειδή όμως πολύ τον στενοχώρησε εκείνος καί στον Θεό τον όρκισε, συγκατέβει και συνέθεσε τροπάριο νεκρώσιμο, πολύ ωραίο καί εναρμόνιο, το οποίο έως την σήμερον ψάλλεται, ήτοι το: «Πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα»...

Ήταν δε τότε μόνος ο Ιωάννης στο κελλί του και έψαλλε το τροπάριο με μελωδία θαυμάσια. Έτυχε όμως τότε να έρχεται ο Γέρων, ο οποίος ακούγοντας την μελωδική εκείνη φωνή, εθυμώθη και του λέγει: «Αντί να κλέεις, χάσκεις και χαίρεσαι, παρήκοε;» Ο δε Άγιος εδικαιολογείτο, λέγων την αιτία. Ο Γέρων όμως ουδόλως ειρήνευσε, αλλά τον εδίωξε από το κελλί του ως παρήκοο. Ο δε θαυμάσιος Ιωάννης, ενθυμούμενος την παράβαση των Προπατόρων, για την οποία δικαίως εξώσθησαν του Παραδείσου, έκλαιε πικρώς, οδυρόμενος περισσότερο απ’ εκείνον, του οποίου ο αδελφός απέθανε και έβαλε μεσίτες τους Γέροντες όλους και αυτόν τον Ηγούμενο να παρακαλέσουν τον Γέροντά του να του δώσει συγχώρηση. Αλλ’ ο Γέρων, ως αυστηρός, δεν έκλινε ποσώς προς συμπάθεια.

Οι μεν λοιπόν παρεκάλουν αυτόν να του δώσει άλλον κανόνα καί να μη τον διώξει τελείως. Ο δε αποκρινόταν: «Εάν δεχθεί να καθαρίσει όλους τους ρύπους και τις ακαθαρσίες της Λαύρας από τις αναπαύσεις με τα χέρια του, θα τον συγχωρήσω, άλλως δεν τον δέχομαι ουδόλως». Αυτά εκείνοι ακούσαντες έφριξαν, και εντρέποντο να του τα ειπούν, πλην μετά βίας καί αισχύνης το ομολόγησαν. Ο δε όταν άκουσε αυτά έλαβε μεγάλη αγαλλίαση και είπε: «Αυτό είναι εύκολο να το κάμω, ευλογείτε, Πατέρες Άγιοι». Και ευθύς λαβών τα εργαλεία, εισήλθε στην ανάπαυση του γείτονα αυτού και αρχίζει να μολύνει τα χέρια εκείνα, που μοσχοβολούσαν από τα αρώματα πρότερα καί την χριστοθεράπευτο δεξιά έβαλε στην κόπρο καί δεν σιχαινόταν ο αοίδιμος. Βλέποντας ο Γέρων την πολλή προθυμία του Ιωάννου στην υπακοή και την εις βάθος ταπείνωση, έδραμε και τον ενηγκαλίσθη χαίρων και τον κατεφίλει καί κατησπάζετο λέγων: «Καλότυχος εγώ, που αξιώθηκα να έχω τέτοιον μαθητή υπήκοο και αθλητή γενναιότατο». Ο δε Άγιος, όσο έβλεπε, ότι τον επαινούσε ο Γέρων, τόσο μάλλον ταπεινωνόταν και ευλαβούμενος τους λόγους του έκλαιε, καθώς κάμνουν όλοι οι φρόνιμοι, όταν άλλοι τους εγκωμιάζουν.


Εισελθόντες λοιπόν στο κελλί, χαιρόταν ο Άγιος, ότι του έδωσε την συγχώρηση, ο δε Γέρων τον προσέταξε πάλι να φυλάττει σιωπή ως ψυχοσωτήριο.

Ολίγες όμως μετά από αυτά ημέρες, φαίνεται στον Γέροντα κοιμώμενο, η Πανύμνητος και Πανάμωμος Δέσποινα και του λέγει: «Γιατί έφραξες τέτοια βρύση θαυμάσια, η οποία προχέει δαψιλές νάμα καί ύδωρ αναπαύσεως των ψυχών νεκταρώδες καί γλυκύτερο απ’ εκείνο, το οποίο ανέβλυσε στην έρημο; Άφησε την πηγή να ποτίσει την οικουμένη άπασαν, να σκεπάσει θάλασσες αιρέσεων και να τις μετατρέψει σε θαυμασία γλυκύτητα. Αυτός έχει να υπερβεί του Δαβίδ την προφητική κιθάρα και το ψαλτήριο. Αυτός θα μελωδήσει άσματα καινά, μεγαλουργήματα γλυκύτερα και ωραιότερα προς τον Κύριο από την ωδή του Μωϋσέως καί την χοραυλία της Μαρίας. Προς σύγκριση της ηδυτάτης και θαυμαστής αυτού κιθάρας θέλουν λογισθεί μύθος άχρηστος τα του Ορφέως ανόητα μελωδήματα. Ούτος θέλει μελωδήσει την πνευματική και ουράνιο μελουργία. Ούτος θέλει ορθοτομήσει τα της Πίστεως δόγματα και θέλει στηλιτεύσει πάσης αιρέσεως διαστροφή και δολερότητα».

Το πρωΐ, όταν ξύπνησε ο Γέρων, ο οποίος είδε την οπτασία αυτή καί απεκαλύφθησαν σ’ αυτόν τέτοια μυστήρια, έβαλε μετάνοια προς τον Άγιο λέγων: «Ω τέκνον της υπακοής του Χριστού, άνοιξε το στόμα σου και λάλησε τους λόγους, τους οποίους έγραψε στην καρδία σου το Πνεύμα το Άγιο, διότι ανέβης στο Σίναιο όρος των οπτασιών και των θαυμασίων αποκαλύψεων του Θεού, δια την πολλή σου ταπείνωση. Τώρα λοιπόν ανάβα προθύμως στο όρος της Εκκλησίας καί κήρυξε στην Ιερουσαλήμ ευαγγελιζόμενος, όσα δεδοξασμένα ελάλησε προς την εμήν ευτέλεια η Αειπάρθενος Μήτηρ του Θεού δια σε και συγχώρησέ μοι για όσα σου έπταισα, διότι από την αγνωσία μου σε εμπόδισα»,
Τότε άρχισε ο Ιωάννης να ψάλλει τα μελίρρυτα εκείνα άσματα και θεία μελωδήματα, που με αυτά τόσο πολύ την Εκκλησία εφαίδρυνε καί καθ' εκάστη σ’ αυτήν ακούεται ο καθαρός ήχος των εορταζόντων.

Όχι δε μόνο Κανόνες και Τροπάρια καί μουσικά Ιδιόμελα και προσόμοια συνέθεσε, αλλά και πανηγυρικούς λόγους πολλούς στις Δεσποτικές εορτές και εγκώμια στην Υπεραγία Θεοτόκο και σε άλλους Αγίους πολλούς συνέταξε, καθώς στα βιβλία της Εκκλησίας μας φαίνονται ως και σε αρχαία χειρόγραφα, τα οποία σώζονται στα βασιλικά Μοναστήρια του Αγίου Όρους, γραμμένα δια χειρός παλαιών διδασκάλων, σε πάσα εορτή αναγινωσκόμενα έως την σήμερον. Έτι δε και την ιερά εκείνη Βίβλο της Θεολογίας συνέθεσε, την οποία εάν ονομάσω θεοχάρακτη πλάκα δεν ψεύδομαι. Περιγράφει δε σε αυτήν τα μυστήρια και τα δόγματα της αληθούς ημών Πίστεως με συντομία θαυμάσια και άλλα πολλά χρήσιμα περί της των όντων, νοητών και αισθητών, θεωρίας, την οποία βίβλο ουράνιο εκάλεσα, διότι έκαστον αυτής δίδαγμα λάμπει και φωτίζει με τις ορθές αποδείξεις, τις φυσικές και τις Γραφικές, αλλά και πολύ επιστημονικές, τόσον ώστε, όποιος δεν κατατρυφήσει σ’ αυτήν και δεν απολαύσει τέτοιον ουρανό πολύφωτο, είναι όντως εσκοτισμένος καί δυστυχής.

Έγραψε δε και λόγους μακρούς ο αοίδιμος Ιωάννης για την των θείων Εικόνων προσκύνηση καί άλλα ψυχωφελή ποιήματα συνέθεσε.

http://stratisandriotis.blogspot.com

Τρίτη 12 Σεπτεμβρίου 2017

Στην πορεία της ζωής σου..




Πάντα θα υπάρχει ένας Πέτρος να σε αρνηθεί,
ένας Ιούδας να σε προδώσει
και ένας Πιλάτος να σε σταυρώσει,
αλλά...
και ένας Κυρηναίος να σε στηρίξει,
μια Βερόνικα Aγία για να σκουπίσει τον ιδρώτα σου
κι ένας ληστής να σε εκτιμήσει και να σου θυμίσει ποιός στ' αλήθεια είσαι.
Θυμήσου πως όλοι αυτοί υπήρξαν και στη ζωή Εκείνου που ήρθε να μας σώσει, να μας ελευθερώσει, να μας δώσει αιώνια ζωή.

Γι αυτό αδελφέ μου...
Συνέχισε να προχωράς, ο Θεός θα σε αναστήσει!



 http://apantaortodoxias.blogspot.gr/

Χαρά, Λύπης Όλεθρος (αρχ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου)



Ο πόνος, η στενοχώρια, η αγωνία, η ψυχική τραγωδία είναι αποτέλεσμα της πτώσεως του ανθρώπου, η οποία οφείλεται στον εγωισμό του. Οι αναθυμιάσεις του εγώ γεννούν στην ψυχή την στενοχώρια, ενώ η φυσιολογική της κατάσταση είναι η χαρά, διότι ο Θεός είναι ειρήνη, είναι χαρά, και η ψυχή είναι εμφύσημα του Θεού, δημιουργήθηκε από Αυτόν και οδεύει προς Αυτόν. Επομένως, η στενοχώρια είναι ξένη και αδικαιολόγητη μέσα στην ανθρώπινη ζωή.
Και όμως σήμερα δεν βρίσκεις άνθρωπο χαρούμενο, που σημαίνει πως δεν βρίσκει κανείς άνθρωπο ισορροπημένο, ήρεμο, φυσιολογικό. Η στενοχώρια είναι αρρώστια τρομερή που μαστίζει την οικουμένη, η μεγαλυτέρα ίσως βάσανος της ανθρωπότητος, το μεγαλύτερό της δράμα. Δεν είναι απλώς τα προοίμια της κολάσεως αλλά η βίωσις της κολάσεως από της παρούσης ζωής.

Έλλειψις χαράς σημαίνει έλλειψις Θεού, ενώ η χαρά απόδειξις της παρουσίας αυτού. Εάν κανείς είναι κοσμικός άνθρωπος και τέρπεται επί τοις επικήροις, χαίρεται για τις ηδονές, για τα παροδικά και μάταια, αυτός ίσως έχει κάποια ηδονή, κάποια ευχαρίστηση, αλλά στην πραγματικότητα, αν προσέξει κανείς, θα δει ότι υπάρχει θλίψις και στενοχώρια στην ζωή του, όπως λέγει η Αγία Γραφή: <θλίψις και στενοχωρία επί πάσαν ψυχήν ανθρώπου του κατεργαζομένου το κακόν>. Δεν είναι δυνατόν να υπάρχει χαρά εκεί όπου υπάρχει παράβασις της εντολής του Θεού, όπως είναι αδύνατον να υπάρχει στενοχώρια με την εφαρμογή του νόμου του Θεού.

Χαρά, Λύπης Όλεθρος. Λύπη είναι ένα ξίφος που έρχεται αιφνιδίως και χτυπάει το σώμα, ιδιαίτερα όμως την ψυχή του ανθρώπου. Και μάλιστα κάτι που εξέρχεται από την κακία των ανθρώπων, από την αμαρτία, από την δυσωδία, από την αντίθεση των άλλων. Η λέξη λύπη είναι συγγενήςπρος την λέξη λύμη, η οποία σημαίνει πληγή, κάτι που στάζει πύον. Επομένως, λύπη είναι η κατάσταση της ψυχής, η οποία στάζει πύον. Κυρίως προέρχεται από βέλη τα οποία εξακοντίζονται από την κακία των ανθρώπων ή και από τις κακίες της δικής μας ψυχής. Η λύπη εδώ δεν είναι αυτό που λέμε, είμαι λυπημένος. Όταν λέμε, είμαι λυπημένος, κατά κανόνα εννοούμε, ζω τις αναθυμιάσεις της δικής μου αμαρτίας, της δικής μου εγωπάθειας, της δικής μου απομονώσεως από τον Θεό. Όταν οι πατέρες ομιλούν για την λύπη, εννοούν κάτι διαφορετικό.

Η χαρά λοιπόν είναι λύπης όλεθρος. Επομένως όταν μας χτυπήσουν τα βέλη αμαρτίας, των πονηρών παθών, των εμπαθών λογισμών, τα βέλη των κακών ανθρώπων ή οποιαδήποτε άλλα, όταν φαίνεται η δυσωδία του προτέρου μας βίου, όταν η αποτυχία της ζωής μας έλθει να μας χτυπήσει, τότε η χαρά είναι όλεθρος της λύπης. Η χαρά είναι σαν μια ασπίδα που χτυπούν τα βέλη και φεύγουν και δεν παθαίνεις τίποτε. Όλοι εκείνοι και όλα εκείνα που έρχονται να θλίψουν την δική μας ψυχή καταστρέφονται, απόλλυνται.

Η τροφή των εν Χριστώ ασκουμένων είναι η χαρά. Η χαρά τρέφει την ψυχή , το πνεύμα, τον νου, ώστε να μπορούν να ανεβαίνουν και να δίδωνται εις τον Θεόν. Καμία άσκησις, καμία εγκράτεια, κανείς πόθος, καμία αγάπη δεν μπορεί να φτάσει εις το τέρμα εάν δεν τρέφεται. Σκεφτείτε κάποιον που θέλει να είναι καλός αθλητής και δεν τρώει. Απλούστατα θα πέσει εις τον δρόμο. Έτσι ακριβώς παθαίνει και κάποιος πνευματικός ασκητής αν δεν έχει χαρά.



 http://orthodoxmathiteia.blogspot.gr

Δημοφιλείς αναρτήσεις