Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2013

Έλληνας ερημίτης Ιεραπόστολος στους Λάπωνες




Που να φανταστεί κανείς ότι στα μέσα του 14ου αιώνα ένας μοναχός από την Κωνσταντινούπολη θα αποφάσιζε να διαλέξει το νησί Μουρμάνσκ της λίμνης  Ονέγκα στο βόρειο άκρο της Ρωσίας για έρημο, προκειμένου να ασκηθεί!

Την ιστορία του την γνωρίζουμε από τη διαθήκη του, που μας άφησε.

Τον έλεγαν Λάζαρο, φαίνεται ότι για αρκετό διάστημα, πριν πάρει την απόφαση να γίνει ερημίτης, ζούσε στη Ρωσία, στην περιοχή του Νόβγκοροντ. Από το χώρο της ασκήσεώς του, το Μουρμάνσκ, έμεινε στην ιστορία ως Λάζαρος Μουρμάνσκι.

Ο ερημίτης Λάζαρος, γύρω στα 1351, παίρνει το δρόμο προς βορρά, στην περιοχή που κατοικούσαν οι Λάπωνες.

Αναζητεί τόπο ησυχίας και περισυλλογής, φτάνει στη λίμνη  Ονέγκα και διαλέγει το νησί της αναχωρήσεώς του.

Φαίνεται ότι στην αρχή πρέπει να είχε πολύ μεγάλες δυσκολίες με τους νομάδες κατοίκους της περιοχής κοντά στη λίμνη, δηλαδή τους Λάπωνες και τους Τσούντους.

Στη διαθήκη του τους χαρακτηρίζει «ανθρωποφάγους», ασφαλώς όχι με την κυριολεκτική σημασία της λέξεως, αλλά για τα βάσανα που πέρασε από αυτούς.

Να πως τα περιγράφει με λίγα λόγια, στη διαθήκη του: «Πολλές στενοχώριες, πολύ ξύλο και πληγές υπέμεινα από αυτούς.

Συχνά με χτυπούσαν και με έδιωχναν από τη λίμνη. Μου έκαψαν μάλιστα και την καλύβα μου.

Οι καταραμένοι δέχονταν τη διδασκαλία του διαβόλου και είχαν πολλές δεισιδαιμονίες. Έφτιαξαν μάλιστα ένα καταυλισμό κοντά μου με γυναίκες και παιδιά.

Έκαναν άσχημα πράγματα και μου είπαν: «Καλόγερε, φεύγα από έδώ». Και οι ανθρωποφάγοι ήθελαν να με σκοτώσουν και να δώσουν το πτώμα μου τροφή στα σκυλιά τους…».

Η κατάσταση αυτή άλλαξε, όταν μια φορά θεράπευσε ένα παιδί Λάπωνα, που γεννήθηκε τυφλό.

Τότε ο πατέρας του παιδιού και όλη η οικογένεια δέχτηκαν τη χριστιανική πίστη.

Με τον καιρό διαδόθηκε η φήμη του ερημίτη στην περιοχή.

Πολλοί μοναχοί συγκεντρώθηκαν γύρω του από διάφορες περιοχές, με αποτέλεσμα να ανοικοδομηθεί ένας ναός, αφιερωμένος στην «Ανάσταση του Λαζάρου, του φίλου του Θεού» και συγχρόνως ένα μοναστήρι.

Όσοι από τους ιθαγενείς έγιναν χριστιανοί εγκαταστάθηκαν μόνιμα στον τόπο εκείνο, ενώ οι άλλοι, συνεχίζοντας το νομαδικό τους βίο, έφυγαν για άλλες περιοχές.



Μοναχός Σέργιος


Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

"ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, ΤΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ"




Ο Βασίλειος γεννήθηκε το 330μ.Χ στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Σπούδασε φιλοσοφία, ιατρική, μαθηματικά και ρητορική στην Αθήνα.

Πολέμησε τις αιρέσεις και αντιτάχθηκε στις αυθαιρεσίες της εξουσίας. Το 367-368 έπληξε την περιοχή της Καισάρειας λιμός. Ο Βασίλειος πούλησε την τεράστια οικογενειακή του περιουσία, στηλίτευε τους μαυραγορίτες, οργάνωνε λαϊκά συσσίτια και μερίμνησε για τα παιδιά όχι μόνο των χριστιανών αλλά και των εβραίων και των ειδωλολατρών, χωρίς καμία διάκριση.

Όταν έγινε αρχιεπίσκοπος το 370, έχτισε τη Βασιλειάδα, ένα συγκρότημα από νοσοκομεία, γηροκομεία, λεπροκομεία, ορφανοτροφεία και σχολείο για την επαγγελματική κατάρτιση όσων ήθελαν να μάθουν μια τέχνη. Η Βασιλειάδα είναι το πρώτο γνωστό στην ιστορία κοινωνικό ίδρυμα, μια ολόκληρη πολιτεία που φιλοξενούσε 30.000 ανθρώπους.

Ο Βασίλειος διακήρυττε ότι η ελεημοσύνη από μόνη της δεν αποτελεί απάντηση στη φτώχεια, αντίθετα μόνη απάντηση είναι η εργασία και η δίκαιη κατανομή των αγαθών:
«Εσύ δεν είσαι πλεονέκτης; Δεν είσαι άρπαγας; Δεν κρατάς για τον εαυτό σου όσα σου δόθηκαν για να τα διαχειρισθείς προς όφελος όλων; Αυτός που γδύνει τον ντυμένο θα ονομαστεί λωποδύτης, αλλά αυτός που δεν ντύνει τον γυμνό μήπως δεν αξίζει αυτή την ονομασία; Το ψωμί που αποθηκεύεις είναι του πεινασμένου, τα ρούχα που συσσωρεύεις είναι του γυμνού, τα παπούτσια που τα ‘χεις και σαπίζουν είναι του ξυπόλυτου, τα λεφτά που θάβεις για να μη στα κλέψουν είναι του φτωχού. Είναι τόσοι αυτοί που αδικείς όσοι αυτοί που θα μπορούσες να βοηθήσεις.»

«Τελειότατη κοινωνία ονομάζω αυτήν, όπου έχει καταργηθεί η ιδιοκτησία, έχουν εκλείψει οι προσωπικές διαφορές και έχουν εξαφανιστεί οι έριδες και οι φιλονικίες. Είναι η κοινωνία όπου όλα είναι κοινά. Οι πολλοί είναι ένας και αυτός ο ένας δεν υπάρχει μόνος του, αλλά ζει μέσα στους πολλούς.»

Μ. Βασιλείου, «Ασκητικές Διατάξεις»

http://aktines.blogspot.gr


Δίδαγμα: Μου έχει κάνει το βίο αβίωτο!





Κάποιος Χριστιανός πήγε να συμβουλευτεί τον Αββά Σιλουανό.

- Έχω ένα θανάσιμο εχθρό Πάτερ, του εξομολογήθηκε. Τα κακά που μου έχει προξενήσει αυτός ο άνθρωπος είναι αναρίθμητα.
 Προ καιρού κέρδισε με απάτη ένα μεγάλο κομμάτι απ’ το χωράφι μου. Με συκοφαντεί, όπου βρεθεί κακολογεί κι εμένα και την οικογένειά μου. Μου έχει κάνει το βίο αβίωτο. Τώρα τελευταία μάλιστα επιβουλεύεται και τη ζωή μου. Πριν λίγες μέρες μάλιστα έμαθα πως αποπειράθηκε να με δηλητηριάσει. Δεν παίρνει άλλο λοιπόν. Είμαι αποφασισμένος να τον παραδώσω στην δικαιοσύνη.

- Κάνε όπως θέλεις, του είπε με αδιαφορία ο Αββάς Σιλουανός.

- Δεν νομίζεις Πάτερ, πως αν τιμωρηθεί και μάλιστα αυστηρά, όπως του πρέπει, θα σωθεί η ψυχή του; ρώτησε ο άνθρωπος που τώρα άρχισε να ενδιαφέρεται και για την ψυχική ωφέλεια του εχθρού του.

- Κάνε ότι σε αναπαύει, εξακολουθούσε να λέγει με το ίδιο ύφος ο Όσιος.

- Πηγαίνω λοιπόν στον δικαστή κατευθείαν, είπε ο Χριστιανός, και σηκώθηκε να φύγει.

- Μη βιάζεσαι τόσο, του είπε με ηρεμία ο Όσιος. Ας προσευχηθούμε πρώτα να κατευοδώσει ο Θεός την πράξη σου.

Άρχισε το «Πάτερ ημών».

«Και μή αφίεις ημίν τά οφειλήματα ημών, ως και ημείς ου αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών», ακούστηκε να λέει μεγαλοφώνως ο Όσιος, σαν έφτασε σ’ αυτόν το στίχο.

- Λάθος Αββά, δε λέγει έτσι η Κυριακή Προσευχή, έσπευσε να διορθώσει ο χριστιανός.

- Έτσι όμως είναι, αποκρίθηκε μ’ όλη του την απάθεια ο Γέρων. Αφού αποφάσισες να παραδώσεις τον αδελφό σου στο δικαστή, ο Σιλουανός δεν κάνει άλλη προσευχή για σένα.


http://www.briefingnews.gr/

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Μνήμη Νίκου Γ. Πεντζίκη





Ο Νίκος Γ. Πεντζίκης άφησε βαθιά τη σφραγίδα του στη ζωή μου διδάσκοντάς με πολλά για τη ζωή και το γράψιμο.

Άκουσα γι᾿ αυτόν πρώτη φορά από ένα συμφοιτητή μου του οποίου ο αδελφός υπήρξε μαθητής του π. Παϊσίου. Μου φάνηκε παράξενο που ο αυτός ο αγιορείτης ασκητής, τον οποίο λίγο είχα γνωρίσει μέχρι τότε, συνιστούσε ένα λογοτέχνη. Είχε όμως διαγνώσει το σπάνιο ήθος του και τον αγώνα του να εγκολπωθεί την ταπεινοφροσύνη.

Τον συνάντησα πρώτη φορά σε μια ομιλία του στη Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ το 1976. Ο λόγος του ήταν πολύ διαφορετικός από των άλλων, ελάχιστα κατανοητός, κι η συμπεριφορά του όχι η αναμενόμενη από έναν «πνευματικό» άνθρωπο. Αυτό που έμεινε βαθιά χαραγμένο στη μνήμη μου ήταν όσα είπε για το αίσθημα, που το συνιστούσε ένθερμα ως στόχο ζωής και που με καθόρισε σημαντικά αργότερα. Εν ολίγοις έλεγε: «συναίσθημα=αίσθημα+εγωισμός». Όταν μια φοιτήτρια τον ρώτησε πώς θα φτάσουμε στο αίσθημα, απάντησε: «Έχετε φάει χυλόπιτα;». Εκείνη άλλαξε πολλά χρώματα, κι ο Πεντζίκης εξήγησε ότι χρειάζεται μια δυνατή απογοήτευση, για να καθαρθεί το συναίσθημα από τον εγωισμό και να γίνει αίσθημα. Πριν από την ομιλία, προσέβαλε βάναυσα την ευειδή βοηθό ενός ιερωμένου καθηγητή. Ήταν ο τρόπος του για να δείξει την αποστροφή του προς τον καθωσπρεπισμό και τις συμβατικότητες.

Μετά την ομιλία τον επισκέφτηκα στο σπίτι του. Με δέχτηκε με προσήνεια αλλά, βλέποντας μπροστά του ένα φοιτητή που φαινόταν του «κατηχητικού», φρόντισε να με σοκάρει μιλώντας μου για γυναίκες. Όταν διαπίστωσε πως δεν ταράχτηκα, γίναμε φίλοι[i]. Βρήκαμε κοινά ενδιαφέροντα: την αγάπη για το Άγιο Όρος και τη γεωγραφία. Μου χάρισε το βιβλίο του «Σημειώσεις εκατό ημερών», βρίζοντας τον «Αστέρα» που δεν το προώθησε και του επέστρεψε εκατοντάδες αντίτυπα. Το διάβασα, δεν το κατάλαβα τελείως, αλλά όταν το τελείωσα, αναλύθηκα σε δάκρυα. Ένιωσα μια κάθαρση. Ήταν η πρώτη ρωγμή στον πυρήνα του ορθολογισμού μου.

Ακολούθησαν κι άλλες συναντήσεις μας, συνήθως δυο ή τρεις φορές τον χρόνο, σε κλίμα πατρικής αγάπης, μέχρι την τελευταία που μου εξομολογήθηκε κάποιες δυσκολίες του του παρελθόντος και γίναμε φίλοι. Είχαμε και μια αρκετά τακτική αλληλογραφία.

Έμαθα πολλά δίπλα του: Την αγάπη για τη μεσαιωνική γραμματεία, για τη μη συμβατική συμπεριφορά, για τον ανορθολογισμό, για τα πράγματα, αντί των εννοιών και των ιδεών που αντιπαθούσε όσο οτιδήποτε άλλο και τις ονόμαζε «αηδίες», κάνοντας λογοπαίγνιο με την αγγλική προφορά της λέξης... Του άρεσε η απαρίθμηση των πραγμάτων, όπως ο κατάλογος των πλοίων στην Ιλιάδα, που τον θεωρούσε το καλύτερο κομμάτι του Ομήρου, και τα memorabilia, τα διάφορα ασήμαντα θυμητάρια από γνωστούς ή άγνωστους ανθρώπους (συνήθως νεκρούς) ή από κάποια γεγονότα, μέσω των οποίων προσπαθούσε να έρχεται σε επαφή μαζί τους, και η ψηφαρίθμηση.

Κάποτε κάθησε υπομονετικά, με τις ώρες, να μου εξηγήσει πώς εργαζόταν με την ψηφαρίθμηση. Άθροιζε τις αριθμητικές τιμές των γραμμάτων κάθε λέξης ενός κειμένου, μέχρι το άθροισμα να του δώσει έναν αριθμό από το 1 ώς το 9. Ή μετρούσε την ποιότητα των γραμμάτων της (ένρινα, χειλικά, κλπ.). Κάθε αριθμό από το 1 ώς το 9 ή κάθε ποιότητα τα συνέδεε με μια ομάδα πραγμάτων, πχ., φως, νερό, κλπ., όταν έγραφε, ή με κάποια απλά σχήματα, με τα οποία γέμιζε τον πίνακα, όταν ζωγράφιζε. Πχ., αν το αποτέλεσμα παρέπεμπε στο φως, έγραφε την πρώτη φράση που του ερχόταν στο μυαλό όπως: «Ο ήλιος βγήκε στο παράθυρο». Και συνέχιζε ψηφαριθμώντας άλλα κείμενα.

Αυτή η εργασία ήταν πολύ επίπονη για το μυαλό του αλλά και τον Πεντζίκη ολόκληρο. Έλεγε όμως πως έτσι καθαιρόταν το μυαλό του, εξαφανίζονταν οι ιδέες και πήγαζε το αίσθημα από το κέντρο της ανθρώπινης ύπαρξης, την καρδιά του. Από το 1969 σταμάτησε να ψηφαριθμεί κοσμικά κείμενα και ψηφαριθμούσε μόνο το συναξάρι της ημέρας από τον Συναξαριστή του αγίου Νικοδήμου. Συνήθως σηκωνόταν νωρίς το πρωί και δούλευε έτσι μέχρι το μεσημέρι. Αυτός ήταν ο δικός του, «κοσμικός» κανόνας, όπως έλεγε, παραλληλίζοντάς τον με τον κανόνα προσευχής του μοναχού.

Πρώτη φορά επισκέφτηκε το Άγιο Όρος το 1933 και συμπλήρωσε περίπου εβδομήντα προσκυνήματα μέχρι την κοίμησή του. Η πρώτη επίσκεψη κλόνισε μια και καλή τον ορθολογισμό του κι ήταν η αφορμή για να αναθεωρήσει τη ζωή και τις απόψεις του για την τέχνη και τη συγγραφή.

Ενώ ήταν δύσκολος άνθρωπος και αθυρόστομος (δεν δίσταζε να κάνει σκουπίδι κάποιον με την παραμικρή αφορμή, κυρίως όταν του φαινόταν πως υποκρινόταν ή είχε οίηση) σεβόταν πολύ τους αγιορείτες μοναχούς και δεν αντιδρούσε σε οποιεσδήποτε κριτικές τους, γιατί ένιωθε πως είχαν επιλέξει ένα θάνατο στη ζωή τους (ήταν πολύ διαφορετικές οι συνθήκες ζωής στο Όρος τις δεκαετίες μετά τον πόλεμο από τις σημερινές).

Θήλασε από τη σοφία των απλών, των σαλών και των περιφρονημένων μοναχών αυτής της εποχής κι ο καρπός αυτής της σχέσης φάνηκε στα έργα του, τα στριφνά και δυσνόητα εκ πρώτης όψεως, όμως συνταγμένα με πολύν αγώνα “προς καταστροφή του φυσικού προσώπου σε μια προσπάθεια προς απόκτηση προσώπου εν ετέρα μορφή”, όπως σημειώνει στον υπότιτλο του βιβλίου του “Σημειώσεις εκατό ημερών”.

Αυτά συνήθως περιγράφουν μια πάλη με το ισχυρότατο εγώ του, με σκοπό να καθαρίσει τα ένδον του από τον εγωισμό και να μιλήσει έτσι αυθεντικά.

Στην αλληλογραφία του με τους ανθρώπους που εκτιμούσε αυτοεξουδενωνόταν, κατηγορώντας τον εαυτό του με βαρείς χαρακτηρισμούς. Ένιωθε επίσης ότι οι εξουθενωτικές και επιθετικές κριτικές για το έργο του του έκαναν καλό. Κάποιος κριτικός είχε γράψει για ένα κείμενό του πως «το βιβλίο κυκλοφορεί άδετον, όπως και ο συγγραφεύς». Χρόνια μετά, όταν ο Πεντζίκης έμαθε πως μια οδός στην Καλαμαριά πήρε το όνομα του εν λόγω κριτικού, έσπευσε εκεί να την «προσκυνήσει», γιατί ένιωθε ευγνωμοσύνη προς τον λόγιο που τον βοήθησε να συνειδητοποιήσει τις εσωτερικές συγκρούσεις του και να ταπεινοφρονήσει.

Αυτός ο εκ πρώτης όψεως απότομος άνθρωπος είχε πολύ αίσθημα μέσα του, μια μεγάλη καρδιά που ξεχείλιζε. Ερωτευόταν από το πιο απλό πετραδάκι, τα μαλάκια, άλλους μικροοργανισμούς και ατελέστερες μορφές ζωής μέχρι τους ολοκληρωμένους συνανθρώπους του και μοίραζε γενναιόδωρα την αγάπη και τη σοφία του. Ιδιαίτερα εκτιμούσε κάποιες παρθενικές ψυχές, όπως δύο αγιορείτες ιερομονάχους, τότε στην αγαπημένη του Μονή Σταυρονικήτα, που διέκρινε πάνω τους τη χάρη της παρθενίας, όπως μου έλεγε.

Ο διαρκώς αγωνιζόμενος και αρκετά αντιφατικός Νίκος Πεντζίκης, στην πραγματικότητα ήταν περισσότερο χριστιανός από πολλούς μεγαλοσχήμονες διανοούμενους «χριστιανούς». Εκοιμήθη εν Κυρίω στις 13 Ιανουαρίου 1993 και ετάφη την επομένη στο αγιορείτικο (σιμωνοπετρίτικο) μετόχι της Ορμύλιας, με μια εξόδιο τελετή με αναστάσιμο χαρακτήρα.

Είθε ο Κύριος να τον αναπαύσει με τους αγίους Του και, με τις ευχές του, να μας σκεπάζει και να μας ευλογεί.

[i]  Έμαθα ότι τό ίδιο συνέβη λίγα χρόνια πρωτίτερα με τρεις φοιτητές ιατρικής, που είχαν σχέση με τη «Ζωή» και τους έστειλε σ᾿ αυτόν ο γέρο Παΐσιος. Όταν πήγαν στον γέροντα και του είπαν ότι ενδιαφέρονται για την τέχνη, αυτός τους έστειλε στον Πεντζίκη. Τους ρώτησε αν έχουν πάει με πόρνες, αυτοί πέρασαν με επιτυχία το τεστ κι έγιναν από τους στενότερους φίλους του.

Theo



πηγή: Aντίφωνο

ΕΝΑ ΘΑΥΜΑ ΑΠΟ ΜΙΑ... ΠΟΡΝΗ!




Του π. Στεφάνου Αναγνωστόπουλου

Μια πονεμένη χήρα μάνα βρίσκεται σ’ ένα νοσοκομείο με το δίχρονο παιδάκι της να χαροπαλεύει οπό λευχαιμία.
Ο πόνος της είναι μεγάλος, διότι ήδη έχει χάσει άλλα δύο παιδιά, και τώρα έβλεπε να της φεύγει και το τελευταίο, τρίτο βλαστάρι της. Όσο περνούσαν οι ώρες, τόσο και πιο πολύ μεγάλωνε η απελπισία της.

Ήταν ήδη 2:00 μετά τα μεσάνυκτα, όταν όλως εκτάκτως πέρασε οπό το θάλαμο ο διευθυντής του τμήματος, να δει ένα διπλανό κοριτσάκι «επί πληρωμή» και οπό παρόρμηση πρόσεξε και το δίχρονο παιδάκι της χαροκαμένης εκείνης μάνας. Το εξέτασε και της είπε: Λυπάμαι πολύ κυρία μου. Πάρε τό παιδάκι σου και φύγε τώρα, για να πεθάνει τουλάχιστον στην αγκαλιά σου και στο σπίτι σου.

Σαν το άκουσε αυτό η δύστυχη μάνα από το στόμα του γιατρού, με λυγμούς, τύλιξε το παιδάκι της με μία κουβερτούλα, το έσφιξε στην αγκαλιά της και έφυγε τρέχοντας. Βγήκε στο δρόμο… Παντού επικρατούσε ερημιά και ησυχία. Τίποτα δεν κυκλοφορούσε.

Σε μία στροφή του δρόμου, βλέπει ξαφνικά μπροστά της μία νεαρή σχετικά γυναίκα, περίπου 30 ετών. Μόλις είχε τελειώσει τη «δουλειά της» ήταν πόρνη.

Μόλις έφθασε η μάνα μπροστά της, την σταμάτησε και της έβαλε με βία το παιδάκι της μέσα στην αγκαλιά της. Ταυτόχρονα, έπεσε στα πόδια της και φώναξε: Σώσε το παιδί μου! Σώσε το παιδί μου…..!!!

Τα έχασε αυτή! Πόρνη ήταν, αμαρτωλή ήταν, βυθισμένη στο βούρκο της ακολασίας! Τί να κάνει; Στα πόδια της μία μάνα, στα χέρια της ένα παιδί πού έσβηνε. Το είδε ότι έσβηνε. Σήκωσε τα μάτια της στον ουρανό και είπε με δυνατή φωνή: Τί προσευχή να κάνω τώρα Θεέ μου; Εγώ είμαι αμαρτωλή, εγώ είμαι πόρνη! Τώρα μόλις «τελείωσα» την δουλειά μου. Αν δεν μ’ ακούς εμένα –και δεν θα με ακούσεις, βέβαια, γιατί είμαι αμαρτωλή- άκουσε τουλάχιστον αυτή τη πονεμένη μάνα.

Εκείνη τη στιγμή έγινε το θαύμα!!! Κατέβηκε ένα φώς από τον ουρανό και το παιδί άνοιξε τα ματάκια του, φώναξε «μανούλα μου!» κι άπλωσε τά χεράκια του αγκαλιάζοντας τή πόρνη, γιατί νόμισε ότι αυτή ήταν η μανούλα του. Πάρ’ το της είπε. Ο Θεός Έκανε Το Θαύμα Του!

Ο Θεός άκουσε τη προσευχή μίας αμαρτωλής, μίας πόρνης και όχι της μάνας! Αυτό συντάραξε τα λιμνάζοντα «νερά» στη ψυχή της αμαρτωλής γυναίκας, ώστε με συντριβή και μετάνοια, και με εξομολόγηση, οριστικά πλέον άλλαξε το σκοτάδι της αμαρτίας με τη νέα εν Χριστώ ζωή.

Δόξα στο Όνομα σου, Κύριε!

Από: «Πνευματικές διαδρομές στους μακαρισμούς»

http://www.agioritikovima.gr/

ΟΣΙΟΥ ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΘΩΝΙΤΟΥ: Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕ ΤΟ ΘΕΟ




Όποιος αγαπάει τον Κύριο, σκέφτεται πάντα Εκείνον. Η θύμηση του Θεού γεννάει την προσευχή. Αν δεν θυμάσαι τον Κύριο, τότε και δεν θα προσεύχεσαι και χωρίς την προσευχή, δεν θα παραμείνει η ψυχή στην αγάπη του Θεού, γιατί η χάρη του Αγίου Πνεύματος έρχεται με την προσευχή.

Η προσευχή προφυλάσσει τον άνθρωπο από την αμαρτία, γιατί ο νους, όταν προσεύχεσαι, είναι απασχολημένος με το Θεό και στέκεται με ταπεινό πνεύμα ενώπιον του Κυρίου, τον Οποίο γνωρίζει η ψυχή του προσευχομένου.
Ο αρχάριος όμως χρειάζεται χειραγωγό, επειδή η ψυχή, πριν έρθει η χάρη του Αγίου Πνεύματος, έχει μεγάλο πόλεμο εναντίον των εχθρών και δεν μπορεί να διακρίνει η ίδια, αν η γλυκύτητα που δοκιμάζει, προέρχεται από τον εχθρό. Αυτό μπορεί να το διακρίνει μόνο εκείνος που γεύθηκε ο ίδιος το Άγιο Πνεύμα. Αυτός αναγνωρίζει τη χάρη κατά τη γεύση.

Όποιος θέλει να ασκεί την προσευχή χωρίς χειραγωγό και μέσα στην υπερηφάνεια του, φαντάζεται ότι μπορεί να τη διδαχθεί από τα βιβλία, αυτός βρίσκεται κιόλας στην πλάνη. Τον ταπεινό όμως τον προστατεύει ο Κύριος, έτσι, αν πράγματι δεν υπάρχει έμπειρος οδηγός, αυτός καταφεύγει στον υπάρχοντα πνευματικό και ο Κύριος θα τον σκεπάσει χάρη στην ταπείνωσή του. Σκέψου ότι στον πνευματικό ζει το Άγιο Πνεύμα, και αυτός θα σου πει το ωφέλιμο. Αν όμως σκεφτείς πως ο πνευματικός ζει με αμέλεια και διερωτηθείς, «Πώς είναι δυνατό να έχει το Άγιο Πνεύμα;», θα υποστείς εξαιτίας αυτής της σκέψης σου μεγάλο πειρασμό, και ο Κύριος θα σε ταπεινώσει και θα επιτρέψει να πέσεις σε κάποια πλάνη.

Η προσευχή δίνεται στον προσευχόμενο. Η προσευχή που γίνεται μόνο από συνήθεια, χωρίς καρδιά συντριμμένη για τις αμαρτίες της, δεν είναι αρεστή στο Θεό.

Ω άνθρωπε, μάθε την κατά Χριστόν ταπείνωση, και ο Κύριος θα σου χαρίσει να γευθείς τη γλυκύτητα της προσευχής. Κι αν θέλεις να προσεύχεσαι καθαρά, γίνε ταπεινός, γίνε εγκρατής, εξομολογήσου ειλικρινά και θα σε αγαπήσει η προσευχή. Γίνε υπάκουος, υποτάξου ευσυνείδητα στις αρχές, μείνε ευχαριστημένος με όλα, και τότε ο νους σου θα καθαριστεί από μάταιους λογισμούς. Να θυμάσαι πως σε βλέπει ο Κύριος, γι’ αυτό πρόσεχε, μήπως λυπήσεις με κάτι τον αδελφό, μην τον κατακρίνεις και μη τον στενοχωρήσεις ούτε μ’ ένα βλέμμα, και το Πνεύμα το Άγιο θα σε αγαπήσει και θα σε βοηθήσε σε όλα.

Το Άγιο Πνεύμα μοιάζει πολύ με αγαπημένη, γνήσια μητέρα. Η μητέρα αγαπάει το παιδί της και πονάει γι’ αυτό. Έτσι και το Άγιο Πνεύμα σπλαχνίζεται, συγχωρεί, θεραπεύει, νουθετεί και χαροποιεί. Και αναγνωρίζεται το Άγιο Πνεύμα στην ταπεινή προσευχή.

Όποιος αγαπάει τους εχθρούς, αυτός γρήγορα θα γνωρίσει τον Κύριο με το Άγιο Πνεύμα. Όποιος όμως δεν τους αγαπάει – γι’ αυτόν δεν θέλω ούτε καν να γράψω. Όμως τον λυπάμαι, γιατί βασανίζει τον εαυτό του και τους άλλους και δεν θα γνωρίσει τον Κύριο.

Στις εκκλησίες τελούνται οι ιερές ακολουθίες και το Πνεύμα του Θεού κατοικεί σ’ αυτές. Η ψυχή, ωστόσο, είναι ο καλύτερος ναός του Θεού, και όποιος προσεύχεται εσωτερικά, γι’ αυτόν όλος ο κόσμος έγινε ναός του Θεού. Αυτό όμως δεν είναι για όλους.

Πολλοί προσεύχονται προφορικά ή προτιμούν να προσεύχονται με βιβλία. Και αυτό καλό είναι και ο Κύριος δέχεται την προσευχή τους. Αν όμως κανείς προσεύχεται και σκέφτεται άλλα πράγματα, ο Κύριος δεν εισακούει αυτή την προσευχή.

Η αδιάλειπτη προσευχή προέρχεται από την αγάπη και χάνεται εξαιτίας της κατακρίσεως, της αργολογίας και της ακράτειας. Όποιος αγαπάει το Θεό, αυτός μπορεί να Τον σκέφτεται μέρα και νύχτα, γιατί το ν’ αγαπάς το Θεό καμιά εργασία δεν το παρεμποδίζει. 


http://www.agioritikovima.gr/

Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2013

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΠΡΙΝ ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ....



ΠΡΙΝ ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ ΑΚΡΙΒΩΣ ΕΦΥΓΕ Η ΕΥΑΝΘΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ...


ΤΗΣ ΑΦΙΕΡΩΝΟΥΜΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ 

ΑΥΤΟ ΤΟ ΩΡΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΗΛΙΑ ΛΙΑΜΗ.


«Τό μικρό σεντούκι» 
Ηλία Λιαμή

Πάντα μου έλεγαν πως ο Σεπτέμβριος είναι ένας μήνας πικρός. Με μάθανε πως είναι ο μήνας με τους περισσότερους αποχωρισμούς. ∆εν το πίστευα και επιστράτευα την εξήγηση των συμπτώσεων. Μα ο Σεπτέμβρης αποδείχτηκε επίμονος και συνεχίζει να δικαιώνεται.
Όταν φτάσει ἡ στιγμή πού ὁ γονιός ἀφήνει αὐτή τή ζωή, ἡ ψυχή τοῦ καθενός περνάει διάφορες φάσεις καί καταστάσεις. Κι αν ἡ ψυχή περιφέρεται ἀνάμεσα στην ὀδύνη καί τή μελαγχολία, κι ἄν ἡ καρδιά ἀναζητάει τή συμφιλίωση μέ τήν ἀπουσία καί τίς αναμνήσεις, μία περίεργη ὡριμότητα ἀρχίζει νά ξεπετάει σιγά-σιγά τά πρῶτα της βλαστάρια καί νά πασκίζει νά ἀναπληρώσει τό πικρό καί κρύο κενό.

« ̔Η ζωή συνεχίζεται» εἶναι ἡ συνηθισμένη παραμυθία πρός πενθοῦντες. Φαντάζει φράση φτηνή καί τυπική. Κι ὅμως, μετά τήν πρώτη ...ἀνάγνωση, ἡ φράση αὐτή ἀνασύρει ἀπό τά βάθη τῆς ὕπαρξης μεγάλες καί συναρπαστικές ἀλήθειες. Κάθε συνάντηση μέ τό θάνατο ἀποτελεῖ ἔτσι κι ἀλλιῶς συνάντηση μέ τήν ἀλήθεια.

Εἰδικά ὅμως ἡ συνάντηση μέ τό θάνατο τοῦ γονιοῦ ἀποτελεῖ κάτι περισσότερο. ῎Ισως γιατί πραγματοποιεῖται ὁ ὁριστικός ἀποχαιρετισμός τῶν πιό γλυκῶν χρόνων, ἴσως γιατί ἡ ἴδια ἡ ζωή, ἀφοῦ πρῶτα ἀποχαιρετήσει αὐτούς, πού τήν κουβάλησαν στούς ὤμους γιά ἑβδομηντάχρονο-ὀγδοντάχρονο ταξίδι, σέ κοιτάει βαθιά στά μάτια καί δείχνοντάς σε μέ τό δάκτυλο, σοῦ γνέφει·

«Τώρα ἐσύ».

῎Ισως πολλοί, τήν ὥρα ἐτούτη τῆς διαδοχῆς, νά νιώθουνε μοναχά τό βάρος της. ῞Ενα βάρος, πού οὔτε κανείς τους ρώτησε ἄν θέλουν νά τό σηκώσουν, μά οὔτε καί θά τούς ρωτήσει γιά τή στιγμή πού θά τ’ ἀφήσουν στούς ἑπόμενους. Εἶναι μιά ὥρα πού, ἄν μέχρι τώρα δέν τήν πέρασες, θά  ̓ρθει ἡ στιγμή πού θά τήν περάσεις.

῎Αν τήν ὥρα ἐκείνη δέν φορτωθεῖς τή ζωή μέ γκρίνια, σάν κατάδικος, πού ἔφτασε ἡ σειρά του νά ἐκτίσει τήν ποινή του καί ἄν δέν ἀποστρέψεις βιαστικά τό πρόσωπό σου ἀπό αὐτό τό βλέμμα τῆς ζωῆς, πού σοῦ γνέφει, θά καταφέρεις νά διαβάσεις στά μάτια της τήν προσδοκία καί τήν ἐλπίδα. Εὔκολα θά καταλάβεις πώς δέν τῆς ἀρκεῖ νά τήν πᾶς δυό βήματα πιό πέρα. 

῎Αν μετά τό χωρισμό μέ τό γονιό σου δέν ἐπιστρέψεις βιαστικά στόν πολυτάραχο βίο σου, ἄν πρίν τό ξεκίνημα τοῦ δικοῦ σου ταξιδιοῦ ἀφιερώσεις τῆς ζωῆς λίγες στιγμές περισυλλογῆς καί ἡσυχίας, τότε αὐτή, μέ εὐγενικές κινήσεις, θά σοῦ ἀνοίξει μπροστά σου ἕνα σεντούκι. Ναί, ναί, ἕνα μικρό ξύλινο σεντούκι μέ χάλκινα δεσίματα, ἕνα σεντούκι μέ μικρούς θησαυρούς, πού ὁ γονιός σου τό κουβαλοῦσε καί τό γέμιζε, ὅσο ταξίδευε μαζί της.

῎Εκπληκτος θά μείνεις ἀπό τήν πραμάτεια, ὅταν τ’ ἀνοίξεις.  ̔Υπέροχες καρφίτσες πείρας, λεπτά δακτυλίδια παθημάτων, χρυσά φλουριά μαθημάτων, περίτεχνες πόρπες διορθωμένων λαθῶν, μυστικές συνταγές ἐξαίσιων χειρισμῶν, γιά κάθε περίσταση. Γρήγορα θά ἀντιληφθεῖς πώς τά περισσότερα εἶναι κληρονομιά γενεῶν πολλῶν. Λίγα θά βρεῖς νά εἶναι ὁλοκαίνουρια.  ̓Ανασκαλεύοντας, θά βρεῖς καί πολλά ἀγυάλιστα, λίγο χτυπημένα, ἴσως καί παραμορφωμένα. Σά νά περιμένουν τό μάστορά τους πού θά τούς δώσει μορφή καί κάλλος. ῞Ολα, ὅμως, μέ τήν ἀξία τους.

Μήν πετάξεις τίποτα. Ψάξε τα! Παρατήρησέ τα ἕνα-ἕνα! ῞Απλωσέ τα πάνω στό νυφιάτικο κρεβάτι τῶν γονιῶν σου καί ἀφιέρωσε λίγες στιγμές στό καθένα ξεχωριστά. Κι ὅταν τό χέρι σου θά φτάσει στόν πάτο τοῦ σεντουκιοῦ, τά ἀκροδάχτυλά σου κάτι περιέργο θά ψηλαφίσουν· ῞Ενα μικρό χάλκινο καδράκι. Θά τό τραβήξεις ἐπάνω. Κάτι θά σοῦ θυμίσει. ῎Α, ναί! Εἶναι ὅπως αὐτά πού ἔφτιαχνες μικρός στή γιορτή τῆς μητέρας, κάθε δεύτερη Κυριακή τοῦ Μάη.  ̓Απάνω του χαραγμένο ἕνα μήνυμα μέ ὡραῖα πλαγιαστά γράμματα. Μικρό, γλυκό, διάφανο·

«Μπορεῖς, σ ́ ἀγαπάω, συγγνώμη».  ̔Η μαμά σου

῞Οταν τά δάκρυά σου ξεπλύνουν τή σκόνη, στό λίγο χῶρο πού περισσεύει κάτω-κάτω, θά χαράξεις·

«Προχωράω,μοῦ λείπεις, φίλοι πιά».
 ̔Ο γιός σου

Θά χώσεις τό καδράκι στόν κόρφο σου καί θά κλείσεις προσεχτικά τό καπάκι. ῎Εχεις χρέος νά προστατέψεις αὐτό τό σεντούκι. ῎Εχεις χρέος νά μήν ἐγκαταλείψεις τήν πραμάτεια του στούς πέντε ἀνέμους. Μέ κόπο ἔφτασε ὥς ἐσένα. Μήν τοῦ σταματήσεις τό ταξίδι. Μπορεῖ νά σέ βαραίνει ἡ εὐθύνη. Θά σοῦ πῶ ὅμως κάτι· Τή στιγμή πού θά τό παίρνεις παραμάσχαλα, ἕτοιμος γιά τή δική σου περιπλάνηση, θά νιώσεις τόν ἀέρα γεμᾶτο εὐγενικές μορφές νά σέ παραστέκουν. ∆έν εἶσαι μόνος. Ποτέ δέ θά  ̓σαι μόνος. Γιατί ἀπ’ τή ζωή δέ χωρίζουμε ποτέ. Κι ὅλες αὐτές οἱ περασμένες καλές κι εὐγενικές ὑπάρξεις, πιασμένες χέρι-χέρι, πιό ζωντανές κι ἀπ’ ὅταν ζοῦσαν, σέ παρατηροῦν. ∆έ βοηθᾶν τά πήλινα μάτια μας νά τό ἀντιληφθοῦμε. Μά θά ’ρθει ἡ στιγμή -γιά ὅλους πάντα ἔρχεται αὐτή ἡ μιά, ἡ προσωπική, ἡ μεγάλη στιγμή- πού ὅλα θ’ ἀποκαλυφθοῦν διάπλατα.  ̔Η στιγμή πού θά ἑνώσεις καί τό δικό σου χέρι μέ τά χέρια τους καί θά γευτεῖς ὅλα τά λόγια καί τίς κινήσεις πού περίμενες.

Εἶναι ἡ ἴδια ἡ στιγμή πού θ’ ἀνοίξεις γιά τελευταία φορά τό μικρό σεντούκι καί θά ρίξεις μιά γλυκιά ματιά στήν πραμάτεια πού τόσα χρόνια κουβάλαγες. Εἶναι ἡ ἴδια ἡ στιγμή πού θά νιώσεις περήφανος γιά τά πολύτιμα, πού παρέλαβες καί φύλαξες ἤ καί γιά εκεῖνα πού ἀπ’ τά χέρια σου πῆραν μιά ἀστραφτερή γυαλάδα. Θά χαρεῖς, βλέποντας τά δυό-τρία καινούρια, πού ἐσύ ἔβαλες μέσα. Θά ψιθυρίσεις ἕνα «κρίμα» γιά ὅσα ἄφησες ἀραχνιασμένα καί θαμπά. Μέ ἐλπίδα ὅμως θά βγάλεις ἀπ’ τόν κόρφο σου τό παλιό χάλκινο καδράκι καί θα γράψεις πάνω του τό δικό σου μήνυμα, μέ ὅλα ἐκεῖνα τά κρυφά καί ἀνομολόγητα, πού τόσο θέλησες, ἀλλά δέν μπόρεσες νά πεῖς στό παιδί σου. Μετά, μέ ἐπιμέλεια θά τό τακτοποιήσεις στόν πάτο τοῦ σεντουκιοῦ, θά κλείσεις μέ προσοχή τό καπάκι του καί θά τό παραδώσεις.
Αὐτό τό μικρό ξύλινο σεντούκι μέ τά χάλκινα δεσίματα. Τό μικρό αὐτό σεντούκι, τό γεμᾶτο μέ τούς θησαυρούς.








Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

ΠΩΣ ΠΑΕΙ Ο ΖΗΛΟΣ ΣΟΥ;





Σ’ ἕνα ἄρθρο ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ» (1-11-1956), τὸ ὁποῖο εἶχε φυλάξει στὸ ἀρχεῖο του ὁ ἀείμνηστος Γέροντας, πατὴρ Ἀρσένιος Κομπούγιας, τοῦ  ἡσυχαστηρίου «Παναγία ἡ Γοργοεπήκοος» στὴ Ναύπακτο, γράφει τὸ ἑξῆς σημαντικὸ γεγονός:

Ἕνας ἱερεὺς ζηλωτὴς, μὲ πλούσια δράση, εἶδε κάποτε ἕνα ὄνειρο. Ὁ ἴδιος μᾶς τὸ ἔχει περιγράψει ὡς ἑξῆς:

«Καθόμουνα στὴν πολυθρόνα μου, κουρασμένος κι ἐξαντλημένος ἀπὸ τὴν ἐργασία. Τὸ σῶμα μου πονοῦσε ἀπ’ τὴ μεγάλη κόπωση.

Πολλοὶ στὴν ἐνορία μου ζητοῦσαν τὸν πολύτιμο «Μαργαρίτη».
Καὶ πολλοὶ τὸν εἶχαν βρεῖ.
Ἡ ἐνορία μου προόδευε ἀπὸ κάθε ἄποψη.
Ἡ ψυχὴ μου πλημμύριζε ἀπὸ χαρά, ἐλπίδα καὶ θάρρος.
Τὰ κηρύγματά μου ἔκαναν μεγάλη ἐντύπωση.
Πολλοὶ προσήρχοντο στὴν Ἐξομολόγηση.
Ἡ ἐκκλησία μου ἦταν πάντοτε ἀσφυκτικὰ γεμάτη.
 Εἶχα κατορθώσει νὰ κινητοποιήσω ὁλόκληρη τὴν ἐνορία.

Ἱκανοποιημένος ἀπ’ ὅλα, ἐργαζόμουνα κάθε μέρα μέχρις ἐξαντλήσεως.
Ἐνῷ σκεπτόμουνα ὅλα αὐτὰ, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω, μὲ πῆρε ὁ ὕπνος. Τότε συνέβη τὸ ἑξῆς, ποὺ θὰ σᾶς περιγράψω:

Ἕνας ξένος μπῆκε στὸ δωμάτιο χωρὶς νὰ χτυπήσει τὴν πόρτα.
Τὸ πρόσωπό του ἦταν γλυκὸ κι εἶχε μεγάλη πνευματικότητα.
 Ἦταν καλὰ ντυμένος καὶ κρατοῦσε στὸ χέρι του μερικὰ ὄργανα χημικοῦ ἐργαστηρίου.
Ἡ ὅλη του ἐμφάνιση προκαλοῦσε παράξενη ἐντύπωση.
 Ὁ ξένος μὲ πλησίασε.
Κι ἐνῷ μοῦ ἅπλωνε τὸ χέρι του γιὰ νὰ μὲ χαιρετήσει, μὲ ρώτησε:

-Πῶς πάει ὁ ζῆλος σου;

Ἡ ἐρώτηση αὐτὴ μοῦ προξένησε μεγάλη χαρά.
Γιατὶ ἤμουν πολὺ ἱκανοποιημένος μὲ τὸ ζήλο μου.
Καὶ δὲν εἶχα καμία ἀμφιβολία, πὼς κι αὐτὸς ὁ ξένος θὰ ἦταν πολὺ χαρούμενος, ἄν τὸν γνώριζε.

Τότε, ὅπως θυμᾶμαι ἀπ’ τὸ ὄνειρό μου, γιὰ νὰ τοῦ δείξω πόση ἀξία ἔχει ὁ ζῆλος μου, σὰν νὰ ἔβγαλα ἀπ’ τὸ στῆθος μου μιὰ συμπαγῆ μᾶζα, ποὺ ἀκτινοβολοῦσε σὰν χρυσάφι.
Τοῦ τὴν ἔβαλα στὸ χέρι καὶ τοῦ λέω:

-Αὐτὸς εἶναι ὁ ζῆλος μου.

          Ἐκεῖνος τὴν πῆρε καὶ τὴ ζύγισε προσεκτικὰ πάνω στὴ ζυγαριὰ του:

          -Ζυγίζει πενῆντα κιλά, μοῦ λέει σοβαρά.

Ἐγὼ μόλις ποὺ μποροῦσα νὰ συγκρατήσω τὴ χαρὰ μου γιὰ τὸ βάρος αὐτό.
Ἐκεῖνος ὅμως μὲ σοβαρότητα, σημείωσε τὸ βάρος σ’ ἕνα χαρτὶ καὶ συνέχισε τὴν ἐξέτασή του.

Ἔσπασε τὴ μᾶζα ἐκείνη σὲ κομμάτια καὶ τὴν ἔβαλε μέσα σ’ ἕνα χημικὸ τηγάνι πάνω στὴ φωτιά.
 Ὅταν ἡ μᾶζα ἔλειωσε καὶ καθαρίστηκε, τὴν ἔβγαλε ἀπ’ τὴ φωτιά.
Ξεχώρισε τὰ διάφορα στοιχεῖα.
Ὅταν αὐτὰ κρύωσαν, σχηματίσθηκαν διάφορα κομμάτια.
Τὰ ἄγγιζε μ’ ἕνα σφυράκι καὶ ζύγιζε τὸ βάρος κάθε κομματιοῦ πάνω στὸ χαρτί.

Ὅταν τελείωσε, μοῦ ἔριξε μιὰ ματιὰ γεμάτη ἀπὸ συμπόνια καὶ μοῦ λέει:

-Εὔχομαι νὰ σὲ λυπηθεῖ ὁ Θεὸς καὶ νὰ σωθεῖς.

Κι ἀμέσως, ἐγκατέλειψε τὸ δωμάτιο.

Στὸ χαρτὶ ποὺ μοῦ ἄφησε στὸ τραπέζι, ἦταν γραμμένα τὰ ἑξῆς:

Ἀνάλυσις τοῦ ζήλου τοῦ ἱερέως Χ.

Συνολικὸν βάρος: 50 κιλὰ

Ἡ προσεκτικὴ ἀνάλυσις παρουσιάζει τὰ ἑξῆς στοιχεῖα:
·        Φανατισμός: 5 κιλά.
·        Προσωπικὴ φιλοδοξία: 15 κιλά.
·        Φιλοχρηματία: 12 κιλά.
·        Τάση πρὸς ἐπιβολὴ καὶ κυριαρχία πάνω στὶς ψυχές: 8 κιλά.
·        Ἐπίδειξις: 10 κιλὰ παρὰ 20 γραμμάρια.
·        Ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό: 10 γραμμάρια.
·        Ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀνθρώπους: 10 γραμμάρια.

Σύνολον: 50 κιλά.

Ἡ παράξενη συμπεριφορὰ τοῦ ξένου καὶ ἡ ματιὰ μὲ τὴν ὁποία μὲ ἀποχαιρέτησε, μοῦ μετέδωσαν κάποια ἀνησυχία.

 Μὰ ὅταν εἶδα τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξετάσεώς του, ἔνοιωσα τὰ γόνατά μου νὰ λυγίζουν.

Θέλησα στὴν ἀρχὴ ν’ ἀμφισβητήσω τὴν ὀρθότητα τῶν ἀριθμῶν.
Μὰ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἄκουσα ἕναν ἀναστεναγμὸ τοῦ ξένου, ποὺ εἶχε φθάσει στὴν ἐξώπορτα.
Ἠρέμησα κι ἄρχισα νὰ σκέπτομαι πιὸ ψύχραιμα.
Μὰ καθὼς σκεπτόμουν, σκοτείνιασε μπροστὰ μου.
Δὲν μποροῦσα νὰ διαβάσω τὸ χαρτί, ποὺ κρατοῦσα στὰ χέρια μου. Ἀγωνία καὶ φόβος μὲ κατέλαβαν.
Στὰ χείλη μου ἦλθε ἡ κραυγή:

-Κύριε, σῶσον με…

Ἔριξα πάλι μιὰ ματιὰ στὸ χαρτί.
Ξαφνικά, μεταμορφώθηκε αὐτὸ σ’ ἕναν ὁλοκάθαρο καθρέπτη, ποὺ καθρέπτιζε τὴν καρδιὰ μου.
Ἔνοιωσα καὶ ἀνεγνώρισα τὴν κατάστασή μου.
Μὲ δάκρυα στὰ μάτια παρακαλοῦσα τὸν Κύριο νὰ μ’ ἐλευθερώσει ἀπ’ τὸ ΕΓΩ μου.
Τέλος, ξύπνησα μὲ μιὰ κραυγὴ ἀγωνίας.

Στὰ περασμένα χρόνια, παρακαλοῦσα τὸν Θεὸ νὰ μὲ σώσει ἀπὸ διαφόρους κινδύνους.
Μὰ ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη, ἄρχισα νὰ παρακαλῶ τὸν Θεὸ νὰ μ’ ἐλευθερώσει ἀπὸ τὸ δικὸ μου ΕΓΩ.

Γιὰ πολὺ καιρὸ ἔνοιωθα ταραγμένος.

Τέλος, ὕστερα ἀπὸ ἐπίμονες προσευχές, ἔνοιωσα τὸ φῶς τοῦ Κυρίου νὰ πλημμυρίζει τὴν καρδιὰ μου καὶ νὰ καίει τ’ ἀγκάθια τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ μου.

 Ὅταν ὁ Κύριος μὲ καλέσει κοντὰ Του, θὰ Τὸν εὐχαριστήσω ὁλόθερμα γιὰ τὴν ἀποκάλυψη ἐκείνης τῆς ἡμέρας, γιατὶ μοῦ φανέρωσε τότε τὸν ἀληθινὸ ἑαυτὸ μου καὶ ὁδήγησε τὰ πόδια μου στὸν πιὸ στενό, ἀλλὰ καὶ πιὸ ὄμορφο δρόμο. Ἀπὸ τότε κάθε μέρα ἀνανέωνα τὶς ἀποφάσεις μου.

  Ἐκείνη ἡ ἐπίσκεψη ποὺ μοῦ ἔκανε Ἐκεῖνος ποὺ «ἐτάζει καρδίας καὶ νεφρούς» (πρβλ. Ψαλμ. 7:10), μὲ ἔκανε ἄλλον ἄνθρωπο καὶ ὠφέλησε πολὺ τὴν ἐργασία μου».


Πηγή: Πρωτοπρεσβυτέρου Στεφάνου Κ. Ἀναγνωστοπούλου «Οἱ Ἀναβαθμοὶ στὴν ἐν Χριστῷ πορεία» (Πειραιᾶς 2011, σελίδα 159).

http://otheosagapiesti.blogspot.gr/

Όταν αγαπάς το Θεό...




Ήταν μια μόνη γυναίκα. Ο άντρας της είχε πεθάνει χρόνια πριν. Το παιδί της στο εξωτερικό. Στην κρύα πολυκατοικία που έμενε, κανείς δεν της είχε δώσει σημασία. Η ίδια το προτιμούσε έτσι. Να είναι απαρατήρητη.

Ήρθαν και φέτος οι μέρες των γιορτών. Αλλά παρόλο που ήταν μόνη της, αυτή αισθανόταν μια ευτυχία. Το βλέμμα της απέπνεε μια γαλήνη, μια ηρεμία. Μια γλυκιά αίσθηση πως όλα θα πάνε καλά.

Σηκώθηκε απ'την κουνιστή καρέκλα (παλιό δώρο του συζύγου της), άφησε στο πλάι το κομποσχοίνι της. Τα χείλη της χαμογελαστά -όπως πάντα- συνέχιζαν να ψελλίζουν: "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησέ με"... Ντύθηκε ζεστά, πήρε ένα ματσάκι χρήματα -οικονομίες 3 μηνών- και βγήκε απ'το σπίτι της. Κατευθύνθηκε στη στάση του λεωφορείου. Τι ευλογημένη στάση! Εκεί κάθε πρωί συνήθιζε να λέει τους Χαιρετισμούς στη Παναγιά. Τη
ν μόνη κοντινότερη παρηγοριά της.

Μπήκε στο μεγάλο ναό στο κέντρο της μεγαλούπολης. Άφησε ένα μέρος απ'το ματσάκι με τα χρήματα υπέρ των φτωχών, αφού βεβαιώθηκε πως κανείς δεν την πρόσεξε. Ψέλλισε δύο λόγια καρδιακά και έφυγε με σταθερό βήμα. Αγόρασε ένα φάκελο απ'το γωνιακό βιβλιοπωλείο και έβαλε μέσα λίγα χρήματα ακόμα και μια χριστουγεννιάτικη κάρτα με ευχές. Ο φάκελος, είκοσι λεπτά αργότερα, θα αφηνόταν διακριτικά κάτω απ'τη χαραμάδα της οικογένειας με τα πολλά προβλήματα.

Το τελευταίο υπόλοιπο απ'το ματσάκι το προόριζε για ψώνια στη λαϊκή. Ντομάτες, κρεμμύδια και άλλα λαχανικά. Λεφτά για κρεατικά ούτε λόγος. "Εδώ ο κόσμος βουλιάζει οικονομικά και γω θα τρώω σα βασίλισσα;" μονολογούσε και έδιωχνε τους πειρασμούς.

Όμως, κι αυτό το μικρό ποσό δεν θα πήγαινε για τα ψώνια... Γιατί προοριζόταν για έναν φτωχό ζητιάνο στην άκρη του δρόμου. Ήταν στ'αλήθεια ζητιάνος ή επαγγελματίας ψεύτης; Ούτε που την ένοιαζε. Φτάνει να γέμιζε με χαρά τον άνθρωπο. Τον συνάνθρωπο. Ούτε κρίση ούτε κατάκριση ούτε σκέψη καλή. Μη γνώτω η δεξιά σου...

Έφτασε στο σπίτι της κατάκοπη. Μα το χαμόγελο ακόμα θρονιασμένο στα παγωμένα χείλη της. Αγαπούσε το Θεό και τον συνάνθρωπό της και αυτό της αρκούσε. Ήταν ο λόγος για να προχωρεί και να ελπίζει. Να ελπίζει και να εύχεται για όλους..


http://www.briefingnews.gr/

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

ΑΓΝΗ ΠΑΡΘΕΝΕ.....


Μονή Σίμωνος Πέτρας - Πολυέλεος, Ψαλμός 135


Η άλλη όψη - Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης


Ο Παύλος Νιρβάνας διηγείται πώς έπεισε τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη να φωτογραφηθεί:




Ο Παύλος Νιρβάνας διηγείται πώς έπεισε τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη να φωτογραφηθεί: 

"Ο καημένος ο Αλέξανδρος! Καινούριες ανησυχίες θα είχε πάλι η ασκητική του με τη συρροή τόσων ξένων και δικών μας μουσαφιρέων στο ταπεινό του σπιτάκι του ωραίου νησιού. Τον ετρόμαζε τόσο πολύ "η περιέργεια του Κοινού". Είχα διηγηθεί άλλοτε την ανησυχία του αυτή, όταν πήγα, κλέφτικα, με χίλιες προφάσεις, να τον φωτογραφίσω απάνω στο καφενεδάκι της Δεξαμενής. Δεν υπήρχε ως τότε φωτογραφία του Παπαδιαμάντη.  

Και συλλογιζόμουν ότι απ' τη μια μέρα στην άλλη μπορούσε να πεθάνει ο μεγάλος Σκιαθίτης, και μαζί του να σβήσει για πάντα η οσία μορφή του. Και πότε αυτό; Σε μια εποχή που δεν υπάρχει ασημότητα που να μην έχει λάβει τις τιμές του φωτογραφικού φακού. Και πώς θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μια τέτοια παράλειψη της γενεάς μας σ' εκείνους που θα 'ρθουν κατόπι μας να συνεχίσουν το θαυμασμό μας για τον απαράμιλλο λυρικό ψυχογράφο των καλών και των ταπεινών και τον αγνότατο ποιητή των νησιώτικων γιαλών; Αλλά ο αγνός αυτός χριστιανός, με την ψυχή του αναχωρητή, δεν εννοούσε, με κανένα τρόπο, να επιτρέψει στον εαυτό του μια τέτοια ειδωλολατρική ματαιότητα. "Ού ποιήσεις σεαυτώ είδωλον ουδέ παντός ομοίωμα" ήταν η άρνησή του και η απολογία του. Αποφάσισα όμως να πάρω την αμαρτία του στο λαιμό μου.

 Ο Θεός και η μακαρία ψυχή του ας μου συχωρέσουν το κρίμα μου. Ένας από τους ωραιότερους τίτλους που αναγνωρίζω στη ζωή μου, είνα ότι παρέδωσα στους μεταγενέστερους τη μορφή του Παπαδιαμάντη. Με τι δόλια και αμαρτωλά μέσα επραγματοποίησα τον άθλο μου αυτό, το διηγήθηκα, όπως είπα, αλλού. Εκείνο που μου θυμίζουν ζωηρότερα τώρα οι ευλαβητικές γιορτές της Σκιάθου, είναι η ανησυχία του για τη στιγμή που τον αποτράβηξα ως την προσήλια γωνίτσα του μικρού καφενείου, για να ποζάρει μπροστά στο φακό μου. Να "ποζάρει" είναι ένας λεχτικός τρόπος. Είχε πάρει μόνος του τη φυσική του στάση απάνω σε μια πρόστυχη καρέκλα, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, με το κεφάλι σκυφτό, με τα μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινού αγίου, σαν ξεσηκωμένη από κάποιο καπνισμένο παλιό τέμπλο ερημοκλησιού του νησιού του. Αυτή δεν ήταν στάση για μια πεζή φωτογραφία. 

Ήταν μια καλλιτεχνική σύνθεση, και θα μπορούσε να είναι ένα έργο του Πανσελήνου ή του Θεοτοκοπούλου. Αμφιβάλλω αν φωτογραφικός φακός έλαβε ποτέ μια τέτοια ευτυχία. Αλλά ο Αλέξανδρος ήταν βιαστικός να τελειώνουμε. Γιατί; Μου το ψιθύρισε, ανήσυχα, στο αυτί, και ήταν η πρώτη φορά που τον είχα ακούσει -ούτε φαντάζομαι πως θα τον άκουσε ποτέ κανένας άλλος- να μιλεί γαλλικά: -Nous excitons la curiosité du public. Ακούσατε;Ερεθίζαμε την περιέργεια του... Κοινού! Ποιου Κοινού; Δεν ήταν εκεί κοντά μας παρά ένα κοιμισμένο γκαρσόνι του καφενείου, ένας γεροντάκος που λιαζότανε στην άλλη γωνιά του μαγαζιού, και δυο λουστράκια που παίζανε παράμερα. Αυτό ήταν το Κοινό, που ανησυχούσε τον Παπαδιαμάντη η "περίεργειά" του. Και αυτή ήταν η διαπόμπευσή του, που βιαζότανε να της δώσει ένα τέλος. -Η φιλία ενίκησε το ζορμπαλίκι... μου είπε -αντιγράφω τα ίδια του τα λόγια- στο τέλος του μαρτυρίου του. Μήπως δεν ήταν στ' αλήθεια, μια πραγματική θυσία που είχε κάνει στη φιλία μου; Μια θυσία της αγιότητάς του στην ειδωλολατρική ματαιότητα των εγκοσμίων (...)" 

Παύλος Νιρβάνας 

 (περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 163, 1/10/1933). Από το μπλογκ Λογομνήμων... κατ' ευφημισμόν).   

 www.lifo.gr

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013

Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης - Ντοκιμαντέρ


Γέρων Πορφύριος: "Όλοι πίσω, όλοι πίσω"


ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΤΙΜΙΟΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ




Εν πρώτοις είναι αυτός για τον οποίον ο Χριστός είπε ότι δεν υπάρχει άνθρωπος που να γεννήθηκε από γυναίκα και να είναι ανώτερος του. «Ουκ εγήγερται εν γεννητοίς γυναικών μείζων Ιωάννου του βαπτιστού» (Ματθ.11,11).

   Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας ψάλλει στο απολυτίκιό του· «Μνήμη δικαίου μετ’ εγκωμίων σοι δε αρκέσει η μαρτυρία του Κυρίου Τίμιε Πρόδρομε». Πάντως ενώ αρκεί η μαρτυρία του Κυρίου για να καθιερωθεί ως μέγας άγιος στην συνείδηση της Εκκλησίας, εν τούτοις είναι ωφέλιμο και εποικοδομητικό για μας να εντρυφούμε στα ποικίλα και διάφορα χαρίσματα του όπως αυτά μας τα παρουσιάζει η αγία Γραφή. Ας τα παρουσιάσουμε λοιπόν αναλυτικά.

    Είναι αυτός που γεννιέται με έκτακτο και ασυνήθιστο τρόπο από  την περασμένης ηλικίας μητέρα του· είναι καρπός προσευχής των γονέων του μάλλον παρά του σαρκικού θελήματος τους. Σκορπά χαρά με τη γέννησή του όχι μόνο στους γονείς του αλλά σε μεγάλο πλήθος ανθρώπων. Είναι δώρο του Θεού στην ανθρωπότητα το οποίο θα προετοιμάσει το δρόμο για να έλθει Εκείνος που θα την λυτρώσει.

    Είναι αυτός που θα είναι μέγας όχι στα μάτια των ανθρώπων, και μάλιστα με επισφαλή και μη αντικειμενικά κριτήρια, αλλά στα μάτια του αληθινού Θεού, που είναι αλάνθαστος και ποτέ δεν πέφτει έξω.  

    Είναι ο τέλεια αφιερωμένος στον Θεό. Απόλυτα παρθένος, ακτήμων, ασκητικός και υπερφυσικός στον τρόπο της ζωής του. Δεν πίνει οινοπνευματώδη εντελώς, έχει περιορίσει στο ελαχιστότατο τις ανάγκες της τροφής, της ενδύσεως, της διαβιώσεως. Γι’ αυτό είναι το πρότυπο των μοναχών και ο κύριος εμπνευστής και θεμελιωτής του θεσμού του μοναχισμού.

    Είναι ο επίγειος άγγελος και ο επουράνιος άνθρωπος. Είναι ο Αδάμ πριν την πτώση και πριν δημιουργηθεί η Εύα. Ο κατ’ εξοχήν παρθένος και άγαμος. Το κατ’ εξοχήν εκλεκτό δημιούργημα του Θεού. Η Παναγία και αυτός είναι οι δύο μεγάλοι άγιοι της Εκκλησίας.

    Είναι ο παραιτούμενος οικιοθελώς από τη νομική ιερωσύνη της Παλαιάς Διαθήκης, χάνοντας τις τιμές και τας προσόδους του ιερατικού αξιώματος, την ασφαλή και άνετη διαβίωση στην πρωτεύουσα του Ισραήλ, και σχολάζων κατά Θεό στην έρημο του Ιορδάνου. Προφητεύει κατ’ αυτόν τον τρόπο την κατάργηση της κληρονομικής λευιτικής ιερωσύνης και την έλευση της προαιρετικής ιερωσύνης της Καινής Διαθήκης.

    Είναι ο κατ’ εξοχήν ελεύθερος άνθρωπος. Ελεύθερος από την τυραννία της τροφής, των ρούχων, των αξιωμάτων, της κολακείας, της κοινωνικής αποδοχής και συμπαραστάσεως. Ελεύθερος από τον φόβο και τις πιέσεις θρησκευτικού και πολιτικού κατεστημένου.
  
    Είναι αυτός που έχει Πνεύμα Άγιο από την κοιλιά της μητέρας του και γι’ αυτό λαλεί προφητικά με τη γλώσσα της μητέρας του, ενώ ακόμη είναι έμβρυο έξι μηνών και δείχνει από τότε κιόλας τον Χριστό (Λκ. 1,41-45).

        Είναι αυτός που έρχεται «εις τύπον και τόπον», «εν πνεύματι και δυνάμει» του προφήτου Ηλία. Πυρφόρος, αλύγιστος, άτρομος, ασυμβίβαστος. Η μόνη του διαφορά με τον Ηλία ότι δεν έκανε χρήση του πνεύματος της Παλαιάς Διαθήκης, δηλαδή να κάψει αποσπάσματα στρατιωτών, να σφάξει τους ιερείς των ειδώλων και τους ψευδοπροφήτες, ή να ταλαιπωρεί με ξηρασία τον αμαρτωλό λαό. Ήταν οξύς και απειλητικός και ελεγκτικός μόνο στο κήρυγμα. Το κύριο και μόνο όπλο των αποστόλων.

     Είναι ο προφήτης που εμφανίζεται μετά από μακρόχρονη παύση της προφητείας. Πέντε αιώνες περίπου είχαν περάσει από την εμφάνιση του τελευταίου προφήτου του Μαλαχία. «Λιμός του ακούσαι τον λόγον Κυρίου» (Αμώς 8,11) είχε πέσει. Η μεγαλύτερη παιδαγωγική τιμωρία και αποδοκιμασία του Θεού προς τον λαό του είναι η έλλειψη προφητείας και η μη ύπαρξη προφητών. Δεν είναι τιμωρία του Θεού τόσο ο λιμός, ο σεισμός, οι φυσικές καταστροφές, ο πόλεμος και οτιδήποτε άλλο θεωρούμε εμείς οι άνθρωποι ως μέγιστο κακό, όσο η έλλειψη της προφητείας. Η ύπαρξη προφητείας δείχνει ότι ο Θεός δεν εγκατέλειψε το λαό του. Και προφητεία δεν είναι μόνο η αποκάλυψη των μελλόντων να συμβούν αλλά και η αποκάλυψη του θελήματος του Θεού. Κάθε ιεροκήρυκας είναι και προφήτης. Αρκεί να κηρύττει ανόθευτο το λόγο του Θεού και να μη κολακεύει τα πάθη των ανθρώπων. Ο ιουδαϊκός λαός λοιπόν λιμοκτονώντας από πνευματική πείνα και δίψα, μετά από πέντε αιώνες παύσεως της προφητείας, ποθούσε και έψαχνε για προφητικό κήρυγμα και για προφητική καθοδήγηση. Και γι’ αυτό πλημμύρισαν από κόσμο οι όχθες του Ιορδάνου όταν εμφανίσθηκε.

    Είναι ο μόνος προφήτης που προφητεύτηκε εκ των προτέρων –από δύο προφήτες της Π.Δ. (Ησαΐα και Μαλαχία) και από τον πατέρα του (Λκ. 1,76)– ότι θα έρθει για να κάνει αυτό το έργο. «Ως γέγραπται εν ταις προφήταις, ιδού εγώ αποστέλλω τον άγγελόν μου προ προσώπου σου, ος κατασκευάσει την οδόν σου έμπροσθεν σου (Μαλ.3,1)· φωνή βοώντος εν τη ερήμω, ετοιμάσατε την οδόν Κυρίου, ευθείας ποιείτε τας τρίβους αυτού (Ησ. 40,3)» (Μαρκ. 1,2-3).

    Είναι ο Πρόδρομος του Κυρίου, ο οποίος προανήγγειλε τον ερχομό του Κυρίου, προετοίμασε τους ανθρώπους με το κήρυγμα της μετανοίας να τον δεχθούν και εν τέλει τον έδειξε στους ανθρώπους, όχι μόνο όταν ζούσε αλλά και όταν πέθανε. Προπορεύθηκε και προετοίμασε τις ψυχές των ανθρώπων και στη γη και στον Άδη. Τον έδειξε στους ανθρώπους ως έμβρυο, ως ώριμος άνδρας αλλά και ως νεκρός.

    Είναι ο Βαπτιστής του Κυρίου, που αξιώθηκε ανάμεσα σε δισεκατομμύρια ανθρώπους όλων των εποχών να τον βαπτίσει! Τι ήταν το βάπτισμα του Ιωάννου; Ήταν βάπτισμα μετανοίας. Ήταν δηλαδή ένα μέσο που καλλιεργούσε τους ανθρώπους και τους προετοίμαζε για να μετανοήσουν. Ο Ιωάννης ήταν «κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εις άφεσιν αμαρτιών» (Λουκ.3,3) Εγώ βαπτίζω με νερό έλεγε ο Ιωάννης θα έρθει όμως ο Μεσσίας που θα σας βαπτίσει με Πνεύμα Άγιο «αυτός υμάς βαπτίσει εν Πνεύματι Αγίω και πυρί» (Λουκ.3,16).

    Με το νερό ένα μεταλλικό αντικείμενο καθαρίζεται μόνο εξωτερικά, ενώ η φωτιά εισχωρεί μέσα του και το λειώνει, ώστε να καθαρισθεί από κάθε πρόσμιξη, να πάρει νέα μορφή και νέο σχήμα. Έτσι το βάπτισμα του Μεσσία –που εμφανίζεται πρώτη φορά την ημέρα της Πεντηκοστής, όπου το άγιο Πνεύμα κατέρχεται με μορφή πυρίνων γλωσσών εκπληρώνοντας την προφητεία του Ιωάννου– εξαγνίζει βαθειά τον άνθρωπο και τον μεταμορφώνει, καθώς το άγιο Πνεύμα σαν φωτιά διαπερνά ολόκληρη την ύπαρξή του.

    Είναι ο θεόπτης που είδε τον Χριστό ως άνθρωπο, το Πνεύμα το Άγιο «εν είδει περιστεράς» και άκουσε τη φωνή του Θεού Πατέρα, βιώνοντας έτσι το μυστήριο της Αγίας Τριάδος. Πριν τη θεοπτία του Θαβώρ, όπου διακονούν ο Μωυσής και ο Ηλίας, έχουμε τη θεοπτία της βαπτίσεως, όπου διακονεί ο Τίμιος Πρόδρομος.

    Είναι, αν και χαρισματούχος και φοβερά άγιος, αφάνταστα ταπεινός.

Τον ρωτούσαν (Ιω. 1,19) μήπως είναι ο Χριστός δηλαδή ο Μεσσίας. Τον ρωτούσαν μήπως είναι ο Ηλίας, που τον πήρε ο Θεός χωρίς να γνωρίσει θάνατον. Τον ρωτούσαν μήπως είναι ο Προφήτης (πρβλ. Δευτ. 18,15) για τον οποίον μίλησε ο Μωυσής, υπονοώντας τον Χριστό. Ερωτήματα που ξυπνούν τον ανθρώπινο εγωισμό και την ματαιοδοξία και που μπορούν να σπρώξουν τον άνθρωπο στο δρόμο της απωλείας. Κι όμως ο Ιωάννης -πέρα για πέρα ταπεινός- ξεκαθαρίζει ότι δεν είναι ο Μεσσίας, δεν είναι ο Ηλίας, δεν είναι ο Προφήτης-Μεσσίας, απλώς είναι αυτός που προετοιμάζει την οδό του Κυρίου. Κι όταν βλέπει τον Κύριο λέγει στους μαθητές του να ο αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτία του κόσμου· ακολουθείστε τον. Εγώ πρέπει να μικραίνω κι αυτός να μεγαλώνει. Εγώ δεν είμαι άξιος ούτε τα κορδόνια από τα παπούτσια να λύσω. Εγώ σας βαπτίζω με νερό αυτός θα σας βαπτίσει με Πνεύμα Άγιο. Κι όταν  βάπτισε τον Χριστό είπε εγώ πρέπει να βαπτισθώ από σένα και όχι εσύ.

    Τέλος είναι αυτός που μαρτύρησε και σφαγιάστηκε ελέγχοντας δριμύτατα το πολιτικό και εκκλησιαστικό κατεστημένο της εποχής του.

Είναι αυτός που ανέβηκε στον σταυρό πριν ανεβεί ο Χριστός, εξ αιτίας του κηρύγματος του.  Βεβαίως όλη του η ζωή υπήρξε μαρτυρική και σφόδρα επώδυνη. Κατ’ εξοχήν όμως μαρτυρικό και επώδυνο και εξευτελιστικό κατά κόσμο υπήρξε το τέλος του. Ο μεγαλύτερος άνδρας σφάχτηκε σαν θυσία στο καπρίτσιο μιας παλιογυναίκας της Ηρωδιάδας, την οποία ήλεγξε δριμύτατα για την ζωή της, και για να βραβευτεί ο πορνικός χορός της κόρης της, της Σαλώμης. Η μεγαλύτερη αγιότητα χάθηκε χάριν της μεγαλύτερης προστυχιάς και παλιανθρωπιάς. Ο επίγειος άγγελος χάθηκε χάριν των ανθρώπων που είχαν καταντήσει σάρκες απνευμάτιστες. Ο κατ’ εξοχήν ασκητής εξοντώθηκε από αυτούς που θεό είχαν την κοιλιά τους. Πριν σφαγιασθεί ο «Αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου», τα νήπια που έσφαξε ο Ηρώδης ο μέγας και ο Τίμιος πρόδρομος που έσφαξε ο Ηρώδης Αντίπας, τη απαιτήσει της συζύγου του Ηρωδιάδος, είναι τα αίματα που χύθηκαν για να καθαρίσουν τον κόσμο κάπως και να τον προετοιμάσουν να οικειωθεί την Θυσία του Σταυρού.

         Σήμερα αν χρειάζεται κάτι ο κόσμος μας είναι προφήτες παρόμοιοι με τον Τίμιο Πρόδρομο· που να εξαγγέλλουν σταράτα και ξεκάθαρα το θέλημα του Χριστού· που να ζουν σαν επίγειοι άγγελοι και επουράνιοι άνθρωποι και να είναι έτοιμοι να πεθάνουν κατά τον πιο σκληρό και ατιμωτικό τρόπο, προσφέροντας το τίμιο αίμα τους για να ζήσει ο κόσμος ξανά εν Χριστώ.


ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ


http://www.pmeletios.com/


Ο ΜΕΓΑΣ ΑΓΙΟΣ ΤΙΜΙΟΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ


Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

Εμπειρίες του κυρ Θανάση του ταξιτζή 4

Εμπειρίες του κυρ Θανάση του ταξιτζή 3

Εμπειρίες του κυρ Θανάση του ταξιτζή 2

Εμπειρίες του κυρ Θανάση του ταξιτζή 1

ΧΟΡΟΙ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ


Ο τόπος και το τραγούδι του: Λέσβος, Μόλυβος (ΕΤ3, 2011)


Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟΥ ΑΓΙΑΣΟΥ


Παιχνίδια στο χρόνο



Η διαχρονικότητα της Ελληνικής γλώσσης είναι αδιαμφισβήτητη και αυταπόδεικτη!

Μεταξύ πολλών παραδειγμάτων ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα:

Μικροί είχαμε παίξει το γνωστό παιδικό παιχνίδι : δύο ομάδες αντιπαρατιθέμενες, εναλλάξ να εφορμούν η μία της άλλης ψελλίζοντας ακαταλαβίστικα λόγια, που όλοι νομίζαμε αποκυήματα παιδικής φαντασίας και κουταμάρας (μετέπειτα πήρε την μορφή: «έλα να τα βγάλουμε»)

«Ά μπε, μπα μπλόν, του κείθε μπλόν, ά μπε μπα μπλόν του κείθε μπλόν, μπλήν-μπλόν.»

Τι σημαίνουν αυτά? Μα , τι άλλο, ακαταλαβίστικες παιδικές κουταμάρες, θα πεί κάποιος.
Όμως δεν είναι έτσι.

Ατυχώς, η Ελληνική, εδέχθη πλείστες όσες προσβολές από εξελληνισμένους βαρβάρους, Σλάβους, Τουρκόφωνους, Λατίνους κ.ά.., που δεν κατανοούσαν την ελληνική -ούτε κάν είχαν την φωνητική ανατομία που θα τους επέτρεπε σωστές εκφωνήσεις φωνηέντων – εμιμούντο τις φράσεις, παραφράζοντάς τις συχνότατα, και έτσι διεστραμμένα και παραμορφωμένα, έφθασαν μέχρι των ημερών μας, ώστε πλέον να μη αναγνωρίζονται.

Κατ’΄αυτόν τον τρόπο, εισήχθησαν εις την Ελληνική, όροι, λέξεις και φράσεις, ως μέσα από παραμορφωτικό κάτοπτρο είδωλα, καθιστάμενα αγνώριστα στον απλό κόσμο.

Ας επανέλθουμε στο πιο πάνω.
Η όλη. στιχομυθία, προήρχετο από παιδικό παιχνίδι που έπαιζαν οι Αθηναίοι Παίδες και ταυτόχρονα εγυμνάζοντο στα μετέπειτα αληθινά πολεμικά παιχνίδια.

Πράγμα απολύτως φυσικό, αφού πάντοτε ο Αθηναίος Πολίτης ετύγχανε και Οπλίτης! (βλέπετε παίζοντας και με τα γράμματα, προκύπτουν συνδεόμενες έννοιες Πολίτης – Οπλίτης)

Τι έλεγαν λοιπόν οι αντιπαρατιθέμενες παιδικές ομάδες, που τόσον παραφράσθηκε από τους μεταγενέστερους;

Ιδού η απόδοση:

«Απεμπολών, του κείθεν εμβολών !!!…» (επαλαμβανόμενα με ρυθμό, εναλλάξ από την δείθεν επιτιθέμενη ομάδα)

Τι σήμαιναν ταύτα; Μα..απλά ελληνικά είναι! « Σε απεμπολώ, σε απωθώ, σε σπρώχνω, πέραν (εκείθεν) εμβολών σε (βλ. έμβολο) με το δόρυ μου, με το ακόντιό μου!!!


www.thestival.gr

Εορτολόγιο

Δημοφιλείς αναρτήσεις


Banner Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων
Ξεκινάμε μια προσπάθεια παρουσίασης Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων.
Αν δεν υπάρχει ο δικός σας, ζητάμε συγνώμη,
ενημερώστε μας και θα τον συμπεριλάβουμε.





Create your own banner at mybannermaker.com!
Πέρα από το άτομο
Make your own banner at MyBannerMaker.com!

















(υπό κατασκευή)


Τα banner μας
Αντιγράψτε τον κώδικα στη δική σας σελίδα
για να εμφανιστούν τα banner μας.
Ειδοποιήστε μας για να συμπεριλάβουμε και το δικό σας.