Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013

Μια Ελένη...υπέρ υγείας τής ψυχής μας.............


«Γεννήθηκα στη Σμύρνη.
Τους γονείς μου τους έσφαξαν και τους δύο. Εμένα μ΄ έβαλαν σ΄ ένα καράβι για τη Θεσσαλονίκη. Συγκεκριμένα κατέληξα στο ορφανοτροφείο Μέλισσα.

Κοίτα παιδί μου, τι είχε γραμμένο η μοίρα για μένα!
Να περάσω τα παιδικά μου χρόνια σε ορφανοτροφείο και τα γεράματα σε γηροκομείο!
Καλά που γνώρισα τον άνδρα μου, που σεβάστηκε τις πληγές μου κι έτσι υπάρχει στη ζωή μου κι ένα φωτεινό διάλειμμα.
Αλλά έφυγε νωρίτερα από μένα δυστυχώς». Αυτά τα λόγια της κυρίας Ελενίτσας, μας καθήλωσαν. Όπως και το χαμόγελο με το οποίο τερμάτιζε κάθε φράση της όσο τραγική κι αν ήταν... Σαν μια άνω τελεία αξιοπρέπειας.
Άλλωστε η κυρία Ελενίτσα ήταν πέρα από αξιοπρεπής, κεφάτη, χαριτωμένη, τσαχπίνα ...;Σμυρνιά. Μια γιαγιά σκέτη γλύκα!

Πρώτα γνωρίστηκε με τη κόρη μου, όταν επισκέφτηκε το Γηροκομείο Αθηνών με τους συμμαθητές της του IB του Γείτονα καθώς η εθελοντική εργασία σε κάποιο ίδρυμα ήταν υποχρεωτική.
Κι όταν μου διηγήθηκε την πρώτη της συνάντηση μαζί της, θυμήθηκα μια φράση του Γιώργου Παπαστεφάνου σε μια του συνέντευξη «Δεν πιστεύω στο κεραυνοβόλο έρωτα. Πιστεύω στις κεραυνοβόλες φιλίες». Αυτό ακριβώς έγινε!
Κι έτσι η κυρία Ελενίτσα απέκτησε μια «εγγονή» και η Λίλα μια «γιαγιά επιλογής».
Κι ήταν τόσο ιερή αυτή η σχέση που όταν έπρεπε να φύγει για τις σπουδές της στο Λονδίνο, αναλάβαμε οι υπόλοιποι να τη διαφυλάξουμε.

Κι ήταν τιμή μας, ότι η Κυρία Ελενίτσα μας «δάνεισε» έκτοτε, τα «μάτια» της ...;Για να βλέπουμε πότε πότε μέσα από τη δική της οπτική.
Είναι ευλογία στη ζωή η ανταλλαγή των φακών επαφής!


«Από τη ώρα που σας γνώρισα ...Μπορώ και γω να δίνω ένα χαρτί με ονόματα στον παπά -Υπέρ Υγείας- να διαβάζει στην Κυριακάτικη δοξολογία».
Για φαντάσου! Υπάρχει μεγαλύτερη ένδειξη μοναξιάς; Να μην έχεις άνθρωπο να ευχηθείς για την υγεία του ... Η απέραντη μοναξιά. Η απόλυτη μοναξιά!
Ή εκείνο το τηλέφωνο μέσα στην νύχτα και η φωνή της όλο αγωνία. «Θέλω να έρθεις όσο πιο γρήγορα μπορείς. Πρέπει να σου πω κάτι πολύ σημαντικό».
Και το πρωί που έφτασα ανήσυχη την άκουσα να λέει «Ξέρεις μπορεί να βρίσκομαι σε Γηροκομείο αλλά ήμουν κάποτε αρχόντισσα. Όταν πεθάνω μπορεί να με πετάξουν. Άλλωστε ποιος θα είναι να τους ελέγξει; Θέλω εσύ να επιβλέψεις τη κηδεία μου. Να γίνει σωστή παιδί μου».

Αλλά μη φανταστείτε ότι όλες οι κουβέντες ήταν σκουρόχρωμες ...Α πα πα! Μόνο λίγες ...Κατ΄ εξαίρεση.
Η κυρία Ελενίτσα είχε πονηρά ματάκια και γαργαρένιο γέλιο.
Κι αν λατρεύαμε κάτι σε κείνη ήταν η διάθεσή της να γραπώνει στον αέρα κάθε αχτίδα ζωής που της χαριζόταν.
Σαν εκείνη την ημέρα που τη πήγαμε με κάμπριο αυτοκίνητο για να επισκεφτεί έναν οφθαλμίατρο. Κι έκλεινε τα μάτια όπως τη χτύπαγε ο αέρας και καμάρωνε κι ίσιωνε το κραγιόν στα χείλη με φιλαρέσκεια. Μια τόση δα σταγόνα γυναικείας φιλαρέσκειας που κοντοστάθηκε στα μουτζουρωμένα χείλη ογδοντάχρονης ...Αιώνια γυναίκα!!

Η λατρεμένη μου κυρία Ελενίτσα.
Εκείνη τη μέρα, θυμάμαι, φάνηκε στα μάτια μου τόσο αφάνταστα «πλούσια», εκείνη από το Γηροκομείο Αθηνών, δίπλα σ΄ένα γιατρό με μάτι άπληστο που συμπεριφέρθηκε σαν μανικιουρίστ, απαιτώντας μπουρμπουάρ-φακελάκι.
Κακόμοιρε, φτωχούλη, μεγαλογιατρουδάκο!

Κοντά στην γιαγιά που επιλέξαμε για γιαγιά μας, περάσαμε στιγμές πολύτιμες.
Συναισθήματα δισεκατομμύρια.
Σπουδή ζωής! Για μας και τα παιδιά μας.

Η μοναξιά, η συγκατάβαση, η αξιοπρέπεια, η καχυποψία των γηρατειών, το γέλιο, η αισιοδοξία, ο Φόβος ο απόλυτος, το βλέμμα, τα μάτια, οι σιωπές, τα αθώα ψεματάκια στην ανασφάλειά της μη και χαθούμε, η φθορά, το τέλος ...Το Τέλος ...
Όταν με κλειστά μάτια φαντάζονταν ότι περιδιάβαινε τα στενά της Θεσσαλονίκης και μετά κοντοστέκονταν κι έκοβε παπαρούνες.
Και θυμάμαι το χέρι της να προσποιείται πώς κόβει λουλούδια πάνω στη χιλιοτριμμένη κουβέρτα του Γηροκομείου. Και μπήκα και γω στο «τριπάκι της».Ντρεπόμουν να μείνω απ΄έξω ...;.Κι προσποιούμουν ότι έκοβα και γω παπαρούνες.
Συνένοχη λαθρεπιβάτης στο παρελθόν της. Χάρη του τελευταίου αντίο μας!
Και γύρω μας άλλα γεροντάκια. Με το μεγάλο-μικρόκοσμό τους.
Κάθε δωμάτιο άλλη ιστορία ...;Το μόνο κοινό ...;.Το βλέμμα προσμονής στην πόρτα.
Η λάμψη των ματιών τους όταν κάποιος άγνωστος μπει στο χώρο τους!
Πω πω τι τεράστιο θέμα συζήτησης!!!


Και ιστορίες να περπατούν σαν ακροβάτες μεταξύ τραγικού και αστείου ...;Όπως του πρώην δικαστικού που όποτε καθυστερούσαν να τον αλλάξουν οι νοσοκόμες, φώναζε με όλη τη δύναμη των πνευμόνων του «Διαμαρτύρομαι, κύριοι, διαμαρτύρομαι».
Δύσκολο πράγμα τα γηρατειά ... Η μοναξιά ... Η εγκατάλειψη ...

Η κυρία Ελενίτσα μας «την έκανε» μια Κυριακή ...
Κι έτσι εκείνη την Κυριακή δεν παρέδωσε με περηφάνια στον παπά το χαρτί της με ονόματα Υπέρ Υγείας αλλά την επόμενη ...Παραδώσαμε εμείς ένα Υπέρ Αναπαύσεως.

Υ.Γ Αυτήν την Κυριακή ...;Έτσι για μια ωραία αλλαγή στη ζωή σας. Πάρτε τα παιδιά σας και μπείτε στο Γηροκομείο Αθηνών.
Δεν θέλει προετοιμασία ...;
Μπείτε με ένα κουτί γλυκά όπως όταν πάτε σε φίλους ...
Αυτή η Κυριακή μπορεί να γίνει η πιο ωραία Κυριακή της ζωής σας ...
Κάντε το Υπέρ Υγείας της ψυχής σας ...


http://anarhogatoulis.blogspot.com
http://misha.pblogs.gr/

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2013

Ο χειρισμός της ψυχής πρέπει να είναι λεπτός..........



- Γέροντα, μερικοί χαρακτήρες πού είναι δύσκολοι, στριμμένοι, πως θά βοηθηθούν;

- Έγώ σάν μαραγκός δούλευα και στριμμένα ξύλα. Χρειαζόταν όμως υπομονή, γιατί τα στριφτά ξύλα τά πλανίζεις από ‘δώ, σηκώνουν άντιξυλιά, τά πλανίζεις από ‘κεί, σηκώνουν πάλι άντιξυλιά. Τά έτριβα λοιπόν μέ τό διπλό λεπίδι λίγο άπό τήν μιά μεριά κόντρα, λίγο άπό τήν αλλη, και έτσι τά έφερνα σέ λογαριασμό. Γίνονταν μάλιστα πολύ όμορφα, επειδή και ωραία νερά έχουν και δέν σπάζουν εύκολα έχουν πολλή αντοχή. Αν δέν τό ήξερες αυτό, μπορεί νά τά έβλεπες έτσι και νά τά πετούσες. Θέλω νά πώ, καί οί άνθρωποι πού έχουν δύσκολο χαρακτήρα, έχουν μέσα τους δυνάμεις καί, άν αφεθούν νά τούς δούλεψης, μπορούν νά κάνουν άλματα στην πνευματική ζωή, αλλά χρειάζεται νά διάθεσης αρκετό χρόνο.

Ύστερα, ποτέ δέν χρησιμοποιούσα μεγάλες πρόκες, γιά νά σφίξω δυό στραβές σανίδες, άλλά πρώτα τις πλάνιζα, τις έφερνα σέ λογαριασμό, καί τις ένωνα μέ ένα καρφάκι. Δέν τις ζόριζα, γιά νά σφίξουν, γιατί, όταν τις στραβές σανίδες προσπαθούμε νά τις κάνουμε να εφαρμόσουν μέ μεγάλες πρόκες, θά σχισθούν και πάλι θά βγουν από τήν ζορισμένη εφαρμογή τους, οπότε τί καταλάβαμε;

Χρειάζεται διάκριση και ξανά διάκριση, όταν έχη κανείς νά κάνη μέ ψυχές. Στην πνευματική ζωή δεν υπάρχει μία συνταγή, ένας κανόνας. Ή κάθε ψυχή έχει τήν δική της ποιότητα καϊ χωρητικότητα. Υπάρχουν δοχεία μέ μεγάλη χωρητικότητα και δοχεία μέ μικρή χωρητικότητα.

Άλλα είναι πλαστικά και δέν αντέχουν πολύ και άλλα είναι μεταλλικά και αντέχουν. Οταν ό πνευματικός γνωρίση τήν ποιότητα και τήν χωρητικότητα της ψυχής, θά ενεργή ανάλογα μέ τις δυνατότητες και μέ τήν κληρονομικότητα πού έχει, και μέ τήν πρόοδο πού έχει κάνει. Ή συμπεριφορά του θά είναι ανάλογη μέ τήν κατάσταση στήν οποία βρίσκεται ό έξομολογούμενος, μέ τήν αμαρτία πού έκανε, και μέ ένα σωρό άλλα. Στον αναιδή θά προσέξη νά μή δίνη δικαίωμα γιά αναίδεια. Τήν ευαίσθητη ψυχή θά κοιτάξη πώς νά τήν βοηθήση νά αντιμετώπιση μέ ανδρισμό τά προβλήματα της.

Επίσης θέλει προσοχή νά μή βασίζεται κανείς σ’ αυτό πού βλέπει εξωτερικά σ’ έναν άνθρωπο και νά μήν πιστεύη εύκολα αυτά πού τοϋ λένε καί βγάζει συμπεράσματα, ειδικά άν δέν έχη τό χάρισμα νά βλέπη βαθύτερα. Μερικές σανίδες, ενώ φαίνονται κατάγερες άπ’ έξω, μέσα είναι ολόιδιες. Όταν πλανισθή τό χνούδι πού έχουν άπ’ έξω, τότε δείχνουν τί είναι. Άλλες πάλι, ένώ άπ’ έξω φαίνονται άχρηστες, μέσα είναι δαδένιες.

Ό χειρισμός της ψυχής είναι λεπτός. Δέν πρέπει νά γίνωνται λάθη στίς συνταγές. Ό κάθε οργανισμός, βλέπετε, έχει ανάγκη από τήν βιταμίνη πού τού λείπει καί ή κάθε πάθηση από τά ανάλογα φάρμακα.


http://gerontes.wordpress.com

Δεν πρέπει επιτέλους...





Δεν πρέπει επιτέλους αυτοί οι παλιότατοι πόνοι



να γίνουν πιο γόνιμοι για μας;



Δεν είναι πια καιρός να ελευθερωθούμε




από κείνο που αγαπάμε



ενώ ακόμη το αγαπάμε



και αναρριγώντας να το ξεπεράσουμε;





Έτσι καθώς και το βέλος



τη χορδή του τόξου ξεπερνά,



ώστε στο τίναγμά του συγκεντρωμένο,



να γίνει κάτι πιο πολύ απ' τον εαυτό του;





Γιατί στάση δεν υπάρχει πουθενά.





Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Οι ελεγείες του Ντουίνο, μτφ. 


Δημήτρης Θ. Γκότσης, εκδ. Αρμός, 2000

Τετάρτη 17 Ιουλίου 2013

ΠΑΝΗΓΥΡΗ ΤΟΥ ΑΓ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΘΩΝΙΤΟΥ




Αρχίζει απόψε, με Αγρυπνία, ο πανηγυρικός εορτασμός της Μνήμης του κοινού Πατέρα των Αγιορειτών και θεμελιωτή του Κοινοβιακού Μοναχισμού στον Άθω, του Οσίου Αθανασίου του Αθωνίτη.

.......Επίκεντρο του εορτασμού η Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας


ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: «ΜΗ ΖΗΤΑΣ ΝΑ Σ' ΑΓΑΠΟΥΝ»



«Μακριά από τη Ζήλια έλεγε ο γέροντας Πορφύριος. Τον κατατρώγει τον άνθρωπο. Από φθόνο, μια Μοναχή προς άλλη, την φαντάστηκε να ασχημονεί με τον πνευματικό, και το έλεγε σαν πραγματικότητα.

Όλα γίνονται στο φθονερό άνθρωπο. Εγώ τα έζησα. Οι άνθρωποι με είχαν για καλό και ερχόντουσαν πολλοί για να εξομολογηθούν. Και μου τα έλεγαν με ειλικρίνεια.

Μακριά από αυτά τα γυναικίστικα παράπονα. Το Χριστό, μωρέ, το Χριστό να αγαπήσουμε με πάθος, με θείο έρωτα.

Ευτυχισμένος ο μοναχός που έμαθε να αγαπάει όλους μυστικά. Δεν ζητά από τους άλλους αγάπη, ούτε τον νοιάζει να τον αγαπούν.

Εσύ αγάπα όλους, και προσεύχου μυστικά μέσα σου. Ξέχυνε την αγάπη σου προς όλους. Και θα έλθει ώρα που θα αγαπάς αβίαστα. Και θα νιώθεις, ότι όλοι σ' αγαπούν. Ένα κοσμικό τραγούδι λέει:

«Μη μου ζητάς να σ' αγαπώ.
Η αγάπη δεν ζητιέται.
Μέσα στα φύλλα της καρδιάς
μονάχη της γεννιέται».

Πάρ' το πνευματικά. Εσύ σκόρπα φυσικά, από την καρδιά σου, την αγάπη του Χριστού.

Μερικοί μοναχοί, ιδίως γυναίκες, λένε:

- Μ' αγαπάς;

- Γιατί δεν μ' αγαπάς;

Πω πω! Πόσο μακριά είναι από την αγάπη του Χριστού!

Φτώχεια, πνευματική φτώχεια.

Μη σε νοιάζει αν σ' αγαπούν. Εσύ μόνο ξεχείλιζε από αγάπη Χριστού προς όλους. Και τότε μυστικά έρχεται μια μεταβολή, μια αλλαγή σ' όλο το σύνολο. Αυτό που σου λέω είναι η καλύτερη ιεραποστολή. Εφάρμοσέ το και τηλεφώνησέ μου τα αποτελέσματα».

1myblog.pblogs.gr

Ἡ Εἰρήνη, Ὅσιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης



Ἂν ὑποστεῖς καμιὰν ἀποτυχία, σκέψου: «Ὁ Κύριος βλέπει τὴν καρδιά μου καὶ ἂν εἶναι θέλημά Του, ὅλα θὰ εἶναι γιὰ τὸ καλὸ τὸ δικό μου καὶ τῶν ἄλλων». Ἔτσι ἡ ψυχή σου θὰ ἔχει πάντα εἰρήνη. Ἀλλ᾿ ἂν ἀρχίζει κανεὶς νὰ παραπονεῖται: αὐτὸ δὲν εἶναι καλό, ἐκεῖνο δὲν εἶναι ὅπως πρέπει, τότε ποτὲ στὴν ψυχή του δὲν θὰ ὑπάρχει εἰρήνη, ἔστω κι ἂν νηστεύει καὶ προσεύχεται πολύ…

… Ὁ Κύριος μᾶς ἀγαπᾶ κι ἔτσι μποροῦμε νὰ μὴ φοβόμαστε τίποτε, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία· γιατὶ ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας χάνεται ἡ χάρη καὶ χωρὶς τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ ὁ ἐχθρὸς παρασύρει τὴν ψυχή, ὅπως παρασύρει ὁ ἄνεμος τὰ ξερὰ φύλλα ἢ τὸν καπνό.


Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

ΙΕΡΟ ΚΕΛΛΙΟΝ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΚΑΨΑΛΑ ΚΑΡΥΕΣ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ (του παπαΙσαακ και τωρα του παπαΕυθυμη)









“Έχασες τον Παράδεισο, γιατί σπαταλούσες τον καιρό σου με τους νεκροζώντανους”



Μια χριστιανή κοπέλα από την Αθήνα, πριν μερικά χρόνια , βρέθηκε μπροστά σ’ ένα δίλημμα. Μίσησε ο κακός την σωφροσύνη της και της έβαλε σκέψεις ότι θα ‘πρεπε να παρεκκλίνει έστω και λίγο από τον δρόμο του Θεού για να επιτύχει την αποκατάστασή της. Πάλευε λοιπόν η συνείδησή της με την ολιγοπιστία της. Τότε την λυπήθηκε ο φιλανθρωπότατος Χριστός μας και την στερέωσε στην αρετή μ’ ένα όνειρο συγκλονιστικά διδακτικό. Ένα όνειρο μέσα από το οποίο πέρασε ένα μήνυμα του Θεού, μια σοβαρή προειδοποίηση όχι μόνο για εκείνην αλλά και για όλους. 

Το διηγήθηκε στον σεβαστό Πνευματικό της και σε πνευματικές αδελφές της, για να τις ωφελήσει. Είπε τα εξής:
«Είδα ότι βρισκόμουν σ’ έναν υπόγειο χώρο , σαν αυτούς που είναι κάτω από την Ομόνοια, όπου περνούν τα τραίνα, αλλά υπήρχε ημίφως. Μέσα σ’ αυτόν τον χώρο εκινούντο δύο κατηγορίες ανθρώπων. Οι μεν περπατούσαν, αλλά ήταν ανέκφραστοι , με απλανές βλέμμα , χωρίς να έχουν αίσθηση χώρου και χρόνου. Ήταν σαν κινούμενοι νεκροί, νεκροζώντανοι. 

Οι δε ήταν φυσιολογικοί, ζωντανοί άνθρωποι σαν κι εμένα, και είχαμε συγκεντρωθεί όλοι μαζί σ’ ένα μέρος. Τότε ανάμεσά μας παρουσιάστηκε ένας Φωτόμορφος άνδρας με θεία όψι και μας είπε δείχνοντάς μας με το χέρι του μια διέξοδο, που έμοιαζε με πύλη, έξω από την οποία φαινόταν να υπάρχει άπλετο φως.

- Προσέξτε! Για να βγήτε απ’ αυτό το μισοσκόταδο προς το φως, πρέπει, όταν ακούσετε μια καμπάνα που θα χτυπήσει, να τρέξετε να προλάβετε να βγείτε έξω από εκείνη την πύλη, διότι αν δεν προλάβετε, θα μείνετε για πάντα εδώ μέσα!
Εγώ άρχισα να αγωνιώ αν θα άκουγα την καμπάνα. Για μια στιγμή ίσα που την άκουσα απόμακρα...

Άρχισα να τρέχω προς την πύλη, αλλά άλλοι είχαν τρέξει πρωτύτερα και έβγαιναν προς το φως. Όταν πλησίασα κι εγώ, ίσα που πρόλαβα κι έβγαλα το σώμα μου και η πόρτα άρχισε να κλείνει! Άρχισα και φώναζα σε βοήθεια τον Θεό μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής μου. Τότε παρουσιάστηκε ο Θείος αυτός άνδρας και με τράβηξε προς το φως, ενώ η πόρτα έκλεινε σαν αυτόματη, αγγίζοντας τα πόδια μου.

Ίσα που μπόρεσα να γλυτώσω! Τότε όμως, όλοι που βγήκαμε προς το φως, αντικρύσαμε ένα τραγικό θέαμα. Ενώ οι νεκροζώντανοι περιφέρονταν ακόμα στο μισοσκόταδο, χωρίς να έχουν πάρει είδηση τίποτε από όλα αυτά που συνέβησαν γύρω τους, μέσα από τα κάγκελα της κλειστής πύλης, έκλαιγε και χτυπιόταν μια παρθένος κοπέλλα με μακρυά μαλλιά , που φορούσε λευκά. Έκλαιγε γιατί δεν πρόλαβε να βγει.

 Φώναζε κοιτώντας τον Θείο αυτόν άνδρα, που φαίνεται πως ήταν ο Σωτήρας Χριστός , κι έλεγε:
- Γιατί, γιατί Θεέ μου, εγώ δεν βγήκα προς το φως; Γιατί δεν πρόφτασα; Δεν είμαι κακή, είμαι αγνή. Γιατί;…
Και τότε Εκείνος της είπε:
- Ναι, είσαι αγνή. Αλλά την ζωή σου την πέρασες απορροφημένη με τους νεκροζώντανους. Γι’ αυτό δεν άκουσες την καμπάνα να βγεις προς το “φως”!

Τόσο πολύ συγκλόνισε αυτό το μήνυμα του Θεού την κοπέλλα, ώστε συνέχισε την ζωή της θεοσέβειας και της αρετής με μεγαλύτερη συνέπεια. Σε λίγο ο Θεός την αξίωσε να αποκτήσει μια ευλογημένη οικογένεια.

Το θέμα όμως είναι γενικό. Ας αναλογιστεί ο καθένας πόσο χρόνο χάνει με τις ματαιοδοξίες του κόσμου τούτου και τους “νεκροζώντανους” της κοινωνίας (δηλαδή τους ανθρώπους που είναι προσκολλημένοι στην ύλη και την αμαρτία ) , ώστε να φεύγει ο πολύτιμος χρόνος της ζωής, που μας δόθηκε από τον Θεό για μετάνοια και καλλιέργεια της ψυχής μας, με αδιαφορία και χλιαρότητα. Άλλωστε , έχει πει ο Κύριος μέσα στην Αγία Γραφή “…ὅτι χλιαρὸς εἶ, καὶ οὔτε ζεστὸς οὔτε ψυχρός, μέλλω σε ἐμέσαι ἐκ τοῦ στόματός μου”. (Αποκ. Γ΄, 16 )


Από το βιβλίο: «Μηνύματα από τον Ουρανό»
Έκδοσις Ι. Μονής Παναγίας Βαρνάκοβας

Δωρίδα 2005


Νώτη Γεωργία

http://talantoblog.blogspot.gr/

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

Σταυρός του Αγ. Ανδρέα στην Ρωσία (Αποστολή Ι.Μ. Πατρών)




Συνεχίστηκε καί σήμερα μέ ἀθρόα συμμετοχή χιλιάδων Ὀρθοδόξων Ρώσων πιστῶν τό προσκύνημα τοῦ Σταυροῦ τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου, στόν Καθεδρικό Ναό τῆς Παναγίας τοῦ Καζάν, στήν Ἁγία Πετρούπολη.

Τά πλήθη τῶν πιστῶν, ἀνθρώπων κάθε ἡλικίας, ὑπομονετικά καί μέ προσευχή περιμένουν ἐπί ὧρες νά προσκυνήσουν τό μαρτυρικό τίμιο Ξύλο τοῦ Πρωτοκλήτου τῶν Ἀποστόλων.


Τό πρωί στόν κατάμεστο Ἱερό Ναό τῆς Παναγίας τοῦ Καζάν ἐτελέσθησαν δύο Θ. Λειτουργίες καί στήν συνέχεια Ἱερές Παρακλήσεις καί Χαιρετισμοί στόν Ἅγιο Ἀνδρέα. Στήν δεύτερη Θεία Λειτουργία προέστη ὁ Ἐπίσκοπος κ. Μάρκελλος, ὁ ὁποῖος προέβη σέ Χειροτονίες Διακόνου καί Πρεσβυτέρου.


Στήν Θεία Λειτουργία παρέστησαν ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πατρῶν κ.κ. Χρυσόστομος, ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μαντινείας καί Κυνουρίας κ.κ. Ἀλέξανδρος καί ἡ συνοδεία τους.

Μετά τό πέρας τῆς Θείας Λειτουργίας ἡ Ἐλληνική ἀποστολή ξεναγήθηκε στόν Καθεδρικό Ναό τῆς Παναγίας τοῦ Καζάν ἀπό τόν Προϊστάμενο τοῦ Ναοῦ Πρωθιερέα π. Παῦλο.


Ἀκολούθως πραγματοποιήθηκε προσκύνημα στόν μνημειακό καί μουσειακό Ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Ἰσαακίου, Ἡγουμένου τῆς Μονῆς Δαλμάτων, ὅπου τούς Ἀρχιερεῖς καί τούς συνοδούς τους ὑποδέχτηκε μέ ἐγκαρδιότητα ὁ Πρόεδρος τοῦ Μουσείου καί στόν Ἱερό Ναό τῆς Ἀναστάσεως, ὁ ὁποῖος ὀνομάστηκε τοῦ «ρέοντος αἵματος», διότι οἰκοδομήθηκε στόν τόπο ἐκεῖνο, ὅπου τραυματίστηκε θανάσιμα ὁ Αὐτοκράτορας τῆς Ρωσίας Ἀλέξανδρος Β΄.


Τέλος προσκύνησαν τόν τάφο τῆς Ὁσίας Ξένης τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως, ὅπου ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πατρῶν κ.κ. Χρυσόστομος ἐτέλεσε Δέηση ὑπέρ τοῦ Ἱεροῦ Κλήρου καί τοῦ εὐσεβοῦς Λαοῦ τῆς Ἀποστολικῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν.


Τό βράδυ τῆς ἰδίας ἡμέρας ὁ Σεβασμιώτατος παρεχώρησε συνέντευξη σέ μεγάλο ἐκκλησιαστικό τηλεοπτικό σταθμό τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κατερινουπόλεως, ἡ ὁποία συνέντευξη μετεδίδετο ἀπ’ εὐθείας σέ Ρωσία, Οὐκρανία, Λευκορωσία καί δορυφορικά σέ ὅλο τόν κόσμο.


Ὁ Σταυρός θά ἀναχωρήσῃ αὔριο (Δευτέρα) τό ἀπόγευμα ἀπό τήν Ἁγία Πετρούπολη γιά τήν Μόσχα.

http://www.romfea.gr/

ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΣΟΦΙΑ-ΑΣΚΗΤΡΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ


ΠΟΣΟ ΔΥΝΑΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΠΙΣΤΗ ΣΟΥ ΣΤΟ ΘΕΟ;;;



Η ιστορία μιλάει για έναν ορειβάτη, που θέλησε να σκαρφαλώσει στο ψηλότερο βουνό.
Η νύχτα έπεσε βαριά και ο άνδρας δεν έβλεπε τίποτα, όλα ήταν μαύρα.
Το φεγγάρι και τα άστρα είχαν καλυφθεί από σύννεφα.

Καθώς ο άνδρας ανέβαινε, γλίστρησε λίγο πριν την κορυφή του βουνού και έπεσε στο κενό με μεγάλη ταχύτητα.
Ο ορειβάτης πού το μόνο που έβλεπε καθώς έπεφτε ήταν μαύρες κουκίδες, είχε την τρομερή αίσθηση της βαρύτητας να τον τραβά.

Συνέχισε να πέφτει και σε εκείνες τις στιγμές του μεγάλου φόβου, ήρθαν στο μυαλό του όλα τα καλά και τα άσχημα επεισόδια της ζωής του, σκεφτόταν τώρα, το πόσο κοντά στο θάνατο ήταν, όταν ξαφνικά ένιωσε το σχοινί που ήταν δεμένο στη μέση του να τον τραβά δυνατά.

Το σώμα του ορειβάτη κρεμόταν πλέον στον αέρα, μόνο το σχοινί τον κρατούσε ζωντανό.
Εκείνη τη στιγμή της αμηχανίας και καμιάς άλλης επιλογής, φώναξε:
- Θεέ μου, βοήθησέ με....
Ξαφνικά, μια βαθειά φωνή προερχόμενη από τον ουρανό απάντησε:
- Τί θέλεις να κάνω..;
- Σώσε με, Θεέ μου.
- Αληθινά, νομίζεις ότι μπορώ να σε Σώσω..;
- Βέβαια, πιστεύω ότι Εσύ μπορείς..!
- Τότε, κόψε το σχοινί που είναι δεμένο στη μέση σου...

Στο σημείο αυτό σκέφτηκα:
Θεέ μου, τι Ζητάς από αυτόν τον άνθρωπο; Είναι δυνατόν να του Ζητάς να κόψει το σχοινί, το μόνο πράγμα που τον κρατάει ζωντανό..;
Εγκατέλειψα γρήγορα αυτές τις σκέψεις και έβαλα τον εαυτό μου στη θέση του ορειβάτη.
Αλήθεια, εγω τί θα έκανα;;;

Η ομάδα διάσωσης, την άλλη μέρα, είπε ότι ένας ορειβάτης βρέθηκε πεθαμένος, παγωμένος και το σώμα του κρεμόταν από ένα σχοινί. Τα χέρια του κρατούσαν σφιχτά το σχοινί ''μόνο 3 μέτρα'' πάνω από το έδαφος....

Εσύ και εγώ, πόσο κολλημένοι είμαστε στο σχοινί μας..

ΠΗΓΗ

Η υποδομή της Χριστιανικής μας ταυτότητας, υπόθεση ζωής Δημήτριος Τσελεγγίδης


 Κύριε καθηγητά, ήθελα να ρωτήσω το εξής: Επειδή ακόμα κι η αναφορά στην υπακοή, την οποία κάματε, και η απάντηση που δώσατε στον π. Τρύφωνα και η περίοδος, στην οποία ζούμε, θυμίζει ακριβώς τα χρόνια, οι διαδικασίες, οι θεολογικές σκέψεις, οι οποίες κυριαρχούν ή συγκρούονται στον Ορθόδοξο χώρο, θυμίζουν γεγονότα, τα οποία έγιναν περίπου πριν εκατό χρόνια. Πιστεύετε, φοβάστε, έχετε στην σκέψη κατά νου, ότι πιθανόν τα πράγματα εκεί που οδηγούνται, είτε από ανθρώπους οι οποίοι νιώθουν να έχουν την αυθεντία της Ορθοδοξίας είτε από ανθρώπους οι οποίοι νιώθουν να είναι οι ζηλωτές της πίστης και να είναι αυτοί, οι οποίοι έχουν ακέραια την πίστη, σε μία εξέλιξη των πραγμάτων και ίσως υποβοηθούμενα και από τις όποιες κοινωνικοπολιτικές παρεκτροπές θα έχουμε στο ιστορικό πλαίσιο του Γένους μας, παράλληλα με την επαναπροσδιόριση της διεκδίκησης των Σλάβων επί της Ορθοδοξίας, εάν μπορούμε να οδηγηθούμε σε ένα νέο σχίσμα των Ελληνορθοδόξων. Τα αίτια, για κάποιον ο οποίος μελετά λίγο την Εκκλησιαστική Ιστορία, τα γεγονότα, δεικνύουν ότι πάμε σε μία κάθετη ρήξη. Το ποίμνιον μπορεί να μη το έχει αντιληφθεί ακόμα το τι συμβαίνει, μπορεί να μην έχει νιώσει του τι διεργασίες γίνονται, αλλά τα πράγματα δεικνύουν ότι ξαφνικά θα ξυπνήσουν οι πιστοί και θα βρεθούν σε μία τέτοια οριακή κατάσταση, που θα πρέπει να επιλέξουν σε ποια Εκκλησία μετέχουν ή ποιας Εκκλησίας είναι μέλη· ή θα πρέπει να ξανασυζητηθεί μετά από πάρα μα πάρα πολλά χρόνια του τι είναι Ορθόδοξο και του τι δεν είναι Ορθόδοξο. 

 Μάλιστα. Ευχαριστώ για το καίριο αυτό ερώτημα, που πραγματικά είναι και διάπυρο, καίει. Θα επιχειρήσω να το απαντήσω ως εξής: Το να είμαστε στην Εκκλησία, θυμάμαι τον πρώην πνευματικό μου, τον π. Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο, στον οποίο πολλοί έλεγαν «να εύχεσαι γέροντα, να εύχεσαι γέροντα για μας» κι εκείνος έλεγε «εμού ευχομένου, υμών δε κοιμωμένων, ουδέν το όφελος»! Με το να εύχονται οι πνευματικοί πατέρες, να αγρυπνούν αυτοί, που ούτως ή άλλως αγρυπνούν, και καλά κάνουν, πρωτίστως για τον εαυτό τους και στη συνέχεια και για τους άλλους, κάνουν το καθήκον τους· αλλά μαγικά, μηχανιστικά δεν συμβαίνουν αυτά τα πράγματα. Το θέμα είναι κατ’ εξοχήν πνευματικό, υπαρξιακό, εδώ και τώρα. Δηλαδή, τι θέλω να πω: Με βάση και όσα λέχθηκαν για την αγιοπνευματική ζωή, δεν είναι πολυτέλεια η αγιοπνευματική μας ζωή μέσα στην Εκκλησία, δεν είναι πολυτέλεια η πνευματική εγρήγορση.

Όταν η πνευματική εγρήγορση είναι πού είναι ο νους μας. Ο νους του ανθρώπου, όταν λέω για νου δε μιλάω για το μυαλό, έτσι, για τον εγκέφαλο. Ο νους του ανθρώπου έχει σχέση με την ηγεσία, που έδωσε ο Θεός στον άνθρωπο, είναι μία δύναμη της ψυχής ο νους, όπως και η λογική, όπως και το πνεύμα, ο οποίος είναι ο βασιλιάς, είναι ο ηγεμόνας· ό,τι ο νους υπαγορεύσει στην ψυχή, περνάει στο σώμα μας ως καλό, η πνευματική αλλοίωση π.χ. διά του νοός προχωρεί και στο σώμα και η κακή αλλοίωση πάλι διά του νοός. Άρα το ζητούμενο είναι πού είναι ο νους μας.

 Όσοι επιχείρησαν σοβαρά να κάνουν το αυτονόητο στην Εκκλησία, δηλαδή να προσεύχονται κατά την εντολή· κι όταν λέμε εντολή, δε σημαίνει επιλογή. Σήμερα ακούγεται αυτό το πράγμα ως επιλογή: «Ε, έγινε καλόγηρος, κάνει κομποσχοίνι, προσεύχεται· εγώ είμαι οικογενειάρχης, εγώ είμαι στον κόσμο, εγώ είμαι επαγγελματίας κτλ». Είναι τελείως ανόητο πράγμα! Διότι, το παίρνει ως επιλογή ενώ είναι εντολή: δει υμάς πάντοτε προσεύχεσθε, αδιαλείπτως προσεύχεσθε, θα μας πει ο Απόστολος Παύλος κτλ. Όσο πολυτέλεια μπορεί να θεωρηθεί για έναν άνθρωπο, που θέλει να ζει, το να αναπνέει άλλο τόσο και περισσότερο, κατά τον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο, είναι επιβεβλημένο να προσεύχεται. Δηλαδή υπαρξιακώς πρέπει να είμαστε, ως ύπαρξη, προσανατολισμένοι στο Θεό και ο νους μας κατά βάση να είναι εκεί. Αν λέω, με βάση αυτήν την εντολή, κάνει κάποιος, κατά την ρήσιν του π. Εφραίμ του Κατουνακιώτη, μία αυτοεπίσκεψη, αν επισκεφτεί δηλαδή μόνος τον μόνο εαυτό του, μακριά από κάθε άλλη προκατάληψη κτλ, θα διαπιστώσει ότι ο νους του είναι παντού αλλού εκτός από το σπίτι του, που είναι η καρδιά του.

Αν επιχειρήσει στη συνέχεια να κάνει αληθινή προσευχή, δηλαδή στην αρχή της, θα διαπιστώσει ότι ο νους είναι σαν το χέλι· τον φέρνει, σε κάποια περίπτωση, θέλει πολύ ζόρισμα για να τον φέρεις, γιατί έχει μάθει στην αλητεία, διαρκώς να φεύγει. Έχουμε σχηματίσει και δια της Παιδείας μας, της θύραθεν, της αλλοτριωμένης Παιδείας, ότι αυτό είναι πολύ φυσιολογικό πράμα, ο νους πηγαίνει εδώ κι εκεί· λέει, αυτός είναι πανέξυπνος, πάει παντού το μυαλό του, και σου λέει «κάλτσα του διαβόλου, παιδί μου», και το εννοεί «πανέξυπνος» λέει. Μα, αυτός είναι τόσο έξυπνος όσο είναι κι ο διάβολος, που δεν είναι έξυπνος ο διάβολος, είναι κουτός. Έξυπνος είναι εκείνος, ο οποίος κάνει τον μικρότερο κόπο, τον λιγότερο χρόνο και πετυχαίνει το μέγιστο δυνατό αποτέλεσμα· κατά τον δικό μου ορισμό, αυτός είναι ο δικός μου ορισμός, δεν είναι εκκλησιαστικός. Εγώ έτσι την καταλαβαίνω την εξυπνάδα. Και αυτό είναι εκείνος, ο οποίος κάνει προσευχή.

Διότι, με τον λιγότερο χρόνο που διαθέτει, με τον λιγότερο κόπο, πετυχαίνει το μέγιστο δυνατό αποτέλεσμα, το οποίο αποτέλεσμα δεν είναι κτιστό, είναι του ίδιου του Θεού. Άρα, αν το προσπαθήσει αυτό το πράμα, θα διαπιστώσει ότι είναι τελείως αποξενωμένος απ’ τον εαυτό του ο άνθρωπος. Έτσι λοιπόν μ’ αυτό θέλω να πω ότι το πρώτιστο πράγμα, το οποίο πρέπει να κάνουμε ως πιστοί, είναι να ενδιαφερθούμε για το νου μας, πού βρίσκεται, προκειμένου να κάνουμε αυτό που είπα, την ανάκριση, για να κάνουμε την κρίση. Γιατί άμα δεν κάνεις, άμα δεν βλέπεις, άμα δεν έχεις κριτήρια, δηλαδή το θέλημα του Θεού, να ανακρίνεις κάτι, δεν μπορείς μετά να κρίνεις. Αλλιώς θα κρίνεις εκ του προχείρου και θα είναι επισφαλής η κρίση σου.

Έτσι λοιπόν ο κίνδυνος αυτός είναι υπαρκτός, πράγματι, με τα σήμερα συμβαίνοντα. Αλλά θα σας πω ότι ήταν σε κάθε εποχή και θα είναι σε κάθε εποχή μέχρι της συντελείας του αιώνος, γιατί ο ίδιος ο Χριστός είπε, αυτές είναι δοκιμασίες και τις δοκιμασίες τις επιτρέπει ο Θεός, γιατί; Ίνα οι δόκιμοι φανεροί γένωνται (Κορινθ., 11, 19). Αποδεικνύεται λοιπόν σε κάθε κρίση η ανεπάρκεια της στάσεώς μας, της προετοιμασίας μας. Γιατί, τι λέει ο ψαλμωδός; Ητοιμάσθην και ουκ εταράχθην (Ψαλμ., 118, στ. 60). Το γεγονός ότι συνταρασσόμαστε σήμερα, όχι ταρασσόμαστε απ’ την κρίση, σημαίνει ότι δεν κάναμε αυτό που έπρεπε νωρίτερα. Το «ητοιμάσθην» λοιπόν, η ετοιμασία του πιστού είναι το να βρίσκεται εν νήψη διαρκή. Ενδιαφερόμενος λοιπόν για το ουσιαστικό, ο κάθε πιστός, δηλαδή να βρίσκεται εν τω ονόματί Του, γιατί αυτή είναι η εντολή του Χριστού, μη μετεωρίζεσθε, μείνατε εν τω ονόματί μου, αυτή την εντολή έδωσε στους μαθητές Του, αλλά δεν τους είπε πότε θα γίνει η Πεντηκοστή, μετά την Ανάσταση.

Αυτό κάναν οι μαθητές, απ’ ότι πληροφορούμαστε από τις Πράξεις, ότι ήταν συνηγμένοι και προσευχόμενοι, έμεναν δηλαδή εν τω ονόματί Του, και δεν ήταν μετεωριζόμενοι από δω κι από κει, και τότε ήρθε το Άγιο Πνεύμα. Αντιστρόφως τώρα, εμείς που δεχτήκαμε την προσωπική μας Πεντηκοστή με το Άγιο Χρίσμα, που συνέβη να μπαζωθούμε κτλ, και τώρα διά της μετανοίας κτλ απομπαζωνόμαστε, πρέπει να βρισκόμαστε σ’ αυτήν την ετοιμότητα, δηλαδή εν προσευχή, δηλαδή εν τω ονόματι του Χριστού, ώστε να μπορεί να γίνεται πράξη η προσωπική Πεντηκοστή μας· είναι αυτό το οποίο έλεγα στην εισήγησή μου, δηλαδή να είναι ενεργοποιημένη η εν ημίν Βασιλεία του Θεού, το οποίο είναι ως πρώτο ζητούμενο. Γιατί ο Χριστός είπε ζητείτε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού (Ματθ., 6, 33) δηλαδή Εμένα ουσιαστικά λέει να ζητάτε, δηλαδή έτσι, ας επιτραπεί η έκφραση, εισπράττουμε εμείς πρακτικώς τον Χριστό, ως τη Βασιλεία Του, η οποία είναι μέσα μας, και δεύτερον τι θα φάμε, τι θα πιούμε και όλα τ’ άλλα τα βιοτικά, τα οποία είναι αυτονόητα αφού μας έκανε με σάρκα και οστά έχουμε ανάγκη· γνωρίζει, λέει, ο Πατέρας σας πριν εσείς το ζητήσετε τι ακριβώς έχετε ανάγκη, κι Αυτός που φροντίζει για τα κρίνα του αγρού και τα στολίζει όσο ούτε ο Σολομών εν πάση τη δόξη αυτού, αυτά που είναι εφήμερα και αύριο θα τα πετάξουμε να τα κάψουμε, τα λουλούδια του αγρού, τα φροντίζει, και τα πετεινά του ουρανού και δεν πέφτει ούτε ένα πουλί χωρίς τη θέλησή Του, άρα πολύ περισσότερο, λέει, εσάς!

Για μας ήρθε ο Υιός του Θεού κι έγινε άνθρωπος και σταυρώθηκε για να μας σώσει! Και δεν θα ενδιαφερθεί τι θα φάμε, αν θα είμαστε άρρωστοι, αν η αρρώστιά μας θα είναι αυτή ή εκείνη, τι θα γίνουν τα παιδιά μας κτλ; Αυτό δείχνει μόνο απιστία, αν μας περνούν τέτοιοι λογισμοί, για να μην πω ότι ο επάνω όροφός μας έχει γίνει κέντρο διερχομένων λογισμών και όχι μόνον διερχομένων αλλά και αγκυροβολημένων, κοσμικά όμως προσανατολίζοντας τον νου μας σ’ αυτήν την απιστία. Εκεί κρίνεται σήμερα ο πιστός! Αν είναι πιστός πράγματι ή εάν, όπως λέγει ο Άγιος Συμεών, ανάβει το κερί του στην εκκλησία και μετά το ανάβει και στους ναούς των ειδώλων. Γιατί κάθε πάθος, κάθε τέτοια απιστία, είναι πίστη είτε στον εαυτό του είτε σε κάποιους άλλους, όχι όμως στον Θεό του. Έτσι, με συγχωρείτε που είπα πολλά, αλλά επειδή είναι πολύ σοβαρό το θέμα και δεν θέλω, γιατί κινδυνεύει εκεί κανείς να φθάσει σε έναν φανατισμό και σε έναν, θα έλεγα, νεστοριανισμό, ραφιναρισμένα όμως, δηλαδή να δει το θέμα της πίστης, μην το πάνε... Βεβαίως και είναι κορυφαίο το θέμα της πίστης, γιατί ο Χριστός είπε, να είστε φρόνιμοι ως οι όφεις (Ματθ., 10, 16) κι ο Άγιος Χρυσόστομος το ερμηνεύει: τι σημαίνει αυτό; τι κάνει ο όφις όταν έχει κίνδυνο; Βάζει το κεφάλι του, λέει, κάτω από μια πέτρα.

Τι σημαίνει αυτό; Θέλει να διασώσει την κεφαλή του. Γιατί το σώμα του, λέει, και να το κόψεις, πάλι το αναπλάθει. Έτσι και εμείς στο θέμα της πίστης, αδιαπραγμάτευτοι· δεν κάνουμε εκπτώσεις στο δόγμα. Ναι, αλλά άμα δεν υπάρχει και η ανάλογη ζωή, θα ‘λεγε ο αδελφόθεος Ιάκωβος, και τα δαιμόνια πιστεύουν και φρίσσουν. Άρα μπορεί η πίστη, η σωστή πίστη, να είναι και δαιμονική· δαιμονική δηλαδή ως προς την ορθότητά της μεν στη διατύπωση, αλλά όχι στο βίωμά της. Γιατί το αντίκρισμα της πίστεως είναι η ζωή. Ο Χριστός είπε εγώ ειμί η Αλήθεια και η Ζωή (Ιωαν., 14, 6). Η πίστη λοιπόν πρέπει να είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη ζωή. Όταν όμως, εγώ μίλησα εδώ για τη ζωή σήμερα, αύριο θα μιλήσω για την πίστη, όταν η ζωή μας αυτή, η οποία είναι το αντίκρισμα, είναι ο χρυσός δηλαδή έναντι του χρήματος που κυκλοφορεί και δίνει εγκυρότητα σ’ αυτό, δεν υπάρχει από πλευράς ενδιαφέροντος, όταν εμείς δηλαδή δεν νήφουμε, όταν δεν είμαστε σε διαρκή προσευχή κτλ, τότε και η πίστη μας θα κινδυνεύσει, δηλαδή θα αμβλυνθεί το αισθητήριο της πίστεως!

Και μπορεί να έχουμε κάποια ανησυχία, μπορεί και ενδεχομένως να αγωνιζόμαστε για κάτι, που το ξέρουμε και το οποίο έτσι είναι γιατί έτσι μας το είπαν οι Πατέρες κτλ, οκ! είναι καλό, καλό αλλά ανεπαρκές. Θα πρέπει δηλαδή να συνοδεύεται, άλλωστε και η έκφραση και ο τρόπος αγωνιστικότητας, από αυτήν την καλή ανησυχία, που θα έλεγε πάλι ο π. Παΐσιος, για την ζωή. Τότε δεν θα κινδυνεύσουμε προσωπικώς· το πρώτο που είναι πολύ σημαντικό. Το αν θα κινδυνεύσουν κάποιοι, αυτό είναι θέμα του Θεού. Μέσα στην ιστορία βλέπουμε έναν Άγιο Μάξιμο, που χάθηκε ολόκληρη η Ανατολή και έσωσε, έγινε στύλος της Εκκλησίας, όπως νωρίτερα ο Μέγας Αθανάσιος! Πάντα θα υπάρχουν όμως αυτοί! Αυτήν την ανησυχία να μην την έχουμε, δηλαδή, γιατί κινδυνεύουμε μετά να πάμε να σώσουμε την Εκκλησία, ε; Όπως είπαν κάποιοι και στην Ελλάδα με τη μεταπολίτευση κτλ, το οποίο είναι φρικαλέα βλασφημία! Η Εκκλησία μάς σώζει.

Ο Χριστός μάς εγγυήθηκε ότι θα παραμείνει έως του αιώνος, ας πούμε. Ότι το σκάφος, όπως λέει ο ιερός Χρυσόστομος, θα κλυδωνίζεται αλλά σίγουρα θα πάει στη Βασιλεία του Θεού. Το θέμα είναι εμείς, όχι αν βρισκόμαστε στο καράβι, που βρισκόμαστε έτσι κι αλλιώς διά του Αγίου Βαπτίσματος, αλλά μήπως έχουμε αράξει, συγγνώμη, εκεί πέρα επάνω αμελώς και με το ανέβασμα και κατέβασμα στις φουρτούνες, βρεθούμε μεζεδάκι στο στόμα κανενός καρχαρία. Ακόμη χειρότερα. Αλλά εγώ σας λέω για την ξενοιασιά κάποιων, που σου λέει αρκεί να είσαι στην Εκκλησία. Όχι! Να είσαι στην Εκκλησία, όπως σε θέλει η Εκκλησία να είσαι! Και σε θέλει να γρηγορείς και να έχεις υπόψη σου τον καπετάνιο που λέει «κρατηθείτε, κινδυνεύουμε» κτλ. Κρατηθείτε από την πίστη, έτσι; Αυτός, ο οποίος νοιάζεται, λοιπόν, να αρμενίσει στη Βασιλεία του Θεού, και αυτός θα διασφαλισθεί και οι άλλοι κοντά του και θα παρηγορηθούν και θα συγκρατηθούν. Έτσι νομίζω ότι σας έδωσα την απάντηση, που είναι το συναμφότερο: όχι να μας ηλεκτρίζει η πίστη, σωστό είναι και είπαμε εκεί είναι. Θυμάμαι εγώ την ρήση του π. Παϊσίου όταν επρόκειτο να πάω για σπουδές στη Δύση, του είπα ότι πάω να σπουδάσω στους Ρωμαιοκαθολικούς και στους Προτεστάντες τι να προσέξω; Και μου είπε, κοίταξε να δεις, τα δόγματα δεν μπαίνουν στην ΕΟΚ, και στα δόγματα δεν κάνουμε εκπτώσεις. Βλέπετε; Μου είπε το ασφαλέστερο! Ως προς τα άλλα, τα λέγαμε επί χρόνια, τα λέγαμε και μετά, δηλαδή τα περί νήψεως.

Δεν μπορεί κανείς να λέει, α, εγώ είμαι απλώς πιστός, γι’ αυτά νοιάζεται ο Επίσκοπος. Όχι, ο Επίσκοπος οφείλει, βεβαίως, αυτό να το κάνει, αλλά εμείς είμαστε λογικά πρόβατα, δεν είμαστε άλογα. Έχουμε ακεραία την ευθύνη εμείς να διασφαλίζουμε και την πίστη αυτή, να την αποδεχόμαστε δηλαδή εφόσον έτσι είναι, και από την άλλη μεριά να την κάνουμε πράξη. Γιατί το δόγμα κάνει ακριβώς αυτή την διασφάλιση της γνησιότητας αυτής της ζωής, της εκκλησιαστικής, της πνευματικής. Το δόγμα δηλαδή είναι εντελώς απαραίτητο περίβλημα, γιατί μόλις βγεις από το δόγμα λιγάκι –δεν είναι απόψεις, δεν είναι θεωρίες, δεν είναι υπομνήματα έτσι τα δόγματα- μόλις βγεις είναι κίνδυνος θάνατος, ρεύμα υψηλής τάσεως, που λένε. Δεν μπορεί να πει κανείς, ε, ας το δοκιμάσω να δούμε τι είναι και το άλλο. Όταν θα το διαπιστώσεις θα είναι ήδη πολύ αργά. Αποκόπτεσαι από την Εκκλησία και δεν έχουμε κανένα συμπερασμό. Αλλά, η ευαισθησία η σωστή ενός πιστού, να ξέρετε, στο δόγμα, οφείλεται υγιώς μόνον όταν αυτός ενδιαφέρεται όχι για την καθημερινότητα, ανά πάσα στιγμή κρίνεται η ελευθερία του, ως προς το πού είναι ο νους του.

Γι’ αυτό οι μεγάλοι ασκητές ήταν εκείνοι, οι οποίοι και κατέβαιναν στην πόλη, κι ο π. Παΐσιος ο ίδιος, που είχε γράψει τότε στον Αθηναγόρα τον Πατριάρχη, εκείνη την επιστολή την αυστηρή κλπ, που δείχνουν έναν αγράμματο άνθρωπο ή ο γέροντας Ιωσήφ μ’ αυτά τα κείμενα τα εκπληκτικά, δείχνει ότι –εγώ προσωπικώς έκανα μία ειδική έρευνα στο γ. Ιωσήφ, έτσι να διαπιστώσω εμπειρικά αυτός ο αγράμματος άνθρωπος αν έπεσε σε κάποιο δογματικό σφάλμα, ως δογματολόγος εγώ, τη στιγμή που ξέρω ότι καθηγητές της Δογματικής, για ορθόδοξους μιλώ, έχουν κάνει σφάλματα. Και ενώ πήγαινα ζητώντας κυριολεκτικά το ελάχιστο δεν βρήκα, με κατάπληξή μου, και για σοβαρότατα πράγματα που αργότερα από έρευνες είχα καταλήξει ότι θα μπορούσα κι εγώ κάτι να πω, είδα ότι το έχει πει. Πώς; Με ποιο πνεύμα; Άρα γρηγορώντας, άρα μένοντας στην άσκησή του εκεί που φαινόταν ακοινωνικός, ήταν κατ’ εξοχήν κοινωνικός και κατ’ εξοχήν, θα έλεγα, κι ένας φάρος! Γιατί για μένα είναι πάρα πολύ σπουδαίο, ως καθηγητού, με αυτή την ιδιότητα ως καθηγητού, να βλέπω έναν άνθρωπο, ο οποίος δεν τα σπούδασε, με κάθε ακρίβεια να τα διατυπώνει.

Αυτό μόνον γίνεται από την πνευματική εγρήγορση· γι’ αυτό είναι και το πρώτο ζητούμενο, γι’ αυτό είναι και καθημερινή υπόθεση, γι’ αυτό δεν είναι απλώς καθημερινή υπόθεση, αλλά είναι υπόθεση του αυτεξουσίου μας, που οφείλει να λέει ανά πάσα στιγμή αυτό που έλεγε η Παναγία: ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου (Λουκ., 1, 38) και το ρήμα του Θεού ήταν το θέλημα του Θεού, στο οποίο υποτασσόταν.

 Απομαγνητοφώνηση: Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου

http://www.impantokratoros.gr/

Μωυσής Αγιορείτης: Οι θερμές ακτίνες του ήλιου λιώνουν το κερί και σκληραίνουν τη λάσπη



Δικαιολογημένα το θέμα των ημερών μας είναι η σοβαρή οικονομική κρίση που διέρχεται η πατρίδα μας. Γι’ αυτό υπάρχει μεγάλη ανασφάλεια, ανησυχία, αγωνία, αγανάκτηση, σύγχυση, φόβος και άγχος. Οι καιροί είναι πράγματι χαλεποί. Σ’ αυτή την κατάσταση καλούνται οι χριστιανοί να δώσουν τη μαρτυρία και ομολογία τους. Καταρρέουν κάστρα σαν πύργοι στην άμμο.

Παγιδεύονται πλούσιοι, δημιουργούνται πολλά προβλήματα, ανατρέπονται ισορροπίες, γεννιούνται εκμεταλλεύσεις, πονηρές επιθυμίες. Αυξάνεται η ανεργία, η αβεβαιότητα, η εγκληματικότητα, η παρανομία και η φτώχεια. Όλα αυτά φανερώνουν καθαρά την πνευματική νωθρότητα και πενία πολλών. Μακάρι το ισχυρό αυτό τσουνάμι να δημιουργήσει έγερση από τον λήθαργο, σεισμό προς εγρήγορση, ρωγμές προς επίγνωση, τομές για υπεύθυνες αποφάσεις. Είναι ανάγκη να επανέλθει σύντομα η λησμονημένη αισιοδοξία, η κρυμμένη ελπίδα, η χαμένη χαρά και η ποθητή ειρήνη.

Πίσω από τον ανθρώπινο πόνο, την πικρή δοκιμασία, την κουραστική στενοχώρια και τη φοβερή θλίψη κρύβεται το φιλόστοργο μάτι του Θεού. Η αφύπνιση από τη ζωή της ύλης, της ηδονής, της καλοπέρασης και του ατομισμού θα φέρει τον άνθρωπο στην πνευματική ενατένιση, την ορθή όραση, την εγνωσμένη μελέτη, στην απομάκρυνση του θολού άγχους. Ο άνθρωπος έχει πολλές και άγνωστες εσωτερικές δυνάμεις να μη λυγίζει εύκολα, να μη πέφτει απερίσκεπτα, να μη μένει κάτω, να μη κυριεύεται από την απόγνωση. Μάλιστα, δεν νοείται χριστιανός απογοητευμένος, ανυπόμονος, ανέλπιδος, κακομοίρης, κατσούφης και αγνώμων.Ο κόσμος προκαλεί και προσκαλεί συνεχώς στην κοινωνία της αφθονίας, του υπερκαταναλωτισμού, του κορεσμού και της πλησμονής. Η κοινωνία κατάντησε αισθησιοκρατούμενη και λατρεύουσα υπερβολικά τη σάρκα. Έχει, δυστυχώς, επέλθει ένα τρομερό μπλοκάρισμα, μία πονηρή παγίδευση, μία αποτελμάτωση και νάρκωση μόνο στα επίγεια αγαθά. Δεν υπάρχουν στοιχεία αντιστάσεως, αντιμετωπίσεως, μεταστροφής και μετάνοιας. Γι’ αυτό και η οικονομική κρίση ενοχλεί τόσο μα τόσο πολύ. Δεν αρπάζεται σαν μία σημαντική ευκαιρία για μία ουσιαστική αλλαγή.

Τώρα είναι η ώρα να φανεί η πίστη, να δοθούν εξετάσεις, να κριθεί η γνησιότητα της πίστεως του καθενός. Να μη μένει σε λόγια. Στους πειρασμούς, τις δοκιμασίες, τις θύελλες φαίνεται η αληθινότητα του «πιστεύω» μας. Ο πόνος φανερώνει τη νόσο. Ο πόνος μπορεί να γίνει ιατρός. Είναι ανάγκη να πονέσουμε για να συμπονέσουμε. Ο πόνος, είναι αλήθεια, μπορεί να μαλακώσει τον άνθρωπο και να γίνει ευλογία και μπορεί να τον σκληρύνει και να του γίνει μαρτύριο, βάσανο ή κατάρα. Όπως λένε, οι θερμές ακτίνες του ήλιου λιώνουν το κερί και σκληραίνουν τη λάσπη. Έχει ιδιαίτερη σημασία η ελεύθερη βούληση του κάθε ανθρώπου.

Είναι πολλοί οι λόγοι που θα έπρεπε ο άνθρωπος ανυποχώρητα να αγωνίζεται συνεχώς. Η απελπισία είναι ανεπίτρεπτη. Η υπομονή είναι πάντοτε απαραίτητη. Δεν είμαστε μόνοι αγωνιζόμενοι στη ζωή. Ο καλός καραβοκύρης στη φουρτούνα φαίνεται, λέει σωστά ο λαός μας. Φουρτούνα, συννεφιά, μπόρα είναι και θα περάσει. Ξεφύγαμε κι εμείς απρόσεκτα. Καιρός να επιστρέψουμε πιο συνετά στην ευθεία, στο μέσον, το μέτρο, τη μετρημένη ζωή. Είναι μία ευκαιρία. Μία ευκαιρία σημαντική.


Artion magazine, τεύχος 8, του Οσιολογ. Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου


http://agioritikesmnimes.blogspot.gr/

Σάββατο 13 Ιουλίου 2013

«Το σπουργιτάκι του Θεού» (Στέλλα Μιτσακίδου)


«Το σπουργιτάκι του Θεού»

της Μηλίτσας Πισιμίση-Λουκίδου, Νομικού-Υπαλλήλου Υπ. Εργασίας

Με την Στέλλα γνωριστήκαμε το καλοκαίρι του 1979 στην Σοκολατοποιΐα. Ήταν εργάτρια, εργαζόταν πολύ σκληρά, υπερέβαινε τις 9 ώρες καθημερινά. Όλοι την εκμεταλλευόντουσαν, όλοι την διέταζαν και αυτή υπήκουε άμεσα και με χαμόγελο. Στέλλα, εδώ, Στέλλα, εκεί. Ο ιδιοκτήτης-εργοδότης την αγαπούσε για την υπακοή της και την εργατικότητά της.

Για τους πιο πολλούς εργαζομένους ήταν «η Στέλλα η χαζή». Το πρόσωπό της έλαμπε, τα χείλη της ψέλλιζαν. Όταν την αφουγκραζόσουν άκουγες το «Δόξα σοι, ο Θεός».

Πολύ συχνά ο προϊστάμενος μας ανέθετε να διεκπεραιώσουμε από κοινού κάποια εργασία και έτσι μου δόθηκε η ευκαιρία να δεχθώ την καλωσύνη της, την αγάπη της. Θυμάμαι ότι μονίμως έλεγε την ευχή, ξαφνικά γέλαγε, σήκωνε το κεφαλάκι της προς τους ουρανούς. Τότε έλαμπε.

«Δόξα σοι, ο Θεός» άκουγες συχνά από το στόμα της.   

Η Σοκολατοποιΐα αυτή έκανε διάφορα είδη σοκολατάκια. Τα δεύτερης κατηγορίας τα εξήγαγε σε χώρες της Αφρικής. Αυτό στενοχωρούσε την Στέλλα πάρα πολύ. Κάποτε που εργαζόμασταν στην συσκευασία μαζί, θυμάμαι την Στέλλα πάνω από τα κουτιά συγκεντρωμένη να εύχεται «για τα αραπάκια που θα έτρωγαν τα σοκολατάκια».

Σε οποιαδήποτε αδικία που συνέβαινε στο χώρο της εργασίας –μας «τρώγανε» μεροκάματα– δεν απαντούσε, δεν κατέκρινε, δεν αντιδρούσε. Εκείνη την περίοδο η Στέλλα ήταν για μένα ένα λιμανάκι θαλπωρής, εγώ αντιδρούσα σε κάθε αδικία. Εκείνη στα σχόλιά μου απαντούσε με ένα γέλιο, με μια λέξη «Α! Μηλίτσα». Δεν την θυμάμαι ποτέ να έβαλε ένα σοκολατάκι στο στόμα της (υπενθυμίζω ότι εργαζόμασταν σε εργοστάσιο σοκολατοποιΐας!). Αν και οι πιο πολλοί εργαζόμενοι την θεωρούσαν «χαζή», εντούτοις την σέβονταν και διερωτώντο πως κατόρθωνε να εργάζεται τόσο αποτελεσματικά.

Η Στέλλα δεν συμμετείχε σε συζητήσεις που κάναμε• ήταν μαζί μας, αλλά συγχρόνως μακριά από σχόλια, μακριά από περιττές κουβέντες. Πολλές φορές, όταν την ρωτούσαν να πη τη γνώμη της, έκανε την παλαβή. Το είχα προσέξει ότι το έκανε επίτηδες. Για όλα τα του κόσμου ήταν τρελή, παλαβή, όταν όμως της ζητούσες βοήθεια στην εργασία, τα χεράκια της κινιόντουσαν με στοργή να βοηθήσουν, ει δυνατόν και να δουλέψουν για σένα.

Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον γνωριστήκαμε. Την σεβόμουν τόσο που ποτέ δεν την ρώτησα για την προσωπική της ζωή. Από μόνη της μου είπε ότι καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη. Μου είχε κάνει εντύπωση ότι όλοι όσοι την γνώριζαν την χαρακτήριζαν λίαν επιεικώς «τρελή», ενώ εγώ ένιωθα ότι κάνουν λάθος. Η αλήθεια είναι ότι πολύ νωρίς κατάλαβα ότι η Στελλίτσα ήθελε να την θεωρούν «τρελή». Κάποιες φορές τύχαινε να είμαστε οι δυό μας και να μιλάμε φυσιολογικά και όταν πλησίαζε κάποιος άρχιζε και έλεγε άλλα αντί άλλων. Εμένα μου δημιουργούσε αίσθημα γαλήνης και με άφηναν αδιάφορη οι κρίσεις των άλλων.

Στο εργοστάσιο αυτό της Σοκολατοποιΐας εργάσθηκα για λίγο χρονικό διάστημα. Την Στελλίτσα την συναντούσα συχνά στους δρόμους και πάντα είχε στην καρδιά της, στα χείλη της την ευχή. Συνήθιζε να την λέη εκφώνως, αλλά πολύ σιγά. Που και που ερχόταν στο σπίτι μου. Εκείνη την εποχή κατοικούσε στο πλυσταριό μιας διώροφης κατοικίας.

Τα χρόνια πέρασαν, την έχασα, μα πάντα την θυμόμουν με μια γλυκειά ανάμνηση και νοσταλγία.

Μετά παντρεμμένη πια θα την συναντούσα στην Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου (Οσίας Πελαγίας) στο Ακραίφνιο. Είχαμε πάει με τον άνδρα μου και θα διανυκτερεύαμε στην Μονή για την πρωϊνή Θεία Λειτουργία. Οι μοναχές με πολλή στοργή και ευγένεια μου ζήτησαν συγγνώμη, επειδή λόγω των οικοδομικών εργασιών δεν είχαν χώρο να με φιλοξενήσουν και αναγκαστικά έπρεπε να μοιραστώ το κελλί, όπου εφιλοξενείτο «μια ιδιόρρυθμη γυναίκα». Δέχθηκα. Με οδήγησαν στο κελλί, όπου με κατάπληξη διεπίστωσα ότι «η ιδιόρρυθμη γυναίκα» ήταν η στοργική μου Στελλίτσα, που είχα χρόνια να την ιδώ. Η χαρά μου δεν περιγράφεται. Μείναμε αγκαλιασμένες για αρκετή ώρα και ξαφνικά ακούω τις αδελφές να φωνάζουν: «Ελάτε, Γερόντισσα, να δήτε την Στελλίτσα με την Μηλίτσα αγκαλιά». Όλοι χαρήκαμε. Εκείνο το βράδυ η Στελλίτσα έκανε σαν παιδάκι από την χαρά της. Χτυπούσε παλαμάκια, γελούσε, σταυροκοπιόταν...



-Μηλίτσα μου, πολύ χάρηκα που παντρεύτηκες. Ξέρεις πολύ προσευχήθηκα για να παντρευτής. Χαίρομαι, χαίρομαι. Στενοχωριέμαι που υποφέρεις από τα ποδαράκια σου. Ξέρω έχεις πρόβλημα. Υπομονή, προσευχή. (Υπ’ όψιν ότι η Στελλίτσα δεν γνώριζε ότι μου είχε εμφανισθή ένα χρόνιο επώδυνο πρόβλημα υγείας στα πόδια μου). Ο άνδρας σου θ’ αλλάξη χώρο, μην ανησυχής, θα είναι καλύτερα. (Πράγματι, τελείως ξαφνικά, αναγκάσθηκε να μεταφέρη σε άλλο χώρο το κτηνιατρείο του).

Εκείνο το βράδυ ειπώθηκαν πολλά. Την άλλη μέρα και ενώ η Στέλλα ήταν μακριά, είπα στις αδελφές ο,τι είχα αντιληφθή γι’ αυτήν, ότι επρόκειτο για αγία ψυχή... Τήν επόμενη μέρα η Στέλλα έφυγε από το Μοναστήρι. Το κατάλαβε. Δεν ήθελε να την επαινής. Όταν αργότερα συναντηθήκαμε, με αυστηρό τρόπο με επέπληξε για το ότι την επαινώ. Ξαφνιάστηκα, γιατί μπροστά της δεν είχα πη τίποτε. Κι όμως το ήξερε...

Αργότερα, κάποια άλλη στιγμή, μου είχε πη: «Δεν αντέχω την τιμή που μου κάνει η Γερόντισσα. Να, κοίτα να δης• τελευταία με έβαλε να φάω μαζί τους• με τις αγίες ψυχές! Ποιά είμαι εγώ… Πω, πω, πω, Μηλίτσα!».

Για μεγάλο χρονικό διάστημα χάσαμε τα ίχνη της. Η Γερόντισσα μας τηλεφωνούσε και μας ρωτούσε αν την είδαμε. Εκείνο το διάστημα κατάλαβα ότι, αν θέλω να τη δω δεν πρέπει να μιλώ γι’ αυτήν.

Τώρα η Στελλίτσα ήταν άστεγη, από την εργασία της είχε συνταξιοδοτηθή με το πιο μικρό ποσό της σύνταξης του ΙΚΑ (411 ευρώ μηνιαίως), τα οποία μοίραζε σε φτωχούς, φυλακισμένους, στην Εξωτερική Ιεραποστολή κ.α. Τώρα πλέον ζούσε στα παγκάκια, στα υπόστεγα, στα ερημοκκλήσια, στις σκάλες, σε οικοδομές. Μου το εμπιστεύθηκε.

Κάτω από την πίεση της Γερόντισσας και τη δική μου, ήλθε κάποιες φορές, όταν έκανε βαρυχειμωνιά, και έμεινε κοντά μας. Ζητούσε να μείνη στο πιο ταπεινό μέρος του σπιτιού.

Θυμάμαι με πολλή νοσταλγία, όταν την φιλοξενούσαμε στο σπίτι επικρατούσε γαλήνη, φως, όλα ειρηνικά. Όταν στην παρέα μας ερχόταν ο άνδρας μου, η Στελλίτσα έφευγε και όταν της μιλούσε δεν τον κοιτούσε ποτέ. Χαρά της ήταν να τρώη αλάδωτες ντοματόσουπες. Συνέχεια δοξολογούσε τον Θεό και η ψυχή της ξεχείλιζε από ευγνωμοσύνη με ένα αδιάκοπο «σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ».

Πολλές φορές το βράδυ, προφασιζόμενη ότι είμαι κουρασμένη, της ζητούσα να κάνη αυτή το Απόδειπνο. Αδύνατον να περιγράψω τι συνέβαινε, όταν άρχιζε την προσευχή. Σιγά-σιγά αλλοιωνόταν η έκφρασή της, το προσωπάκι της φωτιζόταν, ξεχνιόταν στην δοξολογία του Θεού. Την άφηνα και πήγαινα για ύπνο.

Κάποια φορά, ενώ την σκεπτόμουν με συμπόνοια «πως γυρνάει σαν σπουργιτάκι στους δρόμους» ξαφνικά με κοιτάζει και μου λέει: -«Μη στενοχωριέσαι, θέλημα Θεού είναι να κοιμάμαι στα παγκάκια. Είμαι πολύ καλά, είμαι ευτυχισμένη. Ξέρεις εκεί στα παγκάκια ράβω και τα ρούχα μου. (Η Στέλλα ήταν και πολύ καλή ράπτρια). Να, το Πάσχα πέρασα πολύ ωραία. Το Μ. Σάββατο πήγα και πήρα λίγο αρνάκι, το έβαλα σε ένα ταψάκι από μπακλαβά, το έδωσα στο φούρνο και μου το έψησαν. Το έκρυψα στο παγκάκι και την άλλη μέρα έκανα Πάσχα στο παγκάκι μου, χαρούμενη και ευτυχισμένη, γιατί ο Ιερέας μου είχε δώσει κι ένα κόκκινο αυγό. Μη στενοχωριέσαι για μένα. Όχι, όχι, γιατί είμαι υπό την σκέπη της Παναγίας μας».

Μια άλλη φορά, όπως μου διηγήθηκε, πήγε και λούστηκε στην τουαλέτα των Ιατρείων του Δήμου. Την είδαν οι εργαζόμενοι και την επέπληξαν αυστηρά. Η Στέλλα δεν δέχθηκε την παρατήρηση λέγοντάς τους ότι δεν κλέβει τίποτα, ούτε νερό, ούτε σαπούνι, γιατί όλα αυτά τα έχει πληρώσει εισφορές στο ΙΚΑ ως εργαζόμενη. Τους μίλησε άσχημα και αυτοί κάλεσαν την Αστυνομία κι έτσι η Στέλλα οδηγήθηκε στο Αστυνομικό Τμήμα. Κάπως έτσι μου διηγήθηκε τον διάλογο με τον Διοικητή:

«Κύριε Διοικητά, συγχωρέστε με που σας κουράζω, αλλά ακούστε με, σας παρακαλώ. Είμαι άστεγη, δεν έχω τίποτα δικό μου. Να μόνο αυτό το βιβλιάριο ασθενείας του ΙΚΑ, που βεβαιώνει ότι έχω πληρώσει εισφορές. Τα Ιατρεία που λούστηκα είναι του ΙΚΑ, άρα ανήκουν και σε μένα. Όταν βρίσκομαι μέσα στο ΙΚΑ, νιώθω ότι είμαι μέσα στο σπίτι μου. Συγχωρέστε με».

Διοικητής: «Πήγαινε τώρα, αλλά την άλλη φορά που θα λουστής να προσέξης να μη σε δουν. Άντε στο καλό».

Έφυγε δοξάζοντας τον Θεό και ευγνωμονώντας τον Διοικητή. 

Πολλά βράδια κοιμόταν σε σαλόνια Νοσοκομείων, καλύτερα να πούμε προσποιόταν ότι κοιμόταν, γιατί όταν ησύχαζε το Νοσοκομείο, έτρεχε κοντά σε μοναχικούς ασθενείς, που είχαν ανάγκη βοηθείας και τους συνέτρεχε, αλλά, όταν καταλάβαινε ότι κάποιο τρίτο πρόσωπο την αντιλαμβανόταν, τότε άρχιζε τα «παλαβά» της.

Πολλά πρωϊνά πηγαίνοντας για την εργασία μου (γύρω στις 6,30-7π.μ.) την συναντούσα να βγαίνη από το Νοσοκομείο ΚΑΤ και στην επιμονή μου γιατί δεν έρχεται να κοιμηθή στο σπίτι μας μου ομολόγησε: Αγαπούσε πολύ τους Αγίους, τους θεωρούσε φίλους της, συγγενείς της, έτρεχε στην εορτή τους, στα πανηγύρια, χαιρόταν όταν μοίραζαν και φαγητό, όπως μου έλεγε. Καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους γύριζε σε διάφορα προσκυνήματα. Την Κυριακή των Μυροφόρων στο Μανταμάδο για την εορτή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, του Αγίου Νεκταρίου στην Αίγινα, της Αγίας Παρασκευής στην Ναύπακτο κ.α. Ενδεικτικά αναφέρω το εξής: Μια φορά της Αγίας Παρασκευής πήγε στην Ναύπακτο και έκανε σαν μικρό παιδί, όπως μου το διηγήθηκε. Αγαπούσε τον Σεβασμιώτατο Ιερόθεο, τον θεωρούσε δικό της άνθρωπο, χαιρόταν που τον έβλεπε να χοροστατή με τα λαμπρά του άμφια και να μιλάη τόσο ωραία. Του είχε μεγάλο σεβασμό. Καμάρωνε πολύ που της είχε μιλήσει και της έδωσε την ευχή του στο μοναστήρι στο Ακραίφνιο. Τον χαιρόταν, όπως έλεγε.

Όλες οι διηγήσεις της Στελλίτσας ήταν για μένα απόλαυση, ξεκούραση. Έβλεπα μια μεγάλη γυναίκα να νιώθη και να εκφράζεται σαν μικρό παιδί.

Κάποτε είχαμε γιορτή στο σπίτι μας με αρκετούς καλεσμένους. Ξαφνικά ήλθε η Στελλίτσα. Κάθισε και ακριβώς δίπλα της εγώ. Μεταξύ των καλεσμένων και ένα ζευγάρι με πολλά προβλήματα, τα οποία γνώριζα. Η Στελλίτσα «στον κόσμο της» ψιθύριζε την ευχή και συγχρόνως πολύ χαμηλόφωνα έλεγε τι συμβαίνει με αυτό το ζευγάρι, τι φταίει, ενώ στους άλλους έλεγε άσχετα η τους χαμογελούσε. Πάντα όμως συγκεντρωμένη στην ευχή. Οι πιο πολλοί την θεώρησαν «παλαβή», άλλο που δεν ήθελε η Στέλλα, για να μην την καταλαβαίνουν.

Ήταν 12 Αυγούστου 2004, ήμουν στο γραφείο μου και εκείνη την ημέρα ήταν να ταξιδέψω για Λέσβο για τις καλοκαιρινές διακοπές μου. Από το πρωΐ βασανιζόμουν από μια ασήμαντη σκέψη, κοινώς είχα «κολλήσει». Δεν είχα ένα μπρελόκ να βάλω τα κλειδιά που θα άφηνα στους γείτονες να ποτίζουν τον κήπο. Ξαφνικά γύρω στο μεσημέρι ανοίγει η πόρτα και εμφανίζεται η Στελλίτσα, καταϊδρωμένη, κουρασμένη, ασθμαίνουσα και μου λέει: «Να, πάρτο. Ήμουν στην Ομόνοια και μου είπε να σπεύσω να σου φέρω το μπρελόκ». Τα έχασα. Στην ερώτηση ποιός της είπε να μου το φέρη στην αρχή ψέλλισε «η Παναγία», μετά άρχισε τα δυσνόητα, τα «παλαβά» της. Το μπρελόκ το είχε αγοράσει από το μοναστήρι και παρίστανε το γενέσιο της Παναγίας μας. Στην επιμονή μου να μείνη λίγο κοντά μου να ξεκουραστή, να πιή κάτι, να δροσιστή κάθισε στον καναπέ και άρχισε να μιλάη για τον εαυτό της. Και τότε μου είπε: «Μηλίτσα μου, εγώ θα πεθάνω στους δρόμους μόνη μου. Κανένας δεν θα το μάθη, κανείς, κανείς». Αυτό με πόνεσε πολύ και της είπα με απαίτηση: «Στελλίτσα μου, σε παρακαλώ θέλω να το μάθω. Θέλω να μάθω το φευγιό σου». Και την αγκάλιασα. Μετά από αυτό σταμάτησε να μιλάη για αρκετά λεπτά. Ξαφνικά με κοιτάζει με ένα στοργικό βλέμμα γεμάτο αγάπη και μου λέει: «Μηλίτσα μου, θα το μάθης, θα το μάθης».

Για τελευταία φορά έμεινε στο σπίτι μου τον Οκτώβριο του 2004. Τότε της πονούσε το πόδι και αναγκάσθηκε να περιορίση τις πεζοπορίες. Έτυχε τότε να χρειασθή να φιλοξενήσω κάποιο πρόσωπο που δυσκολευόταν από την παρουσία της και ιδιαίτερα από την βραδινή προσευχή, διότι έπεφτε για ύπνο νωρίς και σηκωνόταν αργά τη νύχτα και προσευχόταν ψάλλοντας δυνατά. Πολλές φορές ακούγαμε να επαναλαμβάνη το: «Ζη Κύριος ο Θεός».

Εν όψει αυτού του προβλήματος, λοιπόν, προσφέρθηκε μια φίλη μας, η Χρυσούλα, να της παραχωρήση ένα διαμερισματάκι, που ήταν άδειο μετά τον θάνατο των γονέων της. Χάρηκε που έμενε σε σπιτάκι κοντά σε ανθρώπους με αγάπη και κατανόηση, τώρα μάλιστα που δυσκολευόταν από τους πόνους των ποδιών της. Εκεί έμεινε μέχρι τον Μάϊο του 2005. Την 1η Ιουνίου 2005 η Χρυσούλα την είδε να φεύγη από το σπίτι. Από την ημέρα εκείνη χάθηκαν τα ίχνη της.

Αργότερα ανησυχήσαμε, αλλά επειδή συνήθιζε να εξαφανίζεται, πιστεύαμε ότι θα εμφανισθή. Κάθε τόσο επικοινωνούσαμε με την Γερόντισσα η Χρυσούλα και εγώ για να μάθουμε για την Στέλλα. Η Γερόντισσα έλεγε συνέχεια: «Ψάξτε να την βρήτε». Εμείς όμως πιστεύαμε ότι είχε φύγει για κάποιο ταξίδι και ότι θα επέστρεφε.



Μετά το Πάσχα του 2006 ένα βράδυ, πολύ αργά και ενώ η οικογένειά μου είχε αποκοιμηθή, ξάπλωσα κι εγώ και αποκοιμήθηκα αμέσως, πράγμα παράδοξο για μένα, και ξύπνησα αμέσως (το διεπίστωσα βλέποντας το ξυπνητήρι) από ένα δυνατό όνειρο: Είδα την Στελλίτσα κάτω από ένα ωραίο δένδρο, όρθια να ακουμπάη ελαφρά στον κορμό του, σε νεανική ηλικία, πανέμορφη, γλυκύτατη και με κοιτούσε με ένα βλέμμα γεμάτο απέραντη θαλπωρή. Ένιωσα την ψυχή μου να βγάζη μια ουρανομήκη κραυγή, που αισθανόμουν να μου ξεσχίζη το στέρνο: «Στελλίτσα μου, Στελλίτσα μου, Στελλίτσα μου...» Κι έτρεξα να την αγκαλιάσω, προτείνοντας τα χέρια μου, αλλά όταν έφτασα στο δένδρο εξαφανίστηκε και στην θέση της έκαιγε μια ολόλευκη πασχαλιάτικη λαμπάδα, που έχυνε γύρω ένα υπέροχο φως και η φλόγα της ανέβαινε ολόϊσα στον ουρανό. Αμέσως βλέπω στο χώμα, δίπλα στη λαμπάδα, ένα απόκομμα εφημερίδας που έδειχνε ένα εξαιρετικά κακοποιημένο σώμα σαν από τρομακτικό αυτοκινητικό δυστύχημα.

Ένα βαρύ μήνυμα κατέκλυσε το είναι μου: «Η Στέλλα πέθανε!». Ξύπνησα κυριευμένη από αμφιθυμία αισθημάτων: Χαρά μεγάλη από την παρουσία της Στέλλας και το φως της λαμπάδας και φόβο από την φωτογραφία της εφημερίδας. Ήθελα να ξυπνήσω τον Δημήτρη, τον άνδρα μου, να του πω για την Στέλλα, «το σπουργιτάκι», όπως τη λέγαμε, όχι μόνον επειδή ζούσε «ως στρουθίον μονάζον επί δώματος», αλλά και επειδή το βάδισμά της θύμιζε σπουργίτι. Κάτι δυνατό όμως με απέτρεψε να τον ξυπνήσω. Την επομένη τηλεφώνησα στην Γερόντισσα και στην Χρυσούλα και τους είπα το όνειρο. Και οι δυό μου συνέστησαν να ψάξουμε για την Στέλλα. Από εκείνη την στιγμή άρχισε η αγωνιώδης αναζήτηση. Τροχαία, Νοσοκομεία, Στρατονομία, Νεκροτομεία....

Η Χρυσούλα έμαθε ότι στις 3 Ιουνίου 2005 και ώρα 6,10 μ.μ. κοντά στο σπίτι της σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό μία γυναίκα αγνώστων στοιχείων. (Τα πουλιά δεν έχουν όνομα!). Ο θάνατος ήταν ακαριαίος. Όλη η έρευνα απέδειξε ότι η γυναίκα αυτή ήταν η Στελλίτσα. Ενώ διέσχιζε τον δρόμο, την παρέσυρε ένα αυτοκίνητο με οδηγό αξιωματικό του στρατού, ο οποίος έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα. Την συνέθλιψε. Μόνο το προσωπάκι της ήταν ευδιάκριτο (όπως έδειξαν οι φωτογραφίες της Τροχαίας).

Η Στελλίτσα παρέμεινε μέχρι τις 18 Ιουνίου 2005 στο Νοσοκομείο «Ασκληπιείον» και μετά το πτώμα της μεταφέρθηκε στο Κεντρικό Νεκροτομείο του Λαϊκού Νοσοκομείου, όπου παρέμεινε στα αζήτητα μέχρι τις 20 Ιουλίου 2005, οπότε και δόθηκε για ενταφιασμό. Το Γραφείο που την ενταφίασε μας πληροφόρησε ότι Νεκρώσιμη Ακολουθία δεν εψάλη, μόνο ένα Τρισάγιο επί του τάφου.

Πρέπει να τονισθή ότι όλοι όσοι ασχοληθήκαμε με την ανεύρεσή της, στην προσευχή μας της μιλούσαμε και της λέγαμε: «Εάν μας ακούς, εάν έχης παρρησία στο Θεό, οδήγησέ μας, βοήθησέ μας». Και πράγματι μας βοήθησε και φθάσαμε μέχρι τον χορταριασμένο «ανύπαρκτο» τάφο της, στην ανατολική άκρη του Νεκροταφείου του Ζωγράφου, με το νούμερο 8915.



Την ημέρα της αποδόσεως της εορτής του Πάσχα, ένα χρόνο μετά την κοίμησή της, εψάλη η Νεκρώσιμη Ακολουθία της Στέλλας, στον Ιερό Ναό της Ζωοδόχου Πηγής, όπου συνήθιζε να εκκλησιάζεται κατά την Πασχάλιο Περίοδο. Ο Ιερέας είπε για την Στέλλα: «Έκανε τα παλαβά της, αλλά έλεγε σωστά πράγματα και πάντα ερχόταν γεμάτη τρόφιμα για τους πτωχούς, πρόσφορο, λάδι, νάμα για την Θεία Λειτουργία... Μάλιστα έχει παραγγείλει να αγιογραφηθή η Αγία Μαρίνα στον Ναό μας.....».

Στις 3 Ιουνίου 2006 έγινε το ετήσιο μνημόσυνό της χοροστατούντος του λίαν προσφιλούς της Επισκόπου, π. Ιεροθέου, στο Μοναστήρι του Γενεθλίου της Θεοτόκου ( Οσίας Πελαγίας) στο Ακραίφνιο.

Σε μια από τις τελευταίες μας συναντήσεις μου είπε: «Νιώθω γεμάτη από αυτή τη ζωή. Όλα μου τα έχει δώσει ο Κύριος. Μόνο μια επιθυμία μου δεν έχει εκπληρωθή: Ήθελα να βαπτίσω δυό παιδάκια, που να τους έδινα το όνομα του Αγίου Νεκταρίου και της Παναγίας μας, αλλά κανείς δε με θέλησε για κουμπάρα». Όταν της πρότεινα ότι θα προσπαθήσω να βαπτίσω εγώ τα δυό παιδάκια στη θέση της και μάλιστα, όταν μεγαλώσουν θα τους μιλήσω για την «πραγματική νονά τους», καταχάρηκε και αναφώνησε: «Τώρα ησύχασα. Είμαι έτοιμη να φύγω».–

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Οι κατά Χριστόν σαλοί ανήκαν σε μια κατηγορία ανθρώπων που αποφάσιζαν να ακολουθήσουν μια δύσκολη οδό. Ζώντες στις πόλεις, προσεποιούντο τον τρελλό. Έκαναν πράξεις που θα έκανε ένας τρελλός, αλλά όμως οι πράξεις αυτές είχαν ουσιαστικό περιεχόμενο. Οι κατά Χριστόν σαλοί είχαν σε ύψιστο βαθμό νοερά ενέργεια, είχαν ακόμη σώας τας φρένας, διάλεγαν όμως έναν σκληρό δρόμο και τρόπο ζωής.....

Η ζωή των κατά Χριστόν σαλών ήταν μια τελεία, ίσως και ακραία εφαρμογή της μωρίας κατά Χριστόν, που είναι η πεμπτουσία όλου του πνεύματος του Ευαγγελίου. Δεν μπορούν, βέβαια, όλοι να παριστάνουν τον κατά Χριστόν σαλό, όπως το είδαμε προηγουμένως, γιατί αυτό είναι ένα ιδιαιτερο χάρισμα και μια ιδιαίτερη ευλογία του Θεού, αλλά όλοι μπορούν να βιώσουν την κατά Χριστόν σαλότητα σε μετριότερη μορφή και ανάλογη προσαρμογή. Και αυτό γίνεται αντιληπτό από το ότι η ζωή που έχει η Εκκλησία, ζωή της αγάπης, της πίστεως, της εγκρατείας αποβλέπει και εμπνέεται από ένα άλλο πολίτευμα, που είναι σαφώς αντίθετο από τα ανθρώπινα πολιτεύματα. Όλη αυτή η ζωή που έχει η Εκκλησία δεν μπορεί να γίνη εύκολα αντιληπτή από τους ανθρώπους, που κέντρο τους έχουν την λογική και τις αισθήσεις. Η χριστιανική ζωή, χωρίς να καταργή την λογική και τις αισθήσεις, κινείται πέρα από αυτές.

πηγη

ΥΓ:  Στελίτσα σ΄ευχαριστούμε από καρδιάς που σε γνωρίσαμε .......
        Μηλίτσα μακάρι να την μοιάζεις......σ΄ευχαριστούμε για όλα όσα κάνεις για μας...... και για όλο το κόσμο…θεοσχωρέσει…

Μην ταράζεσαι όταν σου επιτίθενται μαύροι λογισμοί και σ' ενοχλούν.



Οι μαύροι λογισμοί είναι σαν τα φθινοπωρινά σύννεφα, που έρχονται το' να μετά το άλλο και σκοτεινιάζουν την ατμόσφαιρα.

Μετά από λίγο όμως φεύγουν κι ο ουρανός ξαναγίνεται καθαρός και γαλανός.

Το ίδιο γίνεται και με τους λογισμούς μας. Μετακινούνται από δω κι από κει, γυρίζουν όλον τον κόσμο, αλλά ο νους μένει σταθερός στη θέση του.

Μετά επικρατή γαλήνη κι η ψυχή ευφραίνεται.

Από την περιπλάνηση του στον κόσμο ο νους μας γυρίζει μετά στη σύντομη αλλά συχνά επαναλαμβανόμενη ευχή του Ιησού, οπότε οι μέρες μας θα είναι φωτεινές κι ευχάριστες.

Εύχομαι ο Θεός να σου δώσει το χάρισμα της νοεράς αυτής προσευχής.

Στάρετς Αντωνίου




http://xristianos.gr/

Αναπάντητες προσευχές και ικεσίες



Στο επεισόδιο της Χαναναίας ( Ματθ. 15,22 ) ,βλέπουμε το Χριστό να αρνείται, στην αρχή τουλάχιστον, να απαντήσει σε μια προσευχή. Η γυναίκα παραδοκιμάζεται με τον πιο σκληρό τρόπο. Η γυναίκα παρακαλεί για κάτι που είναι απόλυτα δίκαιο. Έρχεται με πλήρη πίστη και ούτε καν λέει «αν μπορείς». Έρχεται με τη βεβαιότητα ότι ο Χριστός μπορεί, ότι ο Χριστός θα είναι πρόθυμος και θα θεραπεύσει το παιδί της. Σ’ όλη αυτή την πίστη, η απάντηση είναι : «Όχι». Και αυτό, όχι γιατί η προσευχή δεν ήταν ισχυρή, έντονη και γνήσια ή γιατί η πίστη δεν ήταν επαρκής ,αλλά απλώς και μόνο γιατί η Χαναναία δεν ήταν το κατάλληλο πρόσωπο. Ο Χριστός είχε έρθει για τους Ιουδαίους , ενώ αυτή ήταν ειδωλολάτρισσα. Ο Χριστός δεν είχε έρθει γι’ αυτή. Εκείνη όμως επέμενε λέγοντας: «Ναι, δεν είμαι αυτή που πρέπει να είμαι , αλλά και τα σκυλάκια τρώνε από τα ψίχουλα που πέφτουν απ’ τα τραπέζια των αφεντικών τους». Στέκεται περιμένοντας και ελπίζοντας στην αγάπη του Θεού, παρά τα όσα της λέει ο Χριστός, αφημένη τόσο ταπεινά σ’ Αυτόν, παρά την εξήγησή που Εκείνος της δίνει. Δεν επικαλείται καν την αγάπη Του, μόνο κάνει έκκληση για την εκδήλωση αυτής της αγάπης, όπως συμβαίνει στις απλές, καθημερινές σχέσεις. «Δεν έχω δικαίωμα να ζητήσω ολόκληρο καρβέλι, δος μου μόνο λίγα ψίχουλα». Η κατηγορηματική και σκληρή άρνηση του Χριστού δοκιμάζει την πίστη της και η προσευχή της ολοκληρώνεται.



Πολύ συχνά ικετεύουμε το Θεό λέγοντας: «Θεέ μου, αν θέλεις, μπορείς …αν…», ακριβώς σαν τον πατέρα που λέει στο Χριστό: «Οι μαθητές Σου δεν μπόρεσαν να θεραπεύσουν το παιδί μου. Αν Συ μπορείς να κάνεις κάτι, κάνε το» ( Ματθ. 9,22 ) . Ο Χριστός απαντάει μ’ ένα άλλο «εάν». Εάν πιστεύεις, έστω και λίγο, «όλα είναι δυνατά σε κείνον που πιστεύει». Τότε ο άνθρωπος λέει: « Πιστεύω, Κύριε, βοήθησε την απιστία μου». Το ένα «εάν» βρίσκεται σε άμεση σχέση με το άλλο. Γιατί, αν δεν υπάρχει πίστη, δεν δίνει ο άνθρωπος στο Θεό τη δυνατότητα να επέμβει ουσιαστικά και ρυθμιστικά στα πράγματα.

Το γεγονός ότι στρέφεται κανείς στο Θεό θα μπορούσε να θεωρηθεί μια απόδειξη της πίστεώς του, αλλά αυτό δεν είναι απόλυτο. Πιστεύουμε και δεν πιστεύουμε την ίδια στιγμή και το πόσο πιστεύουμε φαίνεται από το πόσο ξεπερνάμε τις αμφιβολίες μας. Όταν λέμε: «Ναι, αμφιβάλλω, αλλά πιστεύω στην αγάπη του Θεού περισσότερο απ’ όσο εμπιστεύομαι στις αμφιβολίες μου», τότε δίνω στο Θεό τη δυνατότητα να ενεργήσει. Αλλά αν κανείς πιστεύει στο νόμο και όχι στη Χάρη, αν κάποιος πιστεύει ότι ο κόσμος, όπως τον γνωρίζουμε με τους μηχανικούς νόμους του, είναι τέτοιος – γιατί ο Θεός θέλησε να μην είναι τίποτε άλλο, παρά μια μηχανή- τότε δεν υπάρχει τόπος για το Θεό. Η εμπειρία επίσης της καρδιάς , όσο και η σύγχρονη επιστήμη, μας διδάσκουν ότι δεν υπάρχει αυτή η απόλυτη νομοτέλεια, στην οποία πίστευαν οι άνθρωποι του 19ου αιώνα. Κάθε φορά που με την πίστη η Βασιλεία του θεού αποκαθίσταται μέσα μας, δίνεται η δυνατότητα στους νόμους αυτής της Βασιλείας να λειτουργήσουν . Δηλαδή επεμβαίνει ο Θεός με τη σοφία Του και τη Δύναμή Του και κάνει το καλό, σε μια δύσκολη περίσταση, χωρίς να χρειαστεί να ανατρέψει το σύμπαν. Οι αμφιβολίες μας έχουν σχέση περισσότερο με την αγάπη και τη φροντίδα του Θεού για μας, παρά με τη δύναμή Του. Ο Θεός όμως απαντάει: «Εάν μπορείς να πιστέψεις στην αγάπη μου, όλα μπορούν να γίνουν». Μ’ αυτό εννοεί πως ένα θαύμα μπορεί να γίνει μόνο όταν ζούμε τη Bασιλεία του Θεού, έστω κι αν ακόμα βρισκόμαστε στο πρώτο στάδιο της πνευματικής ζωής.



Το θαύμα δεν είναι παραβίαση των νόμων που διέπουν μεταπτωτικά τον κόσμο, αλλά είναι επάνοδος της κυριαρχικής επικράτησης των νόμων της Βασιλείας του Θεού. Ένα θαύμα γίνεται μόνο όταν πιστεύουμε ότι ο νόμος βασίζεται στην αγάπη του Θεού και όχι στη δύναμή Του. Μπορεί να πιστεύουμε πως ο Θεός είναι παντοδύναμος αλλά να μην πιστεύουμε στον πρόνοιά Του και τότε το θαύμα δεν μπορεί να γίνει. Διαφορετικά θα έπρεπε ο Θεός να επιβάλει δια της βίας την θέλησή Του. Αυτό όμως δεν το κάνει. Γιατί το πιο βασικό και ευαίσθητο σημείο στις σχέσεις Του με τον κόσμο, παρά την πτώση του ανθρώπου ,είναι ότι σέβεται απόλυτα την ανθρώπινη ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Όταν λέμε στο Θεό: «Πιστεύω, γι’ αυτό ζητάω τη βοήθειά Σου», είναι σαν να του λέμε: «Πιστεύω, πως είσαι πρόθυμος να με εισακούσεις, ότι έχεις αγάπη και ότι ενδιαφέρεσαι για το κάθε γεγονός της ζωής μου». Όταν έτσι καταθέτουμε την αδύνατη πίστη μας, τότε δημιουργούμε σωστή κοινωνία με το Θεό και δίνουμε τη δυνατότητα να γίνει το θαύμα.



Εκτός όμως από αυτή την κατηγορία των αμφιβολιών μας, που αναφέρονται στην αγάπη του Θεού και που είναι λανθασμένες, υπάρχει και μια άλλη κατηγορία αμφιβολιών που επιτρέπονται. Μπορούμε να λέμε στο Θεό: «Σου ζητώ αυτό , αν είναι σύμφωνο με το θέλημά Σου ή είναι για το καλό μου ή αν δεν υπάρχει κάποιος κρυφός κακός σκοπός μέσα μου όταν Σου το ζητώ», και άλλα παρόμοια . Αυτού του είδους οι αμφιβολίες επιτρέπονται γιατί δείχνουν πως δεν έχουμε εμπιστοσύνη στο λογισμό μας. Και όταν ζητάμε κάτι από το Θεό έτσι πρέπει να του το ζητάμε.

Όπως ακριβώς η Εκκλησία είναι η συνέχεια της παρουσίας του Χριστού στο χρόνο και στο χώρο , έτσι και η προσευχή του χριστιανού πρέπει να είναι προσευχή του Χριστού, αν και αυτό προϋποθέτει αγνότητα καρδιάς , την οποία δεν έχουμε. Η προσευχή της Εκκλησίας είναι η προσευχή του Χριστού, ειδικώτερα όμως η Θεία Λειτουργία, όπου αποκλειστικά και αδιάλειπτα ο Χριστός προσεύχεται. Αλλά οποιαδήποτε άλλη προσευχή , με την οποία ζητάμε κάτι συγκεκριμένο από το θεό, είναι προσευχή γεμάτη ερωτηματικά. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν γνωρίζουμε τι θα ζητούσε ο Χριστός , αν βρισκόταν σε μια τέτοια περίσταση. Γι’ αυτό, πριν από τα λόγια της προσευχής μας βάζουμε ένα «εάν», που σημαίνει: Σύμφωνα με όσα εγώ καταλαβαίνω, σύμφωνα με εκείνο που γνωρίζω για το θέλημα του Θεού, θα ήθελα να γίνει έτσι αυτό το πράγμα, για να εκπληρωθεί το θέλημά Του.
Ένα τέτοιο «εάν» επίσης σημαίνει ότι περικλείω στα λόγια της προσευχής μου την επιθυμία μου να γίνει το καλύτερο δυνατό σε κάθε περίπτωση. Γι’ αυτό, Θεέ μου, Συ μπορείς να μεταβάλεις το κάθε συγκεκριμένο αίτημά μου σε ο,τιδήποτε Εσύ θα έκρινες ασύμφορο, διατηρώντας μόνο την πρόθεσή μου, που είναι να γίνει και στο θέμα αυτό το θέλημά Σου, ακόμη και τότε που τόσο ανόητα σου υποδεικνύω και το πώς θα μου άρεσε εμένα να γίνει το θέλημά Σου ( Ρωμ. 8,26 ) .



Ας πάρουμε ένα παράδειγμα. Όταν προσευχόμαστε για να γίνει κάποιος καλά, ή να επιστρέψει από ένα ταξίδι σ’ ένα ορισμένο χρονικό διάστημα- γιατί υπάρχει σοβαρός λόγος γι’ αυτό- τότε η προσευχή μας έχει σκοπό το καλό αυτού του προσώπου. Δεν έχουμε όμως τόσο καθαρή πνευματική όραση, ώστε να διακρίνουμε το πραγματικό καλό του προσώπου και πιθανόν το χρονοδιάγραμμα που εμείς συσχετίζουμε με το πρόσωπο αυτό να είναι λανθασμένο.

Το «εάν» επίσης σημαίνει πως, σύμφωνα με τα κριτήριά μου, αυτό που Σου ζητώ είναι σωστό και σκόπιμο να γίνει έτσι, με τον τρόπο , που εγώ νομίζω. Αν όμως κάνω λάθος, να μην λάβεις υπόψη Σου τα λόγια μου, αλλά την πρόθεσή μου.

Ο Στάρετς Αμβρόσιος της Όπτινα είχε το χάρισμα να διαβλέπει ποιό ήταν το πραγματικό καλό για έναν άνθρωπο. Ο αγιογράφος της Μονής είχε πάρει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό και ετοιμαζόταν να ξεκινήσει για την πατρίδα του. Θα είχε οπωσδήποτε προσευχηθεί να φύγει σύντομα. Αλλά ο στάρετς τον καθυστέρησε επίτηδες τρεις μέρες και έτσι τον έσωσε από τη ληστεία και τη δολοφονία ,που είχε σχεδιάσει εναντίον του ένας από τους εργάτες του. Όταν ο αγιογράφος ανεχώρησε από τη Μονή ο κακοποιός είχε εγκαταλείψει την κρυψώνα του. Πέρασαν χρόνια για να ανακαλύψει ο αγιογράφος τον κίνδυνο από τον οποίο τον γλίτωσε ο στάρετς.

Μερικές φορές προσευχόμαστε για κάποιον που αγαπάμε και που έχει κάποια ανάγκη , χωρίς να μπορούμε να τον βοηθήσουμε. Πολλές φορές δεν ξέρουμε και τι είναι σωστό να ζητήσουμε. Δεν βρίσκουμε λέξεις, ακόμα και για να βοηθήσουμε κάποιον που υπεραγαπάμε.



Από το βιβλίο «ΑΡΧΙΕΠ. ANTONY BLOOM ΖΩΝΤΑΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ»
Μετάφραση από το αγγλικό
Δ΄ έκδοση Αναθεωρημένη και Βελτιωμένη
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ»
ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ
ΚΑΡΕΑΣ 1989


http://www.gonia.gr

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΝΤΡΕΑ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗ




Κατά χιλιάδες συρρέουν οι πιστοί στον Καθεδρικό Ναό της Παναγίας του Καζάν στην Αγία Πετρούπολη, για να προσκυνήσουν τον σταυρό του Αγίου Αποστόλου Ανδρέα που έφθασε χθες στην Ρωσία.



Τον σταυρό που συνόδευσαν οι Μητροπολίτες Πατρών και Μαντινείας της Εκκλησίας της Ελλάδος και εκ μέρους της ελληνικής Κυβέρνησης ο Γενικός Γραμματέας Ενημέρωσης κ. Ανδρέας Κατσανιώτης, υποδέχθηκε ο Πατριάρχης Μόσχας κ. Κύριλλος.
Στρατιωτικά αγήματα απέδωσαν τιμές ενώ, στον όρθρο που ακολούθησε στον Καθεδρικό Ναό, ο Πατριάρχης κ. Κύριλλος, αφού ευχαρίστησε την Εκκλησία της Ελλάδος μίλησε για την αξία που έχει για τον λαό της Ρωσίας ο Άγιος Απόστολος Ανδρέας.

Ο Πατριάρχης υπογράμμισε το πόσο σημαντικό είναι για την Ρωσία το πρόσωπο του Αγίου Ανδρέα υπενθυμίζοντας πως ο Τσάρος Πέτρος Α΄ αφιέρωσε το ανώτατο παράσημο του κράτους στον Απόστολο ιδρύοντας το Τάγμα του Αγίου Ανδρέα.

Κατά την ομιλία του ο κ. Κύριλλος δεν παρέλειψε να υπενθυμίσει στο εκκλησίασμα πως υπάρχουν αναφορές ότι ο Απόστολος Ανδρέας είχε φθάσει μέχρι το Κίεβο διδάσκοντας το λόγο του Ευαγγελίου.

Όπως εκτιμούν άνθρωποι που γνωρίζουν καλά τα της εκκλησιαστικής διπλωματίας, η προσπάθεια ταύτισης του Αποστόλου Ανδρέα, ιδρυτή της Εκκλησίας του Βυζαντίου, με τον Χριστιανισμό στην Ρωσία έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.



thebest.gr

Δημοφιλείς αναρτήσεις