Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2015

Ο άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης (10 Νοεμβρίου)


Ο άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης (1840-1924)

Ο Οσιώτατος Αρσένιος ο Καππαδόκης γεννήθηκε γύρω στα 1840 στα Φάρασα ή Βαρασιό, στο Κεφαλοχώρι των έξι Χριστιανικών χωριών της περιφερείας Φαράσων της Καππαδοκίας. Οι γονείς του ήταν πλούσιοι σε αρετές και μέτριοι σε αγαθά. Είχαν αποκτήσει δύο αγόρια, τον Βλάσιο και τον Θεόδωρο (τον Άγιον Αρσένιο).
Από μικρή ηλικία έμειναν ορφανά και τα προστάτεψε η θεία τους, αδελφή της μητέρας τους. Ένα θαυμαστό γεγονός που συνέβηκε στα παιδιά και την θαυματουργική διάσωση του μικρού τότε Θεόδωρου από τον Άγιον Γεώργιο που τον έσωσε από βέβαιο πνιγμό, είχεν ως αποτέλεσμα, για τον μεν Βλάσιο να δοθεί με τον δικό του τρόπο στον Θεό, να τον δοξολογεί ως δάσκαλος της Βυζαντινής Μουσικής και κατέληξε αργότερα στην Κωνσταντινούπολη, για τον Θεόδωρο δε να θέλει να γίνει καλόγερος. Στη συνέχεια μεγαλώνοντας, στάλθηκε στη Νίγδη και μετά στη Σμύρνη όπου τέλειωσε τις σπουδές του.


Στα είκοσι έξι του περίπου χρόνια πήγε στην Ιερά Μονή Φλαβιανών του Τιμίου Προδρόμου όπου αργότερα κάρηκε Μοναχός και πήρε το όνομα Αρσένιος. Δυστυχώς όμως δε χάρηκε πολύ την ησυχία του, διότι εκείνη την εποχή είχαν ανάγκη μεγάλη από δασκάλους και ο Μητροπολίτης Παΐσιος ο Β’, τον χειροτόνησε Διάκο και τον έστειλε στα εγκαταλειμμένα παιδιά. Αυτό φυσικά γινόταν στα κρυφά, με χίλιες δυό προφυλάξεις, για να μη μάθουν τίποτε οι Τούρκοι. Στο τριακοστό έτος της ηλικίας του χειροτονήθηκε στην Καισσάρεια Πρεσβύτερος με τον τίτλο του Αρχιμανδρίτου και την ευλογία ως Πνευματικός.

Άρχισε πια η πνευματική του δράση να γίνεται μεγαλύτερη και να απλώνεται. Με την άφθονη Θεία Χάρη που τον προίκισε ο Θεός θεράπευε τις ψυχές και τα σώματα των πονεμένων ανθρώπων. Είχε πολλή αγάπη στον Θεό και προς την εικόνα Του, διότι, όταν έβλεπε πολύ πόνο και καταπίεση Τουρκική, η αγάπη τον έβγαζε έξω από τον εαυτό του και έξω από το χωριό του και αγκάλιαζε και τα γύρω χωριά. Θεράπευε τον ανθρώπινο πόνο όπου τον συναντούσε σε Χριστιανούς ή Τούρκους. Για τον Άγιον δεν είχε καμιά σημασία, διότι έβλεπε στο πρόσωπό τους, την με πολλή αγάπη πλασθείσα εικόνα του Θεού. Αναρίθμητα είναι τα θαύματα που επετέλεσε ο Άγιος με τη χάρη του Θεού. Στείρες γυναίκες τεκνοποιούσαν, αφού τις διάβαζε ευχή ή έδιδε ‘φυλακτό’ που ήταν ένα κομμάτι χαρτί γραμμένο με κάποιες ευχές που τις έγραψε ο ίδιος. Διάβαζε το Άγιο Ευαγγέλιο σε σοβαρές περιπτώσεις, όπως στους τυφλούς, βουβούς, χωλούς, παραλυτικούς, δαιμονισμένους και γινόντουσαν καλά, μόλις τελείωνε την ανάγνωση. Πολλοί Χριστιανοί και Τούρκοι είχαν θεραπευθεί, αφού πήραν χώμα από το κατώφλι του κελιού του και αναμιγνύοντας το με λίγο νερό το έπιναν, πιστεύοντας ότι θα εθεραπεύοντο και η πίστη τους που είχαν στον Άγιο, έκανε το θαύμα. Χρήματα φυσικά δε δεχόταν ποτέ, ούτε κι έπιανε στα χέρια του. Συνήθιζε να λέγει ‘η πίστη μας δεν πουλιέται’.

Βίωνε ολοκληρωτικά και ‘έπασχε τα Θεία’. Ζούσε με αυταπάρνηση, διότι πολύ πρώτα τον Θεό και μετά την εικόνα Του, τον πλησίον. Αιματηρούς αγώνες και προσπάθειες κατέβαλε για να διατηρήσει τους συγχωριανούς και τους συμπατριώτες του στην πίστη του Χριστού, στην Ορθόδοξη πίστη, για να μην κλονιστούν και αλλαξοπιστήσουν στις χαλεπές εκείνες ημέρες και εποχές, από τις πολλές και διάφορες πιέσεις που δεχόντουσαν από τους Τούρκους, αλλά και από τους διάφορους προβατόσχημους λύκους, τους προτεστάντες, που προσπαθούσαν να λυμάνουν την ποίμνη του Χριστού.


Το κελί του, μικρό, απέριττο, ευρισκόταν μέσα στον κόσμο, αλλά συγχρόνως κατόρθωνε να ζει και εκτός του κόσμου. Σε αυτό, καθώς και για τα Θεία του κατορθώματα, πολύ τον βοηθούσαν οι δύο ημέρες (η Τετάρτη και η Παρασκευή) που έμενε έγκλειστος στο κελί του, προσευχόμενος. Οι οποίες καρποφορούσαν περισσότερο πνευματικά τότε, διότι αγίαζαν και την εργασία των άλλων ημερών. Ώρες έμενε γονατιστός προσευχόμενος στον Θεό για τον λαό Του, που τον είχε εμπιστευθεί στα ασκητικά χέρια του δούλου Του Αρσενίου. Η μεγάλη ευαισθησία Του Αγίου Πατρός δεν άντεχε να κάνει κανένα κακό στην πλάση. Ιδιαίτερα στα ζώα. Ποτέ του δεν κάθησε σε ζώο να το κουράσει, για να ξεκουράσει τον εαυτό του. Προτιμούσε πάντοτε να βαδίζει πεζός και όπως συνήθιζε ξυπόλυτος.

Είχε πάντοτε μπροστά του τον Χριστό που ποτέ Του δεν κάθησε σε ζώο – μόνο μια φορά – κι όπως χαρακτηριστικά έλεγε: ‘εγώ που είμαι χειρότερος κι από το γαϊδουράκι, πώς να καθήσω σ’αυτό;’ Για να κρύψει τις αρετές του από τα μάτια των ανθρώπων και να αποφύγει έτσι τους επαίνους, κατάφευγε σ’ ορισμένες ‘ιδιοτροπίες’. Παρουσιαζόταν σαν σκληρός, θυμώδης, οξύθυμος, απόπερνε τις διάφορες γυναίκες, που από αγάπη για αυτόν και ευγνωμοσύνη προσπαθούσαν να τον βοηθήσουν, με διάφορους τρόπους, να του μαγειρεύουν και να του στέλλουν φαγητό. Όπως χαρακτηριστικά έλεγε στον πιστό του φίλο και ψάλτη Πρόδρομο τα εξής: ‘Εάν ήθελα να με υπηρετούν γυναίκες, θα γινόμουν έγγαμος ιερεύς και θα με υπηρετούσε παπαδιά. Τον καλόγερο που τον υπηρετούν γυναίκες, δεν είναι καλόγερος’.

Όταν ύψωνε τα χέρια του για να παρακαλέσει για κάτι τον Θεό, άρχιζε να τον παρακαλεί προσευχόμενος και φωνάζοντας, ‘Θεέ μου!’ λες και ξεκοβόταν η καρδιά του εκείνη την ώρα, και θαρρείς πως έπιανε τον Χριστό από τα πόδια και δεν τον άφηνε, εάν δεν του έκανε το αίτημά του. Εμείς όπως έλεγαν οι Φαρασιώτες ‘στην Πατρίδα μας τι θα πει γιατρός, δεν ξέραμε. Στον Χατζεφεντή τρέχαμε. Στην Ελλάδα μάθαμε από γιατρούς, αλλ’ αν τα πούμε στους εντόπιους, τους φαίνονται παράξενα’.

Εκτός από τα άλλα του χαρίσματα είχε και το προορατικό χάρισμα. Είχε πληροφορηθεί από τον Θεό, πώς θα έφευγαν για την Ελλάδα και έγινε στις 14 Αυγούστου του 1924 με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Γνώριζε από προηγουμένως και τον θάνατό του και ότι αυτός θα συνέβαινε σ’ ένα νησί.
Η αγία του μορφή συνέχεια σκορπούσε Χάρη και παρηγοριά. Το πρόσωπό του έλαμπε από την ασκητική γυαλάδα, που έμοιαζε σαν το χρώμα του φτασμένου κυδωνιού. Είχε πια εξαϋλωθεί από τους υπερφυσικούς πνευματικούς αγώνες, που έκανε από αγάπη στον Χριστό, καθώς και από τους πολλούς του κόπους για την αγάπη προς το ποίμνιό του, που το εποίμανε πενήντα χρόνια σαν καλός Ποιμένας.
Τρεις μέρες πριν την εκδημία του ήρθε η Παναγία, τον γύρισε σ’όλο το Άγιο Όρος, τα Μοναστήρια, τους Ναούς που τόσο επιθυμούσε να δει και δεν είχε αξιωθεί, και του είπε ότι σε τρεις ημέρες θα παρουσιαστεί στον Κύριο, που τόσο πολύ αγάπησε και έδωσε όλο του τον εαυτό σ’ Αυτόν. Έφυγε στις 10 Νοεμβρίου το 1924. Με λίγα λόγια αυτός ήταν ο Άγιος Αρσένιος.


http://aktines.blogspot.com

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2015

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: "ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΑΠΕΛΠΙΖΕΣΑΙ, Ο ΘΕΟΣ ΣΟΥ ΣΤΕΛΝΕΙ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΟ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣ"


Ο γέροντας Πορφύριος είπε:

«Μην απελπίζεσαι»

«Όταν αμαρτάνεις, να μην απελπίζεσαι. Με θάρρος και ελπίδα στο Θεό να μετανοείς και να πηγαίνεις στον Πνευματικό που σου έχω υποδείξει, αν δεν μπορώ εγώ, και να τα εξομολογείσαι. Έτσι μόνο θα σωθείς». [Τζ. 142]

«Δεν υπάρχει απελπισία μέσα στην Εκκλησία»

Εκείνο που έλεγε, κυρίως, ήτανε για τη σημασία της εξομολογήσεως. Έλεγε:
«Δεν υπάρχει απελπισία όταν είσαι μέσα στην Εκκλησία, ό,τι και να έχεις κάνει, ό,τι και να έχεις υποστεί. Δεν υπάρχει απελπισία. Στενοχώρια μπορεί να έχεις, αλλά απελπισία όχι. Ο Θεός, μέσα από την εξομολόγηση –τόνιζε πάρα πολύ τη σημασία του Ιερέα, το χέρι του παπά… ήταν σαν να έβγαινε από εκεί η Θεία Χάρη- σε βοηθά και ξεπερνάς αυτά τα οποία μπορεί να σε οδηγήσουν στα έσχατα όρια της απελπισίας».

«Εκεί που απελπίζεσαι…»

«Έχει ο Θεός. Εκεί που απελπίζεσαι, σου στέλνει κάτι που δεν το περιμένεις… αρκεί να Τον πιστεύεις και να Τον αγαπάς. Όπως και Εκείνος μας αγαπά και φροντίζει για εμάς, όπως ο κάθε πατέρας για τα παιδιά του. Και όλοι μας είμαστε παιδιά Του Θεού. Και ό,τι καλό έχουμε, το έχουμε από Τον Θεό. Είναι δικό Του το δώρο. Δεν έχεις ακούσει στην Εκκλησία ότι: “Πάσα δόσις αγαθή και πάν δώρημα τέλειον άνωθεν εστί κατά βαίνον, εκ σου του Πατρός των φώτων;” [Κ 111]

Από το βιβλίο "Ανθολόγιο Συμβουλών"

Γέροντος Πορφυρίου ιερομονάχου


  pentapostagma.gr

Ορθόδοξα Άσματα στα τουρκικά


Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2015

Ο ΑΓ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΣΛΙΔΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΑΡΑΝΤΑΛΕΙΤΟΥΡΓΟ....




Ὅταν λειτουργοῦσε γινόταν ἄλλος ἄνθρωπος. Οἱ ἐκκλησιαζόμενοι ἄκουγαν διαφόρους ἤχους στό ἱερό βῆμα ἀπό οὐράνιους ἐπισκέπτες του. Γονάτιζαν κι ἔψαλλαν τό «Κύριε ἐλέησον».

***
Μία φορά εἶπε ὁ ὅσιος στόν ψάλτη του: Εἶχα τόσους ἁγίους σήμερα, πού δέν εἶχα μέρος νά τούς βάλω. Τόν ἅγιο Παντελεήμονα τόν βάλαμε σέ μία γωνία, γιατί δέν ὑπῆρχε χῶρος…
Κάποτε οἱ δαίμονες ἐνοχλοῦσαν τόν ὅσιο καί δέν τόν ἄφηναν νά προσκομίσει. Μετά τή Λειτουργία εἶπε: Ἄρχισα αὐτό τό σαρανταλείτουργο μέ πίεση. Οἱ δαίμονες φώναζαν τά ὀνόματα, γιά νά μή τά μνημονεύσω, νά μή συγχωρεθοῦν.

***
Μετά ἕνα ἄλλο σαρανταλείτουργο τόν ρώτησαν:
—Γέροντα κουράστηκες γιά νά τό τελειώσεις;
—Ὄχι παιδί μου, μοῦ ἦταν τόσο εὐχάριστο, σάν νά ἔκανα ἕναν ἑσπερινό, γιατί ἦταν πολύ καλοί ἄνθρωποι. Ὁ πατέρας σου ἔχει ἕνα πλούσιο τραπέζι σάν τοῦ Ἀβραάμ.
Τότε σκέφθηκε: Ἐμεῖς ἤμασταν τόσο φτωχοί, πού σχεδόν ἤμασταν πεινασμένοι, ποῦ τό βρῆκε ὁ πατέρας μας αὐτό τό πλούσιο τραπέζι;
—Μή τό βλέπεις ἔτσι, τόν διόρθωσε ὁ ὅσιος, μπορεῖ νά μή εἶχε νά δώσει, μά ἡ ψυχή του ἤθελε πολύ νά δίνει, καί ὁ Θεός τό μέτρησε σάν νά ἔδινε. Ἡ μάνα σου εἶναι σάν ὑπηρέτρια στόν πατέρα σου, γιατί ἦταν ἀρκετά κουραστική καί τόν στενοχωροῦσε, ὅλο γκρίνιαζε. Ἀλλά ὁ πατέρας σου πάντα μέ τό χαμόγελο τῆς φερόταν καί μέ πολύ καλωσύνη. Στούς συγγενεῖς σας εἴχατε καί μία τυφλή, πού ξεχάσατε νά τή γράψετε. Ἦταν ἁγνή καί πολύ ἀγαθή.
—Μά ἐσύ ποῦ τήν ἤξερες, ρώτησε ἀπορημένος ὁ ἄνθρωπος.
—Ὅταν μνημονεύω, ἔρχεται κι ἐκείνη στά κόλλυβα, ἀλλά ἔρχεται σάν μουσαφίρισσα, δέν ἑνώνεται μέ τούς ἄλλους. Τώρα ὁ καθένας πῆγε στή θέση του καί γιά σᾶς ἄνοιξε δρόμος…

Ο ΑΓ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΣΛΙΔΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΑΡΑΝΤΑΛΕΙΤΟΥΡΓΟ
Περιστατικὰ ποὺ ἀναφέρει ὁ βιογράφος τοῦ Ἁγίου, Μωυσῆς Μοναχὸς Ἁγιορείτης,
στὸ 14ο βιβλίο τῆς σειρᾶς «ΑΘΩΝΙΚΑ ΑΝΘΗ»ὑπὸ τὸν τίτλο «Η ΑΓΙΟΤΗΤΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΟΡΘΩΤΗ ΣΗΜΕΡΑ;»
(ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 2010)


http://proskynitis.blogspot.com/

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΣΛΙΔΗΣ


ανυπόφοροι οι δαίμονες ή ο Χριστός;....

Πέμπτη Κυριακή του Ματθαίου σήμερα, αγαπητοί, και το άγιο Ευαγγέλιο (Κεφ. η΄, 28-34. θ΄,1) μας μεταφέρει στη χώρα των Γεργεσηνών. Ο Χριστός μας κατέβηκε από το όρος των μακαρισμών και πήγε στην Καπερναούμ όπου έκανε τόσα πολλά θαύματα ώστε οι άνθρωποι εκπλήσσονταν. Σε κάποια στιγμή αποφάσισε να περάσει απέναντι, στη χώρα των Γεργεσηνών, μέσω της θαλάσσης της Τιβεριάδος. Καθώς ήταν μέσα στη βάρκα έγινε τρικυμία μεγάλη. Ετρεξαν λοιπόν οι Απόστολοι στον Ιησού για να τους σώσει. Εκείνος τους μάλωσε, τους είπε ολιγόπιστους. Και στη συνέχεια μάλωσε τα στοιχεία της φύσεως, εκόπασε ο άνεμος και έγινε γαλήνη μεγάλη.



Στη συνέχεια αποβιβάστηκαν στη χώρα των Γεργεσηνών και σε λίγο αντάμωσε ο Ιησούς με δύο δαιμονισμένους, οι οποίοι έβγαιναν από τα μνήματα και ήταν αγριεμένοι και πολύ επικίνδυνοι. Μόλις αντίκρισαν τον Ιησού, φώναξαν τα δαιμόνια με το στόμα των ταλαίπωρων ανθρώπων τους οποίους κατείχαν: «Ποια σχέση έχουμε εμείς, Ιησού; Γιατί ήρθες νωρίτερα - για να μας βάλεις στην κόλαση;». Εδώ βλέπουμε τη θεότητα του Χριστού, τη μεγάλη Του δύναμη. Είναι ο Κύριος των όλων, εξουσιάζει τα πάντα και τους φοβερούς δαίμονες. Γι' αυτό ας Του έχομε εμπιστοσύνη του Κυρίου και ας προστρέχομε σ' Αυτόν στις όποιες δυσκολίες μας.

Γέροντας Παϊσιος: Να μην πετροβολούμε… χριστιανικά





Είπα σε κάποιον μιά φορά: «Τί είσαι εσύ; Μαχητής του Χριστού ή μαχητής τού πειρασμού; Ξέρεις πώς υπάρχουν και μαχητές τού πειρασμού;».
Ό Χριστιανός δέν πρέπει νά είναι φανατικός, άλλα νά έχη αγάπη γιά όλους τους ανθρώπους.
Όποιος πετάει λόγια αδιάκριτα, και σωστά νά είναι, κάνει κακό. Γνώρισα έναν συγγραφέα πού είχε ευλάβεια πολλή, άλλα μιλούσε στους κοσμικούς. μέ μιά γλώσσα ωμή, πού προχωρούσε όμως σε βάθος, και τους τράνταζε.

Μιά φορά μου λέει: «Σε μιά συγκέντρωση είπα αυτό και αυτό σέ μιά κυρία». Άλλα μέ τον τρόπο πού της τό είπε, την είχε σακατέψει. Την πρόσβαλε μπροστά σέ όλους. «Κοίταξε, τού λέω, εσύ πετάς στους άλλους χρυσά στεφάνια μέ διαμαντόπετρες, έτσι όμως πού τά πετάς, σακατεύεις κεφάλια, Όχι μόνον ευαίσθητα άλλα καί γερά». Ας μην πετροβολάμε τους ανθρώπους... χριστιανικά.

Όποιος ελέγχει μπροστά σέ άλλους κάποιον πού αμάρτησε ή μιλάει μέ εμπάθεια γιά κάποιο πρόσωπο, αυτός δέν κινείται άπό τό Πνεύμα τού Θεού• κινείται άπό άλλο πνεύμα. Ό τρόπος της Εκκλησίας είναι ή αγάπη- διαφέρει άπό τόν τρόπο των νομικών.

Ή Εκκλησία βλέπει τά πάντα μέ μακροθυμία και κοιτάζει νά βοηθήση τόν καθέναν, ο,τι καί άν έχη κάνει, όσο αμαρτωλός καί άν είναι. Βλέπω σέ μερικούς ευλαβείς ένα είδος παράξενης λογικής.

Καλή είναι ή ευλάβεια πού έχουν, καλή καί ή διάθεση γιά τό καλό, άλλα χρειάζεται καί ή πνευματική διάκριση καί ευρύτητα, γιά νά μή συνοδεύη την ευλάβεια ή στενοκεφαλιά, ή γεροκεφαλιά (τό γερό δηλαδή αρβανίτικο κεφάλι). Όλη ή βάση είναι νά έχη κανείς πνευματική κατάσταση, γιά νά έχη τήν πνευματική διάκριση, γιατί αλλιώς μένει στο «γράμμα τον νόμου», καί τό «γράμμα του νόμου άποκτείνει».

Αυτός πού έχει ταπείνωση, δεν κάνει ποτέ τόν δάσκαλο• ακούει καί, όταν τού ζητηθη ή γνώμη του, μιλάει ταπεινά. Ποτέ δέν λέει «εγώ», άλλα «ό λογισμός μού λέει» ή «οί Πατέρες είπαν». Μιλάει δηλαδή σάν μαθητής. Όποιος νομίζει ότι είναι ικανός νά διορθώνη τους άλλους έχει πολύ εγωισμό.

- Όταν, Γέροντα, ξεκινάη κανείς άπό καλή διάθεση νά κάνη κάτι καί φθάνη στά άκρα, λείπει ή διάκριση;

- Είναι ό εγωισμός μέσα στην ενέργεια του αυτή καί δέν το καταλαβαίνει, γιατί δέν γνωρίζει τόν εαυτό του, γι' αυτό πιάνει τα άκρα. Πολλές φορές από ευλάβεια ξεκινούν μερικοί, αλλά που φθάνουν!

Οπως οι είκονολάτρες και οι εικονομάχοι. Άκρη το ένα, άκρη το άλλο!

Οι μέν έφθασαν στο σημείο νά ξύνουν την εικόνα του Χρίστου και νά ρίχνουν την σκόνη μέσα στό Άγιο Ποτήριο, γιά νά γίνη καλύτερη ή Θεία Κοινωνία• οι άλλοι πάλι έκαιγαν τις εικόνες, τίς πετούσαν...

Γι’ αυτό ή Εκκλησία αναγκάσθηκε νά βάλη ψηλά τις εικόνες καί, όταν πέρασε ή διαμάχη, τίς κατέβασε χαμηλά, γιά νά τίς προσκυνούμε καί νά απονέμουμε τιμή στά εικονιζόμενα πρόσωπα.




http://www.briefingnews.gr/

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2015

Istanbul OnAir


Ὁ Πολυέλεος Θεὸς θέλει τὴν εὐτυχία ὅλων μας -............Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως



Ἀδελφοί μου! Ὁ Πολυέλεος Θεὸς θέλει τὴν εὐτυχία ὅλων μας καὶ σ᾿ αὐτὴ καὶ στὴν ἄλλη ζωή. Γι᾿ αὐτὸ ἵδρυσε τὴν ἁγία Του Ἐκκλησία. Γιὰ νὰ μᾶς καθαρίζει αὐτὴ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, νὰ μᾶς ἁγιάζει, νὰ μᾶς συμφιλιώνει μαζί Του, νὰ μᾶς χαρίζει τὶς εὐλογίες τοῦ οὐρανοῦ.

Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως

http://anastasiosk.blogspot.com

῾Ο ῾Ιεροδιάκονος Χριστοφόρος ὁ ῾Ησυχαστὴς ἀπὸ τὴν Σκήτη Σύχλα ......



῾Ο ῾Ιεροδιάκονος Χριστοφόρος ὁ ῾Ησυχαστὴς
ἀπὸ τὴν Σκήτη Σύχλα (1930)

ΚΑΤΑ τὰ χρόνια 1930-1933 ἡσύχαζε στὰ γειτονικὰ δάση τῆς Σύχλας ἕνας ῾Ιεροδιάκονος, ποὺ καταγόταν ἀπὸ ἄλλους τόπους, ὀνόματι Χριστοφόρος. ῾Η μετάνοιά του ἦταν στὸ Μοναστήρι Φρασινέϊ.

῞Οταν ἦταν ἀκόμη φοιτητὴς τῆς θεολογίας, στὶς διακοπές του πήγαινε στὴν Σύχλα καὶ ἀγωνιζόταν μόνος του στὸ βουνό, μέσα σ᾿ ἕνα μικρὸ χαμόσπιτο, ποὺ ἀπεῖχε ἕνα χιλιόμετρο μακρυὰ ἀπὸ τὴν Σκήτη. ᾿Εκεῖνο τὸν καιρὸ ζοῦσαν πολλοὶ Μοναχοὶ Ησυχασταὶ στὰ βουνὰ τῆς Σύχλας.

Κάποτε περνοῦσαν μὲ τὰ πρόβατά των ἀπ᾿ τὰ ἀπάτητα δάση δύο ᾿Αδελφοὶ τοῦ
Μοναστηριοῦ Συχάστρια, ὁ Βασίλειος καὶ ὁ Κωνσταντῖνος ᾿Ιλλίε. ῾Ο ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς ἀντίκρυσε τὴν πόρτα μιᾶς ἐρημικῆς καλύβας, πλησίασε καὶ κτύπησε σιγανά.

– Εὐλόγησον, πάτερ!
᾿Αλλὰ κανεὶς δὲν τοῦ ἀποκρίθηκε.Τότε κοίταξε καλὰ ὅτι ἡ πόρτα ἦταν κλειδωμένη μὲ ἕνα σύρτη, στὸν ὁποῖον κρεμόταν ἕνα σχοινί. ῎Εκοψε μαλακὰ τὸ σχοινὶ καὶ ἡ πόρτα ἄνοιξε. ᾿Εμπῆκε μέσα καὶ εἶδε ἕνα μικρὸ κελλὶ κάτω ἀπὸ ἕνα βράχο. Στὸ δάπεδο τοῦ κελλιοῦ ὑπῆρχαν φρέσκα ἐλάτινα κλαδιά, στὴν γωνία ἕνας πάγκος σὰν τραπέζι καὶ ἐπάνω τὸ ῾Ωρολόγιο τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ ἕνα κομμάτι χαρτὶ ποὺ ἔγραφε:«᾿Εδῶ κατοικεῖ τὸ πιὸ ἐλεεινὸ κτῆνος τοῦ κόσμου».Τότε εἶπε ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο Μοναχούς:
– Πόσους κρυμμένους δούλους ἔχει ὁ Θεὸς στὰ δάση αὐτά!᾿Εὰν γνώριζα ποιός εἶναι,θὰ τοῦ ἔφερνα φαγητὸ ἀπὸ τὸ μαντρί.
Μετὰ ἔκλεισαν τὴν πόρτα καὶ ἀνεχώρησαν γιὰ τὰ πρόβατά των.

῞Υστερα ἀπὸ μερικὲς ἡμέρες ἔφθασε μιὰ βραδυὰ στὸ μαντρὶ τοῦ Μοναστηριοῦ ἕνας ξένος ᾿Αββᾶς. ῏Ηταν ἀδύνατος, ὑψηλὸς καὶ κουβαλοῦσε κάτι στὴν πλάτη του.
– ᾿Αδελφοί, τοὺς εἶπε, σᾶς γνωρίζω, ὅταν εἴχατε πάει στὸ κελλί μου μὲ τὰ πρόβατα.
Σᾶς εἶδα ἀπὸ τὴν λόχμη τοῦ δάσους. ᾿Εγὼ εἶμαι τὸ πιὸ ἐλεεινὸ κτῆνος τοῦ κόσμου,ὁ ῾Ιεροδιάκονος Χριστοφόρος.
– Τί ἔχεις σ᾿ αὐτὸ τὸν ντορβᾶ, μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ σημαδεμένο ἐπάνω του;Τὸν
ἐρώτησαν οἱ ᾿Αδελφοί.
– Εἶναι τὸ κρανίο ἑνὸς ῾Αγίου ποὺ εὑρῆκα στὸ δάσος. ῾Οδηγῆστε με στὸ Μοναστήρι,στὸν ἅγιο ῾Ηγούμενο,νὰ τοῦ ἀποκαλύψω αὐτὸ τὸ γεγονός.



῾Οδηγώντας τον λοιπὸν στὸν Πρωτοσύγκελλο ᾿Ιωαννίκιο Μορόϊ, τὸν ῾Ηγούμενο τῆς Συχάστριας, ὁ ῾Ιεροδιάκονος Χριστοφόρος τοῦ εἶπε τὴν παρακάτω ἱστορία:
Τὸ περασμένο καλοκαίρι, τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ ῾Αγίου Προφήτου ᾿Ηλιού, ἀφοῦ ἱερούργησα στὴν Θεία Λειτουργία τῆς Σκήτης Σύχλας, ἐπέστρεφα στὴν καλύβα μου
στὸ δάσος. Στὸν δρόμο, ἐπειδὴ ἤμουν κουρασμένος, ξάπλωσα καὶ κοιμήθηκα λίγο σ᾿ἕνα ξέφωτο. Ξαφνικὰ ὅμως ἕνα ἀόρατο χέρι μοῦ ἔστρεψε τὸ κεφάλι ἐκεῖ ποὺ ἦταν τὰ πόδια μου. ῾Υπολόγισα ὅτι θὰ ἦταν διαβολικὸς πειρασμός. Ξάπλωσα καὶ ἀποκοιμήθηκα πάλι. Καὶ πάλι τὸ ἴδιο χέρι μὲ ξύπνησε.
᾿Εκείνη τὴν στιγμὴ βλέπω νὰ στέκεται στὸν ἀέρα ἕνας ῞Οσιος ᾿Ασκητής. ῏Ηταν ντυμένος μὲ ράσα, χωρὶς σκοῦφο στὸ κεφάλι, μὲ λευκὰ μαλλιὰ ριγμένα στὶς πλάτες, μὲ γένεια κανονικά, μὲ πρόσωπο λαμπρὸ καὶ κρατοῦσε ἕνα κομποσχοίνι στὸ χέρι. Στὴν συνέχεια μοῦ εἶπε μὲ σιγανὴ φωνή:
«– Μὴ φοβᾶσαι, πάτερ Χριστοφόρε. Εἶμαι ἕνας ταπεινὸς δοῦλος τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἀσκήτευσα στὸν τόπο αὐτό, ἄγνωστος σὲ ὅλους πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια. ᾿Ετελείωσα τὴν ζωή μου ἐδῶ καὶ τὰ Λείψανά μου παραμένουν μέχρι τώρα ἄταφα. Λοιπόν, σήκω καὶ ἔχε ἐμπιστοσύνη. Βάδισε πρὸς τὰ δεξιὰ ἑκατὸ βήματα. Θὰ εὕρης δίπλα σ᾿ ἕνα βράχο τὰ ὀστᾶ μου. Νὰ πάρης ὡς εὐλογία μόνο τὸ κεφάλι μου, καὶ νὰ τὸ ἔχης μαζί σου σ᾿ ὅλη σου τὴν ζωή, ὁπουδήποτε πηγαίνης, διότι αὐτὸ θὰ σοῦ εἶναι μεγάλη βοήθεια. Τὰ Λείψανά μου ὅμως νὰ μὴ τολμήσης νὰ τὰ πάρης, ἀλλὰ νὰ τὰ ἐνταφιάσης σ᾿ ἐκεῖνο τὸ μέρος».

᾿Αφοῦ ἐξαφανίσθηκε ὁ ῞Οσιος ἀπὸ μπροστά μου, πρῶτα προσευχήθηκα μήπως εἶναι καμμιὰ πανουργία τοῦ δαίμονος, ἀλλὰ κατὰ τὴν προσευχή μου αἰσθάνθηκα μιὰ πρωτοφανῆ χαρὰ μέσα στὴν καρδιά μου. Εἶπα τὸ «Πιστεύω» καὶ μέτρησα ἑκατὸ βήματα πρὸς τὰ δεξιά. Ξαφνικὰ εὑρῆκα κάτω ἀπὸ μιὰ κουφωτὴ-σκαλιστὴ πέτρα τὰ ὀστᾶ αὐτοῦ τοῦ ῾Οσίου. ῏Ηταν κίτρινα σὰν τὸ κερὶ καὶ μὲ ὡραία εὐωδία. Κατόπιν ἔκανα τρεῖς μετάνοιες καὶ ἄρχισα νὰ ἐκτελῶ τὴν ἐντολή του. ῾Ο λογισμός μου ὅμως μὲ παρακινοῦσε νὰ πάρω ὅλα τὰ Λείψανα. ῎Εστρωσα λοιπὸν κάτω τὸ ράσο μου. ᾿Αλλ᾿ ὤ τοῦ θαύματος!

Καθὼς ἔπιασα τὰ Λείψανα, ἀπὸ μιὰ ἀνεξήγητη θερμότητα ποὺ εἶχαν, κάηκαν τὰ χέρια μου καὶ ἀναγκάστηκα νὰ τὰ πετάξω κάτω στὸ ἔδαφος. Τότε ζήτησα συγχώρησι ἀπὸ τὸν ῞Αγιο, ἐπειδὴ κατεπάτησα τὴν ἐντολή του, πῆρα μαζί μου μόνο τὸ κρανίο, ἔθαψα τὰ ἄλλα καὶ ἐπέστρεψα στὴν καλύβα μου.



᾿Απὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα μεταφέρω μαζί μου τὸ κρανίο αὐτοῦ τοῦ ῾Οσίου καὶ μὲ τὶς εὐχές του εἶμαι λυτρωμένος ἀπὸ ὁποιοδήποτε πειρασμὸ καὶ κίνδυνο.
– Πάτερ Χριστοφόρε, τὸν ἐρώτησε ὁ ῾Ηγούμενος, μήπως γνωρίζεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ τοῦ ῾Οσίου;
– Γιὰ πολὺ καιρὸ δὲν γνώριζα τὸ ὄνομά του. Καὶ προσευχήθηκα στὸν Θεὸ μὲ δάκρυα γιὰ νὰ μοῦ τὸ ἀποκαλύψη. Μιὰ νύκτα ποὺ ἔκανα τὸν ῎Ορθρο στὸ κελλί μου, παρουσιάσθηκε ξαφνικὰ μπροστά μου αὐτὸς ὁ θαυμαστὸς ῞Οσιος καὶ μοῦ εἶπε:
– Πάτερ Χριστοφόρε, μὴ λυπᾶσαι πλέον ἄλλο, ἐπειδὴ δὲν γνωρίζεις πῶς ὀνομάζομαι.
᾿Ονομάζομαι ῾Ιερομόναχος Μεγαλόσχημος Παῦλος.Νὰ μὲ μνημονεύης στὴν ἁγία σου προσευχή. Καὶ ἀμέσως ἔγινε πάλι ἄφαντος.
– Ναί, αὐτὸς ἦταν ὁ Πνευματικὸς τῆς ῾Αγίας Θεοδώρας τῆς Σύχλας.Αὐτὸς ἔζησε στὴν Σκήτη Συχάστρια κατὰ τὸ τέλος τοῦ 18ου αἰῶνος.Κατόπιν ἔφυγε γιὰ τὴν ἔρημο καὶ ἐκοιμήθη ἐκεῖ (εἶπε ὁ ῾Ηγούμενος).

῾Ο ῾Ιεροδιάκονος Χριστοφόρος παρέμεινε τρεῖς ἡμέρες στὸ Μοναστήρι Συχάστρια, ἱερουργώντας καθημερινὰ στὴν Θεία Λειτουργία μαζὶ μὲ τὸν Πρωτοσύγκελλο ᾿Ιωαννίκιο Μορόϊ.
Αὐτὲς τὶς ἡμέρες τὸ κρανίο τοῦ ῾Οσίου ῾Ιερομονάχου Παύλου ἦταν τοποθετημένο ἐπάνω στὴν ῾Αγία Τράπεζα, ἀπ᾿ ὅπου σκόρπιζε στὴν ᾿Εκκλησία μία ὡραία πνευματικὴ εὐωδία. Μετὰ ἀσπάσθηκαν τὸ ἅγιο Λείψανο οἱ Πατέρες, κατόπιν ὁ ῾Ιεροδιάκονος Χριστοφόρος τὸ ἔβαλε πάλι στὸν ντορβᾶ του καὶ ξεκίνησε γιὰ τὴν Σκήτη Σύχλα.᾿Απὸ τὴν ἡμέρα αὐτὴ κανεὶς πλέον δὲν συνάντησε τὸν π. Χριστοφόρο.῾Υποθέτουν μερικοὶ ὅτι προχώρησε στὰ βάθη τῶν δασῶν τῶν βουνῶν τῆς Σύχλας καὶ ἐκεῖ ἐτελειώθη, δοξάζοντας τὸν Θεό.

Μάταια ἀνέβηκαν πολλὲς φορὲς οἱ Πατέρες τῆς Συχάστριας γιὰ νὰ εὕρουν τὸν εὐλογημένο ᾿Ερημίτη.Κανεὶς δὲν τὸν ξαναεῖδε πάλι.Λέγεται στὴν παράδοσι τοῦ τόπου ἐκείνου ὅτι μεταξὺ τῆς Σκήτης Σύχλας καὶ (τῆς περιοχῆς) Ρίπας τοῦ Κορόϊ ὑπάρχει ἕνας
μυστικὸς θεῖος τόπος, τὸν ὁποῖον κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἀνακαλύψη.᾿Εκεῖ ἀσκήτευσαν κατὰ τὴν διάρκεια τῶν αἰώνων πολλοὶ ῞Αγιοι ῾Ησυχασταί.῎Ισως, λοιπόν, ἐκεῖ νὰ ἐκοιμήθη ὁ πατὴρ Χριστοφόρος,μὲ τὸ κρανίο τοῦ ῾Οσίου Παύλου στοὺς ὤμους του.



http://isaacsyrian.blogspot.com

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

o μπαρμπα Γιάννης που είδε την Παναγιά......




Ερχόταν από την Λήμνο μ' έναν γάιδαρο.
Τον έβαζε και στο καράβι μέσα.
Στον γέρο-Γιάννη μας έκανε εντύπωση ή απλότητα και ή ευλάβεια του. Αυτός δούλευε χρόνια πολλά εδώ στο Άγιο Όρος και στο τέλος ήρθε να πάρει ένα χαρτί από την Ιερά Κοινότητα, για να εισαχθεί στο γηροκομείο Μυτιλήνης.
Πριν από καιρό με είχε ανταμώσει και μου λέει: «Πάτερ, θα μου κάνης μια εικονίτσα;». Του λέω: «Μπάρμπα-Γιάννη, εσύ δεν έχεις χρήματα να πλήρωσης. Είναι ακριβές οι εικόνες»· Λέει: «Αμ συ πολλά θα μου ζητήσεις, εγώ λίγα θα σου δώκω». «Ποια εικονίτσα θέλεις;» «Να! Είδα την Παναγία μια μέρα ξεκινώντας από το Ιβήρων να πάω στο Καρακάλου και μου λέει· "γύρνα πίσω και να πας αύριο, διότι θα πάθεις απόψε κακό". Εγώ έκανα υπακοή και γύρισα, αλλά είχα τόση χαρά». «Πώς την είδες την Παναγία;» «Την είδα πάνω σε συννεφάκια άσπρα, και όλα αυτά πού φορούσε, τα ενδύματα της, ήταν λευκά. Πήρα τόση χαρά, και πήγα την άλλη μέρα στην Μονή Καρακάλου».

Την παρήγγειλε τελικά την εικόνα στους Αναναίους. Ήρθε εδώ στο κελί μας την τελευταία μέρα της ζωής του, για να πάρουμε τηλέφωνο στους Αναναίους, αν ετοίμασαν την εικόνα, γιατί ο Μπάρμπα-Γιάννης ετοιμαζόταν να εισαχθεί στο γηροκομείο Μυτιλήνης. Ήρθε να πάρει το χαρτί από την Κοινότητα, ότι δούλεψε εδώ στο Άγιον Όρος. Ό καημένος ανέβαινε βογκώντας την σκάλα, γιατί είχε καρδιά, είχε ανεπάρκεια. Αύτη την τελευταία φορά πού ήρθε μας είπε ότι κοινώνησε. Μάλιστα τον έπιασε και μια κρίση μέσα στην Πορτάΐτισσα. Τον έβγαλαν λίγο έξω, συνήλθε, και ανέβηκε στις Καρυές για να πάρει το χαρτί. Το βράδυ όμως κοιμήθηκε εδώ πίσω από τον Ταλέα, τον έπιασε ή καρδιά του και πέθανε. Δεν πρόλαβε να πάει στην Μυτιλήνη, γιατί ή Παναγία τον ήθελε εδώ πέρα. Τον έθαψαν εδώ στο κοιμητήρι στις Καρυές. Μας έλεγε, πώς είδε την Παναγία μας πάνω στα σύννεφα, και όταν πήραμε τηλέφωνο από εδώ στους Αναναίους του είπαν: «Μπάρμπα-Γιάννη, ή εικόνα εστάλη στο νησί. Όταν θα πάς, θα την βρεις εκεί».

Είχε απλή ζωή. Φορούσε γουρουνοτσάρουχα -εμάς μας έκαναν εντύπωση-. Είχε και ένα ντουρβαδάκι από έναν τράγο, πού το έκανε μόνος του. Εγώ τον πείραζα: «Μπάρμπα-Γιάννη, να μου κάνης δώρο ένα ζευγάρι τσαρούχια». Έρχεται μια μέρα, με την απλότητα πού είχε, και μου λέει: «Πάτερ, πάτερ, σου έφερα ένα δώρο». Μ' έφερε ένα ζευγάρι γουρουνοτσάρουχα. «Αυτά θα τα βάλετε στην έκθεση, και θα 'ρχονται οι Ευρωπαίοι να τα βλέπουνε, και να! θα πέφτει το χρήμα!». Γελούσα με την απλότητα του ανθρώπου. Για αυτό και τον αξίωσε ή Παναγία και κοιμήθηκε εδώ πέρα.

«Κλωνάρη», τον λέγανε. Μετά τον έβγαλαν «ΜπάρμπαΓιάννη». Δεν λεγόταν «Μπάρμπα-Γιάννης». «Κλωνάρης» το επίθετο του ήτανε. Ήτανε απ' το Καρπενήσι και μετά πήγε στην Λήμνο.

Κοιμόταν έξω στο δάσος, γιατί σ' όλη του την ζωή βοσκός ήτανε. Τότε είχαμε λύκους στο Άγιο Όρος. Πάει ένας λύκος μια νύχτα που κοιμόταν έξω στο δάσος και τον μύριζε γύρω-γύρω, επειδή τα γουρουνοτσάρουχα μυρίζανε. Λέει ο Μπάρμπα-Γιάννης: «Παναγία μου -έτρεμα από τον φόβο μου- αν με βοηθήσεις και δεν με πειράξει ο λύκος...». «Άντε που θα 'ταν λύκος, κανένας σκύλος θα 'τανε», του λέω. «Μια ζωή βοσκός ήμουνα. Δεν ξέρω, δεν γνωρίζω τους λύκους;... Και αν δεν με πειράξει, θα σου φέρω ένα δοχείο λάδι, Παναγία μου». Έφυγε ο λύκος. Τον μύρισε και έφυγε. Την άλλη μέρα πήρε από τον Ταλέα ένα δοχείο λάδι και το πήγε στο «Άξιον εστί», στην Παναγία μας. Απλοί άνθρωποι.
Πολύ αστείος ήτανε. Μιλούσε και έκανε αυτό το «ααχαχααα». Του έλεγε ο γέροντας μας: «τι κάνεις έτσι και θορυβείς; Αναστατώνεις τον κόσμο. Φωνάζεις». «Ά! γέροντα. Από μέσα μου έρχεται, από μέσα μου. Θα πάω Σαλώνικα. Οι γιατροί θα μου το θεραπεύσουν αυτό».

Μας έκανε εντύπωση πού αξιώθηκε να δη την Παναγία μας επάνω στα σύννεφα με λευκά φορέματα, και έτσι αγιογράφησαν οι αδελφοί Αναναίοι την εικόνα.

http://misha.pblogs.gr/

Γι' αυτούς που πέθαναν "ἐν πίστει" και περί της ψυχικής ωφελείας που προκύπτει από τις Λειτουργίες και τίς φιλανθρωπίες που γίνονται γι' αυτούς.............Του Αγίου Ιωάννου του "Δαμασκηνού" λόγος.


ΙΖ'     Θαυμαστός είσαι, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου. Δοξάζουμε την ανέκφραστη φιλανθρωπία σου. Πάντοτε "κλίνεις" προς φιλανθρωπίαν και δίδεις στους δούλους σου αφορμές φιλαδελφείας καθώς και βεβαίας πίστεως και ελπίδας για το πρόσωπό σου. Μας δίδαξες, μέσω των δούλων σου, να ευεργετούμε ο ένας τον άλλο και να προσφέρουμε, όχι στα χαμένα και ματαίως, εξιλαστήριες θυσίες και προσφορές και ύμνους και ψαλμωδίες και προσευχές. Είσαι, Κύριε, απλανής οδηγός και εύκολος χορηγός και ανταποδίδεις χίλιες φορές περισσότερα για ό,τι προσφέρει κάποιος "εἰς δόξαν σου", και δεν υπάρχει σ' όλα αυτά τίποτε χωρίς ωφέλεια.

ΙΗ'     Λοιπόν, αδελφοί και πατέρες, ας αποδεχθούμε όλοι το ότι, όσα προσφέρονται στον Θεό με πίστη, δίνουν πολλαπλάσια ωφέλεια και σ' αυτόν που τα προσφέρει και σ' αυτούς για τους οποίους τα προσφέρει. Είναι ακριβώς όπως τα αρώματα ή το άγιο Έλαιο· όταν κάποιος θέλει να αλείψει έναν άρρωστο, πρώτος αυτός αλείφεται και έτσι κατόπιν αλείφει και τον άλλον. Με τον ίδιο τρόπο όποιος αγωνίζεται για την σωτηρία του άλλου, τον εαυτό του πρώτα ωφελεί και ύστερα τους άλλους. Γιατί δεν είναι άδικος ο Θεός να ξεχάσει τα γενόμενα, όπως λέει ο Απόστολος.

ΙΘ'     Ο Μέγας Αθανάσιος στον ωραιότατο λόγο του για τους κεκοιμημένους, λέει: "Μην αρνήσαι να φέρνεις, λάδι και κεριά και να ανάβεις στον τάφο, επικαλούμενος τον Χριστό. Είναι δεκτά από Αυτόν και δίδουν πολύ ανταπόδοση. Το λάδι και το κερί είναι "ὁλοκαύτωσις". Η Θεία και αναίμακτη Λειτουργία "ἐξιλασμός". Η δε ελεημοσύνη, είναι αφορμή και αύξηση κάθε καλής αντιδόσεως εκ μέρους του Θεού. Όταν κάποιος προσφέρει για νεκρούς είναι, όπως, όταν έχει κάποιος ένα πολύ μικρό νήπιο αδύναμο και χωρίς να μιλάει και αυτό αρρωστήσει, και τότε προσφέρει με πίστη στον ναό κεριά και θυμίαμα και λάδι χάριν του παιδιού, και τότε αυτό είναι σάν να τα προσέφερε το ίδιο το νήπιο· ή όπως γίνεται στην ομολογία του Βαπτίσματος. Με τον ίδιο τρόπο και ο νεκρός εν Κυρίῳ προσφέρει τα κεριά και το λάδι και όσα από άλλους προσφέρονται προς χάριν του και επιτυγχάνει διά της πίστεως τον σκοπό της σωτηρίας.

Όλα, οι θεοκήρυκες Απόστολοι και διδάσκαλοι ιερείς και πνευματέμφοροι Πατέρες, που έφτασαν στην (ανθρωπίνως δυνατή) εμπειρία της παρουσίας του Θεού και "γεύθηκαν" την μεγάλη Του δύναμη, όλα τα εθέσπισαν κινούμενοι από την χάρη του Θεού. Λειτουργίες, ευχές και ψαλμωδίες, κατ' έτος στις ημέρες μνήμης των κεκοιμημένων. Μέχρι τώρα, "χάριτι Χριστοῦ" όλα αυτά αυξάνουν και προστίθενται σ' όλα τα μήκη της γης εις δόξαν και αίνεση του Κυρίου των Κυρίων και Βασιλέως των Βασιλευόντων.

Κ'      Σ' όλα αυτά μπορεί κάποιος να έχει αντίθετη γνώμη και να πει: "Εάν όλα τα σχετικά με τους κεκοιμημένους έχουν έτσι, τότε λοιπόν όλοι θα σωθούν και κανένας δεν θα χαθεί;" Μπράβο και μακάρι!! Αυτό διψά και θέλει και ζητάει και επιδιώκει και σ' αυτό χαίρει και ευφραίνεται ο Πανάγαθος Κύριος, να μη χαθεί κανένας!!! Άλλωστε τα βραβεία και τους στεφάνους δεν τα ετοίμασε για τους αγγέλους! Ούτε έγινε άνθρωπος για να σώσει τις ουράνιες υπάρξεις. Δεν σαρκώθηκε αδιαφθόρως από την Παρθένο και έγινε δυνατός και εγεύθη των παθών και του θανάτου για να πει στους αγγέλους: "Ἐλᾶτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου κληρονομῆστε τήν Βασιλεία πού ἔχει ἐτοιμάσει γιά σᾶς!!" Όλα για τον άνθρωπο έγιναν και ετοιμάσθηκαν.

Ποιος κάνει γιορτή και καλεί τους φίλους του και δεν θέλει να 'ρθούν όλοι και να απολαύσουν των ετοιμασμένων; Γιατί τότε ετοίμασε την ευωχία της γιορτής; Και αν αυτό είναι φυσικό και ευγενής φιλοτιμία για μας, πόσο περισσότερο ισχύει γι' Αυτόν που είναι εκ φύσεως αγαθός και φιλάνθρωπος, ο οποίος μοιράζοντας και δίνοντας χαίρει περισσότερο από όσο αυτός που παίρνει και εξασφαλίζει την σωτηρία του.


ΚΑ'     Σκέψου και αυτό συ που αμφισβητείς τα λεχθέντα! Κάθε άνθρωπος που απόχτησε μια μικρή "ζύμη" αρετής αλλά δεν πρόλαβε να την ολοκληρώσει σε "ψωμί", και παρ' ότι το θέλησε δεν το κατόρθωσε, ή από ραθυμία, ή από αμέλεια, ή από δειλία, ή από αναβολή απ' την μία ημέρα στην άλλη, και για τον οποίο (άνθρωπο) απρόοπτα ήρθε ο θάνατος, και αυτόν δεν θα τον "ξεχάσει" ο δίκαιος Κριτής και Δεσπότης!!

Ο Κύριος θα ξυπνήσει μετά τον θάνατο εκείνου στις καρδιές των συγγενών και των φίλων του, την διάθεση βοήθειας και θα κατευθύνει (ο Κύριος) την γνώμη και θα ελκύσει την καρδιά και θα κάμψει την ψυχή τους προς αρωγή και βοήθειά του και θα αναπληρώσουν αυτοί τα υστερήματα αυτού που έφυγε.

Βέβαια, έναν άλλον άνθρωπο ο οποίος έζησε πονηρά, αναμεμιγμένος σε κάθε αμαρτία και γεμάτος με υλικό νοσηρό, που αδιαφόρησε ακόμα και για την συνείδησή του και ήταν παραδομένος στις ηδονές κάθε μορφής (ψυχικές και σωματικές) ικανοποιώντας εγωϊστικά κάθε του επιθυμία χωρίς καθόλου να φροντίζει για την ψυχή του· βουλιαγμένος εντελώς στόν εγωϊσμό και που σ' αυτή την κατάσταση φθάνει να πεθάνει, σ' αυτόν κανένας δεν μπορεί να προσφέρει βοήθεια. Ούτε η γυναίκα του ούτε τα παιδιά του ούτε τα αδέλφια του ή οι φίλοι του μπορούν να τον βοηθήσουν αφού αυτός είχε και έχει εξορίσει από την ζωή του τον Χριστό.

ΚΒ'     Όσον αφορά, τα δικά μου και όποιου είναι φίλος μου, μακάρι, αν είναι δυνατόν, να τον βοηθήσω ώστε να μην αφίσει πίσω του υστερήματα. Αν γίνει και πεθάνω χωρίς να έχω τελειώσει την προσπάθειά μου, μακάρι ο πολυεύσπλαγχνος Κύριος να "κάμψει" τους συγγενείς και φίλους και να "θερμάνει" τις ψυχές και τις καρδιές τους, ώστε πολύ πρόθυμα να με βοηθήσουν με καλά και θεάρεστα έργα και έτσι, ό,τι σαν αδύναμος άνθρωπος δεν πρόλαβα να κάνω, να το αναπληρώσουν αυτοί μετά τον θάνατό μου. Ναι, Κύριε, θαυμαστέ και Ελεήμων, κανένα υστέρημα να μην έχω, ούτε μικρό ούτε μεγάλο, όταν θα 'ρθεις Κριτής μας, ούτε και κανείς άλλος από αυτούς που ελπίζουν σε Σένα.

Έτσι άλλωστε μας διδάσκει διακηρύσσοντας παντού ο κήρυκας των λόγων του Θεού Χρυσόστομος: " Αν δεν πρόλαβες, όντας ζωντανός, να ρυθμίσεις όλα τα της ψυχής σου, τουλάχιστον στο τέλος της ζωής, δώσε εντολή στους δικούς σου, όταν πεθάνεις να σου αποδώσουν τα δικά σου και να σε βοηθήσουν με καλά έργα, εννοώ ελεημοσύνες και προσφορές. Με αυτά θα καταλλαγείς με τον Λυτρωτή, γιατί του είναι και αποδεκτά και διευκόλυνση. Στην διαθήκη σου μαζί με τα παιδιά και τους συγγενείς γράψε κληρονόμο και τον Χριστό! Να έχει η διαθήκη το όνομα του Χριστού και να μη ξεχνάει τους φτωχούς. Σας βεβαιώνω εγώ (ο Χρυσόστομος) για όλα αυτά. Αυτό δεν είναι προτροπή στο να μη κάνει κάποιος όταν είναι ζωντανός ελεημοσύνες και να περιμένει μετά τον θάνατο, αυτό είναι απαράδεκτο και βέβηλο, ξένο από το θέλημα του Θεού, αλλά είναι επεξήγηση ότι, κάθε άνθρωπος θεοσεβής και φιλόχριστος πρέπει να "καθαρίζει" τον εαυτό του με κάθε είδους αγαθοεργία απέχοντας από κάθε ακαθαρσία, και ότι αυτό είναι πάρα πολύ καλό και θεάρεστο και ευπρόσδεκτο από τον Χριστό, έργο. Πρέπει να τηρεί κάθε άνθρωπος τα ολόφωτα προστάγματα του Θεού, ώστε φθάνοντας στο τέλος της ζωής να μπορεί να πει στον Χριστό: "Ἑτοίμη ἡ καρδία μου, ὁ Θεός, ἑτοίμη ἡ καρδία μου" και να υποδεχθεί ευχαρίστως τους ἐπισπεύδοντας ἀγγέλους. Αυτό βέβαια συμβαίνει λίγες φορές και για λίγους· όπως λέει ο Χριστός:"Ὁλίγοι οἱ σωζόμενοι". Αυτό βέβαια η των όλων Σοφία ο Χριστός το είπε με θαυμασμό απορίας, γιατί να είναι ολίγοι οι σωζόμενοι! Λοιπόν συνειδητοποιώντας ότι είναι πολύ δύσκολο να βρεθεί κάποιος σ' αυτήν την πρώτη ομάδα και κατάσταση, εκ της πραγματικότητος, πάμε στην δεύτερη, ακολουθώντας τις αποστολικές και πατερικές διδασκαλίες που λένε ότι: οι νεκροί ωφελούνται, εξαιτίας της αγαθότητος του Θεού, και αυξάνεται η αγάπη για τους αδελφούς και βεβαιώνεται η ελπίδα της αναστάσεως και δυναμώνει η προσευχή προς τον Θεό και γεμίζουν οι ναοί προσευχομένους και διαδίδεται η ελεημοσύνη προς τους φτωχούς.


ΚΓ'-ΚΔ'      Θαύμασε λοιπόν με πόσους τρόπους είναι ωφέλιμο και "επικερδές" το πράγμα αυτό και πόση ωφέλεια προκύπτει για τους νεκρούς, αφού γίνεται αφορμή σωτηρίας των καταδικασμένων. Αν λοιπόν αφαιρέσεις το αποτέλεσμα θα χαθούν μαζί του και αυτά που το προκαλούν! Ποια κατάσταση θα πείσει τους μικρόψυχους να ξεσηκωθούν και να την υπηρετήσουν, αν δεν έχουν βεβαιότητα ότι θα τους συγχωρήσει τις αμαρτίες;

Αν αυτά δεν κατανοηθούν, θα παύσουν να αφίνουν στους φτωχούς κληρονομίες. Και βέβαια θα παύσουν οι λειτουργίες για τους νεκρούς, οι προσευχές και οι ψαλμωδίες, τα τεσσαρακοστά, τα ένατα και τα τριήμερα μνημόσυνα, τα οποία βέβαια όλα δεν ωρίσθηκαν ματαίως από τους διδασκάλους της Εκκλησίας. Αλλά να μη δώσει ο Θεός να επικρατήσουν τέτοιες αντιλήψεις ή να παραληφθούν όλα τα ανωτέρω.

ΚΕ'     Αν τώρα κάποιος σ' όλα αυτά αντείπει, για τους φτωχούς και ξένους, που δεν έχουν αυτούς που θα αγωνιστούν γι' αυτούς ούτε μπορούν να αφίσουν παρακαταθήκη στους δικούς τους (οι φτωχοί) για ελεημοσύνες ή λειτουργίες, αν λέω αντείπει: Τι θα γίνουν λοιπόν αυτοί; Μήπως επειδή είναι φτωχοί και δεν έχουν ποιός να τους νοιαστεί και να τους συμπονέσει, θα χάσουν την σωτηρία; Καθένας που ρωτά πρέπει να ξέρει ότι δεν είναι άδικος ο Θεός, ώστε να δώσει σε όποιον έχει και όποιον δεν έχει να τον παραβλέψει! Θεός φυλάξοι! Διώξε αμέσως από μέσα σου τέτοια σκέψη. Ο Θεός είναι Δίκαιος και Κύριος ή μάλλον είναι ο ίδιος η δικαιοσύνη η σοφία και η καλωσύνη και η μόνη πραγματική Δύναμη. Σαν Δίκαιος λοιπόν θα βρει τρόπο παροχής στον φτωχό. Σαν Σοφός θα ρυθμίσει την κάλυψη των υστερημάτων. Σαν Δυνατός θα πάρει από τόν "ισχυρό" και θα ενισχύσει τον φτωχό. Σαν Καλωσύνη θα σώσει το πλάσμα των χειρών του· εκτός και αν πρόκειται για κάποιον αναίσχυντα αμαρτάνοντα που "αποπτύει" (φτύνει) την πίστη, του οποίου η "αριστερή πλάστιγγα" έχει βαρύνει πάρα πολύ.


Διδάσκουν οι άγιοι άνδρες, που φωτίσθηκαν από τον Θεό, ότι την τελευταία στιγμή της ζωής του ανθρώπου οι πράξεις ελέγχονται σαν με μία ζυγαριά. Αν ο δεξιός ζυγός βαρύνει περισσότερο τότε φανερό ότι πεθαίνει ο άνθρωπος στα "χέρια"αγίων αγγέλων. Αν ισοζυγήσει, τότε νικά η φιλανθρωπία του Θεού. Αλλά και αν, όπως λένε οι θεοφόροι Πατέρες, η στάθμη γύρει λίγο προς τα αριστερά, και τότε το έλεος του Θεού θα αναπληρώσει το ελλείπον και αναγκαίο.

Να λοιπόν είναι τριών βαθμίδων οι θεϊκές κρίσεις του Δεσπότου Χριστού: η πρώτη είναι απλώς δικαία, η δεύτερη φιλάνθρωπη και η τρίτη μεγίστη καλωσύνη! Μετά από αυτές η τετάρτη η καταδίκη, όταν οι πράξεις είναι υπερβολικά βαρύνουσες. Αλοίμονο, αδελφοί, και αυτή είναι οπωσδήποτε πολύ δίκαιη, αφού αποφασίζει για τους καταδικασμένους με δικαιοσύνη.

http://www.enoriako.info

περί κρίσης......


Ἡ κρίσις εἶναι ἀναιδὴς ἁρπαγὴ τοῦ δικαιώματος τοῦ Θεοῦ, ἐνῷ ἡ κατάκρισις ὄλεθρος τῆς ψυχῆς αὐτοῦ ὁ ὁποῖος κατακρίνει.

Μὴ κατακρίνης καὶ ὅταν ἀκόμη βλέπης κάτι μὲ τοὺς ἴδιους τοὺς ὀφθαλμούς σου, διότι καὶ αὐτοὶ πολλὲς φορὲς ἐξαπατῶνται.

Εἶδα ἄνθρωπο ποὺ φανερὰ ἁμάρτησε, ἀλλὰ μυστικὰ μετενόησε. Καὶ αὐτὸν ποὺ ἐγὼ τὸν κατέκρινα ὡς ἀνήθικο, ὁ Θεὸς τὸν ἐθεωροῦσε ἁγνό, διότι μὲ τὴν μετάνοιά του Τὸν εἶχε πλήρως ἐξευμενίσει.

Εἶδα μερικοὺς οἱ ὁποῖοι μυστικὰ καὶ κρυφὰ διαπράττουν σοβαρώτατα ἁμαρτήματα, καὶ
στηριζόμενοι στὴν ὑποκριτικὴ καθαρότητά τους, ἐπιτιμοῦν μὲ αὐστηρότητα αὐτοὺς ποὺ ὑποπίπτουν σὲ μερικὰ μικρὰ σφάλματα, τὰ ὁποῖα καὶ φανερώνουν.


Αὐτὸν ποὺ σοῦ κατακρίνει τὸν πλησίον, ποτὲ μὴ τὸν σεβασθῆς, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ τοῦ εἰπῆς:

«Σταμάτησε, ἀδελφέ. Ἐγὼ καθημερινῶς σφάλλω σὲ χειρότερα, καὶ πῶς μπορῶ νὰ κατακρίνω τὸν
ἄλλον»; Ἔτσι θὰ ἔχης δυὸ ὀφέλη, μὲ ἕνα φάρμακο θὰ θεραπεύσης καὶ τὸν ἑαυτό σου καὶ τὸν πλησίον.

πηγη

Να λες στην γυναίκα σου ότι την αγαπάς και να της το δείχνεις!

-->


από τον Άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο

Θεού πλάσμα είναι  η γυναίκα. Με την αποστροφή σου δεν προσβάλλεις εκείνην, αλλά το Δημιουργό της. Τι δικό της έχει; Ο Κύριος δεν της τα έδωσε όλα;

Μα και την όμορφη γυναίκα μην την παινέψεις, μην την θαυμάσεις. Ο θαυμασμός της μιας και η περιφρόνηση της άλλης δείχνουν άνθρωπο ακόλαστο. Την ομορφιά της ψυχής να ζητάς και το Νυμφίο της Εκκλησίας να μιμείσαι.

Η σωματική ομορφιά, πέρα από το ότι είναι γεμάτη αλαζονεία, προκαλεί ζήλεια, πόλλες φορές μάλιστα και αβάσιμες υποψίες. Δεν χαρίζει, όμως ηδονή; Για λίγο, ναι· για ένα μήνα η δύο, η το πολύ για ένα χρόνο· ύστερα, όχι πια. Γιατί, λόγω της συνήθειας, δεν σου κάνει πια αίσθηση η ομορφιά, η οποία όμως διατηρεί την αλαζονεία της. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στην περίπτωση μιας γυναίκας που δεν έχει εξωτερική ομορφιά, έχει όμως εσωτερική. Εκεί είναι φυσικό η ηδονή και η αγάπη του συζύγου να παραμένουν απ’ την αρχή ως το τέλος αμείωτες, γιατί προέρχονται από ομορφιά ψυχής και όχι σώματος…

Όπως ο Κύριος φροντίζει στοργικά την Εκκλησία, δηλαδή όλους εμάς, γιατί είμαστε μέλη Του, σάρκα Του και οστά Του- και αυτό το γνωρίζετε καλά όσοι συμμετέχετε στα ιερά μυστήρια-, έτσι και ο άνδρας οφείλει να φροντίζει στοργικά τη γυναίκα του, γιατί δημιουργήθηκε απ αυτόν, είναι κομμάτι του σώματός του.

“Γι’ αυτό”, λέει η Γραφή, “θα εγκαταλείψει ο άνδρας τον πατέρα του και τη μητέρα του, για να ζήσει μαζί με τη γυναίκα του  καί (με τη συζυγία) θα γίνουν οι δυό τους μια σάρκα”, ένα σώμα, ένας άνθρωπος (Γεν. 2, 24  Ἐφ. 5, 31). Να και τρίτος λόγος. Δείχνει δηλαδή ότι, αφού εγκαταλείψει ο άνδρας εκείνους που τον γέννησαν, δένεται μ’ εκείνην. Από δω κι εμπρός η σάρκα, ο πατέρας και η μητέρα, δημιουργεί το παιδί, που γεννιέται από την ένωση των σπερμάτων τους. Ώστε και οι τρεις είναι μια σάρκα, όπως κι εμείς με το Χριστό είμαστε μια σάρκα, ένα σώμα.

Όση, λοιπόν, αγάπη έχεις στον εαυτό σου, τόση αγάπη θέλει ο Θεός να έχεις και στη γυναίκα σου. Δεν βλέπεις ότι και στο σώμα μας πολλές ατέλειες η ελλείψεις έχουμε; Ο ένας έχει πόδια στραβά, ο άλλος τα χέρια παράλυτα, ο τρίτος κάποιο άλλο μέλος άρρωστο κ.ο.κ. Και όμως, δεν το κακομεταχειρίζεται ούτε το κόβει· απεναντίας μάλιστα, το φροντίζει και το περιποιείται περισσότερο απ’ όσο τα υγιή μέλη του, και ο λόγος είναι ευνόητος.

Όσο αγαπάς, λοιπόν, τον εαυτό σου, τόσο ν’ αγαπάς και τη γυναίκα σου. Όχι μόνο γιατί ο άνδρας και η γυναίκα έχουν την ίδια φύση, αλλά και για μιαν άλλη σπουδαιότερη αιτία:

Γιατί δεν είναι πια δύο ξεχωριστά σώματα, αλλά ένα· και ο άνδρας είναι το κεφάλι, ενώ η γυναίκα το σώμα.

Λοιπόν, τελείωσε η γιορτή του γάμου; Έφυγαν οι καλεσμένοι; Έμεινες μόνος με τη νύφη, τη σύζυγό σου; Μην πετάξεις αμέσως από πάνω σου τη σοβαρότητα, όπως κάνουν οι ακόλαστοι άνδρες. Διατήρησέ την για πολύ καιρό, και μεγάλο κέρδος θα έχεις. Τώρα, στο πρώτο διάστημα του γάμου, πριν ‘παραγνωριστείτε’ και αποκτήσετε ελευθεριότητα στις σχέσεις σας, όταν ακόμα η γυναίκα είναι συγκρατημένη από κάποια ντροπαλότητα και συστολή, είναι η καλύτερη ευκαιρία για να τη φέρεις στα νερά σου και να της επιβάλεις, καλότροπα και συνετά, τις αρχές σου. Γιατί όταν η γυναίκα ξεθαρρέψει, τα κάνει όλα άνω κάτω. Καλό θα είναι, λοιπόν, να διατηρήσεις την αιδημοσύνη της όσο μπορείς περισσότερο. Και πως θα το κατορθώσεις αυτό; Όταν κι εσύ δείχνεις ότι δεν έχεις λιγότερη συστολή απ’ αυτήν· όταν είσαι λιγόλογος, σοβαρός, λογικός. Έτσι θα σε ακούσει και θα δεχθεί θέλοντας και μη, όσα θα της πεις. Μα πιο πρόθυμα θα τα δεχθεί, αν της φανερώσεις πλούσια την αγάπη σου· γιατί τίποτ’ άλλο δεν συντελεί τόσο στο να πειστεί ένας άνθρωπος στα λόγιά μας, όσο το να καταλάβει ότι του τα λέμε με αγάπη και από αγάπη.

Και πως θα της δείξεις την αγάπη σου; Αν της πεις λ.χ.:

«Δεν θέλησα να πάρω άλλη γυναίκα, και μάλιστα πλουσιοκόρη η αρχοντοπούλα. Προτίμησα εσένα για  τον καλό σου χαρακτήρα, τη σεμνότητα, την πραότητα, τη σωφροσύνη. Γιατί έχω μάθει να περιφρονώ τον πλούτο σαν κάτι τιποτένιο, κάτι που αποκτούν οι ληστές, οι ανήθικοι και οι απατεώνες. Εμένα με σαγήνεψε η αρετή της ψυχής σου, που την προτιμώ από κάθε πλούτο. Ένα συνετό κορίτσι, που ζει με ευσέβεια, αξίζει όσο όλη η οικουμένη. Γι’ αυτό σ’ αγάπησα, σ’ αγαπώ και πάνω απ’ τη ζωή μου σε βάζω. Τίποτα δεν είναι η παρούσα ζωή. Προσεύχομαι, λοιπόν, και παρακαλώ τον Θεό και κάνω ο,τι μπορώ για ν’ αξιωθούμε τη ζωή μας έτσι να την περάσουμε, ώστε και στη Βασιλεία των Ουρανών να είμαστε μαζί. Γιατί η παρούσα ζωή και σύντομη και προσωρινή είναι· αν όμως αξιωθούμε να την περάσουμε ευαρεστώντας το Θεό, και μαζί και με το Χριστό θα είμαστε αιώνια, μέσα σε απερίγραπτη ευφροσύνη. Εγώ πάνω απ’ όλα βάζω την αγάπή μου για σένα, και τίποτα δεν θα μου είναι τόσο δυσάρεστο και βαρύ όσο το να τα χάσω και πάμφτωχος να γίνω και σε μεγάλο κίνδυνο να βρεθώ και ο,τιδήποτε να πάθω, όλα υποφερτά και ανεκτά θα μου είναι, φτάνει οι σχέσεις μου μαζί σου να είναι καλές. Είναι, όμως ανάγκη να κάνεις κι εσύ τα ίδια. Ο Θεός θέλει να είμαστε δεμένοι αμοιβαία και αδιάσπαστα με το δεσμό της αγάπης. Άκου τι λέει η Γραφή: “Θα εγκαταλείψει ο άνδρας τον πατέρα του και τη μητέρα του, για να ζήσει μαζί με τη γυναίκα του”. Ας μην έχουμε, λοιπόν, καμιά μικρόψυχη πρόφαση. Δεν πάν’ να χαθούν τα χρήματα, οι υπηρέτες και οι τιμές! Εγώ πάνω απ’ όλα βάζω την αγάπη μου για σένα».

Από πόσα πλούτη, από πόσους θησαυρούς δεν θα είναι ποθεινότερα τα λόγια τούτα στη γυναίκα! Να της λες ότι την αγαπάς, χωρίς να φοβάσαι μήπως κάποτε το πάρει πάνω της και το εκμεταλλευθεί. Οι άσεμνες γυναίκες, που πηγαίνουν με τον ένα και με τον άλλο είναι φυσικό να το παίρνουν επάνω τους με τέτοια λόγια. Μία καλή κοπέλα, όμως όχι μόνο δεν θα ξιπαστεί, αλλά και θα ταπεινωθεί. Δείξε μάλιστα ότι σου αρέσει πολύ να μένεις μαζί της, ότι προτιμάς να μένεις στο σπίτι για χάρη της, παρά να βρίσκεσαι με τους φίλους σου. Να την τιμάς περισσότερο από τους φίλους σου, περισσότερο ακόμα κι από τα παιδιά σας. Και αυτά για χάρη της να τ’ αγαπάς. Αν κάνει κάτι καλό, να την παινεύεις και να την θαυμάζεις. Αν πέσει σε κάποιο σφάλμα, να τη συμβουλεύεις και να τη διορθώνεις με καλό τρόπο.

Αν έτσι πορεύεσαι στο γάμο σου και τέτοια διδάσκεις τη γυναίκα σου, δεν θα είσαι κατώτερος και από έναν μοναχό.

 Αποσπάσματα από το κεφάλαιο  «Η χριστιανική συζυγία» του βιβλίου «Θέματα ζωής» Ι.Μ. Παρακλήτου

imverias.blogspot.gr 
 http://www.diakonima.gr

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2015

Συναξαριστής 26 Οκτωβρίου: Άγιος Δημήτριος ο Μυροβλύτης

Μονή Κουτλουμουσίου
1540 μ.Χ.


Άγιος Δημήτριος ο Μυροβλύτης

Την μνήμη ενός μεγάλου Μάρτυρος γιορτάζει σήμερα η Εκκλησία, του αγίου Δημητρίου, πολιούχου και προστάτου της Θεσσαλονίκης. Μαζί με τον άγιο Γεώργιο, ο άγιος Δημήτριος είναι ο πιο γνωστός και δημοφιλής Μάρτυς, το πιο ωραίο και πιο ιδανικό πρότυπο του χριστιανικού νέου. Στον τόπο του μαρτυρίου του χτίσθηκε ένας από τους πιο παληούς σήμερα κι ονομαστούς ναούς της χριστιανοσύνης, που ύστερ' από πολλές περιπέτειες και καταστροφές εξακολουθεί ακόμη, να στολίζη την πρωτεύουσα της Μακεδονίας. Η νίκη του αγίου Νέστορος στο στάδιο της Θεσσαλονίκης, με την προτροπή και την ενίσχυση του αγίου Δημητρίου, εσυμβόλιζε τον θρίαμβο του χριστιανισμού κατά του ειδωλατρικού κόσμου κι ακόμη την προστασία της πόλεως σε κάθε βαρβαρική επίθεση. Ωραιότατος είναι στη σημερινή γιορτή ο ύμνος του Ρωμανού· "Τοις των αιμάτων σου ρείθροις, Δημήτριε, την Εκκλησίαν Θεός επορφύρωσεν..."


Βιογραφία
Ο Άγιος Δημήτριος γεννήθηκε περί το 280 - 284 μ.Χ. και μαρτύρησε επί των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού το 303 μ.Χ. ή το 305 μ.Χ. ή (το πιο πιθανό) το 306 μ.Χ.

Ο Δημήτριος ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας στη Θεσσαλονίκη. Σύντομα ανελίχθηκε στις βαθμίδες του Ρωμαϊκού στρατού με αποτέλεσμα σε ηλικία 22 ετών να φέρει το βαθμό του χιλιάρχου. Ως αξιωματικός του ρωμαϊκού στρατού κάτω από τη διοίκηση του Τετράρχη (και έπειτα αυτοκράτορα) Γαλερίου Μαξιμιανού, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Διοκλητιανός, έγινε χριστιανός και φυλακίστηκε στην Θεσσαλονίκη το 303 μ.Χ., διότι αγνόησε το διάταγμα του αυτοκράτορα Διοκλητιανού «περί αρνήσεως του χριστιανισμού». Μάλιστα λίγο νωρίτερα είχε ιδρύσει κύκλο νέων προς μελέτη της Αγίας Γραφής.

Στη φυλακή ήταν και ένας νεαρός χριστιανός ο Νέστορας (βλέπε 27 Οκτωβρίου), ο οποίος θα αντιμετώπιζε σε μονομαχία τον φοβερό μονομάχο της εποχής Λυαίο. Ο νεαρός χριστιανός πριν τη μονομαχία επισκέφθηκε τον Δημήτριο και ζήτησε τη βοήθειά του. Ο Άγιος Δημήτριος του έδωσε την ευχή του και το αποτέλεσμα ήταν ο Νέστορας να νικήσει το Λυαίο και να προκαλέσει την οργή του αυτοκράτορα. Διατάχθηκε τότε να θανατωθούν και οι δύο, Νέστορας και Δημήτριος.

Οι συγγραφείς εγκωμίων του Αγίου Δημητρίου, Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Γρηγόριος ο Παλαμάς και Δημήτριος Χρυσολωράς, αναφέρουν ότι το σώμα του Αγίου ετάφη στον τόπο του μαρτυρίου, ο δε τάφος μετεβλήθη σε βαθύ φρέαρ που ανέβλυζε μύρο, εξ ου και η προσωνυμία του Μυροβλήτου.

Στις βυζαντινές εικόνες αλλά και στη σύγχρονη αγιογραφία ο Άγιος Δημήτριος παρουσιάζεται αρκετές φορές ως καβαλάρης με κόκκινο άλογο (σε αντιδιαστολή του λευκού αλόγου του Αγίου Γεωργίου) να πατά τον άπιστο Λυαίο.

Σήμερα ο Άγιος Δημήτριος τιμάται ως πολιούχος Άγιος της Θεσσαλονίκης.

Ένα από τα πολλά θαύματα του Αγίου είναι και το εξής. Το 1823 μ.Χ. οι Τούρκοι που ήταν αμπαρωμένοι στην Ακρόπολη της Αθήνας ετοίμαζαν τα πυρομαχικά τους για να χτυπήσουν με τα κανόνια τους, τους Έλληνες που βρισκόντουσαν στον ναό του Αγίου Δημητρίου, μα ο Άγιος Δημήτριος έκανε το θαύμα του για να σωθούν οι Χριστιανοί και η πυρίτιδα έσκασε στα χέρια των Τούρκων καταστρέφοντας και τμήμα του μνημείου του Παρθενώνα. Για να θυμούνται αυτό το θαύμα, ο ναός λέγεται από τότε Άγιος Δημήτριος Λουμπαρδιάρης, από την λουμπάρδα δηλαδή το κανόνι των Τούρκων που καταστράφηκε.


http://www.imkifissias.gr/
http://www.saint.gr/

.

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015

Παιδί μου, ο καρπός της ησυχίας που επιδιώκεις είναι να επιδιώκεις να βλέπεις τους άλλους ως αγίους, ως αγγέλους





Όταν βλέπω και κρίνω μέσα μου τους αδελφούς μου, να ξέρω ότι δεν πάω καλά

Οι παλαιότεροι Γέροντες, που είναι οι φορείς της παραδόσεως, φαίνονται σήμερα στους νέους που προσέρχονται στον μοναχισμό λίγο παράξενοι.

Όσοι από τους νέους έχουν καταρτισθεί με την μελέτη των Πατερικών κειμένων δεν δυσκολεύονται, γιατί αντελήφθησαν το θέμα της πίστεως και της υπακοής στον Γέροντα. Στους περισσότερους όμως γεννιούνται διλήμματα και προβάλουν το «γιατί;».

Αφού ο Γέροντας δεν έχει δίκαιο, γιατί επιμένει; Ή αφού δεν γνωρίζει καλά, γιατί θέλει να τον υπακούομε;

Σε αυτό το φαύλο κύκλο του ορθολογισμού στεκόταν, ο μακάριος, ως πραγματικός φάρος διακρίσεως. Όποιος πρόβαλλε ερωτήσεις και λάθη ή ελαττώματα ή και παραλείψεις του Γέροντός του απαντούσε στερεότυπα: «Παιδί μου, ο καρπός της ησυχίας που επιδιώκεις είναι να επιδιώκεις να βλέπεις τους άλλους ως αγίους, ως αγγέλους. Όταν βλέπεις στους άλλους ελαττώματα και ιδίως στον Γέροντά σου, να ξέρεις ότι έπεσε η πνευματική σου ζωή, υποβιβάστηκε, και χρειάζεται πολλή μετάνοια και αυτομεμψία.

Όταν βλέπω και κρίνω μέσα μου τους αδελφούς μου, να ξέρω ότι δεν πάω καλά… Πρέπει να πιστέψω καλά μέσα μου, ότι ο κάθε αδελφός είναι καλός και άγιος και μόνο εγώ είμαι ο πιο αχρείος. Σε κάθε παρεξήγηση να βάζω εγώ μετάνοια, είτε φταίω είτε όχι, για να είμαι πάντα ειρηνικός με τους άλλους και να είναι μαζί μου η Χάρις του Θεού. Ποτέ να μην κοινωνήσω τα θεία Μυστήρια αν έχω πικράνει κάποιον αδελφό και δεν έχω συνδιαλλαγεί μαζί του».

Από το βιβλίο «Ο χαρισματούχος υποτακτικός Γέροντας Εφραίμ ο Κατουνακιώτης»

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2015

Μην κοιτάζετε αυτό που σας συμβαίνει....





Μην κοιτάζετε αυτό που σας συμβαίνει, αλλά να κοιτάζετε το φως, τον Χριστό, όπως το παιδί κοιτάζει την μητέρα του, όταν κάτι του συμβεί. Όλα να τα βλέπετε χωρίς άγχος, χωρίς στενοχώρια, χωρίς πίεση, χωρίς στύψιμο. Έτσι, αντί να δίνεστε στη στενοχώρια, που δεν είναι του Πνεύματος του Θεού, θα δίνεστε στη δοξολογία του Θεού.

Όσιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2015

Ο Καλόγερος της Θερμής (1905 μ.Χ.)

η κάρα του Αγίου Ραφαήλ μαζί με το επιστήθιο εγκόλπιο Του......


Ήμουνα, που λέτε, φτωχό κορίτσι και δούλευα υπηρέτρια σε κάποιο πλούσιο σπίτι. Η κυρά μου όμως ήταν σκληρή και με βασάνιζε με πολλές δουλειές. Μ' έστελνε ακόμη και στις ελιές και να της δίνω το μεροκάματο. Πηγαίναμε στη Θερμή με τα πόδια και μαζεύαμε ελιές. Ήμουνα και γεροδεμένη γι' αυτό και ο Κεχαγιάς μ' έβαζε να τραβάω το γαϊδούρι φορτωμένο με τις ελιές...

Μια ημέρα εκεί που πήγαινα τραβώντας το γαϊδούρι κι έβρεχε μια δυνατή βροχή, χαλάζι, αστραπές, βροντές, γινότανε χαλασμός Κυρίου... Οι μαζεύτρες διαλυθήκανε και τρέξανε, εγώ με το γαϊδούρι φορτωμένο πήγαινα σιγά σιγά μες στη βροχή... Καμιά φορά κάνει έτσι το γαϊδούρι, γέρνει το γουμάρι, πέφτει κάτου. Πάω να το σηκώσω, τίποτα, απελπίστηκα πια σε τέτοια νεροποντή μοναχή μου, άρχισα να παρακαλιέμαι «Παναγία μου, Άγγελέ μου Άγιε», κι εφώναζα, ποιος να μ’ ακούσει...

Καμιά φορά εκεί που δερνόμουνα με το γαϊδούρι κάτω, νάσου και βλέπω εκεί στον πρίνο του Κλεάνθη που λέγανε, βλέπω, που λέτε, έναν άνθρωπο σαν παπάς ήτανε, αρχαία κάπως ντυμένος, και μου λέει «ντουρ». Αποχαυρίστηκα, γιατί είπα πως είναι Τούρκος. Μετά μου χαμογέλασε και μου είπε Ελληνικά: «Μη φοβάσαι κοπέλα μου Έλληνας είμαι, ο Ραφαήλ, να σε βοηθήσω!..». Και πιάνει το γουμάρι με το 'να χέρι και το ξαναφέρνει στη θέση του, έτσι σα να κόλλησε το σακί. «Τράβα το δρόμο σου και μη φοβάσαι». Έτσι μου είπε και σε λίγο χάθηκε. Μου φάνηκε έτσι σα μια λάμψη να έφυγε στον ουρανό...

 ο τάφος του κ Άγγελου Ράλλη

Μετά από καιρό έμαθα ότι το μέρος αυτό το λέγανε «στου Καλόγερου» κι ήτανε, λέει, στοιχειωμένο. Και πολλοί τσοπαναραίοι έχουνε ιδωμένο έναν καλόγερο να περιφέρεται και να λιβανίζει τα χαλάσματα. Μερικοί μάλιστα ακούνε καμπάνες και ψαλμωδίες. Μάλιστα κάποιος παλαιός από τη Θερμή εμολόγαγε ότι τα παλιά χρόνια εκεί το κάνανε πανηγύρι τη Λαμπροτρίτη, αλλά το απαγορέψανε οι Τούρκοι. Αυτοί δεν πλησιάζανε εκεί γιατί εφοβότανε. Μ' όλα αυτά όμως ακόμη και στις ημέρες μας πριν την απελευθέρωση στα 1912 πηγαίνανε, λέει, οι παλαιοί Χριστιανοί τη Λαμπροτρίτη και λιβανίζανε κι ανάβανε κεριά...

(Διήγηση της Χαρίκλειας Καραγεωργίου)

http://pirgithermis.blogspot.com

Η μυστική πράκτορας και ο καλόγερος............

Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα από τη ζωή του κριτικού τέχνης και αρχιμανδρίτη π. Αρσένιου Στρελτσώφ (1894-1970), πολιτικού κρατούμενου και σύγχρονου αγίου της ρωσικής γης. Περιλαμβάνεται στο Ο π. Αρσένιος, 2 – μαρτυρίες, έκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός 2004, σελ. 184-196.


«Το χρόνο εκείνο ζούσε εξόριστος σ’ ένα μικρό συνοικισμό του σιβηριανού βορρά, κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό. Έμενε στο σπίτι της Μάρθας Αντρέγιεβνα, μιας καλής και έμπιστης γυναίκας.

Την 1η Αυγούστου, ημέρα της «προόδου του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού», ήρθε κρυφά στη Μόσχα. Τον ερχομό του στην πρωτεύουσα γνώριζαν εφτά μονάχα άτομα.

[…] Τινάχτηκε. Κάποιος χτυπούσε συνθηματικά: ένα παρατεταμένο κουδούνισμα, τρία στιγμιαία, ένα παρατεταμένο, ένα στιγμιαίο.

“Ποιος να ήρθε;” αναρωτήθηκε. “Δεν περιμένω κανένα σήμερα. Τι συμβαίνει άραγε;”.

Το συνθηματικό κουδούνισμα ακούστηκε πάλι επίμονο και απαιτητικό. Ανήσυχος προχώρησε ώς την πόρτα.

“Γνωστός θα είναι για να χτυπάει έτσι. Κάτι έγινε, φαίνεται. Δεν αποκλείεται να έστειλε τηλεγράφημα η Μάρθα Αντρέγιεβνα”.

Έκανε το σταυρό του και άνοιξε.

Μια άγνωστη γυναίκα έσπρωξε την πόρτα με το πόδι και όρμησε φουριόζικα μέσα, σχεδόν τσαλαπατώντας τον. Έκλεισε γρήγορα και στάθηκε μπροστά του με μάτια ορθάνοιχτα από την ταραχή στο χέρι της κρατούσε ένα χαρτί με σφραγίδες και υπογραφές.

– Είμαι όργανο της δημόσιας ασφάλειας! Να και η βεβαίωση, κοιτάξτε… Σας παρακολουθώ από την πρώτη μέρα που ήρθατε εδώ. Τη μέρα μόνο, γιατί τη νύχτα σας παρακολουθούν άλλοι.

“Κύριε Ιησού χριστέ, Υπεραγία Θεοτόκε, βοηθήστε!” προσευχήθηκε νοερά ο π. Αρσένιος, καθώς αστραπιαία σκεφτόταν ότι στο τραπέζι είχε απλωμένα ένα σωρό γράμματα, διευθύνσεις, επιβαρυντικά στοιχεία για φίλους και συνεργάτες…

“Όλα χάθηκαν. Μεγάλο κακό θα γίνει. Θα πιάσουν πολλούς. Αλίμονο, Παναγία μου!…”.

– Καταλάβατε, νομίζω. Είμαι επιφορτισμένη με την παρακολούθησή σας. Αλλά να… Με βρήκε μια συμφορά. Η κόρη μου αρρώστησε και… Πριν από λίγο τηλεφώνησα στο σπίτι. Ο πυρετός έφτασε στους 40ο. Ο λαιμός της έχει πρηστεί εσωτερικά τόσο πολύ, ώστε δεν μπορεί ν’ αναπνεύσει. Έχει μελανιάσει, πνίγεται, σπαρταράει… Και όλα έγιναν τόσο ξαφνικά! Το πρωί, όταν έφυγα, ήταν καλά. Τώρα η μητέρα μου μού επαναλαμβάνει κλαίγοντας στο τηλέφωνο: “Η Τάνια πεθαίνει!”. Τηλεφώνησα στη διοίκηση και παρακάλεσα να με αντικαταστήσουν. Αρνήθηκαν. Δεν υπάρχει άλλος που να γνωρίζει όλα τα πρόσωπα της παρέας σας! Τι να κάνω λοιπόν; Η κορούλα μου πεθαίνει και η μητέρα μου έχει σαστίσει. Δεν μπορεί να τη βοηθήσει. Πρέπει να τρέξω αμέσως, να φωνάξω γιατρό… Πεθαίνει η Τατιάνα μου!… Σας παρακαλώ… Ο αντικαταστάτης μου θα έρθει στις 5 το απόγευμα. Σας παρακαλώ, μη φύγετε! Μείνετε εδώ ώς την ώρα εκείνη. Αν φύγετε, θα με καταστρέψετε! Και κάτι ακόμα – ζητάω πολλά, ε;… Αν σας επισκεφθεί κανείς όσο θα λείπω, να μου το πείτε. Γιατί μπορεί να είναι κάποιος από τους δικούς σας που δουλεύουν για μας. Και αν δεν αναφέρω στην υπηρεσία την επίσκεψή του, χάθηκα!… Σας παρακαλώ, μη φύγετε! Δώστε μου την υπόσχεσή σας. Οι δικοί σας λένε πως είστε καλός και βοηθάτε τους ανθρώπους…


Ο π. Αρσένιος είχε καταλάβει. Δεν χρειαζόταν ν’ ακούσει τίποτ’ άλλο. Στα μάτια της γυναίκας, άλλωστε, διάβαζε πολύ περισσότερα απ’ όσα του είχε πει.

– Πηγαίνετε στην κόρη σας, είπε ήρεμα. Δεν θα πάω πουθενά. Κι αν έρθει κανείς, θα σας το πω. Σας το υπόσχομαι.

[…] Γύρω στις 11 η ώρα χτύπησε το κουδούνι. Ήταν γι’ άλλη μια φορά –ποιος άλλος;– η Ειρήνη. Στάθηκε στη μέση του δωματίου. Ο π. Αρσένιος κάθησε στο τραπέζι.

– Ειρήνη, απόρησα πώς… Μα καθήστε, παρακαλώ!… Απόρησα, λέω, πώς αποφασίσατε να έρθετε και να μου μιλήσετε τόσο ανοιχτά. Να αποκαλύψετε σ’ έναν εχθρό σας, εχθρό του λαού ολόκληρου, ότι τον παρακολουθείτε. Και τώρα… πάλι εδώ!

– Έχετε δίκιο, αλλά χθες βρέθηκα σε απόγνωση. Η κόρη μου πάλευε με το θάνατο, καταλαβαίνετε; Τι να έκανα; Τα έπαιξα όλα για όλα. Όσο για σήμερα… Να, θέλω τόσο πολύ να συζητήσω μαζί σας. Μη με φοβάστε, δεν έχω κακό σκοπό. Πιστέψτε με… Σας παρακαλώ, πέστε μου, τι άνθρωποι είστε εσείς οι «εκκλησιαστικοί»; Γιατί σας κυνηγάνε τόσο; Όσοι δικοί σας είναι πληροφοριοδότες μας, διηγούνται πολλά για τα καλά σας έργα, την αλληλοβοήθεια, τη φιλανθρωπία σας… Κι εσάς προσωπικά σας εκθειάζουν, μόνο που είστε, λένε, φανατικός εχθρός της σοβιετικής εξουσίας, και μάλιστα αρχηγός αντισοβιετικής προπαγανδιστικής ομάδας… Λοιπόν, έχω τρεις ώρες ελεύθερες. Έλεγχος θα γίνει στις 2 μ.μ. Μιλήστε μου, σας παρακαλώ, για τον εαυτό σας και για την πίστη σας. Επιτρέψτε μου όμως να καθήσω εκεί, δίπλα στο παράθυρο, για να ρίχνω πού και πού καμιά ματιά έξω. Αν χρειαστεί, θα φύγω αμέσως».

Για την αντιγραφή: Θ.Ι. Ρηγινιώτης

http://istologio.org

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2015

Δύο σύγχρονα φοβερά θαύματα του Αγίου Δημητρίου στά 1906, στον τότε Πασά της Θεσαλονίκης…




Πριν λίγες μέρες ψάχνοντας στο παλιό σεντούκι τού σπιτιού μου, και σέ κάποια παραμελημένα βιβλία μου, βρήκα μια ξεχωριστή περιγραφή για δυό φοβερά θαύματα του Αγίου Δημητρίου πού είχε κάνει στα 1906 και πού ελάχιστοι σήμερα τά γνωρίζουν…

Τά βρήκα σ΄ ένα βιβλίο αυτοβιογραφίας με τίτλο « Ο Γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος, 1884 – 1980» , με 700 τόσες σελίδες, όλες ξεχωριστές και υπέροχες. Όποιος το διαβάσει δεν θα χάσει…

Τις μέρες αυτές λοιπόν πού γιορτάζουμε τον Άγιο Δημήτριο θα παραθέσω μία άγνωστη περιγραφή, απ΄ αυτές πού σήμερα ίσως και να σπανίζουν…

«….Μετά δύο ημέρας φθάσαμε εις Θεσσαλονίκην, η οποία τότε κατείχετο ύπό των Τούρκων και, επειδή εγώ άπό μικρός είχον ευλάβειαν είς τον Άγιο Δημήτριο, παρεκάλουν τον φίλον μου Νικόλαον να εξέλθωμεν του ατμόπλοιου, διά να προσκυνήσωμεν τον τάφον του Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου του Μυροβλήτου.
Εξελθόν­τες μετέβημεν και προσκυνήσαμε μετά κατανύξεως τον Τάφον του Αγίου και, επιστρέψαντες εις τι ξενοδοχείον Ελληνικόν, εμείναμεν ολόκληρον την ημέραν και το εσπέρας.

Την επομένην ητοιμάσθημεν ν’ άναχωρήσωμεν δι’ Άγιο “Ορος και μεταβάντες εις το Τελωνείον, δεν μας επέτρεψαν ν’ άναχωρήσωμεν.

Δεν θά φύγετε, μας είπον, διότι είσθε κατάσκοποι !

Τους είπομεν ότι τοιούτον τι δεν συμβαίνει και, έφ’ όσον τά διαβατήρια μας είναι επικυρωμένα άπό το Τουρκικόν Προξενείον και την Πρεσβείαν, οφείλουν να μας επιτρέψουν ν’ άναχωρήσωμεν, άλλ’ ούδεμίαν σημασίαν έδωκαν εις τους λόγους μας•

Δεν μας έφυλάκισαν, άλλα μας είχον υπό επιτήρησιν αύστηράν, και εις το ξενοδοχείον πού εμέναμεν εφύλαττον στρατιώται, και όταν εξηρχόμεθα μας παρηκολούθουν πάντοτε στρατιώται.

Έμείναμεν ούτω άρκετάς ημέρας. Τα χρήματα όλιγόστεψαν και ήρχίσαμεν να στενοχωρούμεθα. Μίαν ήμέραν λέγω εις τον φίλον μου Νικόλαον.
— Θά υπάγω εις το κονάκι να παρουσιασθώ εις τον Πασά, ίσως μας έπιτρέψη εκείνος ν’ άναχωρήσωμεν.
Την έπομένην εγερθείς λίαν πρωΐ μετέβην πρώτον είς τον Τάφον του Άγίου Δημητρίου και προσκυνήσας παρεκάλουν μετά κατανύξεως και δακρύων τον “Αγιον να μεσιτεύση προς τον Κύριον να άφεθώμεν ελεύθεροι και ύπάγωμεν εις το “Αγιον “Ορος.

Άφοϋ προσηυχήθην ίκανην ώραν και έκάθησα ολίγον να αναπαυθώ, μοι ήλθεν εις τον λογισμόν μου το μαρτύριον του ‘Αγίου Δημητρίου• πώς έλογχεύθη και απέθανε δια την άγάπην του Χριστού και την πίστιν μας την άγίαν, και πώς έδοξάσθη παρά Θεού και εν γη και εν ούρανώ και θά δοξάζεται είς τους αιώ­νας των αιώνων.

Αυτά συλλογιζόμενος μού ήλθεν επιθυμία, να ήτο τρόπος, να άπέθνησκον και εγώ διά την Όρθόδοξον Πίστιν και την άγάπην του Χριστού.
Παρεκάλουν λοιπόν τον “Αγιον Δημήτριον όχι να μεσιτεύση να άφεθώμεν ελεύθεροι, άλλα να μεσιτεύει να αξιωθώ μαρ­τυρικού τέλους. Εύρον δε και τον τρόπον προς έπιτυχίαν τού ποθούμενου.

Είπον καθ’ εαυτόν, θά υπάγω εις το κονάκι (Διοικητήριον), θά παρουσιασθώ εις τους Τούρκους με θάρρος, θά τους δώσω άφορμήν τίνα και αυτοί θά μού ειπούν τι διά τήν πίστιν μου.
Θά μαρτυρήσω την δική τους πλάνη, αυτοί ίσως μού ειπούν ν’ αρνηθώ τήν πίστιν μου και εγώ θά σταθώ γενναίος.
Θά προτιμήσω τον θάνατον και ούτως θά τύχω μαρτυρικού τέλους.
Ευθύς λοιπόν ανήλθον μετά θάρρους εις το κονάκι και περπατούσα είς ενα διάδρομον.

Κάποιος Τούρκος αξιωματικός με είδε και με ήρώτησε τί ζητώ. Τού λέγω,
—Θέλω τον Πασά.
— Και τί τον θέλεις;
—”Εχω λόγον να του πώ, απήντησα. Μού λέγει,
— Εγώ είμαι αντιπρόσωπος του Πασά, είπε μοι ελευθέρως τί θέλεις; Του λέγω-
– Αφού είσαι αντιπρόσωπος του Πασά, πές μου, δια ποίον λόγον δεν μάς αφήνετε να υπάγωμεν εις το “Αγ. “Ορος;
Μού απήντησε με αύστηρόν τρόπον,
— Δεν θα σου δώσω τον λόγον. Τού λέγω με θάρρος•
–Δεν είσθε καλοί άνθρωποι, είσθε άδικοι. Ένώ δεν πταίσαμε, ένώ δεν είμεθα κακοποιοί άνθρωποι και ένώ τα χαρτιά μας είναι εντάξει, δεν βλέπω τον λόγον, διατί να μάς εμποδίζετε και μάς στενοχωρείτε;

Τα χρήματα πού είχαμε μάς σώθηκαν, πώς θα ζήσωμεν εις άγνωστον και ξένον τόπον; Έάν σείς πηγαίνατε είς την Ελλάδα θα είσθε ευχαριστημένοι να σας εκαμνον ό,τι σεις κάμνετε εις ημάς;
Οί λόγοι ούτοι τον ήρέθισαν και έκίνησεν εις θυμον και ήρχισε να κρούη τον κώδωνα δυνατά.

Ευθύς έσυνάχθησαν 30-35 στρατιώται και αξιωματικοί, οίτινες με ήρπασαν και με έπήγαιναν εις τον Λευκόν Πΰργον.
Τίνα σκοπόν είχον δεν γνωρίζω. Πάντως ίσως διά να με φυλακίσουν, άλλ’ εγώ ποσώς δεν έδειλίασα, δεν έχασα το θάρρος μου, μόνον έλυπούμην πού δεν μοί είπόν τι διά την πίστιν μου.

“Ηλπιζα όμως ότι εκεί πού θα μέ έπήγαινον κάτι θά μου ελεγον.
Και βαδίζοντες προς την όδόν του μαρτυρίου παρεκάλουν τον “Αγιον Δημήτριον να μεσιτεύση προς Κύριον και μέ άξιώση μαρτυρικού θανάτου, εάν είναι θέλημα Του, η εάν δεν είναι να μέ λυτρώσει από τάς χείρας των άθεων, βαρβάρων, αιμοβόρων, και αγρίων Αγαρηνών.

Μόλις έπροχωρήσαμεν ολίγον, να και παρουσιάζεται ένας α­νώτερος των, όστις τους ομίλησε Τούρκικα.
Τί τους είπε δεν ήννόησα• μόνον αντελήφθην ότι τους ομίλησε μέ θυμόν και τους έδιω­ξε. Τον δε άξιωματικόν εκείνον, όστις ήτο ο αίτιος και μέ συνέλαβον, έσήκωσε τήν ράβδον του και τον έκτύπησε εις τον ώμον.
Άφοϋ δε τους έξεδίωξε μέ έπλησίασε μέ ιλαρό βλέμμα και χαϊδευτικά μέ εκτύπησεν είς τον ώμον μέ το χέρι του και μέ παρέδωκεν εις ενα στρατιώτην φρόνιμον έξ Ιωαννίνων.

Και τού έδωκεν έντολήν να μέ ύπάγη εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον «Μυκάλη», το όποιον εύρίσκετο εις τον λιμένα Θεσσαλονίκης, διά να επιστρέψω είς τήν Ελλάδα.
Μή γνωρίζοντας ποιός ήταν αυτός πού έδωσε τις διαταγές ρώτησα τον στρα­τιώτην να μοι πεί, και εκείνος μοι είπεν ότι ήτο ο ίδιος ο Πασάς.

Και διατί έκτυπησε μόνον τον ίδιαίτερόν του και τί του είπε; Τον έπέπληξεν, μοι είπεν, διότι χωρίς να του ζητήση άδειαν σέ κατεδίκασε εις θάνατον.
– Και ποϋ μέ έπήγαιναν του λέγω;
—Είς τον Λευκόν Πύργον, μοι άπεκρίθη. Σέ έπήγαιναν διά να σέ εκτελέσουν. Έκεί πηγαίνουν όσους καταδικάζουν εις θάνατον και άλλους τους οποίους κλείνουν διά ν’ αποθάνουν άπο τήν πείναν, τήν δίψαν και τήν δυσωδίαν.
Έχάρην διότι έλυτρώθην έκ των χειρών των αγρίων εκείνων Αγαρηνών, επειδή ήγνόουν έάν θά μέ έφόνευον διά τήν πίστιν μου, αλλά και έλυπήθην, διότι δεν ετυχον του μαρτυρίου. Πλην όμως το μαρτύριον πρέπει να γίνεται νομίμως, ώς λέγει ο θεοκήρυξ Απόστολος Παύλος «Έάν δε και άθλή τις, ού στεφανονται, εάν μή νομίμως αθλήσει…» (Β’ Τιμ. 2, 6).

Εις εμέ μέν ϋπήρχεν ο ζήλος και ο πόθος διά να μαρτυρήσω, αλλά δεν συνυπήρχε ο λόγος και η αιτία. Διά να μαρτυρήση τις πρέπει να ύπάρχη εύλογος α’τία. Πρέπει να είναι κατά Θεόν το μαρτυριον.
Το να θέλη τις χωρίς λόγον και άφορμήν να προκαλεί είς εαυτόν το μαρτύριον και να ρίπτη μόνος εαυτόν εις πειρασμόν είναι έπικίνδυνον.

Μετέβημεν κατόπιν είς το ξενοδοχείον, και λαβών την βαλίτσαν και τα ολίγα πράγματα μου άπεχαιρέτησα τον άγαπητόν μοι φίλον Νικόλαον…
Τον άπεχαιρέτησα και άνεχώρησα. Με συνοδεία τον καλόν ε­κείνον Τούρκο στρατιώτην έφθασα μέχρι της παραλίας, Καθ’ όδόν με έπαρηγόρει να μη στενοχωρούμαι, αλλά να έχω ύπομονήν, και φωνήσας λεμβοϋχον τίνα Έβραΐον τού είπε να μοι ύπάγη εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον.
Μοι είπεν δε να μη υπάγω άπό το Τελωνείον, διότι ίσως με καθυστερήσουν και αναχώρηση το Ατμόπλοιον και δεν προφθάσω να φύγω. ‘

Αλλά μόλις έπροχωρήσαμε ολίγον μας αντελήφθησαν εκ τού Τελωνείου και ήρχισαν να φωνάζουν να έπιστρέψωμεν. Επειδή όμως ο στρατιώτης είχεν είπει εις τον λεμβούχον ότι ο Πασάς έδωκε διαταγήν να φύγω έπροχώρει.
Βλέποντες οί τού Τελωνείου ότι δεν έπέστρεφεν ούτε έσταμάτα ήρχισαν να ρίπτουν πυροβολισμούς εις τον αέρα• και έμβάντες 10 στρατιώται εις μίαν λέμβον ηρχισαν να κωπηλατούν σπεύδοντες να μας φθάσουν. Ευτυχώς έπρόφθασα και άνήλθον εις το άτμόπλοιον, όταν αύτοι μας έπλησίασαν.
Άρχισαν να άπειλούν και να κτυποϋν τον λεμβοϋχον. “Οταν όμως τους είπεν ότι είχεν έντολήν άπό τον Πασά, τον Διοικητήν, να με ύπάγη εις το πλοΐον, τον άφήκαν.
Δεν ήτο, ώς φαίνεται, θέλημα Θεούνα υπάγω ε’ις το “Αγιον “Ορος και δια τουτο ήλθον όλα τα εμπόδια.
Όφείλω δε μεγίστην εύγνωμοσύνην εις τον προστάτην μου Μεγαλομάρτυρα Άγιο Δημήτριον, τή μεσιτεία και πρεσβεία του οποίου έσώθην άπό τον κίνδυνον τού θανάτου.

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΠΑΣΑ…

Άλλ’ επειδή δεν κατάλαβα πώς και δια ποίαν αιτίαν ο Πασάς έδειξεν τόσον ενδιαφέρον για μένα για να με σώσει, ερευνούσα αυτό να το μάθω.
Έτσι λοιπόν, έμαθα τι ακριβώς είχε συμβεί μετά δύο περίπου έτη, άπό τον φίλον μου Νικ. Μητρόπουλον, Δικηγόρον, ο όποιος μετέβη και εύρίσκετο είς το “Αγιον “Ορος.

Μεταβάς λοιπόν προς έπίσκεψίν του και προσκύνηση του Άγιωνύμου “Ορους ελαβον πληροφορίας πώς και γιατί ότι ο Πασάς με ελευθέρωσε και με έστειλε είς την Ελλάδα.

«Μετά δύο η τρεις ημέρας, μού λέγει ο δικηγόρος, της αναχωρήσεως σας εκ Θεσσαλονίκης και επιστροφής εις την Ελλάδα, καθήμενος εξω τού καφενείου τού κάτωθεν του ξενοδοχείου, ( εις το οποίο εξ αρχής είχαμε τότε μείνει φρουρούμενοι υπό στρατιωτών Τούρκων, μή τυχόν δραπετεύσουμε λάθρα), με πλησίασε και με χαιρέτησε ο Υπασπι­στής αξιωματικός τού Πασά τής Θεσσαλονίκης, παλαιός γνωστός μου, και με τον όποιον είμεθα μέλη εις την σχηματισθείσαν ΈλληνοΤουρκικήν έπιτροπήν μετά τον άτυχη ΈλληνοΤουρκικόν πόλεμον τού 1897, προς συμφωνίαν και καθορισμόν των συνόρων Ελλάδος και Τουρκίας.

Άφοϋ μείναμεν σύμφωνοι και ύπεγράψαμεν την είρήνην, άπαντα τά μέλη τής Επιτροπής, Έλληνες και Τούρκοι, μετέβημεν χαίροντες εις Κέρκυραν, εις το Άχίλειον, και έορτάσαμεν τήν ειρήνην έπι μίαν εβδομάδα.
Ό υπασπιστής του Πασά, όταν με είδε είς το καφενείον, με έγνώρισε και με ήρώτησε πώς εύρέθην εις την Θεσσαλονίκην.

Εγώ τού ανέφερα όλην την ύπόθεσιν και αμέσως έδιωξε τους στρατιώτας πού με έφύλαττον και φωνήσας άμαξηλάτην με έπηρεν εις τον οί­κον του, με περιεποιήθη και την αλλην ήμέραν έπήγαμεν όμοϋ εις τον Πασάν, εις τον όποιον με συνέστησεν ώς φίλον του και τον παρεκάλεσε να μού έπιτρέψη να μεταβώ εις “Αγιον “Ορος.

Ό Πασάς είπεν εις τον ύπασπιστήν του ότι είμαι ελεύθερος , να με συνοδεύσει μέχρι του Ατμόπλοιου και να μού παρέχει πάσαν προστασίαν και βοηθειαν και προσέθεσεν και ταύτα:
— «Ηταν και κάποιος άλλος νέος ( πού είχε συλληφθεί και ήθελε να πάει στο Άγιο Όρος ), δια τον όποίον πρωΐαν τινά, ενώ έκοιμούμην ήσύχως, εισήλθε εντός τού δωματίου μου ο “Αγιος Δημήτριος ένδεδυμένος στολήν Στρατηλάτου, φέρων μαζί και τα άρματα του, και μοι λέγει προστακτικώς και με βλέμμα αύστηρόν:
—Έγέρθητι πάραυτα, ένδύθητι, και ύπόδεσε τα σανδάλια σου και ύπαγε εις την δείνα όδόν της πόλεως να ελευθέρωσης νέον τινά δικασθέντα αδίκως και άπαγόμενον εις θάνατον υπό τού ιδιαιτέρου γραμματέως σου.
Άφοϋ δε τον ελευθερώσεις και τον λυτρώσης τού θανάτου, να τον στείλης εις το λιμάνι της Θεσσαλονίκης στο ναυλοχούν Ατμόπλοιον «Μυκάλη», το όποιον ετοιμάζεται προς άναχώρηση…

«Και σπεύσας», είπε ο Πασάς, «τον λύτρωσα εκ τού κινδύνου και τον απέστειλα εις την Ελλάδα».
Και τότε έγνώρισα ότι ο σωτήρ και ρύστης μου εκ της καταδίκης τού θανάτου μου ήτο ο Μεγαλομάρτυς Άγιος Δημήτριος ο Μυροβλήτης.
Κι΄ έτσι επαλήθευσε και η προφητεία τού Αγίου Νεκταρίου πού μού είχε πεί ότι, όπου και αν υπάγω, εις την Λογγοβάρδαν θα καταλήξω.

Έπληροφορήθην δε εκ τούτου ότι πρέπει πάντοτε να εχουμε τελείαν ύπακοήν εις τον Πνευματι­κόν μας Πατέρα, χωρίς άντιλογίες, και να ποιούμε ουχί το θέλημα το δικό μας, άλλα το θέλημα τού Πνευματικού μας Πατρός μιμούμενος τον Κύριον ημών Ίησούν Χριστόν, “Οστις ήλθεν εις τον κόσμον ούχι να ποιη το θέλημα το Ίδικόν Του, άλλα το θέλημα τού πέμψαντος Αυτόν Πατρός…
Δεύτερη σύλληψη και φυλάκιση υπό των Τούρκων…

Άναχωρήσας εξ Άγίου “Ορους και, όταν το πλοίον εφθασεν εις τον λιμένα της Θεσσαλονίκης, έκρινα καλόν να εξέλθω διά να προσκυνήσω τον τάφον του Αγίου Δημητρίου, του προστάτου μου και μετά Θεόν φύλακος και σωτήρος μου.
Έξελθών, δεν ήξεύρω πώς, πάλιν οι τουρκοι με έξέλαβον ως κατάσκοπον και με είχον υπό έπιτήρησιν αρκετάς ημέρας.

“Οταν δε απεφάσισα να φύγω και έπέρασα άπό τό Τελωνείον με συνέλαβον και με έπέρασαν άπό τρεις σειράς συρματοπλεγμάτων και με έκλεισαν εκεί.
Εΰρον δε εκεί κεκλεισμένον νεανίαν, τον όποιον ήρώτησα•
– Διά ποίον λόγον μας έκλεισαν; Και μού λέγει-
–Διά να μας φονεύσουν, και εγώ είπον
–Τί κακόν έποιήσαμεν;
–Άφησε, μού είπε, μη εξετάζεις τό γιατί…

Δεν παρήλθον ολίγα λεπτά της ώρας και κατέπλευσεν εις τον λιμένα της Θεσσαλονίκης Ατμόπλοιον έρχόμενον εκ Ρουμανίας με φορτίον πετρελαίου και αρκετούς έπιβάτας.
Μόλις όμως έφθασεν, τίς οίδε πώς και από ποίαν αίτίαν, κάποιο ντεπόζιτο πετρελαίου πήρε φωτιά, τό οποίον ακαριαίως μεταδόθηκε εις όλον τό φορτίον, και εις μίαν στιγμήν κρότοι ισχυροί ήκούοντο και φλόγες ούρανομήκεις άνεπετάσσοντο.

Η Θεσσαλονίκη έγένετο ανάστατος !
Χιλιάδες ανθρώπων κατήλθον εις τήν παραλίαν, άλλοι διά να δούν και άλλοι να σώσουν τους κινδυνεύοντας έπιβάτας με τάς λέμβους και τά πλοία. Έφυγον δε και όλοι οί φύλακες άπό τό Τελωνείο.

Τήν στιγμήν έκείνην ο νεανίας εκείνος έξαγαγών ψαλίδιον έκ της τσέπης του εκοψεν τα σύρματα, και λαβών με εκ της χειρός εξήγαγε έξω της φυλακής.
Έπειτα πληρώσας Εβραίον τίνα λεμβούχον τού είπεν να μας ύπάγη εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον, το όποιον εύρίσκετο έξω του λιμένος.
Ένω ήτοιμαζόμεθα να είσέλθωμεν εις την λέμβον, ήλθεν ο στρατιώτης εκείνος πού με έκλεισεν εις τα συρματοπλέγματα να με συλλάβει, άλλ’ ο νεανίας εκείνος, όστις με εξήγαγε, του έδωκεν ράπισμα και έφυγε…

Άνήλθομεν εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον και έγώ έφρόντισα να τοποθετήσω τα πράγματα μου, άφού δε τα έτοποθέτησα, έστράφην δια να εύρω τον νεανίαν εκείνον, τον σωτήρα μου, να τον ευχαριστήσω και να τον ερωτήσω ποίος και άπό πού ήταν.
Αλλά πουθενά δεν τον εύρον.

Ερωτήσας σχεδόν πάντας τους έπιβάτας και τους του Ατμόπλοιου αντελήφθην ότι ουδείς είδεν αυτόν, ούτε να εισέλθη εις το πλοϊον ούτε να έξέλθη.
Ποιος ήταν και τί έγένετο ο Θεός γνωρίζει !

Εγώ τούτο μόνον γνωρίζω, ότι μετά πάροδον αρκετών ετών, ότε ήλευθερώθη η Θεσσαλονίκη και επήγα και έλειτούργησα και έκήρυξα τον λόγον του Θεού εις τον Ναόν του Άγίου Δημητρίου και είδον την εικόνα του Αγίου άνεμνήσθην ότι ο νεανίας εκείνος πού με ελευθέρωσε της φυλακής και με οδήγησεν εις το Ατμόπλοιον είχεν μεγάλην ομοιότητα με την εικόνα του Άγίου Δημητρίου της Θεσσαλονίκης !

http://proskynitis.blogspot.gr/

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2015

Ο ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

-->
«Θαύμα 8.
Περί της προνοίας του μεγαλομάρτυρος στον καιρό της πείνας. Το επεισόδιο αυτό δεν είναι εντελώς πρόσφατο, αλλ’ όχι και πολύ παλαιό, αφού ο ομιλητής έχει γι’ αυτό πολλούς συνομήλικους μάρτυρες· “της αληθείας έχων έτι μάρτυρας συνήλικας πολλούς”. Πρόκειται για την εποχή της πείνας που επικράτησε μετά την αβαροσλαβική επιδρομή το φθινόπωρο του 597. Λόγω της φήμης ότι η Θεσσαλονίκη εκυριεύθηκε από τους βαρβάρους, κανένα πλοίο δεν προσήγγιζε έμφορτο στο λιμάνι της. Τότε ο άγιος Δημήτριος εμφανίσθηκε με το σχήμα που ζωγραφίζεται (βέβαια τότε) σ’ έναν πλοίαρχο ευρισκόμενο στη Χίο, έτοιμον να πλεύση προς τη Θεσσαλονίκη, κατέβηκε από τη γέφυρα του πλοίου και βαδίζοντας επί των υδάτων έδειχνε στον πλοίαρχο την πορεία πλεύσεως, ενώ ο τελευταίος, ονομαζόμενος Στέφανος, ειδοποίησε όλα τα συναντώμενα κατά την πορεία πλοία να πλέουν στη Θεσσαλονίκη, η οποία με τη βοήθεια του Θεού και του αθλοφόρου πολιούχου της απαλλάχθηκε από το φάσμα της πείνας».

Π. Κ. ΧΡΗΣΤΟΥ, Η Γραμματεία των Δημητρείων Α΄. Διηγήσεις περί των θαυμάτων του αγίου Δημητρίου, εκδ. Κέντρον Αγιολογικών Μελετών Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1993, 32-33

Ευχαριστούμε το φίλο Θανάση Καλαμάτα.
Phd Θεολόγο.

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης


Δημοφιλείς αναρτήσεις