Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2015

Τὰ Εἰσὸδεια τῆς Θεοτὸκου

-->





Ἔνδον τρέφει σε Γαβριὴλ ναοῦ, Κόρη,

Ἥξει δὲ μικρὸν καὶ τὸ Χαῖρέ σοι λέξων.

Βῆ ἱερὸν Μαρίη τέμενος παρὰ εἰκάδι πρώτῃ.

Η ευσεβής Άννα σύζυγος του Ιωακείμ, πέρασε τη ζωή της χωρίς να μπορέσει να τεκνοποιήσει, καθώς ήταν στείρα.

Μαζί με τον Ιωακείμ προσευχόταν θερμά στον Θεό να την αξιώσει να φέρει στον κόσμο ένα παιδί, με την υπόσχεση ότι θα αφιέρωνε το τέκνο της σε Αυτόν.

Πράγματι, ο Πανάγαθος Θεός όχι μόνο της χάρισε ένα παιδί, αλλά την αξίωσε να φέρει στον κόσμο τη γυναίκα που θα γεννούσε το Μεσσία, το Σωτήρα μας Ιησού Χριστό.
Όταν η Παναγία έγινε τριών χρόνων, σύμφωνα με την παράδοση, η Άννα και ο Ιωακείμ, κρατώντας την υπόσχεσή τους, την οδήγησαν στο Ναό και την παρέδωσαν στον αρχιερέα Ζαχαρία.

Ο αρχιερέας παρέλαβε την Παρθένο Μαρία και την οδήγησε στα Άγια των Αγίων, όπου δεν έμπαινε κανείς εκτός από τον ίδιο, επειδή γνώριζε έπειτα από αποκάλυψη του Θεού το μελλοντικό ρόλο της Αγίας κόρης στην ενανθρώπιση του Κυρίου.

Στα ενδότερα του Ναού η Παρθένος Μαρία έμεινε δώδεκα χρόνια. Όλο αυτό το διάστημα ο αρχάγγελος Γαβριήλ προμήθευε την Παναγία με τροφή ουράνια.

Εξήλθε από τα Άγια των Αγίων, όταν έφθασε η ώρα του Θείου Ευαγγελισμού.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.

Σήμερον τῆς εὐδοκίας Θεοῦ τὸ προοίμιον, καὶ τῆς τῶν ἀνθρώπων σωτηρίας ἡ προκήρυξις ἐν Ναῷ τοῦ Θεοῦ, τρανῶς ἡ Παρθένος δείκνυται, καὶ τὸν Χριστὸν τοῖς πᾶσι προκαταγγέλλεται. Αὐτῇ καὶ ἡμεῖς μεγαλοφώνως βοήσωμεν, Χαῖρε τῆς οἰκονομίας τοῦ Κτίστου ἡ ἐκπλήρωσις.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς.

Ὁ καθαρώτατος ναὸς τοῦ Σωτῆρος, ἡ πολυτίμητος παστὰς καὶ Παρθένος, τὸ Ἱερὸν θησαύρισμα τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, σήμερον εἰσάγεται, ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου, τὴν χάριν συνεισάγουσα, τὴν ἐν Πνεύματι θείῳ· ἣν ἀνυμνοῦσιν Ἄγγελοι Θεοῦ· Αὕτη ὑπάρχει σκηνὴ ἐπουράνιος.


 https://aerapatera.wordpress.com

Μιά ευλαβέστατη γυναίκα ονόματι Βασιλική




ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΗΣ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ


Στο Μεσολόγγι ζούσε μία ευλαβέστατη γυναίκα, ονόματι Βασιλική (Κούλα την φώναζαν), παντρεμένη με τον Δημήτριο, ψαρά στο επάγγελμα. Ήταν και οι δυο πολύ πιστοί και πολύ απλοί άνθρωποι.

Όταν ή Βασιλική ήταν νέα, την ήμερα των Θεοφανείων «είδε τους; ουρανούς ανεωγμένους» και τούς Αγγέλους τού Θεού να ψάλλουν. Γι' αυτό έλεγε: «Αυτή την ήμερα μη φεύγεις από την εκκλησία, έστω και αν καίγεται το σπίτι σου, γιατί ανοίγουν οι ουρανοί».
Το σπίτι πού κατοικούσαν ήταν Ισόγειο και για πάτωμα είχε τσιμέντο, Όταν έβρεχε γέμιζε νερό πού έφθανε τα είκοσι εκατοστά. Είχαν τοποθετήσει πέτρες για να πατάνε και με ένα "γκιούμι" άδειαζαν το νερό. Το χειμώνα δεν έστρωναν κουρελούδες για να έχουν λίγη ζέστη, γιατί μούσκευαν από τα νερά. Αλλά μέσα σ' αυτό το παγωμένο σπίτι ή καρδιά τους χτυπούσε πολύ ζεστά για τον Χριστό και τα πρόσωπα τους ήταν πάντα χαρούμενα και ειρηνικά. Ή θεία Χάρι τούς φύλαγε και δεν αρρώσταιναν.

Είχαν στο σπίτι τους μία εικόνα της Παναγίας θαυματουργή, μπρος στην οποία άναβαν ακοίμητο καντήλι και εκεί έκαναν τις προσευχές και τις μετάνοιες τους. Στην Εκκλησία πήγαιναν πάντα Κυριακές και εορτές.

Όταν εκοιμήθη ό Δημήτριος, ή σύζυγος του Βασιλική άρχιζε να μοιράζει τα υπάρχοντα της. Κράτησε μόνο τα απολύτως απαραίτητα και τα υπόλοιπα τα έδωσε ελεημοσύνη. Άδειασε το σπίτι της. Γύριζε με το Ευαγγέλιο στη μασχάλη και το διάβαζε ευκαίρως - ακαίρως με πολλή ευλάβεια. Από την σύνταξη της κρατούσε ένα μικρό μέρος για τις ανάγκες της και τα υπόλοιπα τα μοίραζε στους φτωχούς. Την ρωτούσε ό γιός της τί τα κάνει τα χρήματα, και αυτή απαντούσε: «Τα ξόδεψα, παιδί μου».

Μία Κυριακή πήγε κατά τη συνήθεια της στην Εκκλησία και κοινώνησε. Όταν επέστρεψε και έφθασε έξω από το σπίτι της κατάλαβε ότι έφθασε το τέλος της. Εκεί μπροστά στην πόρτα του σπιτιού γονάτισε, έκανε τον σταυρό της και φώναξε τη νύφη της πού έμενε δίπλα, λέγοντας της ότι πεθαίνει. Και έτσι γονατιστή και σταυροκοπημένη παρέδωσε το πνεύμα της στον Κύριο τον όποιον τόσο αγάπησε εκ νεότητας της και τήρησε πιστά τις εντολές Του.' Εκοιμήθη περίπου το έτος 1970.

Όταν έγινε γνωστή ή κοίμηση της γέμισε το σπίτι της φτωχούς ανθρώπους. Ό ένας έλεγε «έμενα μού έδωσε κουβέρτα, Θεός σχωρέσ' την», ό άλλος έλεγε «μού έδωσε πιάτα», ό άλλος «ποτήρια», ό άλλος «χρήματα». Έτσι αποκαλύφθηκε μετά την κοίμηση της πού πήγαιναν τα πράγματα και τα χρήματα της.

Όσο ζούσε την επισκεπτόταν ή αδελφή της Γεωργία με τον εγγονό της. Ή συμβουλή της ήταν: «Να διαβάζεις, παιδί μου, Ευαγγέλιο. Αυτό είναι το καλό το βιβλίο».

Από το βιβλίο''Υποτακτικόν από τη ζωή των μοναζουσών''
Ιερόν Δοχειαρίτικο κελίον Αγ.Ιωάννη του Θεολόγου,Άγιον όρος 2012


http://orthodoxigynaika.blogspot.gr/

Η ΓΡΙΑ ΚΑΙ Ο ΧΑΡΟΣ





Μιά φορά ήταν μιά γριά καί κάθε πρωΐ έβγαινε στός δάσος καί μάζευε ξύλα γιά τή φωτιά της καί χορταράκια, γιά νά φάει. Καθώς εγύριζε μιά μέρα φορτωμένη στόν ώμο τά ξύλα καί στήν ποδιά της τά χόρτα, στό δρόμο συναντάει τόν χάροντα.

-Γειά καί χαρά σου, χάροντα, τοϋ λέει, γιά ποιόν μέ τό καλό;
-Γιά τοϋ λόγου σου θειά, τής λέει ό χάροντας.
Αντε, ετοιμάσου νά σέ πάρω.

Τώρα, τοϋ λέει, νά πάω σπίτι νά ξεφορτωθώ καί νά ετοιμασθώ. Καί γιά νάχω καλό ρώτημα, σάν πώς θέλεις νά ετοιμασθώ;
- Οπως θέλεις εσύ, άπαντάει ό χάροντας.
Τότε ή γριά πηγαίνει στό σπίτι, άνάβει τό τζάκι καί βάζει νά βράσει τά χόρτα. Υστερα έπιασε νά ζημώσει ψωμιά, έφτιαξε καί κουλούρια γιά συγχώρεση.
Υστερα έστρωσε τραπέζι καί περίμενε νά ψηθοϋν τά ψωμιά.

Τότε παρουσιάσθηκε o χάροντας καί τή ρωτάει:
-Ε, ετοιμάστηκες θειά;
-Περιμένω γιέ μου νά βράσουν τά χόρτα, νά ξεφουρνίσω τό ψωμί καί νά φαμε. Δέν κάθεσαι καί του λόγου σου νά φας μαζί μου;
-Μά δέν μ' έχεις κακία θειά, πού θά σου πάρω τήν ψυχή;
-Μπά, γιατί νά σού΄χω κακία.
Όπου τήν πας τήν ψυχή μου, θάρχομαι κι εγώ μαζί.
-Καί τό κορμάκι σου, που θά τάφήσεις εδώ; ξαναρωτάει ό χάροντας.
- Ε, αυτό είναι δική μου υπόθεση, απαντάει ή γριά. Εγώ θά τό παραδώσω στόν Θεό καί θά μου τό φυλάει. Είδες πού βάζομε σταυρό πάνω απ' τά μνήματα;

'Απάνω στήν ώρα έβρασαν καί τά χόρτα, μύρισε καί τό ψωμί στό φουρνο καί ή γριά κατέβασε τό φαΐ, ξεφούρνισε κι έβαλε στό τραπέζι δυό πιάτα χόρτα καί κάμποσες φέτες ψωμί.
Ό χάροντας όμως φαίνονταν στενοχωρημένος καί δέν ήθελε νά φάει.
Δέν μου κάνει κέφι νά παίρνω ανθρώπους, πού δέν κλαίνε, λέει στή γριά.
Καί δεν μου λές κι εμένα τό λόγο; λέει ή γριά.

Τί σημασία έχει άν κλαίνε ή όχι;
"Οταν κλαίνε καί θρηνουνε, μόνο τότε είναι δικοί μου καί τούς πάω στήν κόλαση. Οταν είναι ευχαριστημένοι καί ήσυχοι, μου τούς παίρνει o Θεός καί τούς πάει ίσια στόν Παράδεισο.

-Γι' αυτό κι έχεις κακό όνομα, του λέει ή γριά. Φάε λίγο νά ζεσταθεί ή ψυχή σου, νά κάνεις τό σταυρό σου, μήπως καί πάψεις νά κολάζεις τόν κόσμο.
Τότε o χάροντας έσκασε απ' τό κακό του, πετιέται επάνω καί φεύγει λέγοντας.

-'Εσένα έτσι κι έτσι χαμένη σ' έχω. Τί κάθομαι καί χασομερώ μαζί σου.
Ετσι έφυγε o χάροντας κι ή γριά ζει ακόμα καί ποιος ξέρει πόσο ακόμα θά ζει καί θά 'ναι καί ευχαριστημένη καί καλόγνωμη. Τήν ευχή της νάχομε, παιδιά μου.

(Από τό βιβλίο του Κώστα Γανωτή «Ο βοσκός Νικάνορας καί τό Ρωμαίικο»,
Παραμύθια,Εκδόσεις ΠΗΛΟΣ



http://orthodoxigynaika.blogspot.gr/

Το κομποσχοίνι : το αυτόματο όπλο κατά του διαβόλου




- Γέροντα, ποιά σημασία έχει το κομποσχοίνι;

- Το κομποσχοίνι είναι μια κληρονομιά, μια ευλογία, που μας έχουν αφήσει οι Άγιοι Πατέρες μας. Και μόνο γι’ αυτό έχει μεγάλη αξία. Βλέπεις, σε κάποιον αφήνει ο παππούς του μια κληρονομιά ένα ασήμαντο πράγμα και το έχει μετά σαν φυλαχτό, πόσο μάλλον το κομποσχοίνι που μας το άφησαν κληρονομιά οι Άγιοι Πατέρες !

Παλιά, που δεν υπήρχαν ρολόγια, οι μοναχοί μετρούσαν την ώρα της προσευχής με το κομποσχοίνι, αλλά οι κόμποι του κομποσχοινιού ήταν απλοί. Κάποτε ένας ασκητής έκανε πολύ αγώνα, πολλές μετάνοιες κ.λπ. , και ο διάβολος πήγαινε και έλυνε τους κόμπους του κομποσχοινιού του. Έκανε –έκανε μετάνοιες ο καημένος και απέκαμε , γιατί δεν μπορούσε να τις μετρά, αφού ο διάβολος του έλυνε συνέχεια τους κόμπους. Τότε παρουσιάσθηκε Άγγελος Κυρίου και του δίδαξε πώς να πλέκη τους κόμπους, ώστε σε κάθε κόμπο να σχηματίζωνται εννέα σταυροί. Ο διάβολος μετά, ο οποίος τρέμει τον σταυρό, δεν μπορούσε να τους λύση. Έτσι κάθε κόμπος του κομποσχοινιού έχει εννέα σταυρούς , που συμβολίζουν τα εννέα τάγματα των Αγγέλων.

- Γέροντα, τι σημαίνουν οι τριάντα τρεις , οι πενήντα, οι εκατό και οι τριακόσιοι κόμποι που έχουν τα κομποσχοίνια;

- Μόνον ο αριθμός τριάντα τρία είναι συμβολικός˙ συμβολίζει τα τριάντα τρία χρόνια που έζησε ο Χριστός επάνω στην γη. Οι άλλοι αριθμοί απλώς μας βοηθούν να μετράμε τις μετάνοιες που κάνουμε ή πόσες φορές θα πούμε την ευχή.

Μερικές μηχανές έχουν ένα σχοινί με μια χειρολαβή στην άκρη και, όταν θέλης να τις βάλης μπρος, τραβάς μερικές φορές το σχοινί με δύναμη, μέχρι να ξεπαγώσουν τα πνευματικά λάδια. Έτσι και το κομποσχοίνι είναι το σχοινί το οποίο τραβάμε μία-δύο-πέντε-δέκα φορές και ξεπαγώνουν τα πνευματικά λάδια και παίρνει μπρος η πνευματική μηχανή της αδιάλειπτου προσευχής , οπότε δουλεύει μετά μόνη της η καρδιά στην ευχή. Αλλά , και όταν η καρδιά πάρη μπρος στην ευχή, και πάλι δεν πρέπει να καταργήσουμε το κομποσχοίνι, για να μην παρακινηθούν και άλλοι να το καταργήσουν, ενώ δεν πήρε ακόμη μπρος η καρδιά τους στην ευχή.

- Όταν, Γέροντα, κρατώ το κομποσχοίνι μου και λέω την ευχή μηχανικά, μήπως υπάρχει κίνδυνος ανθρωπαρέσκειας ;

- Αν κάνης κομποσχοίνι εξωτερικά από ανθρωπαρέσκεια , ακόμη και τα χέρια σου να ξεφλουδίσης , σε τίποτε δεν θα σε ωφελήση. Μόνον κούραση θα σου φέρη και την ψευδαίσθηση ότι δήθεν ασχολείσαι με την νοερά προσευχή.

- Γέροντα, εγώ δεν έχω συνηθίσει να κρατώ κομποσχοίνι.

- Το κομποσχοίνι να το κρατάς, για να μην ξεχνάς την ευχή, την οποία πρέπει να εργάζεσαι εσωτερικά , στην καρδιά. Όταν μάλιστα βγαίνης από το κελλί σου, να θυμάσαι ότι ο εχθρός είναι έτοιμος για επίθεση. Γι’ αυτό, να μιμήσαι τον καλό στρατιώτη που βγαίνοντας από το πολυβολείο έχει πάντοτε «ανά χείρας» το αυτόματο όπλο. Το κομποσχοίνι έχει μεγάλη δύναμη˙ είναι το όπλο του μοναχού και οι κόμποι είναι σφαίρες, που «κρα-κρα» θερίζουν τα ταγκαλάκια.

Από το βιβλίο: « ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ ζ΄
ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ»
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
«ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ




http://talantoblog.blogspot.gr

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2015

Ο όσιος Θεόφιλος ο Μυροβλύτης- ο ασκήσας στο Άγιο Όρος,






    Η μνήμη του τιμάται στις 8 Ιουλίου.

Ο όσιος Θεόφιλος ο ΜυροβλύτηςO όσιος Θεόφιλος ο Μυροβλύτης ανήκει στη χορεία των οσίων Αγιορειτών Πατέρων του 15ου αιώνος. Γεννήθηκε στη Ζίχνα της Μακεδονίας το 1460 από ευσεβείς και ενάρετους γονείς. Προικισμένος από τον Θεό με το χάρισμα της φιλομάθειας απέκτησε από μικρός πλούσια γνώση των ελληνικών γραμμάτων. Αλλά και στη γνώση των Αγίων Γραφών δεν υστέρησε. Με πολλή δίψα και με χαρά εντρυφούσε στο λόγο του Θεού. Ρουφούσε τα ιερά νοήματα. Και έκανε πράξη στη ζωή του όλα όσα ο Κύριος ζητά από τους δικούς του. Η ζωή του παρουσίαζε ένα σύνολο ζηλευτών αρετών. Ήταν όλος «ευωδία Χριστού». Σε νεαρή ηλικία δέχθηκε κλήση από τον Θεό για τη ζωή της αφιερώσεως. Απαρνήθηκε λοιπόν και γονείς και φίλους και περιουσία και πατρίδα. Και εκάρη μοναχός το 1504 με το όνομα Θεοδόσιος. Λίγο αργότερα χειροτονήθηκε ιερεύς από τον Επίσκοπο Ρενδίνης (Καρδίτσης) Ακάκιο.
Με πόνο ψυχής παρακολουθούσε ο Όσιος την κατάσταση του σκλαβωμένου Ελληνισμού. Το δούλο Γένος μας είχε ανάγκη κατηχήσεως και ενισχύσεως, καθώς η φλόγα της πίστεώς του τρεμόσβηνε. Γι’ αυτό — για κάποιο διάστημα — άρχισε να περιοδεύει ιεραποστολικά. Και όπως χαρακτηριστικά ο βιογράφος του σημειώνει, «περιεπάτει εις διαφόρους τόπους διδάσκων και ωφελών τους Χριστιανούς διά του λόγου και του παραδείγματος της εαυτού ζωής».

Λίγο αργότερα βλέπουμε τον όσιο Θεόφιλο να διακονεί στην ιερά Μονή Βατοπαιδίου τον εφησυχάζοντα επίσκοπο Μηθύμνης Μαλαχία. Μετά τον θάνατο του επισκόπου αυτού δόθηκε στον όσιο η ευκαιρία να επισκεφθεί την Αίγυπτο με εντολή του αγίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Νήφωνος (11 Αυγούστου). Έπρεπε να φθάσει εκεί συνοδεύοντας τον επίσκοπο Ακάκιο για να ερευνήσουν εάν ήταν αληθινά τα όσα θαυμαστά εργαζόταν ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Ιωακείμ (1487-1567). Ήταν τότε εποχή που κατηγορούντο εκεί οι Χριστιανοί «ως υπαίτιοι θανατικών συμφορών». Και ο Πατριάρχης με δύο θαύματα μοναδικά, που με την ισχυρή του πίστη είχε επιτελέσει (μετακίνησε βουνό και ήπιε δηλητήριο χωρίς να βλαφτεί), έπεισε τον Οθωμανό βασιλέα της Αιγύπτου Μέλεκ Μηνάζ για την αθωότητα των Χριστιανών, ώστε να κάνει «σεβαστά τα δικαιώματά τους». Τα θαύματα αυτά, που έγιναν με την πίστη στη δύναμη του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, τα περιέγραφε λίγα χρόνια αργότερα ο άγιος Πατροκοσμάς ο Αιτωλός στις Κατηχήσεις του προς τους σκλαβωμένους Έλληνες.
Ο όσιος Θεόφιλος αφού προσκύνησε το θεοβάδιστο όρος Σινά και τους Αγίους Τόπους, επέστρεψε μόνος του στην Κωνσταντινούπολη (διότι ο Επίσκοπος Ακάκιος πέθανε στα Ιεροσόλυμα) κομίζοντας γραπτές τις χαροποιές ειδήσεις για την αλήθεια των θαυμαστών σημείων της Αιγύπτου. Στην Κωνσταντινούπολη ο Όσιος είλκυσε την απόλυτη εμπιστοσύνη των εκκλησιαστικών αρχών. Όλοι θαύμαζαν «τον τόσο σοφό και ενάρετο» ιερωμένο. Γι’ αυτό και τον διόρισαν «νοτάριο και έξαρχο της Μεγάλης Εκκλησίας».

Σύντομα όμως ο Όσιος καταφρόνησε τις τιμές και κατέφευγε πάλι στον ερημικό και προσφιλή του Άθωνα. Στην Ιερά Μονή Ιβήρων σαν φιλόπονη μέλισσα τρυγούσε τον ευωδιαστό θησαυρό των αρετών των συμμοναστών του. Παράλληλα ασκούσε με απόλυτη υπακοή και το εξαίρετο χάρισμα που είχε από μικρός, του καλλιγράφου. Αντέγραψε με
πολλή επιμέλεια και καλλιτεχνία όλα τα λειτουργικά βιβλία της Μονής, πολλά από το οποία σώζονται μέχρι σήμερα με αφιερώσεις του όχι μόνο στην Ιερά Μονή Ιβήρων αλλά και σε άλλες Μονές.
Βέβαια προτεραιότητα έδινε ο Όσιος στην καλλιτεχνία της ψυχής του. Αυτήν τη φρόντιζε περισσότερο, ώστε να την καθιστά «άλας και φως» του κόσμου. Έτσι σύντομα η φήμη του Οσίου αυτού, ενάρετου και σοφού καθοδηγού εξήλθε από το Όρος. Έφθασε στα περίχωρα της Χαλκιδικής… μέχρι και τη Θεσσαλονίκη. Πολλοί πιστοί επιθύμησαν και τον έκαναν «ποιμένα και διδάσκαλο» της ζωής τους. Ο βιογράφος του σημειώνει πως «έλαμπε με το φως και την ένθεο πολιτεία του».

Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Θεόκλητος θαυμάζοντας το ταπεινό ήθος του τον πίεζε να δεχθεί προαγωγή σε επίσκοπο του θρόνου της Θεσσαλονίκης. Όμως ο Όσιος προφασιζόμενος ασθένεια αρνήθηκε την τιμή. Έγινε μεγαλόσχημος μοναχός. Αναζήτησε ευλαβείς και οσίους ασκητές για να διδαχθεί μαθήματα πνευματικά και παρέμεινε κοντά τους για μικρά διαστήματα σε ήσυχα κελλιά της Ιεράς Μονής Ιβήρων και της περιοχής των Καρυών. Και τελικά εγκαταστάθηκε με τον υποτακτικό του Ισαάκ σε ένακελλί του αγίου Βασιλείου στην Καψάλα κοντά στην Ιερά Μονή Παντοκράτορος. Εδώ, μακριά από περισπασμούς και θορύβους, θα παραμείνει μέχρι το τέλος της ζωής του ο Όσιος. Το ερειπωμένο κελλί που του δόθηκε το ανακαινίζει και ζει με αυστηρότητα και υπακοή στους μοναχικούς όρους.
Μελετά τώρα με περισσότερη άνεση την Αγία Γραφή και τους θείους Πατέρες. Προσεύχεται πολλές ώρες την ημέρα και γίνεται «μετάρσιος» και «καταφλέγεται από θεία αγάπη», καλλιεργώντας τη νοερά προσευχή.

Ο Κύριος Ιησούς Χριστός τον πληροφόρησε εσωτερικά για την ώρα της εκδημίας του. Πρώτα συνέταξε τη Διαθήκη του. Την Πέμπτη 5 Ιουλίου 1548 έκαμε Ευχέλαιο. Μετά ζήτησε συγχώρηση από τους παρευρισκομένους και την Παρασκευή βυθίσθηκε σε σιωπή. Το Σάββατο μετέλαβε με ευλάβεια και κατάνυξη τα Άχραντα Μυστήρια. Την Κυριακή 8 Ιουλίου 1548 πριν από την ανατολή του ηλίου ό Όσιος παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο και Θεό μας λέγοντας «Κύριε Ιησού Χριστέ, δέξου το πνεύμα μου». Παρήγγειλε δε στον Ισαάκ όταν πεθάνει να μην ειδοποιήσει κανέναν για τον θάνατό του και να τον σύρει νεκρό στο δάσος και να τον αφήσει εκεί…

Ο Ισαάκ υπάκουσε στην εντολή του οσίου γέροντός του. Οι μοναχοί όμως της περιοχής ανακάλυψαν αμέσως με θεία νεύση το ιερό του σκήνωμα, το οποίο και ενταφίασαν με τιμές στο παρεκκλήσιο του Μεγάλου Βασιλείου του ερημητηρίου του. Ο Θεός δόξασε τον ταπεινό και αφανή ερημίτη όσιο Θεόφιλο μετά το θάνατό του με το χάρισμα της μυροβλυσίας. Το δεξιό χέρι του Οσίου σώζεται στην Ιερά Μονή Παντοκράτορος του Αγίου Όρους.

Ο όσιος Θεόφιλος παρέδωσε στο Χριστό από μικρός τα πλούσια χαρίσματά του. Και αναδείχθηκε κατά τον υμνογράφο «γνησιότατος φίλος του Σωτήρος Χριστού», «ευωδέστατον κρίνον των εν Άθω» αγίων και «νοητόν αλάβαστρον οσίων αρετών». Ας αγωνιζόμαστε κι εμείς να βαδίζουμε τον δρόμο της ζωής των αγίων μας. Τότε θα γινόμαστε κι εμείς «ευωδία Χριστού» προς χαρά των αδελφών μας Χριστιανών και δόξα Θεού.

 http://didaxesapoathona.blogspot.gr

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2015

Η Νηστεία των Χριστουγέννων και το Σαρανταλείτουργο.Θαυμαστές και ωφέλιμες ιστορίες

-->

Στὶς 15 Νοεμβρίου ἀρχίζει ἡ νηστεία τῶν Χριστουγέννων.

Πρόκειται γιὰ μιὰ περίοδο ἔντονης πνευματικῆς ἐργασίας καὶ ψυχοσωματικῆς προετοιμασίας γιὰ τὸν ἑορτασμό τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου.Ἀπὸ τὶς 15 Νοεμβρίου ἕως τὶς 17 Δεκεμβρίου (κατ’ ἄλλη παράδοση ἕως τὶς 12 Δεκεμβρίου) νηστεύουμε τὸ κρέας, τὰ γαλακτομικά καὶ τὰ αὐγά καὶ τρῶμε ψάρι (ἐκτὸς βεβαίως Τετάρτης καὶ Παρασκευῆς, ποὺ νηστεύουμε αὐστηρά). Μετὰ τὶς 17 (ἢ 12) Δεκεμβρίου νηστεύουμε καὶ τὸ ψάρι.Ἡ νηστεία ὅμως κατὰ τὴν ὑπόδειξη τοῦ Κυρίου μας ἔχει νόημα, ὅταν συνδυάζεται μὲ προσευχὴ καὶ ἐλεημοσύνη. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴν ἔναρξη τῆς νηστείας μᾶς προσκαλεῖ σὲ ἐντονότερη λειτουργικὴ ζωή καὶ ἀγαθοεργία.

Ἔτσι, ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση προβλέπει γιὰ τὴν περίοδο αὐτὴ τὴν καθημερινὴ -ἂν οἱ συνθῆκες τὸ ἐπιτρέπουν- τέλεση τῆς θείας λειτουργίας, τὴν τέλεση δηλαδὴ σαρανταλείτουργου.Ἡ τέλεση τοῦ σαρανταλείτουργου ἀποτελεῖ πολὺ μεγάλη εὐλογία. Εἶναι μιὰ θαυμάσια εὐκαιρία γιὰ βίωση τὴς μυστηριακῆς καὶ λατρευτικῆς ζωῆς, γιὰ ἐπαφὴ μὲ τὸν πλοῦτο τῆς ὑμνολογίας καὶ τῆς ἀκροάσεως τῶν θείων Γραφῶν, γιὰ συχνότερη θεία κοινωνία, γιὰ συχνότερη συγκρότηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας.Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος μᾶς λέει: «Σπουδάζετε πυκνότερον συνέρχεσθαι εἰς εὐχαριστίαν θεοῦ καὶ εἰς δόξαν. Ὅταν γὰρ πυκνῶς ἐπὶ τὸ αὐτὸ γίνεσθε, καθαιροῦνται οἱ δυνάμεις τοῦ σατανᾶ καὶ λύεται ὁ ὄλεθρος αὐτοῦ», δηλαδὴ «Προσπαθεῖστε μὲ σπουδὴ νὰ ἔρχεσθε ὅλοι μαζί στὴ Σύναξη τῆς Θείας Εὐχαριστίας (Θεία Λειτουργία), γιὰ νὰ εὐχαριστεῖτε τὸν Θεὸ καὶ νὰ Τὸν δοξολογεῖτε. Διότι ὅταν συχνά ἔρχεσθε στὴ Σύναξη τῆς Θείας Εὐχαριστίας (Θεία Λειτουργία), συντρίβονται οι δυνάμεις του σατανᾶ καί λύεται κάθε ὀλέθρια ἐνέργεια του».Ἡ δύναμη τῆς Θείας Λειτουργίας δὲν εἶναι μαγική. Εἶναι ἡ δύναμη τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἑνότητας ἐν Χριστῷ. Ἡ Θεία Λειτουργία μᾶς μαθαίνει νὰ συγχωροῦμε, νὰ ἀγαποῦμε καὶ νὰ εἴμαστε ἑνωμένοι μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε προσφέρουμε τὰ Δῶρα μας στὸ Θεό, τὸν Ἄρτο καὶ τὸν Οἶνο, προσευχόμενοι γιὰ ζῶντες καὶ κεκοιμημένους ἀδελφούς μας.

Ἡ μνημόνευση τῶν ὀνομάτων τῶν ζώντων καὶ κεκοιμημένων προσώπων (ἀνάγνωση τῶν «Διπτύχων») εἶναι ἔργο πολὺ σημαντικὸ καὶ ἱερό, ποὺ θεσμοθετήθηκε ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους καὶ ἐπιτελεῖται ἀδιάλειπτα μέσα στοὺς αἰῶνες. Το Ιερό Σαρανταλείτουργο^^^

Το Ιερό Σαρανταλείτουργο, κατά την διάρκεια της νηστείας των Χριστουγέννων, υπέρ υγείας ζώντων και υπέρ αναπαύσεως των κεκοιμημένων αδελφών μας.Στο υπέροχο βιβλίο «Ιωάννης της Κροστάνδης», (έκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου), διαβάζουμε: «Στην Θεία Λειτουργία τελείται το μυστήριο τής αγάπης. Και ή αγάπη στην ουσία της είναι μεταδοτική. Ή αγάπη, ιδιαίτερα ή θεία, σπεύδει να σκορπίσει το φώς της, την χαρά της όλους… Και συμπληρώνει: ώ αγάπη τελειότατη! ώ αγάπη, πού τα πάντα αγκαλιάζεις! Ώ αγάπη ισχυρότατη! Τί να προσφέρουμε σαν ευγνωμοσύνη στον Θεό για την αγάπη Του προς εμάς; Ή αγάπη αυτή βρίσκεται στην θυσία τού Χριστού, πού προσφέρεται για την άπελευθέρωσι όλων από κάθε κακία…».Και ό μακαριστός π. Παΐσιος, σχετικά με την ανάγκη προσευχής για τούς κεκοιμημένους, έλεγε: «…να αφήνετε μέρος τής προσευχής σας για τούς κεκοιμημένους. Οι πεθαμένοι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα (για τούς εαυτούς τους). Οι ζωντανοί μπορούν… Να πηγαίνετε στην εκκλησία λειτουργία, δηλαδή πρόσφορο, και να δίνετε το όνομα τού κεκοιμημένου, να μνημονευθή από τον ιερέα στην προσκομιδή. Επίσης, να κάνετε μνημόσυνα και τρισάγια. Σκέτο το τρισάγιο, χωρίς Θεία Λειτουργία, είναι ελάχιστο.Το μέγιστο, πού μπορούμε να κάνουμε για κάποιον, είναι το Σαράντα Λείτουργο. Καλό θα είναι να συνοδευθή και με ελεημοσύνη. Αν έχεις ένα νεκρό, ό όποιος έχει παρρησία στον Θεό, και τού ανάψεις ένα κερί, αυτός έχει υποχρέωση να προσευχηθεί για σένα στον Θεό.Αν πάλι, έχεις ένα νεκρό, ό όποιος νομίζεις ότι δεν έχει παρρησία στον Θεό, τότε, όταν τού ανάβεις ένα αγνό κερί, είναι σαν να δίνης ένα αναψυκτικό σε κάποιον πού καίγεται (από δίψα ). Οι άγιοι δέχονται ευχαρίστως την προσφορά του κεριού και είναι υποχρεωμένοι να προσευχηθούν γι’ αυτόν πού το ανάβει. Ο Θεός ευχαρίστως το δέχεται…». (Μαρτυρίες προσκυνητών, Ζουρνατζόγλου Νικ.)

Για την ωφέλεια από τα Ιερά Σαρανταλείτουργα και τα μνημόσυνα, αξιομνημόνευτο είναι και το περιστατικό πού ακολουθεί από το βιβλίο «Θαύματα και αποκαλύψεις από την Θεία Λειτουργία», (έκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου).«Κάποιος άρχοντας από την Νικομήδεια αρρώστησε βαριά και, βλέποντας πώς πλησιάζει στον θάνατο, κάλεσε την γυναίκα του για να τής εκφράσει τις τελευταίες του επιθυμίες: Την περιουσία μου να την μοιράσεις στους φτωχούς και τα ορφανά. Τούς δούλους να τούς ελευθερώσεις. Αλλά στους ιερείς δεν θέλω να δώσεις χρήματα για λειτουργίες. Σ’ αυτή του την μεγάλη θλίψη ό ετοιμοθάνατος επικαλέστηκε με πίστη την ευχή τού άββά Ησαΐα, ενός άγιου μοναχού πού ασκήτευε κοντά στην Νικομήδεια, και αμέσως -ώ τού θαύματος!- έγινε καλά. Σηκώθηκε λοιπόν και πασίχαρος έτρεξε στον όσιο. Εκείνος τον καλοδέχτηκε, δοξάζοντας τον Θεό για το μεγάλο θαύμα.-Θυμάσαι, παιδί μου, τον ρώτησε, ποιά ώρα συνήλθες από την αρρώστια;-Την ώρα πού επικαλέστηκα την ευχή σου, απάντησε εκείνος. Ό όσιος, με τον φωτισμένο του νου, γνώριζε τί είχε λεχθείστην διάρκεια τής αρρώστιας του και ξαναρώτησε:-Άφησες, παιδί μου, χρήματα στους ιερείς, να λειτουργούν για την σωτηρία τής ψυχής σου;-Όχι, γέροντα. Τί θα είχα να ωφεληθώ άν άφηνα κάτι; Δεν θα πήγαινε χαμένο; -Μην το λες αυτό. Ό άδελφόθεος Ιάκωβος γράφει: «Ασθενεί τις έν ύμίν; προσκαλεσάσθω τούς πρεσβυτέρους της εκκλησίας, και προσευξάσθωσαν έπ’ αυτόν άλείψαντες αυτόν έλαίω έν το ονόματι του Κυρίου και ή ευχή της πίστεως σώσει τον κάμνοντα, και έγερεί αυτόν ό Κύριος· καν αμαρτίας ή πεποιηκώς, άφεθήσεται αύτώ». 

Να λοιπόν πού οι ευχές των ιερέων είναι αποτελεσματικές, για όποιον τις ζητάει με πίστη. Δώσε τώρα κι εσύ ένα ποσό, για λειτουργίες, και θα λάβεις από τον Θεό την πρέπουσα πληροφορία.Έτσι κι έκανε. Έδωσε χρήματα σ’ έναν ιερέα για να του κάνει σαρανταλείτουργο, και γύρισε στον σπίτι του. Όταν συμπληρώθηκαν οι λειτουργίες, μετά από σαράντα μέρες, κι ενώ σηκωνόταν από τον ύπνο, βλέπει ξαφνικά ν’ ανοίγουν οι πόρτες του σπιτιού του και να μπαίνουν σαράντα άνδρες έφιπποι, λαμπροί και αγγελόμορφοι, είκοσι από δεξιά και είκοσι από αριστερά. -Κύριοι μου, φώναξε έκπληκτος ό άρχοντας, πώς μπήκατε σε σπίτι ανθρώπου αμαρτωλού;-Εμείς οι σαράντα, πού βλέπεις, του απάντησαν εκείνοι, αντιπροσωπεύουμε τις λειτουργίες πού έγιναν για σένα στον φιλάνθρωπο Θεό. Μάς έστειλε Εκείνος, για να σε συνοδεύσουμε μέχρι την εκκλησίας. Πήγαινε μέσα χαρούμενος, χωρίς δισταγμό. Να, με τα πρεσβυτικά χέρια συμπληρώθηκαν οι σαράντα λειτουργίες, πού έγιναν για να ενωθεί ό Χριστός μαζί σου και να κατοικήσει στην καρδιά σου.Ύστερα από’ αυτά, ό άρχοντας μοίρασε την περιουσία του σε ευλαβείς ιερείς, για να γίνουν λειτουργίες «υπέρ αφέσεως των αμαρτιών αυτού», διακηρύσσοντας πώς οι θείες λειτουργίες και οι αγαθοεργίες μπορούν να ανεβάσουν την ψυχή του ανθρώπου από τα καταχθόνια στα επουράνια.Εἶναι ἡ μέγιστη καὶ πιὸ ἰσχυρὴ προσευχή καθὼς ἀποτελεῖ συμμετοχὴ στὴν προσευχὴ καὶ τὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων διδάσκει σχετικά: «Μέγιστη ὠφέλεια πιστεύουμε ὅτι θὰ λάβουν αὐτοί, γιὰ τοὺς ὁποίους δεόμαστε κατὰ τὴν ἁγία καὶ φοβερὴ θυσία τῆς Θείας Λειτουργίας, ἀκόμα κι ἂν εἶναι ἁμαρτωλοί, ἀφοῦ Χριστὸν ἐσφαγιασμένον ὑπὲρ τῶν ἡμετέρων ἁμαρτημάτων προσφέρομεν ἐξιλεούμενοι ὑπὲρ αὐτῶν τε καὶ ἡμῶν τὸν φιλάνθρωπον Θεόν». Καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Δὲν νομοθέτησαν τυχαία οἱ Ἀπόστολοι νὰ μνημονεύουμε κατὰ τὰ φρικτὰ μυστήρια (Θεία Λειτουργία) τοὺς κεκοιμημενούς. Γνωρίζουν ὅτι εἶναι πολὺ μεγάλη ἡ ὠφέλεια γι’ αὐτούς».Ἡ ἐμπειρία μαρτυρεῖ γιὰ τὴ δύναμη αὐτῆς τῆς προσευχῆς, ποὺ δὲν εἶναι «ἀτομικὴ προσευχὴ» ἀλλὰ ἡ προσευχὴ ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας.



Σαρανταλείτουργο « υπέρ αναπαύσεως»

Ο ΓΕΡΟ-ΔΑΝΙΗΛ ο αγιορείτης (1929), ο σοφός ησυχαστής των Κατουνακίων, έχει καταχωρισμένο ατά χειρόγραφά του και το ακόλουθο περιστατικό, που συνέβη το 1869 στην πατρίδα του, τη Σμύρνη.

Κάποιος ενάρετος χριστιανός κάλεσε στα τελευταία της ζωής του τον πνευματικό του παπα-Δημήτρη και του είπε: Εγώ σήμερα πεθαίνω. Πες μου, σε παρακαλώ, τι πρέπει να κάνω την κρίσιμη τούτη ώρα; Ο ιερέας, γνωρίζοντας την αρετή του και τη μυστηριακή προετοιμασία του, του πρότεινε το έξης:

– Δώσε εντολή να σου κάνουν μετά το θάνατό σου τακτικό σαρανταλείτουργο σ’ ένα εξωκλήσι.

Έτσι κι έγινε. Ο κυρ-Δημήτρης – αυτό ήταν το όνομά του – άφησε εντολή στο γιο του να κάνει μετά την κοίμησή του σαρανταλείτουργο. Κι εκείνος, υπακούοντας στην τελευταία επιθυμία του καλού του πατέρα, ανέθεσε χωρίς καθυστέρηση την εκτέλεση της στον παπα-Δημήτρη. Ο σεμνός λευίτης δέχτηκε να κάνει το σαρανταλείτουργο, που ο ίδιος είχε προτείνει στο μακαρίτη, και αποσύρθηκε για όλο αυτό το διάστημα στο εξωκλήσι των αγίων Αποστόλων.

Οι τριάντα εννέα λειτουργίες έγιναν απρόσκοπτα. Η τελευταία έπρεπε να γίνει ημέρα Κυριακή το βράδυ όμως του Σαββάτου πιάνει τον παπά ένας δυνατός πονόδοντος και τον αναγκάζει να επιστρέψει ατό σπίτι του. Η πρεσβυτέρα του πρότεινε να βγάλει το δόντι, μα εκείνος αρνήθηκε, γιατί έπρεπε την επόμενη να τελέσει την τελευταία λειτουργία. τα μεσάνυχτα ο πόνος κορυφώθηκε, και τελικά ο παπάς αναγκάστηκε να βγάλει το δόντι. Επειδή όμως παρουσιάστηκε αιμορραγία, ανέβαλε την τελευταία λειτουργία για τη Δευτέρα.

Στο μεταξύ, το απόγευμα του Σαββάτου, ο Γεώργιος, ο γιος του μακαριστού Δημητρίου, ετοίμασε μερικά χρήματα για τον κόπο του ιερέα, με σκοπό να του τα δώσει την επόμενη μέρα. Τα μεσάνυχτα ξύπνησε για να προσευχηθεί. ‘Ανακάθισε στο κρεβάτι κι άρχισε να φέρνει ατό νου του τις αρετές, τα χαρίσματα και τα σοφά λόγια του πατέρα του. Κάποια στιγμή πέρασε απ’ το μυαλό του η ακόλουθη σκέψη: «Άραγε ωφελούν τα σαρανταλείτουργα τις ψυχές των κεκοιμημένων, η τα καθιέρωσε η εκκλησία για παρηγοριά των ζώντων;»

Τότε ακριβώς τον πήρε ένας ελαφρός ύπνος, και είδε πώς βρέθηκε σε μια πεδιάδα με ομορφιά απερίγραπτη. Ένιωθε ανάξιο τον εαυτό του να βρίσκεται σε τέτοιον ιερό και παραδεισένιο χώρο. Μπροστά του απλωνόταν ένα απέραντο και κατάφυτο περιβόλι, που μοσχοβολούσε με μίαν ανέκφραστη ευωδία. «Αυτός οπωσδήποτε θα είναι ο παράδεισος!», μονολόγησε. «Ω, τι μακαριότητα περιμένει όσους ζουν ενάρετα στη γη!» Εξετάζοντας έκπληκτος τα υπερκόσμια κάλλη, είδε ένα λαμπρό ανάκτορο με έξοχη αρχιτεκτονική χάρη, ενώ οι τοίχοι του έλαμπαν απ’ τα διαμάντια και το χρυσάφι. Η ομορφιά του ήταν ανέκφραστη. Πλησιάζει πιο κοντά, και τότε – τι χαρά! – βλέπει στην πόρτα του παλατιού τον πατέρα του ολοφώτεινο και λαμπροφορεμένο.

– Πώς βρέθηκες εδώ, παιδί μου; τον ρωτάει με πραότητα και στοργή.

– Ούτε κι εγώ ξέρω, πατέρα. Καταλαβαίνω πώς δεν είμαι άξιος γι’ αυτόν τον τόπο. Αλλά πες μου, πως τα περνάς εδώ; πως ήρθες; Τίνος είναι αυτό το παλάτι;

– Η φιλανθρωπία του ΣΩΤΗΡΟΣ Χριστού με τις πρεσβείες της Παναγίας, που της είχα ιδιαίτερη ευλάβεια, με αξίωσε να καταταχθώ σ’ αυτό το μέρος. Ήταν μάλιστα να μπω σήμερα μέσα στο παλάτι ο οικοδόμος όμως, που το χτίζει, πέρασε μία ταλαιπωρία- έβγαλε απόψε το δόντι του – κι έτσι δεν τέλειωσαν οι σαράντα μέρες της οικοδομής του. Για το λόγο αυτό θα μπω αύριο.

Ύστερα απ’ αυτά ο Γεώργιος ξύπνησε δακρυσμένος και έκπληκτος, αλλά και με απορίες. Πέρασε την υπόλοιπη νύχτα αναπέμποντας αίνους και δοξολογίες ατό Θεό. το πρωί, μετά τη θεία λειτουργία, πήρε πρόσφορα, νάμα και αγνό κερί και ξεκίνησε για το εξωκλήσι των αγίων Απόστολων. Ο παπα-Δημήτρης τον υποδέχθηκε με χαρά: –

– Τώρα μόλις τελείωσα κι εγώ τη θεία λειτουργία. Έτσι ολοκληρώθηκε το σαρανταλείτουργο.

Αυτό το είπε για να μην τον λυπήσει. ο επισκέπτης. Τότε του διηγήθηκε το νυχτερινό του δράμα. Όταν έφτασε στο σημείο που ο πατέρας του δεν μπήκε στο παλάτι, γιατί ο οικοδόμος έβγαλε το δόντι του, ο παπα-Δημήτρης ένιωσε φρίκη, αλλά και θαυμασμό. – – Εγώ είμαι, αγαπητέ μου, ο οικοδόμος που εργάστηκε στην οικοδομή του παλατιού, είπε με χαρά. Σήμερα δεν λειτούργησα, γιατί έβγαλα το δόντι μου. θα λειτουργήσω όμως τη Δευτέρα, κι έτσι θα ολοκληρώσω το πνευματικό παλάτι του πατέρα σου.
Το σαρανταλείτουργο και η θαυμαστή σωτηρία


Διήγηση π.Στεφάνου Αναγνωστόπουλου.

Κάποτε, ένας χριστιανός, ενώ έσκαβε με πολλούς μαζί σ’ ένα νταμάρι, έπεσε βράχος και τους καταπλάκωσε η στοά. Η γυναίκα αυτού του χριστιανού, η κυρία Αργυρώ, έδωσε ό,τι είχε από το υστέρημά της σε έναν ιερέα να κάμη 40 Λειτουργίες για την ψυχή του άνδρα της σ’ ένα εξωκκλήσι κοντά στο μέρος όπου έγινε δυστύχημα, διότι επίστεψε ότι είναι νεκρός. Καθημερινά μάλιστα πήγαινε ένα πρόσφορο, ένα μπουκάλι με κρασί και μία λαμπάδα, σαν πτωχή που ήταν.

Όταν έφθασε ο ιερέας στις 20 Λειτουργίες, ο διάβολος φθόνησε την ευλάβεια της κυρά Αργυρώς και αφού μετασχηματίστηκε σε έναν γνωστό της χωρικό, την συνάντησε το πρωί στον δρόμο και της είπε: – Ξέρεις; Ο παπάς δεν πήγε στην Εκκλησία γιατί είχε δουλειά βιαστική και γι’ αυτό μην κοπιάζεις. Αύριο πηγαίνεις την προσφορά σου. Αυτό της το έκαμε ο διάβολος τρεις φορές στο διάστημα των 40 Λειτουργιών.

Εν τω μεταξύ, έγινε μεγάλη προσπάθεια ν’ ανοίξουν στοά στο ορυχείο, για να μπορέσουν να βγάλουν τα πτώματα, τα οποία ήσαν πάρα πολλά. Ήσαν όλοι τους νεκροί. Είχαν ήδη περάσει 40 ημέρες. Σκάβοντας ακόμη πιο βαθειά, έφθασαν σ’ ένα μέρος, όπου άκουσαν μία φωνή! Ανθρωπινή φωνή που τους έλεγε: – Προσέξτε, ζω! Σκάψτε με προσοχή, γιατί επάνω μου είναι δύο πέτρες, μην πέσουν και με θανατώσουν.

Αυτοί θαύμασαν και πράγματι, σκάβοντας με πολλή προσοχή από τα πλάγια, βρήκαν τον άνθρωπο ζωντανό και το ανήγγειλαν χαρούμενοι στην γυναίκα του. Απορούσαν όλοι πώς αυτός ο άνθρωπος έζησε επί 40 ημέρες χωρίς τροφή και χωρίς νερό. Κι αυτός τους είπε: – Κάθε μέρα μου έδινε κάποιος – αοράτως, δεν ξέρω πώς – ένα ψωμί και ένα μικρό δοχείο με κρασί, ενώ μία λαμπάδα αναμμένη ήταν μπροστά μου, και έτσι έτρωγα.

Εκτός από τρεις φορές, όπου δεν έφαγα τίποτε ούτε φως είδα και πικράθηκα πολύ, οδυρόμενος για τις αμαρτίες μου, γιατί νόμισα ότι έπαψε πλέον να με βοηθά αυτό το αόρατο χέρι του Θεού. Και ήμουν έτοιμος πλέον να πεθάνω από πείνα και δίψα.

Κατόπιν, είδα και πάλι την αναμμένη λαμπάδα, και δίπλα το ψωμί και το κρασί, όπως και πριν, και εδόξασα τον Θεό που δεν με εγκατέλειψε μέχρι τέλους και έτσι επέζησα και σώθηκα θαυματουργικά.

Όλοι βέβαια δοξολόγησαν τον Θεό, διότι ήσαν χριστιανοί και έμειναν με την απορία του μεγάλου αυτού θαυμαστού γεγονότος. Αυτή, χριστιανοί μου, είναι η πίστις μας! Αυτή είναι η ορθοδοξία μας: Η Θεία Λειτουργία!

(Από το υπό έκδοση βιβλίο μας-Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΠΕΡΑΝ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ ΖΩΗ)

Ο ΑΓ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΣΛΙΔΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΑΡΑΝΤΑΛΕΙΤΟΥΡΓΟ

Περιστατικὰ ποὺ ἀναφέρει ὁ βιογράφος τοῦ Ἁγίου,

Μωυσῆς Μοναχὸς Ἁγιορείτης,

στὸ 14ο βιβλίο τῆς σειρᾶς «ΑΘΩΝΙΚΑ ΑΝΘΗ»

ὑπὸ τὸν τίτλο «Η ΑΓΙΟΤΗΤΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΟΡΘΩΤΗ ΣΗΜΕΡΑ;»

(ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι 2010)
.

Ὅταν λειτουργοῦσε γινόταν ἄλλος ἄνθρωπος. Οἱ ἐκκλησιαζόμενοι ἄκουγαν διαφόρους ἤχους στό ἱερό βῆμα ἀπό οὐράνιους ἐπισκέπτες του. Γονάτιζαν κι ἔψαλλαν τό «Κύριε ἐλέησον».
 
Μία φορά εἶπε ὁ ὅσιος στόν ψάλτη του: Εἶχα τόσους ἁγίους σήμερα, πού δέν εἶχα μέρος νά τούς βάλω. Τόν ἅγιο Παντελεήμονα τόν βάλαμε σέ μία γωνία, γιατί δέν ὑπῆρχε χῶρος…

Κάποτε οἱ δαίμονες ἐνοχλοῦσαν τόν ὅσιο καί δέν τόν ἄφηναν νά προσκομίσει. Μετά τή Λειτουργία εἶπε: Ἄρχισα αὐτό τό σαρανταλείτουργο μέ πίεση. Οἱ δαίμονες φώναζαν τά ὀνόματα, γιά νά μή τά μνημονεύσω, νά μή συγχωρεθοῦν.

Μετά ἕνα ἄλλο σαρανταλείτουργο τόν ρώτησαν:

—Γέροντα κουράστηκες γιά νά τό τελειώσεις;

—Ὄχι παιδί μου, μοῦ ἦταν τόσο εὐχάριστο, σάν νά ἔκανα ἕναν ἑσπερινό, γιατί ἦταν πολύ καλοί ἄνθρωποι. Ὁ πατέρας σου ἔχει ἕνα πλούσιο τραπέζι σάν τοῦ  Ἀβραάμ.

Τότε σκέφθηκε: Ἐμεῖς ἤμασταν τόσο φτωχοί, πού σχεδόν ἤμασταν πεινασμένοι, ποῦ τό βρῆκε ὁ πατέρας μας αὐτό τό πλούσιο τραπέζι;

—Μή τό βλέπεις ἔτσι, τόν διόρθωσε ὁ ὅσιος, μπορεῖ νά μή εἶχε νά δώσει, μά ἡ ψυχή του ἤθελε πολύ νά δίνει, καί ὁ Θεός τό μέτρησε σάν νά ἔδινε. Ἡ μάνα σου εἶναι σάν ὑπηρέτρια στόν πατέρα σου, γιατί ἦταν ἀρκετά κουραστική καί τόν στενοχωροῦσε, ὅλο γκρίνιαζε. Ἀλλά ὁ πατέρας σου πάντα μέ τό χαμόγελο τῆς φερόταν καί μέ πολύ καλωσύνη. Στούς συγγενεῖς σας εἴχατε καί μία τυφλή, πού ξεχάσατε νά τή γράψετε. Ἦταν ἁγνή καί πολύ ἀγαθή.

—Μά ἐσύ ποῦ τήν ἤξερες, ρώτησε ἀπορημένος ὁ ἄνθρωπος.

—Ὅταν μνημονεύω, ἔρχεται κι ἐκείνη στά κόλλυβα, ἀλλά ἔρχεται σάν μουσαφίρισσα, δέν ἑνώνεται μέ τούς ἄλλους. Τώρα ὁ καθένας πῆγε στή θέση του καί γιά σᾶς ἄνοιξε δρόμος…


Σαρανταλείτουργο «υπέρ υγείας».

ΚΑΠΟΙΟΣ άρχοντας από τη Νικομήδεια αρρώστησε βαριά και, βλέποντας πώς πλησιάζει ατό θάνατο, κάλεσε τη γυναίκα του για να της εκφράσει τις τελευταίες του επιθυμίες:
Την περιουσία μου να τη μοιράσεις στους φτωχούς και τα ορφανά. Τούς δούλους να τούς ελευθερώσεις.
Αλλά στους ιερείς δεν θέλω να δώσεις χρήματα για λειτουργίες.
Σ’ αύτή του τη μεγάλη θλίψη ο ετοιμοθάνατος επικαλέστηκε με πίστη την ευχή του άββά Ησαΐα, ενός άγιου μοναχού πού ασκήτευε κοντά ατή Νικομήδεια, και αμέσως – ω του θαύματος! – έγινε καλά.
Σηκώθηκε λοιπόν και πασίχαρος έτρεξε στον όσιο.
Εκείνος τον καλοδέχτηκε, δοξάζοντας το Θεό για το μεγάλο θαύμα.
Θυμάσαι, παιδί μου, τον ρώτησε, ποία ώρα συνήλθες από την αρρώστια;
την ώρα πού επικαλέστηκα την ευχή σου, απάντησε Εκείνος.

Ο όσιος, με τον φωτισμένο του νου, γνώριζε τι είχε λεχθεί ατή διάρκεια της αρρώστιας του και ξαναρώτησε:
Άφησες, παιδί μου, χρήματα στους ιερείς, να λειτουργούν για τη σωτηρία της ψυχής σου; Όχι, γέροντα.
Τι θα είχα να ωφεληθώ αν τους άφηνα κάτι; δεν θα πήγαινε χαμένο; Μην το λες αυτό. Ο αδελφόθεος Ιάκωβος γράφει: «Ασθενεί τις εν ύμίν;»
Προσκαλεσάσθω τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας, και προσευξάσθωσαν επ’ αυτόν αλείψαντες αυτόν ελαίω εν το ονόματι του Κυρίου.
Και ή ευχή της πίστεως σώσει τον κάμνοντα και εγείρει αυτόν ο Κύριος καν αμαρτίας ή πεποιηκώς αφεθήσεται αυτώ».
Νά λοιπόν πού οι ευχές των ιερέων είναι αποτελεσματικές, για όποιον τις ζητάει με πίστη.
Δώσε τώρα κι εσύ ένα ποσό για λειτουργίες, και θα λάβεις από το Θεό την πρέπουσα πληροφορία. ‘Έτσι κι έκανε.

‘Έδωσε χρήματα σ’ έναν ιερέα για να του κάνει σαρανταλείτουργο, και γύρισε στο σπίτι του.
Όταν συμπληρώθηκαν οι λειτουργίες, μετά από σαράντα μέρες, κι ενώ σηκωνόταν από τον ύπνο, βλέπει ξαφνικά ν’ ανοίγουν οι πόρτες του σπιτιού του και να μπαίνουν σαράντα άνδρες έφιπποι, λαμπροί και αγγελόμορφοι, είκοσι από δεξιά και είκοσι από αριστερά.
Κύριοί μου, φώναξε έκπληκτος ο άρχοντας πώς μπήκατε σε σπίτι ανθρώπου αμαρτωλού;
Εμείς οι σαράντα, πού βλέπεις, του απάντησαν εκείνοι, αντιπροσωπεύουμε τις λειτουργίες πού έγιναν για σένα στον φιλάνθρωπο Θεό. Μας έστειλε εκείνος, για να σε συνοδεύσουμε μέχρι την εκκλησία. Πήγαινε μέσα χαρούμενος, χωρίς δισταγμό. Νά, με τα πρεσβυτικά χέρια συμπληρώθηκαν οι σαράντα λειτουργίες, πού έγιναν για να ενωθεί ο Χριστός μαζί σου και να κατοικήσει στην καρδιά σου.

‘Ύστερα απ’ αυτά, ο άρχοντας μοίρασε την περιουσία του σε ευλαβείς ιερείς, για να γίνουν λειτουργίες «υπέρ αφέσεως των αμαρτιών αυτού», διακηρύσσοντας πώς οι θείες λειτουργίες και οι αγαθοεργίες μπορούν ν’ ανεβάσουν την ψυχή τού άνθρώπου από τα καταχθόνια στα επουράνια.


 https://fdathanasiou.wordpress.com

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2015

Τι πρέπει να γίνεται, όταν η ανώτερη λογική θέληση φαίνεται νικημένη....




Αν καμμία φορά σκεφθής ότι η λογική σου θέλησις δεν μπορεί να αντισταθή ποτέ καθόλου στην παράλογη επιθυμία και στους εχθρούς που σε πολεμούνε, επειδή και δεν αισθάνεσαι να έχης μία προθυμία ζωντανή εναντίον τους"συ όμως, να παραμείνης, αδελφέ μου, σταθερός και μην εγκαταλείψης τον πόλεμο, γιατί θα θεωρήσαι ως νικητής, εφόσον δεν βλέπης φανερά νικημένο τον εαυτό σου.

Διότι όπως η ανώτερη θέλησί μας δεν έχει ανάγκη από τις κατώτερες επιθυμίες, για να προσβάλλη τις πράξεις της, έτσι αν αυτή η ίδια δεν θέλη, δεν μπορεί να πιεσθή ποτέ και να νικηθή από αυτές με όσο σκληρό πόλεμο και αν της κάνουν.

Γιατί, ο Θεός χάρισε στη θέλησί μας τόση ελευθερία και δύναμι, ώστε και αν όλες οι αισθήσεις, και όλοι οι δαίμονες και όλος ο κόσμος μαζί οπλισθούν εναντίον της και την πολεμούν δυνατά, παρόλα αυτά, μπορεί η θέλησί μας με κάθε ελευθερία, να τα περιφρονήση και να θέλη εκείνο, που θέλει, ή να μη θέλη εκείνο, που δεν θέλει και όσες φορές θέλει και για το σκοπό εκείνο που της αρέσει καλύτερα.

Εάν δε και καμιά φορά οι νοητοί εχθροί και η παράλογή σου επιθυμία, τόσο δυνατά σε πολεμούνε και σε καταπιέζουν, ώστε αποδυναμωμένος, δεν μπορείς να κάνης εναντίον τους κανένα έργο πνευματικό για να βοηθηθής, σου λέω, να μη δειλιάσης ούτε σε αυτή την περίπτωσι, ούτε να ρίξης στη γη τα άρματα"αλλά χρησιμοποίησε αυτό το όχημα, εναντίον αυτών και λέγε προς τους εχθρούς"«δεν υποχωρώ από τον πόλεμο, δεν θα σάς αφήσω ούτε τώρα απλήγωτους». «Ο Κύριος είναι το φως και η σωτηρία μου, ποιόν θα φοβηθώ; Ο Κύριος το καταφύγιο της ζωής μου, από ποιόν θα πανικοβληθώ;» (Ψαλμ. 26,1). «Εγώ στο όνομά του θα εξουθενώσω τους εχθρούς μου» (Ψαλμ. 43,7)"και αν τώρα δυναμωθής, αλλά πάλι νικηθής, όπως γράφτηκε"«Όσο και αν συνασπίζεσθε, θα συντριβήτε"εξοπλισθήτε όσο θέλετε, πάλι θα συντριβήτε» (Ησ. 8,9).

Οπότε όπως κάνει εκείνος που έχει εναντίον του τον εχθρό και τον καταδυναστεύει"ο οποίος, μη μπορώντας να τον χτυπήση κατευθείαν, τον χτυπά πλάγια και δοκιμάζει να κάνη ένα πήδημα παραπίσω, για να μπορέση να τον πληγώση και κατ ευθείαν έτσι κάνε και συ"μάζεψε τους λογισμούς σου μέσα στον εαυτό σου και σκέψου ότι δεν έχεις καμμία δύναμι και έτσι καταφεύγοντας στο Θεό, που μπορεί τα πάντα, κάλεσέ τον με θερμή ελπίδα και δάκρυα, ενάντια στο πάθος που σε πολεμεί, λέγοντας"«Κύριε, βοήθησέ με"Θεέ μου, Θεέ μου, βοήθησέ με"Ιησού μου, βοήθησέ με"πολέμισε τους πολεμούντάς με"πάρε ασπίδα και όπλο και έλα βοήθησέ με» (Ψαλμ. 34,1). «Θεοτόκε Παρθένε, βοήθησέ με, για να μην αφήσω τον εχθρό να με νικήση».

Εάν δε το πάθος και ο εχθρός σου δίνη χρόνο, μπορείς ακόμη να βοηθήσης την αδυναμία της θελήσεώς σου κατά του πάθους, με τους στοχασμούς και αυτές τις ασκήσεις. Παραδείγματος χάριν, όταν εσύ πέσης σε καμία δυσκολία ή άλλη κάποια τιμωρία και η επιθυμία σου δεν μπορή ή δεν θέλη να την υπομείνη, βοήθησέ την με αυτά.

Α΄. Σκέψου, ότι η δοκιμασία αυτή που υποφέρεις, πρέπει να την πάθης άξια, γιατί εσύ έδωσες την αφορμή και με κάθε δίκαιο χρωστάς να υποφέρης εκείνην την πληγή, που εσύ με τα χέρια σου έδωσες στον εαυτό σου.

Β΄. Εάν εσύ δεν έχης στη δοκιμασία αυτή κανένα φταίξιμο, γύρισε τον λογισμό σου στα πολλά άλλα και μεγάλα σου σφάλματα και σκέψου, Πως γι αυτά δεν σου έδωσε ακόμη ο Θεός την τιμωρίαν που σου αρμόζει, αλλά ούτε εσύ τα σωφρόνισες καθώς πρέπει"οπότε η ευσπλαγχνία του Θεού σε ελέησε και για να μη βασανισθής αιώνια, σου έστειλε την προσωρινή αυτή δοκιμασία"και λοιπόν πρέπει να τη δεχθής με χαρά και ευχαριστία.

Γ. Σκέψου, ότι αν και πρόλαβες και έκανες αρκετό κανόνα για τα αμαρτήματά σου εκείνα με τα οποία λύπησες την μεγαλειότητα του Θεού (το οποίο δεν πρέπει ποτέ να σκεφθής)"σκέψου όμως Πως στην βασιλεία των ουρανών δεν μπαίνει κανείς άλλος, παρά μέσα από την στενή πύλη των δοκιμασιών και των θλίψεων. «Πρέπει να περάσουμε από πολλές θλίψεις για να μπούμε στην Βασιλεία του Θεού» (Πράξ. 14,21).

Δ΄. Ότι αν και συ μπορείς να μπής σε αυτή την βασιλεία μέσα από άλλο δρόμο, δηλαδή μέσα από την αγάπη του Θεού, όμως αυτό δεν πρέπει ούτε καν να το σκεφθής"επειδή και ο Υιος του Θεού με όλους του τους φίλους, μπήκε σε αυτή μέσα από αγκάθια και σταυρούς.

Ε. Σκέψου Πως αυτή η δοκιμασία που υποφέρεις, είναι κατά το θέλημα του Θεού (το οποίο πρέπει να σκέφτεσαι στην αρχή κάθε σου πράξεως και θλίψεως που θα σου συμβαίνη, όπως σου είπα πιο πριν, στο ι΄ και ια΄ κεφάλαιο, δηλαδή το να θέλης να γίνεται σε κάθε σου έργο και σε κάθε άλλο γεγονός το θέλημα του Θεού), ο οποίος για την αγάπη που σου έχει, ευχαριστιέται και χαίρεται να σε βλέπη να υποφέρης ως πιστός του και γενναίος πολεμιστής.



Λοιπόν και συ για να ανταποκριθής σε αυτή του την αγάπη, όσο είναι άδικη και βαριά η δοκιμασία που υποφέρεις, τόσο αγωνίσου να την υπομένης με ευχαριστία. Γιατί κάνοντας έτσι, φαίνεσαι Πως υπομένεις στην πράξι και αγαπάς και σε αυτά ακόμη τα σκληρότατα βασανιστήρια μόνον την θεία του θέλησι, για την οποία και κοντά στην οποία, κάθε τι πικρό φαίνεται γλυκό και κάθε άτακτο έχει τάξι και κανόνα τέλειο.

http://1myblog.pblogs.gr

Ετοιμασίες για τα Χριστούγεννα... π. Συμεών Κραγιόπουλος: Η πνευματική προετοιμασία για την εορτή των Χριστουγέννων




ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Όλοι έχουν μία αίσθηση αυτές τις ημέρες…

Να αναφερθούμε λίγο στις άγιες αυτές ημέρες οι οποίες ήδη αρχίζουν, καθώς από αύριο έχουμε τα προεόρτια των Χριστουγέννων. Είναι ημέρες διακοπών, οι περισσότεροι αναπαύονται, ταξιδεύουν είναι χρονιάρες μέρες, όπως λένε. Τα Χριστούγεννα είναι η μητρόπολη, η μητέρα δηλαδή όλων των εορτών κατά τον ιερό Χρυσόστομο. Αλλά και η Πρωτοχρονιά με την εορτή του Μεγάλου Βασιλείου και την Περιτομή του Κυρίου, όπως και τα Θεοφάνεια είναι σ’ όλους μας γνωστές γιορτές. Από μικρά παιδιά τις ξέρουμε, και λίγο-πολύ όλοι έχουν μιά αίσθηση αυτές τις ημέρες. Το ραδιόφωνο, όσο κι αν θέλει να ξεφύγει, τελικά κι αυτό κάπως θ’ αναφερθεί -καμιά φορά αρνητικά με τα καλικαντζάρια κλπ – όπως και ο τύπος, τα περιοδικά και οι τηλεοράσεις.

Και η όλη εμφάνιση μιας πόλεως, καθώς οι δρόμοι στολίζονται ανάλογα, είναι χριστουγεννιάτικη. Τα καταστήματα κι αυτά – βέβαια εκμεταλλεύονται τη γιορτή, με απώτερο σκοπό να πουλήσουν περισσότερα- έχουν κάτι χριστουγεννιάτικο. Έτσι κι αλλιώς δηλαδή οι πάντες έχουν μια αίσθηση ότι έχουμε διακοπές, ότι είναι μεγάλες γιορτές, ότι είναι Χριστούγεννα. Βέβαια όλοι σκέπτονται ότι «να, θα ξεκουραστούμε, να, θα πουλήσουμε περισσότερα και θα βγάλουμε περισσότερα, θα ψωνίσουμε περισσότερα, θα κάνουμε δώρα» κλπ. και ενώ μέσα σ’ αυτά τρόπον τινά χάνεται το πνεύμα των εορτών, χάνεται το πνεύμα της μεγάλης εορτής της Γεννήσεως του Κυρίου, ωστόσο όμως όλο και κάτι μένει.
Όλοι λοιπόν από μικρά παιδιά, όπου κι αν πήγαμε, όπου κι αν βρεθήκαμε, όποιοι κι αν είμαστε, λίγο-πολύ έχουμε αίσθηση αυτές τις ημέρες ότι είναι γιορτές, μεγάλες γιορτές, είναι διακοπές, και συγκεκριμένα είναι Χριστούγεννα, είναι Θεοφάνεια. Γι’ αυτό λοιπόν πρέπει ν’ αναφερθούμε, νομίζω, σ’ αυτές τις γιορτές και μάλιστα να προσπαθήσουμε έτσι λίγο πιό πρακτικά.

Να αρχίσουμε λίγο να σκεπτόμαστε επάνω στο μεγάλο θέμα των εορτών

Πρώτα πρώτα και θεωρητικά και πρακτικά εκείνο το οποίο πρέπει να κάνουμε ο καθένας μας είναι να αρχίσουμε λίγο να σκεπτόμαστε επάνω στο μεγάλο θέμα των εορτών. Πώς να το κάνουμε; Ο άνθρωπος έχει σκέψη, έχει νου, είναι λογικό ον. Δεν είναι απλώς μόνο ότι κινείται με τα πόδια του, ότι κάνει ορισμένα πράγματα με τα χέρια του. Αλλά κι αν ακόμη κάνει ορισμένα πράγματα πρακτικά, εάν δεν συμμετέχει και ο νους του ανθρώπου, εάν δεν συμμετέχει η ψυχή, αν ο άνθρωπος ως λογικό ον, ως ον που έχει ελευθέρα βούληση, ως ον που έχει αυτοσυνειδησία, δεν δώσει τον εαυτό του σε κάτι, δεν φθάνει απλώς μόνο να κινηθούν τα χέρια του, τα πόδια του και να κάνει ορισμένα πράγματα.

Αν ήταν έτσι, ο Χριστός θα ερχόταν στη γη και απλώς θα έκανε ορισμένα πράγματα, όπως και έκανε. Όμως μίλησε κιόλας, μάλιστα μίλησε τρία ολόκληρα χρόνια, και είναι αδύνατο να πέρασε μέρα που να μη μίλησε. Μιλούσε πολύ, πολλές ώρες, έτσι που κουραζόταν και μαζί του και οι Απόστολοι. Γι’ αυτό έχουμε περιπτώσεις που λέει στους Αποστόλους: «Ας πάμε σ’ έναν έρημο τόπο λίγο να ξεκουρασθείτε και να ξαναρθούμε» (Μαρκ. 6, 31).

Πόσα θα είπε ο Κύριος! Και γιατί τα έλεγε όλα αυτά; Τα έλεγε, διότι απευθυνόταν σε λογικά όντα. Δεν απευθυνόταν σε άλογα όντα, αλλά απευθυνόταν σε ανθρώπους που έχουν νου, που έχουν σκέψη, που έχουν λογικό, που έχουν βούληση. Μίλησε στα όρη, στις πεδιάδες, μίλησε κοντά στη θάλασσα· μίλησε νύχτα, μίλησε ημέρα· μίλησε σε πολλούς και σε ολιγότερους. Μίλησε σε μεγάλους, μίλησε σε παιδιά. Μίλησε εν παραβολαίς, μίλησε και μετά από τα θαύματα που έκανε. Μίλησε έτσι που συμπλήρωνε μάλλον τον παλαιό νόμο δίνοντας τον δικό του τέλειο νόμο.

Μίλησε λοιπόν ο Χριστός, διότι απευθυνόταν σε λογικά όντα και ήθελε να τον ακούσουν, να τον προσέξουν, να τον καταλάβουν. Ελέγχει τον λαό, όταν δεν καταλαβαίνει αυτά τα οποία λέει, αλλά και τους μαθητάς του. Κάποτε τους είπε: «Ακμήν και υμείς ασύνετοι εστε;» (Ματθ. 15, 16). Είχε πει κάτι, δεν το κατάλαβαν και τον ρωτούσαν ιδιαίτερα. «Ακόμη και σεις, λέει, ασύνετοι είστε και δεν καταλάβατε τι θέλω να πω;» Είχε την απαίτηση ο Κύριος όχι μόνο να τον ακούν, αλλά και να τον καταλαβαίνουν. Βέβαια εφόσον θα ήθελαν διότι πάντοτε έλεγε: «Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν» (Ματθ. 16, 24).

Έτσι λοιπόν δεν μπορεί κανείς να γιορτάσει τα Χριστούγεννα, απλώς διότι ακούει τη λέξη Χριστούγεννα ή απλώς που βλέπει τους ανθρώπους να πάνε και να έρχονται και όλο κάτι να κάνουν. Δεν μπορεί κανείς να γιορτάσει Χριστούγεννα αληθινα, εάν δεν σκεφθεί ως λογικό όν: Τί είναι τα Χριστούγεννα; Τί σημαίνει Χριστούγεννα; Τι είναι αυτή η εορτή των Χριστουγέννων; Τι γιορτάζουμε κατά την εορτή αυτή;


Τι κάνει η Εκκλησία;

Ο Κύριος εξήγησε και ερμήνευσε και τον ερχομό του και τη σάρκωσή του και τη Γέννησή του και την όλη ζωή του και τον θάνατό του· γιατί θα πεθάνει, γιατί θα αναστηθεί. αλλά ίδρυσε την Εκκλησία, άφησε την Εκκλησία, για να συνεχίσει το έργο του. Είπαμε και άλλη φορά τι είναι Εκκλησία. Εκκλησία είναι ο Χριστός παρατεινόμενος εις τους αιώνας. Η Εκκλησία είναι ο ίδιος ο Χριστός.
Τι κάνει η Εκκλησία; από το ένα μέρος συνεχίζει να κηρύττει αυτό που κήρυττε ο Χριστός, να ερμηνεύει αυτό το οποίο φανέρωσε ο Χριστός, που είπε ο Χριστός. Απευθύνεται η Εκκλησία σε λογικά όντα, σε ανθρώπους που έχουν νου, που έχουν σκέψη, που καταλαβαίνουν, που έχουν βούληση, που θέλουν. η Εκκλησία, το όλο έργο της Εκκλησίας, η όλη ζωή της Εκκλησίας, η εν Χριστώ ζωή, η χριστιανική ζωή, δεν είναι μια μαγεία, όπως είπαμε κι άλλες φορές. Η λατρεία η χριστιανική είναι λογική λατρεία· όχι μαγεία. από το άλλο μέρος η Εκκλησία ζει αυτό το οποίο έζησε ο Κύριος. Διότι δεν διδάσκει μόνο η Εκκλησία, αλλά ζει συγχρόνως τη ζωή του Χριστού και δείχνει αυτή τη ζωή του Χριστού στα παιδιά της και σ’ εκείνους τους ανθρώπους που δεν έγιναν ακόμη παιδιά της, για να πιστεύσουν και να γίνουν παιδιά του Θεού, παιδιά της Εκκλησίας.

Επομένως, πρέπει όσο μπορούμε ο καθένας μας -άλλος περισσότερο, άλλος ολιγότερο, άλλος λίγο απλούστερα, άλλος λίγο βαθύτερα, άλλος έτσι, άλλος αλλιώς, βοηθούμενοι και με το να διαβάσουμε, να συζητήσουμε, να ρωτήσουμε, να ακούσουμε- ανάλογα με τις δυνάμεις μας, με το κουράγιο μας, με την όρεξή μας, με τη διάθεσή μας, με τον καημό μας, με τον πόθο μας, να εγκύψουμε, να μεριμνήσουμε και να φροντίσουμε να μάθουμε, ας πούμε, τι είναι τα Χριστούγεννα, τι σημαίνουν Χριστούγεννα ας μην περιμένουμε αυτό μόνο του να γίνει. Πρέπει και ο άνθρωπος να κινηθεί λιγάκι. Πρέπει και ο άνθρωπος λίγο να ζορίσει τον εαυτό του. Πρέπει να δείξει ενδιαφέρον κανείς· δεν γίνεται αλλιώς.

Υποταγή στο πνεύμα της Εκκλησίας

Ο Θεός θέλει να μας δώσει το φως του, να μας δώσει την αλήθεια του, να μη μείνει κανένας μας στην πλάνη, να μην υπάρχει σε κανέναν μέσα του ψέμα, αλλά να υπάρχει μόνο η όλη αποκάλυψη του Χριστού. Θέλει να μάς δώσει την αλήθεια ο Θεός, αλλά χρειάζεται και ο άνθρωπος από τη δική του πλευρά να δώσει τον εαυτό του στην αλήθεια· δηλαδή να φροντίσει να μάθει.

Επομένως, κάνει πάρα πολύ άσχημα εκείνος ο οποίος, ενώ ακούει ότι ήρθε ο Χριστός, ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει τι είπε ο Χριστός. Και όχι να ενδιαφερθεί μόνο με την έννοια ότι «διάβασα εγώ και κατάλαβα». Όχι. Ο Χριστός ίδρυσε την Εκκλησία και άφησε την Εκκλησία. Η Εκκλησία μάς δίνει αυτό το οποίο είπε ο Χριστός, η Εκκλησία μάς ερμηνεύει αυτό το οποίο είπε ο Χριστός. Η Εκκλησία είναι εκείνη, η οποία θα μας το δώσει σωστά και απαλλαγμένο από κάθε πλάνη. Γιατί, όπως είναι λάθος το να μην ενδιαφέρεται κανείς καθόλου, λάθος επίσης είναι, όταν ενδιαφέρεται μόνος του.

Όπως λέμε, ο καθένας διαβάζει και βγάζει τα συμπεράσματά του. Δεν είναι έτσι εδώ· ο καθένας να βγάλει τα συμπεράσματά του. Εδώ πρέπει να υποταχθεί κανείς στο πνεύμα της Εκκλησίας. Αν θέλει. Αν δεν θέλει, θα ακολουθήσει όποιον δρόμο θέλει. Θέλει να πάει κοντά στον Χριστό; Να πάει. Δεν θέλει; Να μην πάει. Θέλει να μπει στην Εκκλησία, να υποταχθεί στην Εκκλησία; Να το κάνει. Δεν θέλει; Να μην το κάνει.

Λέει ο απόστολος Παύλος: «Ἐάν δέ καί ἀθλῇ τις, οὐ στεφανοῦται, ἐάν μή νομίμως ἀθλήσῃ» (Β΄ Τιμ. 2, 5). Αν θυμάστε, ο στίχος αυτός περιέχεται στην αποστολική περικοπή που αναγινώσκεται στην εορτή του αγίου Δημητρίου. Και όταν ακόμη κανείς κάνει αγώνα, κάνει άθληση, εάν δεν την κάνει αυτή την άσκηση νόμιμα, δεν μπορεί να στεφανωθεί. Δεν μπορεί ο καθένας ανεξέλεγκτα, δηλαδή όπως θέλει να διαβάζει, όπως θέλει να καταλαβαίνει, όπως θέλει να ερμηνεύει, όπως θέλει να ζει, και να περιμενει, ας πούμε, να τον δοξάσει ο Θεός, να περιμένει να τον στεφανώσει ο Θεός, να περιμένει να τον αγιάσει ο Θεός. Δεν γίνεται έτσι.

Οι Απόστολοι υποτάχθηκαν στον Χριστό. Δεν άκουσαν απλώς τον Χριστό και πήραν αυτά που άκουσαν, και τα εξήγησε ο καθένας όπως ήθελε, αλλά ακολούθησαν τον Χριστό, έμειναν μαζί του τρία ολόκληρα χρόνια και, ενώ τον αρνήθηκαν και απομακρύνθηκαν, ξαναγύρισαν και έμειναν πιστοί σ’ αυτόν. Ήρθε λίγο αργότερα το Άγιο Πνεύμα, τους φώτισε, και τότε κατάλαβαν αυτά που τους είχε πει ο Χριστός. Έτσι ιδρύθηκε η Εκκλησία, και μέσα στην Εκκλησία από τότε μέχρι σήμερα οι πάντες τα πληροφορούνται, τα μαθαίνουν, τα καταλαβαίνουν, τα ζουν, όπως τα ζει η Εκκλησία, όπως τα ερμηνεύει η Εκκλησία, όπως τα δίνει η Εκκλησία. Αυτή είναι η Ιερά Παράδοση. Γι’ αυτό λοιπόν θα πρέπει και να διαβάσει κανείς και ν’ ακούσει και να συζητήσει. Θα πρέπει και να ρωτήσει και να διευκρινίσει μήπως δεν κατάλαβε καλά, μήπως πέφτει έξω, μήπως πλανάται, μήπως κάνει του κεφαλιού του· αυτό δηλαδή που λέει το δικό του το μυαλό.


Το πρώτο που έχουμε να κάνουμε

Να μελετήσουμε λοιπόν: Τι είναι Χριστούγεννα; Γιατί την επομένη των Χριστουγέννων έχουμε τη Σύναξη, όπως λέμε, της Παναγίας; Τι είναι η Περιτομή του Κυρίου; Γιατί γιορτάζουμε την Περιτομή του Κυρίου; Τι είναι τα Θεοφάνεια; Τι είναι η δεύτερη ημέρα των Θεοφανείων; Τι σημαίνουν λοιπόν όλα αυτά;

Το πρώτο πρώτο λοιπόν, παρακαλώ, είναι αυτό που θα κάνουμε ο καθένας, όσο μπορούμε. Να το ξέρουμε ότι ο Θεός δεν θέλει να κάνουμε αυτό που δεν μπορούμε. Ταμπουρωνόμαστε και λέμε «δεν μπορώ». Αν όντως δεν μπορείς, δεν το θέλει ο Θεός αυτό που δεν μπορείς. Ο Θεός θέλει αυτό που μπορείς. Αλλά, αν το πάρεις λίγο καλά, σωστά το θέμα, θα δεις ότι πάρα πολλά που μπορείς, αποφεύγεις να τα κάνεις από τεμπελιά, από αδιαφορία, μην μπλέξεις και χάσεις βέβαια τον εγωισμό σου.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ξέρουμε πολλά έως τώρα. Το θέμα δεν είναι απλώς να ξέρουμε. Μπορεί να ξέρουμε τι είναι Χριστούγεννα κλπ.· νά ‘χουμε διαβάσει, νά ‘χουμε ακούσει. Δεν είναι μόνο αυτό. Εκείνο που χρειάζεται αυτές τις ημέρες, καθώς πλησιάζουμε στις γιορτές, είναι να το έχουμε στη σκέψη μας. Πώς άλλα πράγματα κανείς τα έχει στη σκέψη του, τα δουλεύει με τη σκέψη του, τα συλλογίζεται; Βέβαια χωρίς να παθαίνει ψύχωση. Εκείνο είναι κάτι άρρωστο· δεν είναι σωστό.

Ας πούμε, πάει κανείς να δώσει εξετάσεις και συνέχεια αυτό σκέπτεται. Ή θα κάνει κάποια επίσκεψη, και το μυαλό του είναι εκεί και σκέπτεται πώς θα γίνει, πώς δεν θα γίνει. Ή έχει μια συνάντηση που θα είναι κάτι ευχάριστο κλπ. και σκέπτεται πώς θα τη χαρεί, πώς θα την ευχαριστηθεί, πώς θα μπορέσει να ζήσει εκείνη την ώρα της συναντήσεως πολύ καλά κλπ. Ή ό,τι άλλο.

Ο άγιος Ιγνάτιος

Ει δυνατόν, θα έλεγε κανείς, αυτές τις ημέρες μέσα στο νου μας και μέσα στην καρδιά μας να γραφεί η λέξη «Χριστούγεννα». Όπως λέγεται για τον άγιο Ιγνάτιο που γιορτάζουμε αύριο ότι, όταν τον έφαγαν τα θηρία, την καρδιά δεν την έφαγαν και είδαν μέσα στην καρδιά του γραμμένη τη λέξη Χριστός. Και έδωσαν την εξήγηση ότι είχε πολλή αγάπη για τον Χριστό. Βέβαια είναι μιά παράδοση, και μπορεί να μην είδαν τη λέξη γραμμένη, όμως στην ουσία, στην πραγματικότητα, όντως έτσι ήταν.

Όπως θυμάστε, ήθελε πότε και πότε να πάει να τον φάνε τα θηρία, να καταφάγουν, να αλέσουν το σώμα του με τα δόντια τους, σαν να είναι μύλος, ας πούμε, τα δόντια των θηρίων, για να γίνει, λέει, του Χριστού, για να γίνει μαθητής του Χριστού, να γίνει αλεύρι και άρτος του Χριστού. «Ύδωρ ζων εν εμοί», λέει, με καλεί στον ουράνιο Πατέρα. Τίποτε δεν μπορεί να με εμποδίσει απ΄ αυτό κλπ. Ακριβώς διότι είχε πολλή αγάπη στον Χριστό, γράφτηκε, ας πούμε, αυτή η λέξη. Και ίσως απ΄ αυτό να ονομάσθηκε Θεοφόρος, δηλαδή αυτός που φέρει τον Θεό. Ιγνάτιος ο Θεοφόρος. Ίσως όμως ονομάσθηκε έτσι επειδή -υπάρχει αυτή η παράδοση- είναι το παιδί εκείνο που είχε κρατήσει στην αγκαλιά του ο Χριστός, όταν είπε στους μαθητάς του και στους άλλους: «Αν δεν γίνετε, όπως αυτό το παιδί, κι εσείς παιδιά» δηλαδή στη σκέψη και ως προς την ακακία, «δεν θα μπορέσετε να μπείτε στη βασιλεία του Θεού». Θεοφόρος είναι εκείνος που φέρει τον Θεό, αλλά και που φέρεται από τον Θεό.

Το μεγάλο λάθος των χριστιανών

Αλλά θέλω να επανέλθω στο θέμα μας. Ει δυνατόν να γραφεί μέσα στην καρδιά μας, και αν κάποιος ανοίξει την καρδιά μας, να βρει γραμμένη τη λέξη Χριστούγεννα, Γέννηση του Χριστού, Χριστός. Και χωρίς να πάθει κανείς κάτι άρρωστο, δηλαδή ψύχωση και τέτοια, που, όπως είπαμε, είναι άρρωστα πράγματα, να το σκέπτεται, να το αγαπά πολύ αυτό και να παρακαλεί τον Χριστό να τον βοηθήσει να εμβαθύνει, να το νιώσει, να το ζήσει τοσο πολύ, ώστε να γραφεί μέσα στην καρδιά του, μέσα στον νου του, μέσα στη σκέψη του, η λέξη Χριστούγεννα και το όλο γεγονός αυτό. Το ίδιο να γίνει με την άλλη γιορτή, το ίδιο να γίνει και με την άλλη γιορτή κλπ.
Πρώτα λοιπόν και κύρια πρέπει, παρακαλώ πολύ, να το σκεφθούμε, να το μελετήσουμε. Να μην είναι δηλαδή σαν κάτι επιπλέον, σαν κάτι πρόσθετο. Καθώς κάνουμε όλα τ’ άλλα, κάνουμε και αυτό, που κι αν δεν είναι, δεν πειράζει. Αυτό είναι το μεγάλο λάθος των χριστιανών, των σημερινών χριστιανών. Πρώτα είναι ο Χριστός, πρώτα είναι το έργο αυτό που έκανε ο Χριστός για μας, αυτό που κάμνει ο Χριστός για μας. Επομένως, πρώτα είναι η γιορτη αυτή που λέγεται Χριστούγεννα, το νόημα των Χριστουγέννων, αυτό το γεγονός, ας πούμε, που γιορταζουμε, και ύστερα είναι το ότι θα στρώσουμε καλύτερο τραπέζι, θα πάρουμε ίσως και καινούργια ενδύματα, θα συγυρίσουμε περισσότερο το σπίτι, θα κάνουμε ίσως και κάτι άλλο. Πρώτα όμως αυτό. Δεν γίνεται αλλιώς. Να το καταλάβουμε αυτό καλά καλά και να δώσουμε τον εαυτό μας σ’ αυτό.


Να κοινωνήσουμε κατά έναν ίδιαίτερο τρόπο

Έπειτα έτσι πρακτικά θα ήταν καλό να σκεφθούμε και ως εξής: κάθε μέρα τρώμε, και μερικοί κάθε μέρα ή τέλος πάντων αρκετές φορές έχουν καλό φαγητό, ας πούμε, και τρώνε. Αλλά όμως στρώνουν το τραπέζι κατά έναν συνηθισμενο τρόπο, τρώνε κατά έναν συνηθισμένο τρόπο, τελειώνουν και πηγαίνουν στις δουλειές τους. Όμως την ημέρα των Χριστουγέννων, του Πάσχα, των Θεοφανείων, την ημέρα που έχουν μια άλλη γιορτή κλπ., πάλι το ίδιο φαγητό θα φάνε -ο άνθρωπος πόσο θα φάει; Δεν είναι στο χέρι του να φάει πολύ. Θα φάει, θα φάει, χόρτασε. Τι έγινε;- αλλά και θα το φροντίσουν περισσότερο και θα το γιορτάσουν. Θέλω να τονίσω δηλαδή τούτο: ενώ τρώμε κάθε μέρα και τρώμε κατά έναν συνηθισμένο τρόπο, όταν έρθει μια εξαιρετική ημέρα, πάλι θα φάμε τα ίδια -το πολύ πολύ να προσθέσουμε κανένα γλυκό παραπάνω, αλλά κατά τα άλλα το στομάχι θα γεμίσει κατά τον ίδιο τρόπο- όμως φροντίζουμε να το χαρούμε περισσότερο, ας πούμε, να το καταλάβουμε, να το νιώσουμε καλύτερα. Γίνεται και ανάλογη προετοιμασία, και το σκεπτόμαστε.

Είπαμε προηγουμένως, κάποια ημέρα που έχουμε γιορτή, έχουμε πανηγύρι, έχουμε γάμο κλπ. από πιό μπροστά το σκεπτόμαστε, το μελετούμε. Έτσι, θα στρωθεί το τραπέζι, θα μπουν τα λουλούδια, θα μπουν οι κάρτες, η επίπλωση θα ναι ανάλογη, και το γιορτάζουμε, το χαιρόμαστε. Όσες βέβαια οικογένειες τα καταφέρνουν έτσι. Γιατί σε μερικές οικογένειες τέτοιες μέρες γίνονται οι μεγαλύτεροι καβγάδες. αλλά όσες οικογένειες τα καταφέρνουν, γιορτάζουν και περνούν ευχάριστα την ημέρα αυτή που κάνουν μιά οποιαδήποτε γιορτή.

Θέλω να πω δηλαδή κάτι που δεν το έχουμε πει άλλη φορά, και νομίζω ότι πρέπει να το πούμε σήμερα. Το τραπέζι, το φαγητό που μας δίνει ο Θεός, είναι η Θεία Κοινωνία. Κοινωνούμε πολλές φορές τον χρόνο. Κυριακές, καθημερινές και ημέρα και σε αγρυπνία κλπ. Πολλοί χριστιανοί κοινωνούν πολλές φορές κατά τη διάρκεια του έτους. Και τα Χριστούγεννα θα κοινωνήσουμε. Δεν θα κάνουμε τίποτε περισσότερο. Όμως νομίζω ότι θα μπορούσαμε, ας πούμε, αυτή την ημέρα να κοινωνήσουμε -όπως και οποιαδήποτε άλλη γιορτή-κατά έναν ιδιαίτερο τρόπο. Όχι ότι μειώνεται η Θεία Κοινωνία τις άλλες μέρες. Όπως είπαμε για το φαγητό, κάθε μερα τρώμε και χορταίνουμε. Αλλά σε μιά γιορτή φροντίζουμε να το χαρούμε ακόμη περισσότερο το φαγητό που θα φάμε.


Προετοιμασία για τη χριστουγεννιάτικη Θεία Κοινωνία

Όλοι ετοιμάζονται να κοινωνήσουν τα Χριστούγεννα και πολύ καλά κάνουν. Ει δυνατόν να μη μείνει κανένας χριστιανός που να μην κοινωνήσει προπαντός τις μεγάλες γιορτές: τα Χριστούγεννα, τα Θεοφάνεια, το Πάσχα. Γι’ αυτό όλοι πρέπει να ετοιμασθούν οπωσδήποτε με τη μετάνοια, με την εξομολόγηση, με την κάθαρση κλπ. Αλλά θα ήθελα να τονίσω σήμερα, να το σκεφθούμε ότι «θα κοινωνήσω τα Χριστούγεννα». Είναι η χριστουγεννιάτικη Θεία Λειτουργία, είναι η χριστουγεννιάτικη γιορτή, είναι η χριστουγεννιάτικη Θεία Κοινωνία. Επομένως, ας ετοιμασθώ λίγο καλύτερα, ας το σκεφθώ λίγο περισσότερο, ας το μελετήσω, ας δώσω λίγο περισσότερο την καρδιά μου, ας το χαρώ λίγο περισσότερο, ας το ποθήσω λίγο περισσότερο.

Τον άλλο καιρό ίσως δεν μπορείς, ας πούμε, να κάνεις ορισμένα πράγματα. Φρόντισε αυτή την ημέρα και σε κάθε γιορτή να έχεις όσο το δυνατόν καθαρή καρδιά, να είσαι όσο το δυνατόν συμφιλιωμένος με όλους, να μην είναι κανείς στενοχωρημένος, λυπημένος μαζί σου. Όχι μόνο εσύ να μην είσαι τσακωμένος με κανέναν, αλλά και άλλος να μην είναι λυπημενος μαζί σου. Να φροντίσεις, όσο εξαρτάται από σενα, να φύγει από τη μέση η λύπη, η στενοχώρια. Να διαβάσεις ίσως κάποιο βιβλίο το οποίο μιλάει για τη Θεία Κοινωνία, να διαβάσεις την ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως, να προσευχηθείς λίγο περισσότερο.

Αν μπορέσεις να βρεις λίγο χρόνο, έστω λίγα λεπτά, να αποσυρθείς κάπου. Και ένα λεπτό να το κάνει κανείς. Δεν θα βρει ένα λεπτό; Ένα λεπτό να καθίσεις έτσι ειδικά γι’ αυτόν τον λόγο, να μείνεις μόνος με μόνο τον Θεό και να σκεφθείς: «Θεέ μου, εγώ θα έλθω να κοινωνήσω». Όσο μπορεί να το κάνει κανείς και να μελετήσει το μυστήριο. Να προδιαθέσει την ψυχή του, την όλη ύπαρξή του για το μεγάλο αυτό δείπνο, για το μεγάλο αυτό τραπέζι, για τη Θεία Κοινωνία, τη γιορτινή Θεία Κοινωνία, τη χριστουγεννιάτικη Θεία Κοινωνία.

Δεν έχει τίποτε παραπάνω αυτή η Θεία Κοινωνία από τις άλλες ούτε οι άλλες είναι υποδεέστερες από αυτήν, αλλά ανθρωπίνως όμως μπορούμε, όπως κάνουμε για το κοινό τραπέζι, κάτι περισσότερο να κάνουμε, για να νιώσουμε τη Θεία Κοινωνία των Χριστουγέννων πιο πολύ, για να τη γιορτάσουμε αυτή τη Θεία Λειτουργία, αυτή τη Θεία Κοινωνία πιο πολύ.

Μία απαραίτητη ενέργειά μας: η συμφιλίωση με όλους

Και όπως αντιλαμβάνεσθε, έρχεται στη συνέχεια ότι πρέπει να κάνει κανείς μερικά πρακτικότερα πράγματα. και βασικό είναι αυτό το οποίο μόλις προηγουμενως είπα: η συμφιλίωση με όλους. Όλοι να προσπαθήσουμε να βρούμε έναν τρόπο αυτές τις ημέρες, είτε με μιά καρτούλα είτε μ’ ένα δωράκι είτε μ’ ένα τηλέφωνο είτε μ’ έναν άλλο τρόπο, ας πούμε, να ξεπεράσουμε τα αγκάθια, να ξεπεράσουμε όλα εκείνα τα οποία δηλητηριάζουν την ψυχή μας, όλες εκείνες τις καταστάσεις που μας κάνουν να έχουμε μέσα μας την πικρία, να έχουμε μέσα μας μια στενοχώρια.

Να γλυκάνουμε την ψυχή μας με τη φιλία, με την αγάπη, με τη συμφιλίωση, με την τακτοποίηση. Και αυτό μπορεί ν’ αρχίσει και πρέπει ν’ αρχίσει πρώτα από το σπίτι, πρώτα από τους ίδιους τους δικούς μας. Να κάνουν οι γονείς μια συγκατάβαση στα παιδιά και να συμφιλιωθούν. Να κάνουν επίσης τα παιδιά μια συγκατάβαση και να συμφιλιωθούν με τους γονείς. Ο σύζυγος με τη σύζυγο… Βέβαια, μένουν στο ίδιο σπίτι, μιλάνε, τρώνε μαζί κλπ., αλλά όλο και κάτι υπάρχει μέσα τους. Μια ευκαιρία καλή· Χριστούγεννα είναι. Να κυλήσει πραγματικά η αγάπη. Να δοθεί πραγματικά η αγάπη από τον ένα στον άλλο. Να βασιλεύσει η αγάπη, να μονοιάσει όλους η αγάπη, να τους φιλιώσει όλους, να τους κάνει να νιώσουν ότι είναι όλοι παιδιά του Θεού.

Ποιος μπορεί να πει «εγώ είμαι καλύτερος από τον άλλο»; Ποιος μπορεί να σταθεί και να πει ότι «είμαι λιγότερο αμαρτωλός από τον άλλο»; Ποιος, ποιος; Άγιος να είναι κάποιος, ενώπιον του Θεού, σε σύγκριση με τον μεγαλύτερο αμαρτωλό, δεν μπορεί να πει «εγώ είμαι άγιος κι εσύ είσαι αμαρτωλός». Ο Θεός είναι εκείνος ο οποίος βγάζει την κρίση για τον καθένα. Εμείς ενώπιον του Θεού είμαστε όλοι πλάσματά του, όλοι εν αμαρτίαις, όλοι με τα λάθη μας, όλοι με τους εγωισμούς μας και επιστρέφουμε σ’ αυτόν με ταπείνωση, με απλότητα και ζητούμε τη συγχώρηση. Και πάντοτε μας υπενθυμίζει ο Κύριος και μας λέει ότι πρέπει μεταξύ μας να συμφιλιωθούμε, ότι πρέπει να αγαπήσουμε ο ένας τον άλλο.

Επομένως, όλο και θα βρούμε -θέλω να τονίσω τα πρακτικά- έναν τρόπο, έναν γλυκό λόγο, ένα δωράκι, όπως είπαμε -το οποίο αυτό καθ’ εαυτό μπορεί να μην έχει καμιά άξια- μιά καρτούλα που θα γράψεις δυο λέξεις, για να συμφιλιωθούμε ακόμη και μέσα στο σπίτι. Πρέπει να βάλεις κατά μέρος το θέλημά σου, να βάλεις κατά μέρος τον εγωισμό σου, να βάλεις κατά μέρος το πικάρισμά σου, να βάλεις κατά μέρος το ότι είσαι θιγμένος. Επίσης, μιά εκδούλευση να κάνεις στον άλλο, μια χάρη να κάνεις στον άλλο. «Ασ’ το, μπαμπά -να πει το παιδί- θα το κάνω εγώ αυτό· μη στενοχωριέσαι, το αναλαμβάνω εγώ»· και να ξενοιάσει ο άνθρωπος. Μπορεί μετά να μη δει διαφορετικά το παιδί αυτό; Όπως επίσης από την πλευρά τους ο μπαμπάς, η μαμά, να πουν: «Καλά, παιδί μου. Χριστούγεννα έρχονται. Προσπάθησε κι εσύ κι εμείς να μη στενοχωρεί ο ένας τον άλλο. Να περάσουμε γλυκύτερες αυτές τις ημέρες, κάπως καλύτερα αυτές τις ημέρες».

Δεν μπορούμε να συμβιβάσουμε τα ασυμβίβαστα

Εφόσον έτσι έχουν τα πράγματα για μας, άλλοι όμως δεν τα δέχονται έτσι, περιττό να πούμε ότι κάπως αλλιώτικη θα ‘ναι η ζωή η δική μας. Να το προσέξουμε αυτό, σας παρακαλώ. Δεν θα σηκωθούμε να φύγουμε. Θα ζήσουμε ανάμεσα στους άλλους. Μέσα στις πόλεις που ζουν οι άλλοι, κι εμείς. τα ίδια καυσαέρια, κι εκείνοι κι εμείς. Τα ίδια πάνε, έλα κλπ. Όλα αυτά θα ‘ναι τα ϊδια, αλλά τελικά όμως δεν μπορούμε, ας πούμε, να συμβιβάσουμε και να συνδυάσουμε τα ασυμβίβαστα και τα ασυνδύαστα.

Δεν μπορείς δηλαδή από το ένα μέρος τάχα να σκέπτεσαι για τα Χριστούγεννα, για τη γιορτή των Χριστουγέννων, για τη Γέννηση του Χριστού, για το μεγάλο αυτό γεγονός, για τον ερχομό του ίδιου του Θεού στη γη για τη σωτηρία των ανθρώπων, και από το άλλο μέρος να σκέπτεσαι σε ποιο μέρος θα πας να κάνεις το ρεβεγιόν σου ή να κάνεις άλλες κοσμικές εκδηλώσεις. Δεν γίνεται. Πώς να το κάνουμε; Είναι ένα λάθος αυτό. Εντάξει· όσοι θέλουν να πάνε να κάνουν εκείνο, να κάνουν εκείνο. Όμως, άμα εσύ θέλεις να είσαι χριστιανός, να ξέρεις ότι δεν μπορούν να γίνουν και τα δύο. Ένα από τα δυό καρπούζια θα κρατήσει κανείς στη μασχάλη· και τα δυό δεν γίνεται. Κι όσοι τυχόν το επιχειρούν αυτό, τελικά χάνουν και τα δύο. Επομένως, και θα νηστεύσουμε.

Θ’ ακούσετε να λένε «τι νηστείες και τι εγκράτεια…». Ας τα λένε. Εκείνοι αυτό νομίζουν ότι είναι το σωστό. Αλλά όποιος όμως πιστεύει στον Χριστό, πιστεύει στην Εκκλησία και θέλει να γνωρίζει πώς έχουν τα πράγματα, να ξέρει ότι θα νηστεύσει. και θα νηστεύσουμε και θα αποφύγουμε τα κοσμικά και θα πάμε στην εκκλησία, που είναι το πρώτο και κύριο. Δηλαδή πώς μπορείς να δικαιολογηθείς ως χριστιανός να είναι Κυριακή πρωί και προπαντός να είναι γιορτές και εσύ να απουσιάζεις;

Το θέμα είναι να βρεθούμε μέσα στο μυστήριο

Στη Θεία Λειτουργία, όπως έχουμε πει, έχουμε όντως τον Χριστό, έχουμε όντως όλη τη ζωή του, έχουμε τη Γέννησή του, τη διδασκαλία του, το κήρυγμά του, έχουμε τον θάνατό του, την Ανάστασή του. Μέσα στη Θεία Λειτουργία, μέσα στο μυστήριο αυτό. Αυτό θα πει Θεία Λειτουργία, και συ κάθεσαι και κοιμάσαι; Και γιατί κοιμάσαι; Διότι ξενύχτησες στο ρεβεγιόν, διότι ξενύχτησες στην τράπουλα. Δεν γίνεται. Όπως είπαμε, όποιος θέλει να κάνει εκείνα, να τα κάνει. αλλά δεν μπορούν να συμβιβαστούν αυτά τα πράγματα. Θα σηκωθείς λοιπόν και θα πας στην εκκλησία. για πολλούς και διαφόρους λόγους Αν δεν μπορείς να πας όλη την ώρα, να πας όση ώρα μπορείς. Τουλάχιστον στη Θεία Λειτουργία.

Και με την ευκαιρία αυτή θα ήθελα να πω ότι σε μια κοσμική γιορτή, σε μιά εκδήλωση κοσμική, φροντίζει κανείς να πάει από τους πρώτους και για να πιάσει θέση, αλλά και για να μη χάσει τίποτε από την αρχή. Να τα δει όλα, να τ’ ακούσει όλα κλπ. Γιατί να μην πας, να μη φροντίσεις να πας εσύ που μπορείς, όποιος μπορεί -όποιος δεν μπορεί…- από την αρχή; Μην πεις: «Τι ώρα αρχίζουν τα Χριστούγεννα;» Στις 5 η ώρα. «Τι ώρα τελειώνουν;» Στις 8-8:30. «Εγώ θα πάω κατά τις 7:30».

Γιατί να μην πας από την αρχή ν’ ακούσεις τα πρώτα τροπάρια, «Δεύτε ίδωμεν πιστοί πού εγεννήθη ο Χριστός, ακολουθήσωμεν…»; Πώς θα τα ακούσεις αυτά; Θα πας ύστερα να βάλεις το ραδιόφωνο να τα ακούσεις από το ραδιόφωνο ή να τα ακούσεις από την κασέττα; Καλές είναι οι κασέττες, για να εξυπηρετούν κλπ., αλλά όμως δεν μπορούν οι κασέττες και το ραδιόφωνο να αντικαταστήσουν το μυστήριο. Δεν είναι μόνο να ακούσουμε τα τροπάρια. Το θέμα είναι να βρεθούμε μέσα στο μυστήριο. Η όλη λατρεία είναι μυστήριο και ειδικότερα η Θεία Ευχαριστία. Η Θεία Λειτουργία είναι πηγή για όλη τη λατρεία.

Από τη στιγμή που ο ιερέας θα πει «Ευλογητός ο Θεός…» και θ’ αρχίσει πρώτα η λιτή και στη συνέχεια ο όρθρος, μπήκαμε μέσα στο μυστήριο της λατρείας. Και όταν ψάλλεται «Δεύτε ίδωμεν πιστοί…», δεν είναι απλώς ότι το ακούμε, που πρέπει να το ακούσουμε, γιατί είμαστε λογικά όντα, αλλά είμαστε μέσα στο μυστήριο αυτό της λατρείας. και αν είναι ανάλογη η στάση της ψυχής μας, πράγματι σαν να είμαστε στον δρόμο προς τη Βηθλεέμ που γεννήθηκε ο Χριστός και πάμε όντως να δούμε εκεί στη φάτνη το νήπιο και να σπαρταρήσει η ψυχή μας, ας πούμε, από την ουράνια επίσκεψη, από τη χαρά, από τον εξαγνισμό, από την κάθαρση, από τον φωτισμό, από όλα εκείνα τα οποία θα γίνουν μέσα μας. Θα πας και την πρώτη ημέρα των Χριστουγέννων και τη δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων και την τρίτη -όποιος μπορεί – και την Πρωτοχρονιά.

Θα πιέσουμε τον εαυτό μας. Δεν γίνεται αλλιώς

Και να μου επιτρέψετε να πω: όποιος θέλει να είναι χριστιανός, χριστιανός αληθινός, όποιος πιστεύει στον Χριστό, πιστεύει στην Εκκλησία και θέλει να έχει μέσα του τον Χριστό, όποιος θα κοινωνήσει, θα πάρει μέσα του το σώμα και το αίμα του Χριστού, όποιος αναθέτει την ελπίδα του στον Χριστό και το παν γι’ αυτόν είναι ο Χριστός, όποιος θέλει έτσι να ζει, και από το άλλο μέρος νομίζει ότι πρέπει να παίξει χαρτιά το βράδυ του αγίου Βασιλείου, να με συγχωρήσει, αλλά δεν ξέρει τι κάνει και δεν ξέρει τι λέει και δεν ξέρει τι πιστεύει. Αυτό καθεαυτό, ας πούμε, το χαρτοπαίγνιο είναι κακό, αλλά εφόσον το κάνουν και γι’ αυτόν το λόγο, είναι δυό φορές κακό, τρεις φορές κακό, δέκα φορές κακό. Ας τα έχουμε υπόψιν μας, γιατί διαπιστώνω ότι υπάρχουν χριστιανοί που θέλουν να είναι με τον Χριστό, αλλά να μην αφήσουν κι εκείνα κει τα πράγματα. Δεν γίνεται. Τα κοσμικά είναι κοσμικά. Οι άνθρωποι που θέλουν ν’ ακολουθήσουν εκείνον τον δρόμο, ας τον ακολουθήσουν. Δεν θα τα βάλουμε μαζί τους.

Το Ευαγγέλιο λίγο-πολύ είναι γνωστό σε όλη την οικουμένη. Ακόμη και στην Κίνα έχει φθάσει το Ευαγγέλιο και στην Ιαπωνία και στις Ινδίες και σ’ όλη την Ασία αλλά και στις άλλες ηπείρους. Παντού έχει φθάσει το Ευαγγέλιο. Όποιος θέλει το πιστεύει, όποιος θέλει το ακολουθεί. οποίος δεν θέλει… Πολύ περισσότερο εμείς εδώ. Κανέναν δεν πρέπει να αναγκάσουμε, κανέναν δεν πρέπει να πιέσουμε. Τον μόνο που πρέπει να πιέσουμε, εάν θέλουμε, είναι ο εαυτός μας· αλλά εάν θέλουμε. Όμως πρέπει να ξέρουμε ότι, αν θέλουμε να γίνουμε του Χριστού, δηλαδή το ποθούμε, θα πιέσουμε τον εαυτό μας. Δεν γίνεται αλλιώς. «Η βασιλεία του Θεού βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν».

Μερικοί νομίζουν ότι απλώς που πίστευσαν, πόθησαν, θέλησαν, απλώς που επιθυμούν να γίνουν του Χριστού, θα γίνει αυτό. Όχι· θα καθίσεις κάτω. Δυσκολεύεσαι να νηστεύσεις, όμως θα νηστεύσεις. Δυσκολεύεσαι να πας νωρίτερα στην Εκκλησία, όμως θα πας. Δυσκολεύεσαι να προετοιμασθείς κλπ., όμως θα το κάνεις αυτό. Δυσκολεύεσαι να φροντίσεις να μάθεις τι είπε ο Κύριος, τι θέλει ο Κύριος από σένα, δυσκολεύεσαι να προσπαθήσεις να εφαρμόσεις ό,τι είπε ο Κύριος. Όμως να το πάρεις έτσι: «Δύσκολο, ξεδύσκολο, αφού το θέλει ο Θεός μου, αφού εγώ τον αγαπώ, όλα θα τα κάνω για την αγάπη αυτή». Κάπως έτσι.

Να μη σας κουράζω, αδελφοί μου, περισσότερο. Κοντά στα όσα έχουμε πει άλλες φορές, στα όσα ξέρετε μόνοι σας ή κι από αλλού, στα όσα διαβάζετε και θα διαβάσετε αυτές τις ημέρες, ας έχουμε κι αυτά υπόψιν μας, και έτσι να μας βοηθήσει όλους ο Θεός πραγματικά να γιορτάσουμε κάπως καλύτερα Χριστούγεννα φέτος με την Χάρι του και τη βοήθειά του.

 http://paterikakeimena.blogspot.com/

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2015

Όλος ο αγώνας μας γίνεται για ένα…γράμμα.......το Pο!



 



Κάπου στο Άγιον Όρος, ένας ασκητής φορούσε ένα χιλιομπαλωμένο, σχεδόν κουρελιασμένο ζωστικό και στην διάρκεια της ολιγόλεπτης συζήτησης με την συντροφιά κάποιων νέων ανθρώπων πήρε ένα θραύσμα από κεραμίδι που βρισκόταν πεταμένο στο χώμα κι έγραψε πάνω σε μια πέτρα την λέξη “άγριος”. Κατόπιν έσβησε το “ρ” κι απόμεινε το “άγιος”. «Όλος ο αγώνας μας», είπε, «όσων ερχόμαστε στο Άγιον Όρος είναι να διώξουμε αυτό το ρο μεταμορφώνοντας βαθμιαία τον άγριο κοσμικό εαυτό μας σε Άγιο»!


 http://www.pemptousia.gr

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2015

Άγιος Αρσένιος και π. Παΐσιος- απο το Μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος


ΑΓΙΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΚΑΠΠΑΔΟΚΗΣ. ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΑΙΣΙΟ.


Βίος Αγίου Αρσενίου του Καππαδόκου


Ο βίος του Αγίου Αρσενίου του Καππαδόκου. Διαβάζει μοναχή από το Ιερό Ησυχαστήριο Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και Αρσενίου του Καππαδόκου της Σουρωτής, όπου εκεί βρίσκεται και ο τάφος του Αγίου Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου.





Δημοφιλείς αναρτήσεις