Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014

Ο επικήδειος λόγος μιας ψυχής, και η ομολογία της στα 30 χρόνια της αρρώστιας της…


Μια κοπέλα αδελφοί μου, που την έλεγαν Δήμητρα, ήταν για 35 ολόκληρα χρόνια στο κρεβάτι του πόνου, από βαριά μυασθένεια και μορφές καρκίνου, από τα 12 της χρόνια μέχρι και τα 47 που εκοιμήθη, στο Άσυλο Ανιάτων.

Πότε, στο κρεβάτι ανάσκελα οριζοντιωμένη και ακίνητη, και πότε στο αναπηρικό καροτσάκι, γεμάτη από σίδηρα. Οι πόνοι φρικτοί σε όλο το σώμα που εξελίσοντο σχεδόν κάθε μέρα σε ένα ατέλειωτο μαρτύριο.

Κάπου βρέθηκαν κάποιες σημειώσεις της, στη συμπλήρωση των 30 χρόνων, από την βαριά της αρρώστια, από το 1965 μέχρι το 1995. Βέβαια εκοιμήθη 4 χρόνια αργότερα,  το ’99.



Δήμητρα Κόντου – Άσυλο Ανιάτων Πατρών

Θα αρχίσω όμως από κείνο που άφησε ως παρακαταθήκη, για να διαβαστεί την ημέρα της κηδείας της. Και ύστερα θα δούμε τις προσωπικές της σημειώσεις, επί τη συμπληρώσει των 30 ετών της ασθενείας της. Γράφει λοιπόν στον επικήδειο:

” …Θρήνου, ο καιρός πέπαυται.
Μη κλαίετε.
Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, Άδου την καθαίρεσιν, άλλης βιοτής, και σκιρτώντες υμνούμεν τον αίτιον. (Αυτό είναι από τον αναστάσιμο κανόνα).

Τον αίτιον της βαθειάς χαράς και ευτυχίας μου, της χαρμοσύνου επί γης πορείας μου, και της εν ουρανοίς ακαταπαύστου δοξολογίας μου.
Υμνώ τον αίτιο της επί γης ζωής μου και της εν ουρανοίς ζωής μου.
Σήμερον τον δρόμον τετέλεκα.
Σήμερα ο κοπετός μου μετεστράφη εις χαράν και το δάκρυ μου σε αγαλλίαση.

Σήμερα έπεσαν οι χειροπέδες της αιχμαλωσίας μου και γίνομαι ελεύθερη.
Η ξενιτιά μου τελείωσε, οι αλυσίδες της δουλείας μου έσπασαν και παίρνω το δρόμο για την ουράνια πατρίδα μου.
Ο πατέρας ( Θεός) βγήκε στο σταυροδρόμι και περιμένει τον ερχομό του παιδιού του.
Περιμένει να φθάσει και καυτερό να αδειάσει το πατρικό του φιλί επάνω του.
Παιδί φτασμένο από τα ξένα, θα ξεχυθεί στην αγκαλιά του να πει τα μυστικά του. Σήμερα η άπολις γίνεται πολίτης, δηλαδή ουρανοπολίτης.

Η μάνα γη δίνει τον φιλοξενούμενόν της στην αγκαλιά του ουρανού.
Σήμερα με ευγνωμοσύνη χαιρετώ την ξενοδόχον γη μου, που τόσα χρόνια στοργικά κρατούσε στους κόλπους της το ξενιτεμένο παιδί του πατέρα.
Ω τρανή μου στιγμή και ημέρα, που νοσταλγικά τόσα χρόνια σε καρτερούσα, ήλθες!
Σήμερα έαρ μυρίζει.
Ήλθε αιώνια παντοτινή μου άνοιξη.

Διαλύθηκαν τα μαύρα σύννεφα της βαρυχειμωνιάς.
Σταμάτησαν οι παγωνιές και τα αγριοκαίρια.
Ανέτειλεν ο ήλιος της δικαιοσύνης.

Σήμερα το σκότος μου έγινε φώς!
Η σιωπή μου σάλπιγγα δοξολογίας και η ανημποριά μου δύναμις.
Χαράς τα πάντα πεπλήρωκε.
Έφθασα στο σπίτι μου.
Χαρείτε αδέλφια την τρανή γιορτή.

Ανάσταση είναι. και η ψυχή δεν νοιώθει τώρα μοναχή καθώς χθες και πρώτα.
Ανέστη Χριστός και ζωή πολιτεύεται!
Χαρείτε αδέλφια μου και ελάτε μαζί τη δόξα να γευθούμε και μέσα στην αγκαλιά του Ουράνιου Πατέρα να ξαπλωθούμε και να ξεκουραστούμε.
Αμήν¨”.


Εδώ τελείωσε η νεκρώσιμη εξομολόγησή της. Ένα τέτοιο θάνατο θα ήθελα για τον εαυτό μου αδελφοί μου, σεις που με ακούτε αυτή τη στιγμή, πιστεύω όμως πως και σείς θα τον θέλετε. Με τέτοια δοξολογία, με τέτοια χαρά, με τέτοια ευγνωμοσύνη.

Αλλά ένας τέτοιος γλυκύτατος και Παραδεισένιος θάνατος, έχει πίσω στη ζωή πολλούς πολλούς σταυρούς. Αν τους σηκώσουμε μέχρι το τέλος, μέχρι τον Γολγοθά, μαζί με τον Χριστό, και τηρώντας το Πανάγιό Του θέλημα, συμμετέχοντες στα Άγια Μυστήρια, και καλλιεργώντας την ταπείνωση και την μετάνοια την καθημερινή και την αληθινή, ασφαλώς και για μας θα είναι ανοικτή η αγκαλιά του Θεού Πατέρα.

Ας έλθουμε όμως και στις προσωπικές της σημειώσεις, που και η ίδια τις έγραψε, όπως προηγουμένως και τη νεκρώσιμη, για την συμπλήρωση 30 ετών βαριάς μυασθένειας. Γράφει:

“Ο Θεός μου και ο μαρτυρικός μου Σταυρός είναι το ίδιο πράγμα. Το ένα γλυκύτερον του άλλου. Και γι’ αυτό δε ζήτησα ποτέ να μου τον πάρει…”
Τώρα να ρωτήσω εγώ κάτι: Πόσοι από μας δεν γογγύζουμε και δεν παραπονούμεθα κάθε μέρα για το σταυρό ή για τους σταυρούς που μας έχει δώσει δήθεν ο Θεός, πόσες φορές δε γογγύζουμε για τις αρρώστιες μας, τις στεναχώριες μας, τα βάσανά μας, τις αδικίες και τόσα άλλα που έχουμε μέσα στη ζωή;

Ποιος από μας ευγνωμονεί για το σταυρό που φέρει και σηκώνει κάθε μέρα;
Αλλά συνεχίζουμε όμως…

“….Δεν δοκίμασα τη γεύση της πικρίας του πόνου.
Δε με προβλημάτισε και δεν μου δημιούργησε στεναχώρια και ποτέ δεν αισθάνθηκα άρρωστη μόνο.
Δεν έσυρα το βήμα απλώς υπομονετικά, τούτο καθόλου δεν μου άρεσε.
Την ήθελα χαρούμενη την πορεία μου και έτσι την βάδισα.
Ήταν ένα γλέντι, ένα πανηγύρι, ένα χαρούμενο τρέξιμο μέσα στην ακινησία μου.”

Να κάνω πάλι παρένθεση: Στο σταυρό της το φοβερό, η Δήμητρα δεν έκανε απλώς μόνον υπομονή, αλλά τον θεωρούσε και τον ζούσε σαν γλέντι και πανηγύρι ουράνιο. Άρα γε ποιος από μας νοιώθει το σταυρό της ζωής του γλέντι και πανηγύρι; Δεν ξέρω. Δεν ξέρω αν θα μπορούσε να το πει κανείς, πιστεύω όμως ότι κάτι τέτοιες ψυχές σαν τη Δήμητρα θα κρίνουν πολλούς από μας.Και συνεχίζουμε.

” Δεν ένοιωσα ποτέ το Θεό μακριά μου.
Μου ήταν ο γλυκύτατός μου και ο κατά-δικός μου πατέρας.
Και ποτέ μόνη μου δεν περπάτησα την πονεμένη και τραχιά πορεία μου.
Πάντα στην αγκαλιά Του. Στα γόνατά Του. Στις χούφτες Του τις Πατρικές.
Έτσι ένοιωθα.
Ποτέ δεν είδα το γιατρό, το νοσοκομείο, τα φάρμακα με μάτι εχθρικό.
Ποτέ δεν αντιστάθηκα σε ό,τι μου ζητήθηκε για εξετάσεις, έστω κι αν αυτό μου στοίχιζε πόνους πολλούς.

Με ηδονή και γλυκύτητα αγκάλιαζα και καταφιλούσα τα οδυνηρά μου μηχανήματα, που πάρα πολλές φορές η ιατρική τα χρησιμοποίησε πάνω μου.
Ποτέ δεν βαρέθηκα το κρεβάτι του πόνου μου, μου γλύκανε όλο μου το είναι, γι’ αυτό με σεβασμό, με δέος και ευγνωμοσύνη το αγκάλιαζα και το καταφιλούσα.
Σαν μια ιερή διακονία ανάλαβα να φέρω εις πέρας την ασθένειά μου, ήμουν ο ασθενής και ο διακονών αυτή.
Πάντα είχα μέσα μου τον λόγον του Αποστόλου Παύλου, «την διακονία σου πληροφόρησον».

Η ως τώρα πορεία μου στη γη έχει έντονο το αίσθημα του εξόριστου διαβάτη της ξενιτιάς.
Τα πόδια μου τα ανάπηρα στη γη, αλλά τα μάτια μου, η καρδιά μου, ο νούς μου, ήσαν τραβηγμένα ψηλά στον ουρανό.
Με έλιωνε το αγνάντεμα.
Σαν το απογεγαλακτισμένο πρόβατο κάρφωνα τα μάτια μου στη γλυκιά πατρίδα.
Ποτέ δεν αισθάνθηκα την ημέρα μου να μου είναι βαρετή και ατέλειωτη.
Παρά τους πόνους μου, όλα γύρω μου γιορτινά, όλα αναστάσιμα, όλα καινούργια.

Ποτέ και σε τίποτα δεν βρήκα δυσκολία στα θέματα γιατρός, φάρμακα, βοήθεια, άνθρωπος.
Πριν προλάβω να ζητήσω κάτι το είχα.
Η άπειρη αγάπη του Θεού με φύλαξε από άτοπες επιθυμίες.
Δεν μπήκε μέσα στην ψυχή μου ποτέ καμιά γήινη επιθυμία.
Με ηλέησε, με εσπλαχνίσθη.

Χόρτασε το πετσί μου πόνο, και πολλές φορές έκλαυσα από τους φρικτούς πόνους και σε αθυμία έπεσα.
Αλλά απηλλαγμένα αυτά της πικρίας, εκεί στο βάθος της ψυχής μου στάλαζαν οι γλυκασμοί και ουράνιες δροσοσταλίδες.
Και, -παρένθεση τώρα, άνθρωπος ήταν και η Δήμητρα, και ασφαλώς από τα βασανιστήρια των πόνων της να έκλαυσε, και έκλαψε. Η ψυχή της όμως είχε θεϊκή παρηγοριά και ουράνιες αποκαλύψεις.

Μόνο η καρδιά της γνώριζε το μέγεθος των αποκαλύψεων, που ασφαλώς θα ήσαν ανάλογες με την αγόγγυστη καρτερία που έδειξε, και τη δοξολογία που πρόσφερεστους πόνους και στην αναπηρία της.

Αυτά τα γνωρίζω από κοντά, διότι είχα την ευτυχία να την εξομολογήσω τρείς τέσσερεις φορές.
Και η Δήμητρα συνεχίζει:

– Το σώμα μου δεν το αγάπησα και ούτε του χαρίστηκα εν ονόματι της ανημποριάς του.
Του έδωσα τόσο όσο του έπρεπε για να συντηρηθεί.
Το διακόνησα με σεβασμό σαν άρρωστο, και αυτό που είχε ανάγκη του το έδωσα.
Ακουσίως στερήθηκε και τα στερήθηκε όλα, ακόμα και τα απαραίτητά του.
Πλεόνασε από παντός είδους κακουχία, αλλιώτικη πορεία από τούτη δε γνώρισε.

Γύρισε από ασθενοφόρο σε ασθενοφόρο, και από Νοσοκομείο σε Νοσοκομείο και από κρεβάτι σε κρεβάτι και από χέρια σε χέρια…
Ποτέ δεν εκπληρώθηκε το θέλημά μου.
Και αν ως άνθρωπος ήθελα κάποια στιγμή, αυτό το θέλω μου, μου το κατατεμάχιζε η μυασθένεια.
Είμαι δια παντός κάτω από τη δική της εξουσία, σαν ένα καθεστώς τυραννικό επάνω μου, που μου στέρησε και την παραμικρή ανάπαυση.

Όμως αυτό, με τίποτα δε με δυσκόλεψε να τρέξω προς την χαρά του πνεύματος, και πόσο μου άρεσε να τρέχω!
Δε θέλησα να περιοριστώ μονάχα μέσα στην ανημποριά μου, και αυτή να είμαι μόνο. Μια πορεία τριάντα χρόνων, σαν νάναι τριάντα μονάχα λεπτά.
Έτσι αισθάνομαι, μια πορεία μεστή, γεμάτη χαρμοσύνης και γλυκασμών.

Ευλογητός, ευλογητός ο Θεός για τούτη την ευτυχία,
Αύτη η κλητή και αγία ημέρα του 1965, – μέρα που την χτύπησε η αρρώστια …

http://fdathanasiou.wordpress.com/

ΜΙΑ ΑΦΑΝΗΣ ΑΓΙΑ...



 Σε μια κωμόπολη της βορείου Ελλάδος ζούσε μια κοπέλα τυφλή , ονόματι Ασπασία.

 Ήταν ορφανή, πολύ φτωχή και εγκαταλελειμμένη απ’ όλους γι’ αυτό και μεγάλωσε χωρίς να μπορέση να μάθη γράμματα.

Ήταν περίπου 18-20 ετών , όταν πέρασε κάποιος ιεροκήρυκας της μητροπολιτικής περιφερείας και την είδε, την πήρε μαζί του και την έβαλε στη Σχολή Τυφλών στη Θεσσαλονίκη κι έτσι έμαθε ανάγνωσι δια της αφής κατά το σύστημα των τυφλών.

Εν συνεχεία, αφού έμαθε καλώς να διαβάζη, της χάρισε και μια Καινή Διαθήκη , γραμμένη στην ίδια γλώσσα, στη γλώσσα των τυφλών. Άρχισε λοιπόν η κοπέλα να τη διαβάζη ψηλαφώντας τη με τα δάχτυλα. Κι όσο τη μελετούσε, τόσο και μάθαινε τι ήταν ο Χριστός και τι έκανε γι’ αυτήν προσωπικά καθώς και για ολόκληρο τον κόσμο. Και όσο μάθαινε, τόσο γαλήνευε και τόσο ειρήνευε η ταραγμένη της καρδιά.

Ο πόνος από τα τόσα βασανιστικά χρόνια που πέρασε, μαλάκωσε μέσα από τη μελέτη της Καινής Διαθήκης. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά γέμισε από χαρά και ειρήνη. Πλημμύρισε από ευτυχία. «Βρήκα τη χαρά, έλεγε. Τώρα άνοιξαν τα μάτια της ψυχής μου κι αν λείπουν τα μάτια του σώματος, δεν με πειράζει. Με τα μάτια της ψυχής μπορώ να δω όλο τον κόσμο». Έβλεπε το φως του Θεού σε κάθε Θεία Λειτουργία και εχαίρετο. ( Εμείς που είμαστε «ανοιχτομάτηδες» το βλέπουμε αυτό το Φως;…).

 Κάποτε όμως έπαθε μια φοβερή δερματική νόσο που επρόσβαλε ακόμη και τα χέρια της, τα οποία «κάηκαν» , με αποτέλεσμα να χάση από τα δάχτυλά της την αφή. Δεν μπορούσε πλέον να ψηλαφήση την Αγία Γραφή ούτε και κανένα άλλο ιερό βιβλίο. Η λύπη της και ο πόνος της ήταν απερίγραπτος . Έκλαιγε μέρα-νύχτα. Είχε χάσει τη δυνατότητα να παίρνη δύναμι και χαρά μέσα από το άγιο Βιβλίο. Της είχε μείνει όμως η προσευχή. Διότι, όταν ήταν στη Θεσσαλονίκη, στη Σχολή τυφλών ένας Αγιορείτης μοναχός, της δίδαξε τον τρόπο πώς να λέγη την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».

Έκανε λοιπόν πολλή προσευχή , για να δώση ο Ιησούς Χριστός μια καλή λύσι. Και ο Θεός απάντησε. Μια μέρα πήρε με λαχτάρα το ιερό Βιβλίο , την Καινή Διαθήκη, και το έφερε στο στόμα της, για να ασπαστή τα γράμματά του, που αυτά τα γράμματα , μας μεταφέρουν τη σοφία του Θεού, τη λύτρωσι και τη σωτηρία. Και τότε ανακάλυψε κάτι παράξενο: κατάλαβε ότι μπορούσε να διαβάζη την γραφή των τυφλών με τα χείλη της! Και ξαναγέμισε η ζωή της χαρά, που της την έδινε πάλι η μελέτη του λόγου του Θεού.

 Και μέσα απ’ αυτή την παράδοξη μελέτη, ήλθε η δοξολογία, ήλθε η ευχαριστία, ήλθε η ζώσα προσευχή. Μελετούσε και ύστερα έκανε προσευχή μετά δακρύων για όσους είχαν τα ίδια προβλήματα με σωματικές αναπηρίες και ασθένειες και ιδιαιτέρως προσευχή για όσους ήσαν τυφλοί στην ψυχή από την αμαρτία. Με την προσευχή της έβλεπε το θρόνο του Θεού και Τον παρακαλούσε και Τον ικέτευε για τους πτωχούς , τα ορφανά, τους ανέργους, τους αστέγους, για όλους τους ασθενείς. Για τους καλούς και τους κακούς, για τους αγαθούς και πονηρούς, για τους δικαίους και αδικουμένους, αλλά και για εκείνους που εξακολουθούν να αδικούν τον κόσμο… για τους άρχοντας και τους αρχομένους.

Όλοι τους να φωτιστούν κι όλοι τους να δουν το Φως το αληθινό, τον Χριστό, τον Σωτήρα του κόσμου! Κάποτε, αρρώστησε βαρειά. Εξομολογήθηκε για τελευταία φορά και κοινώνησε των αχράντων Μυστηρίων. Και ζήτησε την Καινή Διαθήκη, είπε να την ανοίξουν και ανοιχτή να της την ακουμπήσουν στα χείλη της. Άπλωσε τα χέρια της η Ασπασία και την κράτησε γερά, αλλά ξεψυχισμένα. Οι οικείοι της κατά Θεία Πρόνοια την άνοιξαν στο Α΄ κεφάλαιο του Ευαγγελιστή Ιωάννη. Και επαναλαμβάνοντας συνεχώς το «Εν αρχή ην ο Λόγος ,και ο Λόγος ην προς τον Θεόν», πέταξε η ψυχούλα της ψηλά στον ουρανό, ενώ συγχρόνως πλημμύρισε το δωμάτιό της με άρρητη γλυκύτατη ευωδία. Είναι κι αυτή μια αφανής Αγία!...

 Από το βιβλίο: «ΟΙ ΑΝΑΒΑΘΜΟΙ ΣΤΗΝ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΠΟΡΕΙΑ»ΠΡΩΤ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ Κ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑΣ 2011 ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΟΥ ΓΥΝ. ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΥ «ΤΟ ΓΕΝΕΘΛΙΟ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ»ΣΕΡΓΟΥΛΑ ΔΩΡΙΔΟΣ


http://www.agioritikovima.gr/

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2014

Συναξαριστής 8 Νοεμβρίου: Σύναξις των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ και των λοιπών Ασωμάτων και Ουράνιων Αγγελικών Ταγμάτων


Σύναξις των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ και των λοιπών Ασωμάτων και Ουράνιων Αγγελικών Ταγμάτων


Σήμερα η Εκκλησία τελεί σύναξη "εις τιμήν και μνήμην των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ και των λοιπών ασωμάτων και ουρανίων Δυνάμεων". Ανάμεσα στο Θεό και στον άνθρωπο είναι οι άγγελοι, που δημιουργήθηκαν από τον Θεό πριν από τον κόσμο και τον άνθρωπο, καθώς λέει η θεία Γραφή· "ότε εγενήθησαν άστρα, ήνεσάν με εν γφωνή μεγάλη πάντες άγγελοί μου". Το έργο των αγίων Αγγέλων είναι να υπηρετούν στη σωτηρία των ανθρώπων, όπως πάλι μας το λέει η θεία Γραφή· "πάντε εισί λειτουργικά πνεύματα εις διακονίαν αποστελλόμενα δια τους μέλλοντας κληρονομείν σωτηρίαν". Στην Αγία Γραφή βλέπομε τρεις αρχαγγέλους με τα ονόματά τους, τον Μιχαήλ, τον Γαβριήλ και τον Ραφαήλ, που εκτελούν διακονία για τη σωτηρία των ανθρώπων. Κάθε άνθρωπος - κάθε ευσεβής άνθρωπος - έχει τον Άγγελό του, "Άγγελον ειρήνης, πιστόν οδηγόν, φύλακα..." της ζωής και της ψυχής του, που τον φυλάγει και τον προστατεύει από κάθε κακό.


Βιογραφία
Κατά την Άγια Γραφή οι άγγελοι στέλνονται από το Θεό με μορφή ορατή (οι άγγελοι είναι αόρατα αγαθά πνεύματα κοντά στο, Θεό) σε σπουδαίες ιστορικές περιστάσεις, που πρόκειται να εκδηλωθεί ή να εκτελεσθεί κάποια μεγάλη θεία θέληση.

Τη σχέση, τώρα, που έχουν οι άγγελοι με το Θεό και τους ανθρώπους, καθώς και την αποστολή τους, βλέπουμε επίσης μέσα στην Αγία Γραφή. Και ιδιαίτερα, στους Ψαλμούς 33, στίχ. 8 και 90, στίχ. 10-12, στη δε Καινή Διαθήκη, Ματθ. ιη' στίχ. 10, καθώς επίσης και στην προς Εβραίους επιστολή, κεφ. α' στίχ. 14, όπου ο συγγραφέας αναφωνεί: «οὐχὶ πάντες εἰσὶ λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν;». Δηλαδή, δεν είναι όλοι οι άγγελοι πνεύματα υπηρετικά, τα όποια ενεργούν όχι από δική τους πρωτοβουλία, αλλά αποστέλλονται από το Θεό για να υπηρετήσουν εκείνους που μέλλουν να κληρονομήσουν την αιώνια ζωή;

Επικεφαλής των αγγελικών δυνάμεων είναι οι αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ. Τον Μιχαήλ συναντάμε στην Παλαιά Διαθήκη. π.χ. όταν ο Αβραάμ μέλλει να θυσιάσει τον Ισαάκ, στον Ιησού του Ναυή, στον Ηλία, στον Λώτ, για να τον σώσει όταν ο Θεός αποφάσισε να καταστρέψει τα Γόμορα, στον Πατριάρχη Ιακώβ, στον μάντη Βαρλαάμ και άλλου. Επίσης ο Μιχαήλ, ήταν αυτός που οδήγησε το λαό του Ισραήλ στη φυγή από την Αίγυπτο. Τον Γαβριήλ συναντάμε στην Καινή Διαθήκη, όπως στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και άλλου. Στην μνήμη, λοιπόν, των αποστολών και του έργου πού επιτελούν οι άγγελοι, η Εκκλησία μας όρισε τη γιορτή της 8ης Νοεμβρίου.



.

Ο Ζωντανός Αρχάγγελος Μιχαήλ στο Μανταμάδο της Λέσβου ........


Δεν θα κουραστώ να ομολογώ την ολιγοπιστία και τον ορθολογισμό μου, επειδή αυτό η εντιμότητα, επιβάλλει...

Λοιπόν, με τον Αρχάγγελο Μιχαήλ, κανένα πάρε δώσε, ποτέ μου- μέχρι πριν λίγα χρόνια- δεν είχα.

Σύμφωνοι.

Τον σεβόμουνα, όπως με μάθανε ότι πρέπει να σέβομαι τους Αγίους Αγγέλους, αλλά -κατά την ταπεινή μου πάντα αντίληψη-την από τον ορθολογισμό τού εικοστού αιώνα βαθύτατα διαποτισμένη- οι Άγγελοι υπήρχαν σε κάποια άλλη διάσταση, αόρατοι, αυτοί τις δουλειές τους, εμείς τις δικές μας δουλειές και ουδεμία παρέμβαση στα προσωπικά μας-το καλό που τους θέλω!

Δεν πήγαινα γυρεύοντας, λοιπόν, για ιστορίες με Αγγέλους και άλλα περίεργα, αλλά η ιστορία, ήρθε γυρεύοντας αυτή, και με βρήκε!

Ήμουν φιλοξενούμενη στην Αμερική,το 1986 στο σπίτι ενός Έλληνα πανεπιστημιακού ερευνητή- μηχανικού στους υπολογιστές- απ' τη Λέσβο.

Πάνω σε διάφορες συζητήσεις που κάναμε μεταξύ τυρού και αχλαδίου, μάς είπε, ο οικοδεσπότης -ο οποίος με παπάδες και εκκλησίες δεν καλλιεργούσε και τη θερμότερη σχέση,δεδομένου ότι το ένα παιδί του- από θυμό για τη συμπεριφορά κάποιων φιλοχρήματων ρασοφόρων , που κάναν Μυστήρια με..ταρίφες- το άφησε αβάφτιστο:

-Έχουμε κοντά στο χωριό μου, στο νησί,μια φοβερή ανάγλυφη μορφή του Ταξιάρχη,φτιαγμένη γύρω στα 900 μ.Χ. απο αίμα σφαγμένων καλογέρων και αργιλόχωμα, για την οποία λένε-εγώ δεν την έχω δει-ότι άμα προσευχηθείς μπροστά της-ζητώντας μια χάρη και σε ακούσει- λένε λέω, ότι η μορφή του στην εικόνα, αλλάζει χρώμα και απο μαυριδερή,παίρνει άλλη απόχρωση, μέχρι και κοκκινίζει!

-Άντε ρε! Δεν συμβαίνουν τέτοια πράγματα, αν είναι δυνατόν! σχολίασα, εντυπωσιασμένη μεν, άπιστη δε,και η όλη κουβέντα σε αυτό το σημείο, έλαβε τέλος...

Εντάξει,λατρεμένο μου...

Πιστεύω στο Χριστό και στην Αγία Του Ανάσταση, ναι, αλλά όχι και ιστορίες τώρα για
αγ(ρ)ίους, τραβηγμένες απ' τα μυαλά αγράμματων χωρικών, μην τρελαθούμε!


Μορφωμένοι άνθρωποι ήμασταν επιτέλους, δεν είχα καταντήσει καμιά χαζή σαλογραία, για Όνομααα!

Κοντολογίς- χωρίς καμία τύψη το έκανα- τοποθέτησα την αφήγηση του φίλου, στις λαογραφικές δοξασίες που κυκλοφορούν απο στόμα σε στόμα- περισσότερο για να τρομάζουν τα μικρά τα παιδάκια και, λιγότερο επειδή διαθέτουν, όντως, υπόσταση...

Το δηλώνω εντίμως!

Κανένας καημός για προσωπική σχέση, ή θαύματα με τον Ταξιάρχη, δεν μου προέκυπτε!

Αυτή ήταν όλη η κουβέντα και μέχρι την επόμενη μέρα, σχεδόν την είχα ξεχάσει...

Λίγα χρόνια,όμως, αργότερα,το σκηνικό με τον Ταξιάρχη, ξαναζωντάνεψε, ως ακολούθως:

Ο πατέρας μου, είχε ένα φίλο-συνάδελφο που αρρώστησε από το συκώτι του, άσχημα.

(Έπινε; δεν έπινε; είχε ηπατίτιδα; δεν είχε; γιατρέ μου θα σε γελάσω...)

Ο φίλος- μεσήλικας- κατά τους θεράποντες που έβλεπαν την άθλια κλινική εικόνα- ήταν σε αξιοδάκρυτη κατάσταση και... μέτραγε ...μέρες.

Βρισκόταν στα τελευταία του.

Η γυναίκα του η Μαίρη, είχε ετοιμάσει για την κηδεία τα μαύρα της ρούχα, ο άντρας της σε κακό χάλι, κρεβατωμένος, με μια τεράστια κοιλιά τούμπανο, πρησμένος - σαν εννιά μηνών έγκυος- και τα ούρα- κατά την αφήγηση του πατέρα μου, που τον έβλεπε, - δεν έβγαιναν, τις τελευταίες ώρες, ούτε με καθετήρα!

Το ελάχιστο λάδι; στο καντήλι  του, έδειχνε ότι φτάνει στο τέλος.

Λύπη από όλους, μεγάλη.

Ο πατέρας μου-δεν ξέρω απο ποιόν- άκουσε ότι κάποιοι, Άγιοι Ραφαήλ, Νικόλαος και Ειρήνη επιτελούν πολλές θεραπείες στους προσερχομένους και προσευχομένους με δάκρυα και πίστη.

Οι άγιοι βρίσκονταν-έμαθε- στη Λέσβο.

Αποφάσισε να πάει να τους ζητήσει βοήθεια.

Ξεκίνησε.

Είχε περάσει η τουριστική η σεζόν και οι επισκέπτες ελάχιστοι.

Φτάνοντας στο νησί, πήρε ταξί για τον Άγιο Ραφαήλ.

Καθώς πήγαιναν,προς Άγιο Ραφαήλ, σταμάτησαν με υπόδειξη του ταξιτζή και στον Ταξιάρχη του Μανταμάδου.


(Ένα κερί πάνω- ένα κερί κάτω, άμα η ανάγκη της θεραπείας,είναι επείγουσα,σταλάζει βάλσαμο στην καρδιά μας!)

Μπήκε στο ναό,λοιπόν,προσκύνησε- μόνος ήταν μπροστά στον Αρχάγγελο,δεν υπήρχανε άλλοι- και έπεσε καταγής, μπροστά στη φοβερή του μορφή(δέος πραγματικά σε πιάνει να την κοιτάξεις, τι πράμα ειν' τούτο...) κλαίγοντας-επί πολύ- με δάκρυα ποτάμι, παρακαλώντας με πόνο ψυχής για τη σωτηρία του φίλου του.

Καθώς ήταν πεσμένος-αυτός και το δάπεδο <ένα>- και τα δάκρυα τρέχαν ατέλειωτα, ακούει ξαφνικά μια φωνή.

Ήταν η νεωκόρος, η οποία τον ενημέρωσε- σαν να μιλούσε για το φυσικότερο πράγμα του κόσμου:

-Κύριέ μου, αυτό που ζητάτε θα γίνει!

Άλλαξε χρώμα το πρόσωπο του Ταξιάρχη!

Έκπληκτος ο πατέρας μου, σήκωσε το κεφάλι του, άνοιξε διάπλατα τα γαλάζια τα μάτια του και...

- Τι να ιδώ, ρε κόρη, στο λέω και συγκινούμαι!..

Εκείνο το Πρόσωπο που ήτανε σκοτεινό και μαύρο όταν το πρωτοαντίκρισα, είχε πάρει-

Κύριε Ελέησον- ένα ξεκάθαρα ρόδινο χρώμα!

Σταυροκοπήθηκα!

Πήρα λαδάκι που μου έδωσαν για ευλογία, πήρα και αγίασμα.

Μετά από κει , προσκύνησα και στους Αγίους Ραφαήλ, Νικόλαο και Ειρήνη...

Άλλα κλάματα εκεί, άλλες προσευχές πάνω στων Αγίων τους τάφους.

Έφυγα, με ένα θάρρος αλλιώτικο, μες στην ψυχή μου...επέστρεψα στην Αθήνα, πήγα στο

σπίτι του Βασίλη του φίλου μου.

Τον βρήκα στην άθλια κατάσταση...

Τα ούρα δεν έβγαιναν...

Οι γιατροί τον είχαν ξεγράψει...

Του είπα: Βασίλη, ξέρεις τι έχεις...;

Ναι..; ψιθύρισε ο Βασίλης.

Βασίλη, μόνο ο Θεός τώρα...;

Ναι..; ξαναψιθύρισε ο Βασίλης...που με το Θεό, καμία σχέση δεν είχε και δεν ξέρω

και αν την απόκτησε...

Του σταύρωσα την τουμπανιασμένη κοιλιά με το λαδάκι, του έδωσα να πιεί αγίασμα των αγίων απο τον Ταξιάρχη και απο τον Αγιο Ραφαήλ, και έφυγα...

-Τι συνέβη μετά;

-Να σου πώ: μετά από αυτό το σκηνικό, ο Βασίλης, άρχισε την άφθονη διούρηση που

γράφανε κάποτε και για το Σιδερένιο οι εφημερίδες.

Διούρηση στη διούρηση, ήρθε και η τουμπανιασμένη κοιλιά και ξεπρήστηκε και σηκώθηκε

όρθιος, υγιής και πεντάγερος ο Βασίλης!

Ήταν απίστευτο!

Οι εξετάσεις έδειξαν ένα συκώτι, καινούργιο!

Τρίβαν τα μάτια, οι γιατροί, οι γνωστοί , όλοι οι φίλοι.

Από στόμα σε στόμα διαδόθηκε ότι κάτι του έδωσε ο Γιώργης- ο πατέρας μου- και τον

γιάτρεψε.

Ρώταγαν, οι γνωστοί, με γουρλωμένα από την έκπληξη μάτια:

-Ρε! τι φάρμακο τού έδωσε ο Γιώργης και τον σήκωσε όρθιο;
.................

Γελούσε ο πατέρας μου:

- Της Δωρεάς των Αγίων το Φάρμακο...

Είναι Ζωντανοί οι Άγιοι σού λέω, π ά ν τ α να το θυμάσαι!

Από τη γλυκειά καρδιά της Σαλογραία

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2014

«κι άλλο παπούλη...κι άλλο...»




Προπαραμονή Χριστουγέννων του 1988, στο αρχονταρίκι της μονής Αγάθωνος, ο γέροντας Βησσαρίωνας άρχισε να κλαίει.

Όταν ερωτήθηκε γιατί κλαίει , αποκάλυψε ένα γεγονός που είχε συμβεί κατά τη Θεία Λει­τουργία των Χριστουγέννων του 1941 σ' ένα χωριό της Καρδίτσας.

"Όταν βγήκα στην Ωραία Πύλη με το Άγιο Ποτήριο στα χέρια και είπα το "μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε", άρχισαν να έρχονται για τη Θεία Κοινωνία όλοι οι χωριανοί.

Μια νεαρή μάνα έφερε εκεί μπροστά μου το σκελετωμένο παιδάκι της, άνοιξε το στοματάκι του και το κοινώνησα, αλλά παιδί μου...

κι' άρχισε πάλι να κλαίει ο Γέροντας κρατούσε σφικτά το καημένο με τ' αδυνατισμένα χεράκια του το ιερό μάκτρο και μου φώναζε κλαίγοντας:

Κι' άλλο Παππούλη, κι άλλο.

Πεινούσε το παιδάκι μου.

Λύγισαν τα γόνατά μου, μια τρεμούλα απλώθηκε σ' όλο το κορμί μου, βούρκωσαν τα μάτια μου και, για να μην με δουν οι πιστοί, επέστρεψα στην Αγία Τράπεζα.

Αφήκα το Ποτήριον και κάθισα σ' ένα σκαμνάκι και έκλαψα και είπα με ανθρώπινο παράπονο: Γιατί Θεέ μου αφήκες την πατρίδα μου να έλθει σε τέτοια δυστυχία; Λυπήσου Κύριε τα παιδιά μας!"

 http://misha.pblogs.gr/

Ο πατριάρχης Αντιοχείας στον τάφο του π.Ισαάκ στην Καψάλα


Ο Πατριάρχης Αντιοχείας Ιωάννης Γιαζίγκι (Αγιορείτης ο ίδιος και αδελφός του σφαγιασθέντος από τζιχαντιστές επίσης Αγιορείτη μητροπολίτη Χαλεπίου π. Παύλου) στην επίσκεψη του στον Αγιο Όρος. Κατά την 3η ημέρα της παραμονής του στον Ιερό Άθωνα επισκέφθηκε το κελί της Αναστάσεως στην Καψάλα , όπου και ο τάφος του μακαριστού Γέροντος Ισαάκ, του εκ Λιβάνου, πνευματικού υιού του Γέροντος Παϊσίου.
http://misha.pblogs.gr









Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

Η Δύναμη του ονόματος ....Ἀρχιμανδρίτου Ἀρσενίου Κατερέλου


Τρισάγιο στον τάφο του Γέροντα Ισαάκ από τον Αντιοχείας Ιωάννη










-->


Τρισάγιο στον τάφο του μακαριστού Ιερομονάχου Ισαάκ τέλεσε ο Πατριάρχης Αντιοχείας κ. Ιωάννης, ο οποίος βρίσκεται στην Καλύβη της Αναστάσεως στην Καψάλα.

Τον Προκαθήμενο της Εκκλησίας της Αντιόχειας συνόδευε ο Εκπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Μητροπολίτης Μιλήτου κ. Απόστολος, και εκπρόσωποι Ιερών Μονών του Αγίου Όρους.

Ο μακαριστός γέροντας Ισαάκ ήταν ένας χαρισματικός γέροντας και κοιμήθηκε πριν λίγα χρόνια με αποτέλεσμα να μην προλάβει να τελειώσει την συγγραφή του βιβλίου "Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτη".

 http://www.romfea.gr

Ο "γεροπόρνος" μοναχός




Μια από τις ωραιότερες ιστορίες του Λαυσαϊκού περιγράφει το βίο ενός μοναχού, που αφού εγκατέλειψε το μοναστήρι, δούλευε σαν φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας.

Και όπως από κάθε λιμάνι, ούτε απ’ αυτό έλειπαν οι πόρνες. Ο «μοναχός» δούλευε όλη την ημέρα, και το βράδυ ξόδευε όλα όσα κέρδιζε, «αγοράζοντας» την συντροφιά μιας πόρνης για όλη τη νύχτα.

Ήταν η ντροπή των χριστιανών της πόλης, ήταν το σκάνδαλο της Εκκλησίας. Τα χρόνια πέρναγαν και παρά τις εκκλήσεις και τις συστάσεις, αυτός συνέχιζε την αμαρτωλή του ζωή. Κάποτε, όπως σε όλους μας, ο θάνατος ήρθε σαν λύτρωση, σαν φάρμακο που θα τον έσωζε από τις αμαρτίες που δεν σταμάτησε να κάνει ακόμη και λίγο πριν πεθάνει.

Και πώς να τον αφήσουν χωρίς ταφή για χριστιανό;

Οι παπάδες της πόλης τον πήραν να τον κηδέψουν και μαζί του να θάψουν το σκάνδαλο. Το νέο μαθεύτηκε: Ο «γεροπόρνος» μοναχός πέθανε. Ποιος άραγε θα πήγαινε στην εκκλησία να τον αποχαιρετήσει;

Η εκκλησία στην κηδεία του γέμισε από γυναίκες της Αλεξάνδρειας, τίμιες γυναίκες, χριστιανές, που ήρθαν να τον αποχαιρετήσουν, μα όχι σαν έναν οποιοδήποτε νεκρό, σαν άγιο! Κάποιος γνώρισε σε κάποια από αυτές το πρόσωπο μιας πόρνης, που είχε καιρό να δει στο λιμάνι… δεν ήταν όμως, όπως την θυμόταν. Κάποιες άλλες, απλά τους θυμίζαν κάτι απόμακρο.

Τότε η πόλη έμαθε πως ο «γεροπόρνος» μοναχός ήταν ένας άγιος, που με τα λεφτά που κέρδιζε, εξαγόραζε μια νύχτα χωρίς αμαρτία, αγόραζε το «δικαίωμα» στο σώμα τους για να κερδίσει την ψυχή τους.

Τότε η πόλη έμαθε, ότι αυτός που νομίζαν ότι είναι το «σκάνδαλο» ήταν η αγνότητα, η άδολη αγάπη, η αυταπάρνηση, ο άνθρωπος, ο λόγος του Θεού, η προσευχή και η θέωση. Γιατί ο άνθρωπος του Χριστού δεν κρίνεται στη διάρκεια της ζωής του, αλλά στο τέλος της.


 http://www.briefingnews.gr

Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2014

Αυτή η "ΜΑΝΑ" τα τραβάει όλα... Πριν την χάσεις και είναι αργά... αγαπησέ την με όλη σου την ψυχή... !!!!



Μπαίνω στο σπίτι, πετάω τα κλειδιά με δύναμη στο τραπεζάκι... ρίχνω τα ρούχα , τα παλτά και ό,τι άλλο με ενοχλεί στον τακτοποιημένο καναπέ, στα στρωμένα κρεβάτια και χαλάω την αρμονία κάθε ήρεμου σπιτιού... Φωνάζω, βρίζω για τα όσα συμβαίνουν αυτό το καιρό και οι φλέβες μου στο πρόσωπο, στο λαιμό και στα χέρια έχουν πεταχτεί σαν σπάγκοι που προεξέχουν από αμπαλαρισμένο κουτί. Χτυπάει το κινητό και μου τη δίνει στα νεύρα. Πατάω αθόρυβο να μην ακούω την κλίση. Να μην ακούω τον χτύπο. Δεν θέλω να ακούσω , δεν θέλω να μιλήσω με κανέναν. Να με παρατήσουν όλοι, μου χαλούν τη ζωή, να βγουν έξω από αυτή, να φύγουν όπως λέει η διαφήμιση να πάνε αλλού.

Αναθεματίζω την ώρα και τη στιγμή που γνώρισα τον πρώην μου γιατί μου φταίει συνέχεια. "Γαϊδούρι" σκέφτομαι...δεν φέρονται έτσι όταν σέβονται και αγαπούν. Μπαίνω στο άλλο δωμάτιο και βλέπω την ηλικιωμένη γιαγιά μου να με κοιτάει με πανικό και να με ρωτά: "Ποια είσαι;" Δευτερόλεπτα αργότερα βάζει τα κλάματα γιατί "τα έχασε" λέει και γερνάει κάθε μέρα. "Κι εγώ γερνάω", σκέφτομαι.

Απλήρωτη πέντε μήνες και παραπάνω. Δεν έχω χρήματα για τα απλά, για τα πολύπλοκα, για τα καθημερινά, για τα όσα θέλω και χρειάζομαι. Νεύρα και γι αυτό... "Άθλιοι που πατούν στις πλάτες εργατών" σιγομουρμουρίζω μαζί με βρισιές και φωνή που τρέμει από οργή.

Τέλειωσαν οι μπαταρίες από το τηλεκοντρόλ της τηλεόρασης και θέλω να τα σπάσω όλα γιατί δεν μπορώ να αλλάζω εύκολα κανάλι. Χάνω κιλά ενώ σταμάτησα την διατροφή από τη στεναχώρια μου. Δεν έχω όρεξη να απαντήσω σε μηνύματα στο κινητό ή στον υπολογιστή. Ψάχνω να βρω το ρούχο , ναι εκείνο που δεν ήθελα κάποτε να φορέσω αλλά που τώρα κάπου έχει χωθεί και με εξοργίζει και αυτό και η απώλειά του.

Θέλω να βγω το βράδυ να πάω με όποια παρέα μου κάτσε καλύτερα στο κεφάλι να διασκεδάσω αλλά σκέφτομαι το πάρκινγκ, το ποιος θα με πάει ή ποιος θα με φέρει, το ποιος θα είναι που θα μου σπάσει τα νεύρα ή δεν θα έχω όρεξη να συναντήσω. "Να πάω στους άλλους μετά..." παραλογίζεται εαυτός μου που θέλει να βρίσκεται παντού. Ξαφνικά πεινάω και δεν βρίσκω τίποτα να μου αρέσει. Ανοίγω και κλείνω με δύναμη το ψυγείο. Βαράω τις πόρτες και εκνευρίζομαι ακόμα και με το χτύπο που κάνουν καθώς βγάζω στο άψυχο αντικείμενο την μανία μου να καταστρέψω ακόμα κάτι στο πέρασμά μου.

Κι έρχεται εκείνη, κουρασμένη, προβληματισμένη, αγχωμένη και απογοητευμένη για τα όσα συμβαίνουν γύρω και με ρωτάει... "Έγινε κάτι καινούριο στη δουλειά; Τι σας είπαν; Είσαι καλά;"

Κι όσα έχω μαζεμένα με όλους τα ξεσπάω πάνω της και της λέω με μίσος... "ΟΧΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΤΑ ΜΕ! ΠΟΣΕΣ ΦΟΡΕΣ ΑΚΟΜΑ ΘΑ ΜΕ ΡΩΤΗΣΕΙΣ:" και ύστερα φεύγει από το δωμάτιο να με αφήσει να ηρεμήσω. ΕΜένα την ταλαιπωρημένη που είμαι έτοιμη να παίξω στην Επίδαυρο σε Τραγωδία του Αισχύλου. ΚΙ εκείνη συνεχίζει να φροντίζει το σπίτι, τη δουλειά της, τον αδερφό σου, την μητέρα της, τον σύζυγό της, να μείνουν όλοι ξεκούραστοι και ευχαριστημένοι. Να μην πάθει κανείς τίποτα...

Ψάχνω στο μυαλό μου λόγους και αφορμές να τσακωθώ. Για τα 30 που τα κοντεύω ηλικιακά αλλά που δεν τα νιώθω καν στο πετσί μου, για τις λάθος επιλογές που τώρα τις πληρώνω, για όσα έδωσα σε όσους αγάπησα, σε όσους πίστεψα, σε όσους επένδυσα και δεν πήρα τίποτα πίσω. Κι επιλέγω να τσακωθώ με εκείνη. Κι αρχίζω πάλι να της φωνάζω για τα ρούχα που δεν βρίσκω, για το φαγητό που δεν μου μαγείρεψε γιατί έλειπε στη δουλειά της, για την ηλικιωμένη που τα έχει χάσει, για την αναδουλειά και την απληρωσιά που με βολοδέρνει. Κι εκείνη κάθεται δίπλα μου απλά στον καναπέ και μου ζητάει να την συγχωρέσω που τραβάω όλα αυτά για εκείνη.

Και τα μάτια της βουρκώνουν και η φωνή της πλέον έχει σπάσει. Δεν την έχω ακούσει να κλαίει πολλές φορές, στέκεται πάντα δυνατή σε όσα της έρθουν. Και τώρα δίπλα μου σαν μικρό παιδί χάνει το χρώμα της γιατί βλέπει εμένα να καταρρέω στην απελπισία και στη στεναχώρια μου. Για τα χρήματα, για τα 30 , για την εξεταστική στα ισπανικά, για το παραπέρα της ζωής.

Δίχως λόγο σοβαρό δηλαδή άμα το ξανασκεφτείς..
Κι θυμάμαι τότε τη φίλη μου τη κολλητή την Λένα να μου λέει: "Εσύ μπαίνεις μέσα στο σπίτι σου και την βρίσκεις εκεί πέρα για να τσακωθείς μαζί της. Εγώ δεν μπορώ να την δω πουθενά. Εμένα έφυγε και δεν έχω τρόπο να της πω όλα όσα θέλω. Να της πω ότι την αγαπάω και ό,τι μου λείπει και ό,τι δεν μπορώ χωρίς εκείνη...Εμένα η μαμά μου έφυγε και δεν γυρίζει πίσω και δεν έχω κανέναν άλλο πια! "

Και έρχεται μέσα μου το κενό και σβήνουν όλα. Και βάζω στο απόσπασμα εμένα και τον τραγικό εαυτό μου. Ντροπή μου. Δεν με έχει αγαπήσει κανείς όπως εκείνη. Δίχως να ζητάει, δίχως να παίρνει τίποτα πίσω, δίχως να περιμένει. Με ανέχεται, μου δίνει, με στηρίζει, με λατρεύει όσο κακός άνθρωπος κι αν καταντάω κάποιες φορές και έτσι απλά με αγαπάει....

"Συγνώμη μαμά! Συγνώμη για όλα! Συγνώμη σε αγαπάω! Συγνώμη για αυτά που δεν σου αξίζουν! Έτσι απλά συγνώμη μέσα από την ψυχή μου...."


http://www.agioritikovima.gr

Δημοφιλείς αναρτήσεις