Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2017

Ανταύγειες από την εν Χριστώ αγάπη, του Γέρ. Γεωργίου Γρηγοριάτη

-->


I. Δ. Γρηγοριάτης

Ο άγιος Καστορίας έγραψε για τον Γέροντα, ότι ήταν «στολισμένος με την αρετή της ευγενείας… Κι αυτή η ευγένεια, την οποία είχε κι η οποία έβγαινε από τον χώρο της ψυχής του, δεν ήταν απλώς μία καλή συμπεριφορά… ήταν καρπός του Αγίου Πνεύματος. Ήταν μία εσωτερική κατάσταση που οφειλόταν στην παρουσία του Παρακλήτου, που ήταν ενιδρυμένος στον χώρο της ψυχής του… Ο ευγενής είναι αυτός… που βρίσκει τρόπους και ευκαιρίες να τιμήσει και να δείξει την αγάπη του στο πρόσωπο του άλλου, γιατί στο πρόσωπο του άλλου συναντά τον Χριστό… Και η τιμή αυτή δεν είναι υποκριτική, αλλά πηγαία και αληθινή». Επίσης έχει λεχθή για τον Γέροντα, ότι ήταν «ένας άνθρωπος που ήξερε να τιμά, να σέβεται και να αγαπά τον μικρότερό του, τον ασήμαντο και φτωχό».

Και εμείς που είχαμε την ευλογία να είμαστε υποτακτικοί του, απολαύσαμε αυτή την ευγένειά του και την αγάπη του, που σκόρπιζε αφείδωλα όχι μόνον στα καλογέρια του αλλά και προς κάθε άνθρωπο, μικρό ή μεγάλο, επίσημο ή άσημο, και που ανέβλυζε από την αγάπη του προς τον Θεό.

Έλεγε συχνά: «Είμαστε αδύνατοι και αμαρτωλοί. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε. Μόνο λίγη αγάπη να δείξουμε στους αδελφούς μας». Θυμούμαι κάποτε που, ενώ συνομιλούσα με κάποιον, ταυτόχρονα έπλεκα κομποσκοίνι. Με κάλεσε ιδιαιτέρως, για να μου πη: «Αυτό που κάνεις δεν είναι σωστό. Δίνεις προσοχή στο εργόχειρό σου και όχι στην εικόνα του Θεού, τον άνθρωπο, με τον οποίο συνομιλείς».

Αυτή η διπλή αγάπη του, προς τον Θεό και τον άνθρωπο, τον κινούσε σε όλες τις ενέργειές του.
Μόλις 19 ετών, ως πρωτοετής φοιτητής της Θεολογίας, άρχισε το έργο της κατηχήσεως των νέων. Τότε δημιούργησε με μεγάλους αγώνες τον «Παντοκράτορα», Ίδρυμα Νεότητος, με ναό αφιερωμένο στην θεία Ανάληψι του Σωτήρος και χώρους καταλλήλους για ομιλίες, κατήχησι των νέων και αθλοπαιδιές. Στο Ίδρυμα αυτό ο κ. Γεώργιος υποδεχόταν τους νέους με χειραψία, εγκαρδιότητα, πνευματική ζεστασιά και πολλή αγάπη. Τους συγκέντρωνε και τους μιλούσε για πνευματικά θέματα, συχνά δε και ιδιαιτέρως. Πολλές φορές κάλυπτε και τις υλικές τους ανάγκες. Από το Ίδρυμα αυτό πολλοί νέοι γαλουχήθηκαν πνευματικά και οδηγήθηκαν στον Χριστό.

Την θεοφιλή αγάπη του προς τον άνθρωπο, την αποτυπώνει και στα κείμενά του. Σε άρθρο του για τον μοναχισμό το 1989 πρόβαλε την «κοινωνικότητα του Ορθοδόξου μοναχισμού»: «Το απόκοσμο του μοναχού δεν σημαίνει και αντικοινωνικότητα, όπως και η κοσμικότητα δεν σημαίνει κοινωνικότητα. Είναι θαυμαστό πως οι απόκοσμοι μοναχοί είναι ανοικτοί στον κάθε άνθρωπο. Πως δέχονται τον κάθε άνθρωπο ως εικόνα Θεού και ως αδελφό. Πως οι πιο προχωρημένοι και χαριτωμένοι εκ των μοναχών μπορούν να αναπαύσουν τον κάθε άνθρωπο, όσο ταλαιπωρημένος και συγκεχυμένος και αν είναι… Μυστικώτερα οι μοναχοί εκφράζουν την αγάπη τους για τους συνανθρώπους των με τις προσευχές των υπέρ αυτών… Σε περιπτώσεις έκτακτες εθνικών συμφορών, διωγμών, αιχμαλωσιών, και λοιπών δοκιμασιών, οι μοναχοί εκφράζουν την αγάπη τους προς τους συνανθρώπους των με κοινωφελή και προνοιακά έργα, όπως έκαμε η αγία Φιλοθέη στην Αθήνα επί τουρκοκρατίας».

Τις θέσεις του αυτές είχε αποδείξει εμπράκτως το 1973, όταν κάποια πνευματικά του παιδιά βρέθηκαν στα κρατητήρια της παντοδύναμης τότε ΕΣΑ. Ο π. Γεώργιος -νεαρός πνευματικός τότε- αψηφώντας τον κίνδυνο ζήτησε να τα δη, για να τα παρηγορήση και ενισχύση. Οι υπεύθυνοι όχι μόνον του το αρνήθηκαν, αλλά και τον συκοφάντησαν στα παιδιά λέγοντάς τους: «Ούτε και ο πνευματικός σας ήλθε να σας δη».Ο π. Γεώργιος φεύγοντας τους είπε: «Η ζωή είναι σαν μία ρόδα. Σήμερα είστε εσείς επάνω. Αύριο θα είστε κάτω. Και τότε θα θελήσετε να έλθη ο πνευματικός σας να σας δη και δεν θα τον αφήσουν».

Χαρακτηριστικό επίσης παράδειγμα της αγάπης του ήταν και ο τρόπος, με τον οποίο ο Γέροντας αντέδρασε στην ψήφισι από την Βουλή των Ελλήνων, την Μ. Τεσσαρακοστή του 1986, του νόμου περί νομιμοποιήσεως των αμβλώσεων. Είχε πονέσει πολύ τότε. Σε κείμενό του της εποχής εκείνης έγραφε: «(Οι αμβλώσεις) τώρα είναι «νόμιμες» κατά τον νόμο των ανθρώπων. Κατά τον θείο Νόμο όμως είναι παράνομες και αποτροπιαστικές. Βλέπω το πλήθος των αμβλώσεων, όπως και την νομιμοποίησί τους, ως το μεγαλύτερο αμάρτημα του νέου Ελληνισμού. Αμάρτημα με το οποίο ανασταυρώνουμε τον Υιό του Θεού. Ας προσευχώμεθα όλοι εκτενώς να υπάρξη συναίσθησις της φοβεράς αποστασίας και μετάνοια…». Τον πόνο του αυτόν εκδήλωσε και με την απόφασί του να μη κάνη εκκλησιαστική υποδοχή στους πολιτικούς που ψήφισαν τον νόμο αυτό.

Αλλά και οι μεγάλοι αγώνες του Γέροντος για τα θέματα της πίστεως εγίνοντο πάντοτε από αγάπη προς τον Θεό και τους εν Χριστώ αδελφούς του, των οποίων η σωτηρία ήταν το κινδυνευόμενον. Δεν πρόβαλλε τον εαυτό του, ούτε έγραφε για να γράφη. Ζητούσε επίμονα τον θείο φωτισμό και περίμενε ταπεινά να μιλήσουν οι άλλοι. Όταν τούτο δεν εγίνετο, τότε μιλούσε αυτός, και μάλιστα εξ υπακοής. Ο μακάριος Γέρων Παΐσιος συχνά τον παρακινούσε προς τούτο.

Ο Θεός τον ανέβασε στο ύψος της ηγουμενείας της Ι. Μονής του Οσ. Γρηγορίου, απ’ όπου ως λύχνος που «φαίνει πασι τοις εν τη οικία» έδειξε με το παράδειγμά του και τις διδαχές του τον ίδιο δρόμο, της αληθινής και ανιδιοτελούς αγάπης προς τον Θεό και τους ανθρώπους.
Είναι αξιοσημείωτο ένα γεγονός που συνέβη τις πρώτες ημέρες της εν Άθω διαμονής του. Συζητούσε με τον Κωστή Μοσκώφ, που είχε κάνει κάποια στροφή προς την Εκκλησία. Αυτός του έλεγε: «Γέροντα, τώρα που ήλθατε στο Άγιον Όρος εσείς, ως νέοι άνθρωποι, καιρός να φέρετε ένα νέο πνεύμα στο Όρος. Να επιδοθητε σε κοινωνικούς αγώνες». Ο Γέροντας τότε του απάντησε: «Κωστή, ξέρεις που έγκειται η διαφορά μας; Εσείς αγωνίζεσθε κατά του εγωισμού των άλλων, ενώ εμείς αγωνιζόμαστε κατά του δικού μας εγωισμού».

Γνώριζε ότι δεν μπορεί να φθάση κάποιος στην αληθινή αγάπη, αν δεν αποβάλη τον εγωισμό του και τα πάθη του. Γι’ αυτό και συχνά έλεγε, ότι δεν είναι χωρίς σημασία το γεγονός, ότι ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος των «Εκατοντάδων» του «περί αγάπης» στην περιγραφή του αγώνος κατά των παθών. Την κάθαρσι, κατά τους αγίους Πατέρας, ακολουθεί η έλλαμψις και η θέωσις. Αυτόν τον δρόμο ποθούσε και αυτόν βάδισε ο Γέροντας. Γι’ αυτό και άφησε τα ακαδημαϊκά έδρανα και ακολούθησε την εν Αγίω Όρει ασκητική ζωή. Και, όπως ελέχθη προσφυώς γι’ αυτόν, έγινε «μέγας στα χαρίσματα», επειδή έγινε «μέγας στην ταπείνωσι». Και ότι «συνεδύαζε την ησυχαστική ζωή με την ιεραποστολή», δηλ. τον εσωτερικό πνευματικό αγώνα με την προς τον πλησίον αγάπη.

Αυτό το πνεύμα φανέρωσε και στον ενθρονιστήριο λόγο του. Ανέφερε μεταξύ άλλων και τα εξής: «Τινές θεωρούν ίσως τας Αγιορειτικάς Μονάς ως περιφανή μουσεία και λείψανα του Ορθοδόξου Βυζαντινού Πολιτισμού. Δι’ ημάς όμως, οίτινες περιπατούμεν «εν πίστει», αι Αγιορειτικαί Μοναί είναι πρωτίστως χώροι μετανοίας, προσευχής, ασκήσεως, καθάρσεως, ελλάμψεως και θεώσεως. Μοναδική αποστολή των Αγιορειτικών Μονών είναι να διατηρήσουν ανόθευτον και αδιάκοπον την Μοναχικην Παράδοσιν του νηπτικού και θεωρητικού βίου, να μαρτυρούν συνεχώς εις τον κόσμον διά την πραγματικότητα της τελείας Χριστιανικής ζωής, να αποτελούν την γρηγορούσαν συνείδησιν της Ορθοδοξίας, την αφυπνίζουσαν κλήρον και λαόν εκ του ύπνου και της νάρκης της εκκοσμικεύσεως, να υπενθυμίζουν συνεχώς την κλήσιν του ανθρώπου διά τον ουρανόν ως «Θεού κεκελευσμένου», να δίδουν το μέτρον της εν τη Εκκλησία θεανθρωπίνης κοινωνίας- κοινοβιακής ζωής, της βιούσης την αγάπην εν τη ελευθερία της υπακοής ως εβίωσαν αυτήν ο Κύριος μετά των δώδεκα και οι εν ακτημοσύνη και αγία φιλαδελφία ζώντες Χριστιανοι των Ιεροσολύμων».

Δυστυχώς η έννοια της αγάπης έχει παρεξηγηθή απο τον σύγχρονο Οικουμενισμό, στον οποίο κυριαρχεί το σύνθημα: «Ας αγαπηθουμε και ας αφήσουμε κατά μέρος τις δογματικές διαφορές μας». Ο Γέροντας πολλές φορές έδειξε ότι η αγάπη αυτή, που παραθεωρεί την αλήθεια του ευαγγελικού κηρύγματος, είναι ψευδής και επίπλαστη, και αντί να ενώνη τους ανθρώπους, τους διαιρεί και τους διχάζει έτι περισσότερο. Σε σχετικό κείμενό του το 1968 με τίτλο «Αγάπη ή Θεολογία;» έγραφε: «Η θεολογία δεν εκφράζει δι’ ημάς προσωπικάς απόψεις και ιδέας ανεξαρτήτως της πίστεως της Εκκλησίας, αλλά την πίστιν και αυτοσυνειδησίαν της Εκκλησίας, την αληθή διδασκαλίαν της αποστολικης Παραδόσεως, την ορθόδοξον ερμηνείαν του Ευαγγελίου του Ιησού Χριστού, και ως τοιαύτη είναι η ζωη και η αναπνοή της Εκκλησίας… Ας μη απατώμεθα. Δεν διαιρεί η αληθής Θεολογία. Διαιρεί η αμαρτία, η οποία υπό την μορφήν της αιρέσεως και του σχίσματος αντιτίθεται εις το άγιον θέλημα του Θεού, το κηρυσσόμενον υπό της ορθοδόξου Θεολογίας».

Η αγάπη του Γέροντα ήταν πολλη έκδηλη στις περιπτώσεις που οι αδελφοί περνούσαν πειρασμό. Όπως ο άγιος απόστολος Παύλος, έτσι και ο Γέροντας συμμετείχε όλος στον πόνο των αδελφών: «τις ασθενεί και ουκ ασθενώ; τις σκανδαλίζεται και ουκ εγώ πυρούμαι;».
Κάποτε ένας αδελφός εκ συνεργείας του διαβόλου έφυγε από την Μονή χωρίς ευλογία του Γέροντα. Ο Γέροντας κυριεύθηκε απο μεγάλη συντριβή και πόνο εσωτερικό, που ήταν ζωγραφισμένα στο πρόσωπό του και τις πράξεις του. Έστειλε αμέσως κάποιους πατέρες να ψάξουν στα κοντινά μέρη γύρω απο την Μονή και άλλους μακρυά. Έβαλε να κάνουν Παρακλήσεις στην Παναγία την Γοργοεπήκοο.

Εκείνο το βράδυ έμεινε άυπνος. Έλεγε: «Το παιδί μπορεί να κινδυνεύη. Πως να κοιμηθώ εγώ;». Στην πρωινή ακολουθία δεν πήγε στο ηγουμενικό στασίδι, αλλά έμεινε στον Νάρθηκα. Κάλεσε τους μεγαλοσχήμους μοναχούς και τους είπε: «Περνάμε μεγάλη δοκιμασία. Πρέπει όλοι μας να προσέχουμε, διότι όλοι κινδυνεύουμε. Όταν έχετε λογισμούς, να τους λέτε αμέσως. Τώρα πρέπει όλοι μας να κάνουμε προσευχή για τον αδελφό. Μόλις τελειώνετε τον κανόνα σας, όλη η υπόλοιπη προσευχή σας να είναι για τον αδελφό».
Ανάθεσε μάλιστα σε κάποιους να προσεύχωνται εκ περιτροπής όλη την ημέρα γι’ αυτόν. Βογγούσε με αναστεναγμούς μέσα απο τα σπλάγχνα του. Οι πατέρες τον παρηγορούσαν λέγοντάς του: «Μη στενοχωρείσθε, Γέροντα, θα γυρίση».

Και ο Γέροντας απαντούσε: «Εσείς δεν μπορείτε να νιώσετε τον πόνο που αισθάνομαι εγώ. Διαφορετικά πονά ο Πατέρας από τους αδελφούς». Η τροφή του ήταν ελάχιστη. Είπε και έκαναν παράκλησι στον άγιο Μηνά. Το βράδυ άρχισε η Αγρυπνία των Αθωνιτών Πατέρων. Παρακάλεσε τους πατέρες να προσευχηθούν με ζέσι υπέρ του αδελφού και στους ιερείς που έκαναν την Προσκομιδή είπε: «Παρακαλέστε τον Κύριο να μας φανερώση που βρίσκεται ο αδελφός». Όταν προσκυνουσε τα άγια λείψανα των Αθωνιτών Πατέρων έλεγε: «Άγιοι Πατέρες εμείς αποτύχαμε· εσείς όμως πετύχατε». Τελικά την ώρα του καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων έγινε το θαύμα. Ο χαμένος αδελφός επέστρεψε. Ο Γέροντας αναλύθηκε σε λυγμούς και δάκρυα. Τις ευχές του καθαγιασμού τις είπε με δυσκολία, αλλά και με ευγνωμοσύνη και αγάπη προς τον φιλάνθρωπο Κύριο. Η υπόλοιπη Θ. Λειτουργία τελείωσε με μεγάλη κατάνυξι.

Η αγάπη του Γέροντα αγκάλιασε και τους Αφρικανούς, τους «εσχάτους αδελφούς του Χριστού», όπως συχνά τους αποκαλούσε. Από αγάπη αλλά και έξ υπακοής σε σεβασμίους γέροντες, τον π. Παΐσιο και τον π. Σπυρίδωνα τον πνευματικό απο την Ν. Σκήτη, ανέλαβε πνευματικά το 1977 τον ιεραπόστολο π. Κοσμά Γρηγοριάτη. Έτσι άρχισε το μεγάλο έργο του ευαγγελισμού των Αφρικανών αδελφών από την Μονή μας. Ο π. Κοσμάς δόξασε τον Θεό με την ζωή του και «έφερε καρπόν πολύν». Μετα την κοίμησί του, τον Ιανουάριο του 1989 μετά από τροχαίο δυστύχημα, το έργο του συνεχίζει επάξια μέχρι σήμερα ο π. Μελέτιος Γρηγοριάτης, νυν επίσκοπος Κατάγκας, βοηθούμενος και από άλλους αδελφούς της Μονής μας.

Την αγάπη του Γέροντα βιώσαμε με τον δυνατώτερο τρόπο λίγο πριν το επίγειο τέλος του. Παραμονές Χριστουγέννων του 2013 (Π. Η.) ο Γέροντας επέστρεψε στο Μοναστήρι από τον κόσμο, όπου ευρίσκετο για λόγους υγείας, η οποία είχε επιδεινωθή δραματικά. Από τις πρώτες ημέρες της ελεύσεώς του, γνωστοποίησε την πρόθεσί του να παραιτηθή απο το ηγουμενικο αξίωμα. Οι πατέρες τον παρακάλεσαν να παραμείνη μέχρι τέλους στην ηγουμενική θέσι, την οποία τίμησε επάξια για μία τεσσαρακονταετία.

Ο Γέροντας όμως, σταθερός στην απόφασί του, είπε ότι αδυνατεί να σηκώνη ταυτόχρονα δύο μεγάλους σταυρούς, της ηγουμενίας και της ασθενείας. Και τον μεν σταυρό της ασθενείας δεν μπορεί να τον αποφύγη, τον δε της ηγουμενίας του είναι εφικτό. Ακόμη φρονούσε ότι έπρεπε με κάθε τρόπο εν όσω ζούσε να διασφαλίση την ενότητα της αδελφότητος, δρομολογώντας τα της διαδοχής του. Και πράγματι, έτσι όπως ζήσαμε τα γεγονότα της παραιτήσεως του, την εκλογή νέου Καθηγουμένου, την πατρική αγάπη και υποδειγματική στήριξι του εκλεχθέντος αδελφού και τα της ενθρονίσεως του νέου Πατρός και Καθηγουμένου μας, μαρτυρούν το βάθος της ταπεινώσεώς του και το μέγεθος της διακρίσεώς του. Και όλα αυτά χάριν της ενότητος της αδελφότητος. Οι τελευταίες του αυτές πράξεις συνιστούν το «κύκνειο άσμα» της Ποιμαντικής του Διακονίας προς την αδελφότητά μας.

Είναι παρατηρημένο, ότι οι άγιοι που ευαρέστησαν τον Άγιο Θεό, ετελειώθησαν, αφού υπέμειναν σοβαρές σωματικές ασθένειες. Στην χορεία αυτή ανήκει και ο πολυσέβαστος Γέροντάς μας. Όλο το σώμα του ήταν μία πληγή. Δεν ακούσαμε όμως κανένα γογγυσμό, κανένα παράπονο. Με ανδρεία, καρτερία και Ιώβειο υπομονή σήκωσε τον μαρτυρικό Σταυρό της ασθενείας του. Με ευχαριστιακή στάσι, βαθεία πίστι, εδραία ελπίδα, ακράδαντο αγάπη προς τον Χριστό έγινε μιμητής του προστάτου του αγίου Γεωργίου. Άλλωστε η συχνή αναφορά του Γέροντα στα λόγια του Μάρτυρος «τρέχε, Γεώργιε, ίνα φθάσης τον ποθούμενο Χριστό», δείχνουν τον μύχιο πόθο του να μιμηθή τον άγιο Γεώργιο. Έτσι επισφράγισε την προς τον Κύριο και τους αδελφούς του αγάπη του όχι μόνον με την ζωή του αλλά και με την οσιακή κοίμησί του.

Πηγή: Μηνιαίο περιοδικό Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς, Πειραίκή Εκκλησία, έτος 24ο, τεύχος 263, σελ 20-23, Οκτώβριος 2014.



http://www.pemptousia.gr
 agioritikesmnimes.blogspot.gr

Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΙΩΝΑΣ. Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ , Η ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ ΚΑΙ Η ΑΓΙΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ. ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΣΥΧΡΟΝΟ ΘΑΥΜΑ.

-->



Αντιθέτως, δες μία πραγματική περίπτωση μεταβάσεως από τη ζωή του Στάρετς Ιωνά: «Κάποιο μέρα, μετά τη θεία λειτουργία, περίπου στις 12 το μεσημέρι, καθόμουν στο κελί μου κι έφτιαχνα πάλι κουτάλια. Ή καρδιά μου θλιβόταν για τον τρομερό Κριμαϊκό πόλεμο. Έξαφνα ακούω κάποιον έξω από την πόρτα του κελιού μου να λέει την ευχή:
"Δι’ ευχών των άγιων πατέρων ημών Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον ημάς". Ή φωνή είναι γυναικεία λεπτή και καθαρή. Ακούω και σωπαίνω. Ξέρω ότι - καμιά γυναίκα δεν έρχεται ποτέ στο κελί μου και γι’ αυτό σωπαίνω. Ακούω την ευχή δεύτερη φορά• σωπαίνω. Τρίτη φορά, πάλι σωπαίνω. Τότε, η πόρτα ανοίγει μόνη της, ενώ εγώ πάντοτε είχα  τη συνήθεια να την κλείνω από μέσα με το γάντζο, και εισέρχονται στο κελί μου τρεις γυναίκες. Μόλις μπήκαν, στάθηκαν μπροστά στην εικόνα της, Παναγίας της Τριχερούσας, έκαναν τον σταυρό τους και τρεις μετάνοιες. Εγώ συνεχίζω να κάθομαι, χωρίς να τούς δίνω προσοχή. Σκέπτομαι με θυμό: πώς τόλμησαν αυτές οι γυναίκες να έλθουν σε μένα το μοναχό και μάλιστα άγνωστες: Αυτές, αφού προσευχήθηκαν λίγο, γυρίζουν και μου λένε:
—Να σε σώζει ό Κύριος, πάτερ.

Βλέπω πώς είναι ντυμένες απλά και φορούν μαντήλι στο κεφάλι τους, όπως όλες οι γυναίκες του λαού. Ή μεγαλύτερη απ’ αυτές μου λέει:
—Ήλθαμε, πάτερ, να σε πάρουμε μαζί μας, για να πάμε στην Κριμαία να περιποιηθούμε τούς πληγωμένους και βασανισμένους στρατιώτες.
Τότε πια σηκώθηκα και τούς είπα:
—Μα πώς μπορώ να πάω τόσο μακριά, και μάλιστα, χωρίς να έχω διαβατήριο;
—Μόνο να έχεις την αγάπη προς το Θεό και ό Θεός μπορεί να τα κάνη όλα, μου απάντησε ή πρώτη δεν χρειάζονται χαρτιά. Πάμε να τούς ανακουφίσουμε λίγο και μην παίρνεις τίποτε μαζί σου τα έχουμε φροντίσει όλα. Πάρε μόνο δύο- τρεις πετσέτες για να πλένεις, να σκουπίζεις και να περιποιέσαι τις πληγές τους. Όλα τ’ άλλα τα έχουμε.
—Πώς όμως, θα γίνει αυτό; Γιατί αν οι  αδελφοί με δουν μαζί με γυναίκες, θα σκανδαλιστούν
—Όχι, δεν θα μάς δη κανείς. Θα κάνουμε το έργο της άγιας υπακοής, θα υπηρετήσουμε τούς αρρώστους και θα γυρίσουμε απόψε.
Άς προσευχηθούμε λοιπόν στον Κύριο και Θεό για να μάς δώσει τη δύναμη και βοήθεια να τον υπηρετήσουμε στο πρόσωπο των δούλων του, πού είναι στρατιώτες και πολεμάνε για το άγιο όνομά Του και την άγια πίστη Του. Λέγε εσύ την προσευχή, μου είπε.

Κι εγώ είπα το "’Άξιον εστί", ενώ όλες έκαναν τον σταυρό τους και μετάνοιες. Συνέχισα "Δόξα Πατρί και Υίώ και Άγίω Πνεύματι και νυν..." μέχρι τέλος και πάλι βάλαμε μετάνοια. "Κύριε ελέησον" τρεις φορές, "εύλόγησον", μετάνοια. “Δι’ ευχών των άγιων πατέρων ημών...", μετάνοια, αμήν. Ή πρώτη λέει "Κύριε εύλόγησον την οδόν". Όλες πάλι έκαναν τον σταυρό τους και βγήκαν έξω. "Έκλεισα το κελί και τις άκολούθησα. Βγήκαμε στην αυλή κι αρχίσαμε να απομακρυνόμαστε. Σε λίγο γύρισα πίσω και δεν είδα πιάτο κελί μου. Κοιτάζω μπροστά και βλέπω ένα μεγάλο κτίριο, στον τοίχο τού όποιου ήταν γραμμένο: Έδώ είναι το νοσοκομείο των στρατιωτών, πού πληγώθηκαν για το Χριστό, την πίστη την άγια και τη θεοφύλακτη πατρίδα μας Ρωσία".

—Δόξα τω Θεώ, φθάσαμε, είπε ή πρώτη.
Μπήκαμε, σ’ ένα φωτεινό και μακρύ διάδρομο, πού δεξιά κι αριστερά του υπήρχαν θάλαμοι με κρεβάτια καθαρά και μαλακά. Στον πρώτο θάλαμο βρίσκονταν οι βαριά πληγωμένοι: άλλος δεν έχει χέρι, άλλος πόδι, άλλος έχει ανοιγμένα σπλάγχνα, άλλος
είναι χωρίς σαγόνι, μύτη, μάτι, κάποιου το κεφάλι είναι ανοιγμένο...
Μόλις μπήκαμε στον πρώτο θάλαμο ή μεγάλη μου λέει: "Πρόσεξε, ότι θα κάνουμε εμείς να κάνης και  εσύ σκοπός μας είναι να ανακουφίσουμε και να παρηγορήσουμε τούς πληγωμένους".

Ετοιμάσθηκε πρώτη, πλησίασε έναν τραυματία, έβαλε στη λεκάνη νερό, κι αφού έπλυνε τις πληγές μ’ ένα σφουγγάρι, τις σκούπισε με την καθαρή πετσέτα την όποια είχε μαζί της. Έπειτα έβγαλε από την σακούλα της κάποια αλοιφή και άλειψε τις πληγές. Τέλος τού έπλυνε το πρόσωπο, τον σκούπισε και τον χτένισε. Όλα τα έκανε επιδέξια και γρήγορα, κι αμέσως πηγαίνει σε άλλον άρρωστο. Τα ίδια κάνει και μ’ αυτόν. Αν κάποιος έχει σπασμένο χέρι ή πόδι, το διορθώνει• αν έχει βγαλμένα έξω τα εντόσθια, τα πλένει με καθαρό νερό και τα βάζει στη θέση τους. Αφού περιποιηθεί κάθε τραυματία, τον σταυρώνει, του δίνει να πιει καθαρό νερό, του λέει λίγα λόγια παρηγοριάς και πηγαίνει σ’ άλλον. “Όταν έχει τελειώσει τον τρίτο, γυρίζει και μου λέει:
—Είδες, πώς κάνω; Στάσου έδώ ανάμεσα σε μένα και τη μεγαλομάρτυρα Βαρβάρα, κοίτα κι ότι κάνουμε εμείς, κάνε και σύ. Μη σιχαίνεσαι και μην περιφρονείς κανέναν, αλλά να παρηγορείς όλους τούς, πληγωμένους ανεξαιρέτως. Τότε στρέφεται σ’ εκείνη πού ονόμασε άγια Βαρβάρα και της λέει: άγια μεγαλομάρτυς Βαρβάρα, να τον παρακολουθείς, να τον βοηθάς και να τον διορθώνεις στην άγνοιά του, για να υπηρετήσει καλά τούς τραυματίες εις δόξα θεού.

Μου υπέδειξε στη συνέχεια κάποιον πληγωμένο εγώ τον πλησίασα, τον ξεσκέπασα, έβγαλα το πουκάμισό του και είδα έντρομος ότι ήταν όλος σχισμένος από πάνω μέχρι κάτω και τα εντόσθια του χυμένα έξω τόσο φοβήθηκα, πού έχασα τις αισθήσεις μου. Αμέσως ή μεγαλομάρτυς Βαρβάρα έπιασε το αριστερό χέρι μου και λέει στην πρώτη: "Πολυέλεη Δέσποινα, μητέρα τού Θεού και Κυρία όλων μας, βλέπεις ότι λιποθύμησε• δυνάμωσέ τον, για να υπηρετεί τον Κύριο, τον γλυκύτατο νυμφίο μου Ιησού Χριστό, πού αγάπησα με όλη την καρδιά μου και τού παρέδωσα ολόκληρο τον εαυτό μου".

Τότε εγώ κατάλαβα ποιά ήταν αυτή ή πρώτη και ποιά ή δεύτερη και σκίρτησε ή καρδιά μου. Τα είχα χαμένα. Δεν καταλάβαινα, που βρίσκομαι. Στρέφεται λοιπόν, ή Παναγία και λέει προς την τρίτη:
—Αγία Μεγαλομάρτυς Αλεξάνδρα, βοήθησε λίγο και σύ αυτό το μικρόψυχο μοναχό, πού Θέλει να δώσει τη ζωή του για το όνομα τού Κυρίου Ιησού Χριστού, και για την εκκλησία. Ηλθε μαζί μας εδώ να υπηρετήσει τούς τραυματίες, αλλά μόλις είδε τις πληγές τους φοβήθηκε κι έσβησε.
—Δεν υπάρχει, Δέσποινά μου, απάντησε ή αγία Αλεξάνδρα, άνθρωπος, πού να έχει τη Χάρι τού Κυρίου Ιησού Χριστού, την όποια έχεις εσύ. Όλοι είναι φτωχοί και αδύναμοι. Εσύ λοιπόν, ευλόγησε και ενίσχυσε τον δώσε του άφθονη Χάρι, δύναμη, διάκριση, υπομονή και σοφία.
Τότε ή Δέσποινά μας με πλησίασε, με σταύρωσε τρεις φορές και μού είπε:
—Από δώ και πέρα θα είναι μαζί ο ου και με όλα τα έργα σου ή Χάρι μου, για να υπηρέτης με αγάπη και ευσέβεια το Θεό και τον πλησίον, επειδή αγαπά πολύ εκείνους πού υπηρετούν τούς πονεμένους και Θλιμμένους ανθρώπους. Κάνε, λοιπόν, τον κόπο αυτής της διακονίας μαζί μας και ό Θεός να σ’ ευλόγηση

Με αυτά τα λόγια ζωντάνεψε το πνεύμα μου και ξανάρχισα την περιποίηση των τραυματιών χωρίς φόβο, αλλά με Θάρρος και χαρά. Είχα δεξιά μου την Παναγία Δέσποινα Θεοτόκο κι αριστερά την άγια μεγαλομάρτυρα Βαρβάρα. Ή Δέσποινα ρώτησε τον πρώτο τραυματία, πώς λέγεται κι αυτός απάντησε, Βασίλειος. Μου λέει λοιπόν ή Παναγία: "Βάλε το όνομά του μέσα στην καρδιά σου και τη μνήμη σου. Θα έλθει κάποτε, εκεί πού θα βρίσκεσαι. Όταν έλθει, να του δώσεις την ευλογία σου στο όνομα του Κυρίου". Και πράγματι. Μετά από καιρό ήλθε εδώ στη μονή, εξομολογήθηκε και κοινώνησε των θείων μυστηρίων. Με αναγνώρισε και θυμήθηκε όσα έγιναν τότε: ότι ήταν πολύ πληγωμένος, τί ένιωθε και τί άκουγε. Μου εξήγησε ότι ήλθε, γιατί σε κάποιο όνειρο του δόθηκε εντολή να έλθει στο Κίεβο, για να με βρει. Εγώ όμως, έκανα πώς δεν ξέρω τίποτε, για να μη διαδοθεί ή φήμη μεταξύ των ανθρώπων. Έμεινε μερικές μέρες κι έφυγε με ειρήνη.

Γρήγορα λοιπόν, και με επιτυχία τελειώσαμε αυτό το θάλαμο, περιποιηθήκαμε όλους τούς αρρώστους και πήγαμε σ’ άλλον, έπειτα σε άλλον και σε άλλον και τέλος στο θάλαμο αναρρώσεως. Εκεί ή Δέσποινα, αφού τούς ευλόγησε όλους τούς παροτρύνε να έχουν πίστη στο Θεό, υπακοή στην Εκκλησία και να αγωνίζονται για τη σωτηρία του πλησίον τους. Στη συνέχεια επισκέφτηκε όλα τα συντάγματα, όπου ευλόγησε και παρηγόρησε όλους τους φιλόχριστους στρατιώτες. Επισκέφτηκε ακόμη τη Σεβαστούπολη, τη Συμφερούπολι, το Μπαχτσισαράι και το Καρασουμπαζάρι, κοντά στο μαύρο ποταμό, όπου οι στρατιώτες μας ήταν στα χαρακώματα.

Έπειτα απ’ όλα αυτά επιστρέψαμε στο Κίεβο. Μπήκαμε στο κελί μου και ή άγια μεγαλομάρτυς Βαρβάρα είπε:
—Είναι μία μετά τα μεσάνυχτα. Προσευχηθήκαμε στον Κύριο και βάλαμε τρεις μετάνοιες.
—Να τα θυμάσαι όλα αυτά, μου είπε τότε ή Δέσποινα μην τα ξεχάσεις, θα σου χρειαστούν. Όταν έλθει ό καιρός, το Πνεύμα το Άγιο θα έμπνευση τις ψυχές και καρδιές πολλών ανθρώπων, ανδρών και γυναικών διαφόρων ηλικιών, τάξεων, αξιωμάτων και θρησκευμάτων να έλθουν σ’ εσένα. Μην αρνηθείς τη βοήθειά σου σ’ αυτούς και μην απεχθάνεσαι κανέναν, επειδή κεφαλή όλων είναι ό Χριστός και όλοι είναι δικά Του μέλη. Να υπηρέτης με αγάπη το Θεό και τον πλησίον να συμπονάς όλους, να παρηγορείς τούς βασανισμένους και απελπισμένους ανθρώπους. αφού και εσύ έχεις περάσει πολλά να έχεις ταπεινοφροσύνη και υπομονή και να ευχαριστείς για όλα τον Κύριο. Φρόντισε να εκτελείς πιστά το καθήκον σου επειδή γι’ αυτό το έργο σε κάλεσε. Ή ειρήνη τού Θεού να είναι μαζί σου", μου ευχήθηκε και με σταύρωσε τρεις φορές.
Τότε έκθαμβος είδα την Κυρία Θεοτόκο με τις δύο αγίες, όχι πια με απλά και φτωχικά. αλλά μέσα σε δόξα, ομορφιά κι ολόλαμπρο φως πού δεν μπορεί να τα περιγράψει ή ανθρώπινη γλώσσα.
Ζήτησα τις ευχές και το έλεος της Δέσποινας για μένα και για όλα τα έργα μου, καθώς και των δύο μεγαλομαρτύρων Βαρβάρας και Αλεξάνδρας.
—Ξέρουμε την αδυναμία σου, μου απάντησαν εκείνες, γι’ αυτό να καταφεύγεις στον Κύριο και στην Παναγία Δέσποινα Θεοτόκο, πού είναι ή μητέρα όλων και δίνει τη σκέπη, τη Χάρι και την παρηγοριά. Έχεις διαβάσει στους βίους μας, πώς υπομείναμε τα βάσανα από το διάβολο και τούς υπηρέτες του για την αγάπη του Χριστού. Είδες πώς ό Κύριος των δυνάμεων δοξάσθηκε στ αδύνατα γυναικεία σώματά μας και στις ροές του αίματος μας. Αλήθεια, θαυμαστός είναι ό Κύριος εν τοις άγίοις αυτού! Αμήν.

Ή Δέσποινα μού έδωσε και πάλι την ειρήνη και εύλογία και βγήκε από το κελί μου μαζί με τις δύο άγιες- τις συνοδέυσα λίγο κι εγώ.
—Στην εκκλησία τελείται ή πρωινή δοξολογία του Θεού.
Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια της Παναγίας...
Καθώς επέστρεφα στο κελί, σκεπτόμουν πόσο αφηρημένος ήμουν, ώστε από την έκπληξη μου δεν άναψα το κερί, ενώ ήταν νύκτα. Μόλις μπήκα όμως, είδα το κελί μου πολύ φωτισμένο το κερί ήταν στη θέση του, αλλά σβηστό κι όμως, το φώς στο δωμάτιό μου ήταν λαμπερό. Πόσο φτωχός ήμουν στο μυαλό, πού δεν μπορούσα τότε να καταλάβω... Θεωρώ τώρα και θεωρούσα πάντα τον εαυτό μου ανόητο σε όλα. Ό Κύριος και Θεός μου, ή Παναγία μήτε ρα Του και όλοι οι άγιοι δείχνουν σε μένα τα μεγάλα τους ελέη και τη Χάρι τους, μα εγώ είμαι αχάριστος σ’ αυτούς. Φόρεσα το μανδύα και πήγα στην εκκλησία. Ήταν δύο ή ώρα τα μεσάνυχτα»
 «Λίγο μετά την επίσκεψι της Παναγίας στις 9 Μαρτίου έλαβα ένα δέμα. Ανοίγω το κουτί και βλέπω μια ιερή εικόνα της Αγίας Τριάδος. Μαζί ήταν κι ένα γράμμα με το εξής περιεχόμενο:
"Πάτερ Ιωνά, σάς παρακαλούμε να δεχτείτε αυτή την εικόνα της Αγίας Τριάδος στην ιερά μονή σας. Σχετικά με αυτή πρέπει να σάς διηγηθούμε ένα θαυμαστό γεγονός, πού είχε συμβεί σ’ ένα συμπατριώτη μας, πρώην ταγματάρχη, ό όποιος είχε βαρειά πληγωθεί στον τουρκικό πόλεμο. Ή μάχη διαρκούσε μέρες. Δεν υπήρχε δυνατότητα να μεταφέρουν τούς τραυματίες ούτε καν να τούς προσφέρουν κάποια μικρή βοήθεια, αλλά ούτε και να θάψουν τούς νεκρούς. Οι τραυματίες ήταν εγκαταλελειμμένοι στο έδαφος, υπέφεραν φοβερά, αιμορραγούσαν, διψούσαν και πολλοί απ’ αυτούς πέθαιναν. Αυτός ό ταγματάρχης βρισκόταν πεσμένος ανάμεσα στους νεκρούς και τούς πληγωμένους μ’ ένα βαρύ τραύμα στο κεφάλι. Για ένα διάστημα έχασε τις αισθήσεις του. Όταν συνήλθε, υπέφερε πολύ και ικέτευε το Θεό και την Παναγία να τον βοηθήσουν και να τον σώσουν.

Την πέμπτη ή έκτη ήμερα βλέπει το πρωί κάποιες γυναίκες, πού περνούσαν απ’ όλους τούς αρρώστους. Ήταν ντυμένες σαν απλές αγρότισσες και σκεπασμένες με λευκά μαντήλια. Πλησίαζαν τους πληγωμένους, περιποιούνταν τις πληγές τους, τους έδινα να πίνουν καθαρό και δροσερό νερό και ένα κομμάτι άσπρο ψωμί. Πάνω στους νεκρούς έκαναν το σημείο του σταυρού. Ό ταγματάρχης τα έβλεπε όλα αυτά και σκεπτόταν: Από που να είναι αυτές οι γυναίκες: Έδώ κοντά δεν υπάρχει κανένα χωριό• και πόσο καλά περιποιούνται τούς άρρωστους!.
"Έπειτα, μάς διηγήθηκε ό ταγματάρχης, πλησίασαν και προς εμένα και μου είπαν: "Να έχεις ειρήνη και να σου δώσει ό Κύριος την υγεία. Μου έπλυναν τα χέρια, το πρόσωπο και τις πληγές στο σώμα και στο κεφάλι. Μου φόρεσαν καθαρά ρούχα και μού έδωσαν να πιω νερό και να φάω ένα κομμάτι άσπρο ψωμί. Μετά ή μεγαλύτερη μού λέει: "Να τα υπομένετε όλα με καρτερία για την αγάπη του Θεού και θα λάβετε τη βασιλεία των ουρανών.

Συνέχισαν να έρχονται κάθε μέρα. Όταν ρώτησα τα ονόματα τους, δεν μου απάντησαν, μόνο ή πρεσβύτερη μού είπε: "Να ευχαριστείτε την Παναγία και όλους τούς άγιους.
Μετά από επτά ημέρες μάς πήραν στο νοσοκομείο. Όταν έγινα καλά, αποστρατεύτηκα και πήγα στο σπίτι μου. Θυμόμουν πάντοτε αυτό το γεγονός και ήθελα από ευγνωμοσύνη ν’ αγοράσω μια εικόνα. Πέρασε αρκετός καιρός. Κάποτε ήλθαμε μαζί με τη γυναίκα μου στο Κίεβο για προσκύνημα. Έδώ ήθελα να αγοράσω την εικόνα, αλλά δεν ήξερα ποιά ακριβώς. Επισκεφτήκαμε όλα τα εκκλησιαστικά μ« γαζιά τού Κιέβου, μα πουθενά δεν μπορέσαμε να
βρούμε την εικόνα τού θα μας άρεσε ούτε στη Λαύρα βρήκαμε.

Κάποια μέρα λοιπόν, μετά τη θεία Λειτουργία στη μεγάλη εκκλησία βγήκαμε για να πάμε στο ξενοδοχείο μας. Ξαφνικά κοντά στην πύλη της Λαύρας μια γυναίκα μάς πλησιάζει και μάς λέει: Έχω μια ωραία εικόνα, Θέλετε να την αγοράσετε;
Την είχε τυλιγμένη σε μια λευκή και καθαρή μανδήλα όμοια με αυτή την οποία φορούσε στο κεφάλι της. Ήταν ντυμένη πολύ απλά. Την κοιτάζω και σκέπτομαι: "Κάπου την έχω ξαναδεί αυτή τη γυναίκα”. Κι αυτή πάλι κοιτάζει εμένα και μου λέει: 'Θέλετε να πάρετε την άγια Εικόνα;”.
Την ξετύλιξε αμέσως κι εγώ την περιεργάσθηκα. Μού άρεσε πάρα πολύ, σαν να ήταν αυτή ακριβώς την οποία έψαχνα ν’ αγοράσω. Τη ρώτησα για την τιμή. Μου είπε ότι της αρκεί ότι θα της δώσω. Αυτή ή εικόνα επίσης, άρεσε πολύ και στη σύζυγό μου πού με παρότρυνε να την αγοράσω. Παρακάλεσα τη γυναίκα να έλθει μαζί μας στο ξενοδοχείο για να της δώσουμε τα χρήματα. Μόλις όμως, φθάσαμε, εκείνη εξαφανίσθηκε. Την έψαξα παντού, μα δεν τη βρήκα. Μετά από μερικά χρόνια αυτή ή γυναίκα μού εμφανίσθηκε πάλι στον ύπνο και μού είπε: 'Μην παραξενεύεσαι• ησύχασε και μη με ψάχνεις. Είμαι μία απ’ αυτές πού διακονούσαν εσένα και τούς άλλους πληγωμένους στον πόλεμο”.

Μετά απ` αυτό το γεγονός ηρέμησα. Ή εικόνα όμως, παραδόξως άρχισε να αλλάζει όψη: το πρόσωπο, ή μύτη, τα μάτια, τα δάκτυλα μεταμορφώνονταν και γίνονταν σαν του ζωντανού ανθρώπου. Αυτή  η βαθμιαία αλλαγή κράτησε για ένα ορισμένο διάστημα. Όλοι το είδαν. Αργότερα, από κάποιο δάκτυλο άρχισε να βγάζει κάτι σαν λάδι ή μύρο. Στην αρχή δεν δώσαμε καμιά προσοχή και το λάδι έσταζε στο προσκυνητάρι. Μετά αρχίσαμε να το μαζεύουμε με βαμβάκι, το δίναμε στοάς άρρωστους και όλοι θεραπεύονταν.
Κρύβαμε όμως, τα θαύματα της εικόνος. Εν τω μεταξύ γεράσαμε εγώ και ή γυναίκα μου κι αρχίσαμε να προβληματιζόμαστε που να την αφήσουμε. Αυτή ή σκέψη μάς βασάνιζε. Κάποτε πού προσευχόμασταν ακούσαμε με έκπληξη και φόβο να βγαίνει από την εικόνα μια φωνή: Μη στενοχωρείστε• αυτή ή εικόνα θα βρει τη θέση της και θα τιμάται.
Εμείς πάντως ησυχάσαμε με την απόφαση ότι, όταν κάποιος από τούς δύο πεθάνει, ό άλλος θα βρει μεταξύ των συγγενών μας μια καλή και θεοφιλή οικογένεια και θα της παραδώσει την εικόνα, μέχρι πού ό Κύριος να δείξει το θέλημά του.

Πρώτος κοιμήθηκε ό άνδρας. Τότε ή γυναίκα βρήκε μια ευσεβή παρθένο και της έδωσε την εικόνα, αφού της διηγήθηκε την ιστορία και τα θαύματά της. Αυτή ή παρθένος φύλαγε με ευλάβεια την εικόνα, ή οποία έκανε πολλά νέα θαύματα. Όταν γέρα σε και αισθάνθηκε ότι πλησιάζει ό θάνατος, την παρέδωσε στον εφημέριό της μαζί μ’ ένα γράμμα πού περιείχε όλη την ιστορία της. Ό ιερέας τοποθέτησε την εικόνα μέσα στην εκκλησία και ό πιστός λαό, την τιμούσε πολύ. Κάποια μέρα μετά το χερουβικό ύμνο ακούστηκε μια δυνατή φωνή και όλος ο κόσμος κατάλαβε ότι -προερχόταν από την εικόνα. Η φωνή έλεγε: 'Στείλε αυτή την αγία εικόνα μου στο  Κίεβο και δώσε την στον ιερομόναχο Ιωνά, πού μένει πιο πάνω από το μοναστήρι Βύντουμπιτσκυ στον κήπο. Εκεί θα κτιστή μονή στο όνομα της Ζωοποιού Τριάδος. Πρέπει να την τοποθέτηση μέσα στο ιερά βήμα στην αγία πρόθεση. Στείλε την αμέσως’.
Όλοι άκουσαν τη φωνή του ό ιερέας δεν ήταν βέβαιος από ποια εικόνα προερχόταν. Οι άνθρωποι φοβήθηκαν, αλλά ό ιερέας τούς καθησύχασε. Τέλεση μια δέηση στην αγία Τριάδα, ωστόσο δεν την έστειλε.

Πέρασε λίγος καιρός και πάλι μια Κυριακή κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας, όταν ό ιερέας διά βάζε την όπισθάμβωνο ευχή ό εύλογών τούς ευλογούντος σε, Κύριε..., ξανακούσθηκε ή φωνή:
—Γιατί καθυστερείς και δεν στέλνεις την εικόνα μου εκεί πού σού υπέδειξα; Στείλε την, σου είπα, στον “ιερομόναχο Ιωνά πού μένει στον κήπο, πιο πάνω από το Βύντουμπιτσκυ.

Τότε ή εικόνα έλαμψε κι έτσι όλοι είδαν από πού προήλθε ή φωνή.

“Ύστερα από τη θεία λειτουργία, αφού έκαναν μια δέηση στην αγία Τριάδα και προσκύνησαν την εικόνα, ό “ιερέας την έστειλε ταχυδρομικούς σε μένα μαζί με όλη την ιστορία και τα θαύματά της. Τώρα βρίσκεται μέσα στο ιερό της εκκλησίας στην προσκομιδή, όπως όρισε ή θεία φωνή».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΙΩΝΑΣ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ. Ι.Μ. ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΚΑΛΑΜΟΣ 1998.



http://salograia.blogspot.gr

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2017

20 Ιανουαρίου Άγιος Ευθύμιος




Άγιος Ευθύμιος

Πάμε, τώρα, στις 20 του μηνός Ιανουαρίου. Κι εδώ άλλη κορυφή. Βλέπετε οι Πατέρες βάλανε τους μεγάλους Αγίους στον Χειμώνα. Συμπίπτει και η μνήμη πολλών, αλλά όχι όλων, επειδή οι άνθρωποι, που ταν ο βίος τότε αγροτικός και ποιμενικός, μπορούσαν να ευκαιρούν πιο πολύ, γιατί τον Χειμώνα που να πάει κανείς και τι να κάνει, για να μπορούν, τι; να πηγαίνουν στην εκκλησία να λειτουργούνται, να δοξάζουν τον Θεό, να τιμούν τους Αγίους και να παίρνουν ευλογία και δύναμη. Τι ωραία τα ‘χει η Εκκλησούλα μας τοποθετήσει! γι αυτό εδώ έχουμε πολλούς μεγάλους Αγίους τον Ιανουάριο. Πάρα πολλούς. Πάρα πολλούς έχομε τον Άγιο Ευθύμιο, όπως είπαμε, τον Μέγαν. Ήτανε στα χρόνια του Γρατιανού, 4ος αιώνας μ.Χ., μεγάλη μορφή, και πολύ σπουδαίος, γεννήθηκε στη Μελιτίνη της Αρμενίας. Απλωνότανε παντού η χριστιανοσύνη! Κι έχουν βγει απ’ όλα τα χριστιανικά μέρη αμέτρητοι Άγιοι, από παλιά μέχρι και σημέρα οι γονείς του δεν είχαν παιδί.

 Η μητέρα του ήταν στείρα, σαν την μητέρα του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, την Ελισάβετ. Παρεκάλεσαν, όμως, οι γονείς του θερμά τον Χριστό να τους δώσει ένα παιδάκι, που τόσο ποθούσαν. Κι ο Κύριος τους αποκάλυψε και τους είπε τους φανέρωσε και τους είπε: Θα σας δώσω ένα παιδί, θέλω, όμως, να το ονομάσετε Ευθύμιον. Διότι θα σας φέρει ευθυμία και χαρά γι αυτό, όταν έχομε δυσθυμία και κατήφεια, ας παρακαλούμε τον Άγιο. Ξέρετε πόσο βοηθάει; δεν τον εκμεταλλευόμεθα, πολλές φορές και τους έδωσε , λοιπόν, τον Ευθύμιον, και ευθύμησαν και ευθύμησε σε λίγο και η Εκκλησία και ευθύμησε και η έρημος, που έφερε στην έρημο ο Άγιος αμέτρητους ανθρώπους και έγιναν μοναχοί και έγινε η έρημος πόλις και μια ζωγραφιά του Παραδείσου έμεινε, όμως, ορφανός ο Άγιος Ευθύμιος, τριών ετών. Η μανούλα του τον πήγε στον επίσκοπο της Μελιτηνής της Αρμενίας, τον Ευτρώϊο εκείνος ήταν Άγιος άνθρωπος, και κατάλαβε πως ο Ευθύμιος θα εγίνετο μέγας και θα ωφελούσε την Εκκλησία και τον κόσμο, όσο λίγοι. Τον παρέλαβε, λοιπόν, τον μόρφωσε, τον σπούδασε, τον οδήγησε στην αρετή και στην αγιότητα. Σπουδαία αυτά! Πάρα πολύ σπουδαία! και ύστερα τον έκαμε και διάκονο στην Εκκλησία. Κι εκείνος ήταν αηδόνι. Ήταν ευθυμία. Ήταν χαρά. Ήταν σοφία έκαμε από μικρός θαύματα. 

Ήτο ένα παιδί θαύμα και σιγά-σιγά, τον έκαναν και πρεσβύτερο, παρά τη θέληση του, και ανέλαβε να διοικεί τις μονές και τις εκκλησίες της Μελιτηνής της Αρμενίας και τα κατάφερνε τόσο πολύ, όλοι τον θαύμαζαν, τον καμάρωναν και προσπαθούσαν να βρίσκονται κοντά του, ν ακούνε τα λόγια του, να παίρνουν την ευχή του και την οδηγία του. Πέρασε λίγος καιρός, κι εκείνος, απ’ τον πολύ κόπο κι απ’ τις πολλές επευφημίες των ανθρώπων, δυσκολεύτηκε. Σου λέει: που το πάνε αυτοί; με δοξάζουν κάθε μέρα, με τιμάνε, μπορεί να το πάρω και πάνω μου κι εγώ. Αυτό είναι ταπείνωση είναι ομορφιά. Κι επειδή ήθελε να πάει και στους Αγίους Τόπους, παρεκάλεσε τον επίσκοπο κι όλους, να τον αφήσουν. Κι εκείνοι, με πόνο ψυχής και σπαραγμό καρδιάς, τον άφησαν κι έφυγε τους έλειψε, όμως, αλλά αισθανόντουσαν την ευχή και την αγάπη του να μένει κοντά τους. Σπουδαίο αυτό! Ήταν ευθυμία έφθασε, λοιπόν, στους Αγίους Τόπους. Προσκύνησε τα μέρη που πάτησαν τα πόδια του Χριστού και λοιπά, και ύστερα αποσύρθηκε στην έρημο. Πήγε σ’ ένα σπήλαιο, που ταν ένας μεγάλος όσιος της Εκκλησίας, ο όσιος Θεόκτιστος, κι εκεί ασκήτεψαν μαζί αρχικά και τον οδήγησε ο όσιος Θεόκτιστος σ’ όλους τους δρόμους και τα μονοπάτια του μοναχικού βίου. Κι έγινε τέλειος και οδηγούσε τους ανθρώπους. Θαυματουργούσε. 

Ήλθανε, μια φορά, να φάνε 400 άτομα, να πάρουνε την ευχή του, και δεν είχανε να φάνε, κι εκείνος είχε ένα κομματάκι ψωμί για τον εαυτό του και λέει: Χριστέ μου, Σύ που ευλόγησες τους πέντε άρτους εν τη ερήμω, ευλόγησον και το ξερό αυτό κομματάκι, να φάνε ψωμί τα παιδιά σου. Κι αμέσως, καθώς το μοίραζε το κομματάκι εκείνο στα χέρια του, πολλαπλασιαζότανε και φάγανε όλοι και περίσσεψε. Ανανέωσε το θαύμα του χορτασμού των πεντακισχιλίων ο Μέγας και Άγιος Ευθύμιος και έκαμε δε πάρα πολλά, όπως είπαμε, θαύματα κι έφερε πάρα πολλούς αιρετικούς στην ορθοδοξία είχαμε αιρέσεις, τότε, μονοφυσιτισμούς, και το να και τ άλλο ο,τι θέλεις. Όπως και σημέρα μαινόντουσαν, τότε, μαίνονται και τώρα γι αυτό να προσέχομε τους αιρετικούς και τις αιρέσεις και τα πάντα και να φροντίζουμε και τους άλλους αδελφούς, να μην πέφτουνε σ’ αυτό το μέγα κακό έκαμε, λοιπόν, ο Άγιος πολλά και μεγάλα θαύματα και μεγάλη προσφορά είχε στην Εκκλησία. —Καλώς τον Φιλιππάκο. Ήλθε κι ο Ιωαννίκιος , να στε καλά.— Κι έτσι, κοντά 100 χρονών, στα 473-74, επί Λέοντος α, του Μεγάλου, εκοιμήθη.

Άγιος Λέων ο Α

Και τι το ωραίον; Στις 20 Ιανουαρίου γιορτάζει κι αυτός ο αυτοκράτωρ ο Λέων ο Α ο θράξ ο πρώτος Έλλην αυτοκράτωρ του Βυζαντίου ο οποίος υποστήριξε την ορθοδοξία και να το πούμε κι αυτό, στις μέρες μας χρειάζεται, καθάρισε την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από τους φοβερούς μετανάστες και κυρίως από τους Γότθους να δούμε σημέρα ποιος Λέων θα βρεθεί στην πατρίδα μας, να μας καθαρίσει πια απ’ αυτό το άγος. Το βλέπετε πόσο κάθε μέρα ένας νεαρός προχτές, σ’ έναν σταθμό του τρένου, χτυπιότανε και λέει: δεν βλέπω Έλληνα πουθενά. Φώναζε, γιατί τον είχε βαρέσει τρέλα. Στενοχωρήθηκε το παιδάκι μαύροι, άσπροι, κίτρινοι, που ναι, ρε, οι Έλληνες; που ναι οι παλληκαράδες; Που ναι οι γενναίοι; Τι μας έβαλαν όλους αυτούς εδώ πέρα; Που θα βρούμε άκρη; Τι θα γίνομε; Εκεί έχομε φτάσει και μας οδηγούν όλο και στραβά, όπως βλέπετε. Κανείς δεν νοιάζεται για την πατρίδα. Όπου θα βρούνε Έλληνα, θα τον κτυπήσουν μείναν άνεργοι οι Έλληνες. Κάνουν τόσα και τόσα. Κι από πάνω κάνουν και τις δουλειές τους. 

Δείχνουν τα διάφορα, τάχα, σκάνδαλα οι αναμάρτητοι, για να ξαφρίσουν το βιός των Ελλήνων έχουνε πολλά θέματα οι άνθρωποι τώρα έχουν τα Σκόπια, τη Βόρεια Μακεδονία, έχουνε την Κύπρο, έχουνε και τι δεν έχουνε. Τη Θράκη μας, στο πατριαρχείο μας κτυπάνε, τα πάντα, κι εμείς οι Έλληνες πάθαμε αργή δηλητηρίαση Μιθριδατισμό, που σαι, ρε Λέοντα, να σηκωθείς; Τον ονόμασαν μακέλλη μακέλλης, σημαίνει χασάπης. Πάπ, πάπ, πάπ. Τους έβγαλε όλους από κει πέρα. Θα πεις, να τους κάνουμε έτσι; Ε, θα μας κάνουν αυτοί να τους διώξουμε. Τους φέρνουν εδώ, οποίοι τους φέρνουν εδώ πέρα. Βοηθάνε κι οι κυβερνήσεις, η μία μετά την άλλη. Η μια πιο καλή απ’ την άλλη... Δεν μ’ ενδιαφέρει έμενα εγώ δεν ανήκω σε καμία κυβέρνηση. Το ξέρετε αυτό είμαι Έλληνας παπάς και τίποτε άλλο. Άλλα με νοιάζει ο τόπος μου με νοιάζει η πατρίδα μου με νοιάζει η Εκκλησία μου. Βεβαίως και μας νοιάζει όλους αυτό το πραγματάκι οι άλλοι έπεσαν υπέρ πίστεως και πατρίδος, για να μαστε ελεύθεροι.

 Που ναι ο Κολοκοτρώνης; που ναι ο Νικηταράς; που ναι η Μπουμπουλίνα; που ναι ο Καραϊσκάκης; που ναι η Μαντώ η Μαυρογένους; που ναι τόσοι και τόσοι; για να διώξουν την Τουρκιά, τους αραπάδες, και τώρα τους φέραμε από χίλιες μεριές, αδελφοί και με χίλια προσχήματα. Αυτό θα το πληρώσει η Ελλάς να το ξέρετε εγώ τα φώναζα εδώ και είκοσι χρόνια και μ’ έλεγαν τρελό μου χανε κάνει και διάφορα διαβήματα, που ποτέ δεν σας είπα τίποτα. Δεν χρειαζόταν αυτό. Δεν είμαι ήρωας εγώ έτσι. Τέλος πάντων.


Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2017

Ο Άγιος Νεομάρτυς και Οσιομάρτυς Γεδεών ο Καρακαλληνός...


Μαρτύρησε στον Τύρναβο της Θεσσαλίας στις 30 Δεκεμβρίου 1818

Ο Άγιος καταγόταν από το χωριό Κάπουρνα κοντά στη Μακρυνίτσα του Πηλίου. Προερχόταν από ευσεβείς γονείς και ήταν το πρώτο παιδί από τα οκτώ παιδιά της οικογένειας. Το κοσμικό του όνομα ήταν Νικόλαος. Ο πατέρας του λόγω της μεγάλης φορολογίας αναγκάστηκε να μετακομίσει οικογενειακώς σ’ ένα άλλο χωριό, όπου θα μπορούσε να εξοικονομεί καλύτερα τα αναγκαία . Ο άγιος ήταν τότε δώδεκα ετών.

΄Η μητέρα του είχε κάποιο εξάδελφο παντοπώλη στο Βελεστίνο, ο οποίος ζήτησε τον μικρό Νικόλαο να τον βοηθάει στο μαγαζί. Πράγματι το παιδί εργαζόταν με πολλή προθυμία .Κάποιος Τούρκος ονόματι Αλής, ο οποίος σύχναζε στο μπακάλικο, είδε ότι ο μικρός Νικόλαος ήταν έξυπνος, εργατικός και υπάκουος και τον ζήτησε από τον θείο του για ένα χρόνο να υπηρετεί στο χαρέμι του καθώς ήταν ακόμη μικρός στην ηλικία. Ο θείος αρνήθηκε λέγοντάς του να τον ζητήσει από την μητέρα του. Μετά από μια εβδομάδα επέστρεψε θυμωμένος ο Τούρκος ,άρπαξε με τη βία τον μικρό Νικόλαο και τον πήρε σπίτι του ,να υπηρετεί στο χαρέμι.

Μετά από τον ένα χρόνο πήγε ο πατέρας και ζητούσε τον Νικόλαο από τον Αλή. Εκείνος του απάντησε, εγώ έχω το παιδί μου στoν πόλεμο, μόλις επιστρέψει ο γιος μου να έρθεις να πάρεις τον γιό σου. Σε λίγες ημέρες επέστρεψε ο γιος του Τούρκου από τον πόλεμο , είδε τον μικρό και λέει στον πατέρα του : Πού το βρήκες αυτό το Ρωμιόπουλο που υπηρετεί στο χαρέμι ; Είναι ασυμβίβαστο Ρωμιός να υπηρετεί στο χαρέμι. Εγώ θα ήθελα να του κάνουμε περιτομή , να γίνω ανάδοχός του και να τον έχουμε να υπηρετεί στο χαρέμι για πάντα. Και άρχισε αμέσως ο ασεβής να καλοπιάνει τον Νικόλαο . Τελικά με τα λόγια αλλά και λόγω του νεαρού της ηλικίας του τον κατάφερε να αρνηθεί τον Χριστό και να τον εξισλαμίσει.

Μετά από δυο μήνες όμως το παιδί συναισθάνθηκε την πτώση του , μετανόησε και έκλαιγε πικρά .

Μια νύχτα κατάφερε να φύγει κρυφά και να πάει σπίτι του. Διηγήθηκε στον πατέρα του το πάθημά του λέγοντας ήμαρτον, ήμαρτον αλλά από δω και πέρα δεν θέλω ούτε να είμαι Τούρκος ούτε να ονομάζομαι. Ο δύστυχος πατέρας του απάντησε με δάκρυα : εγώ Νίκο μου είμαι φτωχός άνθρωπος, δεν έχω χρήματα να σε κρύψω κάπου. Αύριο νύχτα θα σε πάω με το άλογο στο Κεραμίδι και εγώ θα γυρίσω μ’ ένα φορτίο ψάρια από τη λίμνη Κάρλα για να μη με υποψιαστούν οι Τούρκοι . Εσύ να προσπαθήσεις να πας στο Άγιο Όρος. Τώρα εγώ επιστρέφοντας ποιος ξέρει πως θα βρω τη μητέρα σου και τα αδέλφια σου, γιατί έμαθα ότι οι Τούρκοι μαζεύουν ξύλα για να μας κάψουν. Ας αποθάνουμε κι εμείς για τον Χριστό.

Εκεί στο Κεραμίδι δέχθηκε να φιλοξενήσει τον άγιο μια συγγενής τους μοναχή, η οποία τον έδωσε σε κάποιους χτίστες ως βοηθό. Μετά από λίγες ημέρες το σινάφι των χτιστών που εργαζόταν έφυγε με πλοίο για την Κρήτη και πήγε μαζί τους. Οι χτίστες όμως δυστυχώς κακομεταχειρίζονταν τον Νικόλαο δέρνοντάς τον απάνθρωπα πολλές φορές. Έτσι έφυγε και τριγυρνούσε σ’ ένα δάσος. Κάποια μέρα βρέθηκε σ’ ένα ξωκλήσι , όπου γινόταν λειτουργία. Τον είδε ο ιερέας ξένο και σε κακή κατάσταση, τον πλησίασε και εκείνος του εξιστόρησε τη ζωή του. Μην κλαις , παιδί μου, του λέγει τότε ο ιερέας . Εγώ είχα ένα μονάκριβο γιό , ο οποίος πέθανε πριν λίγες ημέρες. Αν θέλεις, να σε υιοθετήσω. Με πολλή χαρά δέχτηκε την πρόταση του ιερέα ο Νικόλαος και πήγε μαζί του στο σπίτι του, όπου τον δέχτηκε σαν παιδί της και η πρεσβυτέρα. Έτσι ζούσε ευτυχισμένος στο σπίτι του ιερέα, μαθαίνοντας την τέχνη του υφαντή διότι αυτή την τέχνη εργαζόταν κι ο ιερέας.

Μετά από τρία χρόνια δυστυχώς απεβίωσε ο ιερέας και η πρεσβυτέρα επειδή δεν μπορούσε να εξοικονομήσει τα προς το ζην , είχε και δυο κόρες, έδωσε την ευχή της στον Νικόλαο να φύγει να αναζητήσει την τύχη του. Ο άγιος έβαλε κλαίγοντας μετάνοια στην ψυχομάνα του και αναχώρησε

Περιπλανώμενος στην Κρήτη με κάποιο άλλο συνομήλικό του αποφάσισαν να πάνε για προσκύνημα στο Άγιον Όρος. Αφού έφτασαν με το καράβι στη Δάφνη χωρίστηκαν και ο Νικόλαος άρχισε να περιέρχεται τις μονές και τις σκήτες του Αγίου Όρους. Τελικά κατέληξε στην Ι.Μ. Καρακάλλου , όπου αφού εξομολογήθηκε την πτώση του επανεντάχθη στην Εκκλησία με το Άγιο Μύρο και κοινώνησε των θείων Μυστηρίων. Έμεινε στην Μονή , όπου έγινε μοναχός με το όνομα Γεδεών. Ζούσε με πολλή υπακοή, ταπείνωση, εγκράτεια και υπέρμετρους ασκητικούς αγώνες, που μόνο ο καρδιογνώστης Θεός γνωρίζει , κλαίοντας συνεχώς για την πτώση του.

Μετά από τριανταπέντε χρόνια άσκηση άναψε στην καρδιά του ο πόθος του μαρτυρίου και με τις ευχές των πατέρων έφυγε από το Άγιο Όρος , ήλθε στο Βελεστίνο, όπου είχε εξωμόσει και προσποιόταν τον σαλό.

Την Μεγάλη Πέμπτη παρουσιάστηκε στον Αλή ,που τον είχε εξισλαμίσει και ομολόγησε τον Χριστό. Ο Τούρκος αμέσως ζήτησε να τον συλλάβουν και να τον οδηγήσουν στον δικαστή. Μεγάλη Παρασκευή ο άγιος φορώντας στο κεφάλι στεφάνι από λουλούδια και κρατώντας δύο κόκκινα αυγά παρουσιάστηκε στον κριτή και του είπε : Χριστός Ανέστη . Εκεί στο δικαστήριο έκανε και άλλες παλαβές πράξεις με αποτέλεσμα να διατάξει ο δικαστής να τον δείρουν ανελέητα και να τον διώξουν ως τρελό . Εκείνος τους προκαλούσε επίτηδες για να τον θανατώσουν αλλά δεν ήταν ακόμη θέλημα Θεού. Έζησε καιρό προσποιούμενος τον σαλό την ημέρα ενώ τις νύχτες αποσυρόταν σε ένα σπήλαιο, όπου έκανε τους ασκητικούς αγώνες του.

Τελικά επειδή και με τον τρόπο της ζωής αλλά και με τα λόγια του προκαλούσε τους Τούρκους διέταξε ο Βελή πασάς του Τυρνάβου τη σύλληψή του.

Ο άγιος αφού προετοιμάστηκε πνευματικά με το μυστήριο του Αγίου Ευχελαίου και την Θεία Κοινωνία ακολούθησε τους στρατιώτες του πασά στον Τύρναβο. Μπροστά στον πασά ομολόγησε την άρνησή του, τη μετάνοιά του , την επιστροφή στον Χριστό και τον πόθο του για ομολογία και μαρτύριο εκεί όπου αρνήθηκε. Ο πασάς τον έκλεισε στη φυλακή.

Την άλλη μέρα ,αφού κάλεσε και τους άλλους Τούρκους αξιωματούχους διέταξε να φέρουν μπροστά του τον άγιο. Πάλι μπροστά τους ο άγιος με πολύ θάρρος ομολόγησε τον Χριστό. Εκείνοι άρχισαν με κολακείες να τον μεταστρέψουν και πάλι στο ισλάμ αλλά ο άγιος αρνήθηκε με περιφρόνηση. Τον καταδίκασαν σε θάνατο.

Αρχικά τον διαπόμπευσαν στον Τύρναβο. Τον έφεραν κατόπιν μπροστά στον πασά που διέταξε να τον ακρωτηριάσουν κόβοντάς του τα χέρια και τα πόδια. με τσεκούρι. Ο άγιος άπλωνε μόνος του άφοβα τα μέλη του πάνω στο κούτσουρο για να κοπούν , χωρίς να δείχνει κανένα σημάδι πόνου , χωρίς καν να αλλάξει η όψη του προσώπου του λες κι έπασχε κάποιος άλλος.

Τον άφησαν αιμόφυρτο όλη την ημέρα και το βράδυ διέταξε ο πασάς να τον σηκώσουν και να ρίξουν στον χώρο όπου περνούσαν τα λύματα του σπιτιού του . ‘Hταν ακόμα ζωντανός. Στον βρωμερό εκείνο χώρο ο άγιος παρέδωσε την ψυχή του.

Οι Χριστιανοί κατάφεραν να πάρουν το άγιο λείψανο και να το ενταφιάσουν στον Ναό των Αγίων Αποστόλων.

Ευθύς αμέσως άρχισαν να γίνονται θαύματα και κατά τη διάρκεια της νεκρώσιμης ακολουθίας αλλά και μετά την ταφή του, σε όσους προσκυνούσαν με ευλάβεια τον τάφο του , καθώς και μετά την ανακομιδή των λειψάνων του και μέχρι σήμερα .

http://vatopaidi.wordpress.com

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2017

Συναξαριστής 18 Ιανουαρίου: Άγιοι Αθανάσιος ο Μέγας και Κύριλλος Πατριάρχες Αλεξανδρείας

 



 

Άγιοι Αθανάσιος ο Μέγας και Κύριλλος Πατριάρχες Αλεξανδρείας

Δύο μεγάλους σοφούς διδασκάλους και Αγίους γιορτάζει σήμερα η Εκκλησία, τον άγιο Αθανάσιο και τον άγιο Κύριλλο, που κι οι δύο έγιναν Επίσκοποι και Πατριάρχαι Αλεξανδρείας. Ο άγιος Αθανάσιος έζησε στα χρόνια του πρώτου χριστιανού Αυτοκράτορα, του Μ. Κωνσταντίνου κι ο άγιος Κύριλλος εκατό περίπου χρόνια πιο έπειτα. Επολέμησαν κι οι δυό με δύναμη και με πίστη τις αιρέσεις και πλούτισαν την εκκλησιαστική φιλολογία με σοφά θεολογικά συγγράμματα. Έχουν κι οι δυό τον τίτλο των Πατέρων και Οικουμενικών Διδασκάλων και με την αγιότητα του βίου και τη σοφία τους διδάσκουν τις γενεές των χριστιανών. Γιατί η Εκκλησία μας - η Ορθόδοξη Εκκλησία - είναι Εκκλησία Πατέρων· διδαχή και παράδοση των Αποστόλων, που φθάνει σε μας με κύρος και αυθεντία, δια μέσου της ερμηνείας - πείρας, αγιότητος και ιεράς σοφίας - των αγίων Πατέρων.


Βιογραφία
Ο Μέγας Αθανάσιος γεννήθηκε το 295 μ.Χ. από φτωχούς αλλά ενάρετους γονείς, γεγονός που του στέρησε τη δυνατότητα για ανώτερες σπουδές. Όμως ο πανάγαθος Θεός τον προίκισε με πλούσια πνευματικά προσόντα. Λαμβάνει τη στοιχειώδη εκπαίδευση και στη συνέχεια μελετά μόνος του για να φθάσει σε υψηλότατα επίπεδα γνώσης και σοφίας.

Από πολύ νέος έδειξε την κλίση του προς την Εκκλησία. 25 ετών χειροτονείται διάκονος από τον πατριάρχη Αλεξανδρείας Αλέξανδρο, τον οποίο ακολουθεί στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο το 325 μ.Χ., στη Νίκαια της Βιθυνίας. Αναδεικνύεται πρωτεργάτης στην καταδίκη της αιρετικής διδασκαλίας του Αρείου.

Το 328 μ.Χ. και σε ηλικία 33 ετών εκλέγεται πανηγυρικά πατριάρχης Αλεξανδρείας. Από τη θέση αυτή αντιμετωπίζει ένα φοβερό πόλεμο εκ μέρους των αιρετικών οπαδών του Αρείου. Όμως ο άγιος, χάρη στην μεγάλη πνευματικότητά του και τη ζέουσα πίστη στο Θεό, κατορθώνει να βγει νικητής απ’ όλες αυτές τις δοκιμασίες ακόμη και από τις πέντε εξορίες που του επιβλήθηκαν, καθώς ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Β΄ ήταν οπαδός του Αρειανισμού. Εκοιμήθη εν ειρήνη το 373 μ.Χ.

Ο Άγιος Κύριλλος έζησε επί βασιλείας Θεοδοσίου του Μικρού και γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το 370 μ.Χ. από εύπορους γονείς της ελληνικής κοινωνίας της πόλεως. Ανεψιός του αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας Θεοφίλου ο Κύριλλος, έλαβε μεγάλη θεολογική μόρφωση, ώστε έγινε κατόπιν διάδοχος του θείου του, στον αρχιεπισκοπικό θρόνο Αλεξανδρείας.

Όταν έγινε η Γ' Οικουμενική Σύνοδος το 431 μ.Χ. στην Έφεσο, ο Κύριλλος υπήρξε πρόεδρος αυτής και συνετέλεσε να γκρεμιστούν οι κακοδοξίες του δυσεβούς Νεστορίου, για το πρόσωπο της υπεραγιάς Δεσποίνης ημών Θεοτόκου.

Με πολλά πνευματικά κατορθώματα στο ενεργητικό του, ο Κύριλλος παρέδωσε ειρηνικά το πνεύμα του στον Κύριο την 27η Ιουνίου του 444 μ.Χ., αφού πατριάρχευσε για 32 περίπου χρόνια. Δικαίως ο Άγιος Αναστάσιος ο Σιναΐτης τον προσονόμασε «σφραγίδα των Πατέρων».

Η Εκκλησία θέλησε να αδελφώσει την μνήμη των δύο Μεγάλων Πατέρων αυτής και Αρχιεπισκόπων Αλεξανδρείας, του Μεγάλου Αθανασίου, πρωταγωνιστή κατά του Αρειανισμού, και του Αγίου Κυρίλλου, πρωταγωνιστή κατά του Νεστοριανισμού και όρισε το συνεορτασμό τους στις 18 Ιανουαρίου.

Η Σύναξη των Αγίων Αθανασίου και Κυρίλλου ετελείτο στη Μεγάλη Εκκλησία.

Να σημειώσουμε τέλος, ότι ο Άγιος Κύριλλος, εορτάζεται και στις 9 Ιουνίου.

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ: (από το αθανασία) = το αιώνιο πνευματικό δημιούργημα του Θεού, ο αιώνιος.


http://www.imkifissias.gr/html/gr/mainpage/maingr.html
http://saint.gr/2011/01/18/1680/saint.aspx



.

Συναξαριστής 17 Ιανουαρίου: Άγιος Αντώνιος ο Μέγας


Άγιος Αντώνιος ο Μέγας

Σήμερα η Εκκλησία γιορτάζει την μνήμη του μεγάλου ασκητού της ερήμου, του αγίου Αντωνίου. Ο άγιος Αντώνιος είναι από τους λίγους πλουσίους, που άκουσαν την εντολή του Χριστού και την εξετέλεσαν πρόθυμα και χωρίς λύπη· "πώλησόν σου τα υπάρχοντα και διάδος πτωχοίς... ". Δεν έμαθε γράμματα, μα ήταν σοφός κι έτρεχαν όλοι για ν' ακούσουν τα σοφά του λόγια. Έλεγε σε κείνους που τον πλησίαζαν· "Τι πρώτόν εστι, νούς ή γράμματα; Νους ο και γραμμάτων ευρέτης". Κι εκείνο που τον απασχολούσε, όπως κάθε πραγματικά σοφό κι άγιο άνθρωπο, ήταν να γνωρίση τον εαυτόν του· αυτό και συμβούλευε στους άλλους. "Οφείλομεν προ πάντων πειράσθαι γνώναι εαυτούς". Τον βιο του αγίου Αντωνίου έγραψε ο Μέγας Αθανάσιος. - "Αντωνίου του θείου βίον συνέγραψε", καθώς λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, κι είναι το έργο αυτό σπουδαία πηγή στην πατερική φιλολογία για τον μοναχικό βίο στη ζωή της Εκκλησίας.


Βιογραφία
Ο Μέγας Αντώνιος γεννήθηκε το 251 μ.Χ. στην Άνω Αίγυπτο από πλούσιους και ενάρετους γονείς, τους οποίους έχασε σε νεαρή ηλικία. Συγκεντρώνει όμως την προσοχή του στην μυστική θεωρία των μοναχών της ερήμου και στην φροντίδα της μικρής αδελφής του. Γρήγορα αποφασίζει να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και αναχωρεί για την έρημο, αφού πρώτα τακτοποίησε την μικρότερη αδελφή του και μοίρασε την μεγάλη πατρική περιουσία στους φτωχούς της περιοχής του.

Στην έρημο παίδευσε την ψυχή του και τιθάσευσε τα πάθη του φθάνοντας στα ανώτατα όρια της άσκησης ώστε η ψυχή του αγίου μπορούσε να εξέρχεται του σώματός του ενώ βρισκόταν ακόμη εν ζωή. Γίνεται το πρότυπο των ασκητών. Πολλοί εξ αυτών έφθαναν στην έρημο για να τον ακούσουν και να τον συμβουλευθούν. Παρέδωσε την μακάρια ψυχή του στον μισθαποδότη Θεό σε ηλικία 105 ετών.

Αν και, όπως λέγει ο Μέγας Αθανάσιος, μία από τις τελευταίες επιθυμίες του Οσίου Αντωνίου ήταν να μείνει κρυφός ο τόπος της ταφής του, οι μοναχοί που μόναζαν κοντά του έλεγαν ότι κατείχαν το ιερό λείψανό του, το οποίο επί Ιουστινιανού (561 μ.Χ.), κατατέθηκε στην Εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στην Αλεξάνδρεια και από εκεί αργότερα, το 635 μ.Χ., μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη.

Η Σύναξή του ετελείτο στη Μεγάλη Εκκλησία.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ: (αντί + ωνούμαι) = ο πλειοδότης σε προσφορά αξίας, ο πλειοδότης, ο γενναιοδωρότερος.


http://www.imkifissias.gr/html/gr/mainpage/maingr.html
http://saint.gr/2011/01/17/1669/saint.aspx



.

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2017

Ἡ δύναμη του σαρανταλείτουργου




Ὁ Γε­ρό-Δα­νι­ήλ ὁ ἁ­γιο­ρεί­της (+1929), ὁ σο­φός ἡ­συ­χα­στής τῶν Κα­του­να­κί­ων, ἔ­χει κα­τα­χω­ρι­σμέ­νο στά χει­ρό­γρα­φά του καί τό ἀ­κό­λου­θο πε­ρι­στα­τι­κό, πού συ­νέ­βη τό 1869 στήν πα­τρί­δα του, τή Σμύρ­νη. Κά­ποιος ἐ­νά­ρε­τος χρι­στια­νός κά­λε­σε στά τε­λευ­ταῖ­α της ζω­ῆς τοῦ τόν πνευ­μα­τι­κό του πά­πα-Δη­μή­τρη καί τοῦ εἶ­πε:-Ἐ­γώ σή­με­ρα πε­θαί­νω.

Πές μου, σέ πα­ρα­κα­λῶ, τί πρέ­πει νά κά­νω τήν κρί­σι­μη τού­τη ὥ­ρα; Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας, γνω­ρί­ζον­τας τήν ἀ­ρε­τή του καί τή μυ­στη­ρι­α­κή προ­ε­τοι­μα­σί­α του, τοῦ πρό­τει­νε τό ἑ­ξῆς:-Δῶ­σε ἐν­το­λή νά σοῦ κά­νουν με­τά τό θά­να­τό σου τα­κτι­κό σα­ραν­τα­λεί­τουρ­γο σ’ ἕ­να ἐ­ξωκ­κλή­σι. Ἔ­τσι κι ἔ­γι­νε. Ὁ κύρ-Δη­μή­τρης -αὐ­τό ἦ­ταν τό ὄ­νο­μά του- ἄ­φη­σε ἐν­το­λή στό γιό του νά κά­νει με­τά τήν κοί­μη­σή του σα­ραν­τα­λεί­τουρ­γο. Κι ἐ­κεῖ­νος, ὑ­πα­κού­ον­τας στήν τε­λευ­ταί­α ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ κα­λοῦ του πα­τέ­ρα, ἀ­νέ­θε­σε χω­ρίς κα­θυ­στέ­ρη­ση τήν ἐ­κτέ­λε­σή της στόν πά­πα-Δη­μή­τρη. Ὁ σε­μνός λευ­ΐτης δέ­χτη­κε νά κά­νει τό σα­ραν­τα­λεί­τουρ­γο, πού ὁ ἴ­διος εἶ­χε προ­τεί­νει στό μα­κα­ρί­τη, καί ἀ­πο­σύρ­θη­κε γιά ὅ­λο αὐ­τό τό δι­ά­στη­μα στό ἐ­ξωκ­κλή­σι τῶν ἁ­γί­ων Ἀ­πο­στό­λων. Οἱ τρι­άν­τα ἐν­νέ­α λει­τουρ­γί­ες ἔ­γι­ναν ἀ­πρό­σκο­πτα. Ἡ τε­λευ­ταί­α ἔ­πρε­πε νά γί­νει ἥ­με­ρα Κυ­ρι­α­κή. Τό βρά­δυ ὅ­μως τοῦ Σαβ­βά­του πιά­νει τόν πα­πά ἕ­νας δυ­να­τός πο­νό­δον­τος καί τόν ἀ­ναγ­κά­ζει νά ἐ­πι­στρέ­ψει στό σπί­τι του. Ἡ πρε­σβυ­τέ­ρα τοῦ πρό­τει­νε νά βγά­λει τό δόν­τι, μά ἐ­κεῖ­νος ἀρ­νή­θη­κε, για­τί ἔ­πρε­πε τήν ἑ­πο­μέ­νη νά τε­λέ­σει τήν τε­λευ­ταί­α λει­τουρ­γί­α. Τά με­σά­νυ­χτα ὁ πό­νος κο­ρυ­φώ­θη­κε, καί τε­λι­κά ὁ πα­πάς ἀ­ναγ­κά­στη­κε νά βγά­λει τό δόν­τι.

Ἐ­πει­δή ὅ­μως πα­ρου­σι­ά­στη­κε αἱ­μορ­ρα­γί­α, ἀ­νέ­βα­λε τήν τε­λευ­ταί­α λει­τουρ­γί­α γιά τή Δευ­τέ­ρα. Στό με­τα­ξύ, τό ἀ­πό­γευ­μα τοῦ Σαβ­βά­του, ὁ Γε­ώρ­γι­ος, ὁ γιός τοῦ μα­κα­ρι­στοῦ Δη­μη­τρί­ου, ἑ­τοί­μα­σε με­ρι­κά χρή­μα­τα γιά τόν κό­πο τοῦ ἱ­ε­ρέ­α, μέ σκο­πό νά τοῦ τά δώ­σει τήν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα. Τά με­σά­νυ­χτα ξύ­πνη­σε γιά νά προ­σευ­χη­θεῖ. Ἀ­να­κά­θι­σε στό κρε­βά­τι κι ἄρ­χι­σε νά φέρ­νει στό νοῦ τοῦ τίς ἀ­ρε­τές, τά χα­ρί­σμα­τα καί τά σο­φά λό­γι­α του πα­τέ­ρα του. Κά­ποια στιγ­μή πέ­ρα­σε ἀπ’ τό μυα­λό του ἡ ἀ­κό­λου­θη σκέ­ψη: «Ἄ­ρα­γε ὠ­φε­λοῦν τά σα­ραν­τα­λεί­τουρ­γα τίς ψυ­χές τῶν κε­κοι­μη­μέ­νων, ἤ τά κα­θι­έ­ρω­σε ἡ ἐκ­κλη­σί­α γιά πα­ρη­γο­ριά τῶν ζών­των;»Τό­τε ἀ­κρι­βῶς τόν πῆ­ρε ἕ­νας ἐ­λα­φρός ὕ­πνος, καί εἶ­δε πώς βρέ­θη­κε σέ μί­α πε­δι­ά­δα μέ ὀ­μορ­φιά ἀ­πε­ρί­γρα­πτη. Ἐ­νί­ω­θε ἀ­νά­ξι­ο τόν ἑ­αυ­τό του νά βρί­σκε­ται σέ τέ­τοιο ἱ­ε­ρό καί πα­ρα­δει­σέ­νιο χῶ­ρο. Μπρο­στά του ἁ­πλω­νό­ταν ἕ­να ἀ­πέ­ραν­το καί κα­τά­φυ­το πε­ρι­βό­λι, πού μο­σχο­βο­λοῦ­σε μέ μί­α ἀ­νέκ­φρα­στη εὐ­ω­διά.«Αὐ­τός ὁ­πωσ­δή­πο­τε θά εἶ­ναι ὁ πα­ρά­δει­σος!», μο­νο­λό­γη­σε. «Ώ, τί μα­κα­ρι­ό­τη­τα πε­ρι­μέ­νει ὅ­σους ζοῦν ἐ­νά­ρε­τα στή γῆ!»Ἐ­ξε­τά­ζον­τας ἔκ­πλη­κτος τά ὑ­περ­κό­σμι­α κάλ­λη, εἶ­δε ἕ­να λαμ­πρό ἀ­νά­κτο­ρο μέ ἔ­ξο­χη ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κή χά­ρη, ἐ­νῶ οἱ τοῖ­χοι τοῦ ἔ­λαμ­παν ἀπ’ τά δια­μάν­τια καί τό χρυ­σά­φι.

 Ἡ ὀ­μορ­φιά τοῦ ἦ­ταν ἀ­νέκ­φρα­στη. Πλη­σι­ά­ζει πι­ό κον­τά, καί τό­τε -τί χα­ρά! -βλέ­πει στήν πόρ­τα τοῦ πα­λα­τιοῦ τόν πα­τέ­ρα τοῦ ὁ­λο­φώ­τει­νο καί λαμ­προ­φο­ρε­μέ­νο.-Πῶς βρέ­θη­κες ἐ­δῶ, παι­δί μου; τόν ρω­τά­ει μέ πρα­ό­τη­τα καί στορ­γή.-Οὔ­τε κι ἐ­γώ ξέ­ρω, πα­τέ­ρα. Κα­τα­λα­βαί­νω πώς δέν εἶ­μαι ἄ­ξι­ος γι’ αὐ­τόν τόν τό­πο. Ἀλ­λά πές μου, πῶς τά περ­νᾶς ἐ­δῶ; Πῶς ἦρ­θες; Τί­νος εἶ­ναι αὐ­τό τό πα­λά­τι;-Ἡ φι­λαν­θρω­πί­α τοῦ Σω­τή­ρα Χρι­στοῦ μέ τίς πρε­σβεῖ­ες τῆς Πα­να­γί­ας, πού τῆς εἶ­χα ἰ­δι­αί­τε­ρη εὐ­λά­βει­α, μέ ἀ­ξί­ω­σε νά κα­τα­τα­χθῶ σ’ αὐ­τό τό μέ­ρος. Ἦ­ταν μά­λι­στα νά μπῶ σή­με­ρα μέ­σα στό πα­λά­τι. Ὁ οἰ­κο­δό­μος ὅ­μως, πού τό χτί­ζει, πέ­ρα­σε μί­α τα­λαι­πω­ρί­α -ἔ­βγα­λε ἀ­πό­ψε τό δόν­τι του – κι ἔ­τσι δέν τε­λεί­ω­σαν οἱ σα­ράν­τα μέ­ρες τῆς οἰ­κο­δο­μῆς του. Γιά τό λό­γο αὐ­τό θά μπῶ αὔ­ρι­ο. Ὕ­στε­ρα ἀπ’ αὐ­τό ὁ Γε­ώρ­γι­ος ξύ­πνη­σε δα­κρυ­σμέ­νος καί ἔκ­πλη­κτος, ἀλ­λά καί μέ ἀ­πο­ρί­ες. Πέ­ρα­σε τήν ὑ­πό­λοι­πη νύ­χτα ἀ­να­πέμ­πον­τας αἴ­νους καί δο­ξο­λο­γί­ες στό Θε­ό. Τό πρω­ί, με­τά τή θεί­α λει­τουρ­γί­α, πῆ­ρε πρό­σφο­ρα, νά­μα καί ἁ­γνό κε­ρί καί ξε­κί­νη­σε γιά τό ἐ­ξωκ­κλή­σι τῶν ἁ­γί­ων Ἀ­πο­στό­λων.

Ὁ πά­πα-Δη­μή­τρης τόν ὑ­πο­δέ­χθη­κε μέ χα­ρά:-Τώ­ρα μό­λις τε­λεί­ω­σα κι ἐ­γώ τή θεί­α λει­τουρ­γί­α. Ἔ­τσι ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε τό σα­ραν­τα­λεί­τουρ­γο. Αὐ­τό τό εἶ­πε γιά νά μήν τόν λυ­πή­σει. Ὁ ἐ­πι­σκέ­πτης τό­τε τοῦ δι­η­γή­θη­κε τό νυ­χτε­ρι­νό του δρά­μα. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε στό ση­μεῖ­ο πού ὁ πα­τέ­ρας του δέν μπῆ­κε στό πα­λά­τι, για­τί ὁ οἰ­κο­δό­μος ἔ­βγα­λε τό δόν­τι του, ὁ πά­πα-Δη­μή­τρης ἐ­νί­ω­σε φρί­κη, ἀλ­λά καί θαυ­μα­σμό.-Ἐ­γώ εἶ­μαι, ἀ­γα­πη­τέ μου, ὁ οἰ­κο­δό­μος πού ἐρ­γά­στη­κε στήν οἰ­κο­δο­μή τοῦ πα­λα­τιοῦ, εἶ­πε μέ χα­ρά. Σή­με­ρα δέν λει­τούρ­γη­σα, για­τί ἔ­βγα­λα τό δόν­τι μου. Θά λει­τουρ­γή­σω ὅ­μως τή Δευ­τέ­ρα, κι ἔ­τσι θά ὁ­λο­κλη­ρώ­σω τό πνευ­μα­τι­κό πα­λά­τι τοῦ πα­τέ­ρα σου.



 πηγη

Από το βιβλίο ‘’ ψυχωφελείς οπτασίες και διηγήσεις για την άλλη ζωή’’ – εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη



 
Επιστολή Ευαγρίου

Από το βιβλίο ‘’ ψυχωφελείς οπτασίες και διηγήσεις για την άλλη ζωή’’
– εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη
 
29) "Απόλαυσα έκατονταπλασίονα θησαυρό στον ουρανό...
Στό Συναξάριο της 27ης Ιουνίου υπάρχει καί μία Διήγησις του Συνεσίου Επισκόπου Κυρήνης γιά κάποιον φίλο του και φιλόσοφο, ονόματι Ευάγριο. Η ιστορία αύ­τη έχει ως εξής συνοπτικά:

Κατά τις ημέρες του Πατριάρχου Αλεξανδρείας Θε­οφίλου (411) έγινε Επίσκοπος Κυρήνης ο Συνέσιος ο φιλόσοφος, ο οποίος ερχόμενος στην επαρχία του έφερε μαζί του και τον φιλόσοφο φίλο του Ευάγριο. Με κάθε τρόπο επάσχιζε να τον φέρει στην χριστιανική πίστι, αλλά ο Ευάγριος δεν έστεργε καθόλου, ούτε δεχόταν τους λόγους του.

Κάποια ήμερα λέγει ό Ευάγριος στον Επίσκοπο:
-     Αλήθεια σου λέγω, κύριε Επίσκοπε, ότι δεν μου αρέσει κοντά στα άλλα πού διαφωνώ, να
λέγετε εσείς οι χριστιανοί ότι θα γίνη η συντέλεια του κόσμου, ότι όλοι οι άνθρωποι θα αναστηθούν με το ίδιο σώμα, το οποίο μέλλει να γίνη άφθαρτο και αθάνατο και ότι θα λάβουν τότε την ανταπόδοσι, κατά τα έργα τους. Επίσης δεν μου αρέσει να λέγετε ότι ο ελεών πτωχόν δανείζει στον Θεό, και όποιος σκορπίζει τα χρήματα του στους πτωχούς τα θησαυρίζει στους ουρανούς και στην κοινή ανάστασι θέλει να λάβη αυτά εκατονταπλάσια και αιώνιο ζωή. Όλα αυτά μου φαίνονται παραμύθια, πλάνη και εμπαιγμός.

-     Ο μακάριος Συνέσιος τον εβεβαίωσε ότι όλα αυτά είναι αληθινά και σε λίγο καιρό τον κατέπεισε και βαπτίσθηκε μαζί με όλους τους οικείους του. Αφού λοιπόν βαπτίσθηκε ο Ευάγριος, παρέδωσε στον Επίσκοπο τριακόσιες λίτρες χρυσού για να τις διαμοιράση στους πτω­χούς, λέγοντας:
Πάρε αυτά και μοίρασε τα στους πτωχούς και γράψε μου ένα ιδιόχειρο χρεωστικό γράμμα σου, ότι θα μου τα ανταποδώση αυτά ο Ιησούς Χριστός.

Ο Συνέσιος δέχθηκε το χρυσάφι, έγραψε πρόθυμα το γράμμα που ζητούσε ο Ευάγριος και του το έδωσε. Μετά από αρκετό χρόνο ασθένησε ο Ευάγριος και φθά­νοντας στο τέλος του βίου του, έδωσε το γράμμα στα παιδιά του να το βάλουν στα χέρια του, όταν πεθάνη καί έτσι με το γράμμα να τον θάψουν, χωρίς γι' αυτό να ξέ­ρη κανείς τίποτε.

Μετά τρεις ημέρες από τον θάνατο του, παρουσιά­σθηκε ο Ευάγριος την νύκτα στον Επίσκοπο και του λέ­γει:
- Άνοιξε τον τάφο μου και πάρε το ιδιόχειρο γράμ­μα σου, διότι απόλαυσα το χρέος μου και δεν το ζητώ πλέον από εσένα και ιδού προς πληροφορία σου το υπέ­γραψα με το ίδιο μου το χέρι.

Ο Επίσκοπος δεν ήξερε ότι μαζί με τον νεκρό εντα­φιάσθηκε και το γράμμα του. Το πρωΐ λοιπόν εκάλεσε τα παιδιά του Ευαγρίου και τα ερώτησε, εάν έβαλαν στον τάφο του πατέρα τους κάτι άλλο, εκτός από τα αναγκαία ρούχα του. Εκείνα είπαν:

- Ναι, Δέσποτα, όταν ο πατέρας μας επρόκειτο να πε­θάνη, μας έδωσε ένα χαρτί παραγγέλοντας, όταν πεθάνη, να το βάλουμε στα χέρια του, χωρίς να το φανερώσουμε σε κανέναν. Τότε ο Συνέσιος εφανέρωσε το όραμα πού είδε εκείνη την νύκτα.
Παίρνοντας λοιπόν τα παιδιά του Ευαγρίου, πολ­λούς κληρικούς και χριστιανούς επήγαν και άνοιξαν τον τάφο και ευρήκαν τον νεκρό να κρατά στα χέρια του το γράμμα του Επισκόπου. Το άνοιξαν και, ω του θαύμα­τος, ευρήκαν και άλλα γράμματα γραμμένα από τον Ευάγριο και με την υπογραφή του τα οποία έλεγαν:
     - «Εγώ ο Ευάγριος ο φιλόσοφος, λέγω σε εσένα τον οσιώτατο Επίσκοπο κύριο Συνέσιο να χαίρης. Απήλαυσα από τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό το χρέος, το οποίο είναι γραμμένο σ' αυτό το χαρτί σου και απήλαυσα εκατονταπλασίονα θησαυρό στον ουρανό και ζωή αιώνιο, όπως μου υποσχέθηκες. Γι' αυτό τώρα δοξάζω τον Θεό και ευ­χαριστώ την Οσιότητά σου διότι με ωδήγησες στο φως».

Τότε, όσοι παρευρίσκοντο στον τάφο, άκουσαν αυτά και είδαν τα γράμματα να είναι φρεσκογραμμένα, έμει­ναν εκστατικοί και επί πολλή ώρα έψαλαν το «Κύριε ελέησον».


Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2017

14 Ιανουαρίου Άγιοι εν Σινά και Ραϊθώ αναιρεθέντες

-->

Άγιοι εν Σινά και Ραϊθώ αναιρεθέντες

Πάμε στις 14, τώρα, του μηνός Ιανουαρίου, πάντα, έχομε ένα πλήθος αμέτρητο Μαρτύρων, οσιομαρτύρων, στο Όρος Σινά και στη Ραϊθώ, εκεί κοντά στο Όρος Σινά. Από χρόνια, από την πρώτη χριστιανοσύνη, πήγαιναν πολλοί. Άφηναν τα εγκόσμια και πήγαιναν εκεί στην έρημο του Σινά, που σαράντα χρόνια εκαρποφόρησε τον λαό του Ισραήλ ο Θεός δια του Μωϋσεως, Άγιοι τόποι κι εκείνοι, και έκαμαν άσκηση και έκαμαν αγώνα τον 5ο αιώνα είχε πάει κι ένας μεγάλος σοφός από την Κωνσταντινούπολη, ο Νείλος, ο έπαρχος της πόλεως, μέγα αξίωμα, τότε, πήγε με τον γυιό του, με τη γυναίκα του κλπ., και τη γυναίκα του την έστειλε σε μοναστήρι γυναικείο, τα ‘χουμε πει, και έμεινε με το γυιό του στο Σινά και έκαμαν αγώνα με τους άλλους πατέρες.

 Ήλθαν, όμως, οι Βλεμμυες, κάποιοι εκεί βάρβαροι, και τους εφόνευσαν ο Νείλος γλύτωσε, τον Θεόδουλο, τον γυιό του, τον πήραν αιχμάλωτο. Κι ο Νείλος, σ’ ένα βουνό, σε μια τρύπα, προσευχότανε να ελεήσει ο Θεός το γυιό του και όντως αποκοίμισε τους ληστές, που τον είχαν πάρει να τον πουλήσουν, να τον θυσιάσουν, και τον εξαγόρασε κάποιος επίσκοπος που πέρασε από κει, και εσώθη εσφάγησαν, όμως, 38 πατέρες, και παλαιότερα, επί Διοκλητιανού, άλλοι από Σαρακηνούς πειρατές, και άλλοι στη Ραϊθώ, με όλους αυτούς μαζί τους οσιομάρτυρες, πόσο αίμα για τον Χριστό έχει χυθεί σ’ όλα τα μήκη και πλάτη της γης, αδελφοί και πατέρες; και τους εορτάζει στις 14 του μηνός Ιανουαρίου. 13 είπα, 13 είναι άλλοι μάρτυρες, δεν πειράζει. Αυτά είναι ομορφιά να ξεχνάω κι εγώ τίποτα, να χαίρεσθε κι εσείς που ξεχνάτε έτσι. 

Λοιπόν. 13. Ας βάλομε τους οσίους που ναι 14, τους εν σινά και Ραϊθώ άναιρεθέντας, δηλαδή σφαγιασθέντας είν αμέτρητοι εκείνοι. Όλες αυτές οι ερημιές φιλοξένησαν Αγίους και μάρτυρες και ασκητάς και απέβησαν τι; Το έαρ της ερήμου. Η άνοιξη της ερήμου τι ωραίο είν αυτό! Όπως και ο Άγιος Πρόδρομος ήταν στην έρημο κι είχε γίνει άνοιξη η έρημος γιατί ερχόταν ο Χριστός στην έρημο. Υποδέχθηκε ο Άγιος Ιωάννης στον Ιορδάνη ποταμό την άνοιξη του κόσμου. Το έαρ της ανθρωπότητος, που λέει ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης έτσι, λοιπόν και στις 14, το είπαμε πρωθύστερα, έχομε και σχήμα πρωθύστερον, βλέπετε κάναν κι οι αρχαίοι λάθη, βάναν ένα μπροστά, έναν πίσω, και τα τακτοποιούσανε μετά. Πόσο μ’ αρέσει! Στις 14, είπαμε για τους αββάδες, τους πατέρες δηλαδή, γιατί αββά σημαίνει πατήρ, γι αυτό κι οι Άραβες λένε τους ιερείς αμπούνα, αμπούνα, αμπούνα, άμα πας εκεί πέρα, αμπούνα, παπά, πάτερ. Βέβαια. 

Πάει και το 14 ο Κύριος Ορφανίδης, ας τα φτειάξει τα βγάζει βιβλίο τώρα αυτός, με την Ακτή, που φτειάχνει αυτά που διαβάζετε. Τα βγάνει τα συναξαριάκια σε βιβλία. Τέσσερα βιβλιαράκια για όλο τον χρόνο. Ά! Ο Θεός να τον ευλογεί. Ξέρετε τι κόπο κάνει; Κι έχει και μεγάλη δουλειά εκεί πέρα, και κάνει κι αυτό τον κόπο και βγάζει και τ άλλα βιβλία. Αυτά που ξέρετε κι αυτά που δεν ξέρετε τι να κάνομε; Ας είν καλά. Ακρίτας είν κι αυτός, διδάσκαλος του γένους είν κι αυτός, στην Εκκλησία διακονεί και στο γένος. Τον ευχαριστούμε.


Η παραβολή των τριών φίλων (λόγος του Οσίου Βαρλαάμ στον Ιωάσαφ)

 


Η παραβολή των τριών φίλων

(λόγος του Οσίου Βαρλαάμ στον Ιωάσαφ)

   Άνθρωπος τις είχε τρεις φίλους, εξ ών τους δύο ηγάπα και εξετίμα, τον δε τρίτον κατεφρόνει μη δεικνύον προς αυτόν φιλανθρωπίαν, ως έπρεπε.
Ελθόντες δε μίαν ημέραν φοβεροί τινες στρατιώται οδήγησαν βιαίως εκείνον τον άνθρωπον προς τον Βασιλέα, διότι εχρεώστει μυρία τάλαντα.

Στενοχωρούμενος λοιπόν ο οφειλέτης, εζήτει τινα να ομιλήση εις τον Βασιλέα και δώση εις αυτόν μικράν προθεσμίαν, ίνα εξοφλήση το χρέος του. Μεταβάς τότε εις τον πρώτον του φίλον, είπε εις αυτόν:  ‘’γινώσκεις, φίλτατε, ότι πολλάκις εκινδύνευσα προς χάριν σου. Τώρα και εγώ σε χρειάζομαι εις την ανάγκην μου. Λοιπόν βοήθησόν με όσον δύνασαι’’. Ο δε φίλος του απεκρίθη: ‘’εγώ δεν είμαι φίλος σου ούτε σε γνωρίζω. Όμως δύο παλαιά ιμάτια σου δίδω και άλλην βοήθεια μην ελπίζεις’’.

Τότε μετέβη εις τον άλλον ‘’ενθυμείσαι, είπεν εις αυτόν, πόσην αγάπην σου έδειξα; τώρα έχω και εγώ συμφοράν μεγίστην, και ζητώ την βοήθειάν σου’’. Και ο δεύτερος φίλος του απάντησε: ‘’δεν έχω σήμερον καιρόν, διότι μεγάλη κακοτυχία μου συνέβη και έχω θλίψιν πολλήν, αλλά θα σε συνοδεύσω ολίγον και κατόπιν θα επιστρέψω εις την οικίαν μου’’.

‘’Όταν λοιπόν εκείνος ο άθλιος είδε την απανθρωπίαν των δύο φίλων, έδραμε προς τον τρίτον τον οποίον ποτέ δεν εσπλαγχνίσθη, ούτε εις χαράν του τινα τον εκάλεσε, και λέγει εις αυτόν με κατησχυμένον πρόσωπον: ‘’δεν έχω στόμα να σου μιλήσω, επειδή ουδέποτε καλωσύνη τινα σου έκαμα. Πλην σε παρακαλώ, μη ενθυμηθείς την αφροσύνην μου, αλλά δόσμοι εις ταύτην μου την ανάγκη ολίγην βοήθειαν’’.

Ούτος τότε είπε εις αυτόν με ιλαρό και χαρούμενο πρόσωπο: ‘’ναι, φίλε μου γνήσιε, ενθυμούμαι την μικράν καλωσύνη, την οποίαν μου έκαμες, και όσα σου χρεωστώ, θα σου ανταποδώσω με πολύ κέρδος σήμερον. Και μη φοβού, διότι εγώ θα παρακαλέσω ευθύς τον Βασιλέα, να σου χαρίσει όλον το χρέος και θέλει μου εισακούσει, ως φίλος μου’’. Ταύτα ακούσας ο χρεώστης κατενύχθη και έλεγε: ‘’οίμοι!

Τι να θρηνήσω πρώτον ο ανόητος; Να κατηγορήσω την φιλίαν, την οποίαν είχον προς τους ψευδείς και αχάριστους εκείνους ή να κατακρίνω την φρενοβλαβή αγνωμοσύνην, την οποίαν έδειξα εις τούτον τον αληθή και γνήσιον φίλον μου;’’

 Ο Ιωάσαφ τότε, αφού ήκουσε την παραβολήν ταύτην, εζήτει από τον όσιο γέροντα να του εξηγήση την έννοιαν. Ο δε γέρων απεκρίθει: ‘’ο πρώτος φίλος είναι ο πλούτος και η επιθυμία των προσκαίρων πραγμάτων, δια τα οποία ο άνθρωπος πίπτει εις μυρίους κινδύνους και όταν έλθει ο θάνατος δεν λαμβάνει τίποτε εξ όλων όσα με κόπους και κινδύνους απέκτησεν, ειμί μόνον τα ιμάτια με τα οποία τον ενδύουσιν.

Ο δεύτερος φίλος είναι η γυνή, τα τέκνα και οι λοιποί συγγενείς και φίλοι του, τους οποίους αγαπά πολύ, και πονεί η ψυχή του εις τον χωρισμόν των, όμως δεν λαμβάνει εξ αυτών, την ώραν του θανάτου, άλλην βοήθειαν ειμί την συνοδείαν των μέχρι του τάφου του, μετά την οποίαν επιστρέφοντες λησμονούν τον φίλον των.

Τρίτος φίλος, ο καταφρονηθείς, είναι η ελεημοσύνη, η φιλανθρωπία, και αι λοιπαί αρεταί, αίτινες μεταβαίνουν ενώπιον του Θεού μεθ ημών μετά τον θάνατόν μας, και παρακαλούσιν Αυτόν να μας λυτρώση από τους δαίμονας’’.

Νυχθείς τότε την καρδίαν ο Ιωάσαφ είπεν: ‘’Ο Θεός να πληρώσει τον κόπον σου, διότι ηύφρανας την ψυχήν μου με τους σοφούς και αρίστους λόγους σου, πλην, σε παρακαλώ, ειπέ μοι, και άλλην παραβολήν δια τον μάταιον κόσμον και πώς να διέλθω τούτον αταράχως’’.


Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2017

12 Ιανουαρίου , Αγία Τατιανή



Αγία Τατιανή

Φύγαμε από τον Άγιο θεοδόσιο, έκαμε και προφητείες, έκαμε και πολλά, και πάμε στις 12 του Ιανουαρίου, είναι η μάρτυς, η διακόνισσα Τατιανή τον 3ο αιώνα, στη Ρώμη, μεταχριστιανικό ο πατέρας της ήταν ύπατος. Ανώτατος αξιωματούχος εκείνη ήταν πιστή και ομολογούσε την πίστη της και διακονούσε τον Χριστό και στον ναό και στους ανθρώπους έξω την πήραν, την πήγαν στον βασιλιά Αλέξανδρο Σεβήρο, 222-238, 3ος αιώνας. Λοιπόν και ομολόγησε την πίστη της. 

Λέει: «Έλα δώ. Πάμε μέσα στα είδωλα να δεις πόση δύναμη έχουν.» Πήγανε με τον βασιλιά μέσα η Τατιανή και λέει: «βλέπεις τι ωραία είναι;» λέει: «Μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους; Άμα μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, θα μπορούν να υπερασπιστούν και τους ανθρώπους.» και λέει: Είστε, μωρέ, θεοί εσείς ή ξύλα; Αν είστε θεοί, σηκωθείτε και μιλήστε. Κι αν δεν είστε, πεστε κάτω και γίνετε κομμάτια.» Κι έγινε το δεύτερο. Κι ο βασιλιάς, τότε, Αλέξανδρος Σεβήρος, ο Ρωμαίος, οργίσθηκε , αντί να θαυμάσει. Τι είναι μερικοί άνθρωποι, ρε παιδί μου! Φυτεία του κακού, που λέει το ευαγγέλιο. Δυστυχώς. Δεν είναι όλοι του Θεού. 

Δυστυχώς, βέβαια και διέταξε και την υπέβαλαν στα πιό φρικτά βασανιστήρια και στη φωτιά την πέταξαν και στα θηρία την έριξαν και με νύχια την έξυσαν και με μαχαίρια την κάρφωσαν και με ξίφη και με το να και με τ άλλο και τι γινότανε; Εκείνη ήτο αλώβητη και ακέραιη. Δεν έπαθε τίποτα. Κι εδώ δεν ξεραν τι να κάνουνε και της απέκοψαν την τιμία κεφαλή να τελειώνουν. Η άγια Τατιανή, η μάρτυς Τατιανή, η διακόνισσα Τατιανή, πέταξε και πήγε στον φιλάνθρωπο Χριστό μας.

Δημοφιλείς αναρτήσεις