Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015

Άγιος Ανδρέας ο διά Χριστόν σαλός....




Παύλου τὸ ῥῆμα καὶ μεταστὰς Ἀνδρέας
Ἡμεῖς γε μωροὶ διὰ Χριστὸν κεκράγει.
Ὀγδοάτῃ εἰκάδι Ἀνδρέας ἔκθανε πυκινόφρων.

Βιογραφία

Ο βίος του Αγίου Ανδρέου συντάχθηκε από τον πρεσβύτερο Νικηφόρο της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως, περί τα μέσα του 10ου αιώνος μ.Χ. (956 - 959 μ.Χ.), επί βασιλείας του Κωνσταντίνου Ζ' Πορφυρογέννητου.

Ο Άγιος Ανδρέας, ο διά Χριστόν σαλός, καταγόταν από την Σκυθία και έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Λέοντος ΣΤ' του Σοφού (886 - 912 μ.Χ.). Από παιδική ηλικία είχε πουληθεί ως δούλος σε κάποιον πρωτοσπαθάριο και στρατηλάτη της Ανατολής, ονομαζόμενο Θεόγνωστο, άνδρα ενάρετο και ευσεβή, ο οποίος τόσο αγάπησε τον μικρό Ανδρέα, ώστε τον μεταχειρίστηκε ως υιό του, φροντίζοντας για την επιμελή και θεοσεβή μόρφωση αυτού.

Τον Ανδρέα είλκυαν περισσότερο από κάθε άλλο τα ιερά γράμματα και ιδιαίτερα οι Βίοι και τα Μαρτύρια των αγωνιστών της Χριστιανικής πίστεως. Τέτοιος δε υπήρξε ο ζήλος του προς αυτά, ώστε αποκλήθηκε «σαλός» (μωρός), διότι ο ζήλος του αυτός τον ωθούσε πολλές φορές στο να υπομένει εμπαιγμούς, ταπεινώσεις και βαριές ύβρεις και να προβαίνει σε διαβήματα που κρίνονται ως ανισόρροπα και εκκεντρικά. Αλλά εκείνος υπέμενε τους εξευτελισμούς, παρηγορούμενος από το ότι πολλές φορές πετύχαινε να επαναφέρει στην ευθεία οδό παραστρατημένες υπάρξεις.

Αλλά ο Άγιος Ανδρέας διακρινόταν και για την φιλανθρωπία και την αγαθοποιία του. Όχι μόνο μοιραζόταν τα υπάρχοντά του με τους φτωχούς, αλλά προσέφερε ότι είχε και ο ίδιος έμενε νηστικός και γυμνός. σε εκείνους που τον παρατηρούσαν για τις υπερβολικές αγαθοεργίες του, υπενθύμιζε τους λόγους του Κυρίου «ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε», και τους έλεγε ότι στο πρόσωπο κάθε ανθρώπου, και μάλιστα του πάσχοντος αδελφού, έβλεπε τον Χριστό.

Ο Άγιος, σε μία ολονύκτια Ακολουθία στο ναό των Βλαχερνών είδε τη Θεοτόκο στον ουρανό προσευχόμενη και σκέπουσα το λαό με το τίμιο ωμοφόριό της (1 και 28 Οκτωβρίου).

Κάποια ημέρα συνέβη κάτι παράδοξο στο θεράποντα του Κυρίου. Κατά την συνήθειά του, για να μην γνωρίζει κανείς την εργασία του στους προθάλαμους των εκκλησιών, όπου προσευχόταν, πορευόταν κρυφά προς το ναό της Πανυμνήτου Θεοτόκου, στην αριστερά στοά της αγοράς του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Έτυχε, τότε, κάποιο παιδί να διέρχεται τη λεωφόρο, εκτελώντας διαταγή του κυρίου του. Ο Όσιος πήγαινε προς το ναό για να προσευχηθεί• το παιδί τάχυνε το βήμα του και τον πρόφθασε, χωρίς ο Όσιος να το αντιληφθεί. Όταν έφθασε προ των πυλών του ναού ο Ανδρέας, Θεού θέλοντος, εξέτεινε τη δεξιά του χείρα και αφού σφράγισε με το σημείο του τιμίου Σταυρού τις πύλες, αυτές ευθύς υποχώρησαν. Εισήλθε στο ναό και άρχισε τις προσευχές, μη γνωρίζοντας ότι κάποιος τον παρακολουθούσε. Το παιδί, το οποίο ακολουθούσε τον Όσιο, γνώριζε ότι ο άνθρωπος ήταν σαλός. Όταν τον είδε να ανοίγει αυτομάτως τις πύλες του ναού, έφριξε και κυριεύθηκε από τρόμο• έλεγε, λοιπόν, στον εαυτό του: «Ποιόν δούλο του Θεού οι κατά αλήθειαν μωροί σαλό ονομάζουν! Πόσο μεγάλος άγιος είναι, και εμείς οι ανόητοι αγνοούμε! Πόσους κρυφούς δούλους έχει ο Θεός και ουδείς γνωρίζει τα περί αυτών!».

Αυτά λογιζόταν το παιδί και πλησίασε, για να μάθει τί κάνει ο Άγιος εντός του ναού• βλέπει, λοιπόν, αυτόν προ του άμβωνος να κρέμεται στον αέρα και να προσεύχεται. Κατεπλάγη από το παράδοξο τούτο θέαμα και αναχώρησε, για να εκτελέσει την διαταγή του κυρίου του. Ο Όσιος τελείωσε την προσευχή του και έφυγε. Εξερχόμενος από το ναό, ασφάλισε πάλι τις θύρες με το σημείο του Σταυρού. Τότε αντιλήφθηκε την παρουσία του παιδιού και λυπήθηκε, επειδή κάποιος οικέτης έγινε θεατής των συμβάντων• ανέμενε την επιστροφή του παιδιού, για να του παραγγείλει να μην αποκαλύψει τα περί του Οσίου. Συνάντησε το παιδί και είπε: «Φύλαξε, τέκνον, όλα όσα είδες στον τόπο τούτο και θα έχεις το έλεος του Κυρίου του Θεού».

Μία ημέρα, προς το τέλος της αγίας Τεσσαρακοστής, ο λαός της βασιλευούσης των πόλεων, της Κωνσταντινουπόλεως, επευφημούσε τον Δεσπότη Χριστό μετά βαΐων και ύμνων. Βλέπει, τότε, ο μακάριος Ανδρέας, κάποιον γέροντα, ωραίο κατά την εξωτερική εμφάνιση, να εισέρχεται στο ναό της του Θεού Σοφίας. Πλήθος λαού τον ακολουθούσε, με βάια και σταυρούς, οι οποίοι έλαμπαν ως αστραπή• μελωδούσαν μέλος τερπνό, ηδύ και σωτήριο. Ο ένας στον άλλο παραχωρούσε το προβάδισμα και όλοι κατευθύνονταν προς τον άμβωνα. Ο γέροντας εκείνος κατείχε κινύρα και έκρουε τις χορδές συνοδεύοντας τους ψάλτες. Ο μακάριος ετέρπετο από το θέαμα και την ψαλμωδία• σκίρτησε και είπε: «Μνήσθητι Κύριε τοῦ Δαβὶδ καὶ πάσης τῆς πραότητος αὐτοῦ. Ἰδού, ἀκούσαμε τὴν Κυρία τὴν Κυριοπρεσβεύτρια καὶ τὴν εὑρήκαμε ὅμοια πρὸς τὴ Σοφίαν τὴν τερπνή».

Αυτά έλεγε ο Άγιος. Κάποιοι από τους παρευρισκόμενους σοφούς έλεγαν: «Πώς, σαλέ; Αναφέρεται στο στίχο αυτό του ψαλμού η Παναγία; Τί είναι αυτά τα οποία λέγεις;». και εξ αιτίας της άγνοιάς τους γέλασαν και αναχώρησαν. Ο μακάριος τα έλεγε αυτά επειδή είδε τον Δαβίδ με άλλους Προφήτες να έχουν έλθει εκεί.

Έτσι θεοφιλώς έζησε ο διά Χριστόν σαλός Άγιος Ανδρέας και κοιμήθηκε με ειρήνη σε ηλικία εξήντα έξι ετών. Ευθύς ευωδίασαν μύρα και θυμιάματα στον τόπο εκείνο, όπου άφησε το πνεύμα του ο Άγιος. Μία γυναίκα φτωχή, η οποία διέμενε πλησίον οσφράνθηκε την ηδύπνοο και ασύγκριτη ευωδία. την ακολούθησε, λοιπόν, αυτή και έφθασε στον τόπο εκείνο όπου έκειτο ο Άγιος. Βρήκε τον μακάριο νεκρό• ήδη δε ανέβλυζε μύρο από το τίμιο λείψανό του. Έτραξε, λοιπόν, και ανήγγειλε το θαύμα, επικαλούμενη με όρκο ως μάρτυρα τον Θεό. Πολλοί συγκεντρώθηκαν τότε, αλλά δεν βρήκαν το τίμιο λείψανο του Αγίου. Τους προκαλούσε κατάπληξη, όμως, η ευοσμία του μύρου και των θυμιαμάτων. Ο Κύριος, ο Οποίος γνωρίζει τα κρίματα εκάστου και τα απόκρυφα κατορθώματα του Αγίου, μετέθεσε το λείψανο του Αγίου.

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει ότι ο Άγιος Ανδρέας έγραψε πολλές προφητείες οι οποίες δεν εκδόθηκαν ποτέ και βρίσκονται στην Μονή Iβήρων.


Προσευχή του Αγίου Ανδρέου προ της μακαρίας κοιμήσεώς του

«Ὁ Πατέρας, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, Τριὰς ἡ ζωοποιὸς καὶ ὁμοούσιος, σύνθρονος καὶ ἀμέριστος, παρακαλοῦμέν Σε οἱ πένητες, οἱ ξένοι, οἱ πτωχοὶ καὶ γυμνοί· οἱ μὴ ἔχοντες ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι· ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου κλίνομεν τὸ γόνυ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, τῆς καρδίας καὶ τοῦ πνεύματος καὶ δεόμεθά Σου καὶ ἱκετεύομέν Σε, τὸν Θεόν, τὸ φοβερὸν ὄνομα Σαβαώθ· ἀγαθὲ καὶ ἅγιε Δέσποτα, πλαστουργέ, ποιητά, παντοκράτωρ κλῖνον τὸ οὖς σου καὶ πρόσδεξε εὐμενῶς τὴν ἱκετήριον δέησιν ἡμῶν τῶν ταπεινῶν καὶ ἀξίωσόν μας νὰ ἁγιασθῶμεν, ἐν τῇ δυνάμει καὶ τῷ ὀνόματί Σου, Κύριε, οἰκτίρμον, ἐλεῆμον, μακρόθυμε καὶ πολυέλεε. Ἐλθέ, Πατέρα, Υἱὲ καὶ Πνεῦμα Ἅγιο· ἐλθέ, τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μετὰ συμπαθείας διὰ τὰ παραπτώματά μας, τὰ ἐν λόγῳ ἢ ἔργῳ ἢ ἐν ἐνθυμήσει ἢ διανοίᾳ. Πάριδε καὶ ἄφες ταῦτα ἀγαθέ, εὔσπλαχνε, ἐλεῆμον, πολυέλεε. Καὶ μὴ μᾶς καταισχύνῃς· μὴ μᾶς ἀπορρίψῃς ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου· Σύ, ὁ Ὁποῖος ἀπὸ ἀγάπην ὑπερβολικὴν καὶ γλυκυτάτην φιλανθρωπίαν, κάμπτεσαι ἀπὸ τὰς προσευχὰς τῶν φίλων Σου».


Ἀπολυτίκιον

Ἦχος δ´. Ταχὺ προκατάλαβε.
Μωρίαν ἑκούσιον διὰ Χριστὸν τὸν Θεόν, ἐπόθησας Ὅσιε, τὸν σοφιστὴν ἀληθῶς, μωράνας καὶ ἤνυσας, μέσον πολλῶν θορύβων, τὸν ἀγῶνα Ἀνδρέα· ὅθεν σε ὁ Δεσπότης, Παραδείσου πρὸς πλάτος, ἐσκήνωσε πρεσβεύειν ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε.


Κοντάκιον

Ἦχος α´. Χορὸς ἀγγελικός.
Τὸν βίον εὐσεβῶς, ἐκτελέσας θεόφρον, δοχεῖον καθαρόν, τῆς Τριάδος ἐδείχθης, Ἀνδρέα μακάριε, καὶ Ἀγγέλων ὁμόσκηνος· ὅθεν αἴτησαι τὸν ἱλασμὸν καὶ εἰρήνην, τοῖς τιμῶσί σε, καὶ ἐκτελοῦσι σὴν μνήμην, δοθῆναι πρεσβείαις σου.


Ἕτερον Κοντάκιον

Ἦχος πλ. δ´. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τὸν ἑκουσίως κακουχούμενον, πενόμενον, ἐμπαροινούμενον ἑκάστοτε, τυπτόμενον, λιθαζόμενον καὶ θέατρον ἐποφθέντα κόσμῳ μέλψωμεν Ἀνδρέαν ὁσιώτατον, ὥσπερ σαλὸν διὰ Χριστὸν πολιτευσάμενον, πόθῳ κράζοντες· Χαίροις, Πάτερ θεόληπτε.


Κάθισμα

Ἦχος γ´. Τὴν ὡραιότητα.
Σταυρὸν ἐπ᾿ ὤμων σου, ἀναλαβόμενος, προθύμως ὅσιε κατηκολούθησας, τῷ σταυρωθέντι δι᾿ ἡμᾶς, ἀδίκως μαστιζόμενος, λίθοις τε βαλλόμενος, δαιμόνων προσποιούμενος, ζήσας ὑπὲρ ἄνθρωπον, μάκαρ βίον ἰσάγγελον διὸ καὶ σὺν ἀγγέλοις χορεύων, μέμνησο μάκαρ τῶν τιμώντων σε.


Ὁ Οἶκος

Ἄγγελοι προσποιήσεις τὰς μωράς σου, Ἀνδρέα, ἐθαύμασαν, πανόσιε πάτερ, ὅτι πέλων σοφὸς ἀληθῶς ὡς σαλὸς ἐβίως, δαιμόνων, ἔξηχος καὶ ἀνο μος· διόπερ νῦν βοῶμέν σοι ἀξιόχρεως·Χαῖρε, ἀπαύγασμα ἐγκρατείας·χαῖρε, θησαύρισμα ἀπαθείας.Χαῖρε, τοῦ Χριστοῦ ἐν σαρκὶ φέρων στίγματα·χαῖρε, τοῦ ἐχθροῦ ὁ συντρίψας φρυάγματα.Χαῖρε, πάτερ, ἐνδιαίτημα προσποιήσεων μωρῶν·χαῖρε, ἄνερ, καλλιέργημα προσφερθεὶς διὰ Χριστόν.Χαῖρε, ὅτι κατεῖδες Παραδείσου τὸ κάλλος·χαῖρε, ὅτι ἀνεῖλες ἀρχεκάκου τὸ μένος.Χαῖρε, αὐτόπτης τῆς Σκέπης Παρθένου·χαῖρε, ὁ λάτρης τοῦ Λόγου Ὑψίστου.Χαῖρε, σοφῶς σὺν κυσὶν ὁ βιώσας·χαῖρε, σαφῶς ὡς σαλὸς διαπρέψας.Χαίροις, Πάτερ θεόληπτε.


Μεγαλυνάριον

Σοῦ ἡ ὑπὲρ ἄνθρωπον βιοτή, ἐξέπληξε νόας, καὶ δαιμόνων τοὺς ζοφερούς, πῶς γυμνὸς Ἀνδρέα, καὶ ἔξηχον τὸν τρόπον, λαθὼν ἐπολιτεύσω· διὸ τιμῶμέν σε.

http://www.saint.gr

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Οσία Mαρία Σκομπτσοβα η δια Χριστόν σαλή



Μαρία Σκόμπτσοβα, ή δια Χριστόν σαλή


Χαράματα στο σιδηροδρομικό σταθμό του Παρισιού.

Ο λαμπτήρες ακόμη αναμμένοι αντιδικούν με το φως της αυγής που άχνοφέγγει πίσω άπ' τη θολή τζαμαρία.

Στό πρώτο πλάνο του καμβά στοιβαγμένοι πάνω στους ξύλινους πάγκους σαν αποσκευές αφηρημένων επιβατών,οί άστεγοι.

Την έχουνε δει να πλησιάζει και πασχίζουν να μαζέψουν στη στιγμή σαν γόπα πεταμένη από τις πλάκες λιγοστά ψίχουλα αξιοπρέπειας.

Κάποιος τσαλακώνει βιαστικά την προχτεσινή εφημερίδα πού είχε τυλιχτεί για το κρύο
άλλος σηκώνει το αδειανό μπουκάλι με το σπίρτο ένας τρίτος τρίβει τα μάτια του με σάλιο.

Εκείνη, στο βάθος -το σώμα της πέφτει,βαρύ στο κέντρο του πίνακα-καμώνεται πώς δεν τους βλέπει,.

Το βλέμμα της πίσω από τα μυωπικά γυαλιά σκύβει -με περίσκεψη τάχα ή θυμό κατά τη μεγάλη πάνινη τσάντα που κρατάει στο ένα της χέρι

(Μες στο σκοτάδι, σεργιάνισε τη λαϊκή αγορά για να τρυγήσει από τη γενναιοδωρία των χωρικών παραγινωμένα φρούτα, σάπια λαχανικά, κρέας φτηνό για τη μεσημεριάτικη σούπα)

ή μήπως σημαδεύει το ανοικονόμητο ρούχο πού σκαλώνει στα πόδια απειλώντας να την σωριάσει;

Κι ας τη στένευε το ράσο από πάντα,όπως καΐ το κελί, ανήμπορο να χωρέσει την πραμάτεια της καρδιάς της.

Στό άλλο της χέρι μέσα σε δάχτυλα κίτρινα από χύμα καπνό περασμένο κομποσχοίνι πηγαινοέρχεται ακολουθώντας θαρρείς χωλή λιτανεία.

Φαίνεται πώς την περίμεναν οι ανέστιοι να τους καλέσει με τα αστεια σπαστά γαλλικά της σε γεύμα.

Αν κι αγνοούν τ' όνομα της,με τα τσιμπλιασμένα αλειτούργητα μάτια τους τη μαρτυρούνε βουβά: «Μητέρα ξένων παιδιών αδελφή αλλοφύλων απίστων αγία».

Παναγιώτη Αρ.Υφαντή
περιοδικό΄΄Σύναξη''τ.87-2003

http://orthodoxigynaika.blogspot.com

Τρίτη 3 Μαρτίου 2015

Ο Γερο – Κωνσταντίνος, ο δια Χριστόν σαλός.



Ο άκακος και σιωπηλός δια Χριστόν σαλός Γερο -Κωνσταντίνος (Αγγελής) γεννήθηκε στο Καλέντσι της Δωδώνης, στην Ήπειρο, στις 10-2-1898. Τον πατέρα του τον έλεγαν Σταύρο και την μητέρα του Ανθούλα. Λεπτομέρειες από τα πρώτα χρόνια της μοναχικής ζωής του δεν γνωρίζουμε, αλλά αυτό που ξέρουμε είναι ότι είχε κάνει παλιά στην Ι. Μονή Διονυσίου ως αρχάριος. Χρόνια όμως, συνέχεια, τον έβλεπε κανείς να εμφανίζεται γύρω στις Καρυές και να μένη σ’ ένα γκρεμισμένο Κελλί της Μονής Κουτλουμουσίου. (Παλιά ήταν το «Μονύδριο των Φιλαδέλφων» του Αγίου Γεωργίου).

Εκεί λοιπόν σε μία γωνία του γκρεμισμένου κτιρίου, που έπεφταν λιγότερα νερά από την στέγη και έμπαινε λιγότερο κρύο από τα σπασμένα παράθυρα και τις πόρτες, είχε κάτι κουρελιασμένες κουβέρτες και έμοιαζε σαν αετός στην φωλιά του.

Εξωτερικά ο Γερο – Κωνσταντίνος δεν φαινόταν τι είναι, διότι μόνο σκουφί και γένια είχε, που τον έδειχναν για Καλόγηρο. Πάντα τον σκέπαζε μια παλιά χλαίνη, με ένα σχοινί σφιχτά δεμένο στην μέση, και έδειχνε για κοσμικός. Εσωτερικά όμως ήταν ντυμένος με την Χάρη του Αγγελικού Σχήματος, η οποία ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του. Όποιος τον έβλεπε από μακριά τον Γέροντα, τον περνούσε για δυστυχισμένο φτωχό άνθρωπο ή τρελό, αλλά από κοντά, όταν έβλεπε κανείς το λαμπερό του πρόσωπο, καταλάβαινε ότι κάποιο μυστήριο κρύβεται σ’ αυτόν τον ευλογημένο άνθρωπο και δεν τον θεωρούσε για τρελό, αλλά τρελούς θεωρούσε εκείνους που έλεγαν τρελό τον Γερο – Κωνσταντίνο.

Ο Γερο – Κώστας (έτσι τον έλεγαν), ενώ ζούσε στις συνθήκες που ανέφερα, με τελεία εγκατάλειψη του εαυτού του, και ενώ ούτε πλενόταν, εν τούτοις ήταν καθαρός, γιατί ζούσε σαν πετεινό του ουρανού.

Με ανθρώπους σπάνια μιλούσε, ενώ με τον Θεό πάντοτε δια της αδιάλειπτου προσευχής. Πολλές φορές ηρπάζετο ο νους του, και, όταν συνερχόταν, έκανε κάτι κινήσεις με το χέρι του, «για να θολώση τα νερά», χωρίς να πη τίποτα και έφευγε. Φυσικά, για τους κοσμικούς ανθρώπους αυτή η συμπεριφορά του ήταν παρεξηγήσιμη. Ακόμη και όταν τους έλεγε κανένα προφητικό, και αυτό τους φαινόταν για ανοησία.

Όταν καμιά φορά μιλούσαν οι γύρω του, και ο Γερο – Κωνσταντίνος δεν τους παρακολουθούσε, γιατί αυτός προσευχόταν, και ο νους του ήταν στον Θεό, πάλι για αφηρημένο τον νόμιζαν. Έπρεπε να τον ρωτάη κανείς πολλές φορές τον Γερο – Κωνσταντίνο και να επιμένη για να απαντήση, και πάλι θ’ άκουγε δυό – τρία λόγια μουρμουριστά, αλλά προφητικά.



Ο Γερο Κωνσταντίνος είχε εσωτερική καθαρότητα, γι’ αυτό έβλεπε καθαρά πολύ μακριά! Δυστυχώς όμως, μερικοί από εμάς τους ταλαίπωρους «τον άνθρωπο του Θεού» τον θεωρούσαμε για ταλαίπωρο άνθρωπο, επειδή έμενε μέσα στα χαλάσματα, ενώ εκείνος εκεί στα χαλάσματα έκτιζε συνέχεια την ψυχή του, η οποία ψυχή αξίζει περισσότερο απ’ όλο τον κόσμο, καθώς μας είπε ο Χριστός.

Όπως ανέφερα, σε μια γωνιά στα χαλάσματα είχε την φωλιά του με τις κουρελιασμένες κουβέρτες και δίπλα του ένα Ψαλτήρι και ένα Ωρολόγιο της Εκκλησίας. Το δε νοικοκυριό του ήταν ένα τενεκάκι από κουτί κονσέρβας με ένα σύρμα για χερούλι! Αυτή ήταν όλη η περιουσία του!

Κάθε Σάββατο περνούσε συνήθως από δύο Κονάκια στις Καρυές, και οι Πατέρες του έβαζαν κάτι από τα περισσεύματα στο τενεκάκι του. Περνούσε πάντα σιωπηλά, χωρίς να ζητάη΄ είχε αρχοντιά. Εάν οι άλλοι ήταν απασχολημένοι, έφευγε χωρίς να πάρη τίποτα. Κάπου – κάπου περνούσε και από τα μπακάλικα και έπαιρνε μόνος του, σαν σπουργίτης, πέντε – έξι ελιές στο χέρι του και έφευγε. Οι μπακάληδες το θεωρούσαν αυτό ευλογία, γιατί τον αγαπούσαν τον Γερο – Κώστα. Εάν κανείς του έβαζε χρήματα στην τσέπη του κρυφά, τα άφηνε και αυτός κρυφά στα μπακάλικα και έφευγε.

Έτσι φρόνιμα ζούσε ο Γερο – Κώστας στο Περιβόλι της Παναγίας, σαν άκακο αρνάκι.

Δυστυχώς όμως, πριν από ένδεκα χρόνια, το 1969, επειδή έρχονταν πολλοί κοσμικοί, Ευρωπαίοι, και τον νόμιζαν για τρελό, έτσι όπως εμφανιζόταν στις Καρυές, οι Αρχές έστειλαν στο Τρελοκομείο τον άνθρωπο του Θεού! Εκεί στην κλινική, αφού τον εξέτασαν οι γιατροί, δεν του βρήκαν τίποτε. Τα μυαλά του ζύγιζαν τετρακόσια δράμια (μια οκά), αλλά εμείς οι σημερινοί άνθρωποι, oι εξωτερικοί, με την κατ’ όψιν κρίση μας, τον αδικήσαμε και στην συνέχεια. Ενώ τον βρήκαν υγιέστατο, τον έστειλαν από το Τρελοκομείο στο Γηροκομείο. Εκεί, επειδή είχε βρεθή τελείως ξαφνικά σε κοσμικό περιβάλλον – στην Θεσσαλονίκη - έπιανε μία γωνία και έλεγε την ευχή, και από τα μάτια του κυλούσαν συνέχεια τα δάκρυα σαν χάνδρες.



Όταν έμαθα ότι ο Γερο – Κώστας πέρασε αυτή την ταλαιπωρία και βρίσκεται πια στο Γηροκομείο, είπα στην αδελφή που ήταν στην Γραμματεία να τον φροντίζη. Φυσικά, ήταν καλύτερα από το Τρελοκομείο στο Γηροκομείο, αλλά όσο και καλά να ήταν, για τον φιλήσυχο Μοναχό Γερο – Κωνσταντίνο το Περιβόλι της Παναγίας ήταν καλύτερο και απ’ όλα τα παλάτια του κόσμου.

Απορούσε το καημένο Γεροντάκι και έλεγε στην αδελφή :

-Γιατί μ’ έφεραν εδώ;

Εκεί λοιπόν πέρασε την επίλοιπη ζωή του ο «δια Χριστόν σαλός», ο οποίος ταλαιπωρήθηκε από εμάς τους κοσμικά έξυπνους.

Δεν έχει σημασία που κοιμήθηκε κι αν κοιμήθηκε στο Γηροκομείο… και όχι στο Άγιον Όρος ο Γερο – Κώστας. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι θα ξύπνησε στον Παράδεισο, ο πολύ έξυπνος, ο «δια Χριστόν σαλός» Γερο – Κωνσταντίνος. Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.

Απόσπασμα απο το βιβλίο ΑΓΙΟΡΕΙΤΑΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΑ


Γέροντος Παισίου Αγιορείτου


http://egolpio.wordpress.com

Δεν αρκούν μόνο τα καλά έργα (Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας)

-->


Μεταξύ των ανθρώπων που ζουν γύρω μας υπάρχουν και αυτοί που δεν πιστεύουν στον Θεό και όμως κάνουν πολλά καλά έργα. Συχνά ακούω την έξης ερώτηση” «Αυτό δεν είναι αρκετό, δεν θα σωθούν αυτοί οι άνθρωποι με τα καλά τους έργα»; Πρέπει οπωσδήποτε να δώσω την απάντηση. Όχι, δεν θα σωθούν μόνο με τα καλά έργα. Γιατί δεν θά σωθούν; Γιατί έτσι είπε ό Κύριος και Θεός μας Ιησούς Χριστός, όταν «επηρώτησε… νομικός, πειράζων αυτόν και λέγων” διδάσκαλε, ποια εντολή μεγάλη εν χω νόμω; ό δέ Ιησούς εφη αύτω’ αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου.,, αυτή εστί πρώτη και μεγάλη εντολή, δευτέρα δε όμοια αύτη’ αγαπήσεις τον πλησίον σου ώς σεαυτόν» (Μτ. 22, 35-39)

Αν η πίστη στον Θεό και η αγάπη προς Αυτόν είναι η πρώτη και η σπουδαιότερη εντολή του νόμου” αν η δεύτερη εντολή για την αγάπη προς τον πλησίον πηγάζει απ’ αυτή την πρώτη, και αν η αγάπη προς τον πλησίον παίρνει την δύναμη της από την αγάπη προς τον Θεό, τότε αυτό σημαίνει, ότι για να σωθεί κανείς πρέπει με όλη την καρδιά του να αγαπήσει τον Θεό, διότι αυτή είναι η πρώτη και η σπουδαιότερη εντολή του νόμου.

Τι σημαίνει σωτηρία; Το να σωθεί κανείς σημαίνει να κληρονομήσει την αιώνια ζωή, να μπει στην Βασιλεία του Θεού και να γίνει κοινωνός αυτής της Βασιλείας! τι είναι η Βασιλεία του Θεού και τι είναι η αιώνια ζωή;

Ο Κύριος και Θεός μας Ιησούς Χριστός είπε στους Εβραίους έναν πολύ θαυμαστό λόγο, ότι όλοι πρέπει να τρώνε τον Επουράνιο ‘Άρτο και ότι ό Επουράνιος αυτός ‘Άρτος είναι η Σάρκα του, την οποία Αυτός δίνει για την σωτηρία του κόσμου και για να ζει ό κόσμος.

«Αμήν αμήν λέγω υμίν, εάν μη φάγητε την σάρκα του Υιού του ανθρώπου και πίητε αυτού το αίμα, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοϊς» (Ίω. 6, 53). Ποια ζωή; την ζωή την αιώνια” δεν θα έχετε την αιώνια ζωή, δεν θα γίνετε κοινωνοί της Βασιλείας του Θεού και δεν θα σωθεί’ η ψυχή σας. Μπορεί να υπάρχει κάτι πιο ξεκάθαρο απ’ αυτό τον λόγο; Αν δεν πιστεύουμε με ‘όλη την καρδιά μας στον Θεό, αν δεν βαφτιζόμαστε, αν δεν κοινωνούμε του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, τότε η σωτηρία για μας δεν υπάρχει.

Βλέπετε, μόνο τα καλά έργα δεν αρκούν για να σωθούμε!

Ξέρουμε ότι και οι άπιστοι κάνουν καλά και δίκαια έργα. και τότε δημιουργείται η ερώτηση’ πώς να κρίνουμε τα καλά έργα που κάνουν οι άπιστοι, ποια είναι η άξια τους; Βέβαια, όλα τα καλά έργα που κάνουν αυτοί οι άνθρωποι έχουν την άξια τους, η οποία είναι μεγάλη. Το δεχόμαστε αλλά πρέπει να ξέρουμε ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ των καλών έργων που κάνουν οι άπιστοι και αυτών που κάνουν οι άνθρωποι, οι οποίοι με όλη την καρδιά τους πιστεύουν στον Θεό.
Ποια είναι η διαφορά; η διαφορά είναι η εξής” υπάρχει πλήθος ανθρώπων, πολύ δυνατών ανθρώπων, που θυσίασαν όλα, ακόμα και την ίδια τη ζωή τους, για χάρη του λαού τους. Υπήρχαν πολλοί τέτοιοι άνθρωποι ακόμα και στη δική μας εποχή. Υπήρχαν λοιπόν πολλοί άνθρωποι που έδωσαν τη ζωή τους για το καλό του λαού τους και του δικού τους έθνους.

Υπάρχουν επίσης άνθρωποι που θυσιάζουν τη ζωή τους για χάρη της δικής τους τάξης. Ποιο είναι το κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των καλών έργων;

Αυτή η αγάπη τους προς το λαό τους όσο καλή και να είναι, είναι η αγάπη μόνο προς το δικό τους λαό. και ταυτόχρονα μ’ αυτή υπάρχει και μίσος προς τους ανθρώπους άλλων φυλών και τάξεων. Η αληθινή όμως και γνήσια αγάπη, η ευάρεστη στον Θεό δεν μπορεί να έχει μίσος, αυτή αγκαλιάζει τα πάντα, είναι καθολική.

Χρειάζεται άσκηση, χρειάζεται κόπος, χρειάζεται να αναγκάζουμε τον εαυτό μας να κάνουμε το καλό. Πρέπει να αποστραφούμε το κακό, την οποιαδήποτε αδικία και να στραφούμε στην αλήθεια.

Χρειάζεται αγώνας για να κάνουμε καλά έργα. Μόνο τότε, όταν, με μεγάλες και επίμονες προσπάθειες, καθαρίζουμε την καρδιά μας και έτσι προσελκύουμε τη χάρη του Θεού, τότε, όταν αυτή η χάρη ανάβει στην καρδιά μας την θεία αγάπη, την αγάπη προς όλους τους ανθρώπους, η οποία δεν μισεί κανέναν, μόνο τότε αυτή η αγάπη, μαζί με την πίστη, μας ανοίγει δρόμο προς την Βασιλεία του Θεού.

Λοιπόν, δεν είναι αρκετά μόνο τα καλά έργα και δεν αρκεί μόνο η ηθική, χρειάζεται και η πίστη. Διότι μόνο η Θρησκεία, μόνο η Πίστη στον Θεό και η κοινωνία μαζί Του μας δίνει τη δύναμη να κάνουμε γνήσια καλά και ευάρεστα στον Θεό έργα.

Αυτή την δύναμη δεν την δίνει η ηθική και μεγάλο λάθος κάνουν αυτοί που νομίζουν ότι μπορούμε να αντικαταστήσουμε την θρησκεία με κάποια ηθική διδασκαλία. Πρέπει η θεία χάρη να κατοικήσει στην καρδιά μας για να γίνει αυτή ναός του Παναγίου Πνεύματος. Αμήν.

 agioritis.pblogs.gr

Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ....



Αστυνομικό Τμήμα Ομονοίας...

Η ιστορια ειναι πραγματικη (είπαμε δεν είναι αλλά αυτό δεν έχει σημασία...). Μου την αφηγηθηκε πελατισσα μου, που υπηρετει στο Α/Τ Ομονοιας.

Δευτερα βραδυ λεει, ειχανε μαζεψει καμια δεκαρια πουτ@νες εξω απο ενα ξενοδοχειο της οδου Μενανδρου.....
Αναμεσα τους και την Αννα.
Την πεταξανε σ΄ενα κελι, μαζι με τις αλλες. Η ωρα 11:00.
Σε μιση ωριτσα πλακωσανε οι δικηγοροι. Μια - μια οι αλλοδαπες την εκαναν. Πληρωνανε οι νταβατζηδες τους....
Ξεμεινε η Αννα.
- Ο δικος σου ο δικηγορος?
- Δεν εχω δικηγορο...
Οι μπατσοι κατι μυριστηκαν. Εχουνε δει πολλα τα ματια τους. Την πηρανε την Αννα, την πηγανε στον αξιωματικο υπηρεσιας.
- Απο που ξεφυτρωσες εσυ?
Η Αννα κατι πηγε να ψελισει αλλα δεν της εβγαινε ηχος. Μονο ενα δακρυ. Κι αυτο στεγνο...

Η μπατσινα μου, που εκοβε χαρτοσημα στο γραφειο, επηρρεαστηκε. Ενταξει. Δεν ειναι και το πιο συνηθισμενο να βλεπεις ελληνιδες και καλοβαλμενες κοπελες σαν την Αννα, να κανουνε πιατσα στη Μενανδρου. Ασε που εκτος της ταυτοτητας, ειχανε βρει στο τσαντακι της και κατι φωτογραφιες. Κι αναμεσα στις αλλες φωτογραφιες, ενα βρεφος ολιγων μηνων.
- Το μωρο ποιανης ειναι?
- Δικο μου
- Ποσω μηνων?
- Εξη
- Και που το εχεις τωρα?
- Το φυλαει ο αντρας μου
- Και ξερει ο αντρας σου που γυρνας?
- Οχι δεν το ξερει...

Βουβαμαρα. Οι μπατσοι αλληλοκοιταζοντουσαν. Ητανε κι η πελατισσα μου, που την ειχε πιασει το μητρικο. Μανουλα κι αυτη.
Σηκωνεται, φερνει στην Αννα λιγο καφε.
- Γιατι ρε κοπελα μου?
Ετσι ξερα, ενα "Γιατι". Και σαν τι αλλο να πεις?
Να πεις δηλαδη οτι η Αννα που ελιωσε βρακακια να σπουδασει Φιλοσοφικη Αθηνων κι εξον απο το ξευτιλισμενο το πτυχιο ειχε και ενα μεταπτυχιακο στην ιστορια της Τεχνης, δουλευε τωρα σε ενα πολυεθνικο σουπερ μαρκετ για 480 ευρω το μηνα? Κι επιπλεον την πιανουνε να καμεις πιατσα στα Χαυτεια? Στα κ@λαδικα που πανε για να πηδηξουνε οι Πακιστανοι?
Πως να το πεις?
Γιατι αμα το πεις, ερχεται η σειρα του να ρωτησεις και για πιο λογο γινανε ολα αυτα? Και ποιος φταιει? Και μηπως φταις κι εσυ που γινανε ολα αυτα, οπως σκατα γινανε.
Και δεν το λες.
Λες μονον ενα ξερο "γιατι", που μεσα στη γυμνια του, εναι ντυμενο ολα τα θανασιμα ερωτηματα αυτου του κοσμου...

Γιατι? Γιατι ετσι...
Γιατι πολυ απλα, τα 480 ευροπουλα που της δινουνε της Αννας οι πολυεθνικοι υπεραρπαγες δεν φτανουν ουτε για το νοικι με τα κοινοχρηστα. Γιατι ο αντρας της το εκλεισε το μαγαζι του και δεν λογιζεται ουτε ως ανεργος, για να του πετανε τουλαχιστον ενα επιδομα. Γιατι αν δεν πληρωνε το χαρατσι αυτο τον μηνα θα της κοβανε και το ρευμα.
Και πανω π 'ολα γιατι η Αννα εχει ενα βρεφος εξη μηνων.
Που ξυπναει τις νυχτες και σπαραζει στο κλαμα, αμα δεν του εχουνε ετοιμο το αποστειρωμενο μπιμπερο με το γαλα. Και τι γαλα? Οχι το γαλα που πουλανε στα περιπτερα. Το αλλο το γαλα. Που ειναι για τα μωρα. Το ακριβον. Το Αλμυρον...
Γιατι τα βρεφη δεν μπορουνε να φανε ροβιθια ή φακες που φερνει καθε μεσημερι ο αντρας της απο τα συσσιτια της εκκλησιας. Ουτε να καταλαβουνε οτι σ' αυτον τον κοσμο υπαρχουνε ανθρωποι που βγαζουν σε μια μερα τοσα ευροπουλα, οσα χρειαζεται μια οικογενεια για να ζησει ενα χρονο! Κι οτι αυτοι οι ιδιοι ανθρωποι, προκειμενου να βγαλουνε αλλα τοσα παραπανω [και τι να τα καμουνε γαμω την τρελα μου?] ειναι ικανοι να στειλουν στο θανατο χιλιαδες οικογενειες.
Οχι!
Τα βρεφη δεν τα καταλαβαινουνε αυτα.
Τα βρεφη διαθετουνε μονον τη σοφια της ζωης. Που λεει οτι καθε ανθρωπος που ερχεται σ αυτον τον κοσμο δικαιουται ενα μεριδιο στο φως, στην τροφη και στην ελπιδα...
Αυτο καταλαβαινουν τα βρεφη και αυτο ειναι που σε μαχαιρωνει στην καρδια, οποτε τ' ακους να σπαραζουνε στο κλαμα απο την πεινα.
Και το Αλμυρον εχει λεφτα.
Πως να το αγοραασει η Αννα, που δεν εβισκε στο πορτοφολι της παρα μισο σεντ και δυο φωτογραφιες?
Τις φωτογραφιες της ζωης της, πιου δεν αξιζε πια ουτε ενα κουτακι αλμυρον.
Τη μικρη συσκευασια...

Κι ετσι η Αννα πηρε το τσαντακι της και την εκαμε για την οδο Μενανδρου. Τριαντα ευροπουλα ο πελατης. Εικοσι παιρνεις για το μουνι σου και δεκα δινεις στο ξενοδοχειο. Στηνεις κωλο στον πρωτο βρωμιαρη που θα στα δωσει και μετρας τις φτυσιες .
Ενας, δυο, τρεις πελατες και νατο το αλμυρον και νατα τα τσιγαρα. Σου μενει και κατι τις να αγορασεις ενα μπουκαλι κρασι να το πιεις με τον Αλεξανδρο σου [αλλος πτυχιουχος κι αυτος], να ξεχαστεις λιγακι.
Τριαντα ευρω.
Η τιμη της Αννας.
Και για να τα λεμε οπως ειναι, το ειχε ξανακαμει. Και μια και δυο φορες. Τη μια για να βγαλει τα κοινοχρηστα, την αλλη για να βγαλει το χαρατσι. Μαλιστα! Και ειχε ξαναβρεθει στο ξενοδοχειο της Μενανδρου και ειχε ξαναμετρησει φτυσιες στην ψυχη της.
Τριαντα ευροπουλα το γ@μησι, δεκαπεντε η πιπα.
Στα ορθια. Και με τα ματια κλειστα για να μην της ερθει να ξερασει.
Ετσι ωμα, γιατι ετσι γινονται.
Κι επειδη στην Αληθεια, δεν μπαινει προφυλακτικο...

Μοναχα που τις αλλες δυο φορες δεν την ειχανε τσιμπησει οι μπατσοι. Τωρα ομως την επιασαν.
Και καθονταν η μπατσινα απο πανω της και δεν ηξευρε τι να πει η γυναικα.
Ο αξιωματικος υπηρεσιας, ξεστομισε μια βαρεια βρισια.
- Να χεσω που ειμαι ανθρωπος, ρε πουστη μου...
Μετα αλλαξε ενα βλεμμα με τους αλλους που ηταν εκει μεσα. Και με τη μπατσινα, που ετρωγε τα νυχια της απο τον καημο.
- Αστην να φυγει. Μην γραφεις τιποτα στο βιβλιο σμβαντων...
Η μπατσινα ευθυς πεταξε και στυλο και μολυβια. Βουτηξε την Αννα απο το μπρατσο
- Φευγα ρε κοριτσι. Καντηνε τωρα δα, Παρε την τσαντουλα σου και χασου...
Αλλα η Αννα τιποτα. Δεν κουνηθηκε καν
- Οριστε κυρια μου, μουγκρισε ο μπατσος. ειστε ελευθερη. Γυριστε στο σπιτι σας και μη σας ξαναπιασουμε στα μπουρδελα...
- Αειντε, γρηγορα πριν μας την πεσει κανενας μυστηριος και βρουμε τον μπελα μας...
Εκει η Αννα. Δεν ελεγε να σηκωθει απο το καθισμα.
Οι μπατσοι τα χασανε.
- Καλα δεν ακους?
- Ακουω
- Ε, τοτε τραβα σπιτι σου
- Δεν γυρναω σπιτι μου
- Τι μας λες ρε κοριτσι? Το χεις κουνημενο?
- Το μωρο μου πειναει, το καταλαβαινετε? Δεν προλαβα να παρω ουτε εναν πελατη. Δεν γυρναω σπιτι μου χωρις το αλμυρον... Δεν αντεχω ν ακουω το μωρο μου να σπαραζει στο κλαμα...

Ο αξιωματικος υπηρεσιας, βαρεσε μια γροθια στον αερα. Ε, και που να τη βαρεσει ο ανθρωπος?
Στα λαμογια? Στους γραβατοπειρατες? Στους τραπεζιτες? Στιςπολυεθνικες? Στα αφεντικα του? Στον διοικητη του? Στο στομαχι του?
Ή στο εικονισμα του Χριστου που δεσποζε απανω απο το γραφειο του.
- Ποσο καμει αυτο το γαμημενο το αλμυρον ρε Μαρια? {Μαρια λενε την πελατισσα μου}
- Κανα εικοσαρι...
Ο μπατσος εβγανε κι εριξε ενα ταλληρακι στο τραπεζι. Μετα ηρθανε κι οι αλλοι. Και η Μαρια, που της ειπε κι ολας της Αννας διανυκτερευον φαρμακειο για να το αγορασει.
- Οριστε. Μαζευτηκαν αρκετα... Θα χεις να παρεις και τσιγαρα... Φευγα και μην ξαναγυρισεις εκει ρε κοριτσι... Δεν λεει...
Η Αννα τα πηρε και την εκανε.

Για κεινο το βραδυ τουλαχιστον, ο Ανθρωπος ειχε ανεβασει την τιμη του...

http://taxalia.blogspot.com/

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2015

Οι νηστείες του έτους

ΟΙ ΝΗΣΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ

1) ΝΗΣΤΕΙΑ των ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
Από τις 15 Νοεμβρίου μέχρι τις 24 Δεκεμβρίου:
~ Νηστεύουμε κρέας, γαλακτερά.
~ Τετάρτη και Παρασκευή νηστεύουμε και λάδι - κρασί.
Τρώμε ψάρι Σάββατο - Κυριακή από 21 Νοεμβρίου των Εισοδίων της Θεοτόκου έως 17 Δεκεμβρίου.
2) ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ
Από την Καθαρή Δευτέρα μέχρι το Μεγάλο Σάββατο.
~ Νηστεύουμε κρέας, γαλακτερά, ψάρι, λάδι, κρασί.
Τρώμε λάδι – κρασί Σάββατο και Κυριακή ( εκτός του Μεγάλου Σαββάτου).
Τρώμε ψάρι στις 25 Μαρτίου του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου.
3) ΝΗΣΤΕΙΑ των ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
Από την Δευτέρα μετά την Κυριακή των Αγίων Πάντων μέχρι την παραμονή των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου (28 Ιουνίου ).
~ Νηστεύουμε κρέας, γαλακτερά.
~ Τετάρτη και Παρασκευή νηστεύουμε και λάδι - κρασί.
Τρώμε ψάρι, εκτός Τετάρτης και Παρασκευής.
4) ΝΗΣΤΕΙΑ της ΠΑΝΑΓΙΑΣ
Από την 1 έως 14 Αυγούστου.
~ Νηστεύουμε κρέας, γαλακτερά, ψάρι, λάδι, κρασί.
Τρώμε λάδι - κρασί Σάββατο - Κυριακή.
Τρώμε ψάρι στις 6 Αυγούστου τής Μεταμορφώσεως.
ΑΛΛΕΣ ΝΗΣΤΕΙΕΣ
Νnστεύουμε κρέας, γαλακτερά, ψάρι, λάδι, κρασί όλες τις Tετάρτες και Παρασκευές της χρονιάς (εκτός αν υπάρχει κάποια κατάλυση) και τις πιο κάτω μέρες :
α) 14 Σεπτεμβρίου τής Υψώσεως τού τιμίου Σταυρού,
β) 24 Δεκεμβρίου Παραμονή Χριστουγέννων,
γ) 5 Ιανουαρίου Παραμονή των Φώτων,
δ) 29 Αυγούστου Αποτομή τού Τιμίου Προδρόμου.
Αν οι τέσσερις ημερομηνίες πέσουν Σάββατο ή Κυριακή, γίνεται κατάλυση λαδιού - κρασιού.
ΚΑΤΑΛΥΣΗ ΕΙΣ ΠΑΝΤΑ
Κατάλυση εις πάντα γίνεται:
α) Μετά το Πάσχα, όλη την Εβδομάδα της Διακαινησίμου,
β) Μετά την Πεντηκοστή,(μέχρι της Κυριακής των Αγίων Πάντων),
γ) Από τις 25 Δεκεμβρίου μέχρι και τις 6 Ιανουαρίου(εκτός της παραμονής των Θεοφανείων).
ΚΑΤΑΛΥΣΗ ΣΕ ΨΑΡΙ
Κατά τις 7 Ιανουαρίου, 25 Μαρτίου, 24 και 29 Ιουνίου, 6 και 15 Αυγούστου, 8 Σεπτεμβρίου, 14 και 21 Νοεμβρίου.
ΚΑΤΑΛΥΣΗ ΣΕ ΚΡΑΣΙ ΚΑΙ ΛΑΔΙ
Ιανουαρίου 11, 16, 17, 18, 20, 22, 25, 27, 30
Φεβρουαρίου 8, 10, 17, 24
Μαρτίου 9, 26
Απριλίου 23, 25, 30
Μαΐου 2, 8, 15, 21, 25
Ιουνίου 8, 11, 30
Ιουλίου 1, 2, 17, 20, 22, 25, 26, 27
Αυγούστου 31
Σεπτεμβρίου 1, 6, 9, 13, 20, 23, 26
Οκτωβρίου 6, 18, 23, 26
Νοεμβρίου 1, 8, 12, 13, 16, 25, 30
Δεκεμβρίου 4, 5, 6, 9, 12, 15, 17, 20
Όλα τα Σάββατα και Κυριακές του έτους δεν επιτρέπεται νηστεία σε λάδι εκτός το Μεγά Σάββατο.

Πηγή: psathades.gr

Άγιος Ιγνάτιος ..... 29 του μηνός Ιανουαρίου,



Έχομε την ανακομιδή του ιερού λειψάνου του αγίου ίερομάρτυρος Ιγνατίου του Θεοφόρου, επισκόπου Αντιο­χείας της μεγάλης. Αποστολικός πατήρ. Μαθητής του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και φίλος του αγί­ου Πολυκάρπου Σμύρνης, μαθητού κι εκείνου του άγι­ου Ιωάννου. Ήταν Στην Αντιόχεια. και έποίμαινε τούς χριστιανούς με Θείο και υπέροχο τρόπο. Τον αγαπούσαν οι πάντες, ακόμα και οι εχθροί του. αφού ήταν πυρφόρος. αφού ήταν Σεραφείμ. Αυτό σημαίνει Ιγνάτιος από το ignis, ignis. To πυρ. Και Θεοφόρος, επειδή έφερε τον Θεό στα στέρνα του. Στην ψυχή του ή, κατά την παράδοση, ήταν το παιδάκι εκείνο, πού πήρε ο Χριστός Στην αγκάλη Του. Το έφερε Στην αγκάλη Του ο Θεός ο ένανθρωπήσας και είπε στους ανθρώπους εκεί, πού 'ταν κοντά Του: «Εάν μη στραφείτε και γένησθε ως τα παιδία, ου μη είσελθητε εν τη βασιλεία των ουρανών.» και κατά μία άλλη παράδοση, ο άγιος Ιγνάτιος ήτο υιός του απο­στόλου Πέτρου.

Έφτασε ο Τραϊανός εκεί, στον 2ο μ.Χ. αιώνα, Στην Αντιόχεια, πήγαινε νά πολεμήσει τούς Πέρσες, πέρασε, κι έμαθε για τη δράση την έξοχη του αγίου Ιγνατίου. και τον κάλεσε νά αρνηθεί τον Χριστό, νά αρνηθεί το έργο Του, νά αρνηθεί τα πάντα, και νά τον κάνει βασιλιά. Άλλα ο άγιος: «Τι ειν' αυτά πού λες, βασιλιά μου; Εσύ νά γίνεις χριστιανός. Εσύ νά γίνεις του Χριστού. Βλέπω είσαι και Ικανός. Είσαι και γενναίος, είσαι και σπουδαίος.» Είναι καλό νά λέμε το καλό και στους εχθρούς μας, ακόμα. Τούς ωφελεί. Σταμάτησε για λίγο, αλλά υστέρα διέταξε και τον υπέβαλαν σε φρικτά βασανιστήρια. Από τα οποία εξήλθε αλώβητος, άσινής και ακέραιος. Δεν έπαθε, δηλαδή, τίποτε  και τότε διέταξε νά τον στεί­λουν στη Ρώμη, νά τον ρίξουν στα θηρία, στο Κολοσσαίο, για νά αποθάνει, αφού δεν θέλει νά αρνηθεί τον Χριστό και νά τον κάνει εκείνος βασιλιά.


Και πράγματι, δεμένος με δέκα στρατιώτες, έφθα­σε στη Ρώμη. Είχε γράψει και επιστολή και παρακαλούσε τους Ρωμαίους χριστιανούς να μην κάνουν τί­ποτα, προκειμένου να ελευθερωθεί. Άλλα να τον αφήσουν να τον φανέ τα θηρία, τα οποία παρακαλού­σε κι εκείνος νά το κάνουν. Και τον έριξαν, λοιπόν, έκει, στον ιππόδρομο, και όρμησαν τα θηρία και τα παρεκάλεσε και τον κατέφαγαν. Έμειναν μόνο λίγα οστά, λίγα λείψανα. Τα μάζεψαν οι χριστιανοί, τα τοποθέτησαν καταλλήλως σε λάρνακα και τα μετέφε­ραν στην Αντιόχεια  στη μητρόπολη και επισκοπή του αγίου Ιγνατίου. Κι ήταν τότε πού έγινε αυτό 29 Ιανουαρίου. Δεν αναφέρεται έτος. Κι από τότε η ημέρα αυτή γιορτάζεται ως ημέρα ανακομιδής και μετακομιδής, μεταφοράς δηλαδή, του ιεροί λειψάνου του αγίου Ιγνατίου, του Θεοφόρου.

Και νά πω και κάτι για τον Τραϊανό, τ' αναφέρει ο άγιος Νεκτάριος στο βιβλίο του «Περί ιερών μνη­μοσυνών και περί αθανασίας της ψυχής». Κυκλοφο­ρεί, είναι πολύ καλό. Είναι γραμμένο στην καθαρεύ­ουσα, άλλα αυτή είναι ή γλώσσα μας. Έχομε και λεξικά, ρωτάμε και κανένα πού ξέρει, παλαιότερο και νεότερο. Κι αναφέρεται εκεί πώς ο πάπας Γρηγόριος ο Διάλογος, σπουδαίος, τότε ήταν ενιαία ή ορθοδο­ξία και οι πάπαι ήτο και άγιοι. Πολλοί πάπαι ήτο άγιοι και μεγάλοι άγιοι της Εκκλησίας. Μακάρι νά έλθουν πάλι Στην ορθοδοξία μας. Άλλωστε, ή ορθόδοξη Εκκλησία περιμένει τον πάπα της. Αυτή ειν' η Εκκλησία. Αυτός ειν' ο Χριστός. Περιμένει μέχρι το τέλος. Γι' αυτό κι ή ορθόδοξη Εκκλησία δεν έπλήρωσε τον θρόνο της Ρώμης του πάπα της Ρώμης αφού έφυγε απ’ την ορθοδοξία, ο θρόνος είναι κενός. Και δεν έβαλε πάπα. Γιατί; Περιμένει τον πάπα της. Αυτό κι αν είναι αγάπη! Αυτό κι αν είναι μεγαλείο! Αυτό κι αν είναι υπομονή! Αυτό κι αν είναι και τι δεν είναι! Λοιπόν. Ό πάπας Γρηγόριος ο Διάλογος, στον οποίο αποδίδεται, κατά κάποιους, η Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων, παρεκάλεσε κάποτε τον Χριστό νά συγχωρέσει τον Τραϊανό. Μπορεί νά 'ταν διώκτης, άλλα είχε καλή ψυχή κι έκανε το 'να κι έκα­νε τ' άλλο, κλπ. Και ο Θεός απάντησε στον άγιο Γρηγόριο: «Τον συγχώρεσα, γιατί μου το ζήτησες. Σε παρακαλώ, όμως, άλλη φορά για ασεβείς νά μη πα­ρακαλείς.» 'Αλλά ο άγιος παρακαλούσε.

Ό Χριστός αφορμή ζητάει νά συγχωρέσει ακόμη και τους χειρότερους. 'Αλλά θέλει νά πάρει αφορμή από μας. 'Από την προσευχή μας. 'Από την αγιότη­τα μας από την χάρη μας για νά κάμει, όπως έλεγε και στον άγιο Σιλουανό. Τον παρακαλούσε ο άγιος Σιλουανός του Άθω για κάποιον, έτσι, διώκτη της Εκκλησίας του Χρίστου. Και ο Ιησούς του παρουσιάστηκε και του λέει: «Σε παρακαλώ, Τι μου ζη­τάς; Μην το κάνεις αυτό. Αυτός είναι εχθρός μου. Κι έχει κάνει και τόσο κακό.» Ό άγιος Σιλουανός συνέ­χισε. Και πάλι και πάλι και πάλι. Παρουσιάζεται πάλι ο Χριστός. Και του λέει: «Γιατί συνεχίζεις;» «Εσύ, γιατί συνεχίζεις, Κύριε, νά ελεείς; αφού Εσύ, πού είσαι ο Κύριος, συνεχίζεις νά ελεείς, εγώ πού 'μαι το πλάσμα σου, έστω και αμαρτωλό, νά Μην συνεχίζω;» 



Και τότε ο Χριστός του είπε: «Σιλουανέ μου, δεν ήξερες; Μου μοιάζεις τόσο πολύ.» Χέ... χέ... χέ... Χρειάζονται κι αυτά. Έτσι. Λοιπόν.

Πέρασε ή ώρα, νά προχωρήσουμε, έχομε ακόμα άλλη μιά ακόμη ήμερούλα. Γιατί τα θέλουν αυτά οι χριστιανοί. Τ' ακούνε, ζητάν άπ' το Σταθμό, μαθαί­νουν και τα παιδάκια και ακούνε έτσι απλά, κι είναι μιά αφορμή αυτή. Ανοίγουνε την όρεξη και τιμάμε τούς αγίους. Ξέρετε, είναι εδώ οι άγιοι. Είναι εδώ οι άγιοι και μας βοηθάνε. και μάς ευλογούνε. και χαίρονται. Χαίρονται, γιατί παιρνομε κι έμεις από τη χάρη τους, όταν μιλάμε γι' αυτούς. και χαίρο­νται οι άγιοι, γιατί σωζόμεθα κι έμεις. οι άγιοι μάς αγαπούν τόσο, πού κάνουν τα πάντα, προκειμένου νά μάς ευεργετήσουν και νά μάς βοηθήσουν  και μάς περιμένουν μέχρι την Δευτέρα Παρουσία όλους. Για­τί έτσι προέβλεψε ο Θεός, λέει «Προς Εβραίους» ο απόστολος Παύλος: «'Ίνα μη χωρίς ημών τελειωθώσι.» Νά Μην πάρουν τον τέλειο μισθό τους χωρίς εμάς. Μάς περιμένουν και μπορούν νά περιμένουν; «Ναι», λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Για­τί; «Γιατί αγαπούν.» Κι εκείνος πού αγαπά «πάντα στέγει, πάντα υπομένει» κλπ. Τι σπουδαίο ειν' αυτό!

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2015

Ομιλούν οι μακαριστοί γέροντες : Άνθιμος ο Αγιαννανίτης και Γαβριήλ ο Διονυσιάτης


ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΡΑΦΑΗΛ - ΝΕΑ ΣΚΗΤΗ, Ο ΜΥΤΙΛΗΝΙΟΣ


Μεγάλη Σαρακοστή: Μια μακρά και κοπιαστική πορεία προς το Πάσχα



Το Πάσχα δεν είναι για μας τους Ορθοδόξους Χριστιανούς μια εκκλησιαστική εορτή όπως οι άλλες, αλλά είναι αναμφίβολα η εορτή των εορτών και η πανήγυρις των πανηγύρεων. Αποτελεί το επίκεντρο, αλλά και το επιστέγασμα ολοκλήρου του εκκλησιαστικού μας έτους και ταυτοχρόνως νοηματοδοτεί ολόκληρη τη ζωή της Εκκλησίας μας. Κάθε Κυριακή είναι για την Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία μας Ανάσταση και κάθε Θεία Λειτουργία, όποτε κι αν αυτή τελείται, είναι ένα αναστάσιμο γεγονός. Κι ενώ οι υπόλοιπες Δεσποτικές και Θεομητορικές εορτές του εκκλησιαστικού μας έτους αποδίδονται σε οκτώ το πολύ ημέρες, το Πάσχα αποδίδεται στις σαράντα ημέρες. Ολόκληρη η μετά το Πάσχα εβδομάδα, η εβδομάδα της Διακαινησίμου όπως λέγεται, λογίζεται ως μία ημέρα, ενώ για σαράντα ημέρες ψάλλεται σε όλες τις εκκλησιαστικές ακολουθίες ο νικητήριος παιάνας «Χριστός Ανέστη» και οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί ζουν την παγκόσμια χαρά, που εξανέτειλε από τον Πανάγιο Τάφο του Κυρίου, την παγκόσμια χαρά για την νίκη της ζωής επί του θανάτου.

Για να μπορέσει κανείς να ζήσει πραγματικά τα μεγάλα σωτηριολογικά γεγονότα της Μεγάλης Εβδομάδος και του Πάσχα, το Πάθος και τον σταυρικό θάνατο, την ταφή και την εις Άδου κάθοδο, κυρίως όμως την τριήμερη λαμπροφόρο Ανάσταση του Κυρίου, πρέπει να κάνει τον ανάλογη πνευματική προετοιμασία. Έτσι λοιπόν η Εκκλησία μας για δέκα ολόκληρες εβδομάδες μας προετοιμάζει σταδιακά για το Πάσχα. Οι τρεις πρώτες εβδομάδες (από την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου μέχρι την Κυριακή της Τυρινής) είναι προπαρασκευαστικές για τη Μεγάλη Σαρακοστή, οι επόμενες έξι εβδομάδες (από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι την Παρασκευή προ των Βαΐων) αποτελούν τη Μεγάλη Σαρακοστή και η τελευταία εβδομάδα είναι φυσικά η Μεγάλη Εβδομάδα, ή Εβδομάδα των Παθών, που αποτελεί το αποκορύφωμα της νηστείας και της εν γίνει προετοιμασίας μας για το Πάσχα.


Η Μεγάλη Σαρακοστή ως εκ τούτου είναι μια μακρά και κοπιαστική πορεία προς το Πάσχα. Ο Ορθόδοξος Χριστιανός διέρχεται δια της στενής και τεθλιμμένης οδού της Μεγάλης Σαρακοστής, για να μπορέσει να εισέλθει στην παγκόσμια χαρά της Αναστάσεως του Κυρίου. Η Μεγάλη Σαρακοστή είναι η κατ' εξοχήν περίοδος νηστείας, εγκράτειας, μετανοίας, κατανύξεως, εντατικής προσευχής και εντατικού πνευματικού αγώνα. Είναι η μεγαλύτερη σε διάρκεια, αλλά και η αυστηρότερη περίοδος νηστείας του εκκλησιαστικού μας έτους. Κατ' αυτήν επιτρέπεται η κατάλυση οίνου και ελαίου μόνο κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές. Ταυτοχρόνως η Ορθόδοξη Εκκλησία μας μας υποβοηθεί στην εντονότερη προσευχή και στον εντατικότερο πνευματικό αγώνα μέσα από τις ιδιαίτερες λατρευτικές Ακολουθίες της περιόδου αυτής, που αποτελούν έναν πραγματικό λειτουργικό θησαυρό.

Η λειτουργική ατμόσφαιρα της Μεγάλης Σαρακοστής είναι εντελώς διαφορετική από τη λειτουργική ατμόσφαιρα του υπόλοιπου έτους. Οι Ακολουθίες είναι μακρές και κατανυκτικές, κυριαρχούν δε σε αυτές τα πολλά «διαβάσματα» (ψαλμοί, αναγνώσματα, ευχές), η λιτότητα και η αρχαιοπρέπεια. Η σημαντικότερη διαφορά της Μεγάλης Σαρακοστής από το υπόλοιπο εκκλησιαστικό έτος είναι η απαγόρευση της τελέσεως της θείας Λειτουργίας εκτός Σαββάτου και Κυριακής. Αντί της κανονικής Θείας Λειτουργίας τελείται κατά τις καθημερινές της Μεγάλης Σαρακοστής (κυρίως τις Τετάρτες και τις Παρασκευές) η Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων, ο οποία αποτελεί χωρίς αμφιβολία την καρδιά της Μεγάλης Σαρακοστής.

Τη λειτουργική ατμόσφαιρα της Μεγάλης Σαρακοστής συμπληρώνουν οι Κατανυκτικοί Εσπερινοί των Κυριακών, το Μεγάλο Απόδειπνο που αναγιγνώσκεσαι από τη Δευτέρα μέχρι τη Πέμπτη με ψαλμωδία μέρους του Μεγάλου Κανόνος του Αγίου Ανδρέου Κρήτης κατά την πρώτη εβδομάδα και Κανόνων από το Θεοτοκάριο κατά τις υπόλοιπες εβδομάδες, ο Όρθρος, οι Ώρες και ο Εσπερινός, που έχουν αυτή τη περίοδο έντονο κατανυκτικό χρώμα, και φυσικά η ιδιαίτερα λαοφιλής Ακολουθία των Χαιρετισμών στην Υπεραγία Θεοτόκο, που τελείται κάθε Παρασκευή. Με την ακολουθία των Χαιρετισμών διακόπτεται για δύο μέρες η πένθιμη και κατανυκτική ατμόσφαιρα των καθημερινών της Μεγάλης Σαρακοστής, για να επανέλθει και πάλι το απόγευμα της Κυριακής με τον Κατανυκτικό Εσπερινό, αφού πρώτα ζήσουμε τη χαρμόσυνη και αναστάσιμη ατμόσφαιρα των Κυριακών της Μεγάλης Σαρακοστής με την τέλεση της Θείας Λειτουργίας του Μεγάλου Βασιλείου και τη διπλή τους Θεματολογία.


Η νηστεία, η εντονότερη προσευχή και η κατά το δυνατόν συμμετοχή στις κατανυκτικές Ακολουθίες της περιόδου της Μεγάλης Σαρακοστής μας υποβοηθούν να εντείνουμε όσο μπορούμε περισσότερο τον πνευματικό μας αγώνα, που δεν είναι αγώνας μόνο της Μεγάλης Σαρακοστής, αλλά αγώνας ολόκληρης μας της ζωής και αποσκοπεί στην καταπολέμηση των παθών, των αδυναμιών και των ελαττωμάτων μας και στην καλλιέργεια των χριστιανικών αρετών, στην κάθαρση της ψυχής από ό,τι αμαυρώνει τη στολή της, για να μπορέσει να βρει χώρο μέσα μας η χάρη του Θεού και να ενεργήσει. Ο πνευματικός αγώνας όμως, για να φέρει πραγματικά αποτελέσματα, πρέπει να θεμελιωθεί πάνω στη βάση της ταπεινώσεως και να στολιστεί με τους καρπούς της μετανοίας.

Αυτές τις δύο αλήθειες μας προβάλλει η Εκκλησία μας προτού ακόμη ξεκινήσουμε το ταξίδι και τον εντατικό πνευματικό αγώνα της Μεγάλης Σαρακοστής, μέσα από τα ευαγγελικά αναγνώσματα και τα θαυμάσια τροπάρια των πρώτων εβδομάδων του Τριωδίου, των εβδομάδων προπαρασκευής για τη Μεγάλη Σαρακοστή. Έτσι με την παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου με την οποία αρχίζει η περίοδος του Τριωδίου, η Εκκλησία μας, μας υπενθυμίζει ενόψει της ενάρξεως της Μεγάλης Σαρακοστής μια μεγάλη αλήθεια: Καμιά αρετή και κανένα καλό έργο, άρα ούτε και η νηστεία μας ούτε και ο λοιπός πνευματικός μας αγώνας δεν έχουν αξία, αν δεν συνοδεύονται από την ταπείνωση, αν δεν θεμελιώνονται πάνω στην ταπείνωση, γιατί σε τελευταία ανάλυση δεν μας σώζουν ούτε οι αρετές μας ούτε τα καλά μας έργα, αλλά ο βαθμός της ταπεινώσεως και της μετανοίας μας. Η ταπείνωση και η μετάνοια ελκύουν όντως τη Χάρη του Θεού. Με την παραβολή του Ασώτου εξάλλου, που αναγιγνώσκεται τη δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου, η Εκκλησία μας, μας υπενθυμίζει μια άλλη μεγάλη αλήθεια: Η αγάπη του Θεού είναι τόσο μεγάλη, που καμιά αμαρτία, όσο μεγάλη κι αν είναι, δεν μπορεί να την εμποδίσει, φτάνει όμως να υπάρξει αληθινή μετάνοια. Ο Θεός περιμένει από εμάς να κάνουμε το πρώτο βήμα της μετανοίας για να κάνει Εκείνος όλα τα υπόλοιπα βήματα.

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Μιχαήλ Βοσκού
Από το περιοδικό «Παράκληση» της Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού, Κύπρος
Μεταφέρθηκε στο διαδίκτυο από NOCTOC

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2015

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΚΑΙ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΓΙΑ ΔΥΟ ΚΟΡΥΦΑΙΟΥΣ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ, ΙΩΑΝΝΗ ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ ΚΑΙ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΤΣΕΡΝΟΓΛΟΥ.

-->
 
Την 3η Φεβρουαρίου, εορτή Συμεώνος του Θεοδόχου, στον Ιερό Ναό Αγίου Συμεών Μυτιλήνης, η Ιερά Μητρόπολη Μυτιλήνης, Ερεσού και Πλωμαρίου και η Εταιρεία Λεσβιακών Μελετών, οργάνωσαν θεολογικό και φιλολογικό μνημόσυνο για δύο κορυφαίες προσωπικότητες των Λεσβιακών Γραμμάτων και όχι μόνον, αλλά και των Ελληνικών Γραμμάτων, γενικότερα. Μνημόνευσαν και τίμησαν τον Ιωάννη Φουντούλη, Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, Διευθυντή του Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών στη Μονή Βλατάδων της Θεσσαλονίκης και τον Αθανάσιο Τσερνόγλου, Φιλόλογο Καθηγητή και Άρχοντα Προστάτη των Γραμμάτων του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου. Ο πρώτος εκοιμήθη το 2007 και ο δεύτερος το 2003.
Για τον Ιωάννη Φουντούλη ομίλησε ο κ. Αθανάσιος Ι. Καλαμάτας, Δρ. Θεολογίας ΑΠΘ και Θεολόγος Καθηγητής στο Πρότυπο Πειραματικό ΓΕ. Λ. Μυτιλήνης του Πανεπιστημίου Αιγαίου, και για τον Αθανάσιο Τσερνόγλου ο κ. Στρατής Αναγνώστου, Δρ. Πανεπιστημίου Αιγαίου και Σχολικός Σύμβουλος Φιλολόγων Μυτιλήνης. 
Ο κ. Καλαμάτας ομιλώντας με συγκίνηση για το διδάσκαλό του, τόνισε ιδιαίτερα ότι ο Ιωάννης Φουντούλης «υπήρξε προσωπικότητα ταπεινή και απλή στο χαρακτήρα, αλλά συνάμα υπήρξε και πολυτάλαντος και πολυδύναμος άνθρωπος, πανεπιστημιακός διδάσκαλος, πράγματι φωτισμένος μιας και το έργο του για όλους εμάς που διακονούμε τη Θεολογία και την Εκκλησία ήταν και συνεχίζει να είναι το πνευματικό μας αγκωνάρι». Το σημείο που περισσότερο εστίασε την ομιλία του ο κ. Καλαμάτας είναι το γεγονός ότι ο Ιωάννης Φουντούλης «ζώντας και γράφοντας σαν ένας νέος “Κολλυβάς”, θεωρούσε ότι το έργο της Εκκλησίας μας είναι έργο κατεξοχήν λειτουργικό, αναπόσπαστα δεμένο με τη Θεία Λατρεία, βασισμένο επάνω στα ακηλίδωτα αρχέτυπα και στα άφθαρτα πρότυπα του Θεανθρώπου, των Αποστόλων και των μεγάλων Πατέρων». Επιπλέον, ο ομιλητής δεν ξέχασε να αναφερθεί και στην τεράστια συνεισφορά του Ιωάννη Φουντούλη στην ανάπτυξη της Λεσβιακής Αγιολογίας, αφού πολλά από τα συγγράμματά του αναφέρονται σε αγίους της Τοπικής Εκκλησίας μας.  Κλείνοντας την ομιλία του ο κ. Καλαμάτας ανέφερε επί λέξει για τον αξέχαστο διδάσκαλό του: «τολμώ να πω για το διδάσκαλό μου αυτό που έλεγε ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, “για τον άνθρωπο που προσεύχεται μέσα στην καρδιά του, ολόκληρος ο κόσμος είναι ένας ναός”»
Μετά την ομιλία του κ. Καλαμάτα, το λόγο έλαβε ο κ. Αναγνώστου, ο οποίος σύντομα αναφέρθηκε στην προσωπικότητα και το έργο του Αθανασίου Τσερνόγλου. Τόνισε χαρακτηριστικά: «περί τα μέσα Οκτωβρίου του έτους 2003 έφυγε από τη ζωή ο Φιλόλογος Γυμνασιάρχης και συγγραφέας Αθανάσιος Τσερνόγλου του Γεωργίου και της Βασιλικής. Γόνος προσφυγικής οικογένειας με διπλή Μικρασιατική υπόσταση, του πατέρα από την Πέργαμο και της μητέρας από τις Κυδωνίες (Αϊβαλί), διατήρησε ακμαία σ’ όλη του τη ζωή την αγάπη και το αδιάπτωτο ενδιαφέρον για τις δυο αυτές πατρίδες και τη γενέθλια πόλη και νήσο, τη Μυτιλήνη. Σπούδασε στη  Αθήνα και εργάστηκε ως Φιλόλογος Καθηγητής στη Μυτιλήνη, στην Εύβοια και στην Αθήνα. Το κατ’ εξοχήν καύχημά του ήταν η διετής διδασκαλία του στο γυμνασιακό τμήμα της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, στην Κωνσταντινούπολη και ιδιαίτερα στο ότι συνέπεσε να έχει μαθητή τον νυν Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο. Η μεγαλύτερη, μάλιστα, ημέρα της ζωής του ήταν η 17η Ιουνίου 2001, κατά την οποία ο Οικουμενικός Πατριάρχης, χωρίς να τον προειδοποιήσει, τον χειροθέτησε Άρχοντα Προστάτην των Γραμμάτων, κατά τη Θεία Λειτουργία στον Μητροπολιτικό Ναό της Μυτιλήνης. 

Το έλεγε συχνά και με παιδική απλότητα, το χαιρόταν ότι είναι “ο διδάσκαλος του Πατριάρχου”. Σεμνότατος και μετρημένος στις σχέσεις και στις εκδηλώσεις του, ζούσε ασκητικά και σε εκούσια πτωχεία, σαν αρχαίος φιλόσοφος ή σαν χριστιανός αναχωρητής, αρνούμενος όλες τις ευκολίες, που παρέχει ο πολιτισμός και η τεχνική πρόοδος, χωμένος μέσα στον κόσμο των σπάνιων βιβλίων και των παράξενων συλλογών του, αντιμετωπίζοντας με στωικότητα τις δυσκολίες της ζωής και τις συχνές ασθένειές του. Έτσι σεμνά και αθόρυβα, όπως έζησε, έφυγε από τον κόσμο τούτον πριν από 11, 5 περίπου χρόνια. Όλες τις πολλές οικονομίες της ασκητικής ζωής του διένειμε κατά ισομοιρία μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου, του Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών στη Θεσσαλονίκη, της Ιεράς Μητροπόλεως Μυτιλήνης, των Φιλανθρωπικών Καταστημάτων Μυτιλήνης, του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, της Εταιρείας Λεσβιακών Μελετών και του εν Αθήναις Ελληνικού Λαογραφικού Ιστορικού Αρχείου (Ε.Λ.Ι.Α.), όπου και κληροδότησε την πλούσια βιβλιοθήκη του. Έζησε αυτοπροαίρετα και αποστολικά φτωχός, πλουτίζοντας πολλούς με το θάνατό του. Έτσι απέφυγε και τον έπαινο και τη δόξα στη ζωή αυτή, κερδίζοντας μεταθανάτια τιμή και ευγνωμοσύνη από πνευματικούς και πολιτιστικούς θεσμούς, που μεγάλως ευεργέτησε. Προικισμένος με μια σπάνια και απεριόριστη  μνήμη, με τη διαρκή μελέτη και επιμέλεια, κατείχε θησαυρούς φιλολογικών και ιστορικών γνώσεων, που αφορούσαν κυρίως στην Αιολική και Λεσβιακή Ιστορία και Τοπογραφία, την εκκλησιαστική και πολιτική προσωπογραφία, ακόμα και τη σύγχρονη ζωή και πραγματικότητα. Διακριτικός και ταπεινόφρων, έδινε μετά από πολλές παρακλήσεις και παροτρύνσεις, το παρόν στην πνευματική ζωή του τόπου, σε διαλέξεις, στην τηλεόραση και κυρίως με τη συγγραφή μικρών, αλλά ιδιαιτέρως αξιόλογων μελετών, που κατά καιρούς δημοσιευτήκαν στο περιοδικό της Εταιρείας Λεσβιακών Μελετών, τα Λεσβιακά, κυρίως, και σε  πολλά Μικρασιατικά περιοδικά»
Κλείνοντας την ομιλία του ο κ. Αναγνώστου, αναφέρθηκε και στην απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας Λεσβιακών Μελετών, προς τιμήν του Αθανασίου Τσερνόγλου να αφιερώσει τον 26ο τόμο του περιοδικού της Λεσβιακά και να συμπεριλάβει σ’ αυτόν, τόσο το Προσωπικό του Ημερολόγιο, όπου καταγράφονται πολύτιμες μαρτυρίες από την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής στη Μυτιλήνη, όσο και ανέκδοτες Αϊβαλιώτικες παροιμίες, που κατέγραψε ο ίδιος το 1948.    




Ο άθεος και η γριούλα.....




Του π. Δημητρίου Ντούτκο

Στις δώδεκα τα μεσάνυχτα, χτύπησαν την πόρτα στην Εκκλησία. Ήταν μια γριούλα. Και ζητούσε παπά, να πάει να κοινωνήσει έναν άρρωστο.
Ο παπάς ετοιμάστηκε και βγήκε αμέσως μαζί της. Πλησιάζουν σε ένα φτωχό σπιτάκι, τύπου παράγκας.

Η γριούλα ανοίγει την πόρτα και μπάζει τον ιερέα σε ένα δωμάτιο. Και να ξαφνικά ο παπάς ευρίσκεται εκεί μόνος με τον άρρωστο.
Ο άρρωστος του δείχνει με χειρονομίες την πόρτα και σκούζει.
- Φύγε από εδώ! Ποιος σε κάλεσε; Εγώ είμαι άθεος. Και άθεος θα πεθάνω.
Ο παπάς τα έχασε.
- Μα δεν ήλθα από μόνος μου! Με κάλεσε η γριά!
- Ποια γριά; Εγώ δεν ξέρω καμιά γριά!

Ο παπάς, καθώς στέκει απέναντί του, βλέπει επάνω από το κεφάλι του αρρώστου, μια φωτογραφία με την γυναίκα πού τον κάλεσε.
Του λέει, ενώ του δείχνει το πορτραίτο.
- Να αυτή!
- Ποια αυτή, ξέρεις, τί λες, παπά; Αυτή είναι η μάνα μου. Και έχει πεθάνει χρόνια τώρα!

Για μια στιγμή πάγωσαν και οι δύο. Αισθάνθηκαν δέος. Ο άρρωστος άρχισε να κλαίει.
Και αφού έκλαψε, ζήτησε να εξομολογηθεί. Και μετά, κοινώνησε.

Η μητέρα του είχε φροντίσει από τον ουρανό, να του δείξει τον δρόμο της σωτηρίας.

 http://www.romfea.gr

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2015

Κλείστηκε στο Περιβόλι της Παναγίας, όχι για να παίξει, αλλά για να παλέψει!


Ο παπα-Σάββας

Ένας από τους πιο αγαπημένους φίλους του παπα-Τύχωνα ήταν και ο ευλαβέστατος παπα-Σάββας, ο οποίος είχε την αδιάλειπτη προσευχή και είχε φθάσει μάλιστα σε μεγάλη πνευματική κατάσταση. Ο παπα-Σάββας είχε έρθει από δέκα τεσσάρων χρονών , μικρό παιδί, αφήνοντας τους γονείς του και την πατρίδα του, την Φιλιππιάδα, και κλείστηκε στο Περιβόλι της Παναγίας, όχι για να παίξει, αλλά για να παλέψει. Και πραγματικά, αγωνίσθηκε παλληκαρίσια, έγινε αθλητής του Χριστού και στεφανώθηκε.

Αιτία της φυγής του από τον κόσμο, όπως μου έλεγε, ήταν ο βίος του Αγίου Ιωάννη του Καλυβίτη, ο οποίος του άναψε στην καρδιά του την γλυκιά φλόγα της αγάπης του Χριστού, και έτσι ήρθε στο Άγιον Όρος, στην Ι. Μονή Εσφιγμένου.

Αγωνίστηκε πολύ φιλότιμα από μικρός μέχρι τα γεράματά του ο Παπα-Σάββας, χωρίς να υπολογίζει τον εαυτό του, γι’ αυτό και σκεφτόταν πάντα τους άλλους και προσπαθούσε πώς να αναπαύσει τον καθένα.

Μετά από πολυχρόνια άσκηση επόμενο ήταν να υποστεί και ορισμένες σωματικές βλάβες, να έχει προβλήματα με την υγεία του. Ο αθλητής του Χριστού όμως τους πόνους, τους πανηγύριζε με την υπομονή του, ενθυμούμενος τους Αγίους Μάρτυρες, και δοξολογούσε το Θεό.

Όταν τον ρωτούσα «πώς πάει η υγεία σας», εκείνος μου έλεγε:
«Δόξα τω Θεώ, πολύ καλά. Εγώ τίποτα δεν υποφέρω εν συγκρίσει με τους Αγίους Μάρτυρες, όπως και δεν έχω κάνει τίποτε εν συγκρίσει με τους Οσίους Πατέρες» (ενώ ποτέ του δεν παρέλειψε τα πνευματικά του καθήκοντα μέχρι τα γεράματά του, όταν τον είχαν εγκαταλείψει πια οι σωματικές του δυνάμεις, και οι πόνοι είχαν δυναμώσει) ο παπα-Σάββας ήταν πάντα χαρούμενος στους πόνους και συνέχεια έλεγε Δόξα σοι ο Θεός.

Οι Πατέρες της Μονής από αγάπη τον πήγαν στην Αθήνα για εξετάσεις σε κλινική, κι εκείνος έκανε υπακοή σαν καλός Κοινοβιάτης. Ο φιλήσυχος όμως Σάββας δυσκολεύτηκε περισσότερο από τον κοσμικό θόρυβο παρά από τους πόνους της αρρώστιας και παρακάλεσε τους Πατέρες να τον φέρουν πάλι στην Μετάνοιά του, στο περιβόλι της Παναγίας.

Οι Πατέρες το δέχθηκαν και τον πήγαν προσωρινά στην Ι. Μονή Χρυσοβαλάντου, για να συνέλθει λίγο, και μετά να φύγουν για το Άγιον Όρος. Ένα βράδυ όμως είχε πλημμυρίσει από άρρητη ευωδία όλη η Μονή, και η Γερόντισσα δεν μπορούσε να το εξηγήσει! Σε λίγο διαπίστωσαν ότι η ευωδία έβγαινε από το κελλί, όπου έμενε ο παπα-Σάββας. Όταν άνοιξαν την πόρτα ,γέμισε ο τόπος από άρωμα, και βρήκαν τον παπα-Σάββα να έχει παραδώσει το πνεύμα του. Τότε κατάλαβαν ότι το άρωμα αυτό έβγαινε από την αρωματισμένη ψυχή του παπα-Σάββα. Ήρθαν μετά και οι Πατέρες και τον μετέφεραν στη Μετάνοιά του. Την ευχή του να έχουμε . Αμήν.

(ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, «Αγιορείται Πατέρες και αγιορείτικα»).




http://vatopaidi.wordpress.com

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2015

Ηράκλειος, Κολοκοτρώνης κ.α από τον Ανανία Κουστένη (11 2 2015)


Αναπαύθηκε η Αδελφή Άννα....

-->


Αναπαύτηκε η Αδελφή Άννα, κατά κόσμο Ελένη Αγγελοπούλου....

Το χελιδόνι του Θεού όπως κάποιος την ονόμασε....

Ψυχή ευαίσθητη, τόσο ανθρώπινα όσο και πνευματικά.

Σπανίως συναντάς τέτοιες ευαίσθητες ψυχές!!

Ανάπαυε όλους τους  ανθρώπους που έτυχε να βρεθούν δίπλα της...

Έζησε τη ξενιτεία πολύ έντονα και την κοσμική πτωχεία ...

Καλό Παράδεισο Αδερφή και εύχου για όλους μας!!!


Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2015

Δέν ὑπάρχει πιό κρύο πρᾶγμα ἀπό τόν χριστιανό .....................




Αγ.Ιωάννου Χρυσοστόμου

Δέν ὑπάρχει πιό κρύο πρᾶγμα ἀπό τόν χριστιανό πού δέν σώζει ἄλλους.

Δέν μπορεῖς ἐδῶ νά ἐπικαλεσθεῖς τήν φτώχια, διότι θά σέ κατηγορήσει ἡ χήρα πού κατέβαλε τά δύο λεπτά...

Δέν μπορεῖς νά ἐπικαλεστεῖς τήν ταπεινή σου καταγωγή, διότι καί οἱ ἀπόστολοι ἦταν ἄσημοι καί κατάγονταν ἀπό ἀσήμους.

Δέν μπορεῖς νά προβάλεις τήν ἀγραμματοσύνη σου· κι ἐκεῖνοι ἦταν ἀγράμματοι.

Ἀκόμη κι ἄν εἶσαι δοῦλος, κι ἄν εἶσαι δραπέτης, θά μπορέσεις νά ἐκπληρώσεις τό καθῆκον σου, διότι καί ὁ Ὀνήσιμος τέτοιος ἦταν.

Κοίταξε ὅμως ποῦ τόν καλεῖ καί σέ τί ὑψηλό ἀξίωμα τόν ἀνεβάζει ὁ ἀπόστολος· «ἵνα κοινωνῇ μοι», λέγει, «ἐν τοῖς δεσμοῖς μου».

Δέν μπορεῖς νά προφασισθεῖς τήν ἀσθένεια, διότι καί ὁ Τιμόθεος τέτοιος ἦταν, εἶχε «πυκνάς ἀσθενείας»...

Δέν βλέπετε τά δένδρα τά ἄκαρπα πῶς εἶναι γερά, πῶς εἶναι ὡραῖα, μεγάλα, λεῖα καί ψηλά;

Ἀλλά ἄν εἴχαμε κῆπο, θά προτιμούσαμε νά ἔχουμε ροδιές καί ἐλιές καρποφόρες παρά αὐτά, διότι αὐτά εἶναι γιά τήν τέρψη καί ὄχι γιά τήν ὠφέλειά μας· ἐλάχιστα ὠφελοῦν.

Τέτοιοι εἶναι οἱ χριστιανοί πού φροντίζουν μόνο γιά τά δικά τους, ἤ μᾶλλον οὔτε τέτοιοι, διότι αὐτοί εἶναι γιά τήν φωτιά, ἐνῶ τά καλλωπιστικά δένδρα χρησιμοποιοῦνται καί γιά τήν οἰκοδόμηση καί γιά τήν ἀσφάλεια τῶν ἰδιοκτητῶν.


 http://agiabarbarapatras.blogspot.com

Ποτέ δέν είδε ένα χαμόγελο όμοιο μέ τό δικό του...



Ή Λειτουργία μόλις είχε τελειώσει. Βγαίνοντας άπό την εκκλησία οι προσκυνητές έσπευσαν προς τό κτίριο του μοναστηρίου, πού στεγάζει τό κελλί τοΰ περίφημου «στάρετς»* πατέρα Σεραφείμ, πού είχε τή φήμη ότι κάνει θαύ­ματα, θεραπεύει άρρωστους και γνωρίζει τό μέλλον. Γιατί, βασικά, αυτόν είχαν την επιθυμία νά χαιρετήσουν.

Ανάμεσα σ" αυτούς τούς επισκέπτες βρισκόταν ή οικο­γένεια τοϋ συγγραφέα Άκσάκωβ. Ή Νάντια 'Ακσάκωφ, κο­ριτσάκι ακόμη, εκείνη τήν εποχή, θά θυμότανε γιά όλη της τή 2ωή αυτό πού εϊδε στήν «Έρημο τοϋ Σάρωφ» μονα­στήρι χωμένο βαθειά μέσ' οτά απέραντα δάση στήν καρδιά της Ρωσίας.

Παραφράζομε ελαφρά τή διήγηση της:
Ένας καλόγερος, γεροντάκι πιά, τούς έδειχνε τό δρό­μο. Σέ λίγο οί προσκυνητές φτάνουνε έτσι μπροστά σέ μιά χαμηλή πόρτα. Ό οδηγός πρόφερε τά συνηθισμένα λόγια: «Κύριε Ίησοϋ Χριστέ, Υιέ τοϋ Θεού, έλέησον ημάς τούς αμαρτωλούς».
Σιωπή. Τό «αμήν» πού θά τούς έδινε τήν άδεια νά μπουν, δέν ακούστηκε άπό κανένα.
Προσπαθήστε έσεϊς οί άλλοι, είπε ό γέροντας. "Αν­δρες, γυναίκες, παιδιά πρόφεραν ό καθένας μέ τή σειρά του τήν ευχή.

Αν δέν άπαντάη, θά πή πώς δέν είναι μέσα στό κελλί του, είπε ό καλόγερος συμπερασματικά. Θά πήδηξε άπό τό παράθυρο ακούγοντας στήν αυλή τό θόρυβο των άμαΕιών οας. Πάμε νά δοΰμε.
Ακολουθώντας τόν οδηγό τους, οί προσκυνηταί, έστρι­ψαν στή γωνία τοΰ κτιρίου και βρέθηκαν κάτω άπό τό πα­ράθυρο τοϋ κελλιοϋ τοϋ πατρός Σεραφείμ. Κάτω στή γη, διακρίνονταν καθαρά τά ίχνη δύο ποδιών πού φορούσαν «λάπτι».

Τόσκασε, αναστέναξε ό γέρο - καλόγερος, κουνών­τας τό κεφάλι.
Γιά νά τόν δή κανείς, πρέπει νά ψάξη στο βάθος τοϋ δάσους, όπου έχει ένα έρημητήριο.
Δέν έχετε πολλές πιθανότητες νά τόν βρήτε, είπε ό ηγούμενος τοϋ μοναστηριού βλέποντας τήν ομάδα τών επι­σκεπτών. Θά κρύβεται μέσ' στους θάμνους, θά ξαπλώνη μέσ' στα χορτάρι. Έκτος άν απάντηση στό κάλεσμα τών παιδιών. Πάρτε όσο πολλά παιδιά μπορείτε. Αφήστε τα νά τρέξουν μπροστά άπό σας.

«Τό δάσος, διηγείται ή Νάντια Άκσάκωφ γινόταν όλο και πιό πυκνό. Ή ύγρή του σιωπή μάς τύλιγε. Μόλις και μετά βίας βλέπαμε καθαρά κάτω άπό τό θόλο τών πα­νύψηλων ελατιών. Νοιώθαμε κάπως βαρειά μέσα σ' αυτό τό σκοτεινό δάσος. Ευτυχώς μιά αχτίνα ήλιου έλαμψε ανά­μεσα άπό τά φορτωμένα βελόνες κλαδιά. Πήραμε πάλι κου­ράγιο και βαλθήκαμε νά τρέχουμε άπό κεϊ πού πρόβαλε τό φως. Ένα πράσινο ξέφωτο πλημμυρισμένο άπό ήλιο, ανοί­χτηκε μπροστά μας. Έκεϊ τά πόδια ενός έλατου, πού φύ-,τρωνε ξέχωρα άπ' τ' άλλα, ένα γεροντάκι ζαρωμένο, σκυ­φτό ώς τό χώμα' έκοβε γρήγορα μέ τό δρεπάνι του τά με­γάλα βλαστάρια τών χορταριών. Ακούγοντας θόρυβο ανα­σηκώθηκε, έστησε τό αυτί του πρός τή μεριά τοϋ μοναστη­ριού και σάν τόν παγιδευμένο λαγό, ώρμηοε πρός τό δάσος, άλλά γρήγορα λαχανιάζοντας, στάθηκε, κοίταξε φοβισμένα πρός τά πίσω και πέφτοντας μπρούμητα μέσ' στό χορτάρι έγινε άφαντος.



Πάτερ Σεραφείμ, Πάτερ Σεραφείμ! Είμαστε καμμιό εικοσαριά πού τόν φωνάζαμε έτσι.
Στό άκουσμα τών παιδικών φωνών μας, δέν μπόρεσε νά κρατηθή στόν κρυψώνα του. Τό γέρικο κεφάλι του φά­νηκε πάνω άπό τό χορτάρι. Μέ τό δάκτυλο πάνω στο στό­μα, έμοιαζε νά μας ζητά νά μή προδώσουμε τήν παρουσία του στους μεγάλους.

Άφοϋ έκανε πέρα τά χόρτα γιά νά μας άνοιξη ένα πέ­ρασμα, κάθισε και μας έγνεψε νά πλησιάοωμε. Ή μικρή Λί­ζα μόλις μεγαλύτερη άπό ένα μωρό πλησίασε πρώτη και άφοϋ ρίχτηκε στήν αγκαλιά του, ακούμπησε τό δροσερό μαγουλάκι της στόν τραχύ ώμο τοϋ γέροντα.
Θησαυροί μου! Χρυσά μου! μουρμούριζε σφίγγον­τας καθένα άπό πάνω στό αδύνατο στήθος του.
Γεμάτα εμπιστοσύνη, ευτυχισμένα, τόν φιλούσαμε. Άλλα ό νεαρός βοσκός Σιόμα γύρισε πίσω και έτρεξε πρός τό μοναστήρι φωνάζοντας: «Άπ' έδώ! Άπ' έδώ! * Ε­κεί είναι ό πάτερ Σεραφείμ».
Ντραπήκαμε. Οί φωνές μας και τά αγκαλιάσματα μας μας φάνηκαν σάν προδοσία.
Γυρνώντας πάλι πίσω στό μοναστήρι, ή μικρή Λίζα, πού ό γέροντας είχε σφίξει πρώτη στήν αγκαλιά του, πλησίασε τήν αδελφή της και παίρνοντας της τό χέρι, είπε: «Ό πά­τερ Σεραφείμ κάνει πώς είναι γέρος, στήν πραγματικότητα όμως είναι παιδί σάν και μας, έτσι δέν είναι Νάντια;»

Πράγματι, ποτέ, σ' όλη της τή ζωή, γράφει στά γηρατιά της ή Νάντια Άκσάκωφ, δέν συνάντησε βλέμμα μέ τέ­τοια παιδική καθαρότητα σάν τοϋ πατέρα Σεραφείμ. Ποτέ δέν είδε ένα χαμόγελο όμοιο μέ τό δικό του. «"Έτσι γελά ένα νεογέννητο», λένε οί γρηές παραμάννες «όταν παίζη στόν ϋπνο του μέ τους Αγγέλους».
Όλες τις Κυριακές και τις γιορτές ά πάτερ Σεραφείμ, παρακολουθούσε και κοινωνούσε τήν πρωινή λειτουρ-για ατήν μικρή έκκλησούλα τοϋ νοσοκομείου τοϋ μοναστη­ρίου.
«Πλούσιοι και φτωχοί, συνεχίζει τή διήγηση της ή Νάν­τια Άκσάκωφ, τόν περιμέναμε Ολοι μας νά 6γή στριμωγμέ­νοι γύρω άπό τό νάρθηκα τής εκκλησίας. Μόλις εμφανιζό­ταν, Ολα τά μάτια καρφωνόντουσαν επάνω του».
Αυτή τή φορά ή προσκυνήτρια μάς περιγράφει ένα πα­τέρα Σεραφείμ πολύ πιό διαφορετικό άπ' αυτόν πού είδα­με πριν.

«Ήταν ντυμένος μέ τό παραδοσιακό μοναχικό ένδυμα (μεγάλη μαύρη κάπα) κα'ι φορούσε τά διακριτικά τής ίερω-σύνης του, τό έπιτραχείλι και τά έπιμανίκια (πού οί Ορθό­δοξοι ιερείς γιά νά ίερουργήσουν τά δένουν στους καρ­πούς τους). Ή χαρά τοϋ άνθρωπου πού πήρε μέρος στό ευχαριστιακό δείπνο, έλαμπε στό πρόσωπο του, μέ τό ψη­λό μέτωπο, μέ τά κινούμενα χαρακτηριστικά. Ή λάμψη τής ευφυίας λαμπύριζε μέσα στά μεγάλα του γαλάζια μάτια. Κατέβαινε σιγά - σιγά τά σκαλοπάτια, λίγο κουτσαίνοντας και παρά τήν αναπηρία του αυτή και τήν καμπούρα πού είχε πίοω στόν ώμο, έμοιαζε νάχη και είχε πραγματικά μιά μεγαλόπρεπη ομορφιά».

Μετά τήν Θεία Κοινωνία, ό πατήρ Σεραφείμ, περνούσε συνήθως ανάμεσα άπό τις πυκνές γραμμές τών προσκυνη­τών, μέ τά μάτια χαμηλωμένα, χωρίς νά μιλά σέ κανέναν. Αυτήν τή φορά όμως σταμάτησε.
«Δέν θά ξεχάσω ποτέ, γράφει ή Νάντια, τό εμπνευσμέ­νο βλέμμα του, τό μεταμορφωμένο πρόσωπο του και τόν τόνο τής φωνής του, όταν απευθύνθηκε πρός τό πλήθος. Μιλούσε γιά τόν Άγιο Σταυρό και τή σημασία του γιά τόν πιστό. Τά λόγια του ηχηρά, άπλα, εύγλωττα κυλούσαν χω­ρίς κόπο και έμπαιναν στις ψυχές. Μιλούσε μέ παρρησία κατά τό παράδειγμα τοϋ Χριστού, τοϋ Κυρίου και Διδασκά­λου του, και Οχι όπως οί Γραμματείς και οί Φαρισοαϊοι».



Σ' έξη περίπου χιλιόμετρα άπό τό μοναστήρι, μέσα στά βάθη τοϋ δάσους, ό πάτερ Σεραφείμ, είχε ένα έρημητήριο μιά φτωχική «ϊσμπα» καμωμένη άπό κούτσουρα πού τήν ώνόμαζε «ή μακρυνή μου έρημος». Έκεϊ πήγαιναν όλοι οί προσκυνητές νά τόν δοϋνε. "Αλλους, τούς υποδέχονταν κα­θιστός πάνω στό πλατύσκαλο τής πόρτας του, άλλους τούς έβαζε μέσα γιά νά προοευχηθοϋν μαζί μπροστά στήν εικό­να τής Παναγίας.
Άπ' έξω, στόν κορμό ένας αιωνόβιου έλατου, είχε στε­ρεώσει επίσης μιά εικόνα τής Μητέρας τοϋ Θεοϋ. Συχνά οί επισκέπτες τόν έβρισκαν όρθιο μπροστά της, νά κάνη ήρεμα και απαλά πολλές - πολλές φορές τό σημείο τοϋ σταυ­ρού, συνηθισμένος στήν αδιάλειπτη προσευχή του. Τότε, τά γόνατα, λύγιζαν αθέλητα, τά μάτια στρέφονταν πρός τόν ουρανό. Κάτω άπό τόν θόλο μέ τά μεγάλα έλατα όλοι ήσαν δοσμένοι στήν προσευχή. Κάτω άπό τό ξέφωτο τό σιωπη­λό, ένας άγγελος τής ειρήνης πετούσε.

Κάποια μέρα πήγε στήν «μακρυνή έρημο» μιά αδελφή άπό τό μοναστήρι τοϋ Ντιβέγιεβο. Περνούσε μιά περίοδο αγωνίας και άπογοητεύσεως τόσο, πού νά θελήση νά φύγη άπό τό μοναστήρι, όπου ή δουλειά τής μαγείρισσας τής προ­καλούσε απέχθεια. Ό γέροντας έδωσε ευλογία νά έλθη νά τόν δή.
Πλησιάζοντας, όμως, τί άντίκρυσε; Τόν ερημίτη κα­θιστό έξω άπό τό κελλί του μέ μιά πελώρια αρκούδα μπρο­στά στά πόδια του.
Βοήθεια, πάτερ! φώναξε ή φτωχή μοναχή. ^Ηρθε τό τέλος μου!
Εκείνος, έδιωξε τήν αρκούδα και είπε γελαστά:
Όχι, μητερούλα, δέν ήρθε τό τέλος σου ακόμα. Τό τέλος αου είναι μακριά. Αντίθετα, πρόκειται γιά μεγάλη χαρά.

Άφοϋ τήν καθησύχασε, τήν έβαλε νά καθήση πλάι" του πάνω σ' ένα κορμό δένδρου, άλλά ή αρκούδα ξανάρθε και ξάπλωσε πάλι στά πόδια του.Έτρεμα σύγκορμη, διηγείται ή καλόγρηα, ενώ ό πάτερ Σεραφείμ βάλθηκε νά τής δίνη κομμάτια ψωμιού πού έβγα­ζε άπά τό σακκούλι του, τόσο ήρεμα, σάν νά μήν είχε νά κάνη μέ μιά αρκούδα άλλά μ' ένα αρνάκι. Τότε πήρα ξανά κουράγιο. Αυτό πού μοϋ έκανε περισσότερη εντύπωση ή­ταν τό πρόσωπο τοϋ γέροντα. "Ηταν καθαρό, διάφανο και χαρούμενο σάν τό πρόσωπο ενός αγγέλου. Τέλος, όταν αισθάνθηκα εντελώς ασφαλής, μοϋ έδωσε τό υπόλοιπο τοϋ ψωμιού και μοϋ είπε νά δώσω έγώ ή ίδια στήν αρκούδα νά φάη. Έγώ όμως απάντησα: «Όχι πάτερ, θά φάη και τό χέρι μου μαζί». (Συγχρόνως όμως σκεπτόμουνα: Τόσο τό καλλίτερο. Δέν θά είμαι πιά αναγκασμένη νά δουλεύω στή κουζίνα). Ό πάτερ Σεραφείμ χαμογέλασε: «Πίστεψε με, μητερούλα, δέν θά φάη τό χέρι σου». Τότε λοιπόν, πήρα τό ψωμί, και μικρά - μικρά κομματάκια τό έδινα στό ζώο. Ηταν τόση ή ευχαρίστηση πού αισθανόμουνα, ώστε στε­νοχωρήθηκα πολύ Οταν έτελείωσε τό ψωμί.

« "Θυμάσαι μητερούλα, ένα λιοντάρι υπηρετούσε τόν άγιο Γεράσιμο στήν έρημο. Μιά αρκούδα υπηρετεί τό φτω­χό Σεραφείμ. Βλέπεις, τά ζώα μας υπακούουν. Και σύ, χά­νεις τό θάρρος σου. Γιατί; κάνε υπομονή. Θά έχετε χαρά εσείς έκεϊ στό μοναστήρι. Επισκέπτες διάσημοι θάρθοϋν, ζητώντας τά νέα τοϋ φτωχού Σεραφείμ και σύ, χωρίς διστα­γμό θά τούς πής τότε πώς μαζί δώσαμε φαί σέ μιά αρκού­δα. "Αν είχα ένα ψαλίδι θά έκοβα λίγο άπό τό τρίχωμα της, γιά απόδειξη. Σέ ικετεύω, μητερούλα, μήν χάνεις ποτέ τό κουράγιο σου, γιά τίποτε! »



Τότε, μέ όλη τήν απλότητα, τού είπα: «Αν οί αδελφές βλέπανε τήν αρκούδα σας, θά πέθαιναν άπό φόβο». Δέν θά τήν δουν! Και άν κανείς τήν σκότωνε, ώ πόσο θά λυ-πόμουνα! Ούτε και θά τήν σκοτώσουν. Έκτος άπό σένα κανένας άλλος δέν θά τήν δή.
Σκεπτόμουνα ακόμη: «Πώς θά μ' ακούσουνε οί αδελ­φές, όταν θά τούς διηγηθώ αυτό τό θαύμα». Άλλά ό γέ ροντας απαντώντας στις σκέψεις μου: «Πριν περάσουν έντεκα χρόνια μετά τό θάνατο μου, δέν θά πης τίποτε οέ κα­νένα, μητερούλα. Τότε πιά θά ξέρης σέ ποιόν νά το πης».

Ποιος ήταν αυτός ό παράξενος άνθρωπος, ή ύπαρξη αύτη μέ τά διάφανα μάτια, πού ζούσε στήν καρδιά τοϋ δά­σους, φίλος μέ τις αρκούδες και τά παιδιά;
Evας «πτωχός τω πνεύματι»; ένας διά Χριστόν σά­λος; ένας στάρετς μέ κύρος, πλημμυρισμένος μέ τά χαρί­σματα τοϋ Αγίου πνεύματος;
Δέν έρχεται σέ μας διά μέσου τών αιώνων ή λευκή οιλουέττα του; Στις μέρες μας ακόμα, υπήρχαν άνθρωποι πού ήξεραν άλλους ανθρώπους πού είχαν τήν ευτυχία στά νειάτα τους νά τόν πλησιάσουν. Οί μαρτυρίες πού αφορούν τή ζωή του είναι τόσο πολυάριθμες, πού θά ήταν αδύνατον νά τις άναφέρη κανείς όλες. Οταν πέθανε, τό 1833, ό Πούσκιν και ό Γκόγκολ ήσαν ζωντανοί και γράφανε ακό­μα, και ό Ντοστογιεφσκυ ήταν δώδεκα χρόνων.

Όσο ήταν ακόμα στήν ζωή, ή Ρωσία τόν τιμούσε κιόλας σάν άγιο. Μετά τόν θάνατο του, μας μένει ένα μήνυμα:
Ποιά ήταν αυτή ή εξαιρετική άγιότης;
Ποιό ήταν αυτό τό μήνυμα;

http://misha.pblogs.g

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2015

Το ευλογημένο τριώδιο - π.Μωυσής Αγιορείτης


Π ΑΝΑΝΙΑΣ ΚΟΥΣΤΕΝΗΣ ΑΠΑΝTA ΓΙΑ ΤΟ ΑΓΙΟ ΤΡΙΩΔΙΟ.


Ομιλία Παπούλη Ανανία Κουστένη 09/12/2014


Η υπομονή Ανανίας Κουστένης


Δημοφιλείς αναρτήσεις