Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Ἡ δύναμη του σαρανταλείτουργου




Ὁ Γε­ρό-Δα­νι­ήλ ὁ ἁ­γιο­ρεί­της (+1929), ὁ σο­φός ἡ­συ­χα­στής τῶν Κα­του­να­κί­ων, ἔ­χει κα­τα­χω­ρι­σμέ­νο στά χει­ρό­γρα­φά του καί τό ἀ­κό­λου­θο πε­ρι­στα­τι­κό, πού συ­νέ­βη τό 1869 στήν πα­τρί­δα του, τή Σμύρ­νη. Κά­ποιος ἐ­νά­ρε­τος χρι­στια­νός κά­λε­σε στά τε­λευ­ταῖ­α της ζω­ῆς τοῦ τόν πνευ­μα­τι­κό του πά­πα-Δη­μή­τρη καί τοῦ εἶ­πε:-Ἐ­γώ σή­με­ρα πε­θαί­νω.

Πές μου, σέ πα­ρα­κα­λῶ, τί πρέ­πει νά κά­νω τήν κρί­σι­μη τού­τη ὥ­ρα; Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας, γνω­ρί­ζον­τας τήν ἀ­ρε­τή του καί τή μυ­στη­ρι­α­κή προ­ε­τοι­μα­σί­α του, τοῦ πρό­τει­νε τό ἑ­ξῆς:-Δῶ­σε ἐν­το­λή νά σοῦ κά­νουν με­τά τό θά­να­τό σου τα­κτι­κό σα­ραν­τα­λεί­τουρ­γο σ’ ἕ­να ἐ­ξωκ­κλή­σι. Ἔ­τσι κι ἔ­γι­νε. Ὁ κύρ-Δη­μή­τρης -αὐ­τό ἦ­ταν τό ὄ­νο­μά του- ἄ­φη­σε ἐν­το­λή στό γιό του νά κά­νει με­τά τήν κοί­μη­σή του σα­ραν­τα­λεί­τουρ­γο. Κι ἐ­κεῖ­νος, ὑ­πα­κού­ον­τας στήν τε­λευ­ταί­α ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ κα­λοῦ του πα­τέ­ρα, ἀ­νέ­θε­σε χω­ρίς κα­θυ­στέ­ρη­ση τήν ἐ­κτέ­λε­σή της στόν πά­πα-Δη­μή­τρη. Ὁ σε­μνός λευ­ΐτης δέ­χτη­κε νά κά­νει τό σα­ραν­τα­λεί­τουρ­γο, πού ὁ ἴ­διος εἶ­χε προ­τεί­νει στό μα­κα­ρί­τη, καί ἀ­πο­σύρ­θη­κε γιά ὅ­λο αὐ­τό τό δι­ά­στη­μα στό ἐ­ξωκ­κλή­σι τῶν ἁ­γί­ων Ἀ­πο­στό­λων. Οἱ τρι­άν­τα ἐν­νέ­α λει­τουρ­γί­ες ἔ­γι­ναν ἀ­πρό­σκο­πτα. Ἡ τε­λευ­ταί­α ἔ­πρε­πε νά γί­νει ἥ­με­ρα Κυ­ρι­α­κή. Τό βρά­δυ ὅ­μως τοῦ Σαβ­βά­του πιά­νει τόν πα­πά ἕ­νας δυ­να­τός πο­νό­δον­τος καί τόν ἀ­ναγ­κά­ζει νά ἐ­πι­στρέ­ψει στό σπί­τι του. Ἡ πρε­σβυ­τέ­ρα τοῦ πρό­τει­νε νά βγά­λει τό δόν­τι, μά ἐ­κεῖ­νος ἀρ­νή­θη­κε, για­τί ἔ­πρε­πε τήν ἑ­πο­μέ­νη νά τε­λέ­σει τήν τε­λευ­ταί­α λει­τουρ­γί­α. Τά με­σά­νυ­χτα ὁ πό­νος κο­ρυ­φώ­θη­κε, καί τε­λι­κά ὁ πα­πάς ἀ­ναγ­κά­στη­κε νά βγά­λει τό δόν­τι.

Ἐ­πει­δή ὅ­μως πα­ρου­σι­ά­στη­κε αἱ­μορ­ρα­γί­α, ἀ­νέ­βα­λε τήν τε­λευ­ταί­α λει­τουρ­γί­α γιά τή Δευ­τέ­ρα. Στό με­τα­ξύ, τό ἀ­πό­γευ­μα τοῦ Σαβ­βά­του, ὁ Γε­ώρ­γι­ος, ὁ γιός τοῦ μα­κα­ρι­στοῦ Δη­μη­τρί­ου, ἑ­τοί­μα­σε με­ρι­κά χρή­μα­τα γιά τόν κό­πο τοῦ ἱ­ε­ρέ­α, μέ σκο­πό νά τοῦ τά δώ­σει τήν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα. Τά με­σά­νυ­χτα ξύ­πνη­σε γιά νά προ­σευ­χη­θεῖ. Ἀ­να­κά­θι­σε στό κρε­βά­τι κι ἄρ­χι­σε νά φέρ­νει στό νοῦ τοῦ τίς ἀ­ρε­τές, τά χα­ρί­σμα­τα καί τά σο­φά λό­γι­α του πα­τέ­ρα του. Κά­ποια στιγ­μή πέ­ρα­σε ἀπ’ τό μυα­λό του ἡ ἀ­κό­λου­θη σκέ­ψη: «Ἄ­ρα­γε ὠ­φε­λοῦν τά σα­ραν­τα­λεί­τουρ­γα τίς ψυ­χές τῶν κε­κοι­μη­μέ­νων, ἤ τά κα­θι­έ­ρω­σε ἡ ἐκ­κλη­σί­α γιά πα­ρη­γο­ριά τῶν ζών­των;»Τό­τε ἀ­κρι­βῶς τόν πῆ­ρε ἕ­νας ἐ­λα­φρός ὕ­πνος, καί εἶ­δε πώς βρέ­θη­κε σέ μί­α πε­δι­ά­δα μέ ὀ­μορ­φιά ἀ­πε­ρί­γρα­πτη. Ἐ­νί­ω­θε ἀ­νά­ξι­ο τόν ἑ­αυ­τό του νά βρί­σκε­ται σέ τέ­τοιο ἱ­ε­ρό καί πα­ρα­δει­σέ­νιο χῶ­ρο. Μπρο­στά του ἁ­πλω­νό­ταν ἕ­να ἀ­πέ­ραν­το καί κα­τά­φυ­το πε­ρι­βό­λι, πού μο­σχο­βο­λοῦ­σε μέ μί­α ἀ­νέκ­φρα­στη εὐ­ω­διά.«Αὐ­τός ὁ­πωσ­δή­πο­τε θά εἶ­ναι ὁ πα­ρά­δει­σος!», μο­νο­λό­γη­σε. «Ώ, τί μα­κα­ρι­ό­τη­τα πε­ρι­μέ­νει ὅ­σους ζοῦν ἐ­νά­ρε­τα στή γῆ!»Ἐ­ξε­τά­ζον­τας ἔκ­πλη­κτος τά ὑ­περ­κό­σμι­α κάλ­λη, εἶ­δε ἕ­να λαμ­πρό ἀ­νά­κτο­ρο μέ ἔ­ξο­χη ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κή χά­ρη, ἐ­νῶ οἱ τοῖ­χοι τοῦ ἔ­λαμ­παν ἀπ’ τά δια­μάν­τια καί τό χρυ­σά­φι.

 Ἡ ὀ­μορ­φιά τοῦ ἦ­ταν ἀ­νέκ­φρα­στη. Πλη­σι­ά­ζει πι­ό κον­τά, καί τό­τε -τί χα­ρά! -βλέ­πει στήν πόρ­τα τοῦ πα­λα­τιοῦ τόν πα­τέ­ρα τοῦ ὁ­λο­φώ­τει­νο καί λαμ­προ­φο­ρε­μέ­νο.-Πῶς βρέ­θη­κες ἐ­δῶ, παι­δί μου; τόν ρω­τά­ει μέ πρα­ό­τη­τα καί στορ­γή.-Οὔ­τε κι ἐ­γώ ξέ­ρω, πα­τέ­ρα. Κα­τα­λα­βαί­νω πώς δέν εἶ­μαι ἄ­ξι­ος γι’ αὐ­τόν τόν τό­πο. Ἀλ­λά πές μου, πῶς τά περ­νᾶς ἐ­δῶ; Πῶς ἦρ­θες; Τί­νος εἶ­ναι αὐ­τό τό πα­λά­τι;-Ἡ φι­λαν­θρω­πί­α τοῦ Σω­τή­ρα Χρι­στοῦ μέ τίς πρε­σβεῖ­ες τῆς Πα­να­γί­ας, πού τῆς εἶ­χα ἰ­δι­αί­τε­ρη εὐ­λά­βει­α, μέ ἀ­ξί­ω­σε νά κα­τα­τα­χθῶ σ’ αὐ­τό τό μέ­ρος. Ἦ­ταν μά­λι­στα νά μπῶ σή­με­ρα μέ­σα στό πα­λά­τι. Ὁ οἰ­κο­δό­μος ὅ­μως, πού τό χτί­ζει, πέ­ρα­σε μί­α τα­λαι­πω­ρί­α -ἔ­βγα­λε ἀ­πό­ψε τό δόν­τι του – κι ἔ­τσι δέν τε­λεί­ω­σαν οἱ σα­ράν­τα μέ­ρες τῆς οἰ­κο­δο­μῆς του. Γιά τό λό­γο αὐ­τό θά μπῶ αὔ­ρι­ο. Ὕ­στε­ρα ἀπ’ αὐ­τό ὁ Γε­ώρ­γι­ος ξύ­πνη­σε δα­κρυ­σμέ­νος καί ἔκ­πλη­κτος, ἀλ­λά καί μέ ἀ­πο­ρί­ες. Πέ­ρα­σε τήν ὑ­πό­λοι­πη νύ­χτα ἀ­να­πέμ­πον­τας αἴ­νους καί δο­ξο­λο­γί­ες στό Θε­ό. Τό πρω­ί, με­τά τή θεί­α λει­τουρ­γί­α, πῆ­ρε πρό­σφο­ρα, νά­μα καί ἁ­γνό κε­ρί καί ξε­κί­νη­σε γιά τό ἐ­ξωκ­κλή­σι τῶν ἁ­γί­ων Ἀ­πο­στό­λων.

Ὁ πά­πα-Δη­μή­τρης τόν ὑ­πο­δέ­χθη­κε μέ χα­ρά:-Τώ­ρα μό­λις τε­λεί­ω­σα κι ἐ­γώ τή θεί­α λει­τουρ­γί­α. Ἔ­τσι ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε τό σα­ραν­τα­λεί­τουρ­γο. Αὐ­τό τό εἶ­πε γιά νά μήν τόν λυ­πή­σει. Ὁ ἐ­πι­σκέ­πτης τό­τε τοῦ δι­η­γή­θη­κε τό νυ­χτε­ρι­νό του δρά­μα. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε στό ση­μεῖ­ο πού ὁ πα­τέ­ρας του δέν μπῆ­κε στό πα­λά­τι, για­τί ὁ οἰ­κο­δό­μος ἔ­βγα­λε τό δόν­τι του, ὁ πά­πα-Δη­μή­τρης ἐ­νί­ω­σε φρί­κη, ἀλ­λά καί θαυ­μα­σμό.-Ἐ­γώ εἶ­μαι, ἀ­γα­πη­τέ μου, ὁ οἰ­κο­δό­μος πού ἐρ­γά­στη­κε στήν οἰ­κο­δο­μή τοῦ πα­λα­τιοῦ, εἶ­πε μέ χα­ρά. Σή­με­ρα δέν λει­τούρ­γη­σα, για­τί ἔ­βγα­λα τό δόν­τι μου. Θά λει­τουρ­γή­σω ὅ­μως τή Δευ­τέ­ρα, κι ἔ­τσι θά ὁ­λο­κλη­ρώ­σω τό πνευ­μα­τι­κό πα­λά­τι τοῦ πα­τέ­ρα σου.



 πηγη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εορτολόγιο

Δημοφιλείς αναρτήσεις


Banner Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων
Ξεκινάμε μια προσπάθεια παρουσίασης Ορθόδοξων Ιστοχώρων και Ιστολογίων.
Αν δεν υπάρχει ο δικός σας, ζητάμε συγνώμη,
ενημερώστε μας και θα τον συμπεριλάβουμε.





Create your own banner at mybannermaker.com!
Πέρα από το άτομο
Make your own banner at MyBannerMaker.com!

















(υπό κατασκευή)


Τα banner μας
Αντιγράψτε τον κώδικα στη δική σας σελίδα
για να εμφανιστούν τα banner μας.
Ειδοποιήστε μας για να συμπεριλάβουμε και το δικό σας.