Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2016

Σαν τον σταυρό, το βάζω εδώ στον κόρφο μου και πηγαίνω κάτω και κοινωνώ, οποίος έχει ανάγκη





Έχω ένα κουτάκι μικρό σαν τον καφέ αυτό, έτσι ερμητικώς κλείνει αυτό. Σαν τον σταυρό, το βάζω εδώ στον κόρφο μου και πηγαίνω κάτω και κοινωνώ, οποίος έχει ανάγκη. Όταν μελίζει ο παπάς τις μερίδες, παίρνει μία μικρή μερίδα σαν μία φακή και βάζει στην αγία λαβίδα μέσα στο άγιο Αίμα και τη βάφει έτσι. Κι είναι βαμμένη· Σώμα και Αίμα· και πηγαίνεις κατόπιν και μεταλαμβάνεις τον αδερφό, οποίος σε ζητήσει.

Λειτούργησα. Όταν τελείωσα, να πούμε, μετάλαβα εγώ, ξέχασα να βγάλω μια μερίδα από το άγιο δισκάριο να βάλω μέσα στο Αρτοφόριο και να τη βάψω. Ξέχασα. Ε, άνθρωπος είμαι κι εγώ, ξεχνάω. «Αδερφέ μου, να κάνεις λιγάκι υπομονή, γιατί ξέχασα». «Καλά».

Τον ειδοποιώ πάλι ότι την τάδε μέρα πάλι θα λειτουργήσω, αλλά θα ‘μαι στα Καρούλια κάτω· θα λειτουργήσω, και ‘κεί θα ‘ρθω να σε μεταλάβω. Λέει: «Πάρε πάντως το Αρτοφόριο. Εάν με δεις εκεί στην εκκλησία, θα κοινωνήσω. Αν δεν με δεις, τότες δεν μπορώ, είμαι άρρωστος και να ‘ρθεις να με κοινωνήσεις στο σπίτι μου». «Να “ναι ευλογημένο».

Παπα-Εφραίμ, άνοιξε τα μυαλά σου, γιατί τα ‘χεις κι εσύ λίγα τώρα. Λοιπόν, εκεί στο αντιμήνσιο βάζω το Αρτοφόριο -το κουτάκι που θα βάλω τη μερίδα- να το βλέπω εκεί. Τελειώνω, αυτό εκεί, καταλύω. βρε, να πάρει η ευχή, να πάρει. Πάλι ξέχασα! Βρε, τι είναι αυτό; Τί είναι αυτό το κακό που με βρήκε; «Αδερφέ μου, ζητώ συγγνώμη, πάλι ξέχασα. Θα πάω πάνω να λειτουργήσω και θα “ρθω πάλι στα Καρούλια να σε κοινωνήσω. Να κανονίσω τον εαυτό μου κάνοντας τον κόπο να κατέβω πάλι, γιατί τα “χασα εγώ τα μυαλά μου». «Καλά».

Πάω λοιπόν, το βάζω το Αρτοφόριο απάνω στο αντιμήνσιο να το βλέπω. Το- βλέπω το Αρτοφόριο, βάζω εκεί, το καταλύω, το αυτό, τίποτε. Μνήσθητί μου, Κύριε, τι είναι αυτό με μένα! Τί είναι αυτό με μένα τώρα; λέω. Τί να πώ! Να “ναι ευλογημένο, λέω. Κατεβάζω λοιπόν το Αρτοφόριο, που έχομε ξερές μερίδες· τις έχουμε αποξηράνει, τις έχομε κάνει παξιμάδι τη Μεγάλη Πέμπτη· κατεβάζω κάτω λοιπόν, απλώνω το αντιμήνσιο και ανοίγω το κουτάκι και βάζω τη λαβίδα από κάτω, για να πάρω μια μερίδα.

Τη βάζω τη λαβίδα από κάτω, δεν σηκώνεται ο άγιος Άρτος! Πιέζω! Δεν σηκώνεται! Μα τι γίνεται; Πετάγεται ο άγιος Άρτος, ευτυχώς που έπεσε απάνω στο αντιμήνσιο. Ει δε, θα έπεφτε κάτω. Φοβήθηκα, τρόμαξα. Βρε, λέω, μήπως είναι οι μερίδες, έχουν κολλήσει στη μούσα; (Μούσα λέγεται ένα θαλασσινό σφουγγάρι, που το “χουν πατήσει και γίνεται στρογγυλό, έτσι πέτρα, πέτρα γίνεται, και βάζομε απάνω εκεί τις μερίδες· γιατί όπου να τις βάλεις, τραβάει υγρασία). Πάω εκεί στις μερίδες, α, οι μερίδες κουνιόντουσαν! Α! Έχει κώλυμα ο αδερφός! Γι” αυτό ξεχνάω εγώ ο λειτουργός, διότι έχει κώλυμα. Καλά. Παίρνω το Αρτοφόριο, κατεβαίνω κάτω. Τον κοινώνησα.

Λέω: – Γέροντα, θέλω να σου πώ έναν λογισμό, και ως αδερφός και περισσότερο ως πνευματικός.
— Τί θέλεις να μου πεις;
— Να κάνεις μία γενική εξομολόγηση.
— Έχω κάνει τρεις, λέει απότομα.
— Άκουσε, αδερφέ μου, μήπως και ξέχασες.
— Όχι, λέει, δεν έχω, έχω κάνει τρεις.
Α! Δεν το σήκωσα πλέον αυτό. Ο τρόπος του, η συμπεριφορά του, δεν το σήκωσα. Να μιλάει έτσι! Εγώ να θυσιάζομαι και να σου λέω έναν πνευματικό λόγο… Άνθρωπος είσαι, πάτερ, ένα μικρό, όπως και πάνω εκεί, που πήγε ο πατερ-Παΐσιος, ήταν ένας βλάχος και ήρθε η ώρα που να πεθάνει αυτός ο βλάχος και δεν παρέδιδε ψυχή, μόνον έβλεπε τον διάβολο. Αυτός που τον υπηρετούσε, του λέει:
— Βλέπεις τον διάβολο;
— Ναι, ο διάβολος.
— Α, πάτερ, λέει, έχεις αμαρτία αξομολόγητη. Ρώτησε τον διάβολο τι αμαρτία έχεις.
Ρώτησε.
— Δεν θα παραδώσεις ψυχή.
— Γιατί, βρε διάβολε, δεν θα παραδώσω ψυχή;
— Γιατί έχεις αμαρτία αξομολόγητη.
— Ποια αμαρτία;
Δεν μπορεί να την πει.
— Α, η Μαρία, λέει, με βιάζει. (Τα “βαλε με την Παναγία, Μαρία τη λένε οι διάβολοι). Δεν μπορώ, λέει…

Στο τέλος, ήταν παντρεμένος κι όλα όσα παιδιά γεννούσε, όλα απέθνησκαν. Και στο τέλος, στο τελευταίο, πηγαίνει σ” έναν μάγο και τους έκανε μάγια ο μάγος και δεν το είχε εξομολογηθεί ο καλόγηρος αυτό. Του το θύμισε ο διάβολος. Το εξομολογήθηκε. Τώρα το εξομολογήθηκε κι έπειτα έπεσε και κοιμήθηκε (πέθανε).

Λοιπόν, άνθρωπος είσαι, πάτερ, το “χεις ξεχάσει αυτό. «Έχω κάνει τρεις». Α! Εγώ να μιλώ κατ” αυτόν τον τρόπο και ο άλλος να μου… «Πάτερ μου, αυτό κι αυτό συμβαίνει». Ξέρεις τι μου αποκρίνεται;
— Ξέρεις τι μου λέει ο λογισμός; λέει.
— Τί σου λέει;
— Παίρνεις ένα κομμάτι ψωμί, βάζεις λιγάκι νάμα κι έρχεσαι να με μεταλάβεις.
— Μνήσθητί μου, Κύριε! Να το κάνω αυτό το πράγμα, πάτερ, γιατί να το κάνω; Καλά, εσένα μπορεί να μή σε σέβομαι, να μή σε αγαπώ, αλλά τον κόπο που κάνω από το σπίτι μου να “ρθω κάτω, να σε κοινωνήσω με ψωμί; του λέω. Σε τέτοια συνείδηση, σε φόβο, σέ…

Επίστευσε στον λογισμό του. Και να τι αποτέλεσμα, ούτως ώστε να μην είναι άξιος να κοινωνήσει!

Γι” αυτό, μην πιστεύει καθένας στον λογισμό του. Υπακοή. Βγάζω το δικό μου το μυαλό και βάζω το μυαλό του Γέροντά μου. Αυτή είναι υπακοή.

Αυτό θα πει υπακοή. Να βγάλεις τον λογισμό σου, τον δικό σου, και ν” ακούσεις τι θα σου πεί ο Γέροντάς σου.

Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης


 http://www.dogma.gr

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΒΗΜΑ



Συζητώντας κάποτε με έναν -αείμνηστο πλέον- αγιορείτη γέροντα, μου είχε αναφέρει κάτι πολύ σοφό, βγαλμένο από την πείρα του: «Όταν με ρωτάει ό κόσμος, πώς θα μάθω να προσεύχομαι, τούς απαντάω, θα μάθεις να προσεύχεσαι όταν προσεύχεσαι». Ή απάντηση αύτη είναι όντως σοφή, διότι κρύβει μέσα της όλη την φιλοσοφία της προσευχής. Καθότι ή προσευχή δεν είναι κάτι θεωρητικό αλλά κατ' εξοχήν πρακτικό θέμα. Αν θέλει δηλαδή να ' μάθει κάποιος να προσεύχεται, δεν πρόκειται ποτέ να το μάθει, αν ασχοληθεί με την προσευχή μόνο θεωρητικά. Θα μάθει να προσεύχεται μόνο εάν προσεύχεται!

Το παιδί μαθαίνει να μιλάει πριν πάει στο σχολείο. Μαθαίνει να μιλάει στην πράξη, συνομιλώντας και επικοινωνώντας με τούς δικούς του. Αυτό πού μαθαίνει πρώτα πρακτικά στο σπίτι, στην συνέχεια το διδάσκεται και θεωρητικά στο σχολείο, και εκεί, διδασκόμενο τούς φιλολογικούς κανόνες, ολοκληρώνει και τελειοποιεί την ομιλία του. Κάτι παρόμοιο ισχύει και στην προσευχή. Ή προσευχή είναι και αυτή μια συνομιλία. Είναι συνομιλία με την Θεό. Την συνομιλία αυτή δεν είναι δυνατόν να την μάθει ό πιστός πρώτα θεωρητικά και μετά πρακτικά, αλλά το αντίθετο. Για να μάθει δηλαδή κάποιος να προσεύχεται σωστά, πρώτα αρχίζει να προσεύχεται στην πράξη, χωρίς να έχει την απαίτηση αυτή του ή προσευχή να είναι τέλεια. Βάζει δηλαδή στο καθημερινό του πρόγραμμα την ατελή προσευχή του και στην συνέχεια αρχίζει σιγά-σιγά να ασχολείται και θεωρητικά μαζί της, ώστε να την τελειοποιήσει. Αυτή είναι ή σωστή σειρά. 'Αν δεν έχει την πείρα της πράξης της προσευχής, δεν θα μπορέσει ποτέ να φτάσει να προσεύχεται σωστά, όσα καλά βιβλία περί προσευχής και αν διαβάσει, όσες υψηλές ομιλίες και αν ακούσει περί του θέματος.

• Το πρώτο βήμα λοιπόν της προσευχής είναι να αρχίσουμε να προσευχόμαστε, όπως την αισθανόμαστε, χωρίς κανόνες και όρους, άσχετα αν το κάνουμε σωστά ή όχι. Αυτό σημαίνει ότι αρχικά δεν θα μας απασχολήσει το κατά πόσο το μυαλό μας είναι στην προσευχή, το πόσο θερμή είναι, το τί καταλαβαίνουμε και το τί όχι. Όλα αυτά θα έρθουν στην συνέχεια. Αυτό πού πρέπει να καταφέρουμε, σαν πρώτο βήμα, είναι να συνειδητοποιήσουμε την ανάγκη να μιλούμε με τον Θεό και να ενσωματώσουμε την προσευχή στο καθημερινό μας πρόγραμμα. Αρχικά δηλαδή, πρέπει να πεισθούμε ότι δεν νοείται να περάσει ημέρα χωρίς να πούμε έστω και δύο λόγια στον Δημιουργό και Πατέρα μας. Δεν νοείται να περάσει ήμερα χωρίς προσευχή. Αφού πεισθούμε γι αυτό, μετά θα πρέπει να πιέσουμε τον εαυτό μας να το εντάξουμε στην καθημερινότητα μας. Να είναι μια καθημερινή «αγωνία» μας, αν στο « καθήκον» μας αυτό είμαστε συνεπείς ή όχι. Στην αρχή ή προσευχή θα είναι ένα απλό καθήκον του πλάσματος προς τον Πλάστη.

Το αρχικό αυτό στάδιο μπορεί να περιλαμβάνει μια μικρά πρωινή προσευχή, μια λίγο μεγαλύτερη βραδινή, προσευχή στο γεύμα και προσπάθεια να λέμε κάπου-κάπου κατά την διάρκεια της ημέρας την ευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με». Αυτό είναι το αρχικό στάδιο, στο όποιο βέβαια οι πιο πολλοί βρίσκονται μέχρι το τέλος της ζωής τους, χωρίς να καταφέρουν να ανέβουν άλλο σκαλοπάτι. Από το τίποτα, καλό είναι κι αυτό. Είναι το στάδιο από το οποίο πρέπει κανείς να ξεκινήσει, για να αρχίσει να ανεβαίνει τα σκαλοπάτια της προσευχής και να γεύεται πνευματικές εκπλήξεις και χαρά. Σιγά-σιγά θα προσθέτει και άλλες προσευχές, όπως επίσης και θα βελτιώνει την ποιότητα της προσευχής του με τούς τρόπους πού θα αναφέρουμε στα επόμενα άρθρα μας.

Το πρώτο αυτό βήμα μπορεί να φαίνεται πολύ εύκολο και κατορθωτό από όλους, όμως δεν είναι. 'Έχει κι αυτό τις δυσκολίες του. Διότι η προσευχή είναι έργο πνευματικό. Έργο πέρα και πάνω από τον αισθητό μας κόσμο, αφού πρέπει να επικοινωνήσουμε με τον Θεό, τον όποιο δεν Τον αντιλαμβανόμαστε με τις σωματικές αισθήσεις μας, αλλά μόνο αν ενεργοποιήσουμε τις ψυχικές. Συνεπώς, για να καταφέρουμε να ανέβουμε αυτό το πρώτο σκαλοπάτι της προσευχής πρέπει να οπαλισθούμε με υπομονή, με επιμονή και με πίστη.

• Υπομονή, διότι θα δυσκολευτούμε πολύ την ώρα της προσευχής και πρέπει υπομονετικά να διώχνουμε κάθε λογισμό πού θα μας απομακρύνει απ' αυτήν. Επειδή αρχικά ή προσευχή δεν γίνεται με θέρμη, κυριαρχεί ένα αίσθημα αδημονίας για το πότε θα τελειώσουμε, ένα αίσθημα κόπωσης και νωχελικότητας. Αισθανόμαστε ότι δεν κερδίζουμε τίποτα και δεν έχει καμιά ουσία να παραμένουμε απλώς με σταυρωμένα χέρια και να επαναλαμβάνουμε μηχανικά κάποια συγκεκριμένα λόγια. Εκεί χρειάζεται υπομονή, να μην εγκαταλείψουμε τον αγώνα, αλλά να σκεφτόμαστε ότι είμαστε ακόμα στο αρχικό στάδιο.

• Επιμονή, διότι πρέπει να πιέσουμε τον εαυτό μας να παραμείνει στο καθήκον της καθημερινής προσευχής. Αυτό δεν είναι κάτι το εύκολο. Δεν είναι υπόθεση μιας στιγμής στην ζωή μας αλλά καθημερινή ενασχόληση με κάτι το άυλο και πνευματικό. Θα καταφέρουμε πνευματικές αναβάσεις στην προσευχή, μόνο αν μάθουμε να επιμένουμε σ' αυτήν.

• Και τέλος πίστη, διότι αυτή θα είναι κινητήριος δύναμη της προσευχής. Ή πίστη είναι αυτή πού ενεργοποιεί τις ψυχικές αισθήσεις, ώστε να αισθανθούμε τον Θεό δίπλα μας, ότι μας ακούει και ότι απαντάει. Αν δεν έχουμε πίστη, ότι λέμε θα είναι σαν να τα λέμε σε έναν τοίχο, και αυτό θα μας κάνει σύντομα να σταματήσουμε να προσευχόμαστε και δεν θα καταφέρουμε ούτε στο πρώτο σκαλοπάτι να ανέβουμε.

Αν έχουμε κάνει το πρώτο βήμα, να ξέρουμε ότι είμαστε σε καλό δρόμο. Δεν θα μείνουμε όμως εκεί. Θα συνεχίσουμε...

ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ
ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2016

''Οι ασθένειες της καρδιάς'' Σεβ. Μητρ.Λεμεσού κ.κ. Αθανασίου.


Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2016

ΦΥΛΑΞΩ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΣΟΥ ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΜΕ ΤΟΝ Π ΑΝΑΝΙΑ ΚΟΥΣΤΕΝΗ




16 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ Λογγίνου Εκατόνταρχου, των Αγίων Δύο Στρατιωτών, των Αγίων Λεοντίου, Δομετίου, Τερεντίου και Δομνίνου, Μάλου Οσίου, Gall



Άγιος Λογγίνος

Πάμε 16 του μηνός, γιατί έφυγε η ώρα και πρέπει να τελειώσουμε. Δεκαέξι Οκτωβρίου. Θα πάμε στα χρόνια του Χριστού μας και μάλιστα κατά τα Άγια Πάθη και την Αγία Του Ανάσταση γιορτάζει ο Άγιος Λογγίνος, ο εκατόνταρχος, ο επί του Σταυρού και οι δύο μάρτυρες στρατιώτες του. Τότε, όταν ο Χριστός μας ήταν στο Μαρτύριο, ο Πιλάτος, ο Πόντιος Πιλάτος, ο διοικητής της Ιουδαίας, διέταξε τον εκατόνταρχο, εκατόνταρχος είναι αυτός ο αξιωματικός που έχει εκατόν στρατιώτες, υπό τας διαταγάς του, να είναι εκεί για να υπηρετήσει στρατιωτικά τις βουλές του Πιλάτου και τις αποφάσεις. Κι ήταν , λοιπόν, στον σταυρό του Ιησού ο Λογγίνος μακρουλής σημαίνει Λογγίνος.

Λόγγος είναι ο μακρός. Λογγίνος, λιγότερο μακρός. Λοιπόν. Κι έβλεπε, λοιπόν, κατά τη σταύρωση του Χριστού, τον σεισμό και τα γενόμενα και εφοβήθη. Ήταν καλή ψυχή. Κατηγορούμε, κάποτε, τους στρατιωτικούς, τους αστυνομικούς είναι μερικοί που είναι διαμάντια και καλύτεροι από μας. Δεν ξέρομε τι είν ο άλλος γι αυτό καλό είναι να μην κατηγορούμε κανένα. «Μη κρίνετε, ίνα μη κριθείτε», που είπε ο Χριστός και τότε φώναξε ο Λογγίνος: « Αληθώς Θεού υιός ην ούτος.» Είδε και τα μνήματα ν ανοίγουν και τους πεθαμένους να βγαίνουν και να έρχονται στην πόλη, τα ξεχνάμε αυτά. Υπάρχει κι η ανάσταση των νεκρών και ήταν και επικεφαλής του τάγματος των στρατιωτών, που αποτέλεσαν τη φρουρά του Παναγίου Τάφου την κουστωδία. Κι όταν αναστήθη ο Χριστός, συνετρίβη περισσότερο και συγκινήθηκε ο Λογγίνος τους κάλεσε ο Πιλάτος και οι Ιουδαίοι, τους πλήρωσαν, —τι κάνουν τα έρημα τα λεφτά!— να πούνε πως ο Χριστός δεν αναστήθηκε, αλλά ήλθαν οι μαθηταί του, καθώς εκοιμόμαστε. «αφού κοιμόσαστε, που τους είδατε;» να το ψέμα να το λογικό κενό. Περιπίπτει σε αντιφάσεις αυτός που λέει ψέματα και φανερώνονται.

Αποκαλύπτεται ο Λογγίνος αρνήθηκε να πάρει χρήματα και να πει ψέματα. Λέει: «Όχι, αναστήθηκε ο Κύριος ! Εγώ δεν θέλω χρήματα και τίποτε.» και τότε έχασε τη θέση του και πήγε στήν Καππαδοκία, ξέχασα να πω ότι ήταν από κει, τι έχει βγάλει αυτή η Καππαδοκία, με δύο στρατιώτες που τον ακολούθησαν, και τι έκανε εκεί; εκήρυττε τον Χριστό. Τον Εσταυρωμένο και αναστημένο το ‘μαθαν οι Ιουδαίοι και μάνιασαν έστειλαν επιστολή στον αυτοκράτορα Τιβέριο, 14 έως 37 μ.Χ., κι ο Τιβέριος, μέσω του Πιλάτου, έστειλε δημίους και αποκεφάλισαν τον Λογγίνο και τους δύο στρατιώτες κι έφεραν και την κεφαλή του Λογγίνου, να την δουν οι Ιουδαίοι να πεισθούν και να πάρει ο Πιλάτος τα λεφτά που του είχαν τάξει. Στο τέλος τα λεφτά γίνονται κρεμάλα είχε κακό τέλος ο Πιλάτος, αλλά δεν είναι της παρούσης ώρας αυτό. Πήρε το κεφάλι του, την Αγία κεφαλή, και πήγε και διέταξε και την έθαψαν στις κοπριές, κοντά στον γολγοθά, όπως έθαψαν και τους σταυρούς.

Λίγο αργότερα, μια γυναίκα, στήν Καππαδοκία, τυφλώθηκε και τότε λέει του γυιού της: «Πάρε με, παιδάκι μου, και πήγαινε με στους Αγίους Τόπους, που ταν ο Χριστός, που έκαμε θαύματα, να θεραπεύσει και μένα» και καθώς έφθασαν εκεί, πέθανε ο γυιός της και στενοχωριόταν. « Ούτε ματάκια έχω ούτε το γυιό μου έχω.» που θα πάει η κακομοίρα; και βλέπει στον ύπνο της τον Άγιο Λογγίνο και της λέγει: «Θα πάς να σκάψεις στο τάδε σημείο και θα βρεις την κεφαλή μου και θα γίνεις καλά». Κείνη το πε τ όνειρο, την πήγαν εκεί, στο μέρος, ακριβώς, που τους περιέγραψε, κι άρχισε να σκάβει, σκορπίζοντας με τα χεράκια της. Κι έβγαλε την κεφαλή του Αγίου και καθώς την ασπάσθηκε άνοιξαν τα μάτια της.

«Και θα δεις», λέει, «και το παιδί σου, που είναι.» και είδε στον ουρανό το παιδί της να κάθεται μαζί με τον Άγιο Λογγίνο στον Παράδεισο. «Μνήσθητι μου, Κύριε, εν τη βασιλεία σου.» και ύστερα πήρε την Αγία κεφαλή και το λείψανο του παιδιού της, τα βαλε μαζί, έτσι την διέταξε ο Άγιος Λογγίνος, πήγε στήν Καισαρεία, έφτειαξαν ναό εκεί, κι είχαν ένα θαυματουργό Άγιο, είχε ένα προστάτη Άγιο, όσο ζούσε, και την παρηγορούσε, τον Άγιο Λογγίνο. Αλλά και πολλοί άλλοι. Αυτός είν ο Άγιος Λογγίνος.

Ὑπομονὴ... ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ



«…Καὶ καρποφοροῦσιν ἐν ὑπομονῇ» (Λουκ. 8,15)

ΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἑορτή. Ἑορτάζουν οἱ διδάσκαλοι καὶ πατέρες τῆς Ἑβδόμης (Ζ΄) Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Σχετικὸ εἶνε καὶ τὸ εὐαγγέλιο. Εἶνε μία παραβολὴ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁμιλεῖ περὶ σπορέως· διότι σπορεῖς ἦταν καὶ οἱ πατέρες.

Ὁ γεωργὸς σπέρνει σπόρο, οἱ πατέρες ἔσπειραν τὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ. Ὁ γεωργὸς σπέρνει στὰ χωράφια, οἱ πατέρες ἔσπειραν στὶς καρδιές. Καὶ πῶς ἔσπειραν; Μὲ δάκρυα, μὲ θαύματα, μὲ βίον ἅγιον, μὲ τὸ αἷμα των. Αὐτὰ τὰ τέσσερα δὲν τὰ ἔχουμε σήμερα οἱ ἱεροκήρυκες· γι᾿ αὐτὸ δὲν καρποφορεῖ ὁ λόγος μας. Ὁ σπόρος ὅμως τῶν πατέρων καρποφόρησε. Ἔβγαλε κρίνα καὶ ῥόδα εὐώδη καὶ ἀμάραντα. Βγῆκαν ἅγιοι καὶ μάρτυρες. Ἔτσι ἔγινε τὸ ὡραῖο περιβόλι, ἡ ἁγία Ὀρθοδοξία μας.

Ἀλλά, ἀδελφοί μου, γιὰ νὰ παρουσιασθῇ καὶ ν᾿ ἀνθήσῃ ἡ Ὀρθοδοξία δὲν συνετέλεσε μόνο ὁ σπόρος, τὸ κήρυγμα. Δὲν φτάνει μόνο νὰ εἶνε ὁ σπόρος ἐκλεκτός· πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ γῆ καλή. Στὴν ἀπόδοσι λοιπὸν τοῦ σπόρου συνετέλεσαν καὶ οἱ ἀκροαταί, οἱ Χριστιανοὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Αὐτοὶ ἦταν ἐκλεκτὴ «γῆ». Ἦταν ἀπὸ ᾿κείνους ποὺ μὲ ἀγαθὴ καρδιὰ ἀκοῦνε τὸ λόγο, τὸν κρατοῦν, «καὶ καρποφοροῦσιν ἐν ὑπομονῇ» (Λουκ. 8,15). Ἐὰν σήμερα, ἀγαπητοί μου, δὲν ὑπάρχῃ καρποφορία, εἶνε διότι λείπει ἡ ὑπομονή. Χρειάζεται ὑπομονή.

Στὴν ἐποχή μας, ἐποχὴ ἐγωϊσμοῦ, ἐποχὴ ποὺ ἡ μηχανὴ ἔκανε τὸν ἄνθρωπο νευρόσπαστο, ἐποχὴ ποὺ ἰσχύει ὁ γρόνθος καὶ ἡ δύναμις, ἡ ὑπομονὴ θεωρεῖται ἀδυναμία, γνώρισμα τῶν σκλάβων. Ἀντιθέτως ὁ θυμός, ἡ ὀργή, ἡ ἐκδίκησι θεωροῦνται γνωρίσματα τῶν ἰσχυρῶν. Ἀλλ᾿ ἐμεῖς, ἀδελφοί μου, δὲν θ᾿ ἀκούσουμε τί λέει ὁ κόσμος. Θ᾿ ἀκούσουμε τί λέει ὁ Χριστός. Καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, καὶ στὴ σημερινὴ παραβολὴ καὶ σὲ ἄλλα μέρη τοῦ Εὐαγγελίου, μᾶς λέει· «Ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τὰς ψυχὰς ὑμῶν» (Λουκ. 21,19), καὶ «Ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται» (Ματθ. 10,22· 24,13).

Ἡ ὑπομονὴ λοιπὸν εἶνε ἀρετὴ θαυμαστὴ καὶ πηγὴ εὐεργεσιῶν. Αὐτὸ τὸ καταλαβαίνει κανεὶς ἂν ῥίξῃ μιὰ ματιὰ γύρω του.

   Μέσα στὸ σπίτι. Ἐσὺ ὁ νέος καὶ ἡ νέα, ποὺ ἑτοιμάζεστε νὰ στεφανωθῆτε καὶ ν᾿ ἀνοίξετε καινούργιο σπίτι, τί χρειάζεστε; Γιὰ τὸ σπίτι ἀπαιτοῦνται πολλὰ ἐφόδια. Ἂν μπορούσατε ν᾿ ἀκούσετε μιὰ φωνὴ ἀπ᾿ τὸν οὐρανό, οἱ ἄγγελοι θὰ ἔσκυβαν στὸ αὐτὶ τῆς νύφης καὶ στὸ αὐτὶ τοῦ γαμπροῦ καὶ θὰ λέγανε μιὰ λέξι, ποὺ εἶνε τὸ ἀναγκαιότερο ἀπὸ ὅλα· Ἂν θέλετε νὰ φτειάξετε σπίτι καὶ νὰ περάσετε τὶς τρικυμίες καὶ θύελλες, τοὺς τυφῶνες καὶ καταιγίδες τοῦ βίου, ὑπομονὴ καὶ πάλι ὑπομονή! Δὲν εἶνε παῖξε – γέλασε ὁ γάμος, δὲν εἶνε παιχνίδι καὶ γλέντι. Ἔχει ὑποχρεώσεις. Λοιπόν, ὑπομονή. Γιατὶ ὁ νέος δὲν εἶνε ἄγγελος καὶ ἡ νέα δὲν εἶνε ἀρχάγγελος. Ἔχουν ἐλαττώματα καὶ ἀδυναμίες. Καὶ πρέπει νὰ ἀνέχεται ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Διαφορετικά, σύντομα θὰ λησμονήσετε ὑποσχέσεις καὶ ὅρκους, καὶ θὰ τρέχετε σὲ δικηγόρους γιὰ διαζύγιο. Καὶ ὄχι λόγῳ πορνείας ἢ μοιχείας, ἀλλὰ γιὰ μικροπράγματα. Πάνω σὲ μικροπράγματα πιάνονται οἱ σύζυγοι καὶ διαλύουν τὸν ἱερὸ δεσμό. Ἂν ὅμως εἶχαν λίγη ὑπομονή, δὲν θὰ ἔφθαναν ἐκεῖ.

   Ἀναγκαία λοιπὸν ἡ ὑπομονὴ γιὰ νὰ σταθῇ τὸ σπίτι. Πολὺ περισσότερο ὅμως ἀναγκαία στοὺς γονεῖς. Ἔγινες πατέρας, ἔγινες μάνα; Ἂν θέλῃς ν᾿ ἀναθρέψῃς παιδιὰ καὶ μιὰ μέρα νὰ τὰ καμαρώνῃς, πρέπει νὰ εἶσαι βράχος ὑπομονῆς. Ἂν ὀργίζεστε μὲ τὰ παιδιά σας, δὲ᾿ θὰ κατορθώσετε νὰ διαπλάσετε χαρακτῆρες. Ὑπομονὴ λοιπόν, μάνα, ποὺ τὸ ζωηρὸ παιδί σου σὲ στενοχωρεῖ καὶ σὲ ἀναστατώνει. Μὴν πῇς κατάρα ἐναντίον του. Τὰ ζωηρὰ παιδιὰ μπορεῖ νὰ γίνουν τὰ καλύτερα παιδιά. Προσπάθησε μὲ τὴν ἀγάπη σου, μὲ τὴ φροντίδα σου, μὲ ὅλα τὰ μέσα ποὺ σοῦ ᾿δωσε ὁ Θεός, τὸ ἄγριο παιδὶ νὰ τὸ κάνῃς ἕναν ἄγγελο.

   Ὑπομονὴ χρειάζεται – ποιός ἄλλος; Ὁ δάσκαλος καὶ ὁ καθηγητής. Ἔχουν μπροστά τους μιὰ ζούγκλα. Πρῶτα ὁ δάσκαλος κρατοῦσε ῥαβδὶ καὶ τοὺς εἶχε ὅλους σὰν ἀρνιά. Τώρα ποῦ νὰ πάρῃ ῥαβδὶ στὸ χέρι! Θὰ τὸν πᾶνε στὸ ἀστυνομικὸ τμῆμα γιατὶ χτύπησε τὸ γυιόκα τους καὶ θὰ τὸν ἀπολύσουν. Ἔτσι ὁ δάσκαλος ὑπομένει. Εἶνε ἥρωας ὑπομονῆς, μέσα σὲ 30, 40, 50, 100, 200 παιδιά, ἀπὸ διάφορα κοινωνικὰ στρώματα. Παιδιὰ ἄλλα ἔξυπνα καὶ ἄλλα κουτά, ἄλλα ἀγαθὰ καὶ ἄλλα διεστραμμένα, ἕνα δειγματολόγιο χαρακτήρων, παθῶν, ἐλαττωμάτων, ἐγκληματικῶν ῥοπῶν. Σκεφτήκατε ποτὲ τὸ δάσκαλο; Ἐσὺ δὲν ὑποφέρεις τὸ παιδί σου, κ᾿ ἐκεῖνος πρέπει νὰ καθήσῃ μὲ 50 – 60 παιδιά. Λένε, ὅτι ἔξω ἀπὸ ἕνα σχολεῖο εἶχαν γράψει τρία ὕψιλον (ΥΥΥ). Ῥώτησε κάποιος· ―Τί σημαίνουν αὐτὰ τὰ τρία ὕψιλον; Καὶ τοῦ ἀπήντησαν· ―Οἱ δάσκαλοι ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ ὑπομονή, καὶ πάλι ὑπομονή, καὶ πάλι ὑπομονή. Τρεῖς φορὲς ὑπομονή, γιὰ νὰ φέρουν εἰς πέρας τὸ παιδαγωγικὸ ἔργο.

   Καὶ κάπου ἀλλοῦ χρειάζεται ὑπομονή. Ποῦ; Στὸ νοσοκομεῖο. Ὑπομονὴ οἱ ἄρρωστοι, ὑπομονὴ καὶ οἱ νοσοκόμοι. Εἶπαν κάποτε στὸ διευθυντὴ μιᾶς κλινικῆς· ―Σπουδαία ἡ κλινική σας· προσωπικό, γιατροί, καθαριότης. Ἀλλὰ ποιό εἶνε τὸ σπουδαιότερο φάρμακο ποὺ χρησιμοποιεῖτε; Καὶ ὁ διευθυντής, χωρὶς πολὺ νὰ σκεφτῇ, ἀπήντησε· ―Τὸ σπουδαιότερο φάρμακο ποὺ ἔχουμε στὴν κλινική μας εἶνε ἡ ὑπομονή. Ἀφαίρεσε τὴν ὑπομονή, καὶ κανείς ἄρρωστος δὲν μπορεῖ νὰ θεραπευθῇ.

   Ὑπομονὴ τὸ ἀντρόγυνο, ὑπομονὴ οἱ γονεῖς, ὑπομονὴ ὁ δάσκαλος, ὑπομονὴ ὁ ἀσθενής, ὑπομονὴ ὁ γιατρός. Ὑπομονὴ ἀκόμα ὁ προϊστάμενος, οἱασδήποτε ὑπηρεσίας. Μόνο ἔτσι θὰ συνεργάζεται καλὰ μὲ ὅλο τὸ προσωπικό· διαφορετικά, παύει ἡ συνεργασία.

   Ὑπομονὴ χρειάζεται καὶ ὁ ἀξιωματικός. Ὅλοι κάναμε στρατιῶτες. Ὅπου ὑπάρχουν ἀξιωματικοὶ μὲ ὑπομονή, δὲν κυβερνοῦν μὲ τὸ βούρδουλα, δὲν χρησιμοποιοῦν βλαστήμιες καὶ ξύλο· μὲ τὴν ἀγάπη τους παίρνουν τοὺς στρατιῶτες καὶ τοὺς κάνουν ἀετούς. Ὅπου ὅμως ὑπῆρξαν ἀξιωματικοὶ χωρὶς ὑπομονή, ἐκεῖ διελύθησαν λόχοι καὶ συντάγματα.

   Ὑπομονὴ ὅμως χρειάζεται καὶ ὁ ἐπιστήμονας. Αὐτὲς οἱ μεγάλες ἀνακαλύψεις, ποὺ ἔγιναν, εἶνε δῶρα τῆς ὑπομονῆς. Ἐρευνηταὶ καθήσανε νύχτες ὁλόκληρες μέσα στὸ ἐργαστήριο, ἕως ὅτου γίνουν οἱ ἐφευρέσεις.

   Ὑπομονὴ πρὸ παντὸς χρειάζονται οἱ κυβερνῆται ποὺ κατευθύνουν τὰ ἔθνη. Γιατὶ ἀπὸ ἕνα θυμὸ καὶ μιὰ ὀργὴ δική τους μπορεῖ νὰ ἐκραγοῦν πόλεμοι. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ὑπομονή, εἶνε κίνδυνος νὰ ξεσπάσῃ συμφορά.

Σωτήριο φάρμακο ἡ ὑπομονή. Ἂν τώρα ρωτήσετε, Ὑπάρχει τὸ φάρμακο αὐτό; καὶ ποῦ θὰ τὸ βροῦμε; σᾶς ἀπαντῶ· Ὑπάρχει· θὰ τὸ βρῆτε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ στὴν ἁγία Γραφή. Διάβασε τὸν Ἰώβ, νὰ δῇς τί ὑπέφερε ἀγογγύστως. Δὲ᾿ βλαστήμησε, ἀλλὰ εἶπε αὐτὸ ποὺ ἀκοῦμε στὸ τέλος τῆς θείας Λειτουργίας· «Εῃ τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος» (πρβλ. Ἰὼβ 1,21). Πονεμένα παιδιὰ τῆς γῆς, μιμηθῆτε τὸν Ἰώβ. Θέλεις ὑπομονή; Ἄνοιξε τὰ εὐαγγέλια καὶ διάβασε τὰ πάθη τοῦ Χριστοῦ. Ἅμα σκεφτῇς τί ὑπέφερε ὁ Χριστός, θὰ δῇς ὅτι ἡ δική σου ὑπομονὴ εἶνε μηδὲν μπροστὰ στὴ δική του. Θέλεις ὑπομονή; Ἄκου τὸν ἀπόστολο Παῦλο ποὺ λέει· «Δι᾿ ὑπομονῆς τρέχωμεν τὸν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα» (Ἑβρ. 12,1). Θέλεις ὑπομονή; Διάβασε τοὺς βίους τῶν ἁγίων. Θὰ πάρῃς δύναμι, θὰ κάνῃς φτερά, γιὰ νὰ νικᾷς.

Τί εἶνε ὁ σπόρος, ἀγαπητοί μου; Ἕνα τίποτα. Κι ὅμως, ὅταν τὸν ῥίξῃς μέσ᾿ στὴ γῆ, δὲ᾿ χάνεται. Μπορεῖ νὰ περνοῦν βδομάδες, μῆνες ἢ καὶ χρόνια, ἀλλ᾿ ἔρχεται ἡ ὥρα ἐκεῖνο τὸ τίποτα νὰ γίνῃ ἕνα χρυσὸ στάχυ ἢ ἕνα πλατάνι πελώριο. Ἀπὸ ἕνα σπόρο ἡ γῆ, «ἐν ὑπομονῇ», καρποφορεῖ ἕνα πλατάνι μὲ τόσα φύλλα. Καὶ τί εἶνε ἕνα φύλλο; Τίποτα. Ἔτσι κ᾿ ἐσύ; Ἕνα φύλλο τῆς γῆς εἶσαι. Ἀλλὰ μιὰ παροιμία λέει, ὅτι μὲ τὴν ὑπομονὴ τὸ φύλλο τῆς μουριᾶς γίνεται μετάξι. Τί εμαστε, ἀδελφοί μου; Φύλλα ποὺ τὰ παίρνει ὁ ἄνεμος. Ἀλλὰ φύλλα τοῦ Θεοῦ. Καὶ κοντὰ στὸ Χριστὸ ὁ θεῖος ἀργαλειὸς θὰ πάρῃ τὶς κλωστές μας, ὅλες τὶς λεπτομέρειες τῆς ζωῆς μας, κι ἂν ἔχουμε ὑπομονὴ θὰ τὶς ὑφάνῃ. Ὦ ἁγία ὑπομονή, σὺ παίρνεις τὰ ταπεινὰ φύλλα καὶ τὰ κάνεις μετάξι. Ὅποιος ἔχει ὑπομονή, θὰ φτειάξῃ στολή, στολὴ ἀρετῶν, γιὰ νά ᾿χῃ νὰ ντυθῇ. Κι ὅταν κάποτε σβήσουμε στὸν κόσμο αὐτὸν καὶ πᾶμε στοὺς οὐρανούς, ἐκεῖ θ᾿ ἀνοίξῃ ὁ νυμφὼν καὶ ὁ Κύριος θὰ μᾶς καλέσῃ νὰ εἰσέλθουμε στὴ δόξα του, «ὅπου ἦχος καθαρὸς ἑορταζόντων καὶ βοώντων ἀπαύστως· Κύριε, δόξα σοι». Ἀμήν.

Μετ’ εγκαρδίων ευχών
Ο Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2016

Η Υπερηφάνεια και η ματαιοδοξία, Άντονυ Μπλουμ


15 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ Λουκιανού Ιερομάρτυρα, Βάρσου Ομολογητή, Σαβίνου Επισκόπου, Ευθυμίου του Νέου





Άγιος Λουκιανός

Πάμε στις 15 Οκτωβρίου, πάντοτε, γιορτάζει ο Άγιος ιερομάρτυς Λουκιανός, πρεσβύτερος της Αντιοχείας, της μεγάλης, της Εκκλησίας της Αντιοχείας της μεγάλης, που ναι στήν Συρία, και την είχε ο Ιουστινιανός ονομάσει και Θεούπολη. Πόλη του Θεού γιατί εγίνοντο σεισμοί, που λέει, «Θεούλη μου, στήν αφιερώνω, να την προστατεύεις». Τα γράφει ο Θεοφάνης στη Χρονογραφία του. θα ‘χουμε τη χαρά σε λίγο να τα διαβάσομε και να ωφεληθούμε και από τα μεν και από τα δε, και από τα λυπηρά κι από τα χαρμόσυνα. Χαρμολύπη είναι ή πορεία της Εκκλησίας μας σ’ αυτό τον πονεμένο κόσμο έμεινε κι αυτός ορφανός. Δώδεκα χρονών παιδάκι. Αλλά για την Εκκλησία δεν υπάρχουν ορφανά ούτε χήρες γιατί λέει, «ορφανόν και χήραν αναλήφεται.» Θ αναλάβει ο Κύριος και τον ορφανόν και την χήραν έτσι ανέλαβε και τον ορφανό Λουκιανό. Τον πήραν εκει οι πατέρες, στα δώδεκα χρόνια που ορφάνεψε, εμοίρασε τη μεγάλη περιουσία του στους φτωχούς, στα ιδρύματα τα διάφορα, κι εκείνος έμεινε ελεύθερος απ’ αυτό τον πειρασμό του πλούτου, δεν είναι κακό ο πλούτος. 

Η κακή χρήση του είναι κακό. Η καλή χρήση του είναι ουράνιο και μακάρι να μας φωτίζει ο Θεός σωστά έμαθε πολλά γράμματα, ίδρυσε και τη Θεολογική σχολή της Αντιοχείας, που έξηγούσε τις γραφές, με τη γραμματική με τη μεθοδο την ίστορικογραμματική, όπως τη λένε έγινε και πρεσβύτερος, και πρόσφερε πολλά στήν Εκκλησία. Ήταν ένα αστέρι λαμπερό. Λουκιανός, από το Λουκάς, από το lux, σημαίνει φωτεινός. Ήταν, λοιπόν, φωτεινός, όνομα και πράγμα. Χρειάστηκε όμως, να μεταβεί στη Νικομήδεια της Μικράς Ασίας, κοντά στήν Κωνσταντινούπολη εκει πήγε, σαν μια φλόγα πυρός, το ολοφώτεινο αστέρι της Εκκλησίας της Αντιοχείας, για να βοηθήσει χριστιανούς οι οποίοι κινδύνευαν να άρνηθούν την πίστη, ένεκα των διωγμών και των δοκιμασιών δεν είναι εύκολο πράγμα. Αναφέρουν οι ιστορικοί ότι στα χρόνια των διωγμών και μάλιστα στα τελευταία χρόνια των διωγμών, από τους δέκα που οδηγούντο στο Μαρτύριο οι εννέα εξέπιπτον. Αρνιόντουσαν τον Κύριο. Κι ο ένας μόνο απέβαινε μάρτυς. Σημέρα τα βλέπουμε ιδανικά και ειδυλλιακά αυτά αλλά δεν είναι καθόλου εύκολο είναι δύσκολο γι αυτό και έτρεξε ο Άγιος Λουκιανός στη Νικομήδεια. Διέτρεξε ολη τη Μικρά Ασία, δηλαδή και πήγε εκει και με αγάπη και με χάρη Θεού στήριξε τους χριστιανούς έγινε αλείπτης των Μαρτύρων. Προπονητής, έ; τι ωραία. Κι εκείνοι οδηγήθηκαν στο Μαρτύριο και απεθαναν Μαρτυρικά, για του Χριστού την πίστη την Αγία και ο Λουκιανός εκει έφτασε σε μεγάλη δόξα. Αφού μπορούσε, λέει το Συναξάριο, να περνάει μέσα από την πόλη και να φαίνεται μόνο σ’ όσους αυτός ήθελε. Στους άλλους ήτανε αόρατος.

Αυτό ποιος το κανε; Μόνο ο Χριστός. Που χε πάει στη Ναζαρέτ και πήγαν να τον κρεμμίσουνε κι αοράτως τους έφυγε χωρίς να καταλάβουν.
Το ‘μαθε, λοιπόν, ο Μαξιμιανός ή κατ άλλους ο μαξιμίνος, τέλη του 3ου αιώνος, αρχές του 4ου. —Από την Ίωση, έχω Μαρτυρήσει αυτές τις μέρες. Καταλαβαίνω τι τραβάν και οι άλλοι. Η απορρύθμιση του ζαχάρου και όλα τ άλλα βάσανα, τέλος πάντων— και τι του λένε του αυτοκράτορα; «μην τον καλέσεις αυτόν και σε βλέπει και τον βλέπεις γιατί κινδυνεύεις να πάθεις ένα πράγμα.» «Τι να πάθω;» «Άμα τον δεις που λάμπει και ελκύει, μπορείς να γίνεις χριστιανός, χωρίς να το καταλάβεις». 

Ήταν κωμικοτραγικό να βλέπουνε, παλιά, οι χριστιανοί κι άμα ήταν αιρετικοί γινόντουσαν ορθόδοξοι. Κι άμα ήταν άπιστοι γινόντουσαν πιστοί. Κι άμα ήταν μελαγχολικοί, γινόντουσαν χαρούμενοι, λέει το Συναξάρι του Αγίου Νικολάου. Θα τα πούμε κι αυτά, στήν ώρα τους. «Ωραία. Τότε», λέει, «να μιλήσω μέσα από παραβάν.» γι αυτό κρύφτηκε ο αυτοκράτορας πίσω από ένα αυτό και μιλάγανε. Πως το κάνουν οι καθολικοί, τώρα, που εξομολογούν οι παπάδες. Κρύβονται. Λοιπόν. Άλλο αυτό. Λοιπόν. Αλλά κατάλαβε ο Μαξιμιανός ή μαξιμίνος ότι δεν παίζει αυτός. Αυτός; δεν παίζει αυτός. Αυτός είναι μέγας και τι να κάνει; Του πε ν αλλάξει. «Εγώ ν αλλάξω; Εσύ ν αλλάξεις», του λέει. «Γιά κοίτα με.» Που να τον δει. 

Κοίταζε κάτω ο άλλος. που να τον δει. που να τον δεί. Το πρόσωπο είναι σπαθί, που λέει ο λαός μας και τότε τον υπέβαλε σε Μαρτύρια και δεινά, —μας έφυγε η ώρα— και τι δεν του έκανε, και στο τέλος του εδεσε ένα πολύ μεγάλο λιθάρι στον λαιμό και τον πέταξε στη θάλασσα μάλλον, τον έριξε στη θάλασσα χωρίς λιθάρι, κι ένα δελφίνι ήλθε και τον έβγαλε στη στεριά. Τα ζώα, λοιπόν, είναι με τους Αγίους γι αύτό τα φτειαξε ο Θεός γιά τον άνθρωπο και μάλιστα τον εν Χριστώ άνθρωπο και τον πήραν οι χριστιανοί, τον έθαψαν σ’ ένα επίσημο μέρος, κι όταν ήλθε ή θρησκευτική ελευθερία, επί Αγίου Κωνσταντίνου και Αγίας Ελένης, ή Αγία Ελένη πήγε στη Νικομήδεια, πήγε στον τάφο του, και του έφτειαξε τι; Ένα πανέμορφο ναό. Λουκιανός. Ποιος τον ξέρει; Κι όχι μόνο αυτό έκανε και την έκδοση όλης της Αγίας γραφής έκανε, θα λέγαμε, κριτική και επιστημονική έκδοση. Κάθε σελίδα είχε τρεις στήλες. που έκαμε κριτική έκδοση επιστημονική έκδοση. Κι αυτό έχει ή ορθόδοξη Εκκλησία μας. Τον Λουκιανό. Την ευχή του να ‘χουμε.

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2016

14 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ Των Αγίων Ναζαρίου, Προτασίου, Γερβασίου και Κελσίου, Κοσμά του Μελωδού, Σιλβανού Οσίου, των Αγίων 40 Μαρτύρων εξ Αιγύπτου, Πέτρου Αυσελάμου, Παρασκευής Οσίας, Ιγνατίου Αγαλλιανού, Νικολάου Απλού





Άγιος Ναζάριος Άγιος Προτάσιος  Άγιος Γερβάσιος Άγιος Κέλσιος

Πάμε, τώρα, στις 14 του μηνός Οκτωβρίου γιορτάζουν τέσσερεις μάρτυρες μεγάλοι ο Ναζάριος, ο Προτάσιος, ο Γερβάσιος και ο Κέλσιος. Λοιπόν έζησαν τον 1ο μ.Χ. Αιώνα στη Ρώμη. Ησαν μαθηταί του Αγίου αποστόλου Πέτρου, στα χρόνια του Νέρωνα. Κι αφου εκείνος, ο Νέρων, αποτελείωσε Μαρτυρικά τους πρωτοκορυφαίους αποστόλους Πέτρο και Παύλο, κηρύσσοντας διωγμό, στη συνέχεια δεν άφησε κανένα χριστιανόν ήσυχον ο Άγιος Ναζάριος, μιμούμενος τον απόστολο Πέτρο, εβγήκε σ’ όλη την Ιταλία και εκήρυξε έφτασε και στο Μιλάνο, στα Μεδιόλανα, κι εκεί βρήκε στη φυλακή τον Άγιο Προτάσιο και τον Άγιο Γερβάσιο τους εστήριξε, τους βοήθησε και ύστερα συνέχισε την περιοδεία του. Σε μια πόλη ενθουσιάστηκε τόσο πολύ απ’ Το κήρυγμα του ένα τρίχρονο αγοράκι ο Κέλσιος. 

Τόσο πολύ ενθουσιαστήκε, που λέει, «Εγώ θα πάω κοντά με τον παππούλη.» «Βρε, κάτσε κάτω έλα στους γονείς σου.» «Όχι.» Η Θεία Χάρις τον ήλκυσε. Τριών χρονών. Όπως ο Άγιος Κήρυκος με την Ιουλίτα, την Αγία μητέρα του, οι μάρτυρες. «Όχι.» και τι έκανε; Πήγε από κοντά και γύρισαν με τον παππούλη χώρες και χωριά. Τι φυλακή τους έβαλαν, τι το να, τι στη φωτιά τους έριξαν, τι να σας λέω. Τίποτα και γύρισαν ξανά στο Μιλάνο. —Η Σκάλα του Μιλάνου— Λοιπόν και βρήκαν πάλι τους Αγίους Προτάσιο και Γερβάσιο να είναι στη φυλακή. Πόσες ψυχές στη φυλακή; Πόση υπομονή έκαναν; τι Μαρτύριο είναι αυτό και πόσες ψυχές και σημέρα δεν είναι αδίκως στάς φύλακας; αλλά κι αυτοί που ναι δικαίως ειν ο Χριστός δεμένος γι αυτό μας λέει, «ήμουνα στη φυλακή και ήλθατε και με είδατε και με ηύρατε.» Κι αυτός που ναι δικαίως πονάει περισσότερο, γιατί έχει την συνείδηση που τον τύπτει και είναι σε πιο δύσκολη θέση. Ας τους ενθυμούμεθα κι ας έρχόμεθα, λιγάκι, και στη θέση τους. Κι ας νοιώθουμε με τους δεδεμένους ως συνδεδεμένοι, λέει ο απόστολος Παύλος. Κι ένας που σκεφτότανε τόσο πολύ τους φυλακισμένους ένοιωθε στα χέρια του πόνους. Ήταν απ’ τις αλυσίδες των φυλακισμένων. Τόσο πολύ τους αίσθάνθη και τόσο πολύ τους ένοιωσε.

Αλλά τον συνέλαβαν εκει τον Ναζάριο μαζί με τον Κέλσιο, τους έστειλαν στη Ρώμη και ύστερα τους ξανάστειλαν στα Μεδιόλανα, έβγαλαν και τους άλλους από τη φυλακή, κι αφού δεν μπορούσαν να τους αλλάξουν, τι άλλο να κάνουν; τους πήραν τα κεφάλια. Κι αυτοί φόνω μαχαίρας άπεθανον Ναζάριος, προτάσιος, Γερβάσιος κι ο μικρούλης ο Κέλσιος ε, τι τυχερός ήτανε, Βασιλάκη! Ο μικρούλης ο Κέλσιος! Τι ωραίο! Κι έτσι έφυγαν για τον ουρανό.

Άγιος Κοσμας ο Μελωδός

Στις 14 του ιδίου μηνός γιορτάζει κι ο Άγιος Κοσμας ο Μελωδός, επίσκοπος μαϊουμά, της αρχαίας ανθηδόνος, εκεί στα Ιεροσόλυμα, κοντά στη Γάζα. Ήταν παραθαλάσσιο μέρος μαϊουμάς, σημαίνει θάλασσα, νερό έζησε τον 8ο αιώνα, έμεινε ορφανός, πολύ μικρός, τον πήρε ο πατέρας του Αγίου Ιωάννου του Δαμάσκηνου, κι είχαν κοινό δάσκαλο ένα Κοσμά, αιχμάλωτο από τη Σικελία, έμαθαν τα γράμματα του θεού, τα γράμματα των ανθρώπων, πήγαν στη μονή του Αγίου Σάββα, ο Κοσμας κι ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, κι έγιναν μοναχοί, στη συνέχεια ο Ιωάννης έγινε πρεσβύτερος και τον Κοσμά τον παρεκάλεσε ή Ιερά σύνοδος των Ιεροσολύμων και τον έκανε μητροπολίτη της έξονομασθείσης μητροπόλεως, δηλαδή μαϊουμά και έζησε και ποίμανε το ποίμνιο του, τα λέει λιτά, πολύ λιτά, το Συναξάριο, και ύστερα ανεπαύθη εν Κυρίω είναι κι αυτός μέγας μελωδός της Εκκλησίας μας. Από τους πρώτους και τους λίγους και τους μεγάλους έχομε μιλήσει παλαιότερα, ολόκληρη ομιλία, μόνο για τον Άγιο Κοσμά τον Μελωδό. Ας έχουμε κι εκείνου την ευχούλα, αλλά πρέπει να φύγουμε, γιατί πάει μισή ώρα.

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2016

Άγιος Παΐσιος - Ένας πραγματικά ΜΕΓΆΛΟΣ ΆΓΙΟΣ (Η ζωή του Άγιου)




13 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ Των Αγίων Καρπού, Πάπυλου, Αγαθόδωρου και Αγαθονίκης, Φλωρεντίου, Μαρτυρόχου, Διόσκουρου, Νικήτα Ομολογητού, Βενιαμήν Διακόνου, Αντίγονου, Διοκλητιανού, των Δύο Παίδων, Χρυσής




Άγιος Κάρπος,  Άγιος Πάπυλος,  Άγιος Aγαθόδωρος,  αγία Αγαθονίκη

Στις 13 Οκτωβρίου, γιατί φεύγει και η ώρα, φύγαν είκοσι λεπτά, γιορτάζουν οι Άγιοι μάρτυρες Κάρπος, πάπυλος, Άγαθόδωρος και Αγαθονίκη στα χρόνια του Δεκίου, 3ος αιώνας. 249-251 έζησε λίγο αυτός, αλλά έκανε τόσα φρικτά κατά της Εκκλησίας, σαν να έζησε χρόνια πολλά ο Κάρπος και ο Πάπυλος ήσαν γιατροί να το. Αλλά χριστιανοί γιατροί. Ανθρωπισταί γιατροί. Σπουδαίοι γιατροί επιστήμονες και κληρικοί οι πρώτοι θεράποντες του Ασκληπιού ήσαν ιερείς. Ησαν ιερείς. Η θρησκεία έχει άμεσο λόγο στήν υγεία του άνθρωπου, να ξέρετε γι αυτό και έχομε και Αγίους θαυματουργούς και γιατρούς. 

Τον ευαγγελιστή Λουκά, τον ιατρό τον αγαπητό, τους Αγίους αναργύρους, τον Άγιο Παντελεήμονα, κι αυτός ανάργυρος είναι, και τόσους άλλους. Κι ήσαν και κληρικοί ο Κάρπος επίσκοπος Θυατείρων, πάλι Μικρασία. Κι ο Πάπυλος ήταν διάκος του. Τους εκάλεσε ο τύραννος, για να μην αργώ, και τους είπε ν αλλάξουν. Κι εκείνοι επέμειναν. Κι εκείνος τι κάνει, τότε, ο τύραννος; Πάει στους δημίους, κι αφού τους ταλαιπώρησαν αμέτρητα τους κρέμασαν ζωντανούς και βλέποντας ο Άγιος Άγαθόδωρος, ήταν διακονητής, υπηρέτης, των αγίων Κάρπου και Παπύλου, φώναξε κι αυτός μέσα, την ώρα εκείνη: «Κι εγώ είμαι χριστιανός.» Τον βουτάνε, λοιπόν, οι δήμιοι, αφήνοντας τους άλλους να κρέμονται, και τον έκαμαν του αλατιού. Τον κρέμασαν κι αυτόν και τον κτυπούσαν με ραβδιά και μ’ ο,τι άλλο είχαν. Κι ο Άγιος Άγαθόδωρος σε λίγο έφυγε για τον ουρανό. 

Την ώρα εκείνη, καθώς άνοιξαν τα ουράνια, να δεχθούν τον δούλο του Θεού Αγαθόδωρο, τον μάρτυρα, ο Άγιος Κάρπος, επάνω στο ξύλο κρεμασμένος, γέλασε και του λέει ο τύραννος: «Κάρπε, γιατί γελάς;» «Γελάω», λέει, «γιατί βλέπω τη δόξα του Θεού.» Τη δόξα του Θεού! Κι αφου δεν πεθαναν κρεμασμένοι, τους ξεκρέμασαν ύστερα, τους βασάνισαν πάλι, τους έβαλαν στη φυλακή και τους ξανάβγαλαν, και τελικά τους έβαλαν σ’ ένα καμίνι με φωτιά. Την ώρα εκείνη είχε πάει να ιδεί και η Αγαθονίκη, αδελφή του Αγίου Παπύλου, του διακόνου, το Μαρτύριο και καθώς τους είδε να ναι μέσα και να χουν στεφάνια στο κεφάλι, όρμησε κι αυτή στη φωτιά. «Κι εγώ είμαι χριστιανή. Κι εγώ θα πεθάνω για τον Χριστό μου. Κι εγώ θέλω στέφανον Μαρτυρίου.» τι άνθρωποι ήταν αυτοί! Θείος έρως, που νικά κάθε ανθρώπινο έρωτα και κάθε ανθρώπινη δυσκολία και μηδαμινότητα. 

Καθώς εμπήκε κι εκείνη μέσα, οι άλλοι δεν εκαίγοντο ούτε αυτή εκάη. Τι έγινε; Έβρεξε τόσο νερό, τέτοια βροχή, που έσβησε Το καμίνι οι άλλοι εξευτελίσθησαν είχε μαζευτεί, εν τω μεταξύ, ένα μέγα πλήθος και χριστιανών και ειδωλολατρών οι ειδωλολάτραι εξεκλειδώνοντο κι έλεγαν: «Μέγας ο Θεός των χριστιανών μέγα τ όνομα του Ιησού Χριστού.» Κι οι άλλοι, ο τύραννος και οι λοιποί, δεν ήξεραν τι να κάνουν και τι έκαναν; Απέκοψαν τις κεφαλές των αγίων Κάρπου, παπύλου και Αγαθονίκης. Φόνω μαχαίρας άπεθανον και αυτοί.

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2016

12 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ Των Αγίων Πρόβου, Ταράχου και Ανδρονίκου, Δομνίνης, Αναστασίας Παρθένου, των Αγίων 70 Παρθένων, Θεοδότου Επισκόπου, Μαλφεθάς, Ανθίας, Ιουβεντίνου και Μαξίμου, Ιάσωνος Επισκόπου, Ανδρομάχου και Διοδόρου, Συμεών Θεολόγου, Θεοσεβίου, Σύναξις των εν Αθήναις Αγίων, Wilfrid, των 12 εκ των 300 Αλαμανών Αγίων, Επικτήτου



Άγιος Τάραχος

Πάμε, τώρα, στις 12 Οκτωβρίου, ημέρα της απελευθερώσεως των Αθηνών από τους γερμανούς, 1944, ημέρα που γιορτάζουν, το ‘χει ορίσει ο μακαριώτατος, και να ‘χουμε την ευχή του, όλοι οι Αθηναίοι Άγιοι και το Συναξάριο αναφέρεται σε τρεις μεγάλους μάρτυρας. Λέει: «Τη αύτη ημέρα, τη δωδέκατη Οκτωβρίου, μνήμη των Μαρτύρων Πρόβου, τάραχου και ανδρόνικου.» Ο Τάραχος ήταν από τη Ρώμη. Στρατιωτικός, μεγάλης ηλικίας, στα χρόνια του Διοκλητιανού έζησαν και οι τρεις και άθλησαν, κι είχε μεγάλη πίστη και αγία ζωή. Τον κατήγγειλαν, λοιπόν, στον τύραννο, στον Φλαβιανό, εκεί, τον κατήγγειλαν, εκείνος τον εκάλεσε για να απολογηθεί, τον παρεκάλεσε ν αλλάξει, αλλά ο Τάραχος έμεινε ατάραχος. Τον υπέβαλε σε φρικτά βασανιστήρια, που αν σας τα πω, θα σηκωθεί η τρίχα των χεριών σας. Κι όχι μόνο. Θ ανατριχιάσετε, δηλαδή γι αυτό τα παραλείπω. Στο τέλος τον έκοψαν κομματάκια με το μαχαίρι και τον αποτελείωσαν τον Άγιο Τάραχο, ο οποίος έμεινε, μέχρι το τέλος, ατάραχος και γαλήνιος, παρόλους τους πόνους τους φρικτους και παρολα —μη μιλάτε, παιδιά, ακούγεται— παρόλα τα ανήπυστα και ανυπόφορα βασανιστήρια.

Άγιος Πρόβος

Ηλθε μετά, Έχουμε τον Άγιο Πρόβο. Αυτός ήταν στη Μικρά Ασία. Δεν ήσαν μαζί οι τρεις. Άπλα γιορτάζουν την ίδια μέρα γιατί έπαθαν την ίδια μέρα σε διαφορετικούς καιρούς μέσα στα χρόνια, πάντα, της βασιλείας του Διοκλητιανού ο Πρόβος ήταν από τη Μικρά Ασία. Βλαστάρι της Μικρασίας ένδοξο εκλήθη και αυτός από τον επιχώριο τύραννο ν αρνηθεί την πίστη του γιατί με την πίστη που είχε και με τα έργα του έκαμε σπουδαία πράγματα εκεί στη Μικρασία και να μη σας τα πολυλογώ αρνήθηκε κι εκείνος και οι άλλοι τον υπέβαλαν, καθώς ήτο γενναιότατος, στα πιο φρικτά και δεινά βασανιστήρια και τι δεν του έκαναν! και που δεν τον έβαλαν! και τι δεν τραβήξει και στο τέλος πια, αφου δεν άλλαζε με τίποτα, πήραν τα μαχαίρια και τον εφόνευσαν. Τον έκανα κομμάτια και δια φόνου μαχαίρας απέθανε, θα λεγε ο απόστολος Παύλος.

Άγιος Ανδρόνικος

Κι έχουμε και τον Άγιο Ανδρόνικο. Κι αυτός Μικρασιάτης, ανδρειωμένος, δυνατός, πιστός
και φλογερός έκαμε θραύση, όπου περνούσε. Ωφελούσε, ανάσταινε, πρόσφερε. Κι ο τύραννος, εκεί, έκαμε το ίδιο. Τον κάλεσε τον Άγιο, και τον κάλεσε ν αλλάξει. Αλλά εκείνος δεν άλλαζε με τίποτα και υπεβλήθη σε δεινά βασανιστήρια. Αλλά ήταν Ανδρόνικος. Άνδρας της νίκης και ενίκησε συν Χριστώ και είχε και αυτός το ίδιο τέλος εν φόνω μαχαίρας απέθανεν. Κι έτσι, οι τρεις Άγιοι αυτοί, Πρόβος, Τάραχος και Ανδρόνικος, εμαρτύρησαν για τον Χριστό και έλαβαν τον αμάραντον στέφανον της θείας Δόξης.
Πάμε, τώρα, 13 του μηνός Οκτωβρίου μας θυμίζει και την ημέρα του Μαρτυρικού θανάτου του αείμνηστου Παύλου Μελά. Του μεγάλου Μακεδονομάχου. Που είναι ο ενδοξότερος των ηρώων της πατρίδος μας, κατά τον εικοστό αιώνα. Αλλά γι αυτόν θα κάνομε και μνημόσυνο μεθαύριο Παρασκευή, 5 το πρωί, αλλά θα έχει και ομιλία ο σταθμός του Πειραιώς, 91,2, εννέα το βράδυ. Παρασκευή, δηλαδή, όπως και κάθε Παρασκευή και μεθαύριο την Παρασκευή, 12 του μηνός, θα έχουμε ομιλία εκεί και την μεθεπόμενη Παρασκευή πάλι ομιλία με συνέχεια για τον Παύλο Μελά γιατί βλέπετε τι γίνεται τώρα, παν να μας φάνε ζωντανούς και οι μέσα και οι έξω εχθροί να μη μείνει τίποτα όρθιο να μην υπάρξει η πατρίδα μας να εξαφανιστεί. Αλλά τη θέλει ο Θεός εις πείσμα πολλών. Κι ο Κύριος , που έσωσε δια θαυμάτων την Ελλάδα, πό λεγε ο μεγάλος Καποδίστριας, θα συνεχίσει και στο τέλος οι σκοπιανοί και οι άλλοι τι θα κάνουνε; θα περιέλθουν στην Ελλάδα, έλεγε ο πάτερ Παΐσιος και θα πουν οι μεγάλοι της γης, φωτισμένοι απ’ τον Χριστό αναγκασμένοι, το ίδιο κάνει, το φωτισμένοι είναι καλύτερο, και θα πούνε, τότε, σε συσκέψεις, που θα κάνουν, και θα λένε οι σκοπιανοί, «Εμείς είμαστε Μακεδονία». Θα πουν, «Η Μακεδονία», αυτή που έχουμε εμείς, «ανήκει στους Έλληνες εσείς θέλετε να λέγεστε Μακεδονία;» «Μάλιστα.» «Πολύ καλά. Οπότε, λοιπόν, θα πάτε με τους Έλληνες, πό χουν τη Μακεδονία και θα στε και σεις μακεδόνες.» Κι είναι καλό αυτό γιατί «εκεί που οργώνει ο διάβολος, σπέρνει ο Θεός», λένε οι σοφοί γι αυτό, είδατε τι γίνεται αυτό τον καιρό; Τα βαλαν με τον Μεγαλέξανδρο. Τα βάζουν και οι μέσα και οι έξω, Παναγία μου! Αυτοί δεν είναι άξιοι ούτε να πιάσουν στο στόμα τους το όνομα του Μεγάλου Αλεξάνδρου τι σφαγέα τον ονομάζουν, τι το να, τ ακούτε. Τ’ ακούτε έχουμε κι εδώ μέσα εχθρούς. Πολλούς ανθέλληνες. Διεθνιστές. Παναγία μου! και τους ψήφισαν και χριστιανοί. Δεν πειράζει. Ας βλέπουν. Δεν πειράζει. Λοιπόν έτσι έλεγε κι ο πάτερ Παΐσιος. Ας βλέπουν τι ειν ο ένας, τι είν ο άλλος, για να ξέρουν τι ψηφίζουν και να ξέρουν ποιοί μας κυβερνάν και τι πρέπει να κάνομε. Πρέπει κι εμείς να πάρομε την τύχη της Ελλάδος στα χέρια μας, όσο μπορούμε και να ευχόμεθα για τους κυβερνώντες, όποιος να μας κυβερνάει κάθε φορά, η Εκκλησία τους αγαπάει και προσεύχεται. Άσχετα εκείνοι αν θέλουν ή δεν θέλουν την Εκκλησία. Δεν λέμε για την παρούσα κυβέρνηση. Λοιπόν και μου άρεσε κι ο υπουργός Υγείας, που έβγαλε μια ανακοίνωση, φεύγοντας την άκουσα, που είπε να μην βγαίνουν οι γιατροί στο γυαλί και να λεν ο,τι θέλουνε. Καλό είν αυτό. Καλό είν αυτό γιατί να βγαίνουν και να λένε ο,τι θέλουνε και να ζαλίζουν και τον κόσμο; Πολύ καλά τους είπε. Δικτατορία ειν αυτό; Όχι ευπρέπεια είναι αυτό ευπρέπεια είναι αυτό. Η ιατρική είναι Θεία επιστήμη. Λοιπόν.


Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2016

11 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ Φιλίππου Αποστόλου, Ζηναΐδος και Φιλονίλλης, Φιλοθέου Κόκκινου, Θεοφάνους Γραπτού, των Αγίων Νεκταρίου, Αρσακίου και Σισινίου, Θεοφάνους και Ιωνά



Άγιος Φίλιππος ο διάκονος

Αλλά, ας πάμε στους Αγίους μας. Το Συναξαριάκι αυτό είναι η καλύτερη παρέα. Πολλοί παίρνουν, τηλεφωνούν κι ευχαριστούν και πάλι γι αυτό το είδος των κηρυγμάτων που κάνομε φέτος, ε, ο Θεός το δωσε. Κι ας δώσουν οι Άγιοι, να ζήσουμε, τουλάχιστον, ένα χρόνο να τους πούμε, με λίγα λόγια, εδώ πέρα, ακούονται κι απ’ τον σταθμό της Εκκλησίας κι ακούγονται στα πέρατα της οικουμένης. Κι οι Άγιοι είναι το ευαγγέλιο στην πράξη έτσι γιατί «ο Ιησούς Χριστός είναι χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας», που λέει ο απόστολος Παύλος. Πάμε, τώρα, στις 11 του μηνός Οκτωβρίου, που διανύομε, αύριο, δηλαδή, πέμπτη, γιορτάζει ο Άγιος Φίλιππος ο διάκονος, ένας απ’ τους επτά διακόνους έχομε και τον απόστολο Φίλιππο, που γιορτάζει στις 14 Νοεμβρίου, και θα πούμε τότε τα ανήκοντα σ’ αυτόν. Ήταν έγγαμος ο διάκονος Φίλιππος, απέκτησε τέσσερεις θυγατέρες, που ήσαν προφήτιδες. Τον εξέλεξαν οι Απόστολοι, μαζί με τους άλλους έξι διακόνους, τον έχειροτόνησαν, κι υπηρετούσε την πρώτη Εκκλησία εκήρυξε στη Σαμάρεια, εβάπτισε τον οικονομικό υπουργό της βασίλισσας της αιθιοπίας Κανδάκη, μετέβη στο Άζωτον, εκεί της Παλαιστίνης, παλιά που ζούσε ο προφήτης Ιωνάς, και εκήρυξε το ευαγγέλιο και τέλος μετέβη στις Τράλλεις της Μικράς Ασίας και εκεί κήρυξε το Άγιο ευαγγέλιο, έφτειαξε και ναό για τις ανάγκες των πιστών, λέει το Συναξάριο, και ύστερα εκοιμήθη εν ειρήνη.

Άγιος Θεοφάνης ο γραπτός

Γιορτάζει, ακόμη, στις 11 Οκτωβρίου, και ο Άγιος Θεοφάνης, ο γραπτός, επίσκοπος Νικαίας της Βιθυνίας γεννήθηκε στα Ιεροσόλυμα, μαζί με τον αδελφό του Θεόδωρο , έμαθαν γράμματα Ελληνικά, γράμματα της Εκκλησίας και γράμματα φιλοσοφικά, έγιναν και μοναχοί και πρεσβύτεροι και διακονούσαν, στον ξενώνα της Ιερουσαλήμ, τους αδελφούς έζησαν στα χρόνια της Β Εικονομαχίας και καθώς εμαίνετο εκείνη και έδινε τις τελευταίες προσπάθειες της να καταργήσει το φώς του κόσμου, τον Χριστό, ο επίσκοπος Ιεροσολύμων έγραψε ένα γράμμα στον αυτοκράτορα Θεόφιλο, 829 -842 μ.Χ., και τον επιτιμούσε, κατά κάποιον τρόπο, για την εικονομαχική πολιτική του. Το πήραν εκείνοι, τον ήλεγξαν και προσωπικά, από κοντά και οι δύο, εκείνος, τότε, τους συνέλαβε και τους έβαλε στη φυλακή, έβγαλε τον Θεόδωρο εξω, τον εστιγμάτισε, κι έγραψε, λένε, στο πρόσωπο του με αιχμηρό εργαλείο στίχους υβριστικούς για το πρόσωπο του. Το πρόσωπο του Θεοδώρου και τον έριξε ξανά στη φυλακή έβγαλε μετά και τον Θεοφάνη, τον στιγμάτισε κι αυτόν, κι ύστερα τον εξόρισε στη Θεσσαλονίκη. Όταν έληξε η εικονομαχία, 842, τον εκάλεσε ο πατριάρχης, τον ανεκάλεσε από την εξορία η αυτοκράτειρα, κι ο πατριάρχης Μεθόδιος ο Α 842-846, τον εχειροτόνησε μητροπολίτη Νικαίας. Κι εκεί, αφού εποίμανε το ποίμνιο του, όπως ήθελε ο Χριστός, ανεπαύθη εν ειρήνη έχει γράψει δε και πολλούς κανόνες και, κατά μία άποψη, είναι κι ο ποιητής του Μικρού Παρακλητικού Κανόνος έγραψε και ιδιόμελα στις μεγάλες εορτές και άλλους ύμνους.

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2016

10 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ Ευλαμπίου και Ευλαμπίας, των Αγίων 200 Μαρτύρων, Βασιανού Οσίου, Θεοφίλου Ομολογητή, Αμβροσίου της Όπτινα, των Αγίων 26 Οσιομαρτύρων Ι.Μ. Ζωγράφου, Διονυσίου Σκυλόσοφου, Ανδρέας της Τότμα




Άγιος Ευλάμπιος αγία Ευλαμπία

Και πάμε και στις 10 του μηνός γιορτάζουν οι Άγιοι μάρτυρες Ευλάμπιος και Ευλαμπία. Ήταν αδέλφια, από τη Νικομήδεια της Μικρασίας. Τρίτον αιώνα, επί Μαξιμιανού και Διοκλητιανού έγιναν, τότε, οι φοβερότεροι διωγμοί. Κι ο Μάξιμος, ένας έπαρχος, τότε, εκεί, της Νικομήδειας, κοντά στην Κωνσταντινούπολη είν αυτή, ανατολική πρωτεύουσα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, οι χριστιανοί κρύφτηκαν στα βουνά. Όταν σας διώκουν από μια πόλη να πηγαίνετε στην άλλη, είπε ο Χριστός. 

Δεν πήγαν να παραδοθούν στο Μαρτύριο. Όχι. Πήγαν και κρύφτηκαν έτσι να μην πηγαίνουμε αυτόκλητοι γιατί αυτό είν και εγωιστικό, καμια φορά και δεν ξέρουμε, αν είναι το θέλημα του Θεού και επείνασαν εκεί και έστειλαν τον Ευλάμπιο, μας θυμίζει τους εφτά παίδας η ιστορία, να αγοράσει τρόφιμα. Ψωμί. Το ψωμί είναι. Κι εκείνος, μπαίνοντας στην πόλη, είδε τα διατάγματα των διωγμών να ναι αναρτημένα και κάθισε και τα διάβαζε. Τον συνέλαβαν οι ειδωλολάτρες, τον πήγαν στον Μάξιμο κι εκείνος τον ανέκρινε και του πε ν αλλάξει και δεν άλλαζε και υστέρα τον βασάνισε εν τω μεταξύ έφτασε και η αδελφή του η Ευλαμπία, αφου είδε οτι δεν ήρχετο ο αδελφός της, τον είδε να Μαρτυράει και τον παρακαλούσε, τον παρακαλούσε να δεηθεί στον Κύριο να Μαρτυρήσει και αυτή. Ζήλεψε. Να νε και στον ουρανό αδελφοί, και πάντα μαζί, δηλαδή, ήθελε. 

Τότε οργίσθηκε ο τύραννος και αρπάζει και τον Ευλάμπιο, που Μαρτυρούσε, και την Ευλαμπία και τους ρίχνει σ’ ένα καμίνι. Σ’ ένα, μάλλον, μεγάλο καζάνι που είχε υγρά, που έβραζε εκείνοι έμειναν αβλαβείς και αλώβητοι. Διακόσιοι άντρες ειδωλολάτρες, που ταν εκεί, μόλις είδαν το θαύμα αυτό, πίστεψαν στον Χριστό και φώναξαν: «Μεγάλος ο Χριστός, ο Θεός των αγίων αυτών». Οργίσθη ο τύραννος και τους αποκεφάλισε. Κι αποκεφάλισε και τον Ευλάμπιο. Η Αγία Ευλαμπία, βλέποντας αυτά, δεν άντεξε η ψυχούλα και πριν την αποκεφαλίσουν πέταξε και πήγε κοντά στον αδελφό της και κοντά στον Χριστό. Στη βασιλεία του Θεού. Κι έλαβαν κι εκεί τον αμάραντο Στέφανο της Θείας δόξης.


Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2016

ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ επ. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΣΙΑΤΙΣΤΗΣ ( ομιλιες )


9 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ Ιακώβου Αποστόλου, Ανδρονίκου και Αθανασίας, Ποπλίας Ομολογήτριας, Πέτρου Οσίου, Μνήμη των Δικαίων Αβραάμ και Λωτ, Δωροθέου Οσίου




Άγιος Ιάκωβος

Πάμε τώρα και στις 9 του μηνός Οκτωβρίου γιορτάζει ο Άγιος απόστολος Ιάκωβος, ο μικρός ο γυιός του Αλφαίου γιατί υπάρχει κι ο μεγάλος Ιάκωβος, ο γυιός του Ζεβεδαίου και αδελφός του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, που ταν ένας από την αγαπημένη τριάδα του Χριστού. Ιάκωβος, Ιωάννης και Πέτρος ο Ιάκωβος αυτός, παρότι ήταν μικρός, είχε μεγάλη αγάπη στον Χριστό ονομάζετο μικρός, μάλλον επειδή ήταν μικρός. Τόσο μεγάλη αγάπη, που μετά την Πεντηκοστή έτρεξε, λέει το Συναξάριο, σε όλη την οικουμένη τη γνωστή και που δεν πήγε. Ξερίζωνε τα είδωλα απ’ τις ανθρώπινες ψυχές και έσπερνε τον θεϊκό λόγο με τόση φλόγα, με τόση αγάπη, με τόση δύναμη, που τον ονόμασαν θεϊκή σπορά. Θείον σπέρμα, όπως λέει το Συναξάριο. Θεϊκή σπορά είχε κι έναν πόθο. Κι ένα τάμα κρυφό έλεγε στον Κύριο, συχνα πυκνά, και πιο πολύ στις δύσκολες και Μαρτυρικές ώρες: «Χριστέ μου, να μ’ αξιώσεις να σταυρωθώ κι εγώ, όπως και λόγου σου Κάνε μου αυτή τη χάρη. Θέλω αυτή τη θυσία για σένα να αισθανθώ κι εγώ λιγάκι, όπως ένοιωσες Εσύ που σταυρώθηκες για όλους μας.» και όντως, ο Κύριος στο τέλος τον αξίωσε και έλαβε σταυρικόν θάνατο ο απόστολος Ιάκωβος, ο υιός του Αλφαίου, και αδελφός του ευαγγελιστού Ματθαίου. Άλλη υπέροχη ψυχή ο Ματθαίος ο τελώνης. Τι ωραίοι ήταν οι Απόστολοι! Επήγαν στην οικουμένη ολόκληρη και αναγέννησαν και ανακαίνισαν και αναμόρφωσαν την οικουμένη και τι δεν χρωστάμε στους Αγίους και πανευφήμους αποστόλους! Κι είναι και τόσο θαυματουργοί και τόσο σπουδαίοι γι αυτό στις προσευχές και στις δεήσεις μας μην τους αφήνουμε απ’ έξω. Ας τους παρακαλούμε κι ονομαστικά και γενικά να πρεσβεύουν για μας, να φροντίζουνε όλους και να μας οδηγούν στην Εκκλησία και στον Χριστό και να μας βάλουν στον παράδεισο και στη Θεία Βασιλεία.



Άγιος Ανδρόνικος αγία Αθανασία

Στις 9, όμως, του μηνός Οκτωβρίου πάντα, γιορτάζει κι ένα ζεύγος αγίων και μάλιστα οσίων οι Άγιοι και όσιοι Ανδρόνικος και Αθανασία, από την Αντιόχεια, πάλι, της Συρίας ονόμασε ο Ιουστινιανός πόλη του Θεού ο Ανδρόνικος ήτο χρυσοχόος και αργυραμοιβός. Ανταλλακτής νομισμάτων. Κι έβγαζε πολλά χρήματα και η Αθανασία, η σύζυγος του, ήταν κι εκείνη καλή, όπως κι ο Ανδρόνικος. Κι έκαμαν μια συμφωνία να μοιράσουν στα τρία την περιουσία τους. Τα κέρδη τους. Τα λεφτά τους. Το ένα τρίτο στους φτωχούς, με το άλλο να περνάνε αυτοί και τα παιδιά τους, και με το άλλο να συντηρούν την επιχείρηση. Τι ωραίοι ήταν! και συντηρώντας την επιχείρηση, έδιναν δουλίτσα και στους ανθρώπους. Λέει, ο άλλος έχει εργοστάσιο, έχει αυτό, να του το πάρουμε να του το πάρουμε. Ωραία. Άμα τα πάρουν όλα τα εργοστάσια και τα χουνε, οι εργάτες τι θα κάνουνε μετά; Ο γέροντας Πορφύριος έλεγε να υπάρχει κι ο εργοστασιάρχης να μην αδικεί να προσπαθεί να λειτουργεί το εργοστάσιο για να πάρουνε, να φάνε ψωμάκι και οι υπόλοιποι γιατί έρχονται κάποιοι και μας τα ισοπεδώνουν όλα. Λέει, να γίνουμε όλοι το ίδιο οχι, όλοι το ίδιο. Αλλά, τι; να παίρνει ο καθένας, ο,τι του ανήκει. Από την εργασία του, απ’ τη ζωή του, απ’ τα χρειαζούμενα, τις ανάγκες του, τι ωραίο είν αυτό! Αυτό ορίζει η Εκκλησία. Διότι τα άλλα είναι ισοπέδωση. Τώρα είμαστε όλοι το ίδιο, δεν είναι δεν είναι κανείς το ίδιο. Δεν είναι κανείς το ίδιο. Η πανσοφία του Θεού μας έφτειαξε και διαφορετικούς και όμοιους και διαφορετικούς έτσι να παίρνει κανείς αυτό που του ανήκει. Αυτή είναι η λύση του ευαγγελίου. Κι όπως έλεγε ο πατήρ Παΐσιος, αν δεν λυθεί το κοινωνικό πρόβλημα με το ευαγγέλιο, θα λυθεί με το μαχαίρι. Δηλαδή, ποτέ γιατί, μάχαιραν έλαβες, μάχαιραν θα λάβεις. Λοιπόν. Κάνανε δύο παιδιά, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι και τα μεγάλωναν με μεγάλη χαρά. Κι αφού απέκτησαν τα παιδιά, αποφάσισαν να ζήσουν σαν καλόγεροι. Δικαίωμα τους. Υπάρχει κι η ελευθερία και ζούσαν και κάποια στιγμή, σαν μεγάλωσαν τα παιδιά και περίμεναν να τα τακτοποιήσουν, τα πήρε ο Κύριος και τα δύο. Τι γίνεται; Πόσα τέτοια γίνονται κάθε μέρα; Η Αθανασία ήταν απαρηγόρητη ο Ανδρόνικος το φιλοσόφησε έτσι είν οι άνδρες. Λίγο.. να κρατάνε τις γυναίκες και τους άλλους. 

Κι άμα γίνουν οι άνδρες χειρότεροι απ’ τις γυναίκες, σαν δεν έχουνε δύναμη, τι να κάνουν; Αν και πολλές φορές υπάρχουνε γυναίκες, που κρατάνε άνδρες και κρατάνε τα πάντα. Αλλά αυτό είν άλλο πράγμα. Ανδρείες γυναίκες δεν είναι πολλές μακάρι να ναι, όμως. Πήραν τα παιδιά, τα έθαψαν, και τι κάνει η Αγία; Κάθησε στην εκκλησία του Αγίου Ιουλιανού και δεν έφευγε εγώ δεν φεύγω από δω, Κύριε, δεν φεύγω από δώ, εάν δεν μου απαντήσεις, γιατί τα πήρες.» Πως κάθονται στον τάφο μερικοί... Βέβαια. Δεν είναι λίγο, είναι πόνος. Κι όσοι έχετε παιδιά, το καταλαβαίνετε περισσότερο. Αλλά και όλοι το καταλαβαίνουμε. Τον Ανδρόνικο τον πήρε ο επίσκοπος της Αντιοχείας, για να τόν παρηγορήσει. Κι εκείνη έκλαιγε συνέχεια και φώναζε. Κι εκεί που ήταν στην εκκλησία, ήταν κλειδωμένη η εκκλησία, έκατσε μέσα αυτή, λέει θα κάτσω, εντάξει έκανε κατάληψη, μ’ έναν ευγενικό τρόπο. Κι ήλθε, λοιπόν, ένας καλόγηρος και της λέει: «Καλά, τι φωνάζεις;» Λέει: «Γιατί να μου πάρει ο Χριστός τα παιδιά;» «Σού τα πήρε», λέει. Αλλά, ξέρεις, αυτά είναι τυχερά εσύ είσαι άτυχη». «Γιατί;» λέει. «Γιατί τ αδίκησε ο Χριστός τα παιδιά σου οπως το λες κι εσύ. Αλλά υπάρχει κάτι παρέκει, που φέρνει ισορροπία.» «Τι;» λέει. «Στη Δευτέρα Παρουσία τα παιδιά αυτά θα πουν στον Κύριο: «Γιατί μας κλάδεψες νωρίς απ’ τη ζωή και δεν χαρήκαμε τίποτε; Ούτε τα νειάτα μας ούτε τη ζωή μας.» —Αυτά που λένε μερικοί.— «Έτσι θα του πούνε», λέει και λέει: Ο Κύριος τι θα κάνει τότε; Θα τους πει: «Παιδιά, έχετε δίκαιο εγώ σας κλάδεψα, για το καλό σας. Δηλαδή, ιδού ο Παράδεισος μπείτε μέσα και πηγαίνετε, όπου θέλετε είναι δικός σας. Κι αυτό θα το χετε αιώνια ενώ την ζωή την επίγεια την είχατε για λίγο, θα ταν κι ευχάριστα, θα ταν και δυσάρεστα, έχομε δέκα πικρά κι ένα ευχάριστο, όταν έχομε, εγώ έτσι έκρινα για το δικό τους καλό». Τι έκανε η γυναίκα; Παρηγορήθηκε σου λέει τα παιδιά μου είναι κοντά στον Θεό. Τα παιδιά μου θα μπουν στον παράδεισο και τώρα είναι εκεί είν απ’ έξω. Περιμένουν και ευφραίνονται με την προοπτική αύτη εγώ, τότε, γιατί να στενοχωρούμαι; και βγήκε ερώτησε τόν φύλακα της εκκλησίας, «Ποιος ήταν αυτός;», λέει εγώ, κυρία μου, έχω κλείσει την πόρτα έχω κλειδώσει. Δεν σου άνοιξα; δεν είδα κανένα.» Κι ήταν ο Άγιος μάρτυς Ιουλιανός, ο εν Αντιόχεια ο ναός ήταν δικός του ο κάθε Άγιος, πό ‘χει τόν ναό του, είναι εκεί ας το ξέρουμε αυτό είναι εκεί. 

Ας το ξέρουμε αυτό μου πε κάποιος προχθές, «Πήγα εδώ στον Άγιο Βασίλειο, στη Μετσόβου».. ευχαριστώ που πήγατε και δώσατε αίμα, όσοι δώσατε, κι όσοι παρακαλέσατε κι άλλους, σας ευχαριστώ πάρα πολύ. Το κάνατε δώρο στον Χριστό, αλλά και σε μένα έτσι. Το χω κι εγώ ανάγκη να μου κάνετε κάτι. Αυτό μου κάνατε, ως δώρο για τη γιορτή μου, και τις ευχές σας όλες που στείλατε και στέλλετε και μ’ αγαπάτε, σας ευχαριστώ και λέει, Εγώ», πάτερ, «έχω ένα φίλο. Πάω σε διάφορα ραντεβού», ήτανε γιατρός, ιατρικός επισκέπτης, έκαμε διάφορες, εκεί, θεραπείες, «και μερικοί θέλουν ακριβώς να πάω, κι εγώ, για να περάσει η ώρα, πάω στον Άγιο και κάθομαι εκεί. Τα ‘χουμε βρει. Του μιλάω, μου μιλάει με τόν τρόπο του, κι έχουμε ισορροπήσει.» Έτσι. Λοιπόν να συνεχίσω, γιατί πάει η ώρα και δεν κάνει, Έχουμε μόνο τρία λεπτά, ακόμη, κι έχουμε και την 10η του μηνός. Πήγαν κι αυτοί κι έγιναν καλόγεροι. Κάτω εκεί στην Αίγυπτο. Χωριστά. Στα δώδεκα χρόνια που πέρασαν χωριστά, ο Άγιος Ανδρόνικος είπε στον ηγούμενο: «Να μ’ αφήσεις να πάω να προσκυνήσω στους Αγίους Τόπους». Του έδωσε την άδεια. Στον δρόμο συνάντησε έναν άλλο καλόγερο. Του λέει, «Που πάς;» «Πάω στους Αγίους Τόπους». «Κι εγώ πάω.» «Πάμε παρέα;» «Ναί. Αλλά ξέρεις;» λέει. Αναγνώρισε αυτή τόν άντρα της. Ήταν γυναίκα του ο μοναχός Αθανάσιος . Φόραγε αντρικά κι αυτή. «Δεν θα μιλάμε στον δρόμο.» Έτσι έλεγα το μεσημέρι σε κάποιους που μου διάβαζαν το Συναξάρι: Τα ζευγάρια που δεν μιλάνε, από κακία η από ιδιοτροπία και που κάθονται εκεί, ας έχουν μπροστά τους αυτους τους δύο Αγίους, και να γίνει η μεταποίηση αυτής της σιωπής σε προσευχή. Σιωπηλή. Λοιπόν να τους θυμάστε, όσοι είστε και έγγαμοι, να τους θυμάστε περισσότερο. Πήγαν, λοιπόν, στους Αγίους Τόπους, προσκύνησαν, γύρισαν, και μετά πήγαν στο μοναστήρι που έμενε ο Ανδρόνικος. Κι είπαν στον ηγούμενο: «εμείς γνωριστήκαμε στον δρόμο, είμαστε φίλοι και ταιριάζουμε, να μένουμε μόνοι μαζί.» Είπε, όμως, η Αθανασία —ο Αθανάσιος— «Θα μένουμε μαζί, αλλά δεν θα μιλάμε καθόλου.» για σκεφθείτε! Τι ωραίο είναι! 

Κι έμειναν μαζί δώδεκα χρόνια και συνέβη ν αρρωστήσει ο Αθανάσιος και φώναξαν, λοιπόν, απ’ τη μονή εκεί, ήταν κοντά, τους πατέρες και κοινώνησε και εκοιμήθη. Λίγο πριν κοιμηθεί, είπε και στον ηγούμενο: «Στο κεφαλάκι μου έχω ένα πινακίδιο, ένα γραμματάκι.» Ένα σημείωμα, θα λέγαμε εμείς. «Να το διαβάσετε μόλις τελευτήσω». Το παίρνει ο ηγούμενος και λέγει: Εγώ δεν είμαι άνδρας είμαι γυναίκα. Η γυναίκα του Ανδρόνικου στον κόσμο. Η Αθανασία.» και καθώς την ετοίμαζαν να την ενταφιάσουν, το είδαν κι αυτό και το διαπίστωσαν και μετά οι πατέρες θέλαν να πάρουν, αφού έκατσαν και κάναν το μνημόσυνο, τόν Ανδρόνικο στη μονή να φύγει απ’ αυτό το κελλάκι, πως θα βγαινε μόνος του. Λέει, Όχι εγώ θα μείνω με την κυρά μου». Κι όταν φύγαν οι πατέρες, μετά από λίγο, έπαθε κι αυτός, αρρώστησε, πυρετό κλπ και κάποιος καλόγερος που περνούσε, πήγε και φώναξε, τον διάβασαν κι εκείνον, και εκοιμήθη και ο Ανδρόνικος οι πατέρες θέλαν να πάρουν το λείψανο του στη μονή κι άλλοι πατέρες τον διεκδικούσαν κι ήλθαν πολλοί, ακόμη κι η Αλεξάνδρεια ολόκληρη ήλθε εκεί. Θαυμαστά κατορθώματα! και είπε στο τέλος ο ηγούμενος, ο αββάς Δανιήλ: Όχι, θα τόν θάψουμε εδώ, με τη σύζυγο του. Τη μοναχή Αθανασία.» και τους έθαψαν. Κι έμειναν εκεί παράδειγμα στους αιώνες.


Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2016

8 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ Πελαγίας Οσίας, Πελαγίας Παρθένου, Ταϊσίας, Ιγνατίου Οσιομάρτυρα




Οσία Πελαγία

Να πάμε τώρα, σιγά, σιγά, στις 8 του μηνός Οκτωβρίου είναι η οσία Πελαγία από την Αντιόχεια. Τον 3ο αιώνα κι αυτή. Περίφημη πόρνη και εταίρα, ωραιότατη, κι από τη δουλειά της είχε βγάλει πάρα πολλά χρήματα κι είχε αποκτήσει μεγάλη περιουσία μια μέρα , καθώς πήγαινε στην εργασία της, περνούσε από μια εκκλησία της Αντιοχείας και μιλούσε κάποιος και της έκανε εντύπωση. Ήταν ο επίσκοπος Νόννος μιλούσε τόσο γλυκά και τόσο πειστικά και τόσο ουράνια, που η γυναίκα ξέχασε που ήθελε να πάει κι εσαγηνεύθη και είπε: «Τελείωσαν όλα εδώ θα μείνω». Σταμάτησε η ομιλία του Νόννου και τον βρήκε. Του είπε όλα της τα κρίματα. Κι εκείνος την εβάπτισε. Ήταν ειδωλολάτρισσα και τι κάνει η γενναία αυτή; Αφού τα μοίρασε όλα και δεν άφησε τίποτε, αφού αγάπησε τον Χριστό, είχε τον πολύτιμο μαργαρίτη και βρήκε τον κεκρυμμένο θησαυρό, που λεν οι παραβολές της Καινής Διαθήκης, που ακούσαμε στο ευαγγέλιο της Θείας Λειτουργίας, σημέρα , του Αγίου Διονυσίου. Φόρεσε ανδρικά ενδύματα και τι κάνει; Πάει στο όρος των Ελαιών. Στην Ιερουσαλήμ ένα κελλάκι, κι έκανε την άσκηση της και έγινε ολόλευκη. Η πόρνη έγινε οσία. Η αμαρτωλή έγινε Αγία και εκοιμήθη εν Κυρίω. Η Θεία Χάρη μπορεί να μεταβάλει τα πάντα και μπροστά στη Θεία Χάρη δεν ανθίσταται τίποτε ούτε αμαρτωλότης, όταν θέλομε, ούτε κληρονομικότης ούτε τίποτα, έλεγε ο γέροντας Πορφύριος, να ‘χουμε την ευχή του.

Οσία Πελαγία η Παρθένος

Την ίδια μέρα γιορτάζει κι η άλλη Αγία η Πελαγία η παρθένος, απ’ την Αντιόχεια κι αύτη. Από πλούσια κι ευγενική οικογένεια. Πανέμορφη ψυχή. Αγαπούσε τον Χριστό μας όσο τίποτε άλλο. Κι έδινε τη νεότητα της και τα πάντα σ’ Εκείνου τη στοργή και Εκείνου τη χάρη έμαθε κει ο Έπαρχος ο Ρωμαίος για τη χριστιανοσύνη Της Αγίας και τις αρετές της και του ρθε σε κακό να υπάρχει τέτοια ψυχή. Κι έστειλε τους στρατιώτες να την συλλάβουν και να την φέρουν ενώπιον του. Πήγαν αυτοί, κτύπησαν την πόρτα, τους είδε η Αγία και τους παρακάλεσε ευγενικά: «Περιμένετε, λιγάκι, να ετοιμαστώ, και θα ρθω.» και πήγε, λοιπόν, στο δωματιάκι της, γονάτισε προς ανατολάς, από κει που ρθε η Ανατολή των Ανατολών, ο Χριστός, και φώτισε όλους και έσωσε και σώζει, και τον παρακάλεσε, «Χριστέ μου, μη μ’ αφήσεις να πέσω στα χέρια αυτών των ανθρώπων. Πάρε με κοντά σου.» και ύστερα ντύθηκε με τα ενδύματα της ταφής της και αντί να πάει στην πόρτα, στους στρατιώτες, πήγε στο μπαλκόνι, κι έπεσε κάτω. Αυτοκτονία; Οχι έμπνευσις Κυρίου. Η αυτοκτονία είναι κακό έχουμε και τις σουλιώτισσες έχουμε και τις σουλιώτισσες, μην το ξεχνάμε. Λοιπόν. Κι ο Κύριος την πήρε κοντά Του. Δεν επέτρεψε να την μολύνουν αυτοί οι φοβεροί. Τόσο πολύ αγαπούσε τον Κύριο, που δεν ήθελε τίποτε άλλο έλα», λέει, «απ’ το μπαλκόνι.» και πήγε. Λοιπόν.

Οσια Ταϊσία

Έχουμε, ακόμη, και την οσία Ταϊσία, την πόρνη. Αυτήν την έβγαλε στο κλαρί η μάνα της και πήγε μια φορά ένας ασκητής, ο Παφνούτιος ο Σιδώνιος, ως πελάτης και τι έκανε ; Την αλίευσε γι αυτό πήγε. Της μίλησε τόσο στοργικά και τόσο πειστικά και τόσο ουράνια, που η Ταϊσία τα παράτησε όλα είχε τεράστια περιουσία, 400 λίτρες χρυσού, αμύθητο ποσό, τα δωσε όλα, την πήρε ο Άγιος και φύγανε. Πήγε στο βουνό, κλείστηκε σ’ ένα κελλάκι, κι επί τρία χρόνια έλεγε αυτά τα λόγια: Ο πλάσας με, ελέησον με.» Εσύ που με έπλασες, ελέησε με και ύστερα διέταξε ο γέροντας να βγει την κοινώνησε, και την έβαλε μέσα σε μια αυλή να προσεύχεται. Κι έκαμε κι ένα σταυρό να προσεύχεται. Κι η ψυχούλα προσευχόταν δεκαπέντε μερόνυχτα. Κι ύστερα ήλθε ο Νυμφίος Χριστός και πήρε την Ταϊσία κατάλευκη, σαν περιστέρι. Πιο λευκή κι από το χιόνι. Την πήρε στη Θεία Του βασιλεία. Αυτή είν η Εκκλησία. Αυτή είναι η ανακαινιστική δύναμη της. Αυτή είναι η απολυτρωτική της χάρη γι αυτό και ποτέ δεν πρέπει κανένα να κρίνομε τελεσίδικα γιατί δεν ξέρομε τι κρύβει μέσα του και τι του μέλλεται να γίνει. Ας είμαστε συγκαταβατικοί και ας προσέχομε στις κρίσεις μας. Η κρίση είναι μόνο του Θεού. Η διάκριση είναι δική μας.

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2016

7 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ Σεργίου και Βάκχου, Ιουλιανού και Καισαρίου, Λεοντίου, Ευσεβίου και Φήλιξ, των Αγίων Μαρτύρων Φήλιξ, Ενδεχίου και Θύρσου, Πολυχρονίου Ιερομάρτυρα, Ιωάννη και των Αγίων 99 Μαρτύρων, Σεργίου εν τω Σπηλαίω, των Αγίων 10 Συναθλητών του Αγίου Πολυχρονίου, Μνήμη Παναγίας Ναυπακτιώτισσας




7 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ
Σεργίου και Βάκχου, Ιουλιανού και Καισαρίου, Λεοντίου, Ευσεβίου και Φήλιξ, των Αγίων Μαρτύρων Φήλιξ, Ενδεχίου και Θύρσου, Πολυχρονίου Ιερομάρτυρα, Ιωάννη και των Αγίων 99 Μαρτύρων, Σεργίου εν τω Σπηλαίω, των Αγίων 10 Συναθλητών του Αγίου Πολυχρονίου, Μνήμη Παναγίας Ναυπακτιώτισσας


Μεγαλομάρτυρες Σέργιος και Βάκχος

Πάμε κι από τον Θωμά, στις 7 του μηνός Οκτωβρίου, γιορτάζουν οι μεγαλομάρτυρες Σέργιος και Βάκχος. Αξιωματικοί του ρωμαϊκού στρατού. Διοικητής και υποδιοικητής σε μια μεγάλη σχολή που έβγαζε αξιωματικούς είχαν μεγάλα αξιώματα. Αλλά ήσαν, όμως, και χριστιανοί, που αυτό ήταν το όντως αξίωμά τους. Η μεγάλη τους τιμή κι η μεγάλη τους χαρά τους κατήγγειλαν στον Μαξιμιανό, 3ος αιώνας, κι εκείνος τους εκάλεσε, τους ανέκρινε και ομολόγησαν πως είναι χριστιανοί και επέμεναν και δεν άλλαζαν ούτε με τάματα ούτε με απειλές ούτε με κολακείες και τότε διέταξε ο Μαξιμιανός και τους αφήρεσαν τα διάσημα. 

Τις ζώνες και τις επωμίδες και ύστερα τους έντυσε με γυναικεία φορέματα και τους έβγαλε στην πόλη, για να τους διαπομπεύσει εκείνοι δεν άλλαζαν, είχαν τη θεία σκέπη, και κατά την περιδιάβαση αυτή του περιγελάσματος, κι είχαν και Θεία χαρά ανείπωτη. Κι αποφάσισε, στο τέλος, ο αυτοκράτωρ να τους στείλει στην Ευφρατησία, εκεί στο Ιράκ, στον ποταμό Ευφράτη, ήταν μια πόλη. Κι ήταν εκεί ενας σκληρός διοικητής τύραννος, ο Αντίοχος τους δέσανε, λοιπόν, με σίδερα, δεμένοι για τον Χριστό είναι η μεγαλύτερη τιμή, αφού και τον Κύριο Της δόξης έδεσαν. Κι έφθασαν στην Ευφρατησία, ύστερα από μερες και κατάκοποι μπαίνοντας στην πύλη της πόλεως, άγγελος Κυρίου τους παρουσιάστηκε, τους ενίσχυσε και τους έδωσε μέγα θάρρος και δύναμη ουράνια ο Αντίοχος τους πήρε με το καλό, συνήθης τακτική και πρακτική των δημίων και των τυράννων, εκείνοι έμειναν ασάλευτοι και τότε παρέλαβαν οι δήμιοι τον Βάκχο και τον έδερναν αλύπητα με βούνευρα. 

Ωμά νεύρα βοδιών, που στην άκρη είχαν σίδερα, μικρά σίδερα, ακίδες, που κτυπώντας το σώμα του μάρτυρος καθώς και του άνθρωπου, έκαμαν πληγές και αυλάκια. Κι έτρεχε το αίμα ο Βάκχος, η ψυχούλα αυτή, επειδή πολλοί τον κτυπούσαν επί ώρα πολλή, όπως λέει το Συναξάριο, παρέδωσε επάνω στα βασανιστήρια το πνεύμα του στον Χριστό μας. Κι εμεινε ο Σέργιος μόνος του ο Βάκχος, όμως, ανεβαίνοντας στον δεσπότη Χριστό, με Θεϊκή συνοδεία και με τη χάρη Εκείνου, παρακαλούσε και για τον Σέργιο. 

Ήλθε η ώρα του, δεν άλλαξε κι εκείνος, και του φόρεσαν στα πόδια σιδερένια παπούτσια, που χαν μέσα μυτερές πρόκες και πατώντας, φορώντας τα, δηλαδή, μπήχτηκαν στα πόδια του και τον ανάγκασαν να τρέχει σε μακρότατα μέρη και υπέφερε τα πάνδεινα. Δεν άλλαξε, όμως. Τον γύρισαν ξανά, τον πέταξαν στη φυλακή, νηστικό και πονεμένο, ο Χριστός τον ενίσχυσε και τον εθεράπευσε κι έλαμπε ο Σέργιος τον έβγαλαν, πάλι, του φόρεσαν ξανά παπούτσια, τον ταλαιπώρησαν αμέτρητα , και στο τέλος, αφού δεν άλλαζε και δεν μπορούσαν να τον κάμψουν, τον αποκεφάλισαν εκεί, στην Ευφρατησία είναι μεγάλοι αυτοί οι μάρτυρες Σέργιος και Βάκχος, αργότερα έφεραν τα λείψανα τους στην Κωνσταντινούπολη κι έφτειαξαν μεγάλο ναό και μεγάλο μοναστήρι στο όνομα των αγίων είναι πολύ συγκινητικός ο βίος τους και συγκλονιστικός εγώ, όμως, δεν έχω χρόνο όσοι από σας θέλετε ν ακούσετε, είχαμε κάμει πρόπερσι μια ομιλία εδώ, τριών τετάρτων μόνο γι αυτούς τους δυο Αγίους. Σέργιο και Βάκχο οπότε, όσοι θέλετε και δεν βαριέστε, κι αν βαριέστε, καλύτερα, την Παρασκευή, 9 η ώρα το βράδυ, στον σταθμό του Πειραιώς, στον 99,2, έχει κάθε Παρασκευή, εκεί θα επαναληφθεί η ομιλία, η ομιλία μας για τον Σέργιο και Βάκχο μπορείτε ν ακούσετε περισσότερα εμένα από παιδάκι με συγκινούσαν αυτοί οι Άγιοι μάρτυρες. Λοιπόν.

Δημοφιλείς αναρτήσεις